ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΙΝ Σ Τ Ι Τ Ο Υ Τ Ο Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ω Ν Ε Ρ Ε Υ Ν Ω Ν ΤΟΜΕΑΣ ΝΕΟΕΛΛΗ Ν Ι Κ Ω Ν Ε Ρ Ε Υ Ν Ω Ν τετράδια ἐργασίας 35 Δ Ι Α Κ Υ ΜΆΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΣΤΟΧΑΣΜΟΎ ΑΠΌ ΤΟΝ 19ο ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΏΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΣΧΑΛΗΣ Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ - ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 2014 © ΙΙΕ/ΕΙΕ 2014 ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, 116 35 Αθήνα Τηλέφωνο: (+30) 210 7273554, Τηλεομοιοτυπία: 210 7246212 Ηλεκτρονική διεύθυνση:
[email protected]ISBN 978-960-9538-25-1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης - Μάριος Χατζόπουλος, Εισαγωγή................ 7-11 Μάριος Χατζόπουλος, Μεσσιανισμός και Μοναρχία. Σχετικά με τους όρους νομιμοποίησης της δυναστικής εξουσίας στην Ελλάδα τον ύστερο 19ο αιώνα................................................... 13-45 Γιώργος Κόκκινος, Οι ιδεολογικές συντεταγμένες του ελληνικού αντικοινοβουλευτισμού. Από την καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας έως το κίνημα στο Γουδί........................................... 47-74 Μάρκος Καρασαρίνης, «Ο Barrès κι εγώ και άλλοι μερικοί». Η επιλεκτική ενσωμάτωση ιδεών του ευρωπαϊκού συντηρη- τισμού στην ελληνική πολιτική σκέψη, 1890-1922..........................75-86 Περικλής Βαλλιάνος, Iδεαλισμός και φιλελευθερισμός στον ελληνικό μεσοπόλεμο. Συμπλεύσεις και αποκλίσεις.......................87-95 Βασίλης Α. Μπογιατζής, Οι διακυμάνσεις των πολιτικών ιδεών στο Αρχείον της Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών.............. 97-126 Σταυρούλα Μοσχοβίτη, O εθνοκεντρισμός και οι αποκλίσεις του στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. H περίπτωση του Νικολάου Βλάχου.................................................................. 127-139 Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Η σχέση πολιτικής και οικονομικής θεωρίας στην Ελλάδα, 1870-1940........................................... 141-146 Υπόμνημα στην εικονογράφηση......................................................................147 Ευρετήριο............................................................................................... 149-156 ΠΑΣΧΑΛΗΣ Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ - ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το πρόγραμμα «Ιστορία των Πολιτικών Ιδεών (18ος – 20ός αι.)» γεννήθηκε το 2008 στο τότε Ινστιτούτο, και πλέον Τομέα, Νεοελληνικών Ερευνών, του Ινστι- τούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, έχοντας στόχο τη μελέτη των διακυμάνσεων του πολιτικού στοχασμού στην ελληνική κοινωνία από την εποχή του Διαφωτισμού έως την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ίδρυση του προγράμματος αποτέλεσε μέρος μιας ευρύτερης στρατη- γικής ενσωμάτωσης της νεότερης και σύγχρονης πολιτικής ιστορίας στη θεμα- τολογία των ερευνητικών προγραμμάτων του ΕΙΕ. Ήταν μια πρωτοβουλία όχι μόνο εμπλουτισμού αλλά και εκσυγχρονισμού των ερευνητικών δραστηριοτή- των του Τομέα Νεοελληνικών Ερευνών. Το αντικείμενο της σύγχρονης ιστορίας ιδιαίτερα, απαιτεί την ζωηρή διεπιστημονική συνομιλία, την αναστροφή με δια- φορετικό φάσμα πηγών και τη χρήση νέων τεχνικών έρευνας, ορισμένα δηλαδή από τα σημαντικότερα ζητούμενα μιας βιώσιμης ερευνητικής στρατηγικής, Οι δράσεις των συντελεστών του προγράμματος, κατά την πρώτη αυτή αρχική φάση, ακολούθησαν δύο άξονες: την οριοθέτηση, πρώτον, του πεδίου της έρευνας μέσω της διατύπωσης των κατάλληλων ερευνητικών ερωτημά- των και, δεύτερον, τη συγκρότηση μιας ερευνητικής ομάδας. Στην τελευταία κατεύθυνση, προτεραιότητα είχε ο εντοπισμός του επιστημονικού δυναμικού το οποίο ήδη υπηρετεί, ή έχει τη δυνατότητα να υπηρετήσει στο μέλλον, την έρευνα για τον νεοελληνικό πολιτικό στοχασμό. Μια πρώτη χαρτογράφηση εντός των ορίων της χώρας φανέρωσε υψηλή διαθεσιμότητα του συγκεκριμένου δυναμικού αναφορικά με τον ύστερο 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα. Η διαθεσι- μότητα αξιοποιήθηκε με την διοργάνωση μιας ημερίδας - ή ακριβέστερα ενός διερευνητικού «εργαστηρίου» - το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Ίδρυ- μα Ερευνών στις 8 Ιανουαρίου 2010. Στόχος μας ήταν η συνάντηση ερευνητών από διαφορετικές γενιές. Ο ανά χείρας τόμος είναι ένα επεξεργασμένο και εμπλουτισμένο τεκμήριο του γεγονότος αυτού. Μια βασική παρατήρηση επί του πεδίου της έρευνας διαμόρφωσε το σκεπτικό της συγκεκριμένης συνάντησης. Μέχρι περίπου τον μεγάλο σταθμό του 1843- 1844 υπάρχει ένας αρκετά αποσαφηνισμένος κανόνας πηγών επί των οποίων μπορούν να βασιστούν οι μελέτες μας. Υπάρχουν, επίσης, βασικά βοηθήματα και 8 ΠΑΣΧΑΛΗΣ Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ - ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ εξειδικευμένες συμβολές, ικανές να αποτελέσουν τις αφετηρίες για περαιτέρω διερευνήσεις. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι, κατά τη μακρά περίοδο του Διαφωτισμού και το πρώτο στάδιο της οικοδόμησης του ελληνικού κράτους, η γνώση των διακυμάνσεων του νεοελληνικού πολιτικού στοχασμού είναι αρ- κετά καθαρή. Αν θέλει ένας ερευνητής να μελετήσει την πολιτική σκέψη της περιόδου αυτής, γνωρίζει σε ποια κατεύθυνση να στραφεί και ποιες πηγές να καταστήσει αφετηρία των μελετών του. Εκείνο, βέβαια, που δεν έχει επιτευ- χθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, είναι ένα άλλο αίτημα, η ενσωμάτωση αυτής της ελληνικής θεματολογίας στη διεθνή βιβλιογραφία της ιστορίας της πολιτικής σκέψης – στοιχείο κρίσιμο για την εννοιολογική και θεωρητική ανέλιξη του αντικειμένου και την έξοδό του από την απομόνωση και την εσωστρέφεια. Αν, τώρα, στρέψουμε τον προβληματισμό μας στον κορμό του δέκατου ένατου αιώνα και στη διαδρομή του εικοστού τα πράγματα γίνονται πιο θολά. Ποιός είναι ο κανόνας των πηγών, ποιά είναι τα αγκωνάρια της έρευνας στα οποία θα μπορέσει ένας ερευνητής να στηριχθεί προκειμένου να γνωρίσει και να κατανοήσει το κανονιστικό περίγραμμα της πολυκύμαντης αυτής εποχής; Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Υπάρχουν κάποια σημαντικά μνημεία της έρευνας, που μπορούν να προσφέρουν αφετηρίες, απέχουμε όμως αρκετά από την καθιέρωση ενός αναγνωρίσιμου κανόνα των πηγών. Και αν δεν υπάρξει ο κανόνας των πηγών, οι θεωρητικές δοκιμές διατρέχουν τον κίνδυνο να παραμείνουν έωλες και μετέωρες. Υπό αυτούς τους όρους, ένα ερευνητικό εγχείρημα, όπως το παρόν, δεν μπορεί παρά να έχει χαρακτήρα δοκιμαστικής ανίχνευσης με στόχο να διακρίνει τον ερευνητικό ορίζοντα, να εντοπίσει τις δι- αθεσιμότητες και τις ελλείψεις, να φωτίσει τις αγνοημένες πτυχές των προβλη- μάτων και ιδίως να ξεφύγει από τις μονομέρειες. Τα κείμενα που ακολουθούν αρθρώνονται εν πολλοίς μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Εκκινώντας από τον κορυφαίο θεσμό του τότε ελληνικού πολιτικού συστή- ματος, η συμβολή του Μάριου Χατζόπουλου που ανοίγει τον τόμο εστιάζει τις αναλύσεις της στη διαδικασία νομιμοποίησης της μοναρχικής εξουσίας στη χώρα από τη δεκαετία 1860 ως τον αρχόμενο εικοστό αιώνα. Οι συγκεκριμένες όψεις της διαδικασίας που μελετώνται εδώ σχετίζονται με μια βυζαντινή και μεταβυζαντινή προφητική παράδοση η οποία στο τέλος του 18ου και στις αρ- χές του 19ου αιώνα συνδέθηκε με τις εθνικές ιδέες. Στο κέντρο της παράδοσης αυτής βρισκόταν η προσδοκία της έλευσης ενός μεσσιανικού Βασιλιά –Λυτρωτή που θα συνέτριβε στρατιωτικά τους Οθωμανούς και θα ανακτούσε την Κωνστα- ντινούπολη και το ιερό της κέντρο, την Αγία Σοφία. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράδοση αυτή διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στην ανάδειξη της μοναρχικής εξουσίας ως «νόμιμου» στοιχείου της πολιτικής τάξης πραγμά- των στην Ελλάδα, προσπορίζοντας, παράλληλα, στη βασιλεύουσα δυναστεία ΕΙΣΑΓΩΓΗ 9 χαρισματικότητα και ιθαγένεια, στοιχεία τα οποία η ίδια δεν διέθετε εξ αρχής. Η μελέτη του Γιώργου Κόκκινου αμέσως μετά, διευρύνει την ανάλυση στρέ- φοντας την προσοχή στο ιδεολογικό πρότυπο του «καισαρισμού», του αυταρ- χικού και συσσωματικού εθνικισμού, που δείχνει να χαρακτηρίζει τη ελληνική πολιτική κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Συνοδευμένη από μια πλούσια εισαγωγή, η μελέτη επικεντρώ- νεται στο μόρφωμα εκείνο που ο συγγραφέας αποκαλεί «πολιτικό ανορθο- λογισμό»: ένα σύστημα ιδεών το οποίο αντιβαίνει στην ιδεολογία του πολιτι- κού φιλελευθερισμού και την κληρονομιά του Διαφωτισμού και που αργότερα αντιπαρατάσσεται και με τον μαρξισμό. Παρά το γεγονός ότι διατρέχει όλο το φάσμα του πολιτικού λόγου ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, ο Γ. Κόκκινος διαπιστώνει ότι, στη χώρα μας τουλάχιστον, το κατ’ εξοχήν αντικοινοβουλευτι- κό αυτό ρεύμα δεν απέκτησε δομικό αλλά μάλλον συγκυριακό χαρακτήρα. Η αμφισβήτηση του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο ριζι- κή όσο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά επιλεκτική και ελεγχόμενη, αποσκο- πώντας κυρίως στην αναδιάταξη των θεσμών και στην ανάσχεση της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Η μελέτη του Μάρκου Καρασαρίνη που ακολουθεί, επιβεβαιώνει το προηγούμενο συμπέρασμα. Η μελέτη ασχολείται με την εισαγωγή εννοιών από την ιδεολογική σκευή του ευρωπαϊκού συντηρητισμού, και πιο συγκεκριμένα του κοινωνικού δαρβινισμού, στον νεοελληνικό πολιτικό στοχασμό από το 1890 έως το 1922. Οι ιδέες αυτές, όπως για παράδειγμα ο «περί υπάρξεως αγών», δεν κατάφεραν να αποκτήσουν αυτόνομη ιδεολογική παρουσία στον χώρο της ελληνικής συντηρητικής διανόησης. Χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο εργαλειακά, μέσα στην πολιτική συγκυρία της εποχής, στην κατεύθυνση αφ’ενός της ανάσχεσης των σοσιαλιστικών ιδεών και αφ’ετέρου της νομιμοποίησης της ένοπλης δράσης των ελληνικών σωμάτων στον μακεδονικό αγώνα. Σε σύγκριση με τα δραματικά φαινόμενα της ανόδου των ολοκληρωτικών ιδεολογιών στο ευρωπαϊκό χώρο. οι ροπές των ελλήνων διανοουμένων προς τον αντικοινοβουλευτισμό, τις αυταρχικές λύσεις και τις φυλετικές αντιλήψεις, δεν κατάφεραν να αποκτήσουν, καταλήγει ο συγγραφέας, την ίδια ιδεολογική συστηματικότητα, εκφραστική σαφήνεια και μαζική αποδοχή. Η μελέτη του Περικλή Βαλλιάνου στρέφεται στις διαδικασίες συγκρότησης και διαμόρφωσης ενός ρεύματος ιδεοκρατικού στοχασμού στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η χρεοκοπία του μεγαλοϊδεα- τικού οράματος το 1922 κατέστησε έντονη την ανάγκη διάπλασης μιας νέας κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα ικανής να δεσμεύει τους πολίτες στην υπηρεσία του συλλογικού αγαθού. Για τη διάπλαση μιας τέτοιας συνείδησης οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γιώργος Θεοτοκάς, 10 ΠΑΣΧΑΛΗΣ Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ - ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ στράφηκαν στις θεμελιώδεις έννοιες της κλασικής πολιτικής φιλοσοφίας – ένα εγχείρημα δηλαδή παρόμοιο με εκείνο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Αντί- θετα όμως με ό,τι συνέβαινε ένα και πλέον αιώνα νωρίτερα, το πρόγραμμα των Τσάτσου, Κανελλόπουλου και Θεοτοκά υπήρξε εξ αρχής, σύμφωνα με τον συγγραφέα, βαθιά συντηρητικό στo βαθμό που υπέτασσε την κλασική παιδεία στις ανάγκες της θεσμικής πραγματικότητας του ελληνικού εθνικού κράτους. Εξειδικεύοντας την έρευνα πάνω το ίδιο αντικείμενο, ο Βασίλης Μπογια- τζής, εγκύπτει στα κείμενα τα οποία ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Παναγιώ- της Κανελλόπουλος έγραψαν και δημοσίευσαν στο περιοδικό Αρχείον Φιλοσο- φίας και Θεωρίας των Επιστημών από το 1929 μέχρι το 1941. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο Τσάτσος και ο Κανελλόπουλος έθεσαν στο στόχαστρό τους θεμελιώδεις παραδοχές του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού μέσα στα πλαίσια του διμέτωπου αγώνα που διεξήγαν από τις σελίδες του πε- ριοδικού ενάντια στον ιδεοκρατικό «σχολαστικισμό» και, ταυτόχρονα, στον ιστορικό υλισμό. Αμφότεροι επέκριναν τη φιλελεύθερη νεωτερικότητα και το ιστορικοϋλιστικό παρακλάδι της, ο καθένας όμως από τη δική του σκοπιά: ο μεν Τσάτσος οραματιζόμενος ένα «ηθικό Κράτος», υπέρτερο ατομικών ελευ- θεριών και δικαιωμάτων, ο δε Κανελλόπουλος εξαίροντας τα ατομικά, και μη υποκείμενα σε εκλογίκευση, στοιχεία στα οποία έδινε σχήμα και μορφή η ιδέα του έθνους. Η ιδέα του έθνους και η σχέση της με την ιστοριογραφία θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την ανάλυση από τη Σταυρούλα Μοσχοβίτη μιας ιδιαίτερης, όσο και πρώιμης, ελληνικής προσέγγισης στο Μακεδονικό Ζήτημα. Το έργο του Νικολάου Βλάχου, καθηγητή της Ιστορίας της Νεώτερης Ελλάδας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο διαλαμβάνει τα μείζονα ερωτήματα της εκ- δίπλωσης του εθνικιστικού φαινομένου στα Βαλκάνια πάνω στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα, αποτέλεσε τομή στη συμβατική ιστοριογραφία της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Ξεχωρίζοντας από τις στερεότυπες ιστοριογραφικές θεωρήσεις του καιρού του, αλλά κι από πολλές μεταγενέστερες, ο Ν. Βλάχος προσέγγισε τον Μακεδονικό Αγώνα χωρίς προκαταλήψεις, αναφερόμενος σε ζητήματα που η ελληνική ιστοριογραφία επέμενε να αγνοεί, όπως ήταν για παράδειγμα, η ρευστότητα των εθνοτικών ταυτοτήτων μέσα στην πολυεθνο- τική, πολυγλωσσική και πολυθρησκευτική Μακεδονία, η συγκρουσιακή φύση των ούτως ή άλλως αλληλοαναιρούμενων βαλκανικών αλυτρωτισμών και, τέ- λος, ο προσηλυτισμός των συνειδήσεων μέσω της συστηματικής χρήσης βίας από τα αντιμαχόμενα αντάρτικα σώματα επί των κοινοτήτων των ντόπιων πληθυσμών. Παράλληλα, ο Νικόλαος Βλάχος προχώρησε σε τολμηρές για την εποχή του παρατηρήσεις για τη σχέση Ορθοδοξίας και εθνικισμού. Η προσέγ- γιση όμως αυτή, καταλήγει η Σ. Μοσχοβίτη, αγοήθηκε συστηματικά τόσο στην ΕΙΣΑΓΩΓΗ 11 εποχή της όσο και στα μεταπολεμικά χρόνια ενώ το Μακεδονικό αφέθηκε, μέχρι πρόσφατα, στη χρησιμοθηρία του εθνικού φρονηματισμού. Η συμβολή του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου έρχεται να κλείσει τον ανά χείρας τόμο αναδεικνύοντας τη σημασία της σχέσης πολιτικής και οικονομικής θεω- ρίας στην Ελλάδα από το 1870 έως το 1940. Ως τις παραμονές του Β΄ Παγκο- σμίου Πολέμου η οικονομική επιστήμη στην Ελλάδα παρέμεινε προσδεδεμένη στο άρμα του γερμανικής καταγωγής οικονομικού και πολιτικού παρεμβατι- σμού ακολουθώντας διαφορετική πορεία από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξωνικό κόσμο. Η συνέπεια αυτού του γεγονότος για τη σχέση πολιτικής και οικονομίας, υποστηρίζει ο Ψαλιδόπουλος, ήταν η έμφαση σε ολιστικές θεωρήσεις της κοινωνίας, οι οποί- ες με τη σειρά τους δόμησαν ένα χαρακτηριστικό τρόπο του σκέπτεσθαι για την πλειονότητα των Ελλήνων νομικών, οικονομολόγων και πολιτειολόγων της εποχής σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση της οικονομίας και της κοινωνίας αφηνόταν στο κράτος ενώ η ιδιωτική σφαίρα περιοριζόταν σε ένα δευτερεύο- ντα συμπληρωματικό ρόλο. Αν αναζητήσει κανείς τώρα τον κεντρικό ιστό που συνέχει τις συμβολές του τόμου, θα διακρίνει με ενάργεια τις αυταρχικές και αντιφιλελεύθερες ροπές εκ μέρους μιας πλειάδας πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων αλλά και κεντρι- κών πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα από το δεύτερο μισό του 19ου μέχρι τις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Θα διακρίνει όμως επίσης ότι οι εν λόγω πολιτικές ροπές δεν κατάφεραν να υποστασιοποιηθούν σε αυτόνο- μη πολιτική παρουσία – με εξαίρεση ίσως τον Θρόνο· ο χαρακτήρας τους πα- ρέμεινε εξ αρχής αποσπασματικός και εργαλειακός, προσανατολισμένος στη θεραπεία πολιτικών σκοπιμοτήτων και αναγκών της εποχής. Μέσα στο κλίμα που ακολούθησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη, και τη Μικρασιατική καταστροφή, ο αντιφιλελεύθερος πολιτικός στοχασμός στην Ελλάδα εντάθηκε, αποκτώντας το ιδεολογικό βάθος που του έλειπε κατά την προηγούμενη περί- οδο, χωρίς όμως να αποκτήσει, ακόμα και τότε, τη συστηματικότητα, και την κοινωνική διεισδυτικότητα που γνώρισε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Κλείνοντας την εισαγωγή αυτή θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τους συ- νεργάτες του τόμου για την συν-εισφορά των ερευνητικών τους πορισμάτων· και φυσικά τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη και την Κωνσταντίνα Σιμωνετάτου για την εκδοτική στοργή και επιμέλεια που επέδειξαν, αντίστοιχα. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ Nomen est omen Η απουσία συστηματικών μελετών για τον θεσμό της μοναρχίας, αποτελεί κενό στην κατανόηση της πολιτικής πραγματικότητας στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αιώνα. Παρόλο που η μοναρχία αποτέλεσε βασικό δομικό χαρακτηρι- στικό του πλέγματος εξουσίας στη χώρα – από καταβολής ελληνικού κράτους μέχρι το δημοψήφισμα του 1974 και με την εξαίρεση μικρών μόνο χρονικών διαστημάτων – παραμένει ένας θεσμός που δεν έχει προσεγγιστεί επαρκώς από τη έρευνα, παρά μονάχα αποσπασματικά. Η διαθέσιμη εικόνα – στο βαθ- μό που υφίσταται - παραμένει σε μεγάλο βαθμό δέσμια των αφηγηματικών σχημάτων και των ερμηνευτικών ταξινομήσεων μιας παλαιότερης ιστοριογρα- φικής παραγωγής. Ζητήματα καίριας σημασίας για την μελέτη και κατανόηση της δυναμικής του θεσμού μέσα στην ελληνική κοινωνία, όπως για παράδειγμα η δημόσια εικόνα της μοναρχίας, η πολιτική συμπεριφορά των εκάστοτε βασι- λικών προσώπων, οι όροι με τους οποίους νομιμοποιείται η δυναστική εξουσία και οι σχέσεις που αναπτύσσονται με την εθνική ιδεολογία, χρειάζονται νέες προσεγγίσεις με βάση ανανεωμένα εργαλεία ανάλυσης.1 1. Από την παλαιότερη βιβλιογραφία αξίζει να αναφερθούν τα έργα των Γεωργίου Ν. Φι- λάρετου, Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι (1821 - 1897), Αθήνα 1973 [α΄ εκδ. 1897], και Tάκη [Παναγιώτη] Ν. Πιπινέλη, Η μοναρχία εν Ελλάδι 1833-1843, Αθήνα 1932. Ωστόσο και οι δύο μελέτες απηχούν παλαιότερους ιστοριογραφικούς προβληματισμούς: η πρώτη καθοδη- γείται από το ερμηνευτικό σχήμα της επιβολής των δυτικών πολιτικών προτύπων ερήμην των ντόπιων στοιχείων και αναγκών ενώ η δεύτερη, περιοριζόμενη μόνο στην περίοδο της οθωνι- κής απολυταρχίας, υπερτιμά το ειδικό βάρος της μοναρχίας έναντι των λοιπών θεσμικών δι- εκδικητών της πολιτικής εξουσίας, δηλαδή των κομμάτων, αντανακλώντας περισσότερο τους αντικοινοβουλευτικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς της εποχής που η μελέτη γράφτηκε. Στην περίοδο της οθωνικής απολυταρχίας περιορίζεται και το, κλασικό πλέον, έργο του John Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τ. 1-2, Αθήνα 1985. Χρήσιμες επισημάνσεις περιέχουν και νεώτερες ιστοριογραφικες συμβολές, οι οποίες όμως δεν αποτελούν μελέτες της μοναρχίας per se· βλ. Γιώργος Β. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους (1830-1920), τ. 1-2, Αθήνα 2005, σ. 141-159, 299-303, 337, 447-464, 14 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Το περίγραμμα της έρευνας που διατυπώνεται παρακάτω επιχειρεί να κάνει ένα βήμα στην κατεύθυνση αυτή χωρίς να φιλοδοξεί να διανύσει τροχιές που μόνο ευρύτερες συνθέσεις δύνανται να καλύψουν. Παρά τους περιορισμούς του όμως, το εγχείρημα αυτό δεν στερείται προοπτικής· απεναντίας, ελπίζεται ότι ίσως μπορέσει να δώσει λαβή σε κατοπινότερες ερευνητικές προσπελάσεις μεγαλύτερης εμβέλειας. Το κεντρικό επιχείρημα έχει να κάνει με τους όρους νομιμοποίησης της δυναστικής εξουσίας στην Ελλάδα του ύστερου 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα με ιδιαίτερο πεδίο αναφοράς την εθνική ιδεολογία – ή τουλάχιστον, συγκεκριμένες όψεις της. Ως «νομιμοποίηση» (legitimation) νοείται η διαδικασία εκείνη μέσω της οποίας μια εξουσία κερδίζει την αποδοχή των κυβερνωμένων διαμορφώνοντας συλλογικές πίστεις πάνω στην νομιμότητα της.2 Η προσέγγισή μας εκκινεί μεθοδολογικά αφ’ ενός από τη θέση του Anthony Smith για την καταλυτική επίδραση που ασκούν οι προ-νεωτερικοί μύθοι πάνω στον χαρακτήρα, την πορεία και την ένταση των κατά τα άλλα νεωτερικών εθνικών ιδεών, και αφ’ ετέρου τις παρατηρήσεις του Γιώργου Δερτιλή σχετικά με την λειτουργία του αλυτρωτικού εθνικισμού ως νομιμοποιητικού πεδίου της κρατικής εξουσίας γενικά, και του πολιτειακού καθεστώτος ειδικότερα, στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1830 – 1920.3 Η προοπτική που προτείνεται εδώ συνδιαλέγεται, επίσης, με παλαιότερες επισημάνσεις της έρευνας. Η Έλλη Σκοπετέα είχε από νωρίς διακρίνει ότι η Κωνσταντινούπολη - νοούμενη μέσα στο ελληνικό εθνικό φαντασιακό ως τόπος μυθικός, ξέχωρα από την υπαρκτή πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – χρησίμευε ως μοχλός ταύτισης του ελληνικού θρόνου με το ελληνικό έθνος και κράτος. Το ζήτημα αυτό όμως δεν φαίνεται να κέντρισε το ενδιαφέρον της πέρα από κάποιες σύντομες πα- ρατηρήσεις.4 Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, από την άλλη πλευρά, ήταν ο πρώτος που επισήμανε, χωρίς όμως να αναλύσει περαιτέρω, το φαινόμενο του προσε- ταιρισμού συμβόλων της βυζαντινής παράδοσης εκ μέρους της μοναρχίας στην νεώτερη Ελλάδα, με στόχο την ενίσχυση της νομιμότητάς της (legitimacy), του 698-699, 710-711, 764-766, 825-832, και Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τ. 1-2, Αθήνα 2005, σ. 145-148, 237-239, 371-374, 511-513, 515-516, 671-672, 731- 732, 854-855, 1097. Για τα προβλήματα και τις νέες κατευθύνσεις της έρευνας σχετικά με την μοναρχία στην Ελλάδα, βλ. Νίκη Μαρωνίτη, «Βασιλευομένη δημοκρατία. Λόγοι και πρακτικές (1864-1910)», Αντώνης Λιάκος, Έφή Γαζή (επιμ.), Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Διεθνές πλαίσιο, εξουσία και πολιτική τον 19ο αιώνα, Αθήνα 2008, σ. 91-118. 2. Roger Scruton, A Dictionary of Political Thought, Λονδίνο 1982, σ. 264. 3. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους, τ. 2, σ. 825-832· Anthony D. Smith, Ethno- symbolism and Nationalism: A Cultural Approach, Λονδίνο 2009, σ. 23-104. 4. Έλλη Σκοπετέα, Το ‘Πρότυπο Βασίλειο’ και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προ- βλήματος στην Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ. 273-286. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 15 δικαιώματός της δηλαδή να ασκεί εξουσία.5 Για τον Κιτρομηλίδη, το φαινόμενο αυτό είναι καρπός της επίδρασης των ιστοριογραφικών θεωριών του Κωνστα- ντίνου Παπαρηγόπουλου στην ελληνική εθνική ιδεολογία, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1880 και μετά. Αντίθετα, εδώ προσδιορίζεται μια παλαιότερη πηγή: μια προνεωτερική προφητική παράδοση με αντιισλαμικό και αντιοθωμα- νικό χαρακτήρα, η οποία ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε διασταυρωθεί με τις ιδέες και τις αξίες του ελληνικού εθνικισμού. Το πλαίσιο Οι απαρχές της περιόδου που μας απασχολεί σηματοδοτούνται από μια επα- νάσταση, μια εκθρόνιση, έναν καινούργιο βασιλιά και ένα καινούργιο σύνταγ- μα κατά την διετία 1862-1864. Ορόσημο μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα ήταν η υιοθέτηση της αρχής της δεδηλωμένης το 1875 και η εξομάλυνση του πολιτικού βίου της χώρας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην δεκαετή περίοδο του δικομμα- τισμού, με τα κόμματα του Τρικούπη και του Δηλιγιάννη. Η περίοδος αυτή της πολιτικής ομαλότητας έληξε το 1893 με την πτώχευση του ελληνικού κράτους και την κρίση των ετών 1893-1899· κρίση πρωτίστως εθνική η οποία βάθυνε μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, αλλά και κρίση πολι- τική η οποία σηματοδότησε την σταδιακή αναδιάταξη του πολιτικού στίβου μετά το τέλος του αιώνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην λεγόμενη περίοδο της ανασύνταξης, από το 1899 έως το 1909, η χώρα γνώρισε τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις και ένδεκα κυβερνητικούς σχηματισμούς. Σταδιακά άρχισαν να γίνονται αισθητές οι εντάσεις και αναταράξεις που αποτέλεσαν τις απαρχές του κοινωνικού ζητήματος. Η στρατιωτική επέμβαση στο Γουδί το 1909 - καρ- πός της ευμετάβλητης σχέσης των παραμέτρων που αναφέρθηκαν πιο πάνω – ήρθε να κλείσει την εν λόγω περίοδο ανοίγοντας, όπως συμβαίνει πάντοτε στην ιστορία, την αυλαία μιας άλλης.6 Μέσα σε αυτό το διάστημα το ελληνικό κράτος με συγκεκριμένες ρυθμίσεις νομοθετικού περιεχομένου – όπως την θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας με το Σύνταγμα του 1864 και την διανομή των εθνικών γαιών από τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο το 1871 – κατάφερε να καταστήσει τα αγροτικά στρώματα κύρια πηγή τροφοδότησης της θεσμικής νομιμοποίησης του. Το αυξανόμενο βάρος που απέκτησε ο αγροτικός κόσμος στην εκλογική διαδικασία άρχισε ������������ . Paschalis M. ��� Kitromilides, �������������� “On �������� the Intellectual ������������� Content ����������������� of Greek Nationalism: ������������������� Papar- rigopoulos, Byzantium and the Great Idea”, David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), Byzantium and Modern Greek Identity, Άλντερσοτ 1998, σ. 25-33. ������������������������������������������������������������������������������� . Πρβλ������������������������������������������������������������������������� ����������������������������������������������������������������������������� . Νίκη ����������������������������������������������������������������������� Μαρωνίτη «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτι- σμός», Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, Αθήνα 2003, σ. 9-36. 16 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ βαθμιαία να αποδίδει στον κοινοβουλευτισμό τον χαρακτήρα του εγγυητή της εθνικής ενότητας. Στο επίπεδο της εθνικής ιδεολογίας από την άλλη πλευρά άρχισε να κυριαρχεί, όλο και περισσότερο όσο πλησιάζουμε στα τέλη του 19ου αιώνα, το τρίσημο ιστοριογραφικό σχήμα του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπου- λου. Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 οι ελληνικές στοχοθεσίες άρχι- σαν να συγκρούονται ανοικτά με τους εθνικισμούς των γειτονικών βαλκανικών λαών αναγορεύοντας τους Σλάβους εν γένει, και ειδικότερα τους Βούλγαρους, στο ρόλο των «εχθρών του Έθνους» που μέχρι τότε μονοπωλούσαν σχεδόν οι Τούρκοι. Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, με τις κρίσιμες για τη χώρα παραφυάδες του, το Κρητικό και το Μακεδονικό, έδωσαν στον εθνικισμό την ιδεολογική πρωτοκαθεδρία μέσα στο ελληνικό βασίλειο. Από το 1864 μέχρι το 1890 ο βασιλιάς και τα κόμματα ήρθαν αντιμέτωποι με τρεις σημαντικές καμπές του Ανατολικού Ζητήματος: την Κρητική επανάσταση του 1866-1869, τον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, και την κρίση στην Ανα- τολική Ρωμυλία του 1885-1886. Αλλά ούτε η τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα ήταν ανέφελη αφού τα Κρητικά του 1896 οδήγησαν στη κήρυξη του Ελ- ληνοτουρκικού πολέμου του 1897, ενώ λίγο πιο ύστερα, με την αυγή του 20ού αιώνα, το Μακεδονικό άρχισε να αιμορραγεί. Το εθνικό ζήτημα λοιπόν με τις διάφορες μορφές του, ήταν το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα που καλούνταν να διαχειρισθεί η ανώτατη εξουσία στην Ελλάδα. Αναλαμβάνοντας την εξουσία ο Γεώργιος Α΄ είχε ήδη ένα παράδειγμα προς αποφυγή: τον προκάτοχο του Όθωνα, η πλειοδοσία του οποίου στον μεγαλο- ϊδεατισμό7 δεν τον είχε βοηθήσει καθόλου να διατηρήσει τα διεθνή του ερεί- σματα και, τελικά, τον ίδιο του τον θρόνο. Όμως η στάση που είχε επιλέξει, και είχε πληρώσει ακριβά ο Όθωνας, δεν είχε μόνο μειονεκτήματα, είχε και αρετές. Οι εθνικές ιδέες είχαν μεγάλη ένταση και επιρροή σε ευρέα τμήματα του πλη- θυσμού ήδη από τις πρώτες δεκαετίες της ελληνικής ανεξαρτησίας Η εθνική 7. Παρ’ όλο που ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα και χρησιμοποιείται ακόμα (και εδώ) υπό την έννοια κυρίως της εδαφικής επέκτασης του ελληνικού βασιλείου, θα πρέπει να υπο- γραμμιστεί ότι η «Μεγάλη Ιδέα» - όρος με ασάφεια σχεδόν εγγενή- χρησιμοποιήθηκε μέσα στον 19ο αιώνα και υπό την έννοια της εσωτερικής ανασυγκρότησης του κράτους αλλά και υπό την έννοια της ελληνικής πολιτιστικής ηγεμονίας στην Ανατολή. Βλ. Αλέξης Πολίτης, Ρο- μαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα ²1998, σ. 61-73. Κλασική, πλέον, είναι η τριμερής περιοδολόγηση της τροχιάς της Μεγάλης Ιδέας από το 1830 έως το 1880 που πρότεινε στο έργο της η Έλλη Σκοπετέα (Το ‘πρότυπο βασίλειο’, σ. 249-324). Σε μια πρόσφατη μελέτη, ο Βασίλης Κρεμμυδάς (Η Μεγάλη Ιδέα. Μεταμορφώσεις ενός εθνικού ιδεολογήματος, Αθήνα 2010) διατύπωσε την άποψη ότι μετά την δεκαετία του 1850 η Μεγάλη Ιδέα φθίνει σταθερά για να τερματίσει οριστικά τον βίο της γύρω στα 1880. Είναι φανερό ότι το επιχείρημα που αναπτύσσεται εδώ δεν συμμερίζεται αυτή την οπτική. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 17 ενσωμάτωση των αλύτρωτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέμεινε το κυριότερο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ήταν ένα αίτημα που στηριζόταν εξίσου στον ρεαλισμό της προσδοκίας και στον παραλογισμό της φοβικής ανασφάλειας που διακατείχε το νεαρό κρατίδιο απέναντι στην καταρρέουσα Αυτοκρατορία. Όπως και ο προκάτοχος του στο θρόνο, ο βασιλιάς Γεώργιος αντιλήφθηκε γρήγορα ότι ο λόγος και, ευρύτερα, η ιδεολογία του αλυτρωτικού εθνικισμού ήταν το ευχερέστερο κανάλι επικοι- νωνίας με τον λαό.8 Η λαϊκή υποστήριξη ήταν απαραίτητη για την επίτευξη ενός μακροπρόθε- σμου και ενός βραχυπρόθεσμου στόχου του θρόνου: μακροπρόθεσμος στόχος ήταν η ταύτιση της ευημερίας του έθνους με την μακροημέρευση του Βασιλιά και των απογόνων του στη χώρα· βραχυπρόθεσμος στόχος ήταν η ενδυνάμωση της βασιλικής εξουσίας, η αναβάθμιση του κύρους του στέμματος, η θωράκιση του ίδιου του Μονάρχη και της δυναστείας του απέναντι στις επαναλαμβανό- μενες κρίσεις αμφισβήτησης που αντιμετώπιζε. Είναι αλήθεια ότι η ανασφά- λεια που αισθανόταν το στέμμα σε σχέση με την απήχησή που είχε στην ελλη- νική κοινωνία δεν ήταν μικρή. Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές μοναρχίες, τα κοινωνικά ερείσματα της βασιλείας στην Ελλάδα ήταν ισχνά και ευμετάβλητα.9 Ο γενικά προσαρμοστικός και πολιτικά επιδέξιος Γεώργιος είχε σαν κε- ντρικό άξονα της πολιτικής του την ενίσχυση των ερεισμάτων νομιμοφροσύνης απέναντι στον μοναρχικό θεσμό μέσα από το πλέγμα των εθνικών ιδεών, μά- λιστα δε σε περιόδους κρίσεων και δοκιμασιών. Όταν στην κρίση του 1897, ο Γεώργιος συνειδητοποίησε ότι ποικίλοι εναλλακτικοί εκφραστές των εθνικών ιδεών, όπως τα κοινοβουλευτικά κόμματα και οι εθνικοί σύλλογοι, φιλοδοξού- σαν να εγγράψουν σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές υποθήκες, αποφάσισε να συνταχτεί ανοιχτά με τους θιασώτες της εμπλοκής σε πόλεμο. Και όταν η αποδοκιμασία και το αίσθημα εξευτελισμού που ακολούθησαν την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έφτασαν να απειλήσουν την μοναρχία, όπως και το σύνολο πολιτικό σύστημα της εποχής, ο Γεώργιος ανανέωσε τα υλικά και συμβολικά ερείσματα της δυναστικής εξουσίας με μια σειρά από στρα- τηγικές προβάλλοντας, από το 1900 μέχρι το 1908, τον διάδοχο Κωνσταντίνο 8. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους, τ. 2, σ. 828· Μαρωνίτη, «Βασιλευομένη δημοκρατία», σ. 101-108. 9. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα που είχε αντιμετωπίσει και ο προκάτοχος του Γεωργίου στο θρόνο ο οποίος, σύμφωνα με την διατύπωση του John��������������������������������������� ������������������������������������������� �������������������������������������� Petropulos���������������������������� , είχε κληθεί «[…] να εδραι- ώσει την εξουσία του σε μια χώρα που δεν διακρινόταν ούτε για τα ισχυρά μοναρχικά της αισθήματα ούτε για την αφοσίωση της [στο πρόσωπο του ιδίου]». Βλ. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους, τ. 1, σ. 175. 18 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ «ως το δυναμικό alter ego της εθνικής ‘αναγεννημένης’ βασιλείας».10 Έτσι ο διάδοχος κατέστη κύριος πόλος σύγκλισης των μοναρχικών πολιτικών τάσε- ων της ελληνικής κοινωνίας καθώς μεγάλα τμήματα των αγροτικών αλλά και των μεσαίων-ανώτερων στρωμάτων είδαν στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου όχι μόνο έναν μελλοντικό μονάρχη, αλλά κάτι περισσότερο: έναν χαρισματικό ηγέτη.11 Φαίνεται όμως ότι η χαρισματικότητα του Κωνσταντίνου προδιαγραφόταν από πολύ νωρίς. Ο πατέρας του άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε μεθοδικά, και σε οικογενειακή βάση, και δεν άφηνε τα πράγματα στην τύ- χη. Οι χαρισματικές ιδιότητες του Κωνσταντίνου απέρρεαν, κατ’ αρχήν, από την ονοματοδοσία του. Αξίζει να σταθούμε περισσότερο στο γεγονός αυτό. Ο Εδουάρδος Ντριώ, σε ένα βιβλίο που έγραψε για τον Κωνσταντίνο αρκετά χρόνια αργότερα, αναφέρει ότι το όνομά του διαδόχου επιλέχθηκε την ημέρα που γεννήθηκε κατόπιν απαίτησης του ελληνικού λαού. Να πώς: Η νεαρά Βασίλισσα Όλγα, σύζυγος του Βασιλέως Γεωργίου Α΄, είχε γεννήση το πρώτον της τέκνον, ένα υιόν [την 21η Ιουλίου 1868]. Το πλήθος είχε συρρεύση αναρίθμητον εις την ευρείαν πλατείαν του Συντάγματος, υπό τα παράθυρα των βασιλικών Ανακτόρων. Ο Βασιλεύς Γεώργιος ενεφανίσθη επί του εξώστου με το νεογέννητον εις τας αγκάλας του. Είπε: Πως θα το πούμε; Κωνσταντίνον! Κων- σταντίνον! ηγέρθη διάτορος, ομόφωνος, ισχυρά ως λαίλαψ του λαϊκού ωκεανού η κραυγή: Κωνσταντίνον! Κωνσταντίνον!12 Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τον «λαϊκό ωκεανό» να κραυγάζει «Κωνσταντίνος»; Τις ίδιες εκείνες μέρες, ο Φίλιππος Ιωάννου, καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τέως Πρύτανης, γνωστός για την ευχέρειά του στα αρχαία ελληνικά, είχε αναλάβει να συντάξει για την ευτυχή περίσταση μία Ωδή εκ μέρους του συλλόγου των καθηγητών του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος. Εκεί διαφαίνεται ότι το συγκεκριμένο όνομα δεν ήταν απλώς μια κατάλληλη επιλογή από το ελληνικό, θρησκευτικό ή εθνικό, πάνθεον αλλά κάτι περισσότερο: Χαίρε Κωνσταντίνε, όμορφε και αγαπημένε βλαστέ! […] όνομα πολύ αγαπητό σε όλους τους Έλληνες, όνομα που θυμίζει σε όλους τους Χριστιανούς της Ανατολής την ευτυχία, τη δύναμη και τη δόξα των περασμένων αιώνων. Χωρίς αμφιβολία ο λαός ο οποίος έχει τόσο υποφέρει, ο λαός του Χριστού θα σκουπίσει τα δάκρυα 10. Μαρωνίτη, «Βασιλευομένη δημοκρατία», σ. 115. 11. Στο ίδιο, σ. 108-118. Για την (βεμπεριανής καταγωγής) έννοια της χαρισματικής ηγε- σίας μέσα στο πλαίσιο της εθνικιστικής ιδεολογίας βλ. Vivian Ibrahim, Margit Wunsch (επιμ.), Political Leadership, Nations and Charisma, Οξφόρδη 2012. 12. Εδουάρδου Ντριώ, Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος. Θρύλος και ιστορία, Αθήνα 1930, σ. 28. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 19 του μόλις θα ακούσει το όνομα σου, αυτό το αγαπημένο όνομα το οποίο ξυπνά [στο λαό] όλες τις προσδοκίες του [espérances].13 Λιγότερο ποιητικός, όπως πάντα, ο Ανδρέας Συγγρός αναφέρεται στα απομνημονεύματα του στην τελετή της βάπτισης του διαδόχου, η οποία έλαβε χώρα ένα περίπου μήνα αργότερα, τον Αύγουστο του 1868: Αι εορταί της βαπτίσεως ήσαν πράγματι μεγαλοπρεπείς, αλλά προ πάντων συ- γκινητικαί, διότι η Ελλάς απέκτα τέλος Βασιλόπαιδα, βαπτιζόμενον εν τη πίστει της ορθοδόξου εκκλησίας και φέροντα το όνομα «Κωνσταντίνος», το οποίον παντός Έλληνος την καρδίαν εκ παραδόσεως συγκινεί, πολύ δε μάλλον συνεκίνει τότε, οπότε οι Έλληνες έζων μάλλον διά της φαντασίας ή διά της θετικότητος.14 Το όνομα «Κωνσταντίνος», λοιπόν, φαίνεται ότι είχε πιο σύνθετα σημαινόμενα από όσα θα μπορούσαν να του αποδοθούν εκ πρώτης όψεως. Δεν ήταν μονάχα ένα όνομα με βασιλικές, και ταυτόχρονα θρησκευτικές, συνυποδηλώσεις, ένα όνομα που θα ήταν κατάλληλο να συντροφεύσει στον βίο του τον πρώτο διάδοχο - και μάλιστα τον πρώτο ορθόδοξο διάδοχο - που αποκτούσε το 13. Έχοντας χρηματίσει διδάσκαλος των ελληνικών της Αμαλίας κατά τη διάρκεια της μνηστείας της με τον Όθωνα (1836), επιμελητής της βασιλικής βιβλιοθήκης, και δις Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών (1848-1849 και 1857-1858), ο Φίλιππος Ιωάννου (1796-1880), εκ- διώχθηκε το 1862 από το Πανεπιστήμιο λόγω των φιλικών του αισθημάτων προς τον Όθωνα αλλά επανήλθε ένα μόλις χρόνο μετά. Την εποχή που έγραψε το ποίημα ήταν διευθυντής της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης. Η Ωδή του είναι γραμμένη στην Ομηρική - συνοδεύεται όμως από μετάφραση του Νικολάου Ι. Σαρίπολου στα Γαλλικά, απ’ όπου και η νεοελληνική μετά- φραση που παρατίθεται εδώ. Βλ. Φίλιππος Ιωάννου, Ωδή γενέθλιος εις την αισίαν γέννησιν του άνακτος Κωνσταντίνου, διαδόχου του βασιλικού της Ελλάδος θρόνου, ποιηθείσα εξ ονόματος του συλλόγου των καθηγητών της εν Αθήναις Ακαδημίας και ευλαβώς προσενε- χθείσα τοις μεγαλειοτάτοις αυτού γονεύσι, Γεωργίω τω Α΄ Βασιλεί της Ελλάδος και Όλγα τη Βασιλίσση, Αθήνα 1868. Το φυλλάδιο δεν έχει αρίθμηση σελίδων· αν η αρίθμηση αρχίσει από το εξώφυλλο, το ελληνικό κείμενο ξεκινά στη σ. 5 ενώ το γαλλικό στη σ. 8. 14. Ανδρέας Συγγρός, Απομνημονεύματα, τ. 2, Αθήνα 1908, σ. 173. Τρία χρόνια μετά, όταν τα γενέθλια του διαδόχου γιορτάστηκαν με τη θεμελίωση του ναού του Αγίου Κωνστα- ντίνου στην Αθήνα, ο αρχιτέκτονας του έργου Λύσανδρος Καυταντζόγλου χαρακτήρισε το γε- γονός εκπλήρωση των πόθων «απάσης της Ελληνικής φυλής». Βλ. Λύσανδρος Καυταντζόγλου Λόγος εις την θεμελίωσιν του ιερού ναού του Αγίου Κωνσταντίνου του κτιζομένου εις μνή- μην της του βασιλικού διαδόχου γεννήσεως, εκφωνηθείς τη 19η Μαρτίου 1871 ενώπιον του Βασιλέως, της Βασιλίσσης και των Βασιλοπαίδων, Αθήνα 1871, σ. 3. Ενδεικτικοί είναι και οι στίχοι που παραθέτει η Μαριλίζα Μητσού από το (ασφαλώς κατοπινότερο) τραγούδι του Κλέωνα Τριανταφύλλου με τίτλο «Βασιλιά!»: «Θυμάσαι σαν παντρεύτηκες πόσα ‘παμε τρα- γούδια / και με το πρώτο σου παιδί πώς χτύπησ’ η καρδιά μας; / […] και πώς εφτερωθήκανε μ’ αυτό τα όνειρά μας;»· βλ. Μαριλίζα Μητσού, «Έκαστος τόπος έχει την πληγή του. Ο αντί- λογος στον μεγαλοϊδεατισμό», Παντελής Βουτουρής, Γιώργος Γεωργής (επιμ.), Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα. Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, Αθήνα 2006, σ. 73, υποσημ. 23. 20 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ελληνικό βασίλειο από την ίδρυση του. Ήταν κάτι περισσότερο: ένα όνομα με ιδιαίτερο συμβολικό φορτίο – όνομα που είχε τη δυνατότητα να ανακαλεί ένδοξες μνήμες και να οικοδομεί μεγάλες προσδοκίες στο εθνικό φαντασιακό και μάλιστα, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Συγγρός, «εκ παραδόσεως». Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό το «εκ παραδόσεως» δεν χρειάζεται να πάμε παρά σαράντα χρόνια πίσω, στο 1828. Το όνομα Τον Ιούνιο του 1828 ο βρετανός περιηγητής Charles McFarlane βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Τα πνεύματα εκεί ήταν ταραγμένα. Οι Ρώσοι είχαν μόλις εισβάλει στα κυρίως εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκινώντας μια ακόμα σύρραξη με την Υψηλή Πύλη, τον Ρωσοτουρκικό πολέμο του 1828-1829. Σύμφωνα με τον McFarlane, μια γενικά αξιόπιστη πηγή για την περίοδο,15 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ προχώρησε τον ίδιο μήνα, τον Ιούνιο, στην έκδοση δύο διαταγμάτων σχετικά με τους υπόδουλους Ορθόδοξους. Το πρώτο απευ- θυνόταν στον Οικουμενικό Πατριάρχη16 και όριζε να γράψει μια δέηση υπέρ του Σουλτάνου (να είναι ευτυχής, το χέρι του να δυναμώσει στη μάχη, και να νικήσει τους Ρώσους). Αυτό όμως που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι το δεύτερο διάταγμα, το οποίο απευθυνόταν στους πιστούς: […] η υποχρεωτική αυτή δέηση συνοδευόταν από ένα άλλο διάταγμα το οποίο διαβαζόταν στις ορθόδοξες εκκλησίες αρκετές Κυριακές […] σύμφωνα με το δι- άταγμα αυτό, ήταν η βούληση του Σουλτάνου, το ευρέως διαδεδομένο ελληνικό όνομα Κωνσταντίνος να μην χρησιμοποιείται πλέον· [γιατί] ακουγόταν μισητό στα αυτιά των Οθωμανών. Τι θα μπορούσε να επιδιώκει ο [Σουλτάνος] Μαχμούτ 15. Ο Σκοτσέζος ������������������������������������������������������������������ Charles����������������������������������������������������������� ���������������������������������������������������������� McFarlane������������������������������������������������� (; – 1858) έμεινε στην Κωνσταντινούπολη από τον Απρίλιο 1827 έως τον Οκτώβριο 1828. Ένα χρόνο μετά (1829) κυκλοφόρησε στην Αγγλία το βιβλίο του με τίτλο Constantinople in 1828 το οποίο διαβάστηκε και σχολιάστηκε αρκετά την εποχή εκείνη. Τον ίδιο χρόνο (1829) το βιβλίο κυκλοφόρησε μαζί με ένα επίμετρο του συγγρα- φέα σε δεύτερη, δίτομη αυτή τη φορά, έκδοση, την οποία χρησιμοποιήσαμε εδώ: Constantinople in 1828. A Residence of Sixteen Months in the Turkish Capital and Provinces with an Account of the Present State of the Naval and Military Power, and of the Resources of the Ottoman Empire, Second edition: to which it is added an appendix containing remarks and observations to the Autumn of 1829, τ. 1-2, Λονδίνο 1829. Για τον McFarlane και τα έργα του βλ. Leonora Navari, Greece and the Levant: the Catalogue of the Henry Myron Blackmer Collection of Books and Manuscripts, Λονδίνο 1989, λήμματα 1047-1049, σ. 221-222. Παρ’ όλο που ο McFarlane ήταν κατά κύριο λόγο αυτόπτης μάρτυς των περιγραφομένων, αξιοποιούσε επίσης τις πληροφορίες κάποιου Con- stantine Zohrab, ο οποίος ήταν γόνος γνωστής Αρμενικής οικογένειας της Πόλης με βρετανικές διασυνδέσεις· βλ. σχετικά Reinhold Schiffer, Oriental Panorama: British Travelers in 19th century Turkey, Άμστερνταμ 1999, σ. 386. 16. Πρόκειται για τον Αγαθάγγελο Α΄ (26 Σεπτεμβρίου 1826 – 5 Ιουλίου 1830). ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 21 με αυτή τη σκαιά προσπάθεια ανάμειξης στο δικαίωμα των αναδόχων, ανδρών και γυναικών, [να βαφτίζουν έτσι τα παιδιά] δεν γνωρίζω.17 Αμέσως μετά ο βρετανός περιηγητής διατυπώνει γενικά την υπόθεση ότι η απα- γόρευση μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι το όνομα υπενθύμιζε στους Ορθό- δοξους ότι κάποτε η Κωνσταντινούπολη τους ανήκε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν κατά κάποιο τρόπο ύποπτο ή επικίνδυνο για την οθωμανική νομιμότητα. Πέραν αυτού όμως, ο ίδιος ομολογεί ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο. Εάν διατηρη- θεί μέσα στο γενικό πλαίσιο στο οποίο διατυπώνεται, η υπόθεση αυτή είναι προβληματική. Γιατί εάν οι Οθωμανοί ήθελαν να αποφύγουν ένα όνομα για τις - κατά τα άλλα πασίδηλες - βυζαντινές συνδηλώσεις του και μόνο, θα το είχαν απαγορεύσει από παλιά – κάτι που εμφανώς δεν συνέβαινε: όπως σημειώνει ο McFarlane το όνομα «Κωνσταντίνος» ήταν ήδη «ευρέως διαδεδομένο». Ο ίδιος μάλιστα τονίζει με κάποιο χιούμορ τη σύγχυση που επικράτησε στους Ρωμιούς της Πόλης αμέσως μετά την έκδοση της διαταγής καθώς όλοι όσοι ονομαζόταν έτσι, έπρεπε από τη μια μέρα στην άλλη, έξω από το σπίτι τους τουλάχιστον, να υιοθετήσουν άλλο όνομα.18 Άρα το πλαίσιο θα πρέπει να εξειδικευθεί. Η σουλτα- νική απαγόρευση με άλλα λόγια θα πρέπει να είχε σχέση με τη συγκυρία, με τα γεγονότα που έτρεχαν: γνωρίζουμε ότι τον Ιούνιο του 1828 ο Τσάρος Νικόλαος Α΄ επικεφαλής μιας γιγαντιαίας ρωσικής στρατιάς πέρασε τον Δούναβη αφού προηγουμένως, κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, ο ρώσος αρχιστράτηγος Peter Wittgenstein είχε εισβάλλει στη Βλαχία και τη Μολδαβία. Ποια θα μπορούσε να είναι η σχέση της ρωσικής εισβολής και προέλασης στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το όνομα «Κωνσταντίνος»; Αν μεταφερθούμε από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι ένα χρόνο μετά, ίσως βρεθούμε εγγύτερα στην απάντηση αυτού του ερωτήματος. Στο Παρίσι λοιπόν, στα 1829, ο νεαρός τότε φοιτητής, και μετέπειτα γνωστός ποιητής, Αλέ- ξανδρος Σούτσος δημοσιεύει το πρώτο μεγάλο έργο του, μια «Ιστορία της Ελλη- νικής Επανάστασης», και μάλιστα από τις πρώτες του είδους.19 Στο σημείο που αναφέρεται στην προετοιμασία του Αγώνα από την Φιλική Εταιρεία, και ιδιαί- τερα στη δράση του Αθανασίου Τσακάλωφ, ο αναγνώστης πληροφορείται ότι το όνομα «Κωνσταντίνος» σχετιζόταν «εκ παραδόσεως» με κάποιες προφητείες που μιλούσαν για ένα βασιλιά ο οποίος είχε αποστολή από τον Θεό να νικήσει στρατιωτικά τους Οθωμανούς και να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Οι δοξασίες αυτές φάνηκαν χρήσιμες στον Τσακάλωφ και στους άλλους ηγέτες �������������� . McFarlane��, Constantinople in 1828, τ. 2, Λονδίνο 1829, σ. 53-54. ����������� 18. Στο ίδιο σ. 54. Ας θυμίσουμε εδώ ότι ο συνήθης πληροφοριοδότης του McFarlane� ���������� λεγόταν ο ίδιος Κωνσταντίνος. Πρβλ. υποσημ. 15. . Alexandre Soutzo, Histoire de la révolution grecque, Παρίσι 1829. ��������������������� 22 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ της Εταιρείας οι οποίοι διακήρυτταν, άλλωστε, ότι η πηγή της προετοιμαζόμε- νης επανάστασης ήταν δήθεν ρωσική: Ο Τσακάλωφ, παρουσιαζόμενος ως ένας απεσταλμένος του Τσάρου, μεγάλωσε την Εταιρεία με μια αξιοθαύμαστη ταχύτητα. Τα πνεύματα [Les esprits] τέθηκαν στη διάθεση της επανάστασης: σύμφωνα με μια παράδοση, διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα, η οθωμανική αυτοκρατορία όφειλε να αφανισθεί από ένα ξανθό γένος [race blonde] το οποίο προερχόταν από τον Βορρά. Αυτή η πεποίθηση διατηρήθηκε από πατέρα σε γιο, ότι η πόλη της Κωνσταντινούπολης, την οποία ίδρυσε ο Κωνσταντίνος, και η οποία θα χανόταν από έναν άλλο Κωνσταντίνο, μέλλει να ανακαταληφθεί από έναν πρίγκιπα με το ίδιο όνομα. Αυτός ο τελευ- ταίος, πιστευόταν, δεν ήταν άλλος από τον Μέγα Δούκα [Κωνσταντίνο], πιθανό διάδοχο [héritier présomptif] του θρόνου της Ρωσίας. Η Αποκάλυψη του Αγίου Ιωάννου, ερμηνευμένη από ένα καλόγερο του Άθω, ερχόταν προς στήριξη [venait à l’ appui] της άποψης αυτής. Ο Αγαθάγγελος, ένα προφητικό βιβλίο γραμμένο με το μεγαλόπρεπο ύφος του Ησαΐα, προέβλεπε την καταστροφή των Οθωμανών προσδιορίζοντας τον χρόνο της στην αρχή του δέκατου ένατου αιώνα. Όλες αυτές οι ιδέες διευκόλυναν με έναν αποτελεσματικό τρόπο τα σχέδια του Τσακάλωφ ο οποίος κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να προσελκύσει στην Εταιρεία την πλειοψηφία των Κλεφτών, των ναυτικών και των προεστών της Ελλάδας.20 Το όνομα «Κωνσταντίνος» λοιπόν είχε ένα νόημα μυστικό και προφητικό διότι, όπως πιστευόταν ευρέως, επρόκειτο για το όνομα του χριστιανού βα- σιλιά που ήταν εκ Θεού προορισμένος να καταλύσει την Οθωμανική Αυτο- κρατορία και να ξανακάνει την Κωνσταντινούπολη χριστιανική. Την εποχή εκείνη ο βασιλιάς αυτός ταυτιζόταν με τον Μεγάλο Δούκα της Ρωσίας.21 Από 20. Στο ίδιο, σ. 19· για τη μετάφραση του χωρίου ευχαριστώ τη Ρένη Παπαδάκη. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος πάντως στα απομνημονεύματά του τα οποία γράφει βέβαια μετά την Επανάσταση, μέσα στο κλίμα του ελληνικού βασιλείου, και εκδίδει το 1845 εμφανίζεται λα- κωνικότερος του Σούτσου σχετικά με το θέμα αναφέροντας απλά ότι «[…] ήθελον ωφεληθή οι Αρχηγοί αυτής [της Εταιρείας] εκ της προλήψεως την οποίαν προ αιώνων οι δουλωθέντες Έλληνες είχον, ότι εκ της Ρωσίας, ως ομοθρήσκου, θέλει προέλθει η ελευθέρωσίς των από την Τουρκικήν τυραννίαν»· βλ. Εμμανουήλ Ξάνθου, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εται- ρείας, Εν Αθήναις 1845, σ. 12. Νομίζω ωστόσο ότι ο όρος «πρόληψις», που χρησιμοποιεί ο Ξάνθος σε συνδυασμό με τον χρονικό προσδιορισμό «προ αιώνων» δεν είναι τυχαίος. Οι περισσότερες δυτικές πηγές της εποχής, άλλωστε, χρησιμοποιούν συχνά τον ίδιο όρο προκει- μένου να αναφερθούν στον αντι-ισλαμικό προφητισμό των ορθόδοξων υπόδουλων. Βλ. για παράδειγμα, τη μαρτυρία του Walsh στην μεθεπόμενη υποσημείωση αλλά και την άποψη του Walter Christmas, διατυπωμένη σχεδόν ένα αιώνα μετά, σελ. 36 εδώ. 21. Ο Αλέξανδρος Σούτσος εννοεί προφανώς τον εγγονό της Μ. Αικατερίνης, Κωνσταντίνο Παύλοβιτς (1779-1831), - με τη διαφορά όμως ότι ο τελευταίος, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, υπήρξε αναγκαίος ή επίδοξος διάδοχος [héritier apparent] και όχι πιθανός διάδοχος του θρόνου [héritier présomptif] όπως αναφέρεται στο κείμενο. Η διαφορά των δύο τίτλων ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 23 το απόσπασμα διακρίνεται ότι οι συγκεκριμένες προφητείες δεν στερούνταν σύνδεσης με κανονικά βιβλία της Εκκλησίας, όπως η Αποκάλυψη του Ιωάννη, και ότι το γεγονός αυτό μάλλον ενίσχυε την αξιοπιστία τους. Φαίνεται, τέλος, ότι όσοι τα πίστευαν αυτά ήταν πολλοί, τόσο στον ελληνικό χώρο όπως μας βεβαιώ- νει ο Αλέξανδρος Σούτσος, όσο και μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, όπως μας βεβαιώνει ο Robert Walsh, εφημέριος της βρετανικής πρεσβείας κατά τη δεκαετία του 1820 – γεγονός που πιθανότατα εξηγεί τη σουλτανική απαγόρευση του ονόματος που αναφέρθηκε προηγουμένως.22 Για να ιχνηλατήσουμε όμως τη έγκειται στο γεγονός ότι ο αναγκαίος ή επίδοξος διάδοχος, αντίθετα με τον πιθανό, παραμέ- νει κληρονόμος του θρόνου ακόμα κι αν γεννηθεί έτερος κατιών στη βασιλική οικογένεια. Η ιστορία γύρω από το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Παύλοβιτς είναι γνωστή: η Αικατερίνη Β΄, κάνοντας σχέδια για την αντικατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με μία ορθόδοξη αυ- τοκρατορία υπό τον τύπο της Βυζαντινής, έδωσε στο δευτερότοκο τέκνο του υιού της Παύλου Α΄ το όνομα «Κωνσταντίνος», φροντίζοντας παράλληλα την γλωσσική εξοικείωσή του μικρού πρίγκιπα με τα ελληνικά. Δηλωτική των ιδεών που έτρεφε τότε η Αικατερίνη για τον εγγονό της είναι η συμβολική παράσταση στο ������������������������������������������������� verso�������������������������������������������� του μεταλλίου που κόπηκε με αφορμή την γέν- νησή του: το βρέφος Κωνσταντίνος εικονίζεται στα χέρια της μητέρας-Ρωσίας η οποία πλαι- σιώνεται από δύο γυναικείες μορφές, την Ελπίδα και την Θρησκεία. Στο φόντο εμφανίζεται ένας μικρός ανατέλλων αστέρας στα αριστερά, και ο ναός της Αγίας Σοφίας στα δεξιά, ενώ πάνω από τις μορφές εμφανίζεται θείο φως με την επιγραφή «η ένωση των τριών». Για την εικόνα του μεταλλίου βλ. Gregory L. Bruess, Religion, Identity and Empire: A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great, Νέα Υόρκη 1997, σ. 238. Για την περιγραφή της συμβολικής παράστασης βλ. The Foreign Review and Continental Miscellany, ΙΙ (1828), p. 241. Παρ’ όλο που η Αικατερίνη υπαναχώρησε τελικά, φαίνεται ότι το αποκαλούμενο «ελληνικό σχέδιό» της δεν έμεινε χωρίς ανταπόκριση: είναι γνωστή η ύπαρξη ενός μνημονίου που διαβιβάστηκε στην Αικατερίνη μέσα στον δεύτερο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1787-1792), το οποίο αναφερόταν στην ετοιμότητα του ελληνικού γένους να εξεγερθεί αποδεχόμενο τον Κωνσταντίνο Παύλοβιτς ως μελλοντικό αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Βλ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 190. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του πρωτότοκου αδελφού του Αλέξανδρου Α΄, ο Κωνσταντίνος Παύλοβιτς παρέμενε αναγκαίος διάδοχος του ρωσικού θρόνου. Όμως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, τον Δεκέμβριο 1825, ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε τον θρόνο με αποτέλεσμα ο αμέσως επόμενος αδελφός, Νικόλαος Παύλοβιτς, να στεφθεί Τσάρος ως Νικόλαος Α΄, μετά από 25 μέρες ακυβερνησίας και ένα στρατιωτικό κίνημα υπέρ του Κων- σταντίνου, το κίνημα των Δεκεμβριστών, το οποίο πνίγηκε στο αίμα. Τα γεγονότα αυτά, τα οποία ήταν πρόσφατα στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το 1829, οπότε εκδόθηκε το έργο του Σούτσου, ίσως ώθησαν τον Φαναριώτη συγγραφέα να προτιμήσει τον κομψότερο, από διπλωματική άποψη, τίτλο “héritier présomptif” για τον Κωνσταντίνο Παύλοβιτς. 22. Ο Robert���������������������������������������������������������������������� ���������������������������������������������������������������������������� Walsh���������������������������������������������������������������� ��������������������������������������������������������������������� χρημάτισε εφημέριος της βρετανικής διπλωματικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, ακολουθώντας τον διορισμό του Λόρδου ������������������������������ Stragford��������������������� ως πρεσβευτή τον Φε- βρουάριο του 1821. Αναχώρησε μαζί με την ανάκληση της πρεσβείας Stragford το 1825 και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1830 για μια δεύτερη περίοδο διαμονής που κράτησε ως το 1835. Η πρώτη περίοδος του Walsh στην Κωνσταντινούπολη οδήγησε στη συγγραφή του έργου Narrative of a Journey from Constantinople to England το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις αρχές του 1828. Όμως οι διεθνείς εξελίξεις - ιδιαίτερα η κήρυξη του Ρωσοτουρκικού 24 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ διαδρομή από τον διάδοχο του θρόνου της Ρωσίας στον επίδοξο διάδοχο του θρόνου της Ελλάδας πρέπει να εγκύψουμε στο περιεχόμενο της παράδοσης αυτής καθώς και σε ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας για την πορεία της στη νεώτερη εποχή: την συνάντησή της με τον ελληνικό εθνικισμό. πολέμου στις αρχές καλοκαιριού 1828 - ανάγκασαν τον συγγραφέα να προχωρήσει σε μία δεύτερη, συμπληρωμένη έκδοση μέσα στην ίδια χρονιά (1828). Η τρίτη έκδοση έλαβε χώρα ένα χρόνο μετά (1829), ενώ το έργο είχε και τέταρτη έκδοση το 1831, γεγονός που δείχνει ότι ήταν αρκετά δημοφιλές. Βλ. Navari, Greece and the Levant, λήμμα 1764, σ. 372. Η αντιπαραβολή της πρώτης με τη δεύτερη έκδοση αποκαλύπτει μια μικρή αλλά ενδιαφέρουσα προσθήκη που έκα- νε ο συγγραφέας στο αρχικό κείμενο σχετικά με τον Κωνσταντίνο Παύλοβιτς. Γράφοντας για τους Ρωμιούς της Πόλης, και ειδικότερα τους Φαναριώτες, ο Walsh αναφέρει χαρακτηριστικά ότι παρά την εξαιρετικά δυσχερή θέση στην οποία βρίσκονται μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης «[…] δεν απελπίζονται ποτέ αλλά εξακολουθούν ακόμα να προσβλέπουν στην ευημερία και την ανεξαρτησία. Αυτό το αίσθημα διατηρείται ζωντανό εξαιτίας ορισμένων προ- λήψεων, μιας πίστης σε προφητείες και [ενός αισθήματος] αναμονής για την πραγματοποίηση τους στην οποία πιστεύουν τόσο [πολύ οι ίδιοι] όσο πιστεύουν και οι Τούρκοι» (α΄ έκδ. σ. 258· β΄ έκδ. σ. 289). Σε άλλο σημείο του βιβλίου ο Walsh αναφέρει ότι οι Οθωμανοί, έχοντας επηρεαστεί από τον βυζαντινό προφητισμό, είναι πεπεισμένοι ότι η μοίρα της Κωνσταντινού- πολης συνίσταται στο να κερδίζεται και να χάνεται από άτομα που έχουν ίδια ονόματα σε διαφορετικές ιστορικές εποχές. Τα εν λόγω ονόματα είναι Μωάμεθ (Σουλτάνος), Γρηγόριος (Πατριάρχης) και Κωνσταντίνος (Αυτοκράτορας). Ο Walsh επισημαίνει την σύμπτωση και των τριών ονομάτων κατά την εποχή εκείνη και υπογραμμίζει ότι παρ’ όλο που ο Πατριάρχης [Γρηγόριος] έχει κρεμαστεί και ο Κωνσταντίνος [Παύλοβιτς] έχει αποποιηθεί το στέμμα, οι Οθωμανοί «ακόμα πιστεύουν ότι τα πράγματα θα συμβούν όπως η μοίρα τα έχει ορίσει, και ότι ο μοιραίος συνδυασμός των ονομάτων Μωάμεθ, Γρηγόριος και Κωνσταντίνος, μέλλει να αφανίσει την εξουσία τους από την Ευρώπη». Το χωρίο παραμένει ίδιο στις δύο εκδόσεις (α΄ έκδ. σ. 37-38· β΄ έκδ. σ. 50-51). Στο παράρτημα του βιβλίου παρατίθεται το πλήρες κείμενο μιας από τις προφητείες η οποία, όπως γράφει ο Walsh, «κυκλοφορεί αυτή την εποχή ανάμεσά τους» εννοώντας τους Οθωμανούς (α΄ έκδ. σ. 398-400· β΄ έκδ. σ. 436-438). Πρόκειται για τον λεγόμενο «Χρησμό του τάφου του Μεγάλου Κωνσταντίνου», για τον οποίο βλ. σχετικά C. J. G. Turner, “An Oracular Prophecy Attributed to Gennadius Scholarius”, Ελληνικά 21 (1968), σ. 40- 47, και Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, «Χρησμολογικό εικονογραφημένο μονόφυλλο των αρχών του 18ου αιώνα», Μνήμων 7 (1978), σ. 46-59. Στην α΄ έκδοση (σ. 258) ο Walsh ταυτίζει τον όρο «ξανθό γένος» που αναφέρεται στο κείμενο του χρησμού με τους Ρώσους ενώ αφήνει αταύτι- στο τον μεσσία-ελευθερωτή που αναφέρεται επίσης (α΄ έκδ. σ. 258). Στην β΄ έκδοση ωστόσο, η οποία κυκλοφόρησε μετά την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου, ο ���������������������� Walsh����������������� εκφράζει την βε- βαιότητα ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο Κωνσταντίνος Παύλοβιτς (σ. 290). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προφητικές δοξασίες γύρω από τον Κωνσταντίνο μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ξεπερνούσαν τα όρια των ορθόδοξων κοινοτήτων. Σύμφωνα με αναφορά του Προτεστάντη ιεραπόστολου J. R. T. Lieder από το Δέλτα του Νείλου, χρονολογημένη 3 Αυγούστου 1829, οι χριστιανοί Κόπτες της περιοχής επικαλούνταν προφητείες που προέβλεπαν ότι σε διάστημα ενάμιση χρόνου ο Κωνσταντίνος Παύλοβιτς θα κατέλυε την Οθωμανική αυτοκρατορία και θα έπαιρνε την Αίγυπτο. Βλ. Church Missionary Record detailing the Proceedings of the Church Mission- ary Society for the year 1830, Λονδίνο 1830, σ. 158. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 25 Ο μύθος Για πολλούς αιώνες, από την ύστερη αρχαιότητα έως τον 18ο αιώνα, σε μια ευρεία περιοχή, από την Ευρώπη ως την Μέση Ανατολή, η οποία περιλάμβανε διαφορετικούς και συχνά αλληλοσυγκρουόμενους πολιτισμούς, κυκλοφορούσε ένα σύνολο ιδεών όχι μονάχα για την δημιουργία αλλά και για το τέλος του κόσμου. Οι ιδέες αυτές με τον καιρό πήραν τη μορφή ενός ρεύματος σκέψης με εσχατολογικό και αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Το ρεύμα αυτό συνιστούσε επίκοινο χώρο μεταξύ της εβραϊκής, της χριστιανικής, και της ισλαμικής θρη- σκείας υφαίνοντας έναν καμβά πάνω στο οποίο οι θρησκείες αυτές αντάλ- λασαν συχνά μοτίβα και θέματα. Τούτων δοθέντων, μπορεί να ειπωθεί ότι η εσχατολογική και αποκαλυπτική σκέψη στην χριστιανική, και ιδιαίτερα στην υστεροβυζαντινή της εκδοχή, είναι η μήτρα της παράδοσης που εξετάζουμε εδώ. Πρόκειται για την χρησμολογία: μία απόκρυφη παράδοση υστεροβυ- ζαντινών και μεταβυζαντινών προφητειών, γνωστών με τον όρο «χρησμοί», μέσω των οποίων διάφοροι, συνήθως ψευδώνυμοι, συγγραφείς, εκφράζοντας τα αισθήματα της αγωνίας και ανασφάλειας απέναντι στην εξάπλωση του Ισλάμ, διαβεβαίωναν τους χριστιανούς ότι η κυριαρχία των μουσουλμάνων επρόκειτο να ανατραπεί σε ένα προσδιορίσιμο σημείο του μέλλοντος χρόνου.23 Οι προρρήσεις της χρησμολογίας εγγράφονταν στην εσχατολογική πρόσληψη του κόσμου, διέθεταν όμως μία, μικρή έστω αλλά διακριτή, απόσταση από την καθαρά εσχατολογική και αποκαλυπτική σκέψη.24 Δεν είχαν, άλλωστε, όλοι οι χρησμοί αποκαλυπτικές αναφορές.25 Τα γραπτά κείμενα, αλλά και οι προ- φορικοί θρύλοι, της παράδοσης αυτής ήταν εξαιρετικά εύπλαστα, τόσο ώστε να συνταιριάζουν με (και με τις κατάλληλες προσθήκες να προσαρμόζονται σε) εντελώς διαφορετικά χωροχρονικά, άρα και πολιτικά πλαίσια: είναι αρ- κούντως χαρακτηριστικό ότι υπόδουλοι και κύριοι μοιράζονταν αρκετές από τις ιδέες της χρησμολογίας - οι δεύτεροι περισσότερο ως πληρωμή των δικών 23. Αλέξανδρος Καριώτογλου, Ισλάμ και χριστιανική χρησμολογία. Από τον μύθο στην πραγματικότητα, Αθήνα 2000, σ. 13-50. 24. Με τα λόγια του Σπύρου Ασδραχά: «[Οι προρρήσεις] δεν ήταν υποχρεωτικό να εγ- γράφονται πάντα στο συνολικό σχήμα της Αποκάλυψης και να συνδέονται έτσι αναγκαστικά με τη Δεύτερη Παρουσία· ανήκαν στην εσχατολογική πρόσληψη του κόσμου, όχι αποκλει- στικώς στο σχήμα που πρόβλεπε αυτή». Βλ. Σπύρος Ασδραχάς «Το ποθούμενο», Ιστορικά Απεικάσματα, Αθήνα 1995, σ. 108. Για το ίδιο ζήτημα πρβλ. Αστέριος Αργυρίου, «Εσχατολο- γική γραμματεία και σκέψη κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας», Θεολογία 59/2 (1988), σ. 308-322. 25. Βλ. για παράδειγμα τους «Χρησμούς του Λεόντα του Σοφού»· ������Cyril� ������� Mango�� , ����� “���� The� Legend of Leo the Wise”, study XVI, Cyril Mango, Byzantium and its Image, Λονδίνο 1984, σ. 59-93. 26 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ τους αμαρτιών.26 Σε κάθε περίπτωση όμως, από τη χριστιανική τουλάχιστον πλευρά, υπήρχε ένα σταθερό σημείο αναφοράς: ο μύθος της ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης ύστερα από μια περίοδο απώλειας - αρχικά μέσω ενός μεσσιανικού Βασιλιά-Λυτρωτή και, σε υστερότερη περίοδο, μέσω ενός μεσσι- ανικού Λαού-Λυτρωτή. Η τύχη της Κωνσταντινούπολης, λοιπόν, ήταν το κυριότερο ζήτημα που απασχολούσε την χρησμολογική παράδοση - όχι το τέλος του κόσμου.27 Από τη σκοπιά αυτή αναφύονταν δύο κρίσιμες ερωτήσεις στις οποίες οι χρησμολογικοί μύθοι φιλοδοξούσαν να απαντήσουν: πότε επρόκειτο να ανακτηθεί η Κωνστα- ντινούπολη (και συνεπώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία) από τους Χριστιανούς – η λεγόμενη «Ανάσταση» στην γλώσσα της παράδοσης αυτής - και ποιος ήταν ο Βασιλιάς ή ο Λαός-Λυτρωτής που ήταν προορισμένος από τον Θεό να φέρει σε πέρας αυτή την αποστολή. Οι απαντήσεις στα δύο αυτά σημεία ήταν συνήθως κωδικοποιημένες μέσα στο προφητικό κείμενο με παραλήπτες, κατ’ αρχήν, τους ανθρώπους της εποχής που γραφόταν το ίδιο το κείμενο και, κατά δεύτερον, τους ανθρώπους μιας άλλης, μεταγενέστερης εποχής. Το γε- γονός ότι η «Ανάσταση» αναμενόταν να λάβει χώρα ενδοϊστορικά, μέσω ενός μεσσιανικού μεν, αλλά απόλυτα εγκόσμιου παράγοντα, έδινε στη χρησμολογία πολιτικό χαρακτήρα – όχι βέβαια με τα σημερινά κριτήρια αλλά με τα κριτήρια της προ-νεωτερικότητας: μιας εποχής όπου το θαύμα, το μαγικό και το φα- νταστικό ήταν αποδεκτά ως δομικά και λειτουργικά στοιχεία της ανθρώπινης καθημερινότητας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κοινότητας.28 Η χρησμολογία λοιπόν είχε τη δική της λογική η οποία με τα σημερινά δεδο- μένα θα μπορούσε, αβασάνιστα ίσως, να τοποθετηθεί στη σφαίρα της κοινής δεισιδαιμονίας. Το ίδιο εύκολα θα μπορούσαν να αποδοθούν στη χρησμολογία στοιχεία που η ίδια, στην παραδοσιακή της τουλάχιστον μορφή, δεν διέθετε. Η «Ανάσταση» που επαγγελόταν οι προφητείες, για παράδειγμα, δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς δυναμικών ενεργειών της υπόδουλης κοινότητας των Ορθοδόξων. Απεναντίας, ήταν το αποτέλεσμα της θείας βούλησης και, κυρίως, των οργάνων που την εξέφραζαν: ενός μεσσιανικού Βασιλιά ή /και ενός μεσ- σιανικού Λαού – Λυτρωτή που θα έρχονταν να ελευθερώσει το Γένος από την «αιχμαλωσία» σε έναν προαποφασισμένο χρόνο ο οποίος μπορούσε να γίνει γνωστός μόνο με την διαμεσολάβηση του προφητικού λόγου. Η κοινότητα των 26. Ασδραχάς, «Το ποθούμενο», σ. 109. Πρβλ. και την μαρτυρία του Walsh������������� ������������������ , υποσημ. 22. 27. Αργυρίου, «Εσχατολογική γραμματεία», σ. 315-316. 28. Πρόκειται για την κοσμοθεωρητική εκείνη στάση που χαρακτηρίζει τις προνεωτερικές κοινωνίες την οποία ο Αντώνης Λιάκος προσφυώς ονομάζει «θαυματουργικό ρεαλισμό» στο έργο του Αποκάλυψη, ουτοπία και ιστορία. Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Αθήνα 2011, σ. 75-77. Πρβλ. και ολόκληρο το σχετικό κεφάλαιο, στο ίδιο σ. 75-96. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 27 πιστών, κοντολογίς, δεν ήταν το υποκείμενο αλλά το αντικείμενο της επαγγε- λόμενης λύτρωσης. Για τους λόγους αυτούς το συγκεκριμένο πλαίσιο ιδεών έχει αποκληθεί αλλού «μεσσιανισμός».29 Με την σταδιακή άνοδο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στο διεθνές προσκήνιο μέσα στον 18ο αιώνα, και τις επαναλαμβανόμενες πολεμικές αντιπαραθέσεις με τους Οθωμανούς, ο Λαός-Λυτρωτής – το «ξανθό γένος» στη γλώσσα της χρησμολογίας – κατέληξε να ταυτιστεί με τους Ρώσους στη συνείδηση όσων υπόδουλων έτρεφαν αισθήματα πίστης στη χρησμολογία. Η «ρωσική προσδο- κία» όπως έχει εύστοχα αποκληθεί η τάση αυτή,30 δηλαδή η προφητική προσ- δοκία της κατάλυσης του οθωμανικού ζυγού από τους Ρώσους, αφού διέγραψε μια αξιοπρόσεκτη τροχιά στα χρόνια του Μ. Πέτρου,31 έφτασε στο απόγειό της την εποχή των Ρωσοτουρκικών πολέμων του ύστερου 18ου αιώνα, προσλαμ- βάνοντας άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο εξορθολογισμένες εκδοχές.32 Φαίνεται όμως ότι με τη μια ή την άλλη μορφή, η «ρωσική προσδοκία» κατά- φερε να επιβιώσει και μετά το τέλος των Ρωσοτουρκικών πολέμων, μέσα στην εποχή της ανάπτυξης και της ωρίμανσης του ελληνικού εθνικού κινήματος. Τα λεχθέντα από τον Αλέξανδρο Σούτσο, αλλά και άλλες μαρτυρίες, εκεί κατατεί- νουν.33 Όπως δείχνει μάλιστα το απόσπασμα που παραθέσαμε πρωτύτερα, η πίστη στην έλευση ενός Λαού-Λυτρωτή δεν απέκλειε καθόλου την πίστη στην έλευση ενός Βασιλιά –Λυτρωτή· ίσα ίσα μάλλον την συμπλήρωνε. . Βλ. Marios Hatzopoulos ‘Ancient Prophecies, Modern Predictions’: Myths and Symbols of �������������������������� Greek Nationalism, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου / LSE (διδακτορική διατριβή), 2005, σ. 8-21. Τον όρο με το νόημα που έχει εδώ χρησιμοποίησε πρώτος ο Αστέριος Αργυρίου. Βλ. Asterios Argyriou, Les exégèses grecques de l’ apocalypse à l’ époque turque (1453-1821). Esquisse d’ une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 93-113. Το συγκεκριμένο πλαίσιο ιδεών αναφέρεται συχνά στη βιβλιογραφία ως «χιλιασμός». Βλ. για παράδειγμα Traian Stoianovich, “Prospective: Third and Fourth Levels of History”, Traian Stoianovich, Between East and West. The Balkan and the Mediterranean Worlds, τ. 4: Material ������������� Cul- ture and Mentalités: Land, Sea, Destiny, Νέα Υόρκη 1995, σ. 93-113· επίσης, βλ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 169-197. Για τους λόγους για τους οποίους ο όρος «μεσσιανι- σμός» κρίνεται εννοιολογικά και αναλυτικά προτιμότερος από τον όρο «χιλιασμός», βλ. την υπό έκδοση εργασία μου “Prophetic Structures of the Ottoman-ruled Orthodox Community in a Comparative Perspective: Some Preliminary Observations”, Paschalis M. Kitromilides, Sophia Mathaiou (επιμ.), Greek-Serbian Relations (18th – 19th centuries), IHR/NHRF. 30. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 169-197. 31. Νικόλας Πίσσης, «Τροπές της ‘Ρωσικής Προσδοκίας’ στα χρόνια του Μεγάλου Πέ- τρου», Μνήμων 30 (2009), σ. 37-59. 32. Η «ρωσική προσδοκία» αποτέλεσε μια από τις κύριες νομιμοποιητικές βάσεις της εξέγερσης στην Πελοπόννησο το 1770 στην οποία η ελληνική ιστοριογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα απέδωσε αναδρομικά εθνικό περιεχόμενο. Βλ. Νίκος Ροτζώκος, Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, Αθήνα 2007. 33. Βλ. για παράδειγμα τη μαρτυρία του Walsh�� , Narrative of a Journey, σ. 48-51. ������� 28 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Οι πρωτεργάτες του ελληνικού επαναστατικού ακτιβισμού, από τον Ρήγα Φεραίο μέχρι τη Φιλική Εταιρεία, έθεσαν τον βυζαντινό και μεταβυζαντινό μεσσιανισμό στην υπηρεσία των πολιτικών τους επιδιώξεων, ανασημασιοδο- τώντας τα θρησκευτικο-πολιτικά του σημαίνοντα με σημαινόμενα εθνικού πε- ριεχομένου. Μπορεί οι μεσσιανικοί μύθοι, στην παραδοσιακή τους μορφή, να επαγγέλονταν μια θεόσταλτη απελευθέρωση της οποίας οι φορείς δεν μιλού- σαν και πολλά ελληνικά, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου είχαν καταφέρει να σχηματίσουν ένα στρώμα παραδοσιακών ιδεών και πεποιθήσεων σχετικά με μία, αέναα επικείμενη, συλλογική «Ανάσταση». Στην εποχή του Εθνικισμού, οι πεποιθήσεις αυτές φάνηκαν ικανές να υπηρετήσουν τις πολιτικές επιδιώξεις των οπαδών των εθνικών ιδεών στον ελληνικό χώρο νομιμοποιώντας το αίτημα της εξέγερσης στα μάτια των Ορθόδοξων μαζών.34 Οι θιασώτες του ελληνι- κού εθνικισμού βοηθήθηκαν από το γεγονός ότι ο παραδοσιακός μεσσιανισμός στήριζε την επαγγελία της «Ανάστασης» σε ένα όργανο της θείας βούλησης το οποίο ήταν εγκόσμιο - ρόλο που οι ίδιοι μετέθεσαν στο συλλογικό υποκείμενο του ελληνικού έθνους.35 Τώρα πια δεν ήταν οι Ρώσοι με τον Μέγαλο Δούκα Κωνσταντίνο Παύλοβιτς αυτοί που θα συνέτριβαν τους Οθωμανούς αλλά, κυ- ρίως, οι ίδιοι οι εξεγερμένοι Έλληνες. Η ευχή για τις ελληνικές δυνάμεις που έγραψε επί τούτου ο Επίσκοπος Έλους Άνθιμος τους πρώτους μήνες του 1821 είναι ενδεικτική: Φώτισον ημάς [Θεέ] μιμητάς γενέσθαι και οπαδούς του αληθούς θεράποντός σου ευσεβούς βασιλέως Κωνσταντίνου, και αξίωσον ακούσαι της ουρανίου εκείνης φωνής ‘εν τούτω νικάτε, απόγονοι Ελλήνων οι χριστώνυμοι, […]’36 Με το ίδιο πνεύμα, τα τρία επαναστατημένα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά απευθύνθηκαν προς τον ορθόδοξο κλήρο τον Μάιο του 1821: […] Εξοντώσατε τους σφετεριστάς του θρόνου των Κωνσταντίνων, αι ημέτεραι χείρες, αίτινες ετείνοντο εις τον ουρανόν μόνο δια τας προσευχάς, ας λάβωσι το ξίφος και τους πυρσούς […] Ελευθερία πίστεως, ανεξαρτησία, πατρίς, ιδού η πολεμική υμών κραυγή.37 �������������������������������������������������������������������������������������� . Βλ. σχετικά Marios Hatzopoulos, “Oracular Prophecy and the Politics of Toppling Ot- toman Rule in South-East Europe”, The Historical Review / La Revue Historique 8 (2011), σ. 95-116. 35. Για τη διαδικασία αυτή βλ. �������������������������������������������������������� Marios�������������������������������������������������� ������������������������������������������������� Hatzopoulos�������������������������������������� , “From Resurrection to Insurrection: ‘Sacred’ Myths, Motifs, and Symbols in the Greek War of Independence” Roderick Beaton, David Ricks, The Making of Modern Greece. Nationalism, Romanticism, and the Uses of the Past (1797-1896), Λονδίνο 2009, σ. 81-93. 36. Φωτάκος [Φώτιος Χρυσανθόπουλος], Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επανα- στάσεως, Σταύρος Ανδρόπουλος (επιμ.), τ. 1, Αθήνα 1971, σ. 54, υποσημ. 1. 37. ���������������������� F��������������������� .�������������������� C������������������� .������������������ H�����������������, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η αναγέννησις της .���������������� L��������������� . ������������� Pouqueville�� ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 29 Το γεγονός ότι ο «θρόνος των Κωνσταντίνων» έβρισκε μια θέση μέσα στον εθνικό Αγώνα συναρμοζόμενος με τα νεωτερικά ιδανικά της ανεξιθρησκίας, της πολιτικής ανεξαρτησίας και της πατρίδας, δεν σήμαινε καθόλου ότι οι παλαιές ιδέες και νοοτροπίες έπαυαν να υπάρχουν. Στις 2 Ιουνίου 1821 (21 Μαΐου π.η.), μέσα στο κλίμα των οθωμανικών αντιποίνων που ακολούθησαν το ξέσπασμα της επανάστασης ο βρετανός πρόξενος της Levant Company στη Σμύρνη Francis Werry, κατέγραψε στην αναφορά του ένα δραματικό επεισόδιο που είχε λάβει χώρα στην πόλη την προηγούμενη μόλις μέρα, παραμονή του Αγίου Κωνσταντίνου: Η μέρα αυτή, η εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου του ιδρυτή της Κωνσταντινού- πολης έχει κοστίσει τις ζωές δεκαέξι Ελλήνων […] [διότι] εχθές συνέχαιραν ο ένας τον άλλον φανερά (οι κατώτερες τάξεις) σχετικά με την έλευση της αυ- ριανής ημέρας, [θεωρώντας τη] ως την ημέρα που είχαν ορίσει οι ουρανοί για την απελευθέρωσή τους από το ζυγό των Οθωμανών και την επαναφορά των Αυτοκρατόρων τους [their race of princes] στον θρόνο και στην κατοχή της Κων- σταντινουπόλεως. Οι Τούρκοι, οι οποίοι χθες μπήκαν στο Ραμαζάνι, το άκουσαν αυτό, και ξεκίνησαν τη νηστεία με ανθρωποθυσίες […].38 Παρ’ όλα αυτά, ο μεσσιανισμός δεν ήταν το μοναδικό ιδεολογικό πλαίσιο μέ- σα στο οποίο η μνήμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου μπορούσε να ιδωθεί από μια θρησκευτική, και εν ταυτώ πολιτική, σκοπιά. Η μνήμη του αυτοκράτορα ο οποίος είχε συνταχθεί με τον Σταυρό συντρίβοντας τους εχθρούς του στο πε- δίο της μάχης, είχε ιδρύσει μια χιλιόχρονη χριστιανική αυτοκρατορία, και μια Νέα Ιερουσαλήμ στο κέντρο της, αναγορευόμενος Άγιος και Μέγας από την Ανατολική Εκκλησία - η μνήμη αυτή, λοιπόν, φαίνεται ότι διέθετε αφ΄ εαυτού της την αναγκαία θερμοκρασία για την κρυστάλλωση συλλογικών αντιλήψε- ων αντίστασης απέναντι στην πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία των Μου- σουλμάνων. Το γεγονός αυτό δεν είχε διαφύγει από τους επαναστατημένους Έλληνες. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον Προτρεπτικό λόγο προς τους Έλληνες, χρονολογημένο 1 Οκτωβρίου 1821, σημειώνει με νόημα ότι «ο μέγας άγιος Κωνσταντίνος και ηγιάσθη και δοξάζεται αιωνίως, ως στηρικτής της ευσεβείας, και ελευθερωτής της Εκκλησίας εκ του παρά των Ελλάδος, μεταφρασθείσα υπό Ξενοφώντος Ζύγουρα, τ. 2, Αθήνα 1890, σ. 276. Αν πιστέψουμε τον Pouqueville, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, κατά την κάθοδό του στην επαναστατημένη Πάτρα από τα Νεζερά (ή Νεζεροχώρια), στα τέλη Μαρτίου 1821, ανήγγειλε «εις τους Τούρ- κους, ότι ήρξατο αύθις διά τους Έλληνας αι ημέραι του Κωνσταντίνου». Στο ίδιο, σ. 181. ����������������������������������������������������������������������������������� . Δανείζομαι το παράθεμα από τον ������������������������������������������������� Richard������������������������������������������ ����������������������������������������� Clogg������������������������������������ , και το κρίσιμης������������������� ��������������������������� ������������������ σημασίας���������� ,��������� �������� σχετικά� την προβληματική που αναπτύσσεται εδώ, άρθρο του “The Byzantine Legacy in the Modern Greek World: The Megali Idea”, study IV, Richard Clogg, Anatolica: Studies in the Greek East in the 18th and 19th Centuries, Λονδίνο 1996, σ. 266. 30 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ απίστων διωγμού».39 Ο Γάλλος Claude Denis Raffenel αναφέρει – όχι χωρίς τον γνωστό αποτροπιασμό της δυτικής λογιοσύνης της εποχής για κάθε τι βυζαντι- νό - ότι η (επαναστημένη) Ελλάδα τον τιμά σαν ευεργέτη.40 Σύμφωνα με τον Pouqueville, ένα ιερό κειμήλιο, ένας σταυρός, που συνδεόταν με τον Μ. Κων- σταντίνο έγινε δεκτό από τους Υδραίους τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 1822 ως «θείον σύμβολον της απελευθερώσεως αυτών».41 Η 21η Μαΐου, άλλωστε, η μέρα που εορτάζεται η μνήμη Κωνσταντίνου και Ελένης, ήταν μία από τις τρεις πιθανές ημερομηνίες κήρυξης της ελληνικής επανάστασης οι οποίες συζη- τήθηκαν στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου, τον Ιανουάριο του 1821, στη λεγόμενη μυστικοσυνάντηση της Βοστίτσας.42 Η αποστολή Αν πάμε τώρα στα 1868 μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η επιλογή του ονό- ματος «Κωνσταντίνος» για τον πρωτότοκο βασιλόπαιδα δεν ήταν τυχαία. Η ιδιαίτερη αύρα που απέπνεε το όνομα δεν μπορεί να διέλαθε από τον πάντοτε προσεκτικό Γεώργιο και την αυλή του – εκτός αν δεχτούμε άκριτα την εκδοχή του Ντριώ όπου ο βασιλιάς βγαίνει στον εξώστη της πλατείας Συντάγματος και ακούει το λαό από κάτω να του φωνάζει ένα όνομα. Το καλοκαίρι του 1868, πάντως, ο εν γένει παρατηρητικός και εχέφρων Στέφανος Κουμανούδης είχε διακρίνει με σαφήνεια την αχλή του μύθου γύρω από το όνομα «Κωνσταντίνος». Η σκέψη που έκανε επ’ αυτού - και την οποία διατυπώνει με χιούμορ στις ιδιωτικές σημειώσεις του - συνίσταται βασικά σε ένα υπολογισμό: εφόσον o Κωνσταντίνος ήταν βρέφος το έτος 1868 και ο πατέρας του ο Γεώργιος Α΄ ήταν εικοσιτριών ετών, απέμενε μια σεβαστή χρονική περίοδος ωσότου ο τελευταίος φθάσει στο τέρμα της ζωής του - 39. Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων, Λόγοι, επιμέλεια Θεόδωρος Σπεράντζας, τ. 1, Αθήνα 1971, σ. 296. 40. ����������������������� Claude����������������� ���������������� Denis����������� , Ιστορία των νεωτέρων Ελλήνων. Από της αλώσεως Κωνστα- ���������� Raffenel�� ντινουπόλεως υπό Μωάμεθ του Β΄ μέχρι του 1825, εκ του γαλλικού μεταφρασθείσα υπό Κοσμά Κοκκίδου, Αθήνα 1861, σ. 11. , Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 4, σ. 108-109. Πρόκειται για 41. Pouqueville�� ������������� ένα σταυρό που ο Μ. Κωνσταντίνος είχε δωρίσει στο Μονή των Βλαχερνών και ο οποίος φυλασσόταν στο Άγιο Όρος. Μεταφέρθηκε στην Ύδρα από τη Σαμοθράκη, μαζί όσους Αγιο- ρείτες είχαν καταφύγει εκεί, από μια ναυτική μοίρα υπό τον Ανδρέα Μιαούλη. Σύμφωνα με τον Pouqueville ο εν λόγω «Σταυρός του Κωνσταντίνου» έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στην Ύδρα όπου με την ευκαιρία τελέστηκε μνημόσυνο για τα θύματα των σφαγών της Χίου. Πρβλ. επίσης στο ίδιο σ. 109-111. 42. Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το έτος 1835, τ. 1, Αθήνα 1839, σ. 102-103. Οι άλλες δύο ημερομηνίες ήταν η 25η Μαρτίου και η 23η Απριλίου. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 31 περίοδος την οποία ο Κουμανούδης, με τα δεδομένα της εποχής, υπολόγιζε σε πενήντα χρόνια. Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά: Αν Κωνσταντίνος έχασε, και Κωνσταντίνος πάλιν θέλει λάβη την Κωνσταντι- νούπολιν,43 ως σταθερώς πιστεύομεν και θέλομεν να γίνη, ίνα οι χρησμοί και τα πατροπαράδοτα αισθήματα και φρονήματα του Έθνους δικαιωθώσι και μείνωσιν εν τιμή, άλλο τι έπεται προς θεού εκ τούτων, ή ότι θα έχωμεν κατά πάσας τας φυσικάς πιθανότητας ειρήνην εν τη Ανατολή επί πεντήκοντα έτη εγγύησιν και ασφάλειαν των της Τουρκίας και Ελλάδος τωρινών κτήσεων; Εγώ δεν βλέπω άλλο· ο βασιλεύς ημών [Γεώργιος] μόλις προ μικρού εισήλθεν εις την ηλικίαν των ανδρών και το τέρμα της ανθρωπίνης συνήθους ζωής θα το φθάση φυσικώς μετά πεντήκοντα έτη, ότε περίπου 73 ετών γινόμενος θα παραδώση τον θρόνον εις τον Κωνσταντίνον του και Κωνσταντίνον μας, όστις δη μέλλει να λάβη την Κωνστα- ντινούπολιν. Έως τότε λοιπόν η Διπλωματία της Δύσεως δύναται να κοιμάται ήσυχος … [και] Ο Σουλτάνος ημπορεί κ’ εκείνος να αναπνεύση μακράν αναπνοήν ένεκα γε ημών […].44 Παρά τον εύθυμο τόνο του αποσπάσματος καθίσταται σαφές ότι η συγκε- κριμένη ονοματοδοσία είχε να κάνει ευθέως με τον αλυτρωτικό μεγαλοϊδε- ατισμό,45 μια πολιτική στην οποία ο Όθωνας είχε επενδύσει πολλά και που ο Γεώργιος είχε έρθει με προγραμματικό στόχο να ανατρέψει – ή εν πάση περιπτώσει, να ανασχέσει. Οι μυθικές και μαζί αλυτρωτικές συνδηλώσεις του 43. Πρβλ. το Α΄ κεφάλαιο του Αγαθάγγελου – παρ’ όλο που το ίδιο το κείμενο δεν συνδέει το όνομα «Κωνσταντίνος» με την ανάκτηση του «Βυζαντινού της Ανατολής βασιλείου», αλλά αντίθετα με την απώλειά του. Πέτρου Δ. Στεφανίτζη, Συλλογή διαφόρων προρρήσεων, Αθήνα 1838, σ. 149-151. Η πρώτη έντυπη έκδοση του Αγαθάγγελου, η οποία αποδίδεται στον Ρήγα Φεραίο, εμφανίζει το ίδιο χωρίο χωρίς καμιά παραλλαγή. Βλ. Αλέξης Πολίτης, «Η προσγρα- φόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου. Το μόνο γνωστό αντίτυπο», Ερανιστής 42 (1969), σ. 180. 44. Βλ. την εγγραφή 135 του αρχείου Κουμανούδη με τίτλο «Εγκαινίασις νέας πολιτικής εν Ελλάδι», Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογρα- φίας, Αθήνα 1999, σ. 238-240. Ας προστεθεί με την ευκαιρία ότι ο Κουμανούδης συνεχάρη προσωπικά τον βασιλιά Γεώργιο για την γέννηση του Διαδόχου ως μέλος της αντιπροσωπείας των Ανδριανοπολιτών στις 9 Οκτωβρίου 1868. Στο αρχείο Κουμανούδη σώζονται τέσσερα προσχέδια ευχών για τη γέννηση του Κωνσταντίνου, στα δύο από τα οποία εκφράζεται η ευχή το ελληνικό κράτος να γίνει «μεγαλήτερον και κοσμιώτερον», όροι που, όπως παρατηρεί η Ματθαίου, συνόψιζαν το όραμα που είχε ο Κουμανούδης για την Ελλάδα καθ’ όλη τη δι- άρκεια του βίου του. Βλ. Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Κουμανούδης 1818-1899. Όψεις του βίου και της πολιτείας του, Πανεπιστήμιο Κρήτης (διδακτορική διατριβή), 2004, σ. 145-146. 45. Πρβλ. και την μαρτυρία του Ανδρέα Συγγρού από την τελετή της βαπτίσεως του Κων- σταντίνου το ίδιο καλοκαίρι: «Εν τη εκκλησία ιστάμην πλησίον του πατρός Φιλήμονος, όστις διαρκώς έκλαιε δάκρυα χαράς, δοξάζων τον Θεόν, διότι τον ηξίωσε πριν αποθάνη να ίδη ένα Έλληνα βασιλόπαιδα Κωνσταντίνον, ωρισμένον υπό της Θείας Προνοίας να πληρώση τας ευ- χάς του όλου Ελληνισμού ως προς ‘την Μεγάλην Ιδέαν’». Βλ. Απομνημονεύματα, τ. 2, σ. 173. 32 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ονόματος του διαδόχου του ελληνικού θρόνου, όσο και το πλαίσιο κατανόησης τους, δεν φαίνεται να μεταβλήθηκαν σημαντικά στα χρόνια που ακολούθησαν. Το 1879, στον απόηχο του Συνεδρίου του Βερολίνου, ο συγγραφέας – δάσκα- λος, κυρίως, στο επάγγελμα - Γεώργιος Θεόφιλος κυκλοφόρησε μια συλλογή πατριωτικών ύμνων και εμβατηρίων. Σε αυτή απευθυνόταν, μεταξύ άλλων, στο βασιλικό ζεύγος του Γεωργίου και της Όλγας χρησιμοποιώντας χρησμολογικές αναφορές: Ζεύγος φωτεινών αστέρων έρχεσαι εκ των Βορείων Το πεσόν να ανεγείρεις των Ελλήνων Μεγαλείον Η Ελλάς αγαλλομένη δέχεται τους Βασιλείς της Τους εντολοδόχους τούτους της μεγάλης εντολής της […] Έλληνες όθεν προθύμως εν ενώσει της φωνής μας, Ανακράξωμεν συμφώνως ‘Ζήτωσαν οι Βασιλείς μας’ Εξ αυτών δε θ’ ανατείλη ο Διάδοχος εκείνος, Όστις θα κληθή βεβαίως Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος. Ούτω δ’ αι γραφαί πληρούνται, Μία δ’ Αυτοκρατορία, Η Ανατολή θα γείνη κραταιά και τρισολβία.46 46. «Ύμνος εις τας Α.Α. Μ.Μ. τους Βασιλείς των Ελλήνων Γεώργιον και Όλγαν», Γε- ώργιος Θεόφιλος, Πολεμική σάλπιγξ ήτοι ύμνοι των Βασιλέων και εθνεγερτήρια άσματα, Αθήνα 1879, σ.7. Τα υπόλοιπα ποιήματα απευθύνονται στην εθνοφυλακή και στον στρατό, στον Κανάρη, στον Σλήμαν, καθώς και στον «μεγάλο πολίτη της Γαλλίας Λέοντα Γαμβέττα». Στον πρόλογο ο συγγραφέας σημειώνει ότι η α΄ έκδοση εξαντλήθηκε ενώ η ανά χείρας έκδοση είναι η β΄, τα έσοδα της οποίας παραχωρούνται στο ορφανοτροφείο νηπίων της Αθήνας. Για την α΄ έκδοση βλ. Φίλιππος Ηλιού, Πόπη Πολέμη, Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Ηλεκτρονικός κατάλογος [http://www.benaki.gr/bibliology/search_simple.asp], αρ. *1876.490. Ο δάσκαλος, αλλά και ειρηνοδίκης στο επάγγελμα, Γεώργιος Θεόφιλος ή Αγαγιώτης από την Κύμη (1822 - ;) ήταν αρκετά παραγωγικός συγγραφέας. Τα έργα του, τα οποία γνώρισαν διάφορες επανεκδόσεις, περιλαμβάνουν, εκτός από γραμματικά και γεωγραφικά εγχειρίδια για σχολική χρήση, μια επίτομη ιστορία της ελληνικής επανάστασης (α΄ εκδ. 1860· βλ. Δη- μήτριος Γκίνης, Βαλέριος Μέξας, Ελληνική βιβλιογραφία 1800-1863. Αναγραφή των κατά την χρονικήν ταύτην περίοδον οπουδήποτε ελληνιστί εκδοθέντων βιβλίων και εντύπων εν γένει, Αθήνα 1939-1957, αρ *8203), μια επίτομη ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (α΄ εκδ. 1864· Ηλιού – Πολέμη, αρ. *1864.146), ένα ιστορικό έργο για την Άλωση με βάση τον (Σ) Φραντζή (α΄ εκδ. 1865· Ηλιού – Πολέμη, αρ. *1865.21), ένα έργο για τον τετραγωνισμό του κύκλου (α΄ εκδ. 1877· Ηλιού – Πολέμη, αρ. *1877.520), μία βιογραφία του Ρήγα Φεραίου (α΄ εκδ. 1886· Ηλιού – Πολέμη, αρ. *1886.105), ένα έργο για τον στρατιωτικό και ιδιωτικό βίο των Αρχαίων Ελλήνων (α΄ εκδ. 1895· Ηλιού – Πολέμη, αρ. *1895.155), και, τέλος, ένα έργο θρη- σκευτικού και εσχατολογικού περιεχομένου (α΄ εκδ. 1895· Ηλιού – Πολέμη, αρ. *1895.436). Οι Γκίνης – Μέξας (αρ. *8203) ευρετηριάζουν λανθασμένα το όνομα από την γενική του ως «Γεώργιος Θεοφίλου»· έτσι αναφέρεται και από τους Βαγγέλη Καραμανωλάκη και Πανα- γιώτη Στάθη, «Ιστορίες για την άλωση στον πρώτο αιώνα του ελληνικού βασιλείου», Τόνια ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 33 Σε άλλο ποίημα της ίδιας συλλογής ο συγγραφέας απευθύνεται στον διάδοχο Κωνσταντίνο με όρους μεσσιανικούς: Εκ των Ουρανών εστάλης εν τω μέσω των αιώνων Ο Διάδοχος ο μέλλων των του Βυζαντίου θρόνων. Στρατηλάτης των Ελλήνων τούτους θα καθοδηγήσης, Την του Κωνσταντίνου πόλιν ευκλεώς να ανακτήσεις. […] Τον ναόν τον της Σοφίας, Συ, ω Άναξ, θα αγνίσης, Και Καθέδραν της θρησκείας, αύθις θ’ αποκαταστήσεις Την Ανατολήν δε πάσαν μίαν Αυτοκτρατορίαν, Συ θα καταστήσης, Άναξ, κραταιάν και τρισολβίαν.47 Η συγκριτική ανάγνωση των δύο ποιημάτων του Γεώργιου Θεόφιλου - ολό- κληρων και όχι τμηματικά όπως παρουσιάστηκαν εδώ – δείχνει ότι στα μά- τια του ποιητή ο βασιλιάς Γεώργιος λειτουργούσε σαν σκεύος θείας εκλογής το οποίο, στην ουσία, προλείαινε τον δρόμο για τον μεσσιανικό διάδοχο, τον Κωνσταντίνο.48 Το δεύτερο ποίημα μάλιστα δείχνει ότι οι συμβολισμοί του ονόματος του διαδόχου δεν εξαντλούνταν στην συσχέτιση με τον ιδρυτή της Κωνσταντινούπολης μόνο, αλλά και με τον τελευταίο χριστιανό αυτοκράτορά της. Ήδη στον τίτλο του ποιήματος, ο ενδεκάχρονος τότε διάδοχος αποκαλείται Κωνσταντίνος ΙΒ΄. Γνωρίζουμε ότι ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ήδη από τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια, είχε εξαιρεθεί από την δριμεία κριτική που ασκούσαν οι οπαδοί του Νεοελληνικού Διαφω- τισμού στο βυζαντινό παρελθόν, αναγορευόμενος σε εθνικό σύμβολο αντί- στασης και αυτοθυσίας απέναντι στους Οθωμανούς.49 Η αποτίμηση αυτή του Κιουσοπούλου (επιμ.), 1453: Η άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηράκλειο 2005, σ. 235-236. Ευχαριστώ θερμά τους Δαυίδ Αντωνίου και Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για την πρόσβαση που μου παραχώρη- σαν στα στοιχεία της βάσης δεδομένων «Οι Λειτουργοί της Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης (19ος αι.)». 47. «Ύμνος εις την Α. Υψηλότητα τον διάδοχον των ελληνικών θρόνων Κωνσταντίνον τον ΙΒ΄», Θεόφιλος, Πολεμική Σάλπιγξ, σ. 8. 48. Το σχήμα αυτό, φυσικά, επιδεχόταν μεταβολές. Σύμφωνα με τον Αστέριο Αργυρίου, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης συσχέτιζε στον δημόσιο λόγο του τον Γεώργιο Α΄ με τον Βασιλιά- Λυτρωτή των χρησμών. Βλ. Η Μεγάλη Ιδέα στο έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Ιωάννινα 2008, σ. 73-87. ������������������� . Alexis Politis, “La �������������� conquista di ��� Constantinopoli. ����������������� Un �������������������� caso particolare della ���������������� ricezione di ��� Bizancio nell’ideologia neogreca”, Niccolo Tommaseo: Poppolo e Nazioni Italiani, Corsi, Greci, Illirici. Atti del Convegno internazionale di Studi nel bicentenario della nascita di Niccolo Tommaseo, Venezia, 23-25 gennaio 2003, Ρώμη - Πάδοβα 2004, σ. 415-433. Ο Αλέξης Πολίτης έχει εντοπίσει οκτώ 34 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν φαίνεται να άλλαξε ούτε με τον πόλεμο της ανεξαρτησίας ούτε, κατόπιν, στο ελληνικό βασίλειο.50 Έχει επίσης υποστηρι- χθεί ότι η σύνδεση με τον τελευταίο αυτοκράτορα, αλλά και η μυθολογία η σχετική με την Κωνσταντινούπολη εν γένει, προσέδιδαν στον θεσμό της μοναρ- χίας στην Ελλάδα ένα πολύτιμο στοιχείο το οποίο ο ίδιος ο θεσμός δεν είχε: ελληνικότητα.51 Είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι αν αυτό ίσχυε για τον Όθω- να, ίσχυε εξίσου και για την δυναστεία του Γεωργίου Α΄. Και αν οι Βαυαροί ανέχονταν προς όφελος τους τις λαϊκές δοξασίες για την Πόλη, όπως γράφει χαρακτηριστικά η Έλλη Σκοπετέα52, ο Γεώργιος δεν είχε λόγο να μην κάνει το ίδιο. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η άνθιση της λαογραφίας στον ύστερο 19ο αιώνα είχε φέρει στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου τις λαϊκές προφορικές παραδό- σεις για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως «Μαρμαρωμένο Βασιλιά» ο οποίος κοιμάται εν κρυπτώ αναμένοντας την ώρα που ένας Άγγελος θα τον σηκώσει για να κατανικήσει τους Οθωμανούς και να πάρει πίσω την Πόλη. Οι φορείς της δημόσιας έκφρασης των θρύλων αυτών την εποχή εκείνη ήταν κορυφαίοι εκπρόσωποι της πνευματικής ζωής του τόπου όπως ο ποιητής και πεζογράφος Γεώργιος Βιζυηνός, ο οποίος στην πρώτη μεγάλη του ποιητική συλλογή αφι- έρωσε ένα ολόκληρο ποίημα στον συγκεκριμένο μύθο, ο ιστορικός (και κατ’ οίκον διδάσκαλος του διαδόχου Κωνσταντίνου) Σπυρίδων Λάμπρος ο οποίος επικαλούνταν τον μύθο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά» στους δημόσιους λό- γους του, και φυσικά ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, ο οποίος με τις Μελέτες του έδωσε στον μύθο μια ξεχωριστή θέση μέσα στο πάνθεον της ελληνικής λαογραφίας.53 Στην ίδια πνευματική χορεία ανήκε και ο θετικές αναφορές στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μέσα στην περίοδο 1816-1820, προερχόμε- νες από οπαδούς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ο Πολίτης θεωρεί ότι το φαινόμενο περι- οριζόταν σε μια συντηρητική ομάδα λογίων (Ιωάννης Ζαμπέλιος, Κωνσταντίνος Οικονόμος, Παναγιώτης Κοδρικάς, Νικόλαος Σκούφος, Διονύσιος Φωτεινός κ.ά.) οι οποίοι βρήκαν στο πρόσωπο του Παλαιολόγου ένα σύμβολο του επερχόμενου Αγώνα. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ωστόσο, ότι αυτό που κατά κύριο λόγο έφερε τους λόγιους αυτούς κοντά στον τελευ- ταίο βυζαντινό αυτοκράτορα είναι ένα στοιχείο που θα μπορούσε να γοητεύσει οποιοδήποτε οπαδό των εθνικών ιδεών, είτε συντηρητικός ήταν αυτός είτε προοδευτικός: η αυτόβουλη θυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για την «πατρίδα» και η ανυποχώρητη στάση του απέναντι στον εχθρό – και μάλιστα τον ίδιο ενάντια στον οποίο το ελληνικό έθνος ετοιμα- ζόταν τότε να εξεγερθεί. Βλ. σχετικά Marios Hatzopoulos, “Receiving Byzantium in Early Modern Greece (1820s – 1840s)”, Olivier Delouis, Anne Gouderc, Petre Guran (επιμ.), Héritages de Byzance en Europe du Sud-Est à l’ époque moderne et contemporaine (Mondes Méditerranéens et Balkaniques 4), Αθήνα 2013, 227-228. ������������ . Στο ��������� ίδιο�. 51. Σκοπετέα, Το ‘πρότυπο βασίλειο’, σ. 178. 52. Στο ίδιο. 53. Γεώργιος Βιζυηνός, «Ο τελευταίος Παλαιολόγος» Ατθίδες Αύραι, Λονδίνο 1884 [α΄εκδ. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 35 Αχιλλέας Παράσχος ο οποίος, όταν έγραφε τους παρακάτω στίχους την δεκαε- τία του 1880, θεωρούνταν περίπου ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας: Σε είδα βρέφος, Χερουβείμ εις την κοιτίδαν έτι. Σε βλέπω κ’ εις τα είκοσι, τα πτερωμένα έτη Αλλά και τρίτον θα ιδώ την όψιν Σου και πάλιν, Με Αρχαγγέλου οφθαλμόν εις Τιτανοχαχίαν, Ιππεύοντα τον κεραυνόν και την ανεμοζάλην Όχι εδώ, εις άλλην γην, εις άλλην παραλίαν, Ναού ν’ ανοίγης ιερού την κεκλεισμένην θύραν, Με τον σταυρόν του ξίφους Σου, μ’ ημάς και με την μοίραν! Ω θα σε ίδω·ο Θεός το θέλει Κωνσταντίνε· Ίσως το Γένος το ξανθόν η κόμη σου θα ηναι. Του Κωνσταντίνου τώνομα ματαίως δεν Σ’ εδόθη Και ό,τι δίδει ο Λαός δεν είναι μόνον πόθοι. Σε τόσοι αναμένουσιν ατέρμονοι αιώνες. Σπεύσε ακτίς· να φύγωσιν οι ζοφεροί χειμώνες.54 Στον ποιητικό λόγο του Αχιλλέα Παράσχου προς τον δεκαοκτάχρονο τότε δι- άδοχο του ελληνικού θρόνου (1886), λόγος που, σημειωτέον, παρουσιάζει τον Κωνσταντίνο άμεσο διάδοχο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το κοινό της χρησμολογίας θα μπορούσε να αναγνωρίσει πολλές οικείες εικόνες: την μα- κραίωνη αναμονή του μεσσία, την γιγαντομαχία που οδηγεί στη νίκη, την ανά- κτηση της Αγίας Σοφίας (άρα και της πόλης που την περιβάλλει) από τους αλλόπιστους. Το πιο εντυπωσιακό όμως στοιχείο που θα αναγνώριζε το ίδιο κοινό, είναι η συναίρεση των δύο μυθικών φορέων της λύτρωσης, του Βασιλιά- Λυτρωτή και του Λαού-Λυτρωτή (δηλαδή του ξανθού γένους) σε ένα και μόνο πρόσωπο, στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου. Στο βαθμό όμως που ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου αναγορευόταν σε μεσσία τον οποίο καρτερούσαν οι αιώνες, ο προσωπικός του βίος, δημόσιος και ιδιωτικός, αποκτούσε κι εκείνος μυθικά χαρακτηριστικά. Δεν προκαλεί έκπλη- ξη λοιπόν το γεγονός ότι οι γάμοι του Κωνσταντίνου με τη πριγκίπισσα Σοφία της Πρωσίας, στις 15 Οκτωβρίου 1889, κατέστησαν αντικείμενο προφητικού 1883], σ. 59-63· Σπυρίδων Λάμπρος, 29 Μαΐου 1454 [sic] Λόγοι και άρθρα 1878-1902, Αθήνα 1902, σ. 337· Νικόλαος Πολίτης, «Ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς», Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Παραδόσεις, Αθήνα 1904, τ. 1, σ. 22· τ. 2, σ. 658-674. 54. Αχιλλέως Παράσχου, Οι δύο Κωνσταντίνοι, Αθήνα 1886, σ. 5-6. Το ποίημα εμφανίζει αναλογίες και κοινά μοτίβα με δύο άλλα ποιήματα του Παράσχου που γράφτηκαν την ίδια περίοδο αλλά παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι τον θάνατό του. Πρβλ. «Ε! και να ήμην Βασιλεύς» (1885) και «Επί τη στέψει της Α. Β. Υ. Κωνσταντίνου διαδόχου του ελληνικού θρόνου» (αχρονολόγητο· πιθανότατα 1889), idem, Ανέκδοτα: Ποίηματα, τ. 2, Αθήνα 1904, σ. 171-172 και 195-199 αντίστοιχα. 36 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ λόγου με μεσσιανικές συνυποδηλώσεις. Ο δανός φιλέλληνας Walter Christmas ανακαλούσε αργότερα το κλίμα των ημερών εκείνων προσθέτοντας λίγα δικά του σχόλια: Μια παλιά προφητεία ανήγγειλε την αναγέννηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας [Greek Empire] όταν η Ελλάδα θα αποκτήσει έναν Βασιλιά Κωνσταντίνο και μια Βασίλισσα με το όνομα Σοφία. Όταν λοιπόν ο επίδοξος διάδοχος του θρόνου – ο Διάδοχος [Diádochos] όπως ονομάζεται – αρραβωνιάστηκε την Πριγκίπισσα Σο- φία, την κόρη του Αυτοκράτορα Φρειδερίκου, υπήρξε αγαλλίαση σε όλη τη χώρα. Οι Έλληνες είναι αρκετά προληπτικοί και παρ ’όλο που σε ηρεμότερες στιγμές ίσως αρνούνται ότι τρέφουν φιλοδοξίες μεγαλείου, κατά πως τους αποδίδεται, βαθιά μέσα στο πιο κρυφό μέρος της καρδιάς τους υπνώττει ακόμα η Μεγάλη Ιδέα. Πέρα όμως από εθνικές φιλοδοξίες και μυστικιστικούς συχετισμούς με ονόματα της βυζαντινής ιστορίας, η Ελλάδα είχε κάθε λόγο να αγαλλιάζει με τον δεσμό που αποκτούσε η βασιλική [της] οικογένεια με τον Οίκο των Hohenzollern. [Γιατί] κάθε προσδοκία άμεσης υποστήριξης της εξωτερικής της πολιτικής είχε μέχρι τώρα πικρά διαψευστεί.55 Η συγκεκριμένη προφητεία, φυσικά, δεν είναι παλιά. Πρόκειται, προφανώς, για προφητεία ex eventu: γνωρίζουμε ότι κυκλοφόρησε την δεκαετία του 1890 και ότι γνώρισε μεγάλη διάδοση στους βαλκανικούς πολέμους ενώ δεν περι- λαμβάνεται σε καμιά από τις έντυπες συναγωγές χρησμών του 19ου αιώνα.56 Εντύπωση, μάλιστα, προκαλεί η μεγάλη διάδοση που γνωρίζει στα ευρωπαϊκά έντυπα σε όλη τη δεκαετία του 1910: μια πρώτη έρευνα σε αγγλόφωνα έντυπα έδειξε τεκμήρια στις χρονιές 1897, 1914, 1915, 1917, 1919, 1921.57 Το γεγονός αυτό, αλλά και η, στρατηγική θα έλεγε κανείς, περιβολή του ίδιου του Κωνστα- ντίνου με τον μανδύα του μεσσία από τα γεννοφάσκια του, όπως την παρα- κολουθήσαμε έως τώρα, υποβάλλουν την σκέψη ότι το παλάτι δεν «ανεχόταν» ����������, King George of Greece, Νέα Υόρκη 2005 [α΄εκδ. 1914], σ. 132. Το ίδιο �������������������� . Walter����������� ����������������� Christmas� κείμενο εμφανίζεται ελάχιστα παραλλαγμένο, ένα χρόνο μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Christmas, από τον Ralf Shirley, Prophecies and Omens of the Great War, Λονδίνο 1915, σ. 31. Παρόμοιες αντιλήψεις απηχούν πιθανότατα και οι παρακάτω στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου: «[…] Γιατί την ώρα πούβαλες στεφάνι στη Σοφία / Αρραβωνιάζουσουν [sic] κρυφά την άλλη … την Αγία». Βλ. «Επί τη στέψει της Α. Β. Υ. Κωνσταντίνου», σ. 195. ����������������������������������������������������������������������������������������� . Clogg, The Byzantine Legacy, σ�������������������������������������������������������� ��������������������������������������������������������� . 267, 279, υποσημ.������������������������������������� �������������������������������������������� 45. ������������������������������������ Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ������ R����� . A�� ��� . H. Bickford-Smith, στα 1893, θεωρούσε υπεύθυνο για την αναπαραγωγή και διάδοση αυτής της προφητείας τον ελληνικό Κλήρο. Βλ. Η Ελλάδα την εποχή του Γεωργίου του Α΄, μετά- φραση – εισαγωγή – επιμέλεια Λυδία Παπαδάκη, Αθήνα 1993, σ. 366. . Gunton’s magazine of practical economics and political science, XII (1897), σ. 333· Christmas, ��� King George of Greece, σ. 132· Shirley, Prophecies and Omens, σ. 31. Terese Zalinski, Noted Prophe- cies, Predictions, Omens and Legends Concerning the Great War and the Great Changes to follow, Νέα Υόρκη 1917, σ. 94. The Forum, LXI (1919), σ. 685. The Literary Digest, LXX (1921), σ.17. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 37 απλώς τις μεσσιανικές δοξασίες αλλά έπαιζε ενεργό ρόλο στην παραγωγή και τη διάδοσή τους. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο - όμως δεν είναι απίθανο. Η επίκληση της χρησμολογίας σε σχέση με την δυναστική εξουσία δεν φαίνεται να ήταν άγνωστη στον Όθωνα,58 γιατί όχι και στον ίδιο τον Γεώργιο ή τον Κωνσταντίνο; Στο κέντρο της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε παραπάνω, ας θυμί- σουμε, βρέθηκαν οι όροι μέσω των οποίων η μοναρχία κέρδιζε αποδοχή «από τα κάτω» διαμορφώνοντας τη συλλογική πεποίθηση για τη νομιμότητα της. Η οικογένεια Γλύξμπουργκ είχε κληθεί να βασιλεύσει σε μια φτωχή χώρα, όπου τα ερείσματα της μοναρχίας ήταν ισχνά και οι βασιλείς ανασφαλείς, όπου το εθνικό ζήτημα ήταν σε διαρκή προτεραιότητα και ο εθνικισμός το προσφορότερο πεδίο ενίσχυσης της λαϊκής νομιμοφροσύνης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου ο θρόνος όφειλε να ανανεώνει τα υλικά και συμβολικά ερεί- σματά της εξουσίας του απέναντι σε ανταγωνιστικούς εκφραστές της εθνικής ιδεολογίας, και να ενισχύει τα αισθήματα νομιμοφροσύνης μέσα σε συνθήκες αμφισβήτησης και κρίσης, οι μύθοι της χρησμολογίας ήταν πολιτικά χρήσιμοι από πολλές πλευρές. Ήταν βαθιά ριζωμένες παραδόσεις, ικανές να κινητοποι- ούν το συλλογικό αίσθημα, με διείσδυση σε ευρύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, και με ποικίλες συμφύσεις με τις εθνικές ιδέες ήδη από την εποχή της ανάπτυξης του ελληνικού εθνικού κινήματος. Ήταν μυθικά αφηγήματα που αναφερόταν (όχι αποκλειστικά, αλλά κυρίως) στην έλευση ενός θεόσταλτου Βασιλιά – Λυτρωτή που θα κατανικούσε τους Οθωμανούς και θα έπαιρνε την Κωνσταντινούπολη και το ιερό της κέντρο, την Αγία Σοφία. Με την επιλογή του κατάλληλου ονόματος και την ανάλογη επανερμηνεία στο επίπεδο των σημαινομένων, οι προφητικοί μύθοι αποκτούσαν πεδίο αναφοράς τον διάδο- χο του ελληνικού θρόνου, προσφέροντας έτσι την δυνατότητα στην μοναρχία να κερδίζει και να ανανεώνει την αποδοχή ευρέων τμημάτων της ελληνικής 58. Υπάρχουν ενδείξεις προς την κατεύθυνση αυτή, χωρίς το ζήτημα να έχει ερευνηθεί διεξοδικά - ακόμα. Ο Όθωνας, για παράδειγμα, επικαλείται τη χρησμολογία σε ιδιωτική επι- στολή προς τον αδελφό του τον Ιούνιο 1866, για να δείξει ότι οι ελπίδες επιστροφής του στον ελληνικό θρόνο δεν στερούνται βασιμότητας· Leonard Bower, Gordon Bolitho, Otho I: King of Greece: A Biography, Λονδίνο 1939, σ. 237-238. Ενδεικτική σημασία, επίσης, έχουν και τα λόγια της Αμαλίας σε επιστολή προς τον πατέρα της με ημερομηνία 27 Δεκεμβρίου 1839: «Είμαι αρκετά Ελληνίδα, ίσως μάλιστα υπερβολικά, ώστε να ακούω με χαρά τις προφητείες για το έτος 1840, που αφορούν τόσο πολύ την καινούργια μου πατρίδα»· Βάνα Μπουσέ, Μίχαελ Μπουσέ (μτφ – επιμ.), Ανέκδοτες επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, τ. 1, Αθήνα 2011, σ. 200-201, πρβλ. και υποσημ. 7. Η Αμαλία προφανώς εδώ εννοεί τον χρησμολο- γικό αναβρασμό που είχε προκαλέσει στην Ελλάδα η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος των ετών 1839-1841· βλ. σχετικά Edouard Driault, Michael Lhéritier, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, τ. 2, Παρίσι 1925, σ. 179-191. 38 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ κοινωνίας. Υπό αυτούς τους όρους, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο βυζαντινός και μεταβυζαντινός μεσσιανισμός έπαιξε τον δικό του ρόλο στην διαδικασία νομιμοποίησης της μοναρχικής εξουσίας στην Ελλάδα: σε ένα πρώτο επίπεδο βοηθούσε την μοναρχία να εμφανίζεται ως υπέρμαχος του εθνικού ζητήματος par excellence έναντι των θεσμικών ανταγωνιστών της, προικίζοντας την με μια μεσσιανική αποστολή που καθρέφτιζε συλλογικά αισθήματα και μνήμες· και σε ένα δεύτερο επίπεδο, προσπόριζε στον μονάρχη στοιχεία που ο ίδιος δεν διέθετε: την στίλβη του πολιτικού χαρίσματος και την αυθεντικότητα μιας ιθαγενούς, ελληνικής καταγωγής. ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Σε όλες τις εικόνες ο διάδοχος φορά στολή γαλλικού τύπου από μπλε ύφασμα η οποία καθιερώθηκε στον Ελληνικό Στρατό το 1868 για να αντικατασταθεί από τη στολή χρώματος χακί το 1908. Η εικόνα 2 (σ. 40) έχει υποστεί επεξεργασία (ρετούς) με τρόπο ώστε ο εικονιζόμενος να φαίνεται ότι φέρει το βαθμό του Υπολοχαγού: τα αντίστοιχα διακριτικά έχουν προστεθεί στις επωμίδες του. Στην αρχική της μορφή όμως η φωτογραφία εικόνιζε τον Κωνσταντίνο ως Ανθυπολοχαγό· στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε η επιμελήτρια του φωτογραφικού αρχείου ΕΛΙΑ κ. Ματθίλδη Πυρλή την οποία ευχαριστώ θερμά για τη μικροσκοπική εξέταση της φωτογρα- φίας. Περαιτέρω έρευνα επιβεβαίωσε το συγκεκριμένο συμπέρασμα: η μορ- φή που είχε η φωτογραφία πριν το ρετούς μαρτυρείται και από την ύπαρξη χαρακτικού (εικόνα 3) όπου τα διακριτικά του Ανθυπολοχαγού είναι μάλλον ευκρινή. ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 39 Εικόνα 1. Κωνσταντίνος, Πρίγκιπας της Ελλάδος περ. 1870. (ΕΛΙΑ, Φωτογραφικό αρχείο). 40 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Εικόνα 2. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος οιονεί Υπολοχαγός Πεζικού, περ. 1880. Ρετουσαρισμένη φωτογραφία· άγνωστος φωτογράφος (ΕΛΙΑ, φωτογραφικό αρχείο) ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 41 Εικόνα 3. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού, περ. 1880. Χαρακτικό βασισμένο σε αρετουσάριστη φωτογραφία της εικόνας 2 (Γεώργιος Β. Τσοκόπουλος, Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ΙΒ΄, Αθήνα χ.χ. [1916], σ. 20) 42 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Εικόνα 4. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος ως Υπολοχαγός Πεζικού, δεκαετία 1880· φωτογράφος W. Hoffert (ΕΛΙΑ, φωτογραφικό αρχείο) ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 43 Εικόνα 5. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος με τη μεγάλη στολή των Γενικών Επιτελών, περ. 1895. Φωτογράφος Karl Merlin (ΕΛΙΑ, φωτογραφικό αρχείο) 44 ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Εικόνα 6. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος ως Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, αρχές της δεκαετίας 1900. Φωτογράφος Carl Boehringer (ΕΛΙΑ, φωτογραφικό αρχείο) ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ 19ο ΑΙΩΝΑ 45 Εικόνα 7. Καρτ ποστάλ, αρχές της δεκαετίας 1910 (ΕΛΙΑ, Συλλογή κάρτ ποστάλ) ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΕΩΣ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΓΟΥΔΙ Α΄. Εισαγωγή: το θεωρητικό πλαίσιο 1. Πέραν της οικονομικο-κοινωνικής και της γλωσσικής αιτιοκρατίας Ο Gareth Stedman Jones στο βιβλίο του Rethinking Chartism, το οποίο εκδόθηκε το 1983, υποστήριξε την εδραιωμένη στις μέρες μας άποψη ότι ο πολιτικός λόγος, η πολιτική γλώσσα δεν υπερκαθορίζεται μονοσήμαντα από το πλέγμα των ταξι- κών αντιθέσεων, σύμφωνα με όσα διατείνεται μια ισχυρή τάση της μαρξίζουσας ιστοριογραφίας. Όπως το πολιτικό φαινόμενο (στην καθολικότητά του) διεκδικεί τη σχετική αυτονομία του από το πλαίσιο των οικονομικο-κοινωνικών ανταγωνι- σμών, με ανάλογο τρόπο και η πολιτική γλώσσα πρέπει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως σχετικά αυτόνομη από συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και διακη- ρυγμένες πολιτικο-ιδεολογικές εξαρτήσεις, αλλά συνάμα και ως η σφαίρα όπου συγκροτείται η ίδια η ιδεολογική αντιπαράθεση και όπου δημιουργούνται μεικτά ή υβριδικά μορφώματα ιδεολογικού λόγου και η ίδια η ιδεολογική ηγεμονία και οι συνακόλουθες κοινωνικοπολιτικές συναινέσεις. Στο εσωτερικό των μορφωμά- των αυτών ανιχνεύονται πολλαπλά διαμεσολαβημένες και ανασυγκροτημένες οι ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας. Παράλληλα όμως ενσαρκώνονται στο συμβολικό επίπεδο του λόγου νέες μορφές κυριαρχίας ή αντίστασης. Υπό το πρίσμα αυτό, ο λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως μια ολότητα σημαινομένων, ως μια «μεστή νοήματος συμβολική συμπεριφορά και πρακτι- κή» που αναδιαμορφώνουν με τις ασύνειδες ή συνειδητές γλωσσικές επιλογές τους οι φορείς ή οι χρήστες του, σε τελική ανάλυση ως μια «γλώσσα εν δράσει» (language-in-action). Επίσης, η κριτική ανάλυση του λόγου δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια από τις κρισιμότερες διαστάσεις της συνολικής μελέτης των σχέ- σεων εξουσίας σε κάθε συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό.1 Η κρισιμότητα της ανάλυσης των πρακτικών του λόγου προκύπτει από την επίγνωση ότι, έχο- ντας «κοινωνική φύση», εμπερικλείοντας σύνθετους εξωγενείς προσδιορισμούς 1. Ian Blommaert, Discourse. Key Topics in Sociolinguistics, Καίμπριτζ 2005, σ. 2. 48 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ και ανταγωνισμούς (M. Bakhtin), αλλά και συναιρώντας την «εννοιολογική και την υλική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης», ο λόγος «μετασχηματίζει το περιβάλλον σε ένα συνεκτικό πλαίσιο που έχει συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό νόημα». Με την έννοια αυτή, ο λόγος κατασκευάζει ουσιαστικά την ίδια την πραγματικότητα στο επίπεδο της εννοιολογικής συγκρότησης και της γλωσσικής έκφρασης.2 Όμως η αντίληψη της οργανωτικής λειτουργίας του λόγου και της γλώσσας ως καταστατικών στοιχείων της σκέψης, σύμφωνα με την φουκωϊκή και τη μεταδομιστική παράδοση, δεν σημαίνει αναπόφευκτα και υιοθέτηση μιας αντίστροφης αιτιοκρατίας σε σχέση με την ιστορική πραγμα- τολογία· δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην υποστασιοποίηση της γλώσσας, στο «ελεύθερο παιχνίδι του σημαίνοντος», στην απροσδιοριστία του νοήματος και, σε τελική ανάλυση, στον μεταμοντέρνο σχετικισμό.3 Η επιλογή συγκεκριμένων πρακτικών του λόγου, ρητορικών τροπισμών, γλωσσών και ιδιωμάτων για την άρθρωση «καθεστώτων αλήθειας» δεν γίνεται σε κενό αέρος και δεν είναι μια αφηρημένη διαδικασία δημιουργίας νοήματος. Σε τελική ανάλυση, η γλώσσα ανακαλεί, σύμφωνα με τον Michel de Certeau και την Gabrielle Spiegel, το ίδιο το πολλαπλά διαμεσολαβημένο και κάποτε «υλικό παρελθόν», το οποίο υπάρ- χει πλέον μόνο ως διαμφισβητούμενο και πολλαπλά ερμηνευόμενο σημασιακό ίχνος στα γραπτά του κατάλοιπα.4 Η γλώσσα και υλικότητα έχει και διαμορ- φώνει έναν πεπερασμένο και μη αυθαίρετο σημασιολογικό ορίζοντα και, όπως υποστηρίζει ο Roger Chartier, είναι κοινωνικά επικαθορισμένη εφόσον αφενός μεν παραπέμπει σε οντότητες εξωτερικές ως προς αυτήν, αφετέρου δε όχι μόνο αποτυπώνει την ιδεολογική διαπάλη συγκεκριμένων συλλογικών υποκειμένων αλλά και συγκροτεί την ίδια τους την ταυτότητα.5 2. Στο ίδιο, σ. 4. Βλ. επίσης Κύρκος Δοξιάδης, Ανάλυση λόγου. Κοινωνικο-φιλοσοφική θεμελίωση, Αθήνα 2008, όπως και David Howarth, Η έννοια του λόγου, μετάφραση Σοφία Καναούτη, επιστημονική επιμέλεια Γιάννης Σταυρακάκης, Αθήνα 2008. 3. Για μια κριτική αποτίμηση της «γλωσσικής στροφής» στην ιστορία και του ιστοριο- γραφικού μεταμοντερνισμού από διαφορετικές οπτικές γωνίες βλ. Keith Jenkins, Sue Morgan, Alun Munslow (επιμ.), Manifestos for History, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2007, όπως και Geoff Eley, A Crooked Line. From Cultural History to the History of Society, Ανν Άρμπορ 2008· βλ. επίσης Richard J. Evans, Για την υπεράσπιση της ιστορίας, μετάφραση Λυδία Παπαδάκη, εισαγωγή Σεραφείμ������������������������������������������������������������������������������ Ι���������������������������������������������������������������������������� ����������������������������������������������������������������������������� . Σεφεριάδης���������������������������������������������������������������� �������������������������������������������������������������������������� , Αθήνα��������������������������������������������������������� �������������������������������������������������������������� 2009. �������������������������������������������������� Στην πρόσφατη ελληνική βιβλιογραφία είναι ενδιαφέ- ρουσα η διαλεκτικής λογικής πρόταση της Ελένης Ανδριάκαινα (Πέραν του θετικισμού και του μεταμοντερνισμού. Δοκίμια στην ιστορική κοινωνιολογία, Πάτρα 2009). Τέλος αναφο- ρικά με τις συντεταγμένες του σύγχρονου επιστημολογικού προβληματισμού στην ιστοριο- γραφία βλ. Καίτη Αρώνη–Τσίχλη, Ιστορικές σχολές και μέθοδοι. Εισαγωγή στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία. Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Αθήνα 2008, σ. 301-319 και σ. 320-340. 4. Elizabeth A. Clark, History, Theory, Text. Historians and the Linguistic Turn, Καίμπριτζ - Λονδίνο 2004, σ. 162. 5. Παρατίθεται από την Clark, History, Theory, Text, σ. 124 και 125. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 49 Θέτοντας ως πλαίσιο αναφοράς μια τέτοια θεωρητική προσέγγιση που απαλλάσσει την ιστορία των ιδεών και τη διανοητική ιστορία από το βάρος της υποστασιοποιημένης ιδεοκρατίας επιζητώντας την συγκειμενοποίηση και ιστορικοποίηση της πολιτικής σκέψης μέσα από την κατανόηση των ιδιαίτερων «ομιλιακών περιστάσεων», των «συγκεκριμένων ιδιωμάτων» και των «συμ- βάσεων του λόγου», σύμφωνα με τα πρότυπα των Quentin Skinner και J.G.A. Pocock αντίστοιχα,6 είναι εύλογο να εννοήσουμε ότι ο αντικοινοβουλευτισμός και ιδιαίτερα ο φασισμός ως «γλώσσες της πολιτικής σκέψης» ή ως σύνθετα ιδεολογικά μορφώματα - και στις ποικίλες εκδοχές και παραλλαγές τους - δεν πρέπει να προσεγγίζονται αναγωγικά και μονοσήμαντα ως αυτονόητα μηχα- νιστικά παράγωγα της δυναμικής των ταξικών σχέσεων σε συνθήκες δομικής κρίσης του πολιτικού συστήματος ή αποδιάρθρωσης του κοινωνικού ιστού. Απεναντίας, οφείλουμε να διερευνούμε και να αναδεικνύουμε τον τρόπο και τον βαθμό που οι ιδεολογικές αυτές γλώσσες παρενέβησαν πρωτογενώς στα ιστορικά δρώμενα διαπλάθοντας την ταυτότητα των αντικοινοβουλευτικών και φασιστικών κινημάτων και κομμάτων, αλλά και συγκαλύπτοντας νέες εξουσι- αστικές δομές με τον μανδύα της συναίνεσης των πειθαρχημένων μαζών. 2. Από τον συντηρητισμό στον φασισμό. Γενεαλογίες, τομές, υβρι- δικές μορφές, ιδεότυποι στο ευρωπαϊκό πλαίσιο Σύμφωνα με τον Stanley Payne, είναι εξαιρετικά δυσχερής η προσπάθεια ορι- σμού του φασισμού κυρίως για δύο λόγους: πρώτον, διότι, όπως υποστηρίζουν πολλοί ιστορικοί, αντιπροσωπεύει μάλλον μια μορφή ριζοσπαστικής - επανα- στατικής πολιτικής δράσης που δεν παραπέμπει σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό σύστημα και σε ένα ομοιογενές πολιτικό πρόγραμμα· και δεύτερον, διότι εμ- φιλοχωρεί στον όρο «φασισμός» μια υπερβολική εννοιολογική διαστολή, ενώ 6. Μια παρουσίαση και αποτίμηση των προσεγγίσεων των Skinner��������������������� ���������������������������� και ���������������� Pocock���������� στο πλαί- σιο μιας ευρύτερης σχεδιαγράφησης του τοπίου της νέας διανοητικής ιστορίας επιχειρεί η Annabel Brett, «Τι είναι διανοητική ιστορία σήμερα;», David Cannadine (επιμ.), Τι είναι ιστο- ρία σήμερα, Αθήνα 2007, σ. 211-242. Χωρίς να απορρίπτει ριζικά τις προσεγγίσεις των δύο αυτών ιστορικών των ιδεών και των πολιτικών θεωριών της πρώιμης νεώτερης περιόδου και των απαρχών της νεωτερικότητας, ιστορικών οι οποίοι εξαρτούν το νόημα από τις γλωσσικές συμβάσεις, ο φιλόσοφος Mark Bevir, The Logic of the History of Ideas, Καίμπριτζ 1999, από την οπτική γωνία της αναλυτικής φιλοσοφίας θέτει ως πρωταρχικό μέλημα της ερμηνευτι- κής διαδικασίας την αποκωδικοποίηση των προθέσεων του συγγραφέα, του στοιχείου που ο Skinner αποκαλεί «ενδολεκτικό ενέργημα», και την ανάδειξη της δυναμικής που δημιουργεί η τοποθέτηση κάθε συγκεκριμένου κειμένου ως λεκτικής δράσης στο πλέγμα των σχέσεων που συγκροτούν αντίπαλες ή σύμμαχες εστίες παραγωγής λόγου. Στο σημείο αυτό συμφωνεί απόλυτα με τον Quentin Skinner. Βλ. σχετικά Clark, History, Theory, Text, σ. 140-141. 50 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ παράλληλα τον συνοδεύει, ήδη από τη γένεσή του, μια αρνητική αξιολογική φόρτιση, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την ακριβή χαρτογράφηση των ιδεολογι- κών συντεταγμένων του, καθώς και την αποτύπωση των ποικίλων ιδεολογικών μορφών, πολιτικών πρακτικών και καθεστώτων που περιγράφονται με αυτόν τον όρο. Ο Payne, ανατέμνοντας το φασιστικό φαινόμενο, αλλά και την πληθώρα των ταξινομικών κατηγοριών που έχουν επινοηθεί ή των εξηγητικών σχημάτων που έχουν διατυπωθεί τόσο για τα αίτια της επικράτησης και της κυριαρχίας του στη μεσοπολεμική Ευρώπη όσο και για την ιδιότυπη ιδεολογική του φυσι- ογνωμία, τον ιστορικό του ρόλο και τις καταλοιπικές ή διαδοχικές μορφές του, καταλήγει να υπεραμυνθεί της άποψης ότι η μόνη εφικτή συναίνεση μεταξύ των ιστορικών για τον ακριβή προσδιορισμό του όρου «φασισμός» δεν μπορεί να έχει ως πλαίσιο αναφοράς παρά την ιστορικιστική παραδοχή ότι με τον όρο αυτό σηματοδοτείται η «χορεία των επαναστατικών εθνικιστικών κινημάτων, τα οποία εμφανίστηκαν στην Ευρώπη κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου», δηλαδή αποκλειστικά και μόνο ο λεγόμενος «ιστορικός φασισμός».7 Παρά ταύτα, η αποδοχή της ιστορικιστικής προοπτικής, τουλάχιστον στην περίπτωση του Payne, δεν οδηγεί αναπόφευκτα και στη σχετικιστική προσέγγι- ση, σύμφωνα με τους θιασώτες της οποίας ακόμη και μεταξύ των πρωτογενών φασιστικών σχηματισμών του Μεσοπολέμου (Ιταλία, Γερμανία) οι αποκλίσεις είναι τόσες πολλές και οι διαφοροποιήσεις τόσο ριζικές ώστε να αναγκάζουν τους ερευνητές να κάνουν λόγο για ιδιαίτερους, μοναδικούς, πολλαπλούς και πληθυντικούς φασισμούς, ουσιαστικά δηλαδή για μη συγκρίσιμες «εθνικές μο- ναδικότητες». Απεναντίας, ο Payne επιχειρεί να υπερκεράσει το διαφαινόμενο ερμηνευτικό αδιέξοδο συγκλίνοντας προς την κατεύθυνση της αναζήτησης ενός «φασιστικού ελάχιστου», δηλαδή μιας εννοιολογικής βάσης κοινών ειδοποιών γνωρισμάτων, η οποία μπορεί να προκύψει από τη συγκριτική εξέταση των ιστορικών μορφωμάτων του φασισμού και του ναζισμού. Κατά τη γνώμη του, στο φασιστικό ελάχιστο, που πάντως δεν νοείται ως ιδεότυπος, πρέπει να πε- ριληφθούν τα ακόλουθα στοιχεία: ● η θεμελιώδης αντίθεση στον φιλελευθερισμό, όπως επίσης στους παραδο- σιακούς κομματικούς και ιδεολογικοπολιτικούς διαχωρισμούς που απορ- ρέουν από την καταστατική διάκριση σε Δεξιά – Κέντρο - Αριστερά· ● ο ακραίος πολιτικός αυταρχισμός του κράτους· ● η κυριαρχία του κράτους στη σφαίρα της οικονομίας· ● η ανορθολογική, βιταλιστική και αντι-υλιστική φιλοσοφία και κουλτούρα· 7. Stanley G. Payne, “Fascism and Racism”, Terence Ball, Richard Bellamy (επιμ.), The Cambridge History of Twentieth-Century Political Thought, Καίμπριτζ 2003, σ. 123, 150. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 51 ● ο υπερθεματισμός της βίας και του πολέμου· ● η αναζήτηση ζωτικού χώρου, ο επεκτατισμός και ο ιμπεριαλισμός· ● ο οργανικός και πολυταξικός κορπορατισμός· ● η μαζική κινητοποίηση, οι δημόσιες τελετουργίες και η αισθητικοποίηση της πολιτικής· ● η δημιουργία κομματικών παραστρατιωτικών μονάδων – πολιτοφυλακών και ομάδων κρούσης· ● η δεσπόζουσα σημασία του προτύπου της αρρενωπότητας, της σωματικής ευρωστίας και της ρώμης· ● η χαρισματική ηγεσία· ● η εξιδανίκευση της νεότητας· ● η επαναμάγευση της πολιτικής διαμέσου της αναγωγής του ακραίου εθνι- κισμού σε εκκοσμικευμένη πολιτική θρησκεία και σε συμβολικό πεδίο τελετουργικής μέθεξης των μαζών στη λατρεία του χαρισματικού ηγέτη.8 Η γενεαλογική προσέγγιση, η μελέτη των λεγόμενων «πρόδρομων ιδεολογιών και πρακτικών» ή κατ’ άλλους «του γενεαλογικού παλίμψηστου της Ακροδε- ξιάς» και ιδιαιτέρως η εστίαση στα λεγόμενα «πρώιμα [φασιστικά] κινήματα» και στην ανάδειξη των διανοητικών και ιδεολογικών ριζών του φασιστικού φαινομένου, έχει ισχυρή παρουσία στην ογκώδη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, αφού υπολείπεται μόνο αυτής που μελετά το ίδιο το φασιστικό φαινόμενο και κατ’ εξοχήν τον εθνικοσοσιαλισμό και το Ολοκαύτωμα.9 Θεωρώντας θε- μελιώδη τη συμβολή του Stanley Payne στον τομέα αυτό, προσυπογράφουμε το εγχείρημά του να διασκορπίσει το νεφέλωμα των παρανοήσεων και των εννοιολογικών αλληλοπεριχωρήσεων που οδηγούν σε γραμμικές, τελεολογικές και αναδρομικές ερμηνείες του φασιστικού φαινομένου· ερμηνείες, οι οποίες τείνουν να εγκαθιδρύσουν μια σχέση αδιαμεσολάβητης οργανικότητας και άμε- σης κληροδοσίας ανάμεσα, από τη μια πλευρά, στις εστίες της συντηρητικής 8. Στο ίδιο, σ. 139. 9. Robert O. Paxton, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, Αθή- να 2006, σ. 79. Το βιβλίο-σταθμός για τη διερεύνηση των διανοητικών ριζών του φασισμού και ιδιαίτερα του εθνικοσοσιαλισμού είναι αυτό του George L. Mosse, The Crisis of German Ideology: Intellectual Origins of the Third Reich, ΝέαΥόρκη 1964. Γενικότερα για μια σφαιρική, εμβριθή, εμπεριστατωμένη και διεισδυτική σύνοψη – επισκόπηση του ιστοριογραφικού προ- βληματισμού για το φασιστικό – ναζιστικό φαινόμενο στην συνολικότητα του και ιδιαιτέρως της φασιστικής πολιτικής σκέψης και σε μικρότερο βαθμό των υβριδικών μορφών του νεοφα- σισμού μπορεί κάποιος να ανατρέξει στον Payne, “Fascism and Racism”, σ. 123-150. Για ένα πανόραμα των «φασιστικών σπουδών» και ιδιαίτερα για μια συστηματική επισκόπηση και κριτική των ερμηνευτικών σχημάτων που έχουν διατυπωθεί βλ. Aristotle Α. Kallis (επιμ.), The Fascism Reader, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2003. 52 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ή αντιδραστικής πολεμικής εναντίον της νεωτερικότητας στο μεταίχμιο 19ου και 20ού αιώνα και, από την άλλη, στο μεσοπολεμικό φασισμό-ναζισμό, «φα- σιστικοποιώντας» στην πραγματικότητα αναδρομικά όλα τα πρόδρομα και συγκλίνοντα διανοητικά και ιδεολογικά μορφώματα και συναιρώντας τα μέσα στην ίδια γενικευτική εννοιολογική κατηγορία ή ιστορική μήτρα. Έχοντας ως σημείο εκκίνησης τη διαπίστωση ότι ο φασισμός αποτελεί μια πολυσυλλεκτική - συγκρητιστική (ως προς τις ιδεολογικές, διανοητικές και πολιτικές αναφορές της) ιδεολογικο-πολιτική κατασκευή, ο Payne ανιχνεύει οκτώ, εν πολλοίς παράλληλες μεταξύ τους, αφετηρίες - μήτρες της φασιστικής ιδεολογίας: 1) κατά παράδοξο τρόπο, τον Διαφωτισμό, από τον οποίο, παρά την προφανή ασυμβατότητα (ειδικότερα αναφορικά με τη φιλελεύθερη, ορθολογιστική, υλιστι- κή και κοσμοπολιτική του συνιστώσα), ο φασισμός αντλεί τις ιδέες της εκκοσμί- κευσης, του αντικληρικαλισμού, του θεϊσμού, του εθνικισμού, του επαναστατικού βολονταρισμού, της ιστορικής αναγκαιότητας της βίας, της πρωτοπορίας ως κινη- τήριας δύναμης της ιστορικής αλλαγής, της ιστορικής αισιοδοξίας και της προο- δοκεντρικής θεώρησης της Ιστορίας, καθώς και του φυλετισμού· 2) τη Γαλλική Επανάσταση, από την οποία προέρχεται η αισθητικοποίηση της πολιτικής και η τελετουργική μέθεξη των επαναστατημένων μαζών στην ιδέα της άμεσης και ριζικής αλλαγής του κόσμου· 3) στον αντίποδα, την ιδεολογική παράδοση της εναντίωσης στη Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή της πολιτικής αντίδρασης και της αντεπανάστασης, η οποία, ως γνωστόν, αμφισβήτησε ριζικά τις ιδεολογικές αρχές, τα επαναστα- τικά ιδεώδη και γενικότερα την πολιτική κουλτούρα του φιλελευθερισμού και της χειραφέτησης από θεϊκές και εγκόσμιες αυθεντίες· 4) τον πολιτικό ρομαντισμό και τον πολιτισμικό και βιολογικό εθνικισμό, κοινό συνεκτικό στοιχείο των οποίων είναι η οργανικιστική σύλληψη της κοι- νωνίας ως ενιαίου, αλλά και εσωτερικά διαφοροποιημένου, ιεραρχημένου και πολυλειτουργικού όλου. Και οι δύο εκβάλλουν στο ιδεώδες της εθνολογικής ομογενοποίησης και του μονοεθνοτικού κράτους που επενδύεται συμβολικά με την ιδέα του εδαφικού «μυστικισμού»· 5) την επαναστατική – ριζοσπαστική Δεξιά της περιόδου 1880-1914, που είχε οργανική σχέση με την ατμόσφαιρα της κρίσης των αξιών και της πολιτι- σμικής απαισιοδοξίας του ύστερου 19ου αιώνα· 6) το ρεύμα των ιδεών του φιλοσοφικού ανορθολογισμού, του ρατσισμού, των «απαρασάλευτων αληθειών της φυλετικής ιεραρχίας», του κοινωνικού δαρβινισμού, της ευγονικής και του ελιτισμού, στην καρδιά των οποίων δεσπό- ζει το ιδεολόγημα της παρακμής και του εκφυλισμού, αλλά και η βουλησιαρχι- κή εγρήγορση για την αποτροπή τους και την εθνική αναγέννηση· ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 53 7) την αναρχοσυνδικαλιστική Αριστερά (G. Sorel), από το ιδεολογικό οπλο- στάσιο της οποίας ο φασισμός δανείστηκε τις ιδέες του επαναστατικού μύθου ως μηχανισμού επαναστατικής κινητοποίησης των μαζών, καθώς και της βίας ως στοιχείου συλλογικού εξαγνισμού και ηθικής αναγέννησης· τέλος, 8) την υβριδική ιδεολογία του επαναστατικού εθνικοσοσιαλισμού, που άρχισε να μορφοποιείται κατά την περίοδο 1885-1905 στη Γαλλία, τη Γερ- μανία, την Αυστροουγγαρία (στην περιοχή της Τσεχίας), όπως και στην Ιταλία με τη μορφή του εθνικοσυνδικαλισμού.10 Είναι ευνόητο ότι, παρά τη βαθμιαία αποκρυστάλλωση των ετερόκλητων αυτών ιδεών σε ένα νεοπαγές ιδεολογικό μόρφωμα, ο φασισμός συγκροτήθηκε, απέκτησε πολιτικο-κοινωνική δυναμική και ιδεολογική απήχηση μόνο μετά τα φοβικά σύνδρομα που προξένησε η Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά και την καταλυτική επίδραση των συνεπειών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης του 1929, κατά βάση στις ηττημένες, αναθεω- ρητικές και ιδεολογικά πολωμένες χώρες (πχ. Γερμανία) ή σε αυτές όπου η αμφισβήτηση του «πνεύματος των Βερσαλλιών», ο αλυτρωτισμός και οι ιμπε- ριαλιστικές βλέψεις συνυπήρχαν με τη δομική κρίση του πολιτικού συστήματος και την απειλή της επαναστατικής ανατροπής (Ιταλία).11 Ο Payne συσχετίζοντας αλλά και αντιδιαστέλλοντας ταυτόχρονα τις αυταρ- χικές εθνικιστικές ομάδες και τα ρατσιστικά λαϊκιστικά κινήματα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα από τα μεσοπολεμικά φασιστικά κινήματα,12 κάνει λόγο κατ’ αρχάς για τρεις εκδοχές αυταρχικού, αντιφιλε- λεύθερου και αντιμαρξιστικού λόγου: τη συντηρητική αυταρχική Δεξιά, τη ρι- ζοσπαστική Δεξιά και την φασιστική Δεξιά (παρά το γεγονός ότι αναφέρεται δευτερευόντως και σε μια τέταρτη εκδοχή, αυτή του στρατοκρατικού γραφειο- κρατικού αυταρχισμού που εκβάλλει π.χ. στον φρανκισμό). Οι εκδοχές αυτές, ακριβώς επειδή «διαφέρουν μεταξύ τους σε πολλά σημεία», έχοντας «βασικές διαφορές», για το λόγο αυτό δεν πρέπει, κατά τη γνώμη του Payne, και να ταυτίζονται.13 Ο αμερικανός ιστορικός προβαίνει, ωστόσο, και σε μια λεπτομερέστερη χαρτογράφηση-κατηγοριοποίηση διακρίνοντας έξι ημιδιαπερατά μεταξύ τους, θα μπορούσαμε να πούμε, ιδεολογικά μορφώματα μέσα στο συνολικό φάσμα της ευρωπαϊκής Δεξιάς στο μεταίχμιο 19ου – 20ού αιώνα: α) την παραδοσιοκε- ντρική, μοναρχική, αυταρχική Δεξιά, β) τον κορπορατισμό, γ) το νεομοναρχικό ������������������������������������������� . Payne����������������������������������� ���������������������������������������� , “�������������������������������� Fascism������������������������� ������������������������ and��������������������� Racism�������������� �������������������� ”, σ���������� ����������� . 124-129. 11. Στο ίδιο, σ. 129 και 150. 12. ��������������� Stanley��������, Μια ιστορία του φασισμού 1914-1945, μετάφραση Κώστας Γεώρμας, ������� Payne�� προλογικό σημείωμα Στέφανος Ροζάνης, Αθήνα 2000, σ. 37. 13. Στο ίδιο, σ. 39. 54 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ αυταρχισμό σε συνδυασμό με τον συσσωματικό εθνικισμό (με ενδεικτικότερο παράδειγμα την Action Française), δ) τον μετριοπαθή συνταγματικό αυταρχι- σμό ή αυταρχικό φιλελευθερισμό, ε) τη νέα εκσυγχρονιστική εθνικιστική και αυταρχική Δεξιά και, τέλος, στ) τον αναδυόμενο επαναστατικό εθνικοσοσιαλι- σμό, ο οποίος, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, αποτελεί μία από τις μήτρες και τον ουσιαστικό πρόδρομο του φασισμού.14 Από την πλευρά του, ο Martin Blinkhorn κάνει λόγο για μια πληθώρα μορφών πολιτικού συντηρητισμού ή συντηρητικού αυταρχισμού, βασικότερες και ευκρινέστερες από τις οποίες θεωρεί τη συντηρητική δεξιά, τον συνταγ- ματικό συντηρητισμό και τη ριζοσπαστική δεξιά. Ως ειδοποιά γνωρίσματα και των τριών αυτών μορφών συντηρητισμού αναγνωρίζει τη διατήρηση του status quo και την επιλεκτική προσαρμογή στις εκσυγχρονιστικές διεργασίες της νεωτερικότητας με σκοπό τον έλεγχό τους και την αποτροπή της πολιτικής και πολιτισμικής μαζοποίησης που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τις εγκαθιδρυμένες πολιτικές και κοινωνικές ιεραρχίες.15 14. Στο ίδιο, σ. 63-71. Όμως, η ίδια η εγγραφή του πρωτοφασισμού στη συντηρητική ιδεολο- γική παράδοση, κατά τη γνώμη της πλειονότητας των ειδικών, μας αναγκάζει στο σημείο αυτό να διακρίνουμε αντιστικτικά ή συνδυαστικά και τις διαφορετικές αποχρώσεις του συντηρητισμού. Σύμφωνα με τον Σπύρο Μακρή, Φιλελευθερισμός. Φιλοσοφικές απαρχές και σύγχρονες τάσεις. Από τον Αριστοτέλη στον John Rawls, Αθήνα 2007, σ. 342: «Οι μελετητές του συντηρητισμού έχουν καταλήξει σχεδόν ομόφωνα σε τρεις σχολές σκέψης: στους αντιδραστικούς συντηρητικούς, με κύριο εκπρόσωπό τους τον de Maistre […], στους ριζοσπάστες ή επαναστάτες συντηρητικούς, που θεωρούνται οι θεωρητικοί του ολοκληρωτικού κράτους (Γερμανία), και στους λεγόμενους μετριοπαθείς συντηρητικούς, με κύριο εκπρόσωπό τους τον Edmund Burke (αγγλοσαξονικός συντηρητισμός), που εστιάζουν την προσοχή τους σε ένα κράτος συνταγματικό και περιορισμέ- νο». Τα ειδοποιά γνωρίσματα του αντιδραστικού συντηρητισμού είναι ο ελιτισμός, η στατική κοσμοθεωρία, η πεποίθηση για τη φυσική ανισότητα των ανθρώπων και για την ύπαρξη φυλε- τικής ιεραρχίας, ο καισαρισμός, η χαρισματική ηγεσία, η ηθικολογική προσέγγιση της πολιτικής, η αναγνώριση του ανορθολογισμού ως συστατικού στοιχείου του ανθρώπινου όντος, η πολεμική εναντίον της πολιτικής και πολιτισμικής μαζοποίησης, η αναγκαιότητα της βίας. Από την άλλη πλευρά, ως το τυπικότερο γνώρισμα του μετριοπαθούς συντηρητισμού εκλαμβάνεται η παραδο- χή του αναπότρεπτου χαρακτήρα της ιστορικής εξέλιξης και η ήπια προσαρμογή στα δεδομένα της νεωτερικότητας. Πρόκειται στην ουσία για ενοφθαλισμό του συντηρητικού κοσμοειδώλου με στοιχεία της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Για τη διαφοροποίηση, αλλά και τις εκλεκτικές συγγέ- νειες και τις οσμώσεις μεταξύ συντηρητισμού και φασισμού βλ. και Martin Blinkhorn (επιμ.), Fascists and Conservatives, Λονδίνο 1990. Βλ. επίσης John Weiss, Συντηρητισμός και ριζοσπαστική δεξιά. Παραδοσιοκρατία, αντίδραση και αντεπανάσταση στην Ευρώπη 1770-1945, μετά- φραση Σπύρος Μαρκέτος, Θεσσαλονίκη 2009, στο οποίο όμως αφενός μεν τα όρια μεταξύ των διαφόρων ιδεολογικών σχημάτων και παραδόσεων συγχέονται αφετέρου δε καταλύονται οι ση- μαίνουσες ιδιαιτερότητες, δεδομένου ότι στον πρόλογό του ο συγγραφέας ρητά δηλώνει ότι η ακροδεξιά εκδοχή του συντηρητισμού είναι ο φασισμός. . Blinkhorn, Fascists and Conservatives, σ. 3. �������������� ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 55 Ο Andrew Heywood διαχωρίζει τον συντηρητισμό του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα σε τρεις διακριτές ιδεολογικές συνιστώσες. Το κοινό αξιακό τους υπόβαθρο αποτελούν η πίστη στην παράδοση, την ιδιοκτησία, την ιε- ραρχία και την εξουσία, καθώς και η αξιωματική παραδοχή της ατέλειας του ανθρώπινου όντος και της οργανικότητας των κοινωνιών. Αναφέρεται στον αυταρχικό συντηρητισμό (με γενάρχη τον de Maistre) και στον πατερναλιστικό συντηρητισμό (με γενάρχη τον Edmund Burke), παραλλαγή του οποίου συνι- στά ο συντηρητισμός «του ενός έθνους» (με γενάρχη τον Benjamin Disraeli). Οι δύο τελευταίες εκδοχές συντηρητισμού επιχειρούν να «αναχαιτίσουν την παλίρροια της επανάστασης» προσφεύγοντας στην πραγματιστική λογική του εμπειρισμού, της κοινωνικής λειτουργικότητας των επιλεκτικών προσαρμογών και γενικότερα της ήπιας και σταδιακής μεταρρύθμισης («αλλαγή με σκοπό τη συντήρηση»).16 Τέλος, ο Roger Griffin από τη δική του οπτική γωνία κάνει την καταστατική διάκριση μεταξύ πρωτοφασισμού και φασισμού, ορίζοντας τον πρώτο διττά: κατά πρώτο λόγο, ως την χρονική περίοδο (1880-1918), στη διάρκεια της οποί- ας εκδιπλώνεται η πολιτικο-ιδεολογική και πολιτισμική πολεμική εναντίον της νεωτερικότητας και κυρίως των όψεών της που παραπέμπουν στην «παθογέ- νεια» του διπόλου «φιλελευθερισμός – σοσιαλισμός» κατά δεύτερο λόγο, ως το ίδιο το φαινόμενο αφενός μεν της διανοητικής προπαρασκευής, της βλάστη- σης και της διασποράς των ιδεών που αρθρώνουν την πολεμική εναντίον του κοινοβουλευτισμού οδηγώντας βαθμιαία στη συγκρότηση της φασιστικής ιδε- ολογίας, αφετέρου δε της πολιτικής συγκρότησης των αντικοινοβουλευτικών, υπερεθνικιστικών (ultra-nationalistic), λαϊκιστικών, ξενόφοβων και πρώϊμων φασιστικών συσσωματώσεων και κινημάτων. Όπως έδειξε μια επιστημονική συζήτηση που διεξήχθη πρόσφατα17, πα- ραμένει ακόμα, παρά την εξαιρετική ανάπτυξη της έρευνας στο πεδίο των «σπουδών για το φασιστικό φαινόμενο» (Fascism Studies), εξαιρετικά δυσχε- ρής η επίτευξη συναίνεσης μεταξύ των ιστορικών, των μελετητών της ιστορι- κής κοινωνιολογίας και των πολιτικών επιστημόνων αναφορικά με τη δυνατό- τητα προσδιορισμού ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή, που θα επέτρεπε 16. ���������������� Andrew���������� Heywood�� ��������� , Πολιτικές ιδεολογίες, μετάφραση Χαρίδημος Κουτρής, πρόλογος – επιμέλεια Νίκος Μαραντζίδης, Αθήνα 2007, σ. 143-174. 17. Η συζήτηση διεξήχθη από τις σελίδες ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος συλλογικού τό- μου τον οποίο επιμελήθηκε ο Roger Griffin σε συνεργασία με τους Werner Loh και Andreas Umland. Ο τόμος έχει ως θέμα την πολυπρισματική θεώρηση του φασισμού και την ανίχνευση των δυνατοτήτων ερμηνευτικής σύγκλισης, βλ. Fascism Past and Present, West and East: An International Debate on Concepts and Cases in the Comparative Study of the Extreme Right, Στουτ- ������ γκάρδη 2006. 56 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ τη διατύπωση ενός γενικά αποδεκτού ορισμού του εγγενώς πρωτεϊκού και πολύμορφου φασιστικού φαινομένου. Ο ίδιος ο Griffin ωστόσο, εκ των κυρίων συντελεστών της εν λόγω συζήτησης, θεωρεί αναγκαία τη συστηματική κατα- γραφή τόσο των ειδοποιών όσο και των αποκλινόντων γνωρισμάτων των ποικί- λων μορφών του φασιστικού φαινομένου, με στρατηγικό στόχο την κατασκευή της τυπολογίας των ιστορικών μορφών του φασισμού, η οποία με τη σειρά της θα καταστήσει δυνατή την επίκληση δεσμευτικών όρων για την εννοιολόγηση, περιγραφή και ερμηνεία «της εποχής των φασισμών» ή των σύγχρονων υβρι- δικών τους μεταλλάξεων. Όμως, η διαπίστωση του πολυσχιδούς χαρακτήρα της φασιστικής ιδεολογί- ας σε συνδυασμό με την κατανόηση των πρωτεϊκών μεταλλάξεων του φασιστι- κού φαινομένου στην συνολικότητά του, δηλαδή της πολύμορφης και υβριδικής φύσης του, προϋποθέτοντας την συγκριτική προσπέλασή του και αναιρώντας τη θεμιτότητα της εμμονής στην εθνική ιδιομορφία (στοιχείο που χαρακτηρίζει κατά κανόνα τη συναφή γερμανική ιστοριογραφία με επιφανέστερο εκπρόσω- πο τον αναθεωρητή Ernst Nolte), καταντά ένα έωλο αναλυτικό - ερμηνευτικό εργαλείο εάν δεν συναρτηθεί - όπως εύλογα υποστηρίζει ο Griffin - με ένα ευρετικό ιδεότυπο (heuristic ideal type)· δηλαδή με ένα συνεκτικό θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς, με περιγεγραμμένα και σχετικά σαφή όρια, το οποίο, από τη μια πλευρά, θα επιτρέπει την ένταξη στους κόλπους του όλων των πιθα- νών ιστορικών ιδιομορφιών, ιδεολογικών αποχρώσεων, αλλά και ερμηνευτικών αποκλίσεων, ενώ, από την άλλη, θα καθιστά αδύνατη την αφομοίωσή τους σε ένα ενιαίο και μηχανιστικό ερμηνευτικό σχήμα.18 Με άλλα λόγια, η αναζήτηση και ευρετική εφαρμογή ενός κοινά αποδεκτού ιδεότυπου συνιστά, κατά τη γνώμη του Griffin, επείγον επιστημονικό αίτημα και δεν υποκρύπτει καμιά βούληση υπερσυστηματικοποίησης, υπερβολικής γενίκευσης και αφαίρεσης, επομένως απο-ιστορικοποίησης, τεχνητής σύγκλισης ή και αναίρεσης των επι- μέρους μορφών που περιλαμβάνουν οι διαφορετικές εκδοχές ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής των φασισμού. Ο Griffin αναγνωρίζει ρητά την οφειλή του στις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις των George Mosse (ο φασισμός πρωτίστως ως κοσμοθεωρία και ως πολιτισμι- κής και ανθρωπολογικής τάξεως επανάσταση και δευτερευόντως ως πολιτικο- ιδεολογικό φαινόμενο), Stanley Payne, Zeev Sternhell και Emilio Gentile, ενώ δι- ατυπώνει προεξαγγελτικά και τις δύο πρωταρχικές θεωρητικές αφετηρίες του. 18. Σύμφωνα με τον Henry��������� ��������������, La hantise du passé, Παρίσι 1998, σ. 102, ο ιδεότυ- Rousso�� �������� πος στην ιστορική έρευνα δεν είναι παρά «μια μεταφορική κατασκευή (������������������ construction������ m���� ����� é��� ta- phorique) πολλών ιδιαίτερων-μοναδικών περιπτώσεων-γεγονότων», δηλαδή μια σύνθεση και μια αφαίρεση ταυτόχρονα του πραγματολογικού υλικού. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 57 Πρόκειται α) για την επιστημολογική και ιστορικο - κοινωνιολογική προσέγγιση του Max Weber και κατά κύριο λόγο για την έννοια του ιδεότυπου ως εργα- λείου αποκωδικοποίησης, νοητικής αφαίρεσης και επεξεργασίας της σύνθετης ιστορικής πραγματικότητας και διόλου βεβαίως ως διεργασίας πιστής νοητικής αναπαράστασής της και β) για το θεωρητικό σχήμα της «ιδεολογικής μορφολο- γίας», εισηγητής του οποίου είναι ο βρετανός νομιναλιστής-νεοπραγματιστής πολιτικός επιστήμονας Michael Freeden. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, κάθε ιδεολογία (και κατά συνέπεια και ο φασισμός), στους κόλπους της οποίας μπορεί να εντοπιστούν ακόμα και αντιφάσεις μεταξύ των καταστατικών ιδε- ών δημιουργώντας την εντύπωση της δομικής αλληλοαναίρεσης (όπως λόγου χάριν συμβαίνει εάν αντιμετωπιστούν σε συγκριτική βάση οι αντιλήψεις των θεωρητικών του φασισμού), συγκροτείται σε αναφορά με έναν προσδιοριστικό θύλακα - αστερισμό ιδεών / εννοιών / πρακτικών· ορισμένες από αυτές, επειδή ακριβώς προσδιορίζονται ως συστατικά στοιχεία του πυρήνα της, είναι αδια- πραγμάτευτες και λειτουργούν κανονιστικά προσδίδοντάς της συνοχή και ενό- τητα· επομένως σχηματίζουν συγκλίνουσες νοηματικές δομές και αλληλουχίες, οι οποίες καθιστούν αμφίβολες τις εθνοκρατικές περιχαρακώσεις· αντιθέτως, άλλες ιδέες, έννοιες και πρακτικές, οι οποίες κείνται στην περιμετρική ζώνη του πυρήνα της ιδεολογίας, μη έχοντας χαρακτήρα ειδοποιού γνωρίσματος και ως εκ τούτου και κανονιστική λειτουργία, μπορούν ενδεχομένως να διαμεσολα- βούνται από εθνικές ιδιομορφίες, να αλλοιώνονται ή και να εξαλείφονται ενίο- τε από τη δυναμική των εκάστοτε ιστορικών συμφραζομένων, δημιουργώντας - μερικώς τουλάχιστον - αποκλίνουσες νοηματικές μορφές. Κατά τη γνώμη του Griffin, η μορφολογική ανάλυση της φασιστικής ιδεολογίας, που ο ίδιος επιλέ- γει να ακολουθήσει, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά τόσο στην ανάδειξη των πρωτογενών - προγραμματικών ιδεολογικών στοιχείων, που συνέχουν το φάσμα των φασιστικών και φασιστοειδών πολιτικο-ιδεολογικών σχηματισμών, όσο και στον εντοπισμό και την εξήγηση της δευτερογενούς ετερογένειας και πολυμορφίας τους. Ο Griffin θέτει στο επίκεντρο του ερμηνευτικού σχήματος που προτείνει, υπό την έννοια ενός ευρετικού ιδεότυπου ή ενός ελάχιστου κοινού παρονομα- στή του συνόλου των ιστορικών μορφών του φασιστικού φαινομένου (το φασι- στικό ελάχιστο), τον παλιγγενετικό χαρακτήρα της υπερεθνικιστικής (=ultra- nationalist) και λαϊκιστικής φασιστικής ιδεολογίας. Με τον όρο παλιγγενεσία (= palingenesis, rebirth, regeneration, Wiedergeburt) ο Griffin περιγράφει την κεντρική σημασία της ιδέας της εθνικής αναγέννησης, δηλαδή της ιδεοληπτικής μαζικής κινητοποίησης για την ανασυγκρότηση και την πολιτική, πολιτισμική και βιολογική ενεργοποίηση της οργανικής εθνικής κοινότητας με σκοπό την επαναστατική υπέρβαση της «προϊούσας παρακμής» και του «εκφυλισμού» 58 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ που επιφέρει στο περιούσιο έθνος-κράτος η ίδια η νεωτερική συνθήκη, αλλά και οι εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί του.19 Για τους φασίστες ιδεολόγους η υπέρβαση αυτή θα οδηγήσει με τη σειρά της στη δημιουργία του Νέου Αν- θρώπου της φασιστικής εποχής, στην οριστική και τελεσίδικη αποσύνδεση από το παρακμιακό παρελθόν (φουτουριστική / μελλοντολογική εκδοχή). Αντίθετα, στην υπερσυντηρητική της εκδοχή, η εθνική αναγέννηση νοείται ως νοσταλγία για τον απωλεσμένο παράδεισο της προνεωτερικής εποχής, ως επιστροφή στο εξιδανικευμένο παρελθόν της οργανικής κοινότητας, ως αποκατάσταση της αιωνιότητας του οιονεί ακίνητου ή ανακυκλούμενου χρόνου του λαμπρού πα- ρελθόντος. Ο Griffin αμφισβητεί τη δεσπόζουσα, αν και μαχητή, κατά τη γνώμη του, ιστο- ρικιστική προσέγγιση του φασιστικού φαινομένου, σύμφωνα με την οποία ο φα- σισμός εγγράφεται κατ’ αποκλειστικότητα στο ιστορικό συγκείμενο της μεσο- πολεμικής Ευρώπης. Στον αντίποδα της ιστορικιστικής προσέγγισης, διατυπώνει την άποψη ότι η εξέλιξη του ενιαίου φασιστικού φαινομένου κλιμακώνεται σε τρεις διακριτές διαδοχικές φάσεις, την προφασιστική (1880-1918), την τυπικά και ουσιαστικά φασιστική (1919-1943/1945) και τη νεοφασιστική (1943/45-έως τις μέρες μας), χωρίς να διστάζει, παρά ταύτα, να αναγνωρίσει τόσο τα δια- φορετικά ιστορικά συμφραζόμενα όσο και τις διόλου ασήμαντες ιδεολογικές (και όχι μόνο) διαφοροποιήσεις μεταξύ των τριών αυτών μορφών και περιόδων εκδίπλωσης του φασισμού. Όπως υποστηρίζει σθεναρά ο Griffin, ο φασισμός κατόρθωσε να υπερβεί τα στενά πλαίσια της κυριαρχίας του στο μεσοπολεμικό πολιτικο-ιδεολογικό φάσμα, την τραγική ιστορική του ακύρωση (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, συντριπτική ήττα του Άξονα, Ολοκαύτωμα, καταστροφή της Ευρώπης, ρίψη ατομικών βομβών) και τη δαιμονοποίησή του στο συλλογικό φαντασιακό νικητών και ηττημένων, αποτελώντας στην πραγματικότητα ένα μακρο-ιστορικό φαινόμενο. Ακριβώς επειδή διαθέτει μια εξαιρετική δυνατότητα μετάλλαξης και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, η οποία ενισχύεται μάλιστα από την ίδια την πρωτεϊκή φύση του, καθώς και από την εκμετάλλευση των δομικών αντιφάσεων του καπιταλισμού και του κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος της σύγχρονης μαζικής και πολυπολιτισμικής δημοκρατίας, ο φασισμός μπόρεσε 19. Ο ����������������������������������������������������������������������������� Payne������������������������������������������������������������������������ προστρέχει στο σημείο αυτό στην ερμηνευτική προσέγγιση του ������������ Griffin����� ανα- γνωρίζοντας ότι το μόνο κοινό συνεκτικό στοιχείο μεταξύ των παραλλαγών του φασισμού είναι «ο οργανικός, επαναστατικός και ακραίος εθνικισμός, ο οποίος επιδιώκει την εθνική αναγέννηση. Είναι θεμελιωμένος στον βιταλισμό και τη φιλοσοφία του ανορθολογισμού και έχει διαμορφωθεί πάνω στον αντινομικό συνδυασμό ακραίου ελιτισμού και μαζικής κινητο- ποίησης. Το επίκεντρό του αποτελούν οι αρχές-αξίες της ιεραρχίας, της χαρισματικής ηγεσίας, της βίας όχι μόνο υπό την έννοια του μέσου αλλά και του αυτοσκοπού, ο μιλιταρισμός και ο πόλεμος». Βλ. σχετικά Payne, “Fascism and Racism”, σ. 124. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 59 να αναγεννηθεί κατά τη μεταπολεμική περίοδο, λαμβάνοντας συχνά βίαιη και τρομοκρατική μορφή (πολύνεκρες βομβιστικές ενέργειες στο Μιλάνο το 1969 και στην Μπολόνια το 1980), για να αποκτήσει στο μεταίχμιο 20ου και 21ου αιώνα, εξαιτίας της παθογένειας της ανομικής μετανεωτερικής συνθήκης και των διακυβευμάτων της πλανητικής εποχής, μια νέα ιστορική δυναμική. Η ανάλυση του Griffin οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έκκεντρη και πολυ- πολική δυναμική του λανθάνοντος ή μεταλλαγμένου φασισμού / νεοφασισμού στη μεταπολεμική και τη σύγχρονη Ευρώπη, τις ΗΠΑ και αλλού, η θεματοποίηση και χαρτογράφηση της οποίας - σε αναφορά με τον ιδεότυπο του φασισμού - παρεμποδίζεται από την εδραιωμένη κυριαρχία της ιστορικιστικής ερμηνευτικής παράδοσης και την αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συγκριτικής ερμηνευτικής προοπτικής, αρθρώνεται πάνω στους ακόλουθους τρεις άξονες: α) στο ιδεολογικό πρόγραμμα του «δεξιού γκραμσισμού», δηλαδή της συγκροτημένης προσπάθειας ιδεολογικής ηγεμονίας του ρεύματος της εξαιρετικά ελιτιστικής και αντιεξισωτι- κής Νέας Δεξιάς (Grece, Alain de Benoist), που, αν και δεν ταυτίζεται απόλυτα με την φασιστική ιδεολογία - μη έχοντας άλλωστε (κατά δήλωση των ιδεολόγων του) παρά πολιτισμικό και μετα-πολιτικό χαρακτήρα -, παρά ταύτα υποστασιοποι- ώντας, εξιδανικεύοντας και ανάγοντας σε υπεριστορικό, αρχετυπικό και ως εκ τούτου αδιαμφισβήτητο κανόνα τον ευρωπαϊκό και γενικότερα τον δυτικό πολιτι- σμό δίνει νέα μορφή σε παλαιές φυλετικο-πολιτισμικές ιεραρχήσεις, προκαταλή- ψεις και ιστορικά στερεότυπα παρέχοντας διανοητικά και πολιτισμικά ερείσματα στον λεγόμενο ευρωφασισμό και τον νεοφασιστικό πανευρωπαϊσμό·20 β) στη μη συγκροτημένη σε μαζικό κίνημα, υπερεθνικιστική, νεο-λαϊκιστική και κοινοβου- λευτική, δηλαδή τυπικά και φαινομενικά τουλάχιστον μη αντισυστημική, εκδοχή της μισαλλόδοξης Άκρας Δεξιάς, συνοδοιπόρου του χριστιανικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού (κατά βάση στις ΗΠΑ), υπερμάχου του διαφοροποιητικού πο- λιτισμικού ρατσισμού και στρατευμένης στον αγώνα εναντίον της παγκοσμιοποί- ησης·21 και, τέλος, γ) στη «ριζωμική» (rhizomic structure of groupuscular Right), 20. Την ταξινομική κατηγορία της Νέας Δεξιάς (κυρίως στη Γερμανία και τη Γαλλία) σε συνάρτηση με το ιδεολογικό πρόγραμμα και την στρατηγική του δεξιού γκραμσισμού χρησι- μοποιεί στην ανάλυσή του και ο Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό, μετάφραση Μαρία Φιλιππακοπούλου, θεώρηση μετάφρασης – επιμέλεια Δήμητρα Τουλάτου, Αθήνα 2007. 21. Τηρουμένων των αναλογιών, η νεοφασιστική ή η υπερεθνικιστική-λαϊκιστική δυσα- νεξία στην ορατότητα και τη δημοκρατική ισοτιμία της ετερότητας στις σύγχρονες μαζικές και πολυπολιτισμικές δημοκρατίες (πολύ περισσότερο δε η αναγνώριση συλλογικών δικαι- ωμάτων), καθώς και ο συνακόλουθος υπερθεματισμός της εθνοπολιτισμικής ομοιογένειας παραπέμπουν στην αντίστοιχη μεσαιωνική δυσανεξία. Όπως γράφει ο Μισέλ Παστουρώ, Το ρούχο του διαβόλου. Μια ιστορία για ρίγες και ριγέ υφάσματα, μετάφραση – επιστημονική επιμέλεια Άννα Καρακατσούλη, Αθήνα 2003, σ. 40, υπό κανονικές συνθήκες και σε επίπεδο 60 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ πολυκεντρική, οργανωτικά χαλαρή, αντισυστημική, ακτιβιστική, εξτρεμιστική (νε- οφασιστική, νεοναζιστική, εθνικομπολσεβικική, νεοπαγανιστική – θεοσοφιστική / αριοσοφιστική) και ρατσιστική Δεξιά, η οποία καθίσταται ορατή κυρίως μέσα από τον επικοινωνιακό δίαυλο του Διαδικτύου, με τον σχηματισμό δικτύων από διεσπαρμένους θύλακες ή άλλοτε με πρόταγμα τις πολιτισμικές της στρατηγικές (punk και heavy metal μουσική, συρμός του White Noise) και σπανιότερα με «θεαματικές» τρομοκρατικές ενέργειες «μοναχικών λύκων» που δρουν για τους σκοπούς της (Timothy McVeigh).22 Πράγματι, το αναλυτικό εργαλείο της παλιγγενεσίας με τις βιολογικο- πολιτισμικές του συνδηλώσεις, τη σύντηξη δηλαδή ακραίου εθνικισμού και ρατσισμού, στη λογική της ανάδειξης ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή, αφενός μεν καταδεικνύει το κοινό νήμα που διαπερνά τα ποικίλα φασιστικά ή φασιστοειδή ιδεολογικά μορφώματα, αφετέρου δε διασφαλίζει τη δυνατότητα ενιαίας επιστημονικής ανασυγκρότησής τους. Με την έννοια αυτή, αποτελεί ως πολιτικής ορθότητας «Είναι μεγάλη η απόσταση που χωρίζει τη σύγχρονη ευαισθησία –που θεωρεί τη “διαφορά” μάλλον θετική αξία, σημείο νεότητας, ευφορίας, ανεκτικότητας, ανοικτού πνεύματος - από την ευαισθησία των ανθρώπων του Μεσαίωνα, οι οποίοι συνδέουν με αυτή την έννοια αρνητικές αξίες. Ένας καλός χριστιανός, ένας έντιμος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι varius. Η varietas σημαίνει την αμαρτία και την κόλαση». Έχει άραγε ο νεορατσισμός, μεταξύ άλλων γνωρισμάτων, και χαρακτήρα ιστορικής και πολιτισμικής παλινδρόμησης ή μάλλον ανασημασιοδότησης μακραίωνων θρησκευτικών προκαταλήψεων; 22. Για μια άλλη ενδιαφέρουσα, αλλά συμβατικότερη προσέγγιση-χαρτογράφηση του νεο- φασισμού και του νεοναζισμού, της γεωγραφικής τους διασποράς (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ρωσία και πρώην κομμουνιστικές χώρες, ΗΠΑ, Ιαπωνία κ.α), της ιδεολογικής φυσιο- γνωμίας τους, της σκέψης των θεωρητικών τους (πχ. Evola), της μορφολογίας και των νόμιμων ή παράνομων και τρομοκρατικών πολιτικών τους εκφράσεων (Movimento Sociale Italiano, Ordine Nuovo, Avanguardia Nazionale, Alleanza Nazionale, Forza Italia, OAS, Front National), καθώς και των ηγετών τους (Αλμιράντε, Φίνι, Μπερλουσκόνι, Λεπέν) με την οποία παρουσι- άζει, άλλωστε, πολλές συγγένειες η προαναφερθείσα προσέγγιση του Griffin, βλ. Payne, Μια ιστορία του φασισμού, σ. 685-717. Βλ. επίσης Pierre-André Taguieff, Sur la Nouvelle Droite. Jalons d’ une analyse critique, Παρίσι 1994. Επίσης του ίδιου (επιμ.), Le retour du populisme. Un défi pour les démocraties européennes, Παρίσι 2004. Στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία βλ. Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος. Ιστορική, κοι- νωνιολογική και πολιτική μελέτη, Αθήνα 2000, σ. 289-298 και 311-328. Βλ. επίσης Βασιλική Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης. Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Ελβετία, Αυστρία, Γερμανία, Αθήνα 2008. Ωστόσο, στο επίκαιρο θέμα της συσχέτισης νεοφασισμού / νεοναζισμού, πολιτικών ταυτότητας και νέων μορφών ανορθολογισμού και θρησκευτικότητας (επίδραση των ανατολικών θρησκειών) στο δυτικό κόσμο, που συνδιαμορ- φώνουν σύγχρονες μυθολογίες της ανωτερότητας του «Λευκού Ανθρώπου» μπροστά στην «απειλή» της φυλετικής υβριδοποίησης και του πολιτισμικού συγκρητισμού και σχετικισμού, το βασικό έργο αναφοράς, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτό του Nicholas Goodrick-Clarke, Black Sun. Aryan Cults, Esoteric Nazism and the Politics of Identity, Νέα Υόρκη - Λονδίνο 2002. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 61 ένα βαθμό το ισχυρό στοιχείο της προβληματικής που επεξεργάζεται ο Griffin, παρά το γεγονός ότι δεν συνιστά πρωτογενές γνώρισμα της φασιστικής ιδεο- λογίας, αλλά κληρονομιά-υπόβαθρο από την ιδεολογική μήτρα του εθνικισμού, αλλά και του συντηρητισμού, όπως εύστοχα επισημαίνει και ο James Gregor.23 Ταυτόχρονα, ωστόσο, η μαξιμαλιστική και γενικευτική θεώρηση του φασιστι- κού σύμπαντος ως ενιαίου και συνεκτικού όλου, που εκτείνεται χρονικά από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 21ου αιώνα συμπεριλαμβάνοντας σε μια κοινή ιδεολογική παράδοση τόσο τον Barrés, τον Μaurras και τον Treitschke όσο και τους ιδεολόγους του εθνικοσοσιαλισμού μέχρι και το κίνημα New Age, τον αμερικανικό θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τον οικουμενικοποιημένο νεοφασισμό του Διαδικτύου ως μεταλλάξεις ή παραλλαγές του ίδιου ιδεολογι- κού συστήματος, μάλιστα παρά τις προφανέστατες ιστορικές διαφορές μεταξύ τους, αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα της ιδεοτυπικής αυτής προσέγγισης. 24 Β΄ Ο ελληνικός αντικοινοβουλευτισμός και τα ειδοποιά του γνω- ρίσματα Παρά τις προόδους που έχουν συντελεστεί στην ελληνική ιστοριογραφία και ειδικότερα στη νέα πολιτική και διανοητική ιστορία και στον ισχνό ακόμη στη χώρα μας κλάδο των «φασιστικών σπουδών», λόγω της μετατόπισης του ερευνητικού ενδιαφέροντος προς την κάποτε παρεξηγημένη ενασχόληση με τον πολιτικό ανορθολογισμό, τον συντηρητισμό, την πολιτική αντίδραση και την ελληνική εκδοχή της ριζοσπαστικής Δεξιάς και του φασισμού (μετατόπιση που αποτυπώνεται ανάγλυφα και στα πρόσφατα συνθετικά έργα επιστημονικού ή εκλαϊκευτικού χαρακτήρα), δεν μπορώ παρά να συμμεριστώ την άποψη ότι η θέση αυτής της ερευνητικής περιοχής στην εσωτερική ιεραρχία της ελληνικής ιστοριογραφίας δεν είναι ούτε εδραιωμένη ούτε πολύ περισσότερο ισχυρή.25 23. Ο μύθος της παλιγγενεσίας έχει οργανική σχέση με τον συντηρητισμό και τον εθνικι- σμό, ενώ αντίκειται στις αξιωματικές παραδοχές και ως ένα βαθμό τουλάχιστον στον τελε- ολογικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας της Ιστορίας τόσο των προοδοκεντρικών ιδεολογιών όσο και κυρίως του μαρξισμού, για τον οποίο η διαλεκτική υπέρβαση του παρελθόντος (απόρριψη της ιδέας της ανα-γέννησης) μέσω των σύνθετων διεργασιών που ενεργοποιεί η επαναστατική διαδικασία είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για την πανανθρώπινη χειραφέτηση. �������������������������������������������������������������������������������������������� . Roger ����������������������������������������������������������������������������������������� Griffin, “Fascism’s New Faces (and New Facelessness) in the ‘���������������������� ����������������������� Post-fascist���������� ’��������� Epoch”·� “Da capo, con meno brio: Towards a More Useful Conceptualization of Generic Fascism”· όπως επίσης “Grey Cats, Blue Cows, and Wide Awake Groundhogs: Notes towards the Development of a ‘Deliberative Ethos’ in Fascist Studies”, Roger Griffin, Werner Loh, Andreas Umland (επιμ.), Fas- cism Past and Present, West and East. An international debate on concepts and cases in the comparative study of the extreme Right, Αννόβερο 2006, σ. 29-67, 243-283 και 411-457, αντίστοιχα. 25. Νίκος Ποταμιάνος, «Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού», Τα Ιστορικά, 45 (2006), σ. 525-526. 62 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ Οι λόγοι, κατά τη γνώμη μου, είναι τουλάχιστον τρεις: ο πρώτος σχετίζεται με τη μικρή ακόμα, αλλά πάντως δυναμικά αυξανόμενη και κατά μία έν- νοια και απομυθοποιητική σε πολλαπλά επίπεδα ιστοριογραφική παραγωγή· ο δεύτερος αφορά την εξακολουθητική παρουσία στη μεταπολιτευτική ελληνική ιστοριογραφία ιδεολογικών ταμπού, απόρροια μιας αρτιοσκληρωτικής μαρξι- στικής πολιτικής ορθότητας, τα οποία ουσιαστικά απαγορεύουν την απομυθο- ποιητική ενασχόληση με την «επάρατη Δεξιά»· τέλος, ο τρίτος έχει να κάνει με τον ίδιο τον διεπιστημονικό και ρευστό χαρακτήρα της νέας πολιτικής ιστορίας και της νέας διανοητικής ιστορίας, οι οποίες εύκολα κατηγορούνται για ακραία θεωρητικοποίηση και κατασκευή αφηρημένων ερμηνευτικών σχημάτων, ιδιαί- τερα μάλιστα σε μια περίοδο ρήξης της συνοχής του κυρίαρχου ιστοριογραφι- κού παραδείγματος. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα και της πρώτης δεκαετίας του 20ού και με καταλύτες α) την πτώχευση του 1893 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, β) την ταπεινωτική ήττα στον Πόλεμο του 1897 και γ) το Κίνημα στο Γουδί (1909) παρατηρείται μια εντα- τική μετάβαση από τον μετριοπαθή φιλελευθερισμό και τον «ήπιο κοινοβου- λευτισμό» προς το ιδεολογικό πρότυπο του καισαρισμού, του νεομοναρχικού αυταρχισμού και του συσσωματικού εθνικισμού, που έχει εμποτιστεί όμως με στοιχεία αντικοινοβουλευτισμού, πατερναλιστικού συντηρητισμού, αυταρχικού εκσυγχρονισμού και κορπορατισμού. Ακριβώς επειδή η γενέθλια συνθήκη του προτύπου αυτού, το οποίο έχει και πολλές εκλεκτικές συγγένειες με τη ριζο- σπαστική δεξιά, είναι η δυσανεξία προς τις «παθολογικές» εκδοχές της πολι- τικής νεωτερικότητας, όπως αυτή αντανακλάται στον ελληνικό «άκρατο» για τους πολεμίους του κοινοβουλευτισμό, για τον λόγο αυτό και συγχέεται συχνά με την ιδεολογική δυναμική που θα εκβάλει μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου στον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό. Συγκεκριμένα, τα διανοητικά και ιδεολογικά μορφώματα, που παραπέ- μπουν στον ευρύτερο αστερισμό της αυταρχικής και της επαναστατικής Δεξιάς και γενικότερα της πολιτικής αντίδρασης στην Ελλάδα, κάνουν κατ’ αρχήν την εμφάνισή τους στη σκέψη μιας ετερόκλητης ομάδας διανοουμένων, δημοσιολό- γων, πολιτικών και δημοσιογράφων, με χρονική αφετηρία το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και με σημεία αναφοράς τα ακόλουθα: ● την εχθρική, φοβική ή αμφίθυμη προσέγγιση της νεωτερικότητας (βιομη- χανοποίηση, αστικοποίηση, καπιταλιστικός μετασχηματισμός του πρωτο- γενούς τομέα της οικονομίας, μετανάστευση, πολιτισμικός εκσυγχρονι- σμός και καλλιτεχνικές πρωτοπορίες, εκκοσμίκευση και απομάγευση του κόσμου, εκδημοκρατισμός της πολιτικής, διεκδικήσεις για αναγνώριση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως και για μεταρρυθμιστικές ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 63 πολιτικές, κινητοποίηση των μαζών, συνδικαλισμός, εργατικό κίνημα, σο- σιαλισμός)·26 ● την πολεμική στη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ειδικότε- ρα στο δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας των ανδρών, το οποίο θε- σπίστηκε από το Σύνταγμα του 1864 και ολοκληρώθηκε με τον εκλογικό νόμο ΧΜΗ του 1877, όπως επίσης την κριτική στη θεσμοθέτηση της αρχής της δεδηλωμένης το 1875, που περιόρισε δραστικά τις εξουσιαστικές αρμοδιότητες του άνακτα·27 ● τον λόγο (discours) για την ελληνική ιστορική ιδιομορφία και για τον επείσακτο και μη οργανικό χαρακτήρα των ελληνικών αντιπροσωπευτι- κών θεσμών· ● την παθογένεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος (κομματισμός, σύ- στημα πελατείας – πατρωνείας) και την επισήμανση του παρασιτικού χαρακτήρα της κρατικοδίαιτης πολιτικής ολιγαρχίας (τα τζάκια)· ● την ξενοκρατία και τη συνωμοσιολογία, δηλαδή τη διάχυτη τάση που προ- έρχεται τόσο από συντηρητικές όσο και από προοδευτικές προκείμενες να ερμηνεύονται τα «δεινά» του Ελληνισμού και η «κακοδαιμονία» του ως απόρροια του φθόνου, της κακοβουλίας, των συνωμοτικών σχεδίων και της συμπαιγνίας των Μεγάλων Δυνάμεων και γενικότερα του «ξέ- νου παράγοντα»· τάση που καταλήγει ταυτόχρονα στη συλλογική απο- ενοχοποίηση και στην υπεραναπληρωτική δαιμονοποίηση της «ξενικής επέμβασης»·28 26. Ενδεικτικά Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, Οι φόβοι ενός αιώνα, Αθήνα 2008. Η Νίκη Μα- ρωνίτη («Βασιλευομένη Δημοκρατία: Λόγοι και πρακτικές (1864-1910)», Αντώνης Λιάκος, Έφη Γαζή (επιμ.), Η συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους. Διεθνές πλαίσιο, εξουσία και πολιτική τον 19ο αιώνα, Αθήνα 2008, σ. 91-118), προχώρησε σε μια εύστοχη εσωτερική περιοδολόγηση της δυναμικής του πολιτικο-ιδεολογικού παιγνίου στην Ελλάδα από την κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και τη θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας των ανδρών έως την αναρρίχηση στην εξουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου. Συγκεκριμένα, κάνει λόγο για την περίοδο των θεμελιώσεων (1875-1892), καθώς και για την περίοδο των δοκιμασιών (1892-1910), οπότε και κλιμακώνεται το αίσθημα αμφιθυμίας ή δυσανεξίας απέναντι στον ελληνικό κοινοβουλευτισμό. 27. Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909. Ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, πρόλογος Αριστόβουλος Μάνεσης, Αθήνα 1991. Η Νίκη Μαρωνίτη, «Βασιλευομένη Δημοκρατία», σ. 106-107, γράφει σχετικά: «Ο [βασιλέας] Γεώργιος [...] γνώριζε ότι η θεσμική και ιδεολογική επικράτηση της λαϊκής κυριαρχίας δεν ήταν καθολική. Υπήρχε η φιλομοναρχική τάση που είχε χάσει μια κρίσιμη μάχη [=1864, 1875, 1877], δεν είχε ωστόσο παραιτηθεί από τον πόλεμο. Ο φιλομοναρχικός παράγοντας θα ήταν στο πλευρό του, έτοιμος να υποστηρίξει τη θεσμική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του, να στηλιτεύσει και να υπονομεύσει τις δημοκρατικές διαδικασίες, και, κυρίως, να καταδείξει την απαξία της αρχής της πλειοψηφίας». 28. Σχετικά με την κριτική του ελληνικού πολιτικού συστήματος και τις διαδοχικές προσεγ- 64 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ● την πανταχού παρουσία του ιδεολογήματος της παρακμής, της έκπτωσης και του εκφυλισμού (=πολιτισμική απαισιοδοξία), αλλά και του αντί- παλου δέους τους, της εθνικής αναγέννησης, της ζωτικής ορμής και της δημιουργικής βούλησης, που συγκροτούν το διώνυμο «μεμψιμοιρία / βο- λονταρισμός», το οποίο και χαρακτηρίζει τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία· ● τον καταγγελτικό λόγο ενάντια στην αδυναμία του κράτους και ειδικότε- ρα του πολιτικού προσωπικού να προωθήσουν τον αναγκαίο εκσυγχρονι- σμό και να υλοποιήσουν τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις και το αλυτρωτικό όραμα της χώρας. Η επίγνωση της αδυναμίας αυτής οδήγησε αρχικά στη συμπλεγματική παραδοχή της υστέρησης ή της ενοχής των Νεοελλήνων και στη συνέχεια στην ίδια τη δυαδική λογική της αποσύνδεσης του «αι- ώνιου» έθνους από το τρωτό, κακέκτυπο και ανεπαρκές του κέλυφος, το κράτος· δηλαδή στη διάζευξη της ιδεατής από την πραγματική Ελλάδα.29 Για την ιδεολογική σκλήρυνση που παρατηρείται στην καμπή 19ου και 20ού αιώνα καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ήττα στον πόλε- μο του 1897, ένα ρόλο που είχε όμως προπαρασκευάσει ο εθνικός πυρετός και οι εξάρσεις μεγαλοϊδεατισμού που προκαλούσαν οι ευκαιριακές αναφλέξεις του Ανατολικού Ζητήματος. Η ήττα του 1897, η οποία τερμάτισε οδυνηρά την ανα- παραγωγή της νομιμοποιητικής βάσης που είχαν δημιουργήσει για το ελληνικό αντιπροσωπευτικό σύστημα η διανομή των εθνικών γαιών (1871) και το γενικότε- ρο πνεύμα του πολιτικού εξισωτισμού μετά το 1864, έγινε αντιληπτή ως η ανα- γκαία καθαρτήρια δοκιμασία που θα οδηγούσε το «παρακμάζον» ελληνικό έθνος στην ηθική και πολιτική του αναγέννηση.30 Μια αναγέννηση με διαφορετικά όμως ιδεολογικά πρόσημα ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα, τις προθέσεις και τα συμφέροντα όσων διαμόρφωναν το δημόσιο λόγο. Μέχρι το 1897 ο ελληνικός αντικοινοβουλευτισμός λειτουργεί μάλλον σαν εξορκισμός της μίζερης πραγματι- κότητας του ελληνικού κράτους μπροστά στην αδυναμία της εθνικής του ολοκλή- ρωσης και όχι σαν ένα συνεκτικό ιδεολογικοπολιτικό μόρφωμα με πραγματικά ή δυνητικά κοινωνικά ερείσματα και ιστορική προοπτική. Η ιδεολογική σκλήρυνση κορυφώνεται κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα καταλήγοντας στην έκρηξη του Κινήματος στο Γουδί (1909). Πριν το γίσεις του βλ. την εισαγωγή του Gunnar Hering στο θεμελιώδες έργο του Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μετάφραση Θόδωρος Παρασκευόπουλος, τ. 1, Αθήνα 2004, σ. 15-62. 29. Γιώργος Κόκκινος, «Η αποσύνδεση του έθνους από το κράτος, ο πολιτικός ανορθολο- γισμός και η συγκρότηση των εθνικών οργανώσεων στα τέλη του 19ου αιώνα. Το παράδειγμα της εταιρείας ‘Ο Ελληνισμός’», Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος (κ. ά.), Ο Πόλεμος του 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997), Σχολή Μωραΐτη – Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1999, σ. 231-250. 30. Στο ίδιο, σ. 245. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 65 καλοκαίρι του 1909 διαμορφώνονται πράγματι στην Ελλάδα συνθήκες «αμ- φισβήτησης του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος», οι οποίες αποτυπώ- νονται ανάγλυφα στο αίτημα της κάθαρσης και του συλλογικού εξαγνισμού, το οποίο, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να πάρει τη μορφή στρατιωτικού πραξικοπήματος ή επαναστατικής εκτροπής από τη συνταγματική νομιμότητα: αυξάνεται η ένταση «της δημόσιας κριτικής του πολιτικού βίου», εντείνεται η δυσαρέσκεια των μικροϊδιοκτητών της Πελοποννήσου, των καταπιεσμένων κολίγων της Θεσσαλίας, αλλά και των εργατών και των μικροαστικών στρω- μάτων στις πόλεις από τις φορολογικές επιβαρύνσεις και την κακή δημοσιο- νομική κατάσταση της χώρας, οξύνεται το κοινωνικό ζήτημα και πυκνώνουν οι απεργίες από το 1903, παίρνει καταιγιστικό χαρακτήρα η καταγγελιολο- γία εναντίον του νεποτισμού και της αναξιοκρατίας, κυριαρχεί η ιδεοληψία του εθνικού εκφυλισμού και της γενικευμένης παρακμής, διαμορφώνεται ένα ισχυρό αντιδυναστικό ρεύμα, ενώ πλήττεται καίρια η εικόνα του πολιτικού κόσμου από την εφεκτική στάση του ελληνικού κράτους στο Κρητικό Ζήτημα. Παρά ταύτα, η παροξυσμική αποδοκιμασία του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος δεν επέφερε την ανατροπή του κατεστημένου, επειδή το ριζοσπα- στικό αίτημα της κάθαρσης και της αλλαγής τεχνηέντως πήρε σάρκα και οστά μέσα στο πλαίσιο που όρισαν η συνταγματική νομιμότητα, ο επιτελικός νους του Ελευθερίου Βενιζέλου, η ευελιξία του βασιλέα Γεώργιου Α’, αλλά βεβαίως και η συγκαταβατικότητα ή, με άλλα λόγια, η επίγνωση της ήττας του «παλαι- ού πολιτικού κόσμου».31 Ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ανιχνεύονται πράγματι στην ελληνική διανοητική σκηνή, στον Τύπο (εφημερίδες Ώρα, Παλιγγενεσία, Εφημερίς, Νέα Ημέρα),32 στο δημόσιο λόγο γενικότερα και στον πολιτικό βίο, διάσπαρτες ιδέες, που προέρχονται από το νεφελώδες και ασυστηματοποίητο ακόμα μόρφωμα του πολιτικού ανορθολογισμού: μιας καθολικευτικής ιδεολο- γικής μήτρας, τηρουμένων των αναλογιών αντίστοιχης της αντεπανάστασης,33 η οποία συνενώνει σε έναν ευρύ αστερισμό νοημάτων όλο το φάσμα των ιδεολο- γικών μορφωμάτων που αντιβαίνουν στον φιλελευθερισμό και στον μαρξιστικό εξισωτισμό. (Η προσγραφή του όρου ανορθολογισμός μόνο στις συντηρητικές , Τα πολιτικά κόμματα, τ. 2, σ. 681-853. Βλ. και Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική 31. Hering�� �������� εξουσία και εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα, 1880-1910, Αθήνα 2009, σ. 458-459. 32. Για την αποτύπωση του ιδεολογικού αυτού κλίματος στις σατιρικές εφημερίδες της εποχής βλ. Λίνα Λούβη, Περιγέλωτος Βασίλειον. Οι σατιρικές εφημερίδες και το Εθνικό Ζήτημα (1875-1886), Αθήνα 2002. . Arno J. Mayer, Dynamics of Counterrevolution in Europe, 1870-1956. An Analytic Frame- ������������������ work, Evanston, Νέα Υόρκη - Λονδίνο 1971. Επίσης του ίδιου, The Persistence of the Old Regime. Europe to the Great War, Νέα Υόρκη 1981. 66 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ πολιτικές ιδεολογίες δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν - λιγότερα βεβαίως - ανορ- θολογικά στοιχεία και στις πολιτικές ιδεολογίες της χειραφέτησης). Αναφέρομαι στις ιδέες της παραδοσιαρχίας και της πολιτικής αντίδρασης, του πολιτικού ρο- μαντισμού, του ηρωϊκού πολιτισμικού πεσσιμισμού αλλά και του ελιτιστικού βο- λονταρισμού, του αυταρχικού συντηρητισμού, του αντικοινοβουλευτισμού και του αυταρχικού φιλελευθερισμού, του νεομοναρχικού αυταρχισμού, του βιολογικο- πολιτισμικού εθνικισμού, του κρατικού κορπορατισμού, του από καθέδρας σο- σιαλισμού και του αυταρχικού πατερναλισμού, του κοινωνικού δαρβινισμού, της ευγονικής και του ρατσισμού. Εντούτοις, σε αντίθεση με τους άλλους ευρωπαίους θιασώτες του πολιτικού ανορθολογισμού, η συντριπτική πλειονότητα των ελλήνων διανοουμένων, δημοσιογράφων και πολιτικών, που προπαγανδίζουν τις ιδέες αυ- τές (Π. Καλλιγάς, Ν. Καζάζης, Αναστ. Βυζάντιος, Δ. Βερναρδάκης, Ιω. Σπηλιω- τάκης, Σπ. Βαλαωρίτης, Κ. Μαυρομιχάλης, Αρ. Θεοδωρίδης, Π. Γιαννόπουλος, Ί. Δραγούμης, Π. Βλαστός, Μάρκος Τσιριμώκος και άλλοι)34, δεν απορρίπτει αξιω- ματικά και συνολικά το παράδειγμα του μετριοπαθούς πολιτικού και κυρίως του οικονομικού φιλελευθερισμού. Κάθε άλλο μάλιστα, εφόσον επιλέγουν μια στάση αμφιθυμίας, καιροσκοπισμού και εφεκτικότητας ή σταδιακά τη μετατόπιση από τη λογική του κράτους χωροφύλακα σε αυτή του πατερναλιστικού παρεμβατικού κράτους. Οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί της ομάδας αυτής παραμένουν μάλλον κοινωνικά και πολιτικά μετέωροι, δεδομένου ότι δεν αποκτούν ισχυρά πολιτι- κο-κοινωνικά ερείσματα, παρά την έλξη που ασκεί και το μαγνητικό πεδίο που δημιουργεί ο αντικοινοβουλευτικός λόγος, ειδικά κατά την περίοδο της κρίσης νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος μεταξύ των ετών 1897-1909. Με άλλα λόγια, η κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν δημιουργεί, όπως στη Γαλλία, συνθήκες ριζοσπαστικής αντικοινοβουλευτικής εκτροπής, αφού άλλωστε δεν συγκροτείται μαζικό πολιτικό κίνημα ανάλογο της ξενοφοβικής, αντισημι- τικής, αντισοσιαλιστικής και μοναρχικής γαλλικής επαναστατικής Δεξιάς. Στην 34. Η ιδιομορφία και η απήχηση του Ίωνα Δραγούμη προσέλκυσαν προνομιακά το εν- διαφέρον των ερευνητών. Χαρτογραφώντας την ιδεολογία και την πολιτική του σκέψη σε αναφορά με αυτές του Maurice Barrés, η Ρένα Σταυρίδη – Πατρικίου, Οι φόβοι ενός αιώνα, σ. 163-191, θεωρεί ως κόμβους τους τα ακόλουθα στοιχεία: α) τον εθνικισμό και κυρίως τις ιδέες της λατρείας των προγόνων, της μοναδικότητας, της υπεροχής και της πολιτισμικής αυτάρκειας του ελληνικού έθνους, καθώς και της εκλεκτικής οικείωσης από αυτό των πολι- τισμικών συστημάτων Ανατολής και Δύσης, β) τον αντικοινοβουλευτισμό, γ) την εχθρότητα στον σοσιαλιστικό διεθνισμό, παράλληλα όμως και την πίστη στην ιστορική αναγκαιότητα του πατερναλιστικού κρατικού παρεμβατισμού και του από καθέδρας σοσιαλισμού, δ) την εχθρό- τητα στον κοσμοπολιτισμό, ε) την καταδίκη του αντιμιλιταρισμού, στ) τον αντιδυτικισμό ή και την αμφιθυμία απέναντι στον δυτικό πολιτισμό, ζ) τον ελληνο-οθωμανισμό, η) τον μοναρχισμό και τον αντιβενιζελισμό, θ) τον πολιτικό μεσσιανισμό και την πίστη στη χαρισματική ηγεσία, ι) τον δημοτικισμό και ια) τον αντισημιτισμό. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 67 περίπτωση ιδιαίτερα του Νεοκλή Καζάζη η μετάβαση από τον αυταρχικό φιλε- λευθερισμό στον αντικοινοβουλευτισμό γίνεται οπωσδήποτε μετά το 1879 αφού τότε ακόμα ασκώντας κριτική στον γάλλο ιστορικό Adolphe Thiers τον κατηγορεί ότι προσέδωσε ηθικό κύρος στη βίαιη επιβολή του «τυράννου» Ναπολέοντα νο- μιμοποιώντας την καισαρική / δικτατορική αρχή και τον βοναπαρτισμό. Μια και- σαρική αρχή που βεβαίως γινόταν μισητή ακριβώς επειδή έδινε σκήπτρο εξουσίας στις ιδέες της «αιματοβαμμένης» Γαλλικής Επανάστασης.35 Η μόνη σοβαρή απόπειρα κοινωνικο-πολιτικής έδρασης του πολιτικού ανορθολογισμού στην Ελλάδα - μέχρι τουλάχιστον το τέλος της πρώτης δε- καετίας του 20ού αιώνα - είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτή που αφορά την συ- γκρότηση και τον κεντρικό παρεμβατικό ρόλο των εθνικών εταιρειών (Εθνική Εταιρεία, Εταιρεία ο Ελληνισμός). Συγκεκριμένα την ανάμειξή τους στην έκρηξη και την αρνητική έκβαση του πολέμου του 1897, την ευρεία γεωγρα- φική διασπορά του δικτύου τους εντός και εκτός του ελληνικού κράτους, τη διείσδυσή τους στο πολιτικό σύστημα και στον στρατό, σε κρίσιμες κοινωνι- κές ομάδες (πανεπιστημιακοί καθηγητές, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι) και στην πανεπιστημιακή νεολαία, την επιλεκτική συμπόρευσή τους με επαγγελ- ματικά σωματεία και συντεχνίες και την οργανωτική λειτουργία τους στην κινητοποίηση της φοιτητικής νεολαίας και - τηρουμένων των αναλογιών - των μαζών.36 Θεωρώ ως κυριότερο, αν όχι αντιπροσωπευτικότερο, πολιτικό στοχαστή και οργανωτή του ιδεολογικού αυτού κλίματος τον Νεοκλή Καζάζη, καθηγητή της Νομικής Σχολής, πρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου το 1902-1903, ηγέτη της εθνικιστικής εταιρείας «Ο Ελληνισμός», αλλά και βουλευτή Αττικοβοιωτίας στην Α´ Διπλή Αναθεωρητική Βουλή του 1910, η σκέ- ψη και η πολιτική δράση του οποίου έχει ως πλαίσιο αναφοράς τον πολιτικό ανορθολογισμό. Με γνώμονα την περίπτωση Καζάζη, οι προβληματισμοί, η επιχειρηματολο- γία και οι θέσεις των ελλήνων αντικοινοβουλευτικών θεωρητικών στην καμπή 35. Γιώργος Κόκκινος, «Η ιστορική κουλτούρα της ελληνικής ακαδημαϊκής διανόησης του τέλους του 19ου αιώνα και η εμπέδωση του τρίσημου σχήματος της Ελληνικής Ιστορίας. Η θεωρία της Ιστορίας του καθηγητή της νομικής σχολής Νεοκλή Καζάζη (1849-1936)», Καίτη Αρώνη – Τσίχλη, Λύντια Τρίχα (επιμ.), Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η εποχή του. Πολιτικές επιδιώξεις και κοινωνικές συνθήκες, Αθήνα 2000, σ. 446. 36. Βλ. ενδεικτικά Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος (κ. ά.), Ο Πόλεμος του 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997), Σχολή Μωραΐτη – Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1999. Επίσης βλ. Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος, ‘Η ευγενής μας τύφλωσις....’. Εξωτερική πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα 1999, σ. 3-183, καθώς και Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική εξουσία, σ. 104-120. 68 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ 19ου και 20ού αιώνα κινούνται σαν εκκρεμές ανάμεσα στον συντηρητικό ή αυταρχικό φιλελευθερισμό (περιορισμός του δικαιώματος ψήφου, κατάλυση της κομματικής ολιγαρχίας, κατάργηση της πολιτικής συναλλαγής, ενίσχυση του ρόλου της βασιλείας, ενδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας, αποδυνάμω- ση των νομοθετικών αρμοδιοτήτων της Βουλής μέσω της ίδρυσης Γερουσίας) και στην αυταρχική και ριζοσπαστική Δεξιά. Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι στο σημείο της πολεμικής εναντίον του «ολιγαρχικού» / πελατειακού ελληνικού κοινοβουλευτισμού η τοποθέτηση του Καζάζη συγκλί- νει σε καίριο βαθμό με αυτή του Χαρίλαου Τρικούπη (διεύρυνση εκλογικής περιφέρειας, μείωση του αριθμού των βουλευτών, δημιουργία προσκομμάτων εκλογής αξιωματικών, εγκαθίδρυση του δικομματισμού).37 Βαθμιαία μόνο και κυρίως προς τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα οι διάσπαρτες αυτές ιδέες τείνουν να συστηματοποιηθούν, να αποκτήσουν εσωτερική συνοχή, παρά τον διάχυτο εκλεκτικισμό και τις επιλεκτικές προσαρμογές των αρχικών μεταπρατών ή φορέων τους, πολιτική βάση και κοινωνικά ερείσματα (κινη- τοποίηση των συντεχνιών στο κίνημα του Γουδί, αντιβενιζελισμός, Εθνικός Διχασμός, καταδίκη του δημοτικισμού και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, αντικομμουνισμός, ίδρυση Πανελλήνιας Ένωσης Κοινωνικής Αμύνης με πρωτο- βουλία του Καζάζη το 1928). Τείνουν επίσης να ριζοσπαστικοποιηθούν ερω- τοτροπώντας με τον φασισμό, λόγω της σοβούσας κρίσης του πολιτικού συστή- ματος, των δικτατορικών εκτροπών και των έντονων κοινωνικών και πολιτισμι- κών προβλημάτων που δημιούργησε η αναγκαστική έλευση των προσφύγων, αλλά και η παρουσία μειονοτήτων στο χώρο της Μακεδονίας, της Ηπείρου και Νεοκλής Καζάζης (1849-1936) 37. Θανάσης Μποχώτης, «Η κριτική του κοινοβουλευτισμού από τον Χαρίλαο Τρικούπη και τα εκλογικά νομοσχέδια του 1886», Αρώνη – Τσίχλη, Τρίχα (επιμ.), Ο Χαρίλαος Τρι- κούπης, σ. 201-225. Όμως η σύμπτωση αυτή, αντίθετα με όσα πρεσβεύει ο Θ. Μποχώτης, δεν είναι απόδειξη «του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα της [εκλογικής] μεταρρύθμισης» Τρι- κούπη. Η ταύτιση απόψεων προσδιορίζει ένα αναγκαίο μέτρο πολιτικού εκσυγχρονισμού που αποσκοπεί στη θεραπεία όψεων της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος και δεν αντιβαίνει διόλου προς τα προτάγματα και τις πρακτικές του ευρωπαϊκού πολιτικού φιλελευθερισμού. ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 69 της Δυτικής Θράκης. Όμως οι ιδέες αυτές δεν κατόρθωσαν, παρ’ όλα αυτά, να δημιουργήσουν συνθήκες μαζικής κινητοποίησης για την εκπόρθηση του κοινοβουλευτισμού. Ωστόσο, παρά τη διάχυτη τροπή προς ριζοσπαστικές ανα- ζητήσεις κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου – ενδογενή και εξωγενή – δι- ανοούμενοι, όπως ο Καζάζης, ελιτιστές, συντηρητικοί και παραδοσιακοί ως προς την αντίληψη του πολιτικού τους ρόλου, παρέμειναν προσδεδεμένοι στο άρμα της γενικότερης προάσπισης του κατεστημένου: εξακολούθησαν δηλαδή να εμφορούνται από μια αμυντική ιδεολογία που προσλάμβανε με αμφιθυμία τη δυτική νεωτερικότητα (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό του Ίωνα Δραγούμη)38, κατά το πρότυπο του Alexis de Tocqueville39, έδειχνε εμπιστοσύ- νη στην κανονιστικότητα του παρελθόντος και ατένιζε το παρόν και το μέλ- λον με όρους προϊούσας κρίσης και παρακμής (πολιτισμική απαισιοδοξία). Η «αριστοκρατική» αυτή στάση εκφράστηκε ανάγλυφα κατά την ίδια περίοδο στην ευρωπαϊκή σκηνή από τη σκέψη του Oswald Spengler, του πρωθιερέα του πολιτισμικού πεσσιμισμού, ο οποίος, ως γνωστόν, αρνήθηκε να κάνει το κρίσιμο βήμα που θα τον οδηγούσε από την αυταρχική και ριζοσπαστική Δε- ξιά στον εθνικοσοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό.40 Κατ’ ανάλογο τρόπο, και οι διανοούμενοι – πολιτικοί ακτιβιστές του «κλίματος Καζάζη», απορρίπτοντας το ενδεχόμενο της ολοκληρωτικής πολιτικής κινητοποίησης, αρνήθηκαν να προ- σχωρήσουν στη φασιστική ρητορική, στη γοητεία του ολοκληρωτισμού και στις τελετουργικές πρακτικές που επικεντρώνονταν στην αισθητικοποίηση της πο- λιτικής και στη μαζοποίηση του πολιτικού βίου. Από τη μια πλευρά, ο Καζάζης απορρίπτει κατηγορηματικά τη στατική θεώρηση του κόσμου, αλλά μένει πιστός στις ιδέες του ελιτισμού, της φυσικής ανισότητας και της φυλετικής ιεραρχίας, του καισαρισμού και της χαρισματι- κής ηγεσίας, της ηθικολογικής προσέγγισης της πολιτικής και της αναγνώρισης της εγγενούς ανορθολογικότητας του ανθρώπινου όντος, νιώθοντας ασφυξία μπροστά στο ενδεχόμενο της πολιτικής μαζοποίησης, αν και χρησιμοποιεί τη φοιτητική νεολαία του «Ελληνισμού» ως μηχανισμό πολιτικής κινητοποίησης στην κρίση του Κρητικού Ζητήματος και στο Μακεδονικό. Από την άλλη, δεν εγκλωβίζεται, όπως θα έκανε ένας αυθεντικός αντιδραστικός ή συντηρητικός, στη νοσηρή νοσταλγία ενός «χρυσού αιώνα», αλλά επιχειρεί το συγκερασμό 38. Σταυρίδη – Πατρικίου, Οι φόβοι ενός αιώνα, σ. 159 και 166. 39. Alexis����������������� ����������������������� de�������������� ����������������, Η δημοκρατία στην Αμερική (1835-1840), μετάφραση Μπά- Tocqueville�� ������������� μπης Λυκούδης, εισαγωγή Γιώργος Μανιάτης, Αθήνα 1996. . H. Stuart Hughes, Oswald Spengler. A Critical Estimate, Νέα Υόρκη 1962, σ. 120-136. Βλ. ��������������������� την επιτομή της σκέψης του Spengler στο βιβλίο του, Η παρακμή της Δύσης. Περιγράμματα μιας μορφολογίας της παγκόσμιας ιστορίας, μετάφραση – σημειώσεις Λευτέρης Αναγνώ- στου, τ. 1, Μορφή και πραγματικότητα, τ. 2, Κοσμοϊστορικές προοπτικές, Αθήνα 2004. 70 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ παλαιού και νέου, μια επιλεκτική, θα μπορούσαμε να πούμε, προσαρμογή στην πραγματικότητα με σημαία τον αυταρχικό εκσυγχρονισμό, στον βαθμό βεβαίως που δεν αμφισβητούνται οι κατεστημένες αυθεντίες, ιεραρχίες και αντιλήψεις του κόσμου του. Στη σκέψη του Καζάζη εντοπίζουμε δηλαδή όλα σχεδόν τα στρώματα του παλίμψηστου των ιδεών της ευρωπαϊκής δεξιάς στο μεταίχμιο 19ου και 20ου αιώνα. Πάνω στο αρχικό στρώμα της παραδοσιολα- τρείας ενός de Maistre και του σκεπτικιστικού πραγματισμού ενός Edmund Burke επικάθονται άναρχα ο νεομοναρχικός αυταρχισμός και ο συσσωματικός εθνικισμός, ο κορπορατισμός, ο εργαλειακός εκσυγχρονισμός, ο κοινωνικός συ- ντηρητισμός και ταυτόχρονα ο βολονταρισμός. Η ερμηνευτική προσέγγιση, που μόλις περιέγραψα, αποτυπώνεται στο βιβλίο μου Ο πολιτικός ανορθολογισμός στην Ελλάδα. Το έργο και η σκέψη του Νεοκλή Καζάζη (1849-1936), Αθήνα 1996. Στο βιβλίο αυτό επιχειρήθηκε, με εργαλεία που προέρχονται από όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών και όχι αποκλειστικά από την ιστορία των ιδεών, τη διανοητική ιστορία και την πο- λιτική επιστήμη, η θεωρητικοποίηση των πραγματολογικών δεδομένων, δηλαδή η χαρτογράφηση, η δομική ανάλυση και η γενεαλογική προσέγγιση των ιστορικών διαδρομών και των οσμώσεων των ετερογενών ιδεών του πολιτικού ανορθολο- γισμού στην ελληνική και την ευρωπαϊκή διανοητική και ιδεολογική σκηνή από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έως και τον Μεσοπόλεμο, με ενδεικτικό πεδίο μελέτης το ευρύ και πολυσχιδές έργο του Καζάζη. Επιχειρήθηκε δηλαδή η αποτύπωση των διανοητικών και ιδεολογικών κατηγοριών που θα καθιστούσαν δυνατή την ερμηνευτική ανακατασκευή της σύνθετης ιστορικής πραγματικότη- τας, μέσω της συγκρότησης του ελληνικού ιδεότυπου του πολιτικού ανορθολογι- σμού. Οι αναλυτικές κατηγορίες που χρησιμοποίησα είναι οι ακόλουθες: ● ο βιολογικά και πολιτισμικά επικαθορισμένος, επιθετικός και μισαλλόδο- ξος εθνικισμός, που έχει ως οργανωτικές αρχές την ιδεοληψία της ιστορι- κής συνέχειας, της ανωτερότητας και της ιστορικής αποστολής, καθώς και την αναζήτηση ζωτικού χώρου· ● η απηνής κριτική στον κακέκτυπο ελληνικό κοινοβουλευτισμό (επείσα- κτοι θεσμοί, πολιτική ολιγαρχία, καθολική ψηφοφορία ανδρών, αρχή της δεδηλωμένης, πελατεία-πατρωνεία, ανίκανο κομματικοποιημένο κράτος, χαλάρωση ή διάσπαση των ενοποιητικών δεσμών του έθνους)41 και στην 41. Η Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική εξουσία, σ. 118, γράφει σχετικά: «Η αναγωγή της ελλη- νικής ‘κακοδαιμονίας’ στον φαύλο και χρεοκοπημένο τρόπο που λειτούργησε ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός οδηγεί τον Καζάζη στην αναγκαιότητα κατάδειξης όχι μόνο των μέσων για τη θεραπεία του, αλλά και της μοναδικής, σωτήριας για το έθνος, λύσης: της υπέρβασης ή κατάργησης του ελληνικού αντιπροσωπευτικού συστήματος. [...] Ως πρόδηλα ελαττώματά του καταχωρίζονται η πολιτική αναρχία και ρευστότητα, η φθοροποιός μικροπολιτική των ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 71 παθολογία του πολιτικού φιλελευθερισμού γενικότερα. Ενδεικτικά αξίζει να αναφερθεί ότι, κατά τη γνώμη του Καζάζη, η αρχή της δεδηλωμένης μετατρέπει τον ανώτατο άρχοντα σε «απλούν νευρόσπαστον της εκάστο- τε κρατούσης φατρίας»,42 ομολογώντας, παράλληλα, «το αλάθητον της κοινοβουλευτικής εξουσίας»43 · ● η προσήλωση στον θετικιστικό επιστημονισμό και στο αίτημα της ανά- γνωσης της ιστορικής εξέλιξης από την οπτική γωνία της νομολογικής «κοινωνικής φυσικής» ώστε να κατανοηθούν οι ιστορικές νομοτέλειες και να δικαιωθεί ή να απονομιμοποιηθεί κατά περίπτωση το παρόν· ● ο επιστημονικοφανής ρατσισμός, η φυλετική ανάγνωση της Ιστορίας, η ευγονική και ο κοινωνικός δαρβινισμός· ● η ελιτιστική θεώρηση της Ιστορίας· ● η αντίληψη της ιστορικής αναγκαιότητας της χαρισματικής ηγεσίας· ● ο φόβος των μαζών και η πολεμική στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό· ● η υπεράσπιση των παραδοσιακών κοινωνικο-πολιτικών θεσμών και ο υπερθεματισμός της οργανικότητάς τους· ● η παρεμβατική λειτουργία του πατερναλιστικού και αυταρχικού κράτους, ενός οιονεί «οργανικού», θα μπορούσαμε να πούμε, κράτους, με σκοπό αφενός μεν την εξομάλυνση των ταξικών συγκρούσεων και την ενσωμά- τωση ή αδρανοποίηση των «επικίνδυνων» κοινωνικών τάξεων, αφετέρου δε τον επιλεκτικό εκσυγχρονισμό. Γενικεύοντας και συνοψίζοντας, ταυτόχρονα, την προβληματική που ανέ- πτυξα, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι, δεδομένων των εξισωτικών ροπών της ελληνικής κοινωνίας44 και της λειτουργίας του πολιτικού φιλελευθερισμού ως κομμάτων, η κακοδιοίκηση και η απουσία θεσμών. Όλα αυτά στοιχειοθετούν, κατά τον Καζά- ζη, τεκμήρια του στρεβλού και ευτελισμένου τρόπου που εφαρμόζεται ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα. Ένας κοινοβουλευτισμός που δεν ταξινομείται στην κατηγορία του ήπιου, με- τριοπαθούς ευρωπαϊκού κοινοβουλευτισμού, αλλά στην εξαιρετική κατηγορία του ‘άκρατου’ αντιπροσωπευτικού συστήματος». 42. Νεοκλής Καζάζης, Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι, Αθήνα 1919, σ. 117. 43. Νεοκλής Καζάζης, Ψυχολογία του Βουλγάρου, χ.χ., σ. 346. 44. Ο δημοκρατικός εξισωτισμός στην Ελλάδα του 19ου αιώνα – και μάλιστα αντιστικτικά προς τη Δυτική Ευρώπη - δεν είναι μόνο συνταγματικό κεκτημένο ή κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά αποτυπώνεται ανάγλυφα και στο επίπεδο της νοοτροπίας και του συλλογικού φαντασιακού. Πειστική μαρτυρία για του λόγου το αληθές προσφέρει το λαϊκό μυθιστόρημα και η παραλογο- τεχνία των τεσσάρων τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα· ενδεικτικές περιπτώσεις είναι Η Κλεονίκη του Β. Ι. Α(ναστασιάδη) που εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1867, καθώς και Η μητρι- κή στοργή του Οδυσσέα Ιάλεμου, ιδεολογικού συνοδοιπόρου του Νεοκλή Καζάζη, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολή το 1875. Στη σελίδα 67 του πρώτου βιβλίου διαβάζουμε τα εξής χαρα- κτηριστικά: «Εν Ελλάδι, τη κοιτίδι ταύτη του πολιτισμού και της ελευθερίας, πάντες εισίν όμοιοι, πάντες ίσοι. Αλέξανδρος ή Δημήτριος καλείται ο απλούς πολίτης, Αντώνιος ή Κωνσταντίνος και ο 72 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ κρατικής ιδεολογίας στην Ελλάδα, μετά την καθιέρωση της βασιλευομένης δη- μοκρατίας, την κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας, τη θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας των ανδρών (1864) και της ισχύος της αρχής της δεδηλωμένης (1875)45, στην πλειονότητά τους οι προσωπικότητες της πολιτικής ζωής, της διανόησης και της δημοσιογραφίας, οι οποίες κατά τη χρονική περίοδο 1864- 1911 επικαλέστηκαν το επιχείρημα της ελληνικής ιστορικής ιδιομορφίας, της μη οργανικότητας των αντιπροσωπευτικών θεσμών, της πολιτικής ανωριμότητας τόσο του πολιτικού προσωπικού όσο και του ελληνικού λαού γενικώς, καθώς και του αποσταθεροποιητικού ρόλου των παρεφθαρμένων ή μη συγκερασμένων αντιπροσωπευτικών θεσμών στην ενότητα του έθνους, δεν προσέδωσαν στην κριτική τους χαρακτήρα ακραίας, ανυποχώρητης και ριζοσπαστικής πολεμικής με στόχο τη ριζική εκτροπή του πολιτικού συστήματος και την ανατροπή των κοινοβουλευτικών θεσμών στο όνομα μιας εξ υπαρχής εχθρικής στον πολιτικό φιλελευθερισμό ιδεολογίας. Άλλωστε, η απουσία προγραμματικής εχθρότητας εκ μέρους τουλάχιστον του Καζάζη προς τον φιλελευθερισμό πιστοποιείται από τη μεγάλη συχνότητα των αναφορών του σε διανοητές, φιλοσόφους και ιστορι- κούς της φιλελεύθερης παράδοσης, όπως οι Montesquieu, Rousseau, Tocqueville, Saint-Simon, Kant, Gervinus, Locke, Bentham, Malthus, Spencer, Stuart Mill, Macaulay, κ.ά.46 Συνεπώς, η πολεμική ενάντια στην αλλοτριωμένη μορφή του ανώτατος άρχων· ουδείς τίτλος διακρίνει τον μεν του ετέρου. Ο ήρως τιμάται δια του σεβασμού των συμπολιτών του, η δε φωνή του λαού, ισχυροτέρα και διαρκεστέρα οίας δήποτε περγαμηνής, καταδεικνύει αυτόν εις τους ξένους. Η Δύσις εφηύρε τους τίτλους των κομήτων, βαρώνων κλπ., ημείς όμως έχομεν τον αμάραντον της δόξης στέφανον. Πότερος ο ενδοξότερος;». Αντίστοιχα και στο δεύτερο, σελίδες 7-8 υπάρχουν τα ακόλουθα: «παρ’ ημίν ούτε ο μεσαιών εγκατέλιπεν ίχνη κοινωνικής ανισότητος, ούτε η ξένη κατάκτησις εγκαθίδρυσεν έξεις, θεσμούς και νόμους καθι- ερούντας ανυπέρβλητα μεταξύ των τάξεων μεσοπύργια», εφόσον «εν τη Ανατολή οπωσδήποτε δεν υπάρχουσιν απόκληροι τάξεις, τίτλοι και κοινωνικά μίση δεν χωρίζουσι τους ανθρώπους, οι εργάται δεν πολεμούσι τους κεφαλαιούχους, οι γεωργοί δεν αποστρέφονται τους γεωκτήμονας». Βλ. σχετικά, Παναγιώτης Μουλλάς, Ο χώρος του εφήμερου. Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα, Αθήνα 2007, σ. 176-177, ειδικά την υποσημ. 4. 45. Ο Γιώργος Β. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, τόμος 2, Αθήνα 2009, στα κεφάλαια Η1, Η2, Η3 και Η4 συσχετίζει δομικά την κυριαρχία του πολιτικού φι- λελευθερισμού στην Ελλάδα και την πίστη στην κοινοβουλευτική νομιμότητα με την ειρηνική πραγματοποίηση των τριών βασικών μεταρρυθμίσεων, της αγροτικής, της φορολογικής και αυτής του πιστωτικού συστήματος, και ειδικότερα με τον μηχανισμό των επιπαροχών στα αγροτικά στρώματα, των υπερπαροχών στα ανώτερα αστικά στρώματα και των αντιπαροχών στα κατώτερα αστικά στρώματα. 46. Βλ. σχετικά Γιώργος Κόκκινος, Ο πολιτικός ανορθολογισμός στην Ελλάδα. Το έργο και η σκέψη του Νεοκλή Καζάζη (1849-1936), Αθήνα 1996, σ. 378-380. Για τη διείσδυση του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ελλάδα και τη μετατόπιση του κέντρου βάρους του εγχώριου φιλελευθερισμού από το γαλλικό στο βρετανικό πρότυπο αναφοράς βλ. Πασχάλης Μ. Κιτρο- μηλίδης, «Η επιρροή της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης στην ανάπτυξη του Φιλελευθερισμού ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ 73 ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν σήμαινε απαραιτήτως, όπως τουλάχιστον εικάζω, και ριζική αμφισβήτηση του πολιτικού φιλελευθερισμού, αλλά, σε αρ- κετές περιπτώσεις, την αναζήτηση επιλεκτικών και εκλεκτικιστικών προσαρ- μογών, που χωρίς να καταλύουν -παρά μόνο συγκυριακά- τη νομιμότητα, θα επέτρεπαν πρωτίστως την πρωτοκαθεδρία μιας υπερκομματικής εκτελεστικής εξουσίας (ατομικής ή συλλογικής) και δευτερευόντως την πλαισίωσή της από ένα αριστίνδην συγκροτημένο νομοθετικό σώμα δίκην Γερουσίας. Παράλληλα, οι διανοούμενοι του «κλίματος Καζάζη» είχαν επίγνωση ότι δεν εξέφραζαν ένα συγκροτημένο και ισχυρό πολιτικό φορέα ή μια κοινωνική συμμαχία, αν και πολύ θα ήθελαν να δημιουργήσουν γόνιμες συνθήκες για την ιστορική τους ανάδυση. Η κριτική τους μάλλον αποσκοπούσε στην κατάδειξη της συ- μπτωματολογίας και στην υπέρβαση της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος, καθώς και στην επιλεκτική προσαρμογή του τελευταίου σε δύο ισχυρά πρότυπα διακυβέρνησης: στο αγγλικό, το οποίο διακρινόταν για τον μετριοπαθή φιλελευθερισμό και τη στατικότητα των θεσμικών δομών και πρα- κτικών του, και κυρίως στο γερμανικό, ειδοποιά γνωρίσματα του οποίου ήταν ο δεσπόζων και καθοριστικός ρόλος της μοναρχίας, η κυριαρχία του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών, η υπερενισχυμένη εκτελεστική εξουσία, ο πο- λιτικός αυταρχισμός και το περιορισμένο φάσμα των πολιτικών ελευθεριών ή η επιλεκτική περιστολή τους, ο κρατικός πατερναλισμός και η δόμηση θεσμών κοινωνικής πρόνοιας με σκοπό την πρόληψη της επαναστατικής δυναμικής και την επιλεκτική ενσωμάτωση των μαζών. Απεναντίας, το πρότυπο της Τρί- της Γαλλικής Δημοκρατίας αποδοκιμαζόταν ως ο «πίθος των Δαναϊδων» του άκρατου φιλελευθερισμού.47 Σε πολλές επίσης περιπτώσεις η αντικοινοβου- λευτική κριτική και η ρητορική απαξίωση του αντιπροσωπευτικού συστήματος στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα συνδεόταν με το διαρκώς επιτεινόμενο συλλογικό άγχος που προξενούσε στην ελληνική κοινωνία η αδυναμία προώ- θησης του οικονομικού εκσυγχρονισμού και η επώδυνη αναστολή των εθνικών προσδοκιών και των «μεγάλων ελπίδων», η σύγκρουση, με άλλα λόγια, μεταξύ συλλογικών ιδεοληψιών και πραγματικότητας.48 Η αντικοινοβουλευτική επι- χειρηματολογία δεν είχε δηλαδή, όπως τουλάχιστον υποστηρίζω, δομικό, αλλά στην Ελλάδα», Αραμπατζής (κ. ά.), Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα. Φιλελεύθερη θεωρία και πρακτική στην πολιτική και στην κοινωνία της Ελλάδος, Αθήνα 1991, σ. 49- 73. Ο Κι- τρομηλίδης διαπιστώνει ότι κατά τη δεκαετία του 1860 συγκροτείται στον αστερισμό των φιλελεύθερων ιδεών στην Ελλάδα ένας ιδεολογικός κανόνας που συντίθεται από τη σκέψη των Montesquieu, Tocqueville, Bentham, Constant, Macaulay και Mill. 47. Σταυρίδη-Πατρικίου, Οι φόβοι ενός αιώνα, σ. 202-203. 48. Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988. 74 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ μάλλον συγκυριακό χαρακτήρα, αφού, άλλωστε, δεν διαμεσολαβούσε αρθρω- μένα ταξικά συμφέροντα και δεν οδηγούσε στη δημιουργία ενός αντιθετικού, αλλά μάλλον ενός εναλλακτικού πόλου εξουσίας. Δεν επρόκειτο, με άλλα λό- για, για μια μορφή ριζικής, αλλά ουσιαστικά επιλεκτικής και ελεγχόμενης αμ- φισβήτησης των προταγμάτων της ιδεολογίας του πολιτικού φιλελευθερισμού, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας περιορισμού ή ανάσχεσης της εισόδου των μα- ζών στην πολιτική σκηνή, αλλά και αναδιάταξης των θεσμών, των ποιοτήτων και των δυνάμεων του πολιτικού προσωπικού, που θα επιτυγχάνονταν με τη θέσπιση ενός μεικτού – συγκερασμένου πολιτεύματος. Η επιδίωξη αυτή εξηγεί και τον εκ πρώτης όψεως αμήχανο και συμπιληματικό χαρακτήρα ορισμένων προσεγγίσεων του Καζάζη που φαντάζουν ασύμβατες, όπως λόγου χάρη η συ- νύπαρξη στην επιστημονική και ιδεολογική του εργαλειοθήκη και κυρίως η θε- τική αποτίμηση τόσο του οικονομικού φιλελευθερισμού όσο και του από καθέ- δρας σοσιαλισμού.49 Το πολίτευμα αυτό θα προσδιοριζόταν από τα ακόλουθα τέσσερα στοιχεία: α) την ιδεαλιστική θεώρηση του κράτους ως υπερπαραταξι- ακής ηθικής οντότητας, β) την αντίληψη της πολιτικής συμμετοχής ως δημόσιας λειτουργίας στη διακριτική ευχέρεια του κράτους («ενεργοί πολίτες») και όχι ως αναπαλλοτρίωτου καθολικού δικαιώματος, γ) τον περιορισμό του εκλογι- κού δικαιώματος με προσφυγή στο διπλό κριτήριο της εγγραμματοσύνης και της ιδιοκτησίας / εισοδήματος, και δ) τη διεύρυνση των συνταγματικών αρμο- διοτήτων του βασιλιά και τη σημαντική ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας.50 Η εναλλακτική και οπωσδήποτε ριζοσπαστικότερη εκδοχή του τελευταίου ήταν η αναζήτηση ενός «παρακλήτου της Ιστορίας». 49. Νεοκλής Καζάζης, Γενικαί αρχαί της πολιτικής οικονομίας, Αθήνα 1894. Βεβαίως, όπως πιστοποιείται στο σημαντικότερο σύγγραμμά του, στην τρίτομη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας, Αθήνα 1891-92, εξ ορισμού το ενδιαφέρον του Καζάζη στρεφόταν στην ιστορικότητα των μορφών πολιτικής διακυβέρνησης και στην αναζήτηση κριτηρίων αποτίμη- σης της ορθότητας και της λειτουργικότητάς τους σε αντιστοιχία με το «πνεύμα των καιρών», γεγονός που μπορεί να εξηγήσει, κατά τη γνώμη μου, την εκλεκτικιστική συμπαράθεση ετε- ρόκλητων προτύπων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί συνολικά την πίστωση, από ορισμένους ερευνητές, του διάχυτου εκλεκτικισμού και της συμπιληματικής διάταξης της σκέψης του Καζάζη σε απτές σκοπιμότητες που συνδέονταν με την εξυπηρέτηση αναγκών ή με τακτικούς ελιγμούς στο πλαίσιο της γενικότερης ακαδη- μαϊκής ή πολιτικής του στρατηγικής. 50. Βλ. σχετικά Σωτηρέλης, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα· βλ. επίσης Γιάννης Ζ. Δρόσος, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, Αθήνα – Κομοτηνή 1996. ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ «Ο BARRÈS ΚΙ ΕΓΩ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΜΕΡΙΚΟΙ». Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΙΔΕΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 1890-1922 Όταν ο Κωστής Παλαμάς μιλούσε στις αρχές του 20ού αιώνα για τον «πόλεμο των ιδεών», τις «μύριες ιδέες που πολεμάνε στις Ευρώπες και στις Αμερικές για τη νίκη και την επικράτηση», μεταξύ διάφορων άλλων φρόντισε να συμπε- ριλάβει κι εκείνες «δαρβινιστών και λαμαρκιστών» κατά των εναντίων τους.1 Οι «αγώνες» που επικαλούνταν ο Κωστής Παλαμάς, οι οποίοι έκαναν έναν πολύ νεότερό του, επίσης προβληματιζόμενο για όσα συνέβαιναν στο χώρο των ιδεών, τον Ίωνα Δραγούμη, να συμπεριλαμβάνει με υπερηφάνεια τον εαυτό του σε μια ολιγάριθμη, κατά τον ίδιο, χορεία διανοουμένων, την οποία απο- τελούσαν «ο Barrès κι εγώ και άλλοι μερικοί»2, σηματοδοτούν το εύρος των δυτικών ιδεολογικών αναζητήσεων μεταξύ φιλελευθερισμού, συντηρητισμού, σοσιαλισμού και εθνικισμού στο β΄ μισό του 19ου αιώνα. Καθώς στα τέλη του ίδιου αιώνα η ελληνική κοινωνία καταλαμβάνεται σταδιακά από μια αθυμία που την επαύριο της ήττας του 1897 μοιάζει με πλήρη απόγνωση, ο πανευρω- παϊκός πόλεμος των ιδεών θα προσφέρει σε μια σειρά ελλήνων διανοουμένων που πρόσκεινται στον εθνικισμό την ευκαιρία να αντλήσουν πολύτιμο υλικό για την κριτική της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε δύο περιπτώσεις επιλεκτικής εισαγωγής παρόμοιων εννοιών από το οπλοστάσιο του ευρωπαϊκού συντηρητισμού: στη διάδοση ιδεών από το χώρο του κοινωνικού δαρβινισμού και στην (παρατακτική, περισσότερο) σύν- δεσή τους με τον λεγόμενο «ολοκληρωτικό εθνικισμό» (nationalisme intégral) εκπροσώπων της γαλλικής ριζοσπαστικής δεξιάς μεταξύ παραγόντων της δη- μόσιας σφαίρας της περιόδου 1890-1922. Ο κοινωνικός δαρβινισμός υπήρξε ένα σύνολο θεωριών με ιδιαίτερη ευελιξία και ευχέρεια συναρμογής με επιστήμες και ιδεολογίες. Η κοινή συνισταμένη του ήταν η υποκείμενη πρόταση μιας κοινωνίας προσανατολισμένης προς τη φυσική επιλογή, τείνοντας στη διαρκή βελτίωση μέσω μιας διαδικασίας που 1. Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τόμος Ι΄, «Σημειώματα στο περιθώριο», σ. 90-91. 2. Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου Δ΄ (1908-1912), Αθήνα 1988, σ. 116. 76 ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ εξιδανίκευε τον ανταγωνισμό και τη σύγκρουση ως νόμους φυσικούς και απα- ράγραπτους: «η επιβίωση γινόταν τώρα το μοναδικό κριτήριο για το πώς θα έπρεπε να πολιτεύονται τα έθνη και οι ράτσες: το καλύτερο για τη Γαλλία, τη Γερμανία, τους Άρειους ή τους Σλάβους ήταν αυτό που θα προωθούσε την επέ- κτασή τους σε βάρος όλων εκείνων που αν δεν μπορούσαν να την εμποδίσουν θ’ αποδείκνυαν απλώς ότι ήταν στ’ αλήθεια ‘ακατάλληλοι’».3 H γοητεία του εξελικτισμού άσκησε επίδραση σε πλήθος εξεχουσών μορφών του 19ου αιώ- να: ο Emile Durkheim (1858-1917) χρησιμοποίησε την έννοια του «αγώνα για την επιβίωση» ως μία από τις συνισταμένες του καταμερισμού της εργασίας στο ομώνυμο έργο του 1893, ενώ το πλαίσιο της ψυχανάλυσης του Sigmund Freud (1856-1939) αντλεί από τον δαρβινισμό τόσο αναφορικά με την νοητική παθολογία όσο και σχετικά με τις απαρχές της ηθικής και του πολιτισμού. Χαρακτηριστικότερη όλων ίσως η διατύπωση του Max Weber στην εναρκτήρια διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Freiburg το 1895, όπου αναφερόμενος στις σχέσεις μεταξύ Γερμανών και Πολωνών στην ανατολική Πρωσία υποστήρι- ξε ότι «το ελεύθερο παιχνίδι μεταξύ των δυνάμεων της επιλογής δεν ευνοεί πάντοτε την πιο αναπτυγμένη οικονομικά εθνότητα ή εκείνη με την καλύτερη προδιάθεση», απέρριψε τις απόψεις των αισιόδοξων που πίστευαν ότι υπήρχε άλλος δρόμος για την καλυτέρευση της θέσης τους «πέρα από τη σκληρή πάλη ανθρώπου με άνθρωπο» και έκανε έκκληση για αποδοχή της «αιώνιας πάλης για τη διατήρηση και τη βελτίωση του εθνικού μας είδους».4 Durkheim και Weber βέβαια υπήρξαν στη συνέχεια ιδιαίτερα επικριτικοί απέναντι στις έννοι- ες, τις εφαρμογές και τη χρήση του κοινωνικού δαρβινισμού – ήταν στοχαστές μικρότερου βεληνεκούς των προαναφερθέντων εκείνοι που λειτούργησαν ως αφοσιωμένοι απόστολοί του.5 Πρωτεργάτες της εξελικτικής προσέγγισης στάθηκαν θεωρητικοί όπως ο αυτοδίδακτος Herbert Spencer (1820-1903). Σε αυτόν, και όχι στον Darwin, ανήκει η διατύπωση της έννοιας περί «επιβίωσης του ισχυρότερου» και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η φιλελεύθερη προσέγγισή του στις έννοιες του βιολογικού εξελικτισμού παρήγαγε μια εξαιρετικά δημοφιλή εκδοχή που υπογράμμιζε την καίρια σημασία της πάλης για την επιβίωση στην ανάπτυξη των κοινωνιών με ταυτόχρονη απόρριψη της κρατικής παρέμβασης. Η διάδοση 3. John Weiss, Συντηρητισμός και ριζοσπαστική δεξιά, μετάφραση Σπύρος Μαρκέτος, Αθήνα 2009, σ. 144. 4. Mike Hawkins, Social Darwinism in European and American Thought 1860-1945. Nature as Model and Nature as Threat, Καίμπριτζ 1997, σ. 11-12. 5. «Πράγματι, η επιτυχία του κοινωνικού δαρβινισμού οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την ευελιξία του, στις δυνατότητές του για μεταφορά σε ένα ολόκληρο φάσμα ιδεολογικών θέσε- ων», στο ίδιο, σ. 32. ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 1890-1922 77 μεταξύ πολλών ελλήνων διανοουμένων, όπως ο Ίων Δραγούμης και ο Γρηγόρι- ος Ξενόπουλος, της έννοιας του «περί υπάρξεως αγώνος» ως συγκρουσιακής αντίληψης της κοινωνικής εξέλιξης που πραγματώνεται στο πλάισιο φυσικών νόμων οφείλει λιγότερα στον Δαρβίνο και περισσότερα στον Spencer. Η οπτική του γερμανού βιολόγου Ernst Haeckel (1834-1919) για την αναμόρφωση κοι- νωνικών θεσμών όπως η οικογένεια και το κράτος διαγράφεται με σαφήνεια ως πρωτοβουλία που «δεν θα εξαρτάται από τους νόμους απομακρυσμένων αιώνων αλλά από τις λογικές αρχές που προκύπτουν από τη γνώση της φύσης. Η πολιτική, τα ήθη και οι αρχές της δικαιοσύνης, οι οποίες ακόμη πηγάζουν από όλες τις δυνατές πηγές, θα πρέπει να διαμορφώνονται μόνο σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους».6 Ο βέλγος οικονομολόγος Gustave de Molinari (1819- 1912) επεσήμανε τις στυγνές πιέσεις του ανταγωνισμού προς την κατεύθυνση της φυσικής επιλογής και τόνιζε ότι καμία χρυσή εποχή ανάπαυσης δεν προ- βλεπόταν για το μέλλον: «Όχι! Ανταγωνισμός σημαίνει πάλη, υποδηλώνει μια πολιτισμένη μορφή πολέμου, τον οποίο και προορίζεται να αντικαταστήσει»7. Ο Cesare Lombroso (1835-1909) έθεσε τα θεμέλια της εγκληματολογίας βασί- ζοντας την αντίληψή του για τον «εγκληματικό άνθρωπο» (καθηλωμένο στο πρωτόγονο στάδιο του είδους του ή και του ζώου ενίοτε) στη σταθερά μιας κοινωνίας που διέπεται από τους νόμους της κληρονομικότητας και του αγώνα για επιβίωση.8 Για τον βρετανό δημοσιολόγο Walter Bagehot (1826-1877) η ταξική διαστρωμάτωση της βρετανικής κοινωνίας, καθώς και η σχέση της με τη λειτουργία της συνταγματικής διακυβέρνησης διέπονταν από τις αρχές αυτές, αν κρίνει κανείς από τα όσα γράφει στο English Constitution: «έχουμε σε μια μεγάλη κοινότητα όπως είναι η Αγγλία πλήθη ατόμων ελάχιστα περισσότερο πολιτισμένα από ό,τι ήταν η πλειοψηφία πριν από δύο χιλιετίες· άλλους αν- θρώπους, ακόμα πιο πολυάριθμους, που βρίσκονται στο επίπεδο των καλύτε- ρων της προηγούμενης χιλιετίας. Ο κατώτερες και οι μεσαίες τάξεις παραμέ- νουν ακόμη, αν κριθούν με το κριτήριο των «δέκα χιλιάδων πεπαιδευμένων», βραδύνοες [unintelligent] και αφιλοπερίεργες [incurious]. Είναι άχρηστο να προσθέσει κανείς άλλες αφηρημένες έννοιες. Όσοι αμφιβάλλουν, καλά θα είναι να ρίξουν μια ματιά στην κουζίνα τους».9 Οι φιλελεύθεροι, όπως ο Bagehot, δεν υπήρξαν λιγότερο επιρρεπείς στη γοητεία του κοινωνικού δαρβινισμού από ό, τι οι μαρξιστές. Ο August Bebel (1840-1913) επιχείρησε να συμβιβάσει τη μαρξιστική οπτική με το βιολογισμό μιας κοινωνίας που υπακούει στους νόμους του αγώνα για επιβίωση, της κληρονομικότητας και της προσαρμογής 6. Hawkins, Social Darwinism, σ. 137. 7. Στο ίδιο, σ. 131. 8. Στο ίδιο, σ. 75. 9. Στο ίδιο, σ. 71-72. 78 ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ στο περιβάλλον – και όλα αυτά σε ένα έργο το οποίο είχε ως θέμα του τη θέση της γυναίκας στο σοσιαλισμό (Die Frau und der Sozialismus).10 Στην Αγγλία ο φαβιανός Sidney Webb (1859-1947) συνδύαζε σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις, δαρβινικές θεωρίες και προγράμματα ευγονικής στην υπηρεσία μιας «εθνικής αποδοτικότητας» (national efficiency) με τελικό στόχο τη διατήρηση της βρετα- νικής αυτοκρατορίας.11 Η δεξίωση του Δαρβίνου στην Ελλάδα ήταν έργο δύο διακριτών ομάδων: θετικών επιστημόνων οι οποίοι είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και τάσσονταν υπέρ της θεωρίας της εξέλιξης, από τη μια πλευρά, και επικριτών της που προέρχονταν από το χώρο της θεολογίας, από την άλλη. Εισηγητές στοιχείων της εξελικτικής θεωρίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 και εντεύθεν υπήρξαν οι Θεόδωρος Χέλδραϊχ (1822-1902), βοτανολόγος και επιμελητής του Βοτανικού Κήπου της Αθήνας, και Σπυρίδων Μηλιαράκης (1852-1919), καθη- γητής της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο πρώτος, στην περιορισμένη αλληλογραφία που είχε με τον Κάρολο Δαρβίνο την περίοδο 1877-1880 τόνισε τη σημασία των δαρβινικών μελετών για την κατίσχυση της αλήθειας, ενώ ο δεύτερος μετέφρασε πρώτος στα ελληνικά μια μικρή βιογραφία του Δαρβίνου, επίσης το 1880. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Μηλιαράκης συνέγραψε επιστη- μονική πραγματεία με τίτλο Περί των ημετέρων προγόνων στην οποία υπερα- σπιζόταν τα πορίσματα της δαρβινικής θεωρίας – και υπέστη τις αναμενόμενες επικρίσεις.12 Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι στο πλαίσιο της ελληνικής βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα μεταξύ των αναφορών στο παραπάνω ζήτημα αντιρρητικοί στον Δαρβίνο τίτλοι προτάσσονται χρονικά των απολογητικών του: Η νεωτάτη του υλισμού φάσις ήτοι Ο δαρουινισμός και το ανυπόστατον αυτού από τον διδάκτορα της φιλοσοφίας και προλύτη της θεολογίας Σπυ- ρίδωνα Σούγκρα, για παράδειγμα, προηγείται κατά τρία χρόνια της πρώτης δημοσίευσης του Μηλιαράκη και κατά πέντε της μετάφρασης του Χέλδραϊχ των Σκέψεων περί Δαρβίνου του Alphonse De Candolle.13 10. Στο ίδιο, σ. 154-155. Και η ελληνική αριστερά θα δει ευνοϊκά κάποιες από τις πλευ- ρές του κοινωνικού δαρβινισμού ως απτόμενες της κοινωνιολογίας, όπως προκύπτει από ορισμένες πτυχές της συζήτησης του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου με τον Μάρκο Τσιριμώκο στο περιθώριο του διαλόγου περί δημοτικισμού και κοινωνικού προβλήματος στο Νουμά το 1907. Βλ. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα, Αθήνα² 2000. 11. Στο ίδιο, σ. 165-166. 12. Αλεξάνδρου Σ. Καββάδα, Μελέτη επί του «Περί των ημετέρων προγόνων» πονημα- τίου του κ. Μηλιαράκη (καθηγητού της Βοτανικής εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω) και ανα- σκευή αυτού, Αθήνα 1908. Ο Καββάδας υπογράφει ως «φοιτητής της θεολογίας». 13. Κώστας Β. Κριμπάς, Δαρβινισμός και η ιστορία του έως τις μέρες μας, Αθήνα 2009, σ. 137-139· επίσης του ίδιου, «Ο δαρβινισμός στην Ελλάδα. Τα πρώτα βήματα: η αλ- ληλογραφία Χελδράιχ-Δαρβίνου», Τα Ιστορικά 2 (1984), σ. 335-348. Ο Φίλιππος Ηλιού και ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 1890-1922 79 Οι θετικοί επιστήμονες ωστόσο δεν στάθηκαν μόνο στη μετακένωση των θέσεων αυτών στις ελληνικές φυσικές επιστήμες, ενστερνίστηκαν παράλληλα και την πρόταση του κοινωνικού δαρβινισμού. Ο Λέανδρος Δόσιος (1847-1883), χημικός, υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εμφανίζεται στην Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα να μιλά πρώτος για τον «περί υπάρξεως αγώνα» σε ομώνυμη εισήγησή του στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό στις 21 Φεβρουαρίου 1873, εκδίδοντας την ομιλία του σε φυλλάδιο το αμέσως επόμενο έτος. Ο Κωνσταντίνος Μητσόπουλος (1844-1911), καθηγητής φυσικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της (ακραία εθνικιστικής) εταιρείας Ο Ελληνισμός, αναλύοντας το 1898 στο περιοδικό του συλλόγου «τον καθορισμό του σχηματισμού και της αναπαραγωγής του εθνικού χαρακτήρα, της ακμής και παρακμής των εθνών, [...] ταύτισε τα έθνη με είδη του ζωϊκού βασιλείου και έκρινε την προοδευτική τους εξέλιξη διά της φυσικής επιλογής, ως αποτέλεσμα του αγώνα για την ύπαρξη, κύριο συστατικό του οποίου αποτελούσε η προσαρμογή τους στο περιβάλλον. Έτσι, υποστήριξε πως αρχαία έθνη, όπως οι Βαβυλώνιοι, οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες είχαν συνεισφέρει στη σωματική και πνευματική τελειοποίηση του ανθρώπου αλλά απέτυχαν στον αγώνα για την ύπαρξη και εξαφανίσθηκαν, όπως οι ιχθυόσαυροι και οι πτεροδάκτυλοι».14 Ο κυριότερος βιολογικός παράγοντας που επιδρά σε άτομα και λαούς, κατά τον Μητσόπουλο, ήταν το κλίμα: «Ο Έλλην, όπως επιζήση και εξέλθη νικητής κατά τον περί υπάρξεως αγώνα και δυνηθή να παραγάγη απογόνους, εις ους να κληροδοτήση την φιλοπατρίαν, την αγάπην προς τον πολιτισμόν και τας επιστήμας, πρέπει, συμφώνως προς τον σημαντικόν της θεωρίας της εξελίξεως νόμον, τον επικαλούμενον της προσοικειώσεως ή προσαρμογής (Adaptatio ή Anpassung), να προσοικειωθή προς πάσας τας συνθήκας της υπάρξεώς του, κυρίως δε προς το κλίμα, όπερ είναι ουσιωδέστατος του πολιτισμού παράγων».15 Σε ένα άλλο επίπεδο ο γιατρός Μιχάλης Ν. Καΐρης ανακάλυπτε το 1917 τους πρωτεργάτες της ευγονικής στην πρακτική της ρίψεως στον Καιάδα «δύσμορφων, καχεκτικών και ατελών την διάπλασιν παιδίων».16 Ας σημειωθεί, τέλος, ότι επιστημονική ήταν και η παιδεία του η Πόπη Πολέμη στην Ελληνική Βιβλιογραφία 1864-1900, Αθήνα 2006, καταγράφουν μόλις 10 σχετικές αυτοτελείς εκδόσεις: 1874.578, 1876.248, 1878.463 (τόμος 1)· 1880.590, 1881.272, 1884.414, 1889.335 (τόμος 2)· 1891.348, 1893.699, 1895.28 (τόμος 3). 14. Αθανάσιος Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα, 1864-1911, Αθήνα 2003, σ. 466. �������������������� . Στο ίδιο, σ. 467. . Maria Zarimis, The Influence of Darwinism and Evolutionism in Modern Greek Literature: ������������������ The Case of Grigorios Xenopoulos, Πανεπιστήμιο��������������������������������������������� της����������������������������������������� �������������������������������������������� Νέας������������������������������������ ���������������������������������������� Νότιας����������������������������� ����������������������������������� Ουαλίας��������������������� ���������������������������� (������������������� διδακτορική�������� διατρι- ������� βή), 2007, σ. 96-97. Το αρχικό κείμενο έχει τίτλο Η ευγονία: διάλεξις γενομένη εν τη αιθούση της Σιναίας Ακαδημίας τη 24η Μαρτίου 1917. 80 ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ Γρηγόριου Ξενόπουλου (1867-1951), ο οποίος είχε διαβάσει επισταμένα το σύνολο σχεδόν του έργου του Δαρβίνου, ήταν παράλληλα μελετητής τόσο του φιλοσόφου, φυσιολόγου, ιατρού και κοινωνικού δαρβινιστή Ludwig Buchner (1824-1899) όσο και του Herbert Spencer, ενώ στο έργο του εμφανίζονται αναφορές στις θεωρίες άλλων κοινωνικών δαρβινιστών όπως ο αμερικανός κοινωνιολόγος William Graham Sumner (1840-1910) και ο ούγγρος ομόλογός του Max Nordau (1849-1923).17 Ο κοινωνικός δαρβινισμός ωστόσο δεν είχε αυτόνομη ιδεολογική παρουσία στο χώρο της συντηρητικής ελληνικής διανόησης. Προσέφερε ουσιαστικά το υπόβαθρο ενός επιστημονικού πεδίου από το οποίο θα μπορούσαν να αντλη- θούν επιχειρήματα κατά του επίσης επιστημονικού σοσιαλισμού και να δα- νειστούν έννοιες καίριες για να προταχθεί η ανάγκη ριζοσπαστικών λύσεων στα πολιτικά προβλήματα της τότε κοινωνίας: κατά βάση στη νομιμοποίηση της ένοπλης δράσης στη Μακεδονία. Γι’ αυτό και εκπρόσωποι του κλίματος αυτού με έντονη παρουσία στο χώρο των ιδεών, όπως οι Περικλής Γιαννόπου- λος (1869-1910), Ίων Δραγούμης (1878-1920) και ο καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος της εταιρείας Ο Ελληνι- σμός Νεοκλής Καζάζης (1849-1936), δεν δίστασαν να προβούν σε εργαλειακή χρήση του – σε μια συμπαράταξη όμως με σειρά επείσακτων ιδεολογημάτων. Ιδιαίτερα ελκυστικός υπήρξε ο εθνικισμός της γαλλικής ριζοσπαστικής δεξι- άς, η δυναμική του οποίου υπήρξε ιδιαίτερα έντονη την περίοδο 1890-1914, όταν οι έλ- ληνες εθνικιστές διανοητές αναζητούσαν τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση του 1897 – εξ ου και η προσφυγή στους στοχαστές του κλίματος του στρατηγού Boulanger, γνωστού ως Général Revanche. Εκκινώντας από τον λεγόμενο «παρακμιακό ήρωα», τον πεπαιδευμένο, αδύναμο, παθητικό, ληθαργικό και εκθηλυσμένο αστό, ο οποίος έχει απωλέσει το élan vital των πρωτόγονων λαών και έχει περιπέσει σε αβουλία, τον ηττημένο, με άλλα λόγια, στον δαρβινικό αγώνα για επιβίωση όπως αυτός αντικατοπτριζόταν στα πεδία του Sedan το 1870, ο Maurice Barrès (1862-1923) Maurice Barrès (1862-1923) αναζητά τη θεραπεία του στη «θρησκεία ��������������������������� . Στο��������������������� ������������������������ ίδιο���������������� �������������������� , κεφ����������� �������������� . 1-2, 4-5. ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 1890-1922 81 του Εγώ». Η απόρριψη της καντιανής φιλοσοφίας που διδάσκονταν οι γάλλοι μαθητές, η συγκρότηση μιας προσωπικής ταυτότητας όχι διά της ανάγνωσης αλλά μέσω της εμπειρίας, η ένταξη του «Εγώ» στην οργανική κοινότητα του έθνους, η ενέργεια, η δράση και η πολιτική αποτελούν τα συστατικά της συνιστώμενης διεξόδου: ο Barrès θα τα περιγράψει διεξοδικά σε μια σειρά μυθιστορημάτων από το Sous l’ oeil des barbares (1888) ως το Leurs figures (1902) αποκτώντας τη φήμη εξαιρετικού μυθιστοριογράφου και ριζοσπάστη στοχαστή.18 Το ιδεολόγημα της «γης και των νεκρών» (la terre et les mortes), ανάλογο του γερμανικού blut und boden, σε συνδυασμό με τη λατρεία των «ριζών» του ατόμου, θα συγκροτήσουν τον πυρήνα του λεγόμενου «ολοκληρωτικού εθνικισμού» (nationalisme intégral), μιας σύνθεσης που ο Barrès θα αναπτύξει μετά τη θητεία του στον μπουλανζισμό, γοητεύοντας με τη σειρά του επιγόνους Charles Maurras (1868-1952) όπως ο Charles Maurras (1868-1952). O φιλομοναρχικός ηγέτης της Action Francaise διακρινόταν για τα αντικοινοβουλευτικά, αντιδημοκρατικά και αντισημιτικά του αισθήματα, ενώ και οι δύο φάροι της ριζοσπαστικής δεξιάς μοιράζονταν τα αντιεξισωτικά και ισχυρά ξενοφοβικά συναισθήματα που έκαναν τον μεν Barrès να βλέπει αστούς και φορείς έτερων πολιτισμών ως «βαρβάρους», τον δε Maurras να αποκλείει «εβραίους, προτεστάντες, μασόνους και μετοίκους» ως συνιστώσες μιας «αντι-Γαλλίας».19 Διατυπώνοντας το 1937 μια σύνοψη των ιδεών της Action Francaise και του ολοκληρωτικού εθνικισμού ο Maurras θα επισημάνει στο έργο Mes idées politiques ότι η «η πλήρης ανισότητα, η αδήριτη αναγκαιότητα, αυτοί είναι οι δύο απαράγραπτοι νόμοι της προστασίας της ιδιοφυΐας, στην ισχύ της οποίας οφείλει να υποταχθεί [το έθνος] ούτως ώστε να σωθεί».20 Στο έργο των Barrès και Maurras ο κοινωνικός δαρβινισμός δεν βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο της προσοχής λόγω του καθολικισμού του . Robert Soucy, Fascism in France: The Case of Maurice Barrès, Μπέρκλεϊ και Λος Άντζελες ����������������� 1972, σ. 39-51. . Peter Davies, The Extreme Right in France, 1789 to the Present: From Maistre to Le Pen, ����������������� Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2002, σ. 80-88. ��������The Extreme Right in France, σ. 86. ����������� . Davies, 82 ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ πρώτου και της μοναρχικής εμμονής του δεύτερου, ωστόσο, αντηχήσεις του εμφανίζονται διάσπαρτες στο στοχασμό τους. H λατρεία του «Εαυτού» ως έθνους από τον Barrès προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «αντί-Εαυτού», τον οποίο αποτελούν οι ξένοι, οι κοσμοπολίτες, οι παρίες, με προεξάρχοντες τους Εβραίους. Το ιδεολόγημα της «γης και των νεκρών» παραπέμπει σε έναν φυλετικό ντετερμινισμό, αν όχι για την ίδια τη γαλλική κοινότητα, την οποία ο Barrès ορίζει πολιτισμικά, οπωσδήποτε όμως για «ορισμένες άλλες φυλές, οι οποίες επιτυγχάνουν να έχουν οργανική συνείδηση του εαυτού τους».21 Το διττό της εμμονής παρουσιάζεται ανάγλυφα στο Les Déracines του 1897 που θέτει αντιμέτωπους τους héritiers με τους hommes nouveaux, τους ανθρώπους της πολιτισμικής και βιολογικής κληρονομιάς με τους νεόπλουτους καινοφανείς.22 O Maurras, από την πλευρά του, επικαλείται τη βιολογία για να υποστηρίξει όχι απλώς ότι «η ισότητα βρίσκεται μόνο στα νεκροταφεία» αλλά και ότι «όσο το πλάσμα ζει και τελειοποιείται ‘τόσο περισσότερο ο καταμερισμός της εργασίας επιφέρει μια ανισότητα των λειτουργιών, η οποία επιφέρει μια διαφοροποίηση των οργάνων και την ανισότητά τους. […] Η πρόοδος είναι αριστοκρατική’» – και η πολιτική «θυγατέρα της βιολογίας».23 Διανοούμενοι όπως οι Περικλής Γιαννόπουλος και Ίωνας Δραγούμης επι- χειρούν να αντιδιαστείλουν σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως Ελλάδα της απογο- ητευτικής σύγχρονής τους εμπειρίας μια «πραγματική Ελλάδα», κατά τον τρόπο που ο Charles Maurras διαχώριζε τη γαλλι- κή pays reél από την pays légal. Η μεταφο- ρά στα ελληνικά δεδομένα δεν περιλαμβά- νει κοινωνικούς αποκλεισμούς, μοιάζει να στηρίζεται κατά βάση στην αντίστιξη του κράτους με το έθνος. Το ελληνικό κράτος, ασφυκτιώντας σε δοτά όρια, με δοτούς θε- σμούς και συχνά μηδαμινή νομιμοποίηση έναντι των πολιτών του, αντιπροσωπεύει ένα κέλυφος, μια νομική ενδεχομένως οντό- τητα, όχι όμως και πραγματική: η πραγ- Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910) ματικότητα για τον Δραγούμη δεν είναι το . David Carroll, French Literary Fascism: Nationalism, Anti-Semitism and the Ideology of ������������������ Culture, Πρίνστον 1998, σ. 19-29. . Eugen Weber, My France. Politics, Culture, Myths, Χάρβαρντ 1992, σ. 240. ���������������� 23. ����������������, Ο Αντι-διαφωτισμός, μετάφραση Άννα Καρακατσούλη, Αθήνα 2009, Zeev������������ ����������� Sternhell�� σ. 407. ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 1890-1922 83 συγκεκριμένο της κοινωνίας εντός του, αλλά το αφηρημένο της έννοιας του «ελληνισμού», του «έθνους», της «φυλής» – το κράτος είναι απλώς το «πο- κάμισο». Στο Νέον Πνεύμα, δημοσιευμένο το 1906, ο Περικλής Γιαννόπουλος σκιαγραφεί τη διάστιξη μεταξύ μιας ιδανικής χώρας και της υπάρχουσας: «και όχι μόνον δεν υπάρχει από της στιγμής εκείνης Λογική Ελλάς και Τιμία Ελλάς διά τον Ελληνισμόν, αλλ’ ούτε δι’ Εαυτήν, αλλ’ έκτοτε δεν υπάρχει πλέον παρά η Προδοτική, η ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΕΛΛΑΣ διά την οποίαν η μόνη θέσις είνε η: ΛΑΙΜΗΤΟΜΟΣ».24 Η φύση, κατά τον Γιαννόπουλο, υποδεικνύει και τη θεραπεία του δυϊσμού: «Τα πάντα στη Ζωή –Η ΦΥΣΙΣ ΤΟ ΛΕΕΙ– κατακτώ- νται με το ΣΠΑΘΙ. Και έτσι είνε και έτσι μόνο ΠΡΕΠΕΙ να είνε».25 Κι αυτό γιατί «μόνον τα συμφέροντα πλησιάζουν Λαούς και μόνη η δύναμις επιβάλλει φαινομενικάς αδελφώσεις. Διότι είνε ζητήματα φυλών και αι φυλαί ούτε χά- νονται ούτε αλλάζονται και αργά ή γρήγορα θα θέλη κάθε μία να αυτοϋπάρξη αν έχει τας δυνάμεις προς αυτό».26 Η σκέψη και η δράση του Barrès αποτελούν πρότυπα για τον Δραγούμη. Η αντίδραση του Barrès στην καντιανή φιλοσοφία της γαλλικής εκπαίδευσης βρίσκει το αντίστοιχό της στη μάχη κατά του «δασκαλισμού», η κριτική κατά της Τρίτης Δημοκρατίας στην αποστροφή για το ελληνικό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, η παρακμή της Γαλλίας συμβαδίζει με την παρακμή της Ελλάδας. Την εποχή που η εμπειρία της ηττημένης στον πόλεμο του 1897 Ελλάδας συ- γκρίνεται από τη γαλλίδα συγγραφέα Juliette Lamber (1836-1936) με εκείνη της Αλσατίας – Λωρραίνης27 οι συναντήσεις των Δραγούμη και Barrès κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Αθήνα το 1900 δεν αποτελούν τυχαίο γεγονός: ενώ ο Δραγούμης στοχάζεται, αρθρογραφεί, καταρτίζει προγράμματα εθνικής δράσης στο πλαίσιο του Μακεδονικού Αγώνα και συμμετέχει ενεργά σε αυτόν, τα κείμενά του εμφανίζουν σαφείς επιρροές από τον γάλλο συγγραφέα.28 Ταυτό- χρονα, μεταξύ των αναγνωσμάτων του περιλαμβάνονται μυθιστορήματα «εθνι- κής ενέργειας» του Barrès (L’ appel au soldat) τα οποία του έχει χαρίσει ο ίδιος, αλλά και το θεωρητικό έργο του Scénes et doctrines de nationalisme. Η οργανική κοινότητα του Barrès όμως δεν επέρχεται ως αποτέλεσμα ειρηνικής διευθέτησης, 24. Περικλής Γιαννόπουλος, Νέον Πνεύμα, Αθήνα 1906, σ. 17. 25. Περικλής Γιαννόπουλος, Έκκλησις προς το πανελλήνιον κοινόν, Αθήνα 1907, σ. 17. ����������������� . Γιαννόπουλος��, Έκκλησις, σ. 31. . Robert Shannan Peckham, Natural Histories, Natural States. Nationalism and the Politics of ��������������������������� Place in Greece, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2001, σ. 85-86. 28. Βλ. π.χ. Ίων Δραγούμης, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες. Ελληνικός πολιτισμός, Αθήνα 2000, σ. 58, όπου η κατά Barr������������������������������������������������������ ���������������������������������������������������������� è����������������������������������������������������� s���������������������������������������������������� «ενέργεια» ταυτίζεται με το έθνος και ο Ιάκωβος Νό- βικωφ - ρωσοέλληνας σοσιαλιστής κοινωνιολόγος και πρωτοπόρος επικριτής του κοινωνικού δαρβινισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αδερφός της συζύγου του θείου του Δραγούμη - κατα- κρίνεται ως «internationaliste (διεθνιστής), στοιχείο θανάτου για το έθνος του». 84 ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ πολιτικού διαλόγου ή θεσμικών μεταρρυθμίσεων, και εδώ βρίσκεται μία άκρη του νήματος της αναγκαιότητας της προσφυγής στο λεξιλόγιο του κοινωνικού δαρβινισμού. Λογική συνέπεια των προκείμενων των Barrès και Maurras είναι «ο περί υπάρξεως αγών» – η συγκρουσιακή αντίληψη της κοινωνικής εξέλιξης που πραγματώνεται στο πλαίσιο των φυσικών νόμων. Ήδη το 1907 ο Δραγούμης θα συσχε- τίσει τις έννοιες της «φυλής» και της «πά- λης» σε διατυπώσεις που άπτονται βιολογι- κής ερμηνείας – άλλωστε «είναι μια στιγμή of struggle for life».29 «Όταν μια φυλή θέλει να μείνει καθαρή από ανακατώματα με μιαν άλλη φυλή που της ρίχνεται, πολεμά για να νικήσει την επίθεση και να μην ανακατωθεί με την άλλη φυλή».30 «Η ελληνική φυλή δεν είναι ίσως σε ξεπεσμό ή εκφυλισμό, γιατί έχει να πολεμήση με Βουλγάρους, βρίσκεται σε κίνδυνο να καταπιωθή και δεν το θέλει αυτό. [...] Οι Έλληνες [...] πήγαν στη Μα- Ίων ή Ιωάννης Δραγούμης (1878-1920) κεδονία να βοηθήσουν τους Μακεδόνες και βρέθηκαν ριχμένοι σε άλλον κόσμο, σε κόσμο σοβαρό, σε κόσμο επικίνδυνο, σε κόσμο αλύπητο, περιτριγυρισμένοι από γκρε- μούς, από βάραθρα, από τριβόλους και παγίδες, από Βουλγάρους, από στοιχειά και αίματα. Κόσμος ζωής αληθινής. Πρέπει να ακονίσουν το μυαλό τους, τα πόδια τους, τα χέρια τους, να ξεσκουριάσουν τα όπλα τους, να είναι αδιάκοπα ξυπνητοί και έτοιμοι για πόλεμο».31 Ο «κόσμος της αληθινής ζωής» είναι αυτός της πάλης, του αγώνα, του πολέμου και μόνο αυτό το περιβάλλον παράγει «άν- δρες ελεύθερους». «Οι άνθρωποι μόνο στους αγώνες κάθε μέρα καταχτούν την ελευθερία τους», επισημαίνει στις σημειώσεις του για τις περιόδους του ιταλικού έθνους – όπου «αγώνες» νοούνται οι πόλεμοι: «οι πόλεμοι δεν είναι άσκοποι· εμείς είμαστε κουρασμένοι από αυτούς».32 Οι έννοιες του «πολέμου και της 29. Δραγούμης, Ο Ελληνισμός μου, σ. 121. 30. Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου Δ΄, σ. 51. 31. Δραγούμης, Ο Ελληνισμός μου, σ. 103-104. Υπό προϋποθέσεις, ας σημειωθεί, και ο ίδιος ο πολιτισμός είναι ζήτημα «αίματος»: «Οι Πελασγοί ήταν πολιτισμένοι· οι Έλληνες ήταν πολιτισμένοι· οι Μακεδόνες ήταν πολιτισμένοι· οι Βυζαντινοί ήταν πολιτισμένοι· τόσοι αιώνες πολιτισμός μπήκε πια στο αίμα και στα νεύρα του ελληνικού λαού, μπήκε ως τα κόκκαλα του κορμιού του. Ο σκελετός, τα νεύρα και το αίμα του Έλληνος είναι παλιά και πολιτισμένα. [...] Τα πάτρια είναι στο αίμα του Έλληνος μέσα». Στο ίδιο, σ. 111-112. 32. Στο ίδιο, σ. 145. Στην ίδια λογική, για τον Δραγούμη «νοσοκομεία, μασονισμός, αλλη- λοβοήθεια» είχαν κάνει «μεγάλο κακό». Υπό αυτό το πρίσμα η παρατήρησή του «πρέπει να ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, 1890-1922 85 «φυλής» παραπέμπουν στη γοητεία που του ασκεί ο κοινωνικός δαρβινισμός: αναγνώστης του Herbert Spencer ο Δραγούμης, θα επισημάνει ότι «μια μεγάλη πολιτική (δηλαδή ένας γιγαντένιος αγώνας με πολέμους, εκστρατείες και τέτοια) θα μας έκανε ανθρώπους, δηλαδή θα μας εξευγένιζε, θα μας ελευθέρωνε και θα μας ξετέλειονε» – ως έθνος, ας σημειωθεί, όχι ως κράτος, το οποίο οι μέντορές του, Barrès και Spencer, περιφρονούσαν.33 Με διάφορα προκαλύμματα, παρόμοιες έννοιες θα ενσωματώσουν στο λόγο τους τελικά πολλοί. Χαρακτηριστική για την επιρροή του κοινωνικού δαρβινι- σμού είναι η περίπτωση των εκδοτών της ελληνικής εφημερίδας Ημέρα –αργό- τερα Νέα Ημέρα– της Τεργέστης (και διακεκριμένων μοναρχικών) Αναστάσιου και Αλέξανδρου Βυζάντιου, οι οποίοι αν και δεν αποδέχονταν τη θεωρία της εξέ- λιξης, χρησιμοποίησαν εκτεταμένα τον «αγώνα για την ύπαρξη» «ως ερμηνευτι- κή και οντολογική αρχή ορισμένων πλευρών της ιστορικής κίνησης».34 Πρακτικά, αυτό σήμαινε την υποστήριξη θέσεων όπως εκείνη ότι με τη λύση του Μακεδονι- κού Ζητήματος θα εκπληρωνόταν «ο αληθής νόμος της φύσης, ο οποίος εκφρα- ζόταν με τον παραγκωνισμό του ασθενέστερου από τον ισχυρότερο οργανισμό», ή η απόδοση των αιτίων της βιαιότητας των κοινωνικών συγκρούσεων και της εντεινόμενης κοινωνικής ανομίας στην άσχημη φυσιολογική, βιολογική και νευ- ρολογική κατάσταση της φυλής – συμπτώματα των οποίων η προσδοκώμενη θεραπεία θα ερχόταν μέσω της ίδρυσης του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου υπό την αιγίδα του διαδόχου Κωνσταντίνου.35 Ταυτόσημη ωστόσο ήταν και η άποψη της τρικουπικής Εφημερίδος, η οποία το 1886 διέκρινε ότι η διεκδίκηση της Μακεδονίας αντιπροσώπευε τον «αγώνα για την ύπαρξη» μεταξύ ανταγω- νιστικών λαών.36 Για έναν περισσότερο συστηματικό μελετητή, αν και το ίδιο εκλεκτικιστή στην πράξη, όπως είναι ο Νεοκλής Καζάζης, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Η πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών περιγράφεται με όρους μιας προσέγγισης που κείται μεταξύ Spencer και Haeckel: «εν τω ενοργάνω κόσμω ο αγών ούτος είνε εκδήλωσις υπερτάτης ζωής και δυνάμεως, θα ήτο δ’ εξάντλησις αυτού πάσα εκεχειρία […] ως εν τω κόσμω των φυτών και των θηρίων ο ισχυρό- τερος οργανισμός τείνει να καταστρέψη τον ασθενέστερον· από τοιαύτης αφετη- ρίας εξήλθεν η υπέροχος εκείνη τάξις, υφ’ ης την αιγίδα ανεπτύχθησαν θρησκεία σταματήσουμε να χτίζουμε νοσοκομεία, σαν να ήταν άρρωστο το έθνος» δεν φέρει το θετικό πρόσημο που του αναγνωρίζει η Έλλη Σκοπετέα στο «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους», Ιστο- ρία της Ελλάδας στον 20ό αιώνα. Όψεις οικονομικής και πολιτικής ιστορίας 1900-1940, Αθήνα 2009, σ. 141. 33. Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου Δ΄, σ. 156. 34. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά, σ. 124. 35. Στο ίδιο, σ. 124-125. Άρθρα δημοσιευμένα κατά τα έτη 1894 και 1892, αντίστοιχα. 36. Στο ίδιο, σ. 347. 86 ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ και επιστήμη, τέχναι και βιομηχανία, πολιτική οργάνωσις. Ο αγών ούτος όσο και αν εξεδηλούτω καταστρεπτικός, ήτο αναγκαίος, καθό φυσικός».37 Δύο επισημάνσεις, εν κατακλείδι, οι οποίες προσδιορίζουν και αντίστοιχες ενδεχόμενες κατευθύνσεις μελλοντικής έρευνας του ζητήματος. Όπως επιση- μαίνει ο γάλλος ιστορικός της επιστήμης André Pichot ήταν η επικέντρωση στην έννοια της φυσικής επιλογής, όχι της εξέλιξης αυτής καθαυτής, και η φαινομενική απλότητά της που επέτρεψαν την εξαγωγή μιας σειράς συναφών εννοιών εκτός του χώρου της βιολογίας: δαρβινική κοινωνιολογία, δαρβινική ψυχολογία, δαρβινική ηθική, ως και δαρβινική γλωσσολογία. Η αποδοχή των ιδεών αυτών, επισημαίνει ο Pichot, έχει να κάνει με μια σειρά αντιδανείων με- ταξύ βιολογίας, κοινωνιολογίας και πολιτικής οικονομίας, όπου, για παράδειγ- μα, οι οφειλές του Δαρβίνου στον Malthus ή η έννοια της κληρονομικότητας, επιστρέφουν στις κοινωνικές επιστήμες από όπου αρχικά προέρχονται, αφού πρώτα αποκτήσουν την έγκριση και το επίχρισμα των θετικών επιστημών. Η εικόνα της φυσικής επιλογής ως απόλυτης αξιοκρατίας βρίσκει γόνιμο έδαφος στην ιδεολογία της αστικής τάξης.38 Οι ροπές μιας μερίδας ελλήνων διανοουμένων προς τον αντικοινοβουλευ- τισμό, τις αυταρχικές λύσεις, τον κοινωνικό δαρβινισμό, τις φυλετικές αντιλή- ψεις δεν απέκτησαν ποτέ τη συστηματικότητα και τη σαφή πολιτική έκφραση των ευρωπαίων ομολόγων τους ούτε άλλωστε και πλησίασαν τη μαζική τους αποδοχή. Ωστόσο, το ερώτημα που χρήζει ακριβέστερης επεξήγησης αφορά τα αίτια του εξαιρετικά διαδεδομένου εκλεκτικισμού: πρόκειται τελικά για δηλωτικό αδυναμιών του ελληνικού συστήματος εκπαίδευσης, παθολογίας του δημόσιου διαλόγου, καχεξίας της κοινωνίας των πολιτών, υποδεικνύει εκλε- κτικές συγγένειες ή ενδεχομένως λειτουργεί ως αναφορά σε μια ευρωπαϊκή αυθεντία; Η διερεύνηση της επιλεκτικής εισαγωγής των ιδεών του συντηρητι- σμού προς ιδία (αλλά και ιδιότυπη, αν σκεφτεί κανείς την εξ Εσπερίας μετακέ- νωση εννοιών που υπηρετούν τελικά αντιδυτικές εκφράσεις) χρήση, συμβάλλει στην εμβάθυνση της κατανόησης ενός διανοητικού κλίματος το οποίο φαίνεται στο μεταίχμιο 19ου και 20ού αιώνα να απέχει κατά τι από τη λιτότητα των σχημάτων που είθισται να επικαλούμαστε. 37. Νεοκλής Καζάζης, Φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας, τόμος β΄, Η θεωρία, Αθήνα 1891, σ. 35. . André Pichot, The Pure Society. From Darwin to Hitler, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2009, ����������������� κεφ. 2. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ: ΣΥΜΠΛΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ Η συγκρότηση ενός ρεύματος συνειδητού ιδεοκρατικού στοχασμού στην Ελλά- δα του μεσοπολέμου είναι ένα αξιοσημείωτο πολιτιστικό ορόσημο. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι για πρώτη φορά μετά την εποχή του Διαφωτισμού, το ρεύμα αυτό εισήγαγε ένα κοσμοείδωλο με εσωτερική συνοχή και ξεχωριστό παιδευτικό χαρακτήρα στην ιστορία του νεοελληνικού πολιτικού στοχασμού. Πριν το σημείο αυτό, όπως τόνιζε ο Κ. Τσάτσος, δεν μπορούμε να μιλήσου- με για άξια λόγου φιλοσοφική συζήτηση. Υπήρχαν φυσικά διάχυτες βιοθεωρη- τικές και κοσμοθεωρητικές στάσεις, οι οποίες απέρρεαν λίγο πολύ αυθόρμητα από τις αναγκαιότητες του πρακτικού βίου κι έβρισκαν έκφραση κυρίως μέσα από την λογοτεχνική και την ιστορική συγγραφή. Κοινό τους πλαίσιο (εν πολ- λοίς ανεπεξέργαστο και ενστικτώδες) ήταν μια αισθησιοκρατική αντίληψη που συνδυαζόταν με την πίστη στις φυσικές σταθερές, στις αναλλοίωτες περιοδι- κότητες ενός «φυσικού νόμου» ο οποίος εκπορευόταν από την θεία βούληση. Οι παραδόσεις, τα έθιμα και οι πρωτογενείς αξίες ενός παραδοσιακού βίου, άρρηκτα δεμένου με την περιοδικότητα του φυσικού κόσμου, φαίνονταν να προσφέρουν το σταθερό θεμέλιο για μιαν αναλλοίωτη συλλογικότητα, η οποία οριζόταν αρχικά με αναφορά στο χριστιανικό «γένος», είχε όμως λάβει με την πάροδο του χρόνου τα χαρακτηριστικά του ιστορικώς διαρκούς έθνους.1 Η εθνική μετάλλαξη της φυσικής συνείδησης στην Ελλάδα παρακολούθη- σε τις δραματικές ιδεολογικές και πολιτικές μεταβολές που σφράγισαν την ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτιστική σκηνή κατά τον 19ο αιώνα. Το θεωρητικό της όμως υπόβαθρο εξακολουθούσε να εκφράζει τις μακρές διάρκειες μιας προ-νεωτερικής νοοτροπίας και κοινωνικότητας. Και η έννοια του έθνους που προέβαλλε ήταν διαποτισμένη από τις χερντεριανές παραδοχές μιας φυσικής 1. Για την πιο περιεκτική και ταυτόχρονα αναλυτική περιγραφή της κρίσιμης αυτής ιστο- ρικής μετάβασης στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, βλ. Paschalis M. Kitromilides, “ ‘Imagined Communities’ and the Origins of the National Question in the Balkans”, European History Quarterly 19 (1989), σ. 149-194. 88 ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ κοινότητας ζωής πλεγμένης γύρω από ομοιογενείς εκφραστικούς τρόπους και συναισθήματα. Ο ρομαντικός αυτός μυστικισμός της συλλογικής ψυχής φαι- νόταν να βρίσκει την επιστημονική του κύρωση στην ψυχολογία του Wundt, η μετάφραση της οποίας ήταν το κύριο φιλοσοφικό γεγονός πριν από την άνοδο στην σκηνή των χαϊδελβεργιανών. Η προνοιακή «ιστοριονομία» - για να δανεισθούμε τον όρο του Σ. Ζαμπέ- λιου - που πήγαζε από τις ενδιάθετες αυτές λαϊκές αντιλήψεις δοκιμάσθηκε στα πεδία των πολιτικών και στρατιωτικών αντιπαραθέσεων που συγκλόνισαν την Ευρώπη στο γύρισμα του 20ού αιώνα αποφέροντας για την Ελλάδα ση- μαντικά εδαφικά και πολιτιστικά κέρδη, μέχρι να τσακιστούν τα φτερά της στον Σαγγάριο. Η βενιζελική εποποιία, όμως, ήταν ένα αντιφατικό ιστορικό φαινόμενο. Από τη μια αποσκοπούσε στην πραγμάτωση του ιστορικού οράμα- τος που είχαν καλλιεργήσει οι μύστες του ρομαντικού εθνισμού. Από την άλλη, όμως, κατανοούσε ότι αυτό ήταν αδύνατον χωρίς την υιοθέτηση θεσμών και αξιών που έβγαιναν από τον πυρήνα της ορθολογικής νεωτερικότητας. Κι αυτό σήμαινε πρωτίστως την δημιουργία σύγχρονου γραφειοκρατικού κράτους, με καταμερισμό κοινωνικής εργασίας, και ορισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία επήγαζαν από την ελεύθερα εκφρασμένη γενική βούληση. Η πρόσ- δεση στην Ευρώπη, ο ακρογωνιαίος λίθος δηλαδή του βενιζελικού πολιτικού προτάγματος ως προς την διεθνή θέση της χώρας, είχε την εσωτερική διάσταση που μόλις περιγράψαμε. Η ευρωπαϊκή όμως και εκσυγχρονιστική αιχμή του βενιζελικού κινήματος ήταν μια εργαλειακή επιλογή που επικαθοριζόταν από τις εθνικές ανατάσεις της λαϊκής ψυχής. Ο εθνικο-κρατισμός του, με όλες τις παιδευτικές του συνι- στώσες, δεν ήταν ακόμα ένα αυτοδύναμο πολιτιστικό όραμα. Αυτό το έλλειμ- μα ήρθε να αναπληρώσει το εγχείρημα των ιδεαλιστών. Αυτό που διέγνωσαν ήταν ότι μετά την κατάρρευση του μεγαλοϊδεατικού εγχειρήματος, προείχε η εδραίωση μιας εσωτερικής θεσμικής τάξης βασισμένης σε καθολικές αξίες, στη συνειδητή δηλαδή δέσμευση των πολιτών να υπηρετή- σουν το συλλογικό αγαθό. Και τα πρόσφορα εργαλεία για τη διάπλαση μιας τέτοιας κοινωνικής συνείδησης ήταν, στην αντίληψή τους, οι θεμελιώδεις έννοι- ες της κλασικής πολιτικής φιλοσοφίας. Με τον τρόπο αυτό η ένταξη της Ελ- λάδας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι θα γινόταν με όρους οργανικής πνευματικής συνάφειας, και όχι υπό την πίεση μιας ευμετάβλητης εξωτερικής συγκυρίας. Υπό την έποψη αυτή θα μπορούσαν να ανιχνευθούν συνάφειες με το πρό- γραμμα των διαφωτιστών.2 Με την κρίσιμη βέβαια διαφορά ότι το υπαρκτό 2. Οι συνάφειες αυτές εκφράζονται εναργέστατα στο δοκίμιο του Παναγιώτη Κανελλό- πουλου, «Η πνευματική νεοελληνική κοινωνία», Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επι- στημών [στο εξής ΑΦΘΕ] έτος ΣΤ’ (1935), σ. 1-41. ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ 89 πλέον εθνικό κράτος, γυμνωμένο τώρα από τον επεκτατικό δυναμισμό του, υπαγόρευε την υπαγωγή της κλασικής παιδείας στις ανάγκες μιας κατεστημέ- νης θεσμικής πραγματικότητας. Η ισχύουσα έννομη τάξη όφειλε να «γεμίσει με συνείδηση», ούτως ώστε να πάψει να είναι μια υπερβατική (και απειλητική) αναγκαιότητα (ένα εξωτερικό «κράτος» που άρχει μόνο μέσω του υλικού κα- ταναγκασμού - για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Χέγκελ) σε σχέση με τα ανθρώπινα υποκείμενα που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της. Το πρό- ταγμα αυτό είχε από την αρχή μια αδιαμφισβήτητα «συντηρητική» πτυχή, που θα αποκτούσε όλο και πιο έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά υπό την πίεση των ιστορικών εξελίξεων της δεκαετίας του ‘30 και του ‘40. Μέσα στην Ευρώπη των ιδεών, όπως επιγραμματικά διατυπώνει τους στό- χους των ιδεαλιστών ο Π. Κανελλόπουλος, η Ελλάδα οφείλει να ανακαλύψει τον ίδιο της τον εαυτό με δεδομένο ότι από μακρού η Ευρώπη έχει ήδη ανα- γνωρίσει στην Ελλάδα τις πηγές της δικής της αυτοσυνειδησίας.3 Πρόκειται για μια ιδέα που ανάγεται στον Βησσαρίωνα και -πάλι- στον ελληνικό διαφωτισμό και έρχεται να αντιπαρατεθεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο στον λυσσα- λέο αντιδυτικισμό της ρομαντικής ελληνολατρείας. Μέσα στο σκηνικό αυτό ο ιδεαλισμός του μεσοπολέμου είναι η συνέχεια, με φιλοσοφικά μέσα, της ανακαινιστικής προσπάθειας που είχε εκδηλωθεί από το 1909. Ο κλασικισμός του Κ. Τσάτσου είναι ένα θεωρητικό πρόταγμα με άμεσες πολι- τικοκοινωνικές βλέψεις. Κινητοποιεί την αρχαιοελληνική σκέψη αποσκοπώντας στην καθίδρυση ενός συνταγματικού κράτους δι- καίου που βάζει τέρμα στην τοπικιστική και ατομιστική αναρχία των επί μέρους συμφε- ρόντων που μεταμφιέζονται (όπως και σή- μερα) κάτω από ένα κίβδηλο αντικρατισμό. Κατά τρόπο παράλληλο, η ελληνολατρεία των Γερμανών διανοουμένων από τις αρχές του 19ου αιώνα και εξής (στην οποία οι δι- κοί μας ιδεαλιστές είχαν εντρυφήσει), ήταν το λάβαρο για την καταπολέμηση της θεο- κρατικής φεουδαρχίας στη δική τους χώ- ρα πρωτίστως, όπως τονίζει η Suzanne L. Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)· 3. Για την ανάπτυξη αυτής της ιδέας, βλ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευ- ρωπαϊκού Πνεύματος, μέρος Α΄, τ. 1-2: Από τον Αυγουστίνο στον Μιχαήλ Άγγελο, Αθήνα 1966, σ. 17-28. 90 ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ Marchand.4 Η μεταπήδηση των πρωτεργατών του ελληνικού ιδεαλισμού στην ενεργό πολιτική ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη. Αξίζει να σταθούμε στην κοινωνικοπολιτική διάσταση του μεσοπολεμικού ιδεαλισμού. Το πιο αξιόλογο ίσως θεωρητικό πόνημα του Κ. Τσάτσου είναι η Κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων.5 Ο τίτλος από μόνος του μαρ- τυρεί πολλά. Η συγκρότηση λειτουργικής κοινωνικής ζωής και των δεσμών αλληλεγγύης που την διέπουν δεν είναι αποτέλεσμα ασύνειδων διεργασιών υπό την επήρεια ενός μυστικού φυσικού ειρμού. Είναι δέσμευση της έλλογης συνείδησης στην αξία της αμοιβαιότητας, είναι ηθική πράξη υπό την έποψη της αναγνώρισης του άλλου ως ισότιμου συμμέτοχου σε ένα κοινό έργο παραγωγής υλικών και πολιτιστικών αγαθών. Η ιδέα αυτή της συνειδητής συμμετοχής σε μια ολότητα πρακτικών αξιών προβλήθηκε με καταλυτικό τρόπο από τον Kant και τον Hegel. Δεν ήταν όμως παρά η εφαρμογή στις συνθήκες της νεωτερικό- τητας των πολιτικών συλλήψεων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Αν όμως η υπαγωγή του ατομικού στο γενικό ήταν για τον αρχαίο Έλληνα μια λίγο πολύ αυθόρμητη προδιάθεση, στην σημερινή εποχή δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα συστηματικής διανοητικής και ηθικής καλλιέργειας. Η παιδεία εγκοινωνίζει. Αυτή αποσπά το φυσικό άτομο από τις αδράνειες του ενστίκτου που το δένουν με το ιδιωτικό και το επί μέρους και το καθιστά αυ- τόνομο υποκείμενο που κατανοεί την ελευθερία του ως συμμετοχή στο κοινό καλό. Πίσω από την ανασκευή από τον Τσάτσο της αισθησιοκρατίας των σο- φιστών από την σκοπιά του Πλατωνικού Λόγου κρύβεται η αντιπαράθεσή του με τους θιασώτες μιας πρωτόγονης, στοιχειακής «ελληνικότητας», των οποίων η γραφή - όπως τονίζει ο Κ. Θ. Δημαράς - στην προσπάθειά της να μιμηθεί την «φυσικότητα» των δημοτικών τραγουδιών είχε κατακλύσει την κοινωνική σκέψη με έναν ακατάσχετο συναισθηματισμό που εμπόδιζε (όπως εξακολουθεί να εμποδίζει και σήμερα) την επιστημονική κατανόηση των κοινωνικών πραγ- μάτων.6 Απηχήσεις της στάσης αυτής βρίσκουμε και στον διάλογο του Τσάτσου με τον Σεφέρη για την ποίηση - με την διαφορά βέβαια ότι ο Σεφέρης θα επικα- λεσθεί εδώ το λαϊκό συναίσθημα ως εφαλτήριο για ένα εγχείρημα εκφραστικού μοντερνισμού στο πρότυπο του Eliot. Στην σεφεριανή κατανόηση η παράδοση ωθεί προς ένα ανεξερεύνητο και προς κατασκευήν μέλλον και δεν μας βυθίζει 4. Βλ. Suzanne L. Marchand, “What the Greek Model Can, and Cannot, Do for the Modern State: the German Perspective”, Roderick Beaton, David Ricks (επιμ.), The Making of Modern Greece, Λονδίνο 2009, σ. 33-42. 5. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα 1996. 6. Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, «Ο Σικελιανός είναι μέσα στην ελληνική παράδοση», Νέα Εστία (Χριστούγεννα 1952), σ. 31-36. ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ 91 στην νύχτα ενός φανταστικού παρελθόντος όπου όλες οι αγελάδες είναι μαύ- ρες. Δεν παύει όμως, στην ιδεολογική αντιπαράθεση για την ελληνικότητα των δύο κορυφαίων διανοητών του ‘30, να σαλεύουν στον βυθό ιζήματα από τις παλαιότερες αντιθέσεις. Όπως και να ‘χει το πράγμα, ο θεωρητικός ιδεαλισμός του μεσοπολέμου εί- χε κάτι το τεχνητό επάνω του. Ήταν η μεταφύτευση διανοητικών στάσεων από πνευματικά κέντρα της Εσπερίας – σε πολιτιστικό υπέδαφος που δεν ήταν προφανές ότι ευνοούσε την ευδοκίμησή τους. Για να επηρεάσει την κοινωνική πραγματικότητα έπρεπε να κατεβεί, όπως είπαμε, στον πολιτικό στίβο, με τί- μημα όμως να μετεξελιχθεί σε μια από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Στο νέο αυτό πλαίσιο η θεωρία των πλατωνικών «βασιλικών ανδρών» που πρόβαλλε ο Κ. Τσάτσος εύκολα θα μπορούσε να μεταλλαχθεί σε, ή να παρανοηθεί ως, υπεράσπιση ενός αυταρχικού status quo. Ο ίδιος ο Τσάτσος όμως ήταν ένας βαθειά δημοκρατικός άνθρωπος και το πολιτειακό του ιδεώδες σφραγίζεται από την παρουσία ελεύθερων θεσμών: στην διάσταση αυτή του κλασικισμού του υπερισχύει ο Αριστοτέλης της «μέτριας δημοκρατίας» επί του Πλάτωνος.7 Η περίπτωση του Π. Κανελλόπου- λου είναι ιδιαίτερη. Κατά την παραμο- νή του στην Χαϊδελβέργη είχε βρεθεί στις παρυφές του περίφημου κύκλου του Stefan George, γνωστού ως «μυ- στική Γερμανία», υπό την πνευματική επήρεια του οποίου είχε περιέλθει. Η κλειστή αυτή συντροφιά χαρακτηριζό- ταν από λατρευτική προσήλωση στη χαρισματική μορφή του ποιητή αρχη- γού της, αποκλειστική εμμονή στον πνευματικό οραματισμό και αποστρο- φή στην αγοραία καθημερινότητα της «αστικής κοινωνίας», την οποία ταύ- τιζαν με την «φλεγμαίνουσαν πόλιν» του Πλάτωνα. O Πλάτωνας, πράγματι, ήταν ο φιλοσοφικός καθοδηγητής τους. Όχι όμως ο πολιτικός, αλλά ο ερωτι- κός Πλάτων, τον οποίο κατανοούσαν ως μύστη του υπερκόσμιου τόπου των Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986) 7. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η πρωταρχική πηγή του δικαίου», ΑΦΘΕ έτος Θ’ τχ 3 (1938), σ. 290-328. 92 ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ καθαρών ειδών και ιεροφάντη της ιδέας του Καλού. Ο νεαρός Έλληνας κοινω- νιολόγος φαίνεται ότι έπαιζε κάποιο ρόλο δημόσιου εκφραστή των αντιλήψεων αυτών μέσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Και για τον λόγο αυτό ο K. Mannheim, ο πιο αδιάλλακτος επικριτής στην Χαϊδελβέργη του αλλόκοσμου προτύπου του διανοουμένου που εκπορευόταν από τον κύκλο του George, υπέβαλε τις αντιλήψεις του Κανελλόπουλου για το αυτόνομο υποκείμενο, ως «όριο» μιας γενικής θεωρίας της γνώσης και ως αντίβαρο σε ένα ισοπεδω- τικό «κοινωνιολογισμό»8, σε οξεία θεωρητική κριτική στο κλασικό του έργο Ιδεολογία και Ουτοπία.9 Από την εκλεκτική αυτή συγγένεια πήγαζαν ορι- σμένες αμφιλεγόμενες απόψεις του Κανελλόπουλου που δημοσιοποιήθηκαν μέσω του περιοδικού Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών, των οποίων ο αισθητικός αριστοκρατισμός φαινόταν να εκβάλλει ακόμα και προς μιαν αντιδημοκρατική ιδεολογία. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί το ιστορικό τους πλαίσιο. Κατά τον μεσοπόλεμο ο εθνικοσοσιαλισμός και ο φασισμός ήταν αφηρημένες κοσμοθεωρίες, των οποίων η κριτική της διεφθαρμένης κεφαλαι- οκρατίας συμβάδιζε σε πολλά σημεία με εκείνη του κομμουνισμού. Ταυτό- χρονα περιείχαν στοιχεία καλαισθητικού ιδανισμού, που εκδηλώθηκαν τόσο μέσα από τον ιταλικό φουτουρισμό όσο και μέσα από τον κινηματογράφο της Riefenstahl. Σ’ αυτό το καθαρά φιλοσοφικό επίπεδο και μόνο άσκησαν μια εντός ορίων επιρροή σε ανήσυχα πνεύματα όπως ο Κανελλόπουλος - και (ας μην ξεχνάμε) ο Καζαντζάκης. Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρξε αργότερα καμία πο- λιτική συμπόρευση.10 Η αντίθεση του Κανελλόπουλου στην μεταξική δικτατο- ρία ήταν αποφασιστική. Ενώ στις παραμονές της το Ενωτικόν Κόμμα που είχε ιδρύσει ο ίδιος ήταν μια προοδευτική επιλογή με μεγάλη απήχηση στη νεολαία που διψούσε μεν για κοινωνική αλλαγή, δεν ήθελε όμως να παγιδευτεί στην μέγγενη του σταλινισμού. Όπως και να ‘χει το πράγμα, μέσα στην αύξουσα ιδεολογική πόλωση προ του πολέμου, και στην συνέχεια με κριτήριο την πολιτική δράση των εκφρα- στών της, οι δημοκρατικές συνιστώσες της ιδεαλιστικής θεωρίας του κράτους - ιδίως όπως εκφράσθηκαν από τον Τσάτσο - εν πολλοίς διαγράφηκαν. Σ’ αυτό συνέτεινε και η θεωρητική πολεμική του τελευταίου - και μάλιστα από 8. Όπως είχαν διατυπωθεί στο δοκίμιο του Κανελλόπουλου με τον τίτλο “Das Individuum als Grenze des Sozialen und der Erkenntnis. Soziologie contra Soziologismus” (Archiv für angewandte Soziologie, ΙΙΙ). Την ουσία των αντιλήψεων αυτών εκθέτει ο Κανελλόπουλος και στο δοκίμιό του με τίτλο «Προβλήματα φιλοσοφίας της ιστορίας», ΑΦΘΕ έτος Ζ’ τχ 1 (1936), σ. 1-34. 9. Karl Mannheim, Ideology and Utopia, Νέα Υόρκη 1936, p. 25 κ. εξ., 258. 10. Κατά παρόμοιο τρόπο ο κύκλος του ����������������������������������������������� Stefan����������������������������������������� George���������������������������������� ���������������������������������������� δεν συνέπραξε με το ναζιστικό κί- νημα. Διατήρησε αδιάλλακτα την αντιπολιτική στάση του καθαρού αισθητισμού, ενώ ανάμεσα στα μέλη της ξεχώριζαν οι αδελφοί Stauffenberg, οργανωτές της απόπειρας κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944. ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ 93 πανεπιστημιακής καθέδρας - κατά του μαρξισμού, του άλλου συγκροτημένου θεωρητικού πόλου της εποχής. Στη ροπή αυτή προς την υπεράσπιση της κρατικής νομιμότητας που έγινε υπό την πίεση αδήριτων πολιτικών αναγκαιοτήτων, ο ιδεαλισμός δέχθηκε και την κριτική των εκπροσώπων του ακραιφνούς φιλελευθερισμού. Όπως είπαμε ο φιλελευθερισμός του βενιζελισμού ήταν μια μάλλον δευτερογενής συνέπεια του εθνοκρατισμού του. Ο φιλελευθερισμός καθαυτός, ως συνειδητή ιδεολογία και κοινωνική αντίληψη, παρέμεινε περιθωριακό φαινόμενο, με τον Γ. Θεοτοκά ως τον πιο χαρακτηριστικό και διαυγή εκφραστή του. Ο Θεοτοκάς μέσα από μια καθαρά πολιτική οπτική συναιρεί τον ιδεαλισμό με τη «δεξιά», κυρίως κατά την μεταπολεμική περίοδο, και υπογραμμίζει – ορ- θώς - ότι οι φωτισμένες αντιλήψεις που συνοικούσαν στον χώρο εκείνο επικα- λύφθηκαν τελικά από τις αυταρχικές πρακτικές της εθνοκάπηλης πτέρυγάς του. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι στο θεωρητικό επίπεδο ο βασικός στόχος του Θεοτοκά, στο εμβληματικό Ελεύθερο Πνεύμα του 1929, ήταν ακρι- βώς ο ίδιος με εκείνον των χαϊδελβεργιανών.11 Πρόκειται ακριβώς για εκείνους τους διονυσιαστές της «ελληνικότητας», οι οποίοι, στενεύοντας την έννοια της παράδοσης (όπως σημειώνει ο Κ. Θ. Δημα- ράς) στα όρια της αυθαίρετης ιδεοληψίας τους, είχαν αναγορεύσει ένα υστερικό αντι- ευρωπαϊσμό σε κριτήριο της ελληνικότητας και αρνιόντουσαν το δικαίωμα του ποιητή να αντλήσει από όλο το εύρος του παγκό- σμιου πολιτισμού για να εκφράσει την ταυ- τότητά του. Δεν ήταν οι οπαδοί της φυλετικής και πολιτιστικής καθαρότητας άνθρωποι αστόχαστοι η ακαλλιέργητοι. Ο δογματι- σμός όμως των πεποιθήσεών τους είχε πε- τρώσει σε ένα «πνευματικό μιλιταρισμό», όπως τον ονομάζει ο Θεοτοκάς, που στην σύγκρουσή του με τον αντίπαλο πνευμα- τικό μιλιταρισμό των σταλινικών, οι οποί- Γιώργος Θεοτοκάς (1905-1966) οι υπέτασσαν κάθε μορφή πνευματικότη- τας στην κομματική σκοπιμότητα, είχε επιβάλει μιαν άτυπη τρομοκρατία στην διανοητική ζωή του τόπου. Ανάμεσα στις δυο αυτές μυλόπετρες συν- θλιβόταν κάθε πρωτότυπη και εσωτερική φωνή που διεκδικούσε το δικαίωμα 11. Γιώργος Θεοτοκάς, Ελεύθερο πνεύμα, Αθήνα² 1988. 94 ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ ενός προσωπικού λόγου, το δικαίωμα στην συνειδησιακή αυτονομία. Αξίζει να ανακαλέσουμε τις συγκλονιστικές αυτές διατυπώσεις του Θεοτοκά που ενέπνευσαν την κοσμογονική δουλειά της γενιάς του τριάντα, για τον λόγο ότι ακόμα και σήμερα δυστυχώς η πνευματική μας ζωή εξακολουθεί να μαστίζεται από παρόμοια παθογένεια. Η λύση στα αδιέξοδα αυτά που προτείνει ο Θεοτοκάς είναι ευφάνταστη και λυτρωτική γιατί ανοίγει τους ορίζοντες μιας παγκοσμιότητας, η οποία, αν και δεν έλειπε από τους χαϊδελβεργιανούς, παρέμενε εν τούτοις εγκλωβισμένη στον, προϊόντος του χρόνου, όλο και πιο ακαδημαϊκό κλασικισμό τους. Κριτή- ριο της ποιητικής και διανοητικής ελευθερίας είναι η πηγαία και αδέσμευτη ατομικότητα, το προσωπικό «δαιμόνιο» του πνευματικού ανθρώπου, που είναι ανοιχτό προς όλες τις πραγματικότητες της νεώτερης ζωής και χρησιμοποιεί όλα τα υλικά του παρόντος για να χτίσει ένα πρωτόγνωρο μέλλον. Η θέαση αυτή ριζώνει στον Σωκράτη, αλλά και στον Mill, και εκφράζει την τόλμη μιας νιότης (εκείνης που τόσο γλαφυρά περιέγραψε ο Θεοτοκάς στην Αργώ) να σκεφτεί χωρίς όρια και χωρίς φραγμούς. Η σκέψη είναι ένα πλεούμενο που προχωράει προς καινούργιους κόσμους. Αυτή η πριμοδότηση της ένθεης ατο- μικότητας (με όχι αμελητέο ρομαντικό χρωματισμό) είναι το υπόβαθρο του φι- λελευθερισμού του Θεοτοκά. Είναι μια ιδέα που το ρηξικέλευθο πέταγμά της δεν συμμεριζόταν ιδίως ο Τσάτσος, στην προσπάθειά του να ζεύξει το ποιητικό πύρωμα στο υπερβατικό ηθικό χρέος. Όμως ο Θεοτοκάς είναι εδώ το ίδιο γνήσια καντιανός όσο και ο Τσάτσος: ο ποιητής είναι αυτός που δίνει τον νόμο στην τέχνη, μια ιδέα από την καρδιά της Τρίτης Κριτικής. Εξ άλλου, όταν ο Θεοτοκάς στοχάζεται πιο νηφάλια για την τρέχουσα πολιτική, οι αποφάνσεις του, κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη υπό την στέγη φιλελεύθερων θεσμών, συμπλέουν με το θεωρητικό πρόταγμα των ιδεαλιστών. Ένα άλλο σημείο όπου πρωτοπόρησε όμως ο Θεοτοκάς ήταν η αναγνώριση της κοινωνικής και πολιτισμικής σημασίας της βορειοαμερικανικής Συμπολι- τείας για την διαμόρφωση του ανθρώπινου πεπρωμένου.12 Σκάβοντας κάτω από τα εύκολα και αμαθή στερεότυπα που εξακολουθούν να βαραίνουν στην νεοελληνική σκέψη αναγνώρισε με οξύνοια, παράλληλη ίσως με εκείνην του Tocqueville, το απαράμιλλο πολιτιστικό και επιστημονικό βρασμό που είναι η ζωή της Αμερικής. Διέγνωσε ως πρωταρχικό στοιχείο στην πρωτοποριακή αυτή λειτουργία της αμερικανικής παιδείας την αδέσμευτη και ατρόμητη κρι- τικότητα. Πέρα από τον στενόκαρδο και μυωπικό εθνισμό των ελληνομανών είδε στην Αμερική το πρόταγμα μιας πανανθρώπινης κοινωνίας, όπου οι πιο 12. Γιώργος Θεοτοκάς, Δοκίμιο για την Αμερική, Αθήνα 1954. ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ 95 ετερόκλητες φυλετικές και πολιτιστικές καταβολές συνδυάζονται και αλλη- λογονιμοποιούνται υπό την στέγη ενός θεσμικού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων όλων. Δεν ήταν καθόλου τυφλός ως προς τις δυσλειτουργίες του αμερικανικού οικονομικού συστήματος.13 Διέβλεπε όμως ότι ο συνδυασμός του συνταγματικού πατριωτισμού των Αμερικανών με το πανανθρώπινο περιεχό- μενο της κοινωνίας τους ήταν η προσφορότερη διέξοδος από τον αγκυλωτικό και – τελικά - ολοκληρωτικό εθνοκεντρισμό που ταλανίζει την Ευρώπη. Ο ιδεαλισμός του Τσάτσου και ο φιλελευθερισμός του Θεοτοκά βρίσκονται σε καρποφόρα διαλεκτική αντίστιξη και ανταλλαγή. Και η τραγωδία είναι ότι στους αντίστοιχους πολιτικούς χώρους που τελικά αγκυροβόλησε ο καθένας οι θεωρητικές τους ευαισθησίες καταπνίγηκαν από άλλες αναγκαιότητες και αδράνειες. 13. Όταν Θεοτοκάς γράφει το δοκίμιό του για την Αμερική δεν έχει εκραγεί ακόμα το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων, κι έτσι ο αγώνας αυτός δεν χρωματίζει επαρκώς την σκέψη του. Θα πρέπει εν τούτοις να σημειωθεί ότι το κίνημα για την πολιτική ισότητα των μειονοτήτων στηρίχθηκε ηθικά και θεσμικά πάνω στο δημοκρατικό πλαίσιο που εξαίρει ο Θεοτοκάς και ευοδώθηκε ακριβώς επειδή η αμερικανική κοινωνία είδε στην ισότητα αυτήν την πρακτική ολοκλήρωση των συνταγματικών ιδεωδών της. ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ ΟΙ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ Εισαγωγή Η παρούσα εργασία εστιάζει στην εξέλιξη των πολιτικών ιδεών στo περιο- δικό Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών.1 Το περιοδικό εκδι- δόταν από το 1929 ως το 1941 και η συντακτική του επιτροπή αποτελούνταν από τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Ιωάννη Θεοδωρα- κόπουλο και τον Μιχαήλ Τσαμαδό. Το άρθρο αυτό παρακολουθεί τις διακυ- μάνσεις των πολιτικών ιδεών στο περιοδικό μέσα από τα κείμενα των Π. Κα- νελλόπουλου και Κ. Τσάτσου. Υποστηρίζει ότι στα πλαίσια του ιδεολογικού «διμέτωπου» αγώνα τον οποίο διεξήγαγε το περιοδικό – τόσο ενάντια στον «σχολαστικισμό», όσο και στον περισσότερο επίφοβο, κατά την άποψή τους, ιστορικό υλισμό – έθεσε στο στόχαστρό του, από διαφορετικές οπτικές γω- νίες και με διαφορετικό βαθμό έντασης, θεμελιώδεις παραδοχές της φιλελεύ- θερης νεωτερικότητας και του οικονομικού/πολιτικού φιλελευθερισμού· επί- σης, ότι αυτή η τοποθέτηση δεν ήταν απόρροια συντηρητικών προτιμήσεων, απότοκο της «δύσμορφης ελληνικής κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης» και «της καθολικής περιφερειακότητας της ελληνικής περίπτωσης»,2 αλλά ιδεολογική επιλογή εναρμονισμένη με τα ιστορικά – ευρωπαϊκά – συμφραζόμενα της πρώτης κρίσης της νεωτερικότητας.3 Το μεθοδολογικό πλαίσιο πραγμάτευσης 1. Για μια εκτενέστερη πραγμάτευση της σχετικής προβληματικής, ιδίως σε σχέση με την αντιπαράθεση των συντελεστών του Αρχείου με τον Δ. Γληνό, βλ. τη μελέτη μου Μετέωρος Μοντερνισμός: Τεχνολογία, Ιδεολογία της Επιστήμης και Πολιτική στην Ελλάδα του Με- σοπολέμου (1922-1940), Αθήνα 2012, σ. 391-461. 2. Θέσεις οι οποίες υποστηρίζονται με ποικίλες παραλλαγές στο Κώστας Μ. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός στο μεσοπόλεμο. Παρουσίαση και κριτική των θεωριών του, Θεσ- σαλονίκη 1984, σ. 14, 18-28, 67-81, 102-104, 141-145, 156-165, 182-186, 188-200, 265-267, 307-311. 3. Πρόκειται για την περίοδο ανάμεσα στα 1870 με 1940, όταν στο επίκεντρο της διαμάχης βρισκόταν μάλλον το σχέδιο παρά τα προϊόντα της τεχνολογικής αλλαγής ενώ δεν ήταν μόνο ο οικονομικός φιλελευθερισμός στο στόχαστρο, αλλά και οι ιδέες της δημοκρατίας και της επιστήμης. Η αυξανόμενη δύναμη της εργατικής τάξης διάνοιγε τον δρόμο για μακρόπνοες 98 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ των εν λόγω ιδεολογικών διακυμάνσεων οριοθετείται από τις εργασίες του Peter Wagner4 σχετικά με τη δυτική νεωτερικότητα, καθώς και τις μελέτες του Karl Mannheim όσον αφορά την ιδεολογική και ουτοπική σκέψη.5 Ιστορικό πλαίσιο και οριοθέτηση των ιδεολογικών στόχων Η Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1930 αντιμετώπιζε πολύπλοκα προβλήματα – στο υπόβαθρο των οποίων προφανώς βρισκόταν η Μικρασιατική Καταστρο- φή – τα οποία επιδεινώνονταν από τις συνέπειες της οικονομικής Κρίσης. Η όξυνση του κοινωνικού ζητήματος συμβάδιζε με την εκτεταμένη ιδεολογική κρίση – απόρροια της χρεωκοπίας της Μεγάλης Ιδέας και του συναφούς ιδεο- λογικού κενού, την ανησυχία για τη διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών, καθώς επίσης και την αυξανόμενη δυσπιστία για τις φιλελεύθερες αξίες. Ειδικότερα, αμέσως μετά την εκδήλωση της Κρίσης η ταχεία οικονομική ανάπτυξη,6 συνυ- φαινόταν με την πρόδηλη δυσαρέσκεια για την κοινοβουλευτική ρύθμιση και το επίμονο φλερτ με αυταρχικές πολιτικές λύσεις.7 Τα τρία πραξικοπήματα (Πλαστήρας 1933, βενιζελικό κίνημα 1935, Κονδύλης 1935), η βασιλική πα- λινόρθωση τον Νοέμβριο του 1935 και η επιβολή της μεταξικής δικτατορίας είναι ενδεικτικά της αναταραχής και των προσανατολισμών της εποχής.8 Την ίδια περίοδο η οικονομική ανάπτυξη ήταν αξιόλογη, ενώ διατυπώθηκε κι ένα εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα προωθημένο από μηχανικούς και βιομηχάνους με άξονα την τεχνολογική ανάπτυξη.9 Στο πλαίσιο αυτό ποικίλοι διανοούμενοι πρωτοβουλίες και ιδέες συλλογικού χαρακτήρα, ενώ η πολιτική αστάθεια δεν απέκλειε τη δυ- νατότητα επιβολής ριζικών αυταρχικών λύσεων. Πρβλ. Peter Wagner, Α Sociology of Modernity, Liberty and Discipline, Νέα Υόρκη 1994. 4. Wagner, Α Sociology of Modernity. Επίσης του ίδιου, Modernity as Experience and Interpreta- tion: A New Sociology of Modernity, Καίμπριτζ 2008. 5. Karl Mannheim, Ιδεολογία και Ουτοπία, μετάφραση Γιώργος Ανδρουλιδάκης, Αθήνα 1997. 6. Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μετάφραση Σπύρος Μαρκέτος, Αθήνα 2002. 7. Για το συνέδριο του 1932 στο Πάντειο με τίτλο «Κοινοβούλιο ή Δικτατορία;», στο οποίο συμμετείχαν διακεκριμένοι πολιτικοί και διανοούμενοι, βλ. Αλέξανδρος Κύρτσης, Κοι- νωνιολογική σκέψη και εκσυγχρονιστικές ιδεολογίες στον Ελληνικό Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1996, σ. 136-138· Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Αθήνα 2006, σ. 320-328· Δέσποινα Παπαδημητρίου, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων, Η συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα 1922- 1967, Αθήνα 2006, σ. 84-90. 8. George Th. Mavrogordatos, Stillborn Republic, Social coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936, Λονδίνο 1983· Gunnar Hering, Τα Πολιτικά Κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τ. 1-2, μετάφραση Θόδωρος Παρασκευόπουλος, Αθήνα 2004. 9. Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα στον Μεσοπό- λεμο, Αθήνα 1993· Thanos Veremis, Mark Mazower, “The Greek Economy 1922-1941”, Thanos ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 99 αποπειράθηκαν να εισηγηθούν συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους λύσεις, οι οποίες υπερέβαιναν τον ιστορικό ορίζοντα της φιλελεύθερης νεωτερικότητας στην κατεύθυνση της οργανωμένης νεωτερικότητας (organized modernity), και συνδυάζονταν με τη διατύπωση των νέων – εθνικών και κοινωνικών ιδεωδών – τα οποία αναμενόταν να πληρώσουν το οξύ ιδεολογικό κενό. Το Αρχείον εισήλθε πρόθυμα στο σχετική αντιπαράθεση κατονομάζοντας εξ αρχής τους ιδεολογικούς του αντιπάλους. Σε κείμενο απολογιστικού χα- ρακτήρα για τα τρία χρόνια του περιοδικού λ.χ.,10 γινόταν αναφορά στον δι- μέτωπο αγώνα του – αφενός ενάντια στην επιφανειακή προσέγγιση της ιδε- οκρατίας, αφετέρου κατά του ιστορικού υλισμού – υπογραμμίζοντας ότι ο ιστορικός υλισμός ασκούσε βαθιά επίδραση στους νέους, γεγονός που επέβαλε την επείγουσα αντιμετώπισή του.11 Η κατάδειξη του ουσιαστικού αντιπάλου – γιατί ο άλλος πόλος επικρινόταν λόγω της αδυναμίας του να αντικρούσει αποτελεσματικά τις ιστορικοϋλιστικές απόψεις – αναδείκνυε τη θεμελιώδη διαφορά των δύο θεωρήσεων: στην ιστορικοϋλιστική/μαρξιστική θεώρηση που επιζητούσε να προσεγγίσει την Ιστορία –και δη, τη νεοελληνική – ως Φύση διακριβώνοντας τους νόμους που τη διέπουν και ερμηνεύοντας τη γένεση των ιδεών ως αποκρυστάλλωση εμπράγματων/υλικών σχέσεων, αντιπαρατίθετο η προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι υπό το πρίσμα της αξίας, ώστε να συλ- ληφθούν τα άχρονα εν πολλοίς νοήματα που ενείχαν τα ιστορικά γεγονότα.12 Το πώς αυτές οι αφετηρίες καθόρισαν την εκφορά του πολιτικού λόγου των προαναφερθέντων διανοουμένων στα δημοσιευμένα στο περιοδικό άρθρα τους θα εξετασθεί στα επόμενα υποκεφάλαια τα οποία παρακολουθούν τη σχετική εκφορά στη χρονική της εκδίπλωση. Veremis, Robin Higham (επιμ.), Aspects of Greece, The Metaxas Dictatorship, Αθήνα 1993, σ. 111- 130· Νίκος Ψυρούκης, Ο φασισμός και η 4η Αυγούστου, Λευκωσία 1994· Γιάννης Αντωνίου, Οι Έλληνες Μηχανικοί. Θεσμοί και ιδέες 1900-1940, Αθήνα 2006. 10. «Τρία χρόνια του ‘Αρχείου’», Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών [στο εξής: ΑΦΘΕ], τ. Δ΄ (1932-33), σ. i-vi. 11. Αυτοί οι φόβοι αποτελούσαν κοινό τόπο της «φιλελεύθερης» διανόησης της εποχής, όπως αποδεικνύουν οι σχετικές αναφορές του Γιώργου Θεοτοκά· βλ. Γιώργος Π. Σαββίδης (επιμ.), Γιώργος Θεοτοκάς-Γιώργος Σεφέρης. Αλληλογραφία (1930-1966), Αθήνα 1991, σ. 63-64. Στις αρχές του 1933 ιδρύεται εξάλλου το περιοδικό Ιδέα από τους Γιώργο Θεοτοκά, Σπύρο Μελά, Γιάννη Οικονομίδη και Κωνσταντίνο Τσάτσο. 12. Βλ. σχετικά και Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Ο ��������������������������������������� Rickert�������������������������������� και η Αϊδελβεργιανή παράδοση», ΑΦΘΕ, τ. Δ΄ (1932-33), σ. 361-364. 100 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 101 Κ. Τσάτσος: από τον φιλελεύθερο εναρμονισμό στις ανεπάρκειες της φιλελεύθερης Πολιτείας και τη «δημιουργική» υπέρβασή της Εκκινώντας από (νεο)καντιανές θεωρητικές προκείμενες13 στη βάση των οποίων ο νους, η πρώτη αρχή του λογικού συνειδότος, υπερέχει της «διάνοιας» – της μορφής που αυτός λαμβάνει, όταν προσεγγίζει τον φυσικό κόσμο –, διότι θε- μελιώνει τις αρχές της – κατηγορίες και a priori εποπτείες –, αλλά και την κατευθύνει στη βάση των ιδεών του, ο Τσάτσος συνήγαγε ότι και στο πεδίο του δικαίου η φιλοσοφία προηγείται της νομικής επιστήμης, διότι η πρώτη θεμελιώνει τη δεύτερη και τις κατηγορίες της: πολιτεία, εξουσία, έννοια του δικαίου. Η ισχύς του δικαίου δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από την εμπειρία. όπως η αίσθηση πρέπει να οργανωθεί από μία έξωθεν αυτής νοητή μορφή για να καταστεί γνώση, έτσι και ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως πράξης δικαίου προϋποθέτει κάτι νοητό, την έννοια του δικαίου. Όπως, όμως, η διάνοια και οι κατηγορίες της ή οι εποπτικές μορφές της θεμελιώνονται ως νοητές σε κάτι αντίστοιχο που τις θέτει ελεύθερα κατά δεοντολογικό τρόπο, έτσι και η έννοια του δικαίου θεμελιώνεται στην ιδέα του δικαίου.14 Ο Τσάτσος δεν αρνιόταν στα πρώτα του κείμενα την ιστορικότητα των δι- καιικών μορφών, την οποία είχαν καταδείξει και η ιστορική σχολή του δικαίου και ο εμπειρισμός ασκώντας κριτική στο φυσικό δίκαιο.15 Επίσης, δεν αρνιόταν ότι υπήρχαν κοινωνικοί λόγοι επιβολής του δικαίου – επιβαλλόμενη βία, κοινω- νικό γόητρο του επιβάλλοντος, κοινωνική αναγνώριση – οι οποίοι μπορούσαν και άξιζε να μελετηθούν ιστορικά και κοινωνιολογικά. Εντούτοις, καθώς είχαν εμπειρικό χαρακτήρα, ανήκαν στις γενετικές εξηγήσεις του δικαίου: εξηγούσαν τη γένεσή του σε ορισμένη στιγμή, δεν ανέλυαν τους λόγους ισχύος του, την αξία που αποδιδόταν στο δίκαιο, εστίαζαν στο όν αδιαφορώντας για το δέον.16 13. Ο Κ. Σταμάτης (Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 238) παραθέτει την εξής φράση του Τσάτσου: «[…] ο τρόπος θεωρίας συγκροτεί το πρώτον το αντικείμενον της επιστημονικής ερεύνης» είτε αυτή αναφέρεται στη φύση είτε στην ιστορία. Αναφέρει, επίσης, ότι η νεοκα- ντιανή θεωρία ασχολείται περισσότερο με τις a priori μορφές νομικής σκέψης, παρά με το πραγματικό ιστορικό υλικό στο οποίο εφαρμόζονται: «[…] Αποτέλεσμα της γνωσιοθεωρητι- κής αφετηρίας του νεοκαντιανισμού είναι πως δεν ανταποκρίνεται η θεωρία στην πραγμα- τικότητα, αλλ’ αντίθετα η (δικαιική) πραγματικότητα θα πρέπει να αντιστοιχεί στη (νομική) θεωρία» (στο ίδιο, σ. 238-239). Βλ. σχετικά Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Φιλοσοφία και επιστή- μη του δικαίου», ΑΦΘΕ, τ. Α΄ (1929), σ. 79-112, ιδίως σ. 97-103. 14. Στο ίδιο, σ. 110-112. 15. Νοεί ως φυσικό δίκαιο την αντίληψη που εισήχθη από τις αρχές του 17ου αιώνα και κατ’ αναλογίαν με τους απόλυτους νόμους της φυσικομαθηματικής επιστήμης, υποστήριξε ότι υπάρχει δίκαιο με πραγματικό και αιώνιο κύρος, αφ’ ης στιγμής αποτελεί δημιούργημα του νου (στο ίδιο, σ. 80-81). Για τις κριτικές, βλ. στο ίδιο, σ. 81-82. 16. Στο ίδιο, σ. 85. 102 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Καθίστατο σαφές ότι καθώς επιθυμούσε να εδραιώσει την έννοια του δικαίου, κατ’ εξοχήν δε αυτή της πολιτείας, τις οποίες εκλάμβανε ως συνώνυμες, δεν μπορούσε να παραμείνει στο πεδίο της ιστορικής/κοινωνιολογικής προσέγγισης. Έπρεπε να την τεκμηριώσει σε υπέρτερη αρχή κι αυτή ήταν η ιδέα του δικαίου.17 Από τις εμπειριστικές, κοινωνιολογικές και ιστορικές θεωρήσεις, και ενά- ντια στη «δογματική μεταφυσική του φυσικού δικαίου», ο Τσάτσος κρατούσε τη δυνατότητα πραγματικής εφαρμογής, επιβολής και ισχύος του δικαίου, την οποία αποκαλούσε θετικότητα του δικαίου.18 Οι κατά βάση ορθές κατ’ αυ- τόν κριτικές των εν λόγω θεωρήσεων ότι είναι αδύνατο ένα a priori σύστημα διατάξεων με καθορισμένο περιεχόμενο – το φυσικό δίκαιο – να μπορεί να προκαταλάβει το ιστορικό γίγνεσθαι, συνδέθηκαν με την κατά την άποψή του πλάνη ότι οι γενεσιουργές έννοιες του δικαίου – η μορφή του – υπόκεινται και αυτές στην ιστορική ροή, εκεί δημιουργούνται και εκεί μεταβάλλονται. Τότε όμως, εξέφραζε την ανησυχία του ο Τσάτσος, θα ήταν αδιανόητες ιστορία και κοινωνία, χωρίς την τάξη εκείνη που εναρμονίζει και καθορίζει την ελευθερία του ανθρώπου, δηλαδή χωρίς το δίκαιο και τις κατηγορίες του: πολιτεία, πολι- τειακή οργάνωση, πολιτειακό δίκαιο, νόμοι.19 Σε αυτό το γίγνεσθαι κάτι μένει σταθερό: η μορφή, η ανεπηρέαστη από την ιστορία, του δικαίου.20 Τη λύση, κατά τον Τσάτσο, έδινε η καντιανή σκέψη καθώς απέρριπτε τα δογματικά στοιχεία του φυσικού δικαίου, διατηρούσε όμως, τη μεθοδολογία του.21 Δεν αρκούσε λοιπόν, μόνο να εξηγηθούν οι έννοιες του δικαίου. έπρεπε και να θεμελιωθούν. Το μείζον ερώτημα, επομένως, δεν ήταν πώς γεννήθηκε ο θεσμός, αλλά γιατί ισχύει, πόθεν αντλεί το κύρος του, γιατί πρέπει να ισχύουν οι επιταγές της πολιτείας. Με άλλα λόγια, χρειαζόταν να διακριθεί η ιστορι- κή από τη δεοντολογική κρίση.22 Σε αυτό διευκόλυνε η εντοπιζόμενη διφυία της πράξης, η διάκρισή της σε ψυχοφυσική παρουσία και φορέα νοήματος, σε 17. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 224-225, 228. 18. Στο ίδιο, σ. 147, 190-193. 19. Στο ίδιο, σ. 278-279: «Για να ξαναγυρίσουμε στην ιδεαλιστική φιλοσοφία της επο- χής, η σημασία της απόλυτης αξίας της πολιτειακής εξουσίας διαγράφεται ανάγλυφα, όπως πίστευε ο Τσάτσος, στην περίπτωση που η ιστορικά σχετική αξία του θετικού δικαίου μετα- βληθεί. “Αλλά και τότε δεν υπάρχει διακοπή της πολιτειακής ζωής, καθότι πάσα μεταβολή και η των θεμελιωδών διατάξεων έτι, συντελείται υπό την διαρκή αναγνώρισιν της αξίας της πολιτειακής εξουσίας. Μεταβάλλονται ενδεχομένως τα πολιτεύματα, συλλήβδην ολόκληραι νομοθεσίαι, αλλά δεν παύει να ισχύη και να αναγνωρίζεται η αξία της πολιτειακής εξουσίας”. Αυτό που συμβαίνει τότε είναι μια “μετάθεσις” (σχετικών) αξιών. Τι προκαλεί όμως αυτή τη μετάθεση, παραμένει ανεξήγητο». 20. Τσάτσος, «Φιλοσοφία και επιστήμη του δικαίου», σ. 81-82. 21. Στο ίδιο, σ. 83. 22. Στο ίδιο, σ. 84-85. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 103 φυσική/ψυχική μεταβολή και σκοπό στον οποίο έτεινε, στον εναρμονισμό της με τον ηθικό νόμο.23 Αν λοιπόν, το δίκαιο είναι φαινόμενο ιστορικό και αφορά πράξεις, προϋποτίθεται των πράξεων αυτών ο νοητός τους όρος, δηλαδή η έννοια του δικαίου. Η έννοια του δικαίου, δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε αθε- μελίωτα αξιώματα, ούτε σε εμπειρικές κρίσεις, αλλά στην εύρεση μιας αυτο- θεμελιούμενης αρχής, η οποία να τίθεται ταυτόχρονα με το συνειδός: το δίκαιο πρέπει να επιτελεί κάποιο σκοπό· αν ο σκοπός αυτός έχει απόλυτη αξία, τότε το δίκαιο θεμελιώνεται. Ο απόλυτος αυτός σκοπός είναι η ιδέα του δικαίου.24 Το δίκαιο θεωρείτο ως αύταρκες σύνολο κανόνων διεπόμενο από ενότητα και έχον ως τελικό θεμέλιο την ιδέα του δικαίου, η οποία ως απόλυτη επιταγή του νου, δεν είχε ανάγκη άλλης θεμελίωσης·25 Έτσι, μπορούσε να αποτελέσει κρι- τήριο αποτίμησης του ιστορικού γίγνεσθαι, αλλά και παράγοντα διαμόρφωσής του εξειδικευόμενη στις επιμέρους ιστορικές καταστάσεις.26 Στην επιχειρηματολογία του Τσάτσου αναμιγνύονταν τόποι της φιλελεύ- θερης ιδεολογίας, καθώς και της φιλελεύθερης ουτοπικής σκέψης·27 κατανο- είτο λ.χ., η ύπαρξη του βουλητικού στοιχείου της πράξης, αντιμετωπιζόταν όμως, ως υπερβατό διά του Λόγου ή ήδη εκλογικευμένο: η διφυία της πράξης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η πίστη στη δυνατότητα εκλογίκευ- σης του πολιτικού ανταγωνισμού αντικατοπτριζόταν στο θετικό δίκαιο, στην ενότητα και την πληρότητα που το διείπε, στην πολιτεία η οποία το ενσάρκω- νε. Το συγκινησιακό στοιχείο διακρινόταν από το ορθολογικό/αξιολογικό και παραμεριζόταν, όπως δείχνει η υποστήριξη της ανεπάρκειας των ιστορικών/ κοινωνιολογικών εξηγήσεων της ισχύος του δικαίου· το ζήτημα πλέον μετατο- πιζόταν στην ορθή στοχοθεσία/σκοποθεσία, στην εύρεση του δέοντος. από τη στιγμή που αυτό επιτυγχανόταν, μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι επι- μέρους εξειδικεύσεις του. Ο παραμερισμός της ιστορικής πραγματικότητας και της κοινωνικής προβληματικής συνυφαινόταν κατ’ αυτό τον τρόπο με τον 23. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 111: «Μετά από αυτά, η αρχή της ορθής πράξης θα πρέπει να είναι ένας όρος εσωτερικός, που η ίδια η ηθική συνείδηση επιβάλλει στον εαυτό της, σε μια ύψιστη πράξη αυτοπροσδιορισμού της. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί παθητικό δέκτη ηθικών προσταγμάτων ετερόνομα θεσπισμένων, αλλ’ είναι αντίθετα ο δημιουργός τους, από μόνο το γεγονός ότι είναι ον προικισμένο με πρακτικό λόγο. Aυτό είναι το νόημα της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, σύμφωνα με την καντιανή ηθική που ασπάζεται και ο Κ. Τσάτσος». Για τη διφυία της πράξης, Βλ. στο ίδιο, σ. 108-109, 112-115. 24. Τσάτσος, «Φιλοσοφία και επιστήμη του δικαίου», σ. 96-97. 25. Στο ίδιο, σ. 104-110. Για την ενότητα του νομικού συστήματος ως απόρροια της δεοντολογικής σκέψης του νομικού φιλοσόφου, βλ. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 147-148, 164-165. 26. Τσάτσος, «Φιλοσοφία και επιστήμη του δικαίου», σ. 110-111. 27. Mannheim�� ����������, Ιδεολογία και Ουτοπία, σ. 149-151, 176-177, 261-272. 104 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ προσανατολισμό σε κανονιστικές αρχές, η πρόσβαση στις οποίες εξασφαλιζό- ταν στη βάση της αυτονομίας της ελεύθερης βούλησης. Παραμερίζοντας όμως, τις ιστορικές εξελίξεις ο Τσάτσος επιχειρούσε και κάτι που θα γίνει ακόμη σαφέστερο στα επόμενα: θεωρώντας «απόσταγμα» των ιστορικών εναλλαγών τη μορφή της πολιτείας, την οποία και υποστασιοποιούσε, την έθετε υπεράνω – κοινωνικής – κριτικής, κάτι που λειτουργούσε εξ αντικειμένου συντηρητικά, λόγω της ανιστορικής οπτικής την οποία υιοθετούσε. Αυτό φαίνεται και σε μια μελέτη της ίδιας εποχής με την προαναφερθείσα,28 όπου εκκινώντας από την ίδια γνωσιοθεωρητική αφετηρία και τονίζοντας ότι η θεωρία των αξιών συνιστά πηγή της ιστορικής και κοινωνικής ζωής,29 ο Τσάτσος έθετε ως ύπατο δέον και αντικείμενο της αξιολογικά προσανατολισμένης νομικής επιστήμης, την πραγμάτωση της αξίας της πολιτειακής εξουσίας και μέσω αυτής, την πραγμάτωση των απόλυτων και αντικειμενικών αξιών.30 Η πολιτεία έτεινε στην πραγμάτωση της ιδέας του δικαίου κι η φιλοσοφία του δικαίου προσα- νατόλιζε τις έρευνές της στην ενίσχυσή της. Αυτό που δεν ικανοποιούσε τον Τσάτσο στον νεοκαντιανισμό ήταν η δυα- δική κοσμοθεωρία του. θεωρούσε πως αντέφασκε στο αίτημα της ενότητας του νου και κατ’ επέκταση στη νομιμοποίηση της παρέμβασης επί του αισθητού κόσμου.31 Ήταν αναγκαία, θεωρούσε, η πορεία πέραν του νεοκαντιανισμού, στην κατεύθυνση του αντικειμενικού ιδεαλισμού είτε στην εγελιανή είτε στην πλατωνική εκδοχή του.32 Σε αυτή την κατεύθυνση, εκτιμούσε ιδιαίτερα τη συ- νεισφορά του Larenz,33 ο οποίος προσέφερε κατ’ αυτόν μια επαρκή θεμελίωση 28. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η νομική ως τεχνική και ως επιστήμη», ΑΦΘΕ, τ. Α΄ (1929), σ. 202-251. 29. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 261. Οι αξίες στον Τσάτσο θεωρούνταν νοή- ματα και σκοποί πράξεων, δέοντα από τα οποία απέρρεε το αίτημα πραγματοποίησής τους, καθώς και κριτήρια έρευνας. Η κλίμακα των αξιών διαρθρωνόταν συστηματικά, μέχρι την ολοκλήρωσή της στις άχρονες, αναλλοίωτες και απόλυτες αξίες – ελευθερία, αλήθεια, ομορ- φιά, ενότητα κλπ. – οι οποίες αποκαλούνταν και ιδέες (στο ίδιο, 260-263). 30. Τσάτσος, «Η νομική ως τεχνική και ως επιστήμη», σ. 236, 241, 250-251. 31. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Το έργον του ��������������������������������������������� Karl Larenz ��������������������������������� και ο εγελιανισμός εν τω δικαίω», ΑΦΘΕ, τ. ��������������������������������������������������������������������������������� B�������������������������������������������������������������������������������� ΄ (1930-31), σ. 362-372, ιδίως σ. 362-363. Για το φλερτ του Κ. Τσάτσου με νεοε- γελιανές αντιλήψεις βλ. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 280-289. 32. Τσάτσος, «Το έργον του Karl ������������������������� Larenz�������������� », σ. 363-364. 33. Ο ������������������������������������������������������������������������� Karl��������������������������������������������������������������������� Larenz�������������������������������������������������������������� �������������������������������������������������������������������� ήταν ο βασικός θεωρητικός της περιβόητης «Σχολής του Κιέλου» που θεμελίωσε τη ναζιστική ρατσιστική νομοθεσία. Είναι εκείνος που ισχυριζόταν ότι δεν υπάρχουν ατομικά δικαιώματα καθαυτά, αλλά μόνον εντός της εθνικής κοινότητας Ο Larenz γεννήθηκε το 1903. Συνέγραψε το διδακτορικό του για τον Hegel στο Κίελο και έγραψε την επί υφηγεσία εργασία του υπό την καθοδήγηση του Julius Binder το 1928-29 στο Göttingen. Το 1933 διορίστηκε ως βοηθός στη Νομική του Κιέλου και το 1935-36, όταν εκδιώχθηκαν οι εβραϊκής καταγωγής και λοιποί ανεπιθύμητοι διδάσκοντες, ανέλαβε εξ ολοκλήρου την έδρα ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 105 του δικαίου και της πολιτείας στη βάση των εγελιανών θεμελίων της σκέψης του.34 Αυτό που είλκυε τον Τσάτσο στη σκέψη του Larenz ήταν ότι εστίαζε στο μείζον ζήτημα του κύρους του δικαίου, ισχυριζόμενος ότι «[…] η αληθής δικαιολόγησις δεν ευρίσκεται παρά εν μια αντικειμενική αρχή, εν τη ιδέα του δικαίου». Ήταν όμως και κάτι ακόμη που κέρδιζε την ευαρέσκεια του Τσά- τσου: αρνούμενος ο Larenz, παρατηρούσε, να διαχωρίσει το Ον από το Δέον, τα οποία λογίζονταν ως αντιθετικές στιγμές της ίδιας λογικής σύνθεσης που συνυ- πάρχουν σε κάθε δημιούργημα του πολιτισμού, απέφευγε τα προβλήματα των δυαδικών κοσμοθεωριών: η συνύπαρξη αυτών των δύο στιγμών παρατηρείται παντού, άρα και στο δίκαιο, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι το κύρος του δικαίου είναι ταυτόχρονα νοητός κανόνας και αισθητή/χρονική πραγματικότη- τα, δεοντολογικό και πραγματικό κύρος, ιδέα και θετικότητα. Η θεμελίωση δε, του θετικού δικαίου στην ιδέα του χαρίζει ενότητα. Έτσι, οι επιμέρους κανόνες θεμελιώνονται όχι άμεσα επί της ιδέας, αλλά στην ενότητα του θετικού δικαί- ου: το κύρος των επιμέρους κανόνων θεμελιώνεται στο βαθμό που ενώνονται τελολογικά με το όλο σύστημα του δικαίου.35 Η άνευ εσωτερικών αντιφάσεων πολιτεία, η οποία ως δέον και αγαθό, ταυτόχρονα και ως συντελεσμένη πραγ- ματικότητα, έχει την απόλυτη προτεραιότητα συνιστώντας την ενσάρκωση της ιδέας του δικαίου. Η διανοητική πορεία του Τσάτσου από τον νεοκαντιανισμό στον αντικει- μενικό ιδεαλισμό μπορεί να κατανοηθεί ακόμη καλύτερα και μέσω των ανα- λύσεων του Αλέξανδρου Κύρτση, για τη μετατόπιση στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού από ορισμένα αριστερά στοιχεία της μαρβουργιανής εκδοχής του νεοκαντιανισμού προς τον βουλησιαρχικό ελιτισμό του χαϊδελβερ- γιανού νεοκαντιανισμού και της αλλαγής στη σχέση των δύο σχολών με τον ιστορισμό και τον τρόπο διαμόρφωσης μιας θεωρίας των αξιών. Με δεδομένο, παρατηρεί ο Κύρτσης, ότι συστατικό στοιχείο του ιστορισμού αποτελεί η σχέση Δέοντος και Είναι, όπως και ότι η μεν αναφορά στο Δέον αποτελεί προϋπό- θεση της θεμελίωσης του ελιτισμού, η δε αναφορά στο Είναι την εστίαση στα της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Την περί δικαιωμάτων αντίληψή του εισηγήθηκε ως το πρώτο άρθρο του νέου ναζιστικού αστικού κώδικα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεργάστηκε εθελοντικά (με τον ����������������������������������������������������������������������� Schmitt���������������������������������������������������������������� και άλλους) στο περιβόητο σχέδιο “����������������������������� Kriegseinsatz���������������� ��������������� der������������ ����������� Geisteswis- senschaften” («πολεμική επιχείρηση για τις ανθρωπιστικές επιστήμες») του ναζιστικού υπουργείου Παιδείας και Επιστημών, ένα γιγαντιαίο πείραμα με σκοπό να προσαρμοστεί το σύνολο της επιστημονικής γνώσης στη θεωρία της γερμανικής υπεροχής και να προετοιμαστεί μια μεταπολεμική πανευρωπαϊκή απολύτως ιεραρχική νομική ρύθμιση (βλ. σχετικά, Massimo La Torre, Nostalgia for the Homogeneous Community: Karl Larenz and the National Socialist Theory of the Contract, Φλωρεντία 1993). Οφείλω αυτήν την πληροφορία στον Δημήτρη Στέφωση. 34. Τσάτσος, «Το έργον του Karl ��������������������� Larenz���������� », σ. 368. 35. Στο ίδιο, σ. 369-372. 106 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ συγκεκριμένα κοινωνικά προβλήματα και τις ιστορικά καθορισμένες ανάγκες των κοινωνιών, η μαρβουργιανή εκδοχή του νεοκαντιανισμού άφηνε ανοικτή τη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ιστορικά προσδιορισμένης θεωρίας των αξιών ικανής να απαντήσει στις παθολογίες του καπιταλισμού. με άλλα λόγια, διανοι- γόταν η δυνατότητα ενός ορισμού του Δέοντος ρητά συνδεδεμένου με – ίσως και εξαρτημένου από – το ιστορικό είναι.36 Κεντρικό, εντούτοις, στοιχείο του χαϊδελβεργιανού νεοκαντιανισμού, όπως τονίζει ο Κύρτσης, είναι η απόλυτη πρόσδεση του Είναι στο Δέον, κάτι που αποσυνδέει την αναγωγή του ζητήματος των αξιών στο κοινωνικό ζήτημα, όπως αυτό εμφανίζεται σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια. Για τους νεοκαντιανούς της Χαϊδελβέργης υπάρχουν κυρίως υπερβατικές αξίες, αξίες δηλαδή που δεν μπορούν να αναχθούν σε δεδομένη εμπειρία και οι οποίες περιέχουν τα στοι- χεία που ορίζουν το Δέον: είναι μεν ανεξάρτητες από τον χώρο και τον χρόνο, μπορούν εντούτοις να προσεγγιστούν εντός μορφών έκφρασης του ανθρωπίνου πνεύματος, όπως είναι η επιστήμη, το κράτος, το δίκαιο, η τέχνη και η θρη- σκεία.37 Με αυτή την έννοια, εδώ συντελείται μια αντιστροφή: η ιστορία –το Είναι – δεν μπορεί να αποτελέσει πηγή κανονιστικών δεσμεύσεων, αντίθετα, ο άχρονος ηθικός νόμος μπορεί να διαμορφώσει ιστορικές διαδικασίες, αρκεί να συνειδητοποιεί από τα άτομα· η υποταγή του Είναι στο Δέον θεωρείται νομιμοποιημένη αρκεί να απορρέει από διαχρονικές αξίες, τις οποίες μόνο οι ελίτ μπορούν να συνειδητοποιήσουν.38 Από αυτό τον ανιστορικό δεοντολογισμό απορρέει μια αυταρχική/ολοκληρωτική διάσταση, η επίδραση της οποίας στα ιδεολογήματα της εποχής, σημειώνει ο Κύρτσης, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμη- θεί. κατά τη γνώμη του, μεγαλύτερη σημασία έχει η μείξη του δεοντολογισμού του Rickert με τον ρομαντισμό του ποιητή Stefan George, o οποίος συσχέτι- σε τον γενικευτικό ρόλο του κοινωνιολογικού στοχασμού με τη γενικευτική λειτουργία του ποιητικού λόγου. επρόκειτο για μείξη, καταλήγει ο Κύρτσης, 36. Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη, σ. 58-60. 37. Στο ίδιο, σ. 61. Χαρακτηριστικά παράδειγμα αυτής της πραγμάτευσης των αξιών τα εξής κείμενα: Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, «Το Πνεύμα και η ζωή του», ΑΦΘΕ τ. Γ΄ (1931-32), σ. 242-300, 375-409. 38. Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη, σ. 61-63. Όπως σημειώνει ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Ο χαϊδελβεργιανός νεοκαντιανισμός εναποθέτει τα πάντα στη σχέση διανοητικότητας και τρόπων αποκάλυψης του Δέοντος, υποτάσσοντας το ηθικά αποδεκτό Είναι κάτω από τις απόλυτες αξίες που μόνο οι ελίτ μπορούν να συνειδητοποιήσουν. Ο δρόμος λοιπόν από το Μαρβούργο προς τη Χαϊδελβέργη συνεπάγεται μια πλήρη αντιστροφή του ιστορισμού. Το Δέον δεν μπορεί πια υπό καμία έννοια να είναι παράγωγο των αναγκών μιας ιστορικής επο- χής. Η ιστορία των κοινωνιών ταυτίζεται με την ιστορία των παραγωγών του Δέοντος, που δεν δεσμεύονται όμως από τα δεδομένα μιας ιστορικής εποχής, αλλά από απόλυτες αξίες και επιστημολογικούς κανόνες» (στο ίδιο, σ. 64). ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 107 που απέληξε στον ανορθολογισμό και τον αυταρχισμό, όπως και στην έντονη αντίθεση προς κάθε προσπάθεια επιστημονικής θεμελίωσης του λόγου περί κοινωνίας, στοιχεία τα οποία απαντούν π.χ. στον λόγο του Κανελλόπουλου.39 Ωστόσο, θα αποτολμούσα την υπόθεση ότι ο χαϊδελβεργιανός δεοντολογισμός στην περίπτωση του Τσάτσου τουλάχιστον, έχει σαφέστατες ολοκληρωτικές απολήξεις, ιδίως από τη στιγμή που συνδέεται με τον αντικειμενικό ιδεαλισμό. Πριν όμως αναφερθώ σε αυτές, χρειάζεται να εντοπιστεί πώς συστηματο- ποιεί ο Τσάτσος τις αφετηρίες του και μάλιστα σε ρητή αντίθεση με τον ιστο- ρικό υλισμό. Στην ιστορικοϋλιστική θεωρία διαμόρφωσης της συνείδησης από την κοινωνική πραγματικότητα, ο Τσάτσος αντέτασσε μια αυτενεργό συνείδη- ση η οποία ενείχε τους όρους που καθιστούν τη γνώση της πραγματικότητας, όπως και την επιστήμη εν γένει, εφικτή και αντικειμενική.40 Έτσι, επιχειρούσε να ανατρέψει το επιχείρημα του ιστορικού υλισμού σε ό, τι αφορούσε και τους διαμορφωτικούς της συνείδησης παράγοντες και τους όρους γνώσης της πραγματικότητας. Η αυτενεργός συνείδηση δεν εξαντλείτο, τόνιζε ο Τσάτσος, στη θεωρητική/επιστημονική διάστασή της, η οποία αφορά τον φυσικό κόσμο. Θέτει ερωτήματα – είναι οι ιδέες του νου – για το όλο του κόσμου, προκειμέ- νου να βρει ό, τι θα ικανοποιήσει την ανάγκη ολοκλήρωσης που έχει, την οποία η διάνοια/επιστήμη δεν μπορεί να ικανοποιήσει. Αυτές οι ιδέες του νου, αν και δεν διαγιγνώσκονται επιστημονικά, εντούτοις λειτουργούν καθοδηγητικά για την επιστήμη, υποβαστάζοντας τις μεθόδους της και θέτοντας, ουσιαστικά, τον κόσμο.41 Αυτενεργώντας ο νους, αποδεικνύεται ως ουσία του η ελευθερία. Η ελεύθερη πράξη του αποδείκνυε δε, κατά τον Τσάτσο, πως πέρα από τη θεωρητική – διάβαζε επιστημονική – έχει και πρακτική διάσταση, η οποία δεν καθορίζεται αιτιακά από οποιονδήποτε παράγοντα –οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς– της αισθητής πραγματικό- τητας. Κείμενος, έτσι, ο νους έξω από τη σφαίρα του Όντος, τη σύλληψη της οποίας εγγυάται με το να θέτει τις μορφές κατανόησής της, μπορεί να «επι- κοινωνήσει» με το Δέον, δηλαδή τον ηθικό νόμο:42 Απ’ αυτήν τη διατύπωση φαίνεται όλο το ιστορικό βάθος της ηθικής αρχής του Kant. Η ιδέα της απόλυτης αξίας του ανθρώπου, της ιδέας της προσωπικότητας, η σοσιαλιστική ιδεολογία, έχουν εδώ τις βαθύτερές των ρίζες. Τι άλλο ζητούμε να γκρεμίσωμε παρά το καθεστώς που μεταχειρίζεται μια τάξη ανθρώπων ως μέσα και όχι ως σκοπούς, που δεν σέβεται την ανθρωπότητα στο πρόσωπο 39. Στο ίδιο, σ. 65-66, 188-214. 40. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η γνωσιολογία του Kant������������������������������� ����������������������������������� ως εισαγωγή στην ιδεοκρατία», ΑΦΘΕ, τ. Ε΄ (1934), σ. 49-117. 41. Στο ίδιο, σ. 111-116. 42. Στο ίδιο, σ. 117-118. 108 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ κάθε οποιουδήποτε ανθρώπου; Σκοπός κάθε πράξεως απόλυτος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, στην υψηλότερη σημασία που έχει αυτή η λέξη, ο άνθρωπος ως λόγος. Αυτό είναι το πρακτέο, ο λόγος. κάθε πράξη να γίνεται κατά λόγον και το υποκείμενο της πράξεως, ο άνθρωπος να διαμορφώνεται κατά λόγον, να γίνεται προσωπικότης. Η διαμόρφωση προσωπικοτήτων είναι ο σκοπός κάθε πράξεως, ο σκοπός της ιστορίας. Απ’ αυτή τη σκοπιά του ηθικού νόμου φαίνεται η ιστορική ζωή, ο κόσμος της πράξεως, σαν ένα σύνολο προσωπικοτήτων, δηλαδή όντων που μεταχειρίζονται τους άλλους αμοιβαία ως σκοπούς και ποτέ ως μέσα, σαν μια κοινωνία προσωπικοτήτων, ή αν θέλετε να το πούμε με άλλες λέξεις, σαν μια κοινωνία σκοπών. Και αυτό ακριβώς είναι, στη γενικωτάτη σημασία, η κοινωνία, ένα σύνολο προσώπων που διέπονται από έναν κοινό σκοπό. Αργότερα θα εξε- τάσωμε τον κοινωνικό κόσμο, εδώ απλώς σημειώνουμε την πηγή του. Κοινωνία είναι δυνατή μόνο υπό την προϋπόθεση μιας αντικειμενικής αρχής της πράξεως, ενός αντικειμενικού σκοπού. Η ενότητα της κοινωνίας, δηλαδή η μορφή της είναι ο κοινός αυτός σκοπός.43 Ήταν λοιπόν η ελεύθερη κανονιστική συνείδηση που καθιστούσε δυνατό τον καθορισμό σκοπών που αντιστοιχούν στο Δέον, στην πραγμάτωση των οποίων πρέπει να τείνει η πράξη προκειμένου διαμορφώσει την πραγματικότητα στη βάση του ηθικού νόμου. Έτσι, σύμφωνα με τον Τσάτσο η ένωση των δύο κό- σμων, αισθητού-νοητού, Όντος-Δέοντος, φύσης-συνείδησης, μπορούσε να επι- τελεστεί σε άλλη βάση από αυτή του ιστορικού υλισμού, ήτοι στη δυνατότητα τελολογικής σχέσης αισθητού-νοητού, φυσικού-ηθικού κόσμου. Αυτή συμπέ- ραινε, είναι που καθιστούσε δυνατή την ιστορία ως σύνολο πράξεων οι οποίες δημιουργούν πολιτισμό (Kultur), και νοητή την ιδέα του ηθικού νόμου, ώστε να θεωρείται στοιχείο που μετέχει στη γένεση φαινομένων και αντικειμενικών νοημάτων στην εμπειρική συνείδηση του ανθρώπου. Αντί να παρουσιάζεται η ιστορία ως πεδίο σύγκρουσης εμπράγματων δυνάμεων, εδώ ερχόταν στο ιστορικό προσκήνιο η αδιάκοπη προσπάθεια της προσωπικότητας να ανυψωθεί στον νόμο που τη διέπει, αυτόν της ελευθερίας και συμμορφούμενη με το δέον του ηθικού νόμου να δημιουργήσει πολιτισμό – επιστήμη, τέχνη, θρησκεία.44 Αυτές οι εκδηλώσεις μπορούσαν να κατανοηθούν, κατέληγε ο Τσάτσος, μόνο αν η Ιστορία προσεγγιζόταν υπό το πρίσμα της αξίας, σύμφωνα και με τον Rickert, στον οποίο ρητά παρέπεμπε:45 η επιστημονική δραστηριότητα όφειλε να υπαχθεί στις ηθικές αρχές που υπαγόρευε ο νους.46 43. Τσάτσος, «Η κοινωνική φιλοσοφία του Kant���������� �������������� », σ. 402. 44. Στο ίδιο, σ. 423-438. 45. Τσάτσος, «Ο Rickert������������������������������ ������������������������������������� και η Αϊδελβεργιανή παράδοση», ό. π. 46. Η αντίληψη αυτή επανέρχεται ρητά σε μεταγενέστερα έργα του Τσάτσου. Βλ. σχετικά Δημήτριος Κόρσος, «Η πολιτική σκέψη του Κ. Τσάτσου», Νέα Εστία τ. 142, τχ 1690 (1997), σ. 42. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 109 Ποιες ήταν όμως, οι εμπράγματες πολιτικές συνέπειες αυτών των τοποθε- τήσεων; Μια προκαταρκτική παρατήρηση η οποία μπορεί να γίνει εδώ, είναι ότι αυτές δεν είχαν μόνο συντηρητικό πρόσημο· απεναντίας, διέθεταν και «δη- μιουργικά» γνωρίσματα, στον βαθμό που δεν συμφιλιώνονταν με τον ορίζοντα της αστικής κοινωνίας, αλλά επιδίωκαν την υπέρβασή του: στην πορεία αυτή συναντώνταν με τον αυταρχισμό.47 Στο κείμενό του με τον εύγλωττο τίτλο «Η αποστολή της φιλοσοφίας του δικαίου εν τω συγχρόνω πολιτισμώ»48 επιχει- ρούσε να μεταβεί από μια ιστορία της φιλοσοφίας σε μια πολιτική εν πολλοίς «αποστολή». Παρατηρούσε ότι στο πεδίο του δικαίου και της πολιτείας κυρι- αρχούσε η τυπική – φιλελεύθερη – αντίληψη με κεντρική της θέση είναι ότι το δίκαιο προκύπτει ως ιστορική ανάγκη προκειμένου να αναπληρώσει τις ατέλει- ες της ανθρώπινης συνείδησης, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως ιδανική πολι- τεία «[…] εκείνη, εν η ουδεμία προσβολή ελευθέρων κύκλων ενεργείας λαμβάνει χώραν, εκείνη εν η όχι η ηθική, αλλά μόνον η εξωτερική, η κοινωνική ελευθερία είναι απόλυτος». Ο Τσάτσος δεν θεωρούσε ικανοποιητική αυτή την αντίληψη διότι εμφάνιζε την πολιτεία «[…] ως απλούν παραπλήρωμα και δη […] κατ’ αξίαν κατώτερον της ηθικής». Προεκτείνοντας τη σκέψη του ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε μόνο αυτός ο τύπος πολιτείας που περιοριζόταν στα προαναφερθέντα γνωρίσματα, αλλά κι εκείνοι που επιπροσέθεταν «δημιουργικά γνωρίσματα» επεκτείνοντας τους «κύκλους της ενεργείας της». Η πολιτεία και το δίκαιο έπρεπε να θεωρούνται έσχατοι σκοποί, ιδέες, κι όχι απλώς αναγκαία μέσα για την ηθική ανέλιξη του ανθρώπου. Η πολιτεία, διατεινόταν ο Τσάτσος, δεν ήταν ρυθμιστής απλώς της εξωτερικής συμπεριφοράς των ανθρώπων, αλλά κυρίως και πρωτίστως «καθίδρυμα παιδείας»·49 υπηρετούσε την ιδέα της ελευθερίας όχι μόνο αρνητικά, αποτρέποντας την προσβολή της ελευθερίας του άλλου, αλ- λά και θετικά, αποβλέποντας στην εσωτερική και πλήρη απελευθέρωση του αν- θρώπου, λειτουργώντας ως αληθής παιδαγωγός. Ήταν αναγκαία στην ιστορική ζωή διότι εκεί υπήρχαν μόνο σχετικά ελεύθεροι άνθρωποι και δεν κυριαρχούσαν οι αρχές της ηθικότητας. καθώς δε, η παιδεία ήταν καρπός του χρόνιου μόχθου 47. Με αυτή την έννοια, η εξιδανίκευση του εξουσιαστικού φαινομένου και η έμφαση που απέδιδε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην εσωτερική και άνευ αντιφάσεων ενότητα της πολιτείας, μάλλον ήταν συμβατή με τις τάσεις της εποχής, παρά αποτελούσε απότοκο της «καθολικής περιφερειακότητας και δύσμορφης καπιταλιστικής ανάπτυξης» της ελληνικής περίπτωσης, όπως τείνει να υποστηρίζει ο Κ. Σταμάτης. 48. Βλ. ΑΦΘΕ, τ. Δ΄ (1932-33), σ. 387-421. Το κείμενο αποτελούσε επεξεργασία του λόγου που εκφώνησε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος κατά την ανακήρυξή του σε υφηγητή της Νομικής Σχολής. 49. Για τις ολοκληρωτικές συνέπειες αυτής της προσέγγισης, βλ. απόψεις του Κ. Δεσπο- τόπουλου, όπως παρατίθενται στο Δημήτριος Τσάκωνας, Ιδεαλισμός και Μαρξισμός στην Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ. 149. 110 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ των ανθρώπων, η πολιτεία, επανορθώνοντας τη μηδαμινότητα της διάρκειας και της δύναμης του ατόμου και μεταγγίζοντάς του την πνευματική κληρονομιά των περασμένων, άρα επιτυγχάνοντας και την υπέρβαση του θανάτου μέσω της αδιάπτωτης ζωής του πνεύματος, καθίστατο αναγκαία για να μεταφέρει στα άτομα μια έννοια της παράδοσης ως συνεχούς δημιουργίας. Ο Κ. Τσάτσος θυμίζει εκείνους τους συντηρητικούς φιλελεύθερους διανοου- μένους – όπως λ.χ. τον Ortega y Gasset – οι οποίοι υπογράμμιζαν τις πνευματι- κές αξίες και την κουλτούρα ενάντια στις επαναστατικές διαθέσεις των μαζών και τις «βάρβαρες» συνέπειες της τεχνικοεπιστημονικής ανάπτυξης, προκρίνο- ντας ως λύσεις «δημοκρατικές» πολιτείες με επικεφαλής εκλεκτές «φωτισμέ- νες/πνευματικές» μειοψηφίες· αυτές θα έδιναν έμφαση στην ηθικοποίηση των ατόμων και την καλλιέργεια της «εσωτερικής ελευθερίας» έναντι των δυνάμει επικίνδυνων επιπτώσεων της απεριόριστης κοινωνικής ελευθερίας.50 Αξίζει να επισημανθεί εδώ ότι η ιδέα του «ηθικού Κράτους» δεν αποτελούσε μονοπώ- λιο των συντηρητικών φιλελεύθερων· στους στοχασμούς επιφανών θεωρητικών του ιταλικού φασισμού με κοινές θεωρητικές – νεοκαντιανές και νεοεγελια- νές – αφετηρίες με τον Τσάτσο, όπως οι Giovanni Gentile, Ugo Spirito, Sergio Panuccio και Alfredo Rocco, κατείχε περίοπτη θέση.51 Η υλική ευδαιμονία και η βία, η οποία, σημειωτέον, δεν απορριπτόταν, θεωρούνταν απλώς μέσα της πολιτείας στην προσπάθεια πραγμάτευσης του μόνου κατά λόγον σκοπού, της παιδείας που στηρίζεται στο παρελθόν, αλλά και στρέφεται προς την αρετή και τις νέες δυνάμεις της ζωής. Η πολιτεία έτσι, ως ιδέα και αυτοσκοπός, αποκτούσε σαφή προτεραιότητα έναντι του ατόμου. Η προτεραιότητά της τεκμηριωνόταν και από ιστορικά δεδομένα: η ιστορική ύπαρξη των συγκεκριμένων πολιτειών αποτελούσε διαλεκτική «στιγμή» της πραγμάτωσης της σχετικής ιδέας καθιστώντας την αναγκαιότητά της αναμ- φισβήτητη. Ακόμα κι αν η ιστορική πορεία, ανέφερε ο Τσάτσος απηχώντας εγελιανούς τόπους, απέληγε στη σύμπτωση της ιδέας με την πραγματικότητα, ήτοι στην απόλυτη ελευθερία που θα καθιστούσε περιττή την πολιτεία, δεν σήμαινε ότι δεν δικαιούτο να ομιλεί κανείς για αυτή: η ιστορική της δράση και αποστολή ήταν αυτή που εγγυόταν την εν λόγω σύμπτωση. Γινόταν έτσι, 50. Για τις ομοιότητες Τσάτσου και ����������������������������������������������� Ortega����������������������������������������� y��������������������������������������� ���������������������������������������� Gasset�������������������������������� �������������������������������������� βλ. Στέλιος Καραγιάννης, «Χοσέ Ορτέγα Υ Γκασσέτ - Κωνσταντίνος Τσάτσος. Δύο εκδοχές για την ιδέα της Ευρώπης», Νέα Εστία τ. 142, τχ 1690 (1997), σ. 197-203, όπου οι αντιδημοκρατικές συνέπειες των προσεγγί- σεών τους δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη· για τις απόψεις του Ortega y Gasset βλ. Wagner, A Sociology of Modernity, σ. 116· για τις απόψεις του Τσάτσου περί εκλεκτών μειοψηφιών βλ. Κώστας Τσιρόπουλος (επιμ.), Κ. Τσάτσου, Η μυστική συνέντευξη στον Κ. Τσιρόπουλο, Αθήνα 1997, σ. 82-86. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 146-150. 51. Gregor����������� ����������������� A��������� ����������, Mussolini’s Intellectuals, Πρίνστον 2005, διάσπαρτα. . James�� ������� ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 111 αποδεκτή η αναμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία της ως ενιαίας ηθικής και παιδευ- τικής δύναμης με απεριόριστο πεδίο δράσης και ο Τσάτσος αυτοαναγορευόταν σε φιλοσοφικό της απόστολο στον αγώνα εναντίον των πολιτικών όψεων του υλισμού. Η ιδεοκρατική φιλοσοφική σκέψη προικιζόταν με το πρόσθετο πλεο- νέκτημα του «ελληνικού» ριζώματός της, προτάσσοντας μια πολιτική ρύθμιση με άξονα την ιδέα του «έθνους» και προσδοκώντας να πληρώσει το ιδεολογικό κενό του ελληνικού Μεσοπολέμου.52 Στους κόλπους αυτής της θεώρησης το «ελληνικό», όπως παρατηρεί ο Τζιόβας, οριζόταν φυλετικά και στατικά, προ- κειμένου να απορριφθεί οποιοδήποτε – πολιτικό, καλλιτεχνικό, ιδεολογικό εν γένει – στοιχείο που θεωρείτο ασύμβατο με αυτό.53 Με αυτή την έννοια, δεν ήταν συμπτωματικό ότι προσεγγίσεις του «ελληνικού» που απέδιδαν έμφαση στα δυναμικά και ανοικτά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας, όπως λ.χ. αυτή του Θεοτοκά, παρά την αρχική συμπόρευση με τις θεωρήσεις του Τσάτσου, γρήγορα αποστασιοποιήθηκαν από αυτό που εκλάμβαναν ως μετατροπή της ιδεοκρατίας σε δόγμα.54 Σε δύο μελέτες φιλοσοφίας του δικαίου που δημοσιεύθηκαν στο Αρχείον τα επόμενα χρόνια, το 1935 και το 1938, κατέστη ακόμη σαφέστερο προς ποια πλευρά της «τραγικής σύγκρουσης» υπέρτατων αξιών (προσωπικότητα- Πολιτεία) έτεινε η πολιτική λύση που επεξεργαζόταν ο Τσάτσος. Στο κείμενο του 1935 με τίτλο «Κοινωνία και δίκαιον»,55 επαναλάμβανε ουσιαστικά τους ίδιους τόπους. Αξίζει να επισημανθούν: η προσέγγιση του κοινωνικού ζητήμα- τος όχι υπό την εμπράγματη μορφή του, ως πρόβλημα οικονομικοκοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, ανισοκατανομής δύναμης και συγκρούσεων, αλλά ως πρόβλημα ηθικής, όπου οι συγκροτούντες την κοινωνία τελούν ή όχι ηθικές πράξεις σύμφωνες με την ιδέα της ελευθερίας στην επαφή τους με τον άλλο·56 η 52. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η αποστολή της φιλοσοφίας του δικαίου εν τω συγχρόνω πολιτισμώ», σ. 411-421. 53. Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικό- τητας στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1989, σ. 80-81, 153. 54. Γιώργος Θεοτοκάς, «Η μάχη της νιότης» (1935)· «Κοινωνικά θέματα» (1936). Και τα δύο στο: Νίκος Αλιβιζάτος, Μιχάλης Τσαπόγας (επιμ.), Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί και Θέσεις, Πολιτικά Κείμενα 1925-1966, τόμοι 1-2, Αθήνα 1996, τόμος 1, σ. 282, 302-303, 316-317. 55. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Κοινωνία και δίκαιον», ΑΦΘΕ, τ. ΣΤ΄ (1935), σ. 466-492. 56. Στο ίδιο, σ. 475-476. Αυτό όμως, δεν πρέπει να εκληφθεί ως αδιαφορία για ή υποτί- μηση της υλικής βάσης της ζωής από τον Τσάτσο, όπως την ερμηνεύει ο Κώστας Σταμάτης (Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 64-66, 86-88), η οποία αμβλύνεται για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους στα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κείμενο «Η αποστολή της φιλοσοφίας του δικαίου εν τω συγρόνω πολιτισμώ», καθώς και το «Η θέση της ιδεοκρατίας στον κοινωνι- κό αγώνα» [Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η θέση της ιδεοκρατίας στον κοινωνικό αγώνα», Ιδέα τ. 1 (1933), σ. 360-366] είναι ενδεικτικά τέτοιων προσανατολισμών, ήδη από τον Μεσοπόλεμο. 112 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ δικαιολόγηση της κρατικής εξουσίας ως φορέα της οργανωμένης παιδείας που υπερνικά τον χρόνο και καλλιεργεί τις ψυχές, αναγκαίο όρο εξασφάλισης της εξωτερικής ελευθερίας στον ιστορικό κόσμο και έλλογη συνείδηση που ορίζει το περιεχόμενο της κοινωνικής ρύθμισης, αλλά και τα όριά της με τα τελευταία να μη γνωρίζουν κατ’ ουσίαν περιορισμό. Η πολιτεία, κατά συνέπεια, ανυψω- νόταν σε απόλυτη αξία, ιδέα και μέσα πραγμάτωσής της οποίας θεωρούνταν οι υπαρκτές θετικές πολιτείες.57 Προεκτείνοντας τη σχετική επιχειρηματολογία στη μελέτη του 1938 Η πρω- ταρχική πηγή του δικαίου, ο Τσάτσος απέρριπτε την οποιαδήποτε εμπειρική απόπειρα θεμελίωσης του δικαίου: οι σχετικές θεωρίες των Stahl (αναγωγή του δικαίου στην ηθική ιδέα), Bierling (θεμελίωση του δικαίου στην κοινωνική ανα- γνώριση), Duguit (στήριξη του δικαίου στο εμπειρικό γεγονός της αλληλεγγύης/ αλληλεξάρτησης, το οποίο υψώνεται σε δέον), υπονομεύονταν ως στερούμενες απόλυτων επιχειρημάτων, μη εξαρτώμενων από τις υποκειμενικές βουλήσεις των κοινωνικών δρώντων,58 βάσει της θέσης ότι το θετικό δίκαιο αναγνωρίζεται επειδή στηρίζεται σε απόλυτη αρχή.59 Το πώς μια δεοντολογική και υπεριστο- ρική αρχή – η ιδέα του δικαίου – επιδρά επί της ιστορικής πραγματικότητας, επιλυόταν μέσω μιας νεογελιανής/ιδεαλιστικής,60 τελεολογικής ερμηνείας της Ιστορίας ως κατευθυνόμενης προς την εκπλήρωση της ιδέας: παρά το γεγονός ότι οι επιμέρους πραγματώσεις δεν την «εξαντλούσαν», δεν έπαυαν εντούτοις, να αποτελούν διαλεκτικές στιγμές στην πορεία πραγμάτωσής της.61 Την εκάστοτε ιστορική συγκεκριμενοποίηση της ιδέας του δικαίου επιτε- λούσε ο πρωταρχικός κανόνας κάθε δικαιικού συστήματος, ο οποίος καθόριζε τα όρια της κοινωνικής ελευθερίας, αφού ρύθμιζε τόσο τους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους, όσο και τα όρια της εξουσίας των πρώτων. Παρ’ ότι ο 57. Στο ίδιο, σ. 478-486. Παρατηρεί σχετικά ο Σταμάτης (Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 140): «Όπως γίνεται αντιληπτό, πρόκειται εδώ για μια ολιστική αντίληψη του δικαίου, η οποία: 1) αγκαλιάζει ουσιαστικά το σύνολο της δημόσιας ζωής, χωρίς να παρέχει κανένα στοιχείο διάκρισης ανάμεσα στους ισχύοντες κανόνες δικαίου, είτε εθιμικούς είτε νομοθετη- μένους, και τις απλώς υλικές πράξεις διοίκησης και κυβέρνησης της πολιτικής εξουσίας. 2) Θεωρεί ως αυτονόητο ότι στο πεδίο των δικαιικών ρυθμίσεων εμπίπτουν οι δραστηριότητες τόσο των κυβερνωμένων όσο και των κυβερνώντων, παραβλέποντας όμως ότι αυτό δεν μπορεί να ισχύσει παρά μόνο σε δημοκρατικές πολιτευματικές μορφές, αφού στις απολυταρχικές λείπουν πρακτικά οι εγγυήσεις σύννομης άσκησης της εξουσίας». 58. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η πρωταρχική πηγή του δικαίου», ΑΦΘΕ, τ. Θ΄ (1938), σ. 290-328. Πρόκειται για την «ιδεαλιστική σκλήρυνση» που εντοπίζει ο Κ. Σταμάτης (Ο ελλη- νικός ιδεαλισμός, σ. 263-264) στην ιδεολογική εξέλιξη του Κ. Τσάτσου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω σκλήρυνση λαμβάνει χώρα εντός της δικτατορίας Μεταξά. 59. Στο ίδιο, σ. 295-310. 60. Στο ίδιο, σ. 269-270, 282-284. 61. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η πρωταρχική πηγή του δικαίου», σ. 311-312. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 113 Τσάτσος δεν αποσαφήνιζε το περιεχόμενο της εν λόγω συγκεκριμενοποίησης – αν αυτός ο κανόνας εμπνέεται λ.χ. από τον Καντ, σημείωνε, η εξουσία της πολιτείας είναι όσο το δυνατόν περιορισμένη, αν εμπνέεται από τον Hegel, συνέχιζε, προκρίνεται η εξουσία της ολότητας επί του ατόμου –,62 η επιχει- ρηματολογία που ακολουθούσε, δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης της σχε- τικής επιλογής. Η αντίληψη του θετικού δικαίου ως συστήματος τελεολογικά συγκροτημένου, με βάση ορισμένο σκοπό, καθοριζόμενο από τον πρωταρχικό κανόνα, έθετε το ζήτημα εύρεσης των άριστων μέσων επίτευξης της συμφωνίας του με αυτό τον σκοπό. Άριστα θεωρούνταν αυτά που αποτελούσαν ενότητα: τέτοιο δεν ήταν το άτομο· ακόμα κι αν ήταν, δεν θα υπήρχε ενιαία έννομη τά- ξη. Απαιτείτο, απεναντίας, όργανο ενιαίο και αδιαίρετο κι αυτό δεν ήταν άλλο από την πολιτεία, η οποία και ενότητα διέθετε και τη δυνατότητα επιβολής του κανόνα στην πραγματική ζωή.63 Ως εγγύηση ενάντια στις κάθε άλλο παρά ενδεχομενικές καταχρήσεις αυτής της προτεραιότητας – η σύγχρονη με το κείμενο δικτατορία του Μεταξά επι- βεβαιώνει τη σχετική εκτίμηση –64 προσφερόταν η αναφορά της συγκεκριμένης πολιτειακής εξουσίας στην ιδέα του δικαίου: αν δεν συμφωνούσε με τις επιταγές της στερείτο κύρους, αν όμως συμφωνούσε έπρεπε να θεωρηθεί ορθός τρόπος συγκεκριμενοποίησής της, ακόμα κι αν ορισμένοι επιμέρους κανόνες αντέφασκαν προς αυτήν.65 Ο Τσάτσος βέβαια, κατανοούσε τόσο τις επιφυλάξεις τις σχετικές με την ουσιαστικοποίηση του κανόνα, οι οποίες δεν ήταν μόνο θεωρητικές, αλλά είχαν και έμπρακτες πολιτικές συνέπειες, όσο και τη δυσκολία εντοπισμού εκεί- νης της σκέψης/πράξης που ανταποκρινόταν καλύτερα στην ιδέα του δικαίου.66 Επιμένοντας όμως, να υπογραμμίζει τη σημασία της ως καθαρά αντικειμενικής αρχής θεμελίωσης της πολιτείας και ως κριτηρίου αξιολόγησης των υπαρχουσών πολιτειών,67 θεωρούσε, ενδεχομένως, πως απέφευγε τους κινδύνους του «υπο- κειμενισμού», δεν παρέκαμπτε όμως και τον αυταρχισμό μιας πολιτικής εξουσί- ας στηριγμένης σε απόλυτες και αναμφισβήτητες αρχές. Διαγράφοντας, έτσι, ο 62. Στο ίδιο, σ. 318. 63. Στο ίδιο, σ. 319-320. Για τη θεμελίωση κάθε θετικού δικαίου σε έναν πρωταρχικό κανόνα, από την οποία απέρρεε μια κατ’ ουσίαν θετικιστική συνηγορία του εξουσιαστικού φαινομένου, βλ. Σταμάτης, Ο ελληνικός ιδεαλισμός, σ. 227-238. 64. Οι καταχρήσεις δεν αφορούσαν, βέβαια, μόνο την περίοδο της δικτατορίας. Για τις παραβιάσεις των πολιτικών ελευθεριών στον ελληνικό Μεσοπόλεμο και για την ευρεία χρήση εξω- και παρα-συνταγματικών πρακτικών την ίδια περίοδο, βλ. Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτι- κοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, μετάφραση Βενετία Σταυ- ροπούλου, Αθήνα 1995, σ. 33-134, 337-446. 65. Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η πρωταρχική πηγή του δικαίου», σ. 321. 66. Στο ίδιο, σ. 324-325. 67. Στο ίδιο, σ. 326-328. 114 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Τσάτσος μια πορεία από τον ελιτίστικο νεοκαντιανισμό προς τον αντικειμενικό ιδεαλισμό δεν λειτούργησε αποκλειστικά εντός του ελλαδικού συγκειμένου, αλλά συναντήθηκε με τη γενική τάση μιας μεγάλης μερίδας της ευρωπαϊκής διανόησης της εποχής που επιζητούσε τάξη και υπέρβαση των ανυπόφορα εν- δεχομενικών και αβέβαιων συνθηκών της περιόδου. Δύο κείμενα που δημοσιεύ- ονται στο Αρχείον αυτή την εποχή, των Hans Kelsen και Julius Binder, σαφώς φιλοαυταρχικά, με το δεύτερο ιδίως, να προβαίνει σε ιδεαλιστική εξύμνηση του Hitler, είναι εύγλωττα όσον αφορά την εν λόγω συνάντηση.68 Π. Κανελλόπουλος: από την απόρριψη της φιλελεύθερης νεωτε- ρικότητας στον ενορατισμό των ποιητικών ελίτ και την «ιστορική αποστολή των φασσισμών» Ο Π. Κανελλόπουλος ήταν, συγκριτικά με τον Κ. Τσάτσο, πολύ πιο επικριτι- κός απέναντι στη φιλελεύθερη νεωτερικότητα. Εκκινώντας από συντηρητικές αφετηρίες69 έθετε στο στόχαστρό του κάθε πτυχή της φιλελεύθερης θέσμισης: από την επιστήμη και την τεχνολογία, ως την ιδεολογία της προόδου, από το αυτόνομο – οικονομικό και πολιτικό – υποκείμενο ως την ιδέα της ελεύθερης οικονομίας, από τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία ως την εμπιστοσύνη στον Λόγο και την επιθυμία εξιχνίασης και εξήγησης κάθε πτυχής – ιστορι- κής και φυσικής – του επιστητού, όλα ετίθεντο υπό αμφισβήτηση στο όνομα απόλυτα ατομικών και δημιουργικών δυνάμεων. Μεγέθη όπως η φαντασία, το ένστικτο του ηγέτη, οι αφανείς ιστορικές δυνάμεις του πνεύματος του λαού, αναβιβάζονταν σε κινητήριες ιστορικές δυνάμεις και καθοριστικούς παράγο- ντες διαμόρφωσης του πολιτικού. Σε αυτό τα πλαίσιο, η επίθεση σε καίριες παραδοχές του ιστορικού υλισμού συμπεριλάμβανε πάντοτε τη σφοδρή κριτική σε εκείνες τις όψεις της φιλελεύθερης νεωτερικότητας στις οποίες προσήπτε ότι άνοιξαν τον δρόμο στην έλευση και διάχυσή του, αφού τον θεωρούσε συ- νεχιστή του πνεύματός της. Ο Κανελλόπουλος δεν έμενε στην απλή νοσταλγία των ειδυλλιακών εκείνων εποχών που τάχα αποδιάρθρωσε η νεωτερική κίνηση· απεναντίας, έμοιαζε να αποζητά έναν ρωμαντισμό μελλοντικά προσανατολι- σμένο.70 68. ���������������������������������������������������������������������������������� Hans������������������������������������������������������������������������������ ����������������������������������������������������������������������������� Kelsen����������������������������������������������������������������������� , «Η Κομματική Δικτατορία: συμβολή εις την κριτικήν ανάλυσιν πολιτικών ιδεών», ΑΦΘΕ, τ. Ε΄ (1934), σ. 332-345· Julius Binder, «Εθνική πολιτεία και ηγεσία», στο ίδιο, σ. 346-370. 69. Mannheim�� ����������, Ιδεολογία και Ουτοπία, σ. 146-149, 273-283. 70. Για ανάλογες εξελίξεις στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Γερμανία της εποχής, βλ. ���� Jef- frey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός, Τεχνολογία, Κουλτούρα και Πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ΄ Ράϊχ, μετάφραση Παρασκευάς Ματάλας, Ηράκλειο 1996· Mikael Hard, “German ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 115 Στην επαναστατική βούληση του ιστορικού υλισμού, ο οποίος αντιμετώπιζε με απόλυτο σεβασμό την επιστημονική ιδέα, όπως φυσικά την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, ο Π. Κανελλόπουλος αντέτασσε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ιστορικής σφαίρας, που αποτελούσαν τα ανυπέρβλητα όρια κάθε απόπειρας επιστημονι- κής σύλληψης του επιστητού. Ασκώντας κριτική στον θετικισμό, διακήρυττε το αδύνατο επιστημονικής εξήγησης της κοινωνικής πραγματικότητας στη βάση νομοτελειών λόγω της ύπαρξης νοημάτων που πληρούν τη δράση των ατόμων: σε μεγέθη όπως το δημιουργικό πνεύμα, ισχυριζόταν, δεν εφαρμόζεται η κα- τηγορία της προόδου, η αρμόζουσα στον αυτοματισμό που διέπει τις θετικές επιστήμες.71 Βασισμένος ρητά στον Alfred Weber, ο Κανελλόπουλος διέκρινε μεταξύ Kultur – πνευματικού πολιτισμού – και Zivilisation – υλικού πολιτι- σμού – υποστηρίζοντας ότι η ιστορία της ανθρωπότητας αναπτύσσεται με τη συμπλοκή τους: την πρόοδο του υλικού, στον οποίο το πνεύμα εκδηλώνεται στην τεχνική και τη λογική, και την κίνηση του πνευματικού, όπου το πνεύμα προσπαθεί να αναχθεί στο απόλυτο διαρρηγνύοντας τα όρια της λογικής. Ο υλικός πολιτισμός μετριέται με το κριτήριο της προόδου, ενώ κάθε εκδήλωση του πνευματικού πραγματώνει την τελειότητα και δεν μετριέται με το αυτό κριτήριο. Ο πρώτος διέπεται από τη σκοπιμότητα, ο δεύτερος την αγνοεί ή πη- γαίνει ενάντιά της, εκφράζεται με τη θυσία του ανθρώπου στο «άσκοπο», την ιδέα, το καλλιτέχνημα ως προϊόν μυστικής δημιουργίας· φορείς του δε, είναι ο καλλιτέχνης κι ο προφήτης. Ο υλικός πολιτισμός όμως, δεν ήταν άμοιρος πνευματικών στοιχείων, και αυτό καθιστούσε αδύνατη την πρόγνωση της εξέλιξής του, προνόμιο επιφυλασ- σόμενο μόνο, κατά τον Κανελλόπουλο, στα μεγάλα – προφητικά και ποιητικά – πνεύματα. Τα απολύτως ατομικά στοιχεία που παρεισέφρεαν στην πορεία του δεν αρκούσαν για να ανακόψουν την εξέλιξή του – λ.χ. της οικονομίας –, αρκούσαν όμως να απορρυθμίσουν τις υποτιθέμενες νομοτέλειές της για τις οποίες ο μαρξισμός ήταν βέβαιος: έτσι όμως, αυτός, υπογράμμιζε, αδυνατούσε τόσο να πραγματευθεί την εκδήλωση του ατομικού/δημιουργικού στοιχείου στην Ιστορία, όσο και να αντιμετωπίσει στη βάση του ηθικού Δέοντος τα κοι- νωνικά ζητήματα, με προφανείς συνέπειες για τον άνθρωπο και τον πολιτι- σμό. Περαιτέρω, ο πλούτος των κοινωνικών φαινομένων και των δυνητικών Regulation: The Integration of Modern Technology into National Culture”, Mikael Hard, An- drew Jamisοn (επιμ.), Intellectual Appropriation of Technology, Discourses on Modernity, Καίμπριτζ 1998, σ. 33-68· Roger Griffin, Modernism and Fascism. The Sense of a Beginning under Mussolini and Hitler, Νέα Υόρκη 2007. 71. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Η κοινωνιολογία του Αυγούστου �������������������� Comte και �������������� η κριτική των γνωσεολογικών προϋποθέσεων αυτής», ΑΦΘΕ, τ. Α΄ (1929), σ. 113-141· «Ιστορία και πρό- οδος. Εισαγωγή εις την κοινωνιολογίαν της Ιστορίας», ΑΦΘΕ, τ. Δ΄ (1932-33), σ. 156-158, 186. 116 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ εκβάσεών τους μπορούσε να συλληφθεί από τον κοινωνιολόγο μόνο υπό την προϋπόθεση της κατοχής ποιητικής σοφίας, όχι λογικής φιλοσόφου. Ήδη, τόνιζε ο Κανελλόπουλος, εξέχοντες διανοητές συνειδητοποιούσαν ότι στην επιστήμη δεν αρκούσε η λογική: φτάνοντας στον ανώτατο βαθμό της επίδρασής της, συ- μπλήρωνε, έδειξε πόσο περιορισμένη ήταν η έκταση της ισχύος της. Με λυρικό τόνο ο Κανελλόπουλος διακήρυττε: «Αυτή αύτη η φιλοσοφική θεμελίωσις του ‘παν-λογισμού’, η απολυτοποίησις της λογικής ανάγεται εις ‘αλόγους’ αιτίας και αναιρεί εαυτήν».72 Αυτές οι θέσεις ωστόσο, δεν πρέπει να εκληφθούν ως συλλήβδην απόρριψη της επιστήμης. Όπως παρατηρεί ο Κύρτσης, την αποδεσμεύουν από την κοι- νωνική έρευνα, δεν εξετάζουν τη σύνδεση αξιών και δεδομένων κοινωνικών συνθηκών προσφεύγοντας τελικά σε μια «εκλεκτή» βούληση που θεάται προ- νομιακά τις αξίες, προσβλέπει να τις επιβάλλει άνωθεν και έτσι να επιλύσει τα κοινωνικά προβλήματα.73 Ο Κανελλόπουλος επισήμαινε ότι η γνώση δεν προ- ερχόταν μόνο από τις μεθόδους που θεωρούνται επιστημονικές, δηλ. την «ψυ- χρή έρευνα», την απομόνωση στο επιστημονικό εργαστήριο και την αποκοπή από τις κοινωνικές εξελίξεις προκειμένου να επιτευχθεί η αντικειμενικότητα. Η σφαίρα του πνεύματος, ήταν, τόνιζε, ενιαία και δεν υφίστατο διαχωρισμούς, με συνέπεια εξωεπιστημονικοί παράγοντες να επενεργούν καθοριστικά στη γένεση καινούριων γνωστικών κλάδων. Κι αυτό δεν αφορούσε μόνο την κοινωνιολογία: στις απαρχές των «καλουμένων θετικών επιστημών» ανίχνευε τη μαγεία, την αστρολογία και την αλχημεία, στις οποίες απέδιδε εκλογικευτική βούληση· θεω- ρούσε ως βασική μέθοδο των φυσικών επιστημών τη φαντασία. Στη γέννηση και εξέλιξη της κοινωνιολογίας, παρατηρούσε, επέδρασε κατ’ αναλογία το μη επι- στημονικό στοιχείο της πολιτικής δράσης.74 Σε αυτή την αναμφισβήτητη, κατά τον Κανελλόπουλο, πραγματικότητα αντιτίθετο το αίτημα της αντικειμενικότη- τας στην επιστημονική εργασία με αποτέλεσμα τη διάσπαση της ενότητας του εαυτού και την τραγικότητα του «αγώνα» της γνώσης. Η αντίφαση μπορούσε να αρθεί και η ενότητα να αποκατασταθεί μέσω της ενσωμάτωσης στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών δυνάμεων που το υπερβαίνουν.75 Τέτοια δύναμη ήταν η πολιτική επιθυμία ως προς τη μορφή της κοινωνί- ας: η βούληση έτσι, ανατιμάτο σε καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ������������������������ . Στο ��������������������� ίδιο������������� , σ.��������� ����������� 1������� 86����� -19�� 7�. 73. Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη, σ. 194-218 και διάσπαρτα. 74. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Η κοινωνιολογία και οι επί την γένεσιν και διαμόρφω- σίν της επιδράσαντες πολιτικοί παράγοντες» (εναρκτήριο μάθημα ως καθηγητού κοινωνιολο- γίας, 27 Απριλίου 1933), ΑΦΘΕ, τ. Δ΄ (1932-33), σ. 371-386. 75. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Η κοινωνιολογία ως επιστήμη της πραγματικότητος, (η θεωρία του Hans Freyer)», τ. Ε΄ (1934), σ. 292-331. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 117 πραγματικότητας. Ο Κανελλόπουλος προχωρούσε ακόμη περισσότερο τονί- ζοντας ότι από τη στιγμή που η βούληση έθεσε σε κίνηση το θεωρητικό μας βλέμμα, τούτο είναι σε θέση να συλλάβει και ό, τι δεν ταυτίζεται με αυτή· να συλλάβει δηλαδή το κοινωνικό όλο και να ανυψωθεί σε μια υπερκομματική θέαση της πραγματικότητας, η οποία υπερβαίνει τις σκοπιές των αντικρουόμε- νων οπτικών.76 Από αυτές τις προκείμενες δεν συμπέραινε μόνο την ιστορικής σημασίας αποστολή του κοινωνιολόγου σε μια καθόλα κρίσιμη εποχή που «δεν έχει καιρόν να χάνη», ούσα «η εποχή των εποχών».77 Περιστέλλοντας την πρό- οδο στη σφαίρα της Zivilisation και υπογραμμίζοντας τη δυνατότητα – αλλά και την ανάγκη – εμποτισμού του τεχνικού πολιτισμού από το Πνεύμα (Kultur), διάνοιγε ένα δρόμο οικειοποίησης της τεχνολογίας που παραμέριζε τις ορθο- λογικές της θεμελιώσεις και τις επιθυμητές από τους μαρξιστές κοινωνικές της συνέπειες.78 Καθώς, η πάλη των τάξεων συγκαταλεγόταν στην Zivilisation, η δι- έξοδος από την κρίση αναμενόταν από την Kultur. Στο πλαίσιο αυτό, σημείωνε, η φασιστική λύση δεν στερείτο ενδιαφέροντος: Πώς όμως να ελπίσωμεν τούτο, όταν και εις τας ελαχίστους ακόμη υποχωρήσεις, εις τας οποίας αυτή η ανάγκη των πραγμάτων μας ωθεί, δεν προβαίνομεν χωρίς πιέσεις, απεργίας και απειλάς; Όταν προτιμώμεν τον παραλογισμόν, ο οποίος υπάρχει εις την σχέσιν μεταξύ υπερπαραγωγής και της αδυναμίας εκατομ- μυρίων ανθρώπων, όπως καταναλώσουν άχρηστα εις ημάς προϊόντα, από την προχειροτέραν των διαρρυθμίσεων, η οποία θα συνίστατο εις την μείωσιν του επιχειρηματικού μας κέρδους, την μείωσιν των ωρών εργασίας και την διά της τοιαύτης ουσιαστικής αντιμετωπίσεως της ανεργίας επιτευχθησομένην αύξησιν της καταναλωτικής δυνάμεως των εργαζομένων μαζών; Όταν η κρατούσα τάξις δεν εννοή να προβή αφ’ εαυτής εις αυτά τα στοιχειώδη και σχεδόν ανώδυνα δι’ αυτήν, πώς είναι δυνατόν να ελπίσωμεν σοβαρώς, ότι θα δεχθή να υποβλη- θή μόνη εις θυσίας μεγαλειτέρας και ριζικωτέρας; Οι Turgot και Necker είναι και πάλι καταδεδικασμένοι να εύρουν κλειστά τα ώτα των κρατούντων. «Του κόσμου οι βασιληάδες εγεράσανε – και κληρονόμους πια δεν έχουν», λέγει o Rainer Maria Rilke εις την ποιητικήν του συλλογήν “Das Stundenbuch”. Άν- δρες με δύναμιν νεανικήν, οι οποίοι θα ήτο δυνατόν, κατά το παράδειγμα του Λουδοβίκου του ΙΑ΄, να αποφασίσουν, προλαμβάνοντες την βιαίαν ανατροπήν, να άρουν άνωθεν τα προνόμια της κρατούσης τάξεως, χωρίς να χρειασθή να προέλθη τούτο κάτωθεν και να συνδυασθή προς αναρχίαν ηθικήν και πνευ- ματικήν, δεν φαίνεται να υπάρχουν πλέον. Οι φασσισμοί, οι οποίοι εφάνησαν προς στιγμήν διεκδικούντες και συνειδητώς, προγραμματικώς την αποστολήν 76. Στο ίδιο, σ. 312. 77. Στο ίδιο, σ. 329-330. 78. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Ο άνθρωπος και η κοινωνία», τ. Γ΄ (1931-32), σ. 150- 170. 118 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ ταύτην – (ασυνειδήτως υπηρετούν οπωσδήποτε αυτήν) – δεν φαίνεται να έχουν προσωρινώς την δύναμιν να προχωρήσουν προς την κατεύθυνσιν αυτήν εμφανώς και κινδυνεύουν να περιπέσουν – περιπίπτουν δε ήδη εις πολλάς καθημερινάς τουλάχιστον εκδηλώσεις των – εις το αντίθετον ακριβώς άκρον, εις την αντίδρα- σιν. Και όμως: εάν ήτο δυνατόν να κρατηθούν εις το ύψος της κοσμοϊστορικής των αποστολής, στρεφόμενοι κυρίως προς τα εμπρός, δεν θα απεκλείετο να ση- μάνουν αυτοί την απαρχήν νέου διά την ανθρωπότητα σταδίου. 79 Ο υπερτονισμός δε, του απολύτως ατομικού και μη υποκείμενου σε επιστη- μονική εκλογίκευση στοιχείου, που τεκμηριωνόταν κατ’ αυτόν και από την περίπτωση του «ταξικού αποστάτη», απέληγε στη θεώρηση του ιστορικού γί- γνεσθαι ως «ιστορίας προσωπικοτήτων», όπου η virtu του ηγέτη αντέκειτο στον τυφλό όχλο. Συνδέοντας το ζήτημα του ταξικού αποστάτη με αυτό των «εκλεκτών», μία από τις επιλογές των οποίων ήταν να διευθύνουν τον ταξικό αγώνα στηριζόμενοι στην ισχυρή προσωπικότητά τους, ο Κανελλόπουλος σκι- αγραφούσε την κοσμοϊστορική, και κοσμο-δημιουργική, αποστολή των χαρι- σματικών ολίγων.80 Σε μια εποχή όπου οι προκαλούμενοι τριγμοί από την οικονομική Κρίση αρ- χίζουν να γίνονται αισθητοί και στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η ανησυχία και η επεκτεινόμενη κοινωνική αναταραχή να καθιστούν ολοένα και περισσότερο ευ- πρόσδεκτες τις αυταρχικές λύσεις, ο Κανελλόπουλος έθετε στο στόχαστρο μια από τις κεντρικές παραδοχές της φιλελεύθερης ρύθμισης: την πεποίθηση ότι η άνευ περιορισμών οικονομική δραστηριότητα δύναται να παραγάγει πλούτο και κοινωνική ευημερία. Στο πλαίσιο αυτό επικρινόταν η οικονομική επιστήμη που υποβαστάζει τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις επιμένοντας να εξετάζει το οικονο- μικό πεδίο ως «αυτόνομη» σφαίρα, ανεπηρέαστο από τις ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις· διαπράττει έτσι, θεωρούσε ο Κανελλόπουλος, το σφάλμα να ανάγει σε ποσοτικές σχέσεις, δομές παραγωγής ή στατιστικά στοιχεία, ζητήματα που σχετίζονται με την ιστορική προσέγγιση και τη θεωρία του πολιτισμού.81 Αυτή η κριτική, παρατηρεί ο Κύρτσης, απορρέει από μια ιδεολογική τοποθέτηση, η οποία έχει ως στόχο την «[…] αναγωγή της θεωρίας της κοινωνίας και ιδιαίτερα αυτής που εδράζεται στο επιστημολογικό πρότυπο της κλασικής κοινωνιολο- γίας, σε γενικεύσεις και συστηματοποιήσεις που απορρέουν από μια ποιητική των αξιακών δυνατοτήτων». Στην περίπτωση αυτή οι αξίες προκύπτουν από την ατομική θέληση ιθυνουσών τάξεων, οι οποίες αδιαφορούν για το ιστορικό 79. Στο ίδιο, σ. 150-151. 80. Στο ίδιο, σ. 164-165. Επίσης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ο άνθρωπος και αι κοινω- νικαί αντιθέσεις, Αθήναι 1934, σ. 51-76, 78-110 81. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Η οικονομία και η ιδέα της ελευθερίας», ΑΦΘΕ, τ. Β΄ (1930-31), σ. 445-479. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 119 πλαίσιο που τις καθορίζει, η κρίση θεωρείται πρωτίστως ως ηθική/πολιτισμική και όχι ως οικονομική/κοινωνική, με αποτέλεσμα να περιττεύει η ορθολογική και επιστημονική πραγμάτευση των προβλημάτων στην προσπάθεια επίλυσής τους.82 Εντούτοις, στο συγκεκριμένο κείμενο υπάρχουν ορισμένα στοιχεία, τα οποία, αν συνδυαστούν με τις θεσμικές θέσεις που κατέλαβε ο Κανελλόπου- λος κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, μπορούν να διευρύνουν την εικόνα.83 Κεντρικό νήμα της ανάλυσης στο εν λόγω άρθρο ήταν η απόπειρα να κατα- δειχθεί ότι (και) η καπιταλιστική οικονομία δεν είναι άμοιρη παρεμβάσεων ή περιορισμών· επίσης, ότι οι «νόμοι» που τη διέπουν δεν είναι φυσικοί, αλλά συνιστούν απόρροια μιας βούλησης να αυτοπεριοριστεί. Η ισχύς αυτών των κανόνων εξαρτάτο από τις συνθήκες που τους καθιστούσαν δυνατούς· σε άλλες συνθήκες – Κρίση – που οι συνθήκες δεν εγγυώνται την ισχύ των κανόνων, η πολιτική εξουσία, η οποία δεν περιορίζεται από αυτούς, μπορεί να παρέμβει ενεργά και δημιουργικά στο οικονομικό πεδίο διαμορφώνοντας μια νέα οι- κονομική ρύθμιση:84 μια άλλη βούληση, από την οποία θα απορρεύσει αυτή η παρέμβαση είναι δυνατή, από τη στιγμή που η ιστορική εξέλιξη δεν γνωρίζει νομοτέλειες.85 Γίνεται τότε αντιληπτό ότι δεν παραγνωρίζονται απλώς τα δο- μικά ζητήματα στο όνομα της έμφασης στις αξίες. απεναντίας, προτάσσεται των ποσοτικοποιήσεων, των στατιστικών επεξεργασιών και των κοινωνικών ερευνών εκείνη η ολική βούληση που θα καθοδηγεί την οικονομία και τη μελέτη της. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ένα από τα πολλά μείγματα επιστη- μονισμού/τεχνικισμού και βουλησιαρχίας, όπως σημειώνει ο Griffin, τα οποία εμφανίζονται στην εποχή του Μεσοπολέμου.86 Η επίθεση στις θεμελιώδεις παραδοχές της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και στον απορρέοντα από αυτή ιστορικό υλισμό συνδυαζόταν με την έγνοια ανεύρεσης εκείνων των ιδανικών που θα πλήρωναν το κενό νοήματος της επο- χής μετά τη de facto χρεωκοπία της Μεγάλης Ιδέας. Η υποτύπωση των εν λόγω ιδανικών πραγματοποιείτο μέσα από τη διερεύνηση των σύγχρονων ιδεολογι- κών εξελίξεων, τη συνδυασμένη με την κριτική των εγχώριων εκδοχών φιλελεύ- 82. Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη, σ. 201-203. 83. Γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στα 1926-1927, τεχνικός σύμβουλος των κυβερνητικών αντιπροσώπων στη διεθνή συνδιάσκεψη του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας το 1930, διορισμένος πρόεδρος του πρώτου διοικητικού συμβουλίου του Ι.Κ.Α. τον Δεκέμβριο του 1934 (Βλ. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπο- λέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα 1993, σ. 215, 218, 502-503, 515-517). 84. Κανελλόπουλος, «Η οικονομία και η ιδέα της ελευθερίας», σ. 458-475. ������������������������ . Στο ίδιο, σ. 476-478. . Griffin, Modernism and Fascism, σ. 18-19, 32-34, 121-123, 149-153, 224-249, 255-269, ������������ 294-320, 324-333. 120 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ θερης νεωτερικότητας και ιστορικού υλισμού. Ο Κανελλόπουλος προσέγγιζε υπό αυτό το πρίσμα λ.χ. το γλωσσικό ζήτημα,87 θεωρώντας ότι οι αντιμαχό- μενες σε αυτό απόψεις συνιστούν εκδηλώσεις παγκόσμιων πνευματικών κα- τευθύνσεων στα καθ’ ημάς: «λογοκρατία» εναντίον ρομαντισμού. Στην ευρεία κατηγορία της λογοκρατίας κατατάσσονταν ο Διαφωτισμός, το φυσικό δίκαιο, ο Kant και ο Schiller. Απεναντίας, στον ρομαντισμό συγκαταλέγονταν ο ρομα- ντισμός του Herder, ο ρομαντικός ιδεαλισμός των Schelling και Schleiermacher, η ιστορική σχολή του δικαίου των Savigny και Puchta, η οποία ανατίμησε και υπογράμμισε τον ρόλο του «λαϊκού πνεύματος» στη διαμόρφωση του δικαίου. Το αυθεντικό ρομαντικό πνεύμα που αντιπροσωπευόταν από αυτές τις τάσεις περιλάμβανε το πνεύμα του λαού, τις άλογες και ενστικτώδεις δυνάμεις του γίγνεσθαι, την οργανική συνέχεια, τις μορφολογικές/οργανικές συλλήψεις των πνευματικών δημιουργημάτων, και ως τέτοιο αντιπαρατίθετο τόσο στον πει- σιθάνατο ρομαντισμό που αποτελούσε καρικατούρα του, όσο και στη στερού- μενη ψυχής ορθολογικότητα και την κενόσπουδη λατρεία της για την πρόοδο.88 Στον ρομαντικό δημοτικισμό κατατάσσονταν οι Δελμούζος, Αποστολάκης, Νικόλαος και Φώτος Πολίτης, ενώ στους στόχους του συγκαταλέγονταν η συ- νειδητοποίηση του περιεχομένου της λαϊκής παράδοσης, η αναγωγή σε αυτό της εθνικής συνέχειας, η έξαρση της εθνικής ενότητας των Ελλήνων· απόληξή του ήταν κατά τον Κανελλόπουλο, ο συντηρητικός εθνικισμός, ο βασισμένος στην εσωτερική διάρθρωση της λαϊκής προσωπικότητας. Λογοκρατικός αντί- παλος αυτού του ρεύματος θεωρείτο ο καθαρευουσιανισμός, ο οποίος αν και εθνικιστικός, πήγαζε από ορθολογιστική διάθεση, ξένη προς την ιστορική/ρο- μαντική συνείδηση, καθώς αντλούσε από το πνευματικό περιεχόμενο του κλα- σικού κόσμου και αντιτίθετο στην άμεση πραγματικότητα της παράδοσης και της λαϊκής ψυχής. Συνεπώς, αρνιόταν κατά τον Κανελλόπουλο, τη δυνατότητα άμεσης, συντηρητικής και ουσιαστικής εθνικής ιδεολογίας: «Τοιαύτη τις ιδεο- λογία προϋποθέτει την πίστιν εις την αξίαν και των μάλλον αθορύβων μικρών βημάτων του λαϊκού πνεύματος, βημάτων, τα οποία αφήνουν τα ίχνη των και εις βουνά ακόμη και εις τους κάμπους της καλλιεργουμένης υπό της προσω- πικότητος του λαού χώρας». Κατέληγε μεν σε εθνικισμό, θορυβώδη όμως, και μεγαλομανή: δεν αρνιόταν, τόνιζε ο Κανελλόπουλος, την εξωτερική μορφή της συνέχειας της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. αρνιόταν εντούτοις, την εσωτερική, η οποία εκδηλωνόταν με τη γλώσσα, «το προσωπικότερον όλων των παθημά- των της λαϊκής ψυχής».89 87. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Το γλωσσικόν ζήτημα και αι εν Ελλάδι πνευματικαί κατευθύνσεις», τ. Δ΄ (1932-33), σ. 265-276. 88. Στο ίδιο, σ. 265-268. 89. Στο ίδιο, σ. 268-271. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 121 Δεν ήταν όμως, μόνο ο λογοκρατικός καθαρευουσιανισμός που αντιμαχόταν το ρομαντικό δημοτικιστικό ρεύμα. λογοκρατική χαρακτηριζόταν και εκείνη η «πτέρυγα» του δημοτικισμού, που εκπροσωπείτο από τον Γληνό και συνδύαζε τα δημοτικιστικά αιτήματα με το κοινωνικό ζήτημα. Οι μαρξιστές έλυναν το γλωσσικό ζήτημα προς την πλευρά της δημοτικής, θεωρούσε ο Κανελλόπουλος, ορμώμενοι από ορθολογικές αρχές: η δημοτική ως προϊόν του λαϊκού πνεύματος και σύμβολο της ιστορικής συνέχειας, τούς ήταν αδιάφορη, ενώ αντιθέτως, τούς ήταν χρήσιμη τόσο ως όργανο αγώνα και αντιπολίτευσης. Αποτελούσαν τους κλη- ρονόμους της αστικής πεποίθησης του 19ου αιώνα που αναγόρευε για ιδιοτελείς λόγους τη δημοτική σε αρχή της πνευματικής ενότητας του έθνους. τώρα όμως, παρατηρούσε ο Κανελλόπουλος, οι αστοί είχαν εγκαταλείψει την εν λόγω πεποί- θηση, είχαν συμβιβασθεί με την καθαρεύουσα και τα συντηρητικά στρώματα κι ο νέος κοινωνικός αντίπαλος έσπευδε να καταλάβει τη θέση που άφηναν κενή στον κοινωνικό στίβο. Έτσι, οι ιδεολογικοί φορείς του δημοτικισμού διαχωρίζονταν σε εκείνους οι οποίοι χρησιμοποιούν τη δημοτική γλώσσα στον αγώνα τους εναντίον της αστικής τάξης και σε εκείνους οι οποίοι τη συνδέουν με την ιστορική/εθνική συνέχεια του λαού και αντίκεινται τόσο στους αστούς, όσο και στους προλετάρι- ους, ευρισκόμενοι σε τραγική θέση, καθώς πολεμούνται και από τους δύο. Η όλη κατάσταση οδηγούσε σε συγκρούσεις και συγχύσεις, οι οποίες κατά τον Κανελ- λόπουλο, πέρα από τον αντίκτυπό τους στην παιδεία, αποδείκνυαν τη διαστολή πνεύματος και πολιτικής στη σύγχρονη Ελλάδα. Διατύπωνε έτσι, a contrario τις προϋποθέσεις υπέρβασης της «πνευματικής αναρχίας»: οι πολιτικοί ηγέτες έπρε- πε να είναι και πνευματικοί καθοδηγητές του λαού.90 Ο Κανελλόπουλος διεύρυνε τον σχετικό προβληματισμό του και σε ένα κεί- μενο του 1935, στο οποίο στοχαζόταν τις προϋποθέσεις διαμόρφωσης πνευματι- κής νεοελληνικής κοινωνίας.91 Με αυτό τον όρο εννοούσε εκείνο το ευρύ σύνολο των αποκαλούμενων «μορφωμένων» ανθρώπων οι οποίοι ανεξάρτητα από το επάγγελμα που ασκούν, διαθέτουν κοινά χαρακτηριστικά γενικού πνευματικού περιεχομένου στη βάση μιας κοινής/γενικής συμβατικής παιδείας που έχουν λά- βει: η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τη Γαλλία ή τη Γερμανία, ήταν ολοφάνερο κατά τον Κανελλόπουλο ότι στερείτο πνευματικής κοινωνίας τέτοιου τύπου. Παρ’ όλο που η θέσπιση γενικών συμβατικών μέτρων θεωρείτο δημιούργημα του εγγενώς συμβιβαστικού και ρέποντος προς τη μετριότητα αστικού πνεύματος, ο Κανελλό- πουλος εμφανιζόταν θετικά διακείμενος στη δημιουργία πνευματικής κοινωνίας για δύο κυρίως λόγους: μέσω των έστω και συμβατικών μέτρων θα ανυψωνόταν το πνευματικό επίπεδο των «πολλών», αλλά θα μπορούσε να διατηρήσει έστω 90. Στο ίδιο, σ. 272-276. 91. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Η πνευματική νεοελληνική κοινωνία», ΑΦΘΕ, τ. ΣΤ΄ (1935), σ. 1-41. 122 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ και τον συμβατικό σχετισμό με την κοινωνία η απολύτως ατομική δημιουργία εξασφαλίζοντας τη συνέχεια του πνεύματος.92 Ανάμεσα στους πολλούς λόγους εξαιτίας των οποίων δεν διαμορφώθηκε πνευ- ματική κοινωνία στην Ελλάδα, ο Κανελλόπουλος υπογράμμιζε το άλυτο του γλωσ- σικού ζητήματος, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, όπου η πνευματική κοινωνία βασίστηκε στο πνεύμα του λαού και την εθνική γλώσσα. Η ορθή επίλυσή του θα επιτυγχανόταν, αν, κατά τον Κανελλόπουλο, λαμβανόταν υπόψη, μια απλούστατη παραδοχή: κάθε γλώσσα από την αρχαιότητα ακόμα, δι- έθετε και τη δημοτική και την καθαρεύουσα «πτυχή» της, χωρίς τούτο να διασπά την ενότητά της. Αντί αυτού, το πρόβλημα προέκυπτε είτε με την απόπειρα των δημοτικιστών να επιβάλλουν τη γλώσσα του λαού και ως γλώσσα του υψηλού λό- γου, είτε από το εγχείρημα των καθαρευουσιάνων να επέμβουν στην εξέλιξη της λαϊκής γλώσσας αγνοώντας τις αρχές βάσει των οποίων αυτή μπορεί να εξαρθεί στα ύψη του ποιητικού λόγου. Το ζήτημα μπορούσε να λυθεί, πρότεινε ο Κανελ- λόπουλος, αν εκκινώντας από τη λαϊκή γλώσσα, η οποία ρίζωνε στην εθνική γη, πραγματοποιείτο προσπάθεια έξαρσής της, έργο το οποίο καλούνταν να επιτε- λέσουν κατά το παράδειγμα της Γαλλίας, νομοθετικές παρεμβάσεις ακαδημιών, αρκεί να μη θιγόταν η «ουσιαστική οντότητα» των στοιχείων της γλώσσας.93 Σε αυτό το σημείο, το πολιτισμικό τεμνόταν με το πολιτικό στη σκέψη του Π. Κανελλόπουλου. Θεωρούσε ότι η συμβατική/νομοθετική επέμβαση πέ- ρα από το να προϋποθέτει δημιουργική εργασία, απαιτούσε και την ύπαρξη πνευματικών κοινοτήτων με ουσιαστικούς δεσμούς – ο κύκλος περί τον Stefan George, στον οποίο αναφερόταν ως υπόδειγμα, ασκούσε απαράμιλλη έλξη στον Κανελλόπουλο – συγκροτημένους κατά προτίμηση γύρω από χαρισματικές προσωπικότητες. Παρά την απουσία τέτοιων κύκλων, ο Κανελλόπουλος δεν εξήγαγε απαισιόδοξα συμπεράσματα. Η αισιοδοξία του βασιζόταν και στην ύπαρξη νέων που διψούσαν για πνευματική επικοινωνία, κυρίως όμως, στην ύπαρξη νέων ακαδημαϊκών δασκάλων – η τριάδα της Χαϊδελβέργης σαφώς υπονοείτο εδώ – αποφασισμένων να τη δημιουργήσουν. Αυτές οι ελίτ επιφορ- τίζονταν στον λόγο του Κανελλόπουλου όχι μόνο με την «αποστολή» της άρσης της πνευματικής «ασυναρτησίας», μα και της αντίστοιχης πολιτικής.94 Με αφορμή τη σφοδρή κριτική την οποία υπέστη από το περιοδικό-προπύργιο του σχολαστικισμού Επιστημολόγος,95 για την υποτιθεμένη ιδεολογικά επαμφο- 92. Στο ίδιο, σ. 2-11. 93. Στο ίδιο, σ. 17-19, 24-26, 29-32. 94. Στο ίδιο, σ. 33-41. 95. Για το περιοδικό Επιστημολόγος – το οποίο εμφανίζεται στα 1932 φιλοξενώντας άρθρα των καθηγητών Κ. Άμαντου, Θ. Βορέα και Κ. Λογοθέτη – όπως και για την πολεμική τους με το Αρχείον βλ. Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη, σ. 133-134, 173-175 (σημειώσεις 24-28). ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 123 τερίζουσα στάση του,96 ο Κανελλόπουλος έβρισκε άλλη μια ευκαιρία έκφρασης των πολιτικών προσανατολισμών του. Κατηγορούσε τους μαρξιστές ότι ασελ- γούν εις βάρος του μέλλοντος, διότι δεν επιζητούν μόνο την άρση των οικονο- μικών ανισοτήτων αλλά και την καταστροφή κάθε πνευματικού αγαθού του παρελθόντος. Κατηγορούσε επίσης τους σχολαστικούς ότι ασελγούν σε βάρος του παρελθόντος, ταυτίζοντας σκόπιμα την τύχη των πνευματικών αγαθών του παρελθόντος με τα υλικά αγαθά που διαθέτουν. Ο πνευματικός άνθρωπος, κατέληγε ο Κανελλόπουλος, δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να ανήκει σε καμία από τις δύο παρατάξεις, κι εκεί ενέκειτο η τραγικότητα της θέσης του.97 Πα- ραδεχόταν ότι η μεσοπολεμική συγκυρία δεν ήταν η μόνη ιστορική περίπτωση, όπου η θέση του πνευματικού ανθρώπου ήταν επώδυνη και θεωρούσε πως τούτο συμβαίνει, όταν υπάρχει η αίσθηση της ιστορικής καμπής που μετατρέ- πει σε όχλο αυτούς που τη βιώνουν και τη στοχάζονται, χωρίς και να μπορούν να την υπομείνουν. Σε αυτές τις εποχές ο πνευματικός άνθρωπος, τόνιζε ο Κανελλόπουλος, οφείλει να αποστασιοποιείται. και τούτη η αποστασιοποίηση λειτουργεί εις βά- ρος του, σε αντίθεση με εκείνες τις ειδυλλιακές προνεωτερικές εποχές της ορ- γανικής ενότητας, όπου, καθώς αποτελούσε τον εκφραστή μιας αδιαίρετης και οργανικής κοινωνίας, «[…] ωμίλουν οι πολλοί διά του στόματος του Ενός». Η αδυναμία επιλογής συνυφαινόταν με την απέχθειά του για τις αντιμαχόμενες παρατάξεις: αστοί και κομμουνιστές ύβριζαν την προσωπικότητα, οι πρώτοι συντηρώντας ένα σύστημα που διαιωνίζει την κοινωνική αδικία και βασίζεται στον νόθο ατομικισμό, οι δεύτεροι με το να προσβάλλουν όχι μόνο το κοινω- νικό καθεστώς, αλλά και τα έργα του πολιτισμού που εξήραν τον άνθρωπο.98 Καινοφανείς ιστορικές λύσεις είχαν αρχίσει, όμως, να διαφαίνονται στον ορί- ζοντα υποστήριζε ο Κανελλόπουλος: ο φασισμός προέτασσε ενάντια στον κα- πιταλισμό, από τον οποίο εκπήγαζε χωρίς και να τον διατηρεί, τη σχεδιασμένη οικονομία. Σε ό, τι αφορούσε τον κομμουνισμό, ο φασισμός ανέστελλε μεν την επέκτασή του, σώζοντας τον πολιτισμό και προετοιμάζοντας την ομαλή έλευση του νέου· ως αυταρχικό σύστημα, όμως, φίμωνε αναγκαστικά τους φορείς του πνεύματος. Αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό, θεωρούσε ο Κανελλόπουλος: ο φασιστικός αυταρχισμός όξυνε διά της εκ μέρους του επιβαλλόμενης σιωπής τη λεπταισθησία του διανοουμένου, ώστε αυτός να συλλάβει, όπως οι σοφοί 96. Ο ίδιος ο Κανελλόπουλος αντιγράφει την εναντίον του κατηγορία: «Νομίζομεν ότι είναι ‘ντροπή’ το να μη θέλη τις να ομολογήση ότι διακαής πόθος του είναι να τον θεωρώσιν, οι μεν κομμουνισταί μαρξιστήν, οι ιδεολόγοι ιδεοκρατικόν». Βλ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Ο πνευματικός άνθρωπος και ο όχλος», ΑΦΘΕ, τ. Ε΄ (1934), σ. 213. 97. Στο ίδιο, σ. 214-217. 98. Στο ίδιο, σ. 218-219. 124 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ του καβαφικού ποιήματος, τις επερχόμενες μεγάλες εποχές στις οποίες ανα- μενόταν να διαλάμψει, εποχές τις οποίες ο φασισμός επώαζε εν αγνοία του: Τοιούτος είναι ο κίνδυνος, τον οποίον εκπροσωπεί των τελευταίων αυτών το κίνημα [ο κίνδυνος καταστροφής του πολιτισμού από την επικράτηση του κομ- μουνισμού], ώστε η ιστορία, οσάκις ευρέθη προ τοιούτου κινδύνου – (κινδύνου, ο οποίος είναι επί τοσούτον μεγαλύτερος, όσον δικαιοτέρα η βάσις του και αναγκαιοτέρα η έλευσίς του) – καταφεύγει μοιραίως και σχεδόν αυτομάτως εις την μεταβατικήν αποστολήν όλων των κεκτημένων του λαού ως συνόλου δικαιω- μάτων, καταφεύγει εις μεταβατικά καισαριστικά συτήματα. Τα συστήματα αυτά δεν εξηγούνται ως απλαί αντιδράσεις, διότι οσάκις εθεσπίσθησαν, ουδέποτε εσή- μαναν την διατήρησιν του κοινωνικού καθεστώτος, χάριν του οποίου κατ’ επί- φασιν εγκαθιδρύονται. Τα περί ων ο λόγος συστήματα επροστάτευσαν βεβαίως πάντοτε το παρελθόν, το επροστάτευσαν όμως χάριν αυτού του μέλλοντος, εις την ομαλωτέραν έλευσιν του οποίου ετάχθησαν όπως συμβάλλουν. Επροστά- τευσαν το παρελθόν μόνον και μόνον διά να διασωθή εξ αυτού ό, τι είναι άξιον σωτηρίας, ό, τι είναι χρήσιμον και εις το μέλλον. Διά τον πνευματικόν βεβαίως άνθρωπον αποτελούν και τα συστήματα αυτά, τα αυταρχικά και εις την καθημερινήν τουλάχιστον εκδήλωσίν των κατά κανόνα αντπνευματικά συστήματα, μοίραν κακήν, μοίραν σκληράν. Εάν έρχωνται τα συστήματα αυτά διά να προστατεύσουν εμμέσως το πνεύμα και τα κατά το πα- ρελθόν γεννηθέντα έργα του, καταδιώκουν εν τούτοις – και εδώ υπάρχει κάτι το βαθύτατα τραγικόν – τους παρόντας του πνεύματος φορείς. Έχουν ανάγκην, διά να σταθούν, να αποστομώσουν τους πάντας. Απαιτούν – πάντως όμως εν ονόμα- τι της κρισιμότητας και της μεταβατικότητας – θυσίας βαρυτάτας. Καταπνίγουν όχι απλώς τας φωνασκίας και τον θόρυβον, ο οποίος εκράτει εις τους διαδρό- μους, αλλά και την φωνήν εκείνων, οι οποίοι εις μάτην επεχείρουν να ομιλήσουν, οι οποίοι όμως είναι προτιμότερον να αποστομωθούν και αυτοί παρά να ομιλούν, χωρίς να ακούωνται. Επιβάλλουν γενικήν εις βάρος όλων, σιγήν. Η σιγή όμως αυ- τή είναι εξ εκείνων, αι οποίαι αφήνουν τουλάχιστον τον άνθρωπον να αναπαυθή και τον προετοιμάζουν λεπτυνομένης της ακοής του, εις το να διακρίνη αύριον όχι απλώς τας κραυγάς και τας ασυναρτησίας, αλλά και τον σιγανόν ψίθυρον, με τον οποίον πάντοτε πλησιάζουν αι μεγάλαι, αι πράγματι μεγάλαι εποχαί.99 Εξάλλου, όπως τόνιζε και αλλού ο Κανελλόπουλος, οι νέες πολιτικοοικονομικές συνθέσεις ήταν δυνατό να προκύψουν μέσα από τα αδιέξοδα των αρχών της πολιτικής ισότητας και της πολιτικής ελευθερίας και μάλιστα υπερβαίνοντας ακόμη και τις ταξικές αντιθέσεις.100 99. Στο ίδιο, σ. 219-220. 100. Κανελλόπουλος, Ο άνθρωπος και αι κοινωνικαί αντιθέσεις, σ. 187-188. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ 125 Συμπεράσματα Στην ελληνική ιδεολογική διαμάχη κατά τη διάρκεια της μεσοπολεμικής κρίσης της νεωτερικότητας οι μείζονες συντελεστές του Αρχείου Φιλοσοφίας και Θεωρί- ας των Επιστημών ενεπλάκησαν ενεργά και με δημιουργικό τρόπο. Σε μια επο- χή, κατά Mannheim, «βιοτικής αμηχανίας», στερούμενης ενιαίου κοσμοειδώλου λόγω της αμοιβαίας υπονόμευσης των αντιμαχόμενων μεταξύ τους ιδεολογιών, στην οποία βάραινε αφενός η κριτική θεμελιωδών παραδοχών της φιλελεύθερης νεωτερικότητας, αφετέρου η όξυνση του κοινωνικού ζητήματος, η απειλή της κοι- νωνικής ανατροπής και ο υπαρξιακός τρόμος του «κενού νοήματος», διατύπωσαν τους προβληματισμούς τους και επεξεργάστηκαν τις προτάσεις τους. Μέσα από την κοινή τους αντίθεση στις απόψεις του ιστορικού υλισμού οι Κ. Τσάτσος και Π. Κανελλόπουλος προχώρησαν από διαφορετικούς δρόμους στην απόρριψη των φιλελεύθερων διευθετήσεων στο όνομα της αβεβαιότητας και ενδεχομενικότητας που αυτές επιφέρουν, αλλά και της ανάγκης για «κλεί- σιμο» και τάξη. Ο Κ. Τσάτσος εκκινούσε από μια ανιστορική υπεράσπιση και υποστασιοποίηση του αστικού κράτους. Γρήγορα όμως, υποστήριξε ότι η φιλελεύθερη πολιτεία δεν μπορούσε πλέον να επιτελέσει τη λειτουργία που απαιτείται εντός μιας κρισιμότατης συγκυρίας. Η πολιτεία την οποία ο Τσά- τσος οραματιζόταν και επιθυμούσε να θεμελιώσει, αποσκοπούσε να λειτουρ- γήσει ως ενιαία, άνευ εσωτερικών αντιφάσεων παιδευτική και υπεράνω του χρόνου δύναμη, η οποία ηθικοποιούσε τα άτομα και διαρρύθμιζε τα όρια της ελευθερίας τους. Το περιεκτικό σχήμα εντός του οποίο θα λειτουργούσε αυτή η πολιτεία, ήταν το «έθνος» το βασισμένο στην «ελληνική ιδέα». Ο Π. Κανελλόπουλος επέκρινε τη φιλελεύθερη νεωτερικότητα – και το ιστο- ρικοϋλιστικό «παρακλάδι της» – από τη σκοπιά των απολύτως ατομικών και μη υποκείμενων σε εκλογίκευση στοιχείων, προκειμένου να νομιμοποιήσει μια ελιτίστικη βούληση που υπέκειτο του ορθολογικού και είχε σαφείς πολιτικές αξιώσεις. Για τον Κανελλόπουλο ήταν ευτύχημα που η πρόοδος του τεχνικού πολιτισμού δεν επικαθόριζε το απολύτως ατομικό – προφητικό και ποιητικό – στοιχείο, το οποίο αντιθέτως μπορούσε να απορρυθμίζει νομοτέλειες και να επιτρέπει αποκλίσεις: έτσι και η πάλη των τάξεων ήταν δυνατό να διευ- θετηθεί χωρίς επανάσταση και η πολιτεία να καθοδηγείται από εκείνες τις πνευματικές ελίτ που παρεμβαίνουν ενεργά σε οικονομία και τεχνολογία. Και σε αυτόν, το περιεκτικό σχήμα λειτουργίας της πολιτείας οριζόταν από το «έθνος», το οποίο νοείτο ως οργανική ενότητα των μυστικών δυνάμεων του λαϊκού πνεύματος. Γίνεται έτσι, σαφές ότι η υψιπετής εξύμνηση του ατομικού/ προφητικού και ποιητικού στοιχείου από τον Κανελλόπουλο συνδεόταν με τις ολοκληρωτικές πολιτικές συνέπειες μιας λύσης που βασίζεται στην «ενότητα» που απορρέει από μια τέτοια «ολική» βούληση. 126 ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Και οι δύο οραματίζονταν την εγκαθίδρυση Κρατών-Καλλιεργητών (gar- dening states), όπως το θέτει ο Baumann,101 που αναλάμβαναν εκσυγχρονι- στικά σχέδια και ανέθρεφαν νέες και υγιείς κοινωνικές δυνάμεις. Στον Κα- νελλόπουλο αυτό θα καθοδηγείτο από τις ποιητικές/χαρισματικές ελίτ, στον Τσάτσο θα αποτελούσε ένα «ηθικό Κράτος» υπέρτερο ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Στην πορεία τους αυτή διασταυρώθηκαν με αντίστοιχους προβληματισμούς που διατυπώνονταν την ίδια περίοδο στον ευρωπαϊκό χώρο, φτάνοντας μέχρι και τις παρυφές του φασισμού. . Παρατίθεται στο Griffin, Modernism and Fascism, σ. 183-185. ����������������������������� ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΛΑΧΟΥ Για τους μελετητές του Μεσοπολέμου, αυτής της τόσο αντιφατικής, πολυσήμα- ντης αλλά και καθοριστικής για τις επόμενες δεκαετίες περιόδου της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, είναι κοινός τόπος η οριστική διάψευση των συλλογικών προσδοκιών της Μεγάλης Ιδέας με τις οποίες το ελληνικό έθνος αντιλαμβα- νόταν την ύπαρξή του από τα πρώτα βήματα της πολιτικής του συγκρότη- σης. Η τραγική ήττα στη μικρασιατική γη, η συνομολόγηση της Σύμβασης της Λωζάνης για την οριστική ανταλλαγή των πληθυσμών, ο ερχομός χιλιάδων προσφύγων με τα διαφορετικά πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, καθώς και η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης για την αμετάκλητη οριοθέτηση των εθνικών συνόρων, σφράγισαν την Ελλάδα των μεσοπολεμικών χρόνων, σημα- τοδοτώντας μια νέα εποχή προκλήσεων, μετασχηματισμών και αποκρυσταλ- λώσεων. Η ελληνική κοινωνία έπρεπε να αναπροσδιορίσει το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της εθνικής της ταυτότητας και να επαναοριοθετήσει τη θέση της στη μεσοπολεμική πραγματικότητα. Η προάσπιση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας αλλά και η απομάκρυνση από κάθε αλυτρωτική διεκδίκηση, η προσήλωση στους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας και η επιδίωξη της ειρήνης και της συνεργασίας σε περιφερειακό και διεθνές πλαίσιο, συνιστούσαν τις επιτακτικές αναγκαιότητες των νέων εθνικών προσα- νατολισμών.1 Παράλληλα, τα καινούργια κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που κατέκλυσαν την κοινωνική και πολιτική σκηνή, έτσι καθώς αναδείχθηκαν σε φορείς πολιτικών συγκρούσεων και κοινωνικών μετασχηματισμών, προω- θούσαν την ανάγκη εναλλακτικής αναζήτησης και συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας και αυτογνωσίας. Σ’ ό,τι αφορά την πολιτισμική πραγματικότητα της περιόδου, αν και εγκαι- νιάζονται προσπάθειες αναζήτησης ενός καινούργιου ιδεολογικού στίγματος και μιας νέας οριοθέτησης της σχέσης παρόντος - παρελθόντος, με την ελληνική μεσοπολεμική λογιοσύνη να προσεγγίζει ζητήματα εθνικής αυτογνωσίας και 1. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Αθήνα 1997, σ. 169-198. 128 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ «ελληνικότητας»,2 εντούτοις, οι συζητήσεις για την εθνική ταυτότητα και τη διαδικασία συγκρότησης του έθνους και της αυτοσυνειδησίας του, δεν απομα- κρύνθηκαν αισθητά από την εθνοκεντρική θεώρηση και τις πολιτισμικές προϋ- ποθέσεις της. Ειδικά στο πεδίο της ιστοριογραφικής παραγωγής, ο ιστορικός λόγος κινήθηκε σε ένα κλίμα ελάχιστα επιδεκτικό σε μετασχηματισμούς, νέες ιδέες και καινούργιες συμπεριφορές. Χαρακτηριστικά του η δυσκαμψία απέ- ναντι σε εξελικτικές τάσεις, η έλλειψη πλουραλιστικών θεωρητικών προσεγγί- σεων, η εμμονή του ιστορικού στοχασμού σε παρελθοντικά πρότυπα. Ελάχι- στες υπήρξαν οι απόπειρες αμφισβήτησης της παραδοσιακής ιστορικής γραφής και μεθοδολογίας καθώς και εξοικείωσης με μια ευρύτερη θεωρητική και επι- στημολογική προβληματική και θεματολογική διεύρυνση. Η πλειοψηφία, αντί- θετα, των ιστοριογραφικών μελετών κινήθηκε μέσα σε πλαίσια που εξέφραζαν παρελθοντικά ιδεολογικά και θεματικά μορφώματα. Τα κυρίαρχα ερμηνευτικά πρότυπα εξαντλούνταν στην απόλυτη κατίσχυση του εθνοκεντρικού ιδεολογή- ματος, στην καθορισιμότητα του σχήματος της συνέχειας του ελληνισμού και στις συμβατικές αναπαραστάσεις για τον εθνικό «Eαυτό».3 Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, ο ελληνικός ιστορικός λόγος ελάχιστα συμμε- ρίστηκε τις θεωρητικές ανησυχίες και τις επιστημονικές θεωρήσεις του δυ- τικού κόσμου. Κι ενώ η δυτική ιστοριογραφία, σε μια εποχή ευρύτερων με- θοδολογικών ανακατατάξεων και αναπροσαρμογών, αλλά και δόμησης ενός συστήματος εισροών και εκροών με τις γειτνιάζουσες κοινωνικές επιστήμες, φιλοτεχνούσε τη φυσιογνωμία της προχωρώντας σε νέα ερευνητικά πεδία και καινούργιους ερμηνευτικούς ορίζοντες, η αντίστοιχη ελληνική εμπειρία, εγκλωβισμένη σε παραδοσιακές περιχαρακώσεις και αδράνειες, αδυνατούσε να δεξιωθεί τη «μετακένωση» γνώσεων, ιδεών και ρευμάτων, αρθρώνοντας νέα ερωτήματα και δρομολογώντας εκλεκτικότερες αναζητήσεις.4 Ελάχιστοι ήταν οι Έλληνες ιστορικοί που τόλμησαν μια διαφορετική προσέγγιση περιόδων της ελληνικής ιστορίας με αναιρέσεις παρελθοντικών βεβαιοτήτων και εκ νέου ορι- οθετήσεις ιστορικών ζητημάτων. Ο Νικόλαος Βλάχος (1893-1956), καθηγητής της Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε ένας απ’ αυτούς. Με το συγγραφικό του έργο συνέβαλε στη 2. Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικό- τητας στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα 1989· βλ. και Ουρανία Πολυκανδριώτη, «Η λογοτεχνία στα χρόνια του Μεσοπολέμου και η γενιά του ’30», Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος 7, Αθήνα 2003, 235-256. 3. Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, «Η μόνιμη - και ίσως αξεπέραστη - κρίση των ιστορικών σπουδών στην Ελλάδα», Σύγχρονα Θέματα 35-36-37 (1988), σ. 118-123. 4. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Από την ανάγκη της ιστορίας στην ανάγκη διαμόρφωσης ιστο- ρικών», Σύγχρονα Θέματα 35-36-37 (1988), σ. 94-97. Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 129 διαφοροποίηση του ιστοριογραφικού τοπίου στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, αφού τα μείζονα ερωτήματα της ανάπτυξης του εθνικιστικού φαινομένου στο βαλκανικό χώρο στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η πολιτι- κή των Μεγάλων Δυνάμεων, η κατανόηση του ελληνικού αλυτρωτισμού και η προσέγγιση των εθνικών «Άλλων» και των αλυτρωτικών τους προγραμμάτων, έγιναν αντικείμενο μιας σύνθετης ιστοριογραφικής προσέγγισης που αμφισβή- τησε στερεότυπες και ομογενοποιημένες θεωρήσεις, δημιουργώντας ρωγμές στο ιστοριογραφικό καθεστώς του Μεσοπολέμου αλλά και της προηγούμενης περιόδου. Πιο συγκεκριμένα, το 1935, ο Ν. Βλάχος δημοσίευσε Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878-1908.5 Σ’ αυ- τό, ο συγγραφέας προσπάθησε να παρου- σιάσει και να ερμηνεύσει την προσπάθεια εθνικής αφύπνισης και συγκρότησης των βαλκανικών λαών τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού στην περιοχή της Μακεδονίας. Η πολυεθνο- τική, πολυγλωσσική και πολυθρησκευτική πληθυσμιακή δυναμική της Μακεδονικής γης, έτσι όπως αποτέλεσε την αιτία αντιπα- ράθεσης των αλυτρωτικών προγραμμάτων των νεοσύστατων βαλκανικών κρατών - Ελ- λάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Ρουμανίας και Αλβανίας -, αναδείχθηκε σε εστία όχι μόνο Νικόλαος Βλάχος (1893-1956) βαλκανικών αλλά και γενικότερων αντιπα- ραθέσεων. Οι παράλληλες διεκδικήσεις εθνικής ολοκλήρωσης των βαλκανικών κρατών και οι προσπάθειές τους «να ενσωματώσουν τοπικές εθνοτικές ομάδες στις νοερές κοινότητες τις οποίες εκπροσωπούσαν, ώστε να προβάλουν διεκ- δικήσεις στα εδάφη όπου κατοικούσαν οι ομάδες αυτές»6, αποτέλεσαν καθο- ριστική εξέλιξη στη συγκρότηση τόσο του ελληνικού όσο και των γειτονικών εθνικισμών. Εκτός αυτού, οι αλληλοσυγκρουόμενες ιμπεριαλιστικές βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο δημιουργούσαν ένα οξύτατο κλίμα διπλωματικών και πολιτικών ανταγωνισμών, καθιστώντας την 5. Νικόλαος Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878-1908, Αθήνα 1935. 6. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «‘Νοερές κοινότητες’ και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», Θάνος Βερέμης (εισαγ. – επιμ.), Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη Νε- ότερη Ελλάδα, Αθήνα 1999, σ. 89. 130 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ προώθηση των αλυτρωτικών διεκδικήσεων των νεοσύστατων βαλκανικών κρα- τών ιδιαίτερα δυσχερή και προβληματική. Όλα τα παραπάνω τροφοδοτούσαν μια σειρά ερωτημάτων που αφορούσαν όχι μόνο παραμέτρους της πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας των εμπλεκόμενων κρατών, αλλά και ζητήματα που αρθρώνονταν με τη γενικότερη κατανόηση του φαινομένου του εθνικισμού,7 έτσι όπως αναπτύσσονταν σε ένα εξαιρετικά συγκεχυμένο και σύνθετο ιστο- ρικό τοπίο. Ο Ν. Βλάχος είχε να αναμετρηθεί με ένα φιλόδοξο αλλά εξαιρετικά απαιτη- τικό εγχείρημα. Το αποτέλεσμα ήταν μια σοβαρή και πολυεστιακή προσέγγιση, με αξιώσεις εμβάθυνσης και στέρεης ερμηνείας του Μακεδονικού Ζητήματος μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της συγκρότησης των αναδυόμενων βαλκανικών εθνικισμών του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Παρά την επι- στημονική του αξία, το έργο για δεκαετίες αγνοήθηκε. Αν εξαιρέσει κανείς τον Μ. Σακελλαρίου που το 1943 χαρακτήριζε το σύγγραμμα ως τη «[…] μοναδική σοβαρή εργασία για την μετεπαναστατική μας ιστορία»,8 οι τρεις βασικότερες μεταπολεμικές ιστορίες του Μακεδονικού Αγώνα – του Douglas Dakin,9 της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του Γ.Ε.Σ.10 και του Κωνσταντίνου Βακαλόπου- λου11 - ελάχιστα το αξιοποίησαν.12 Κι όμως, ό,τι παρήχθη ιστοριογραφικά πριν τη συγγραφική κατάθεση του Ν. Βλάχου, αλλά και πολύ μετά από αυτή για το Μακεδονικό Ζήτημα ή για την ιστορία των βαλκανικών κρατών που διεκ- δικούσαν τη μακεδονική γη, δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σοβαρή ιστορική προσέγγιση. Κι αυτό γιατί πολλοί από αυτούς που ασχολήθηκαν με το Μακεδονικό υπέφεραν από άκρατο ερασιτεχνισμό, έλλειψη πρόσβασης σε αρχειακό υλικό και σε βιβλιογραφική ενημέρωση καθώς και αδυναμία εξοικεί- ωσης με τις μεθοδολογικές μέριμνες της ιστορικής γραφής. Επρόκειτο «για τον ‘πατριώτη’, πολιτικό, κληρικό, διπλωμάτη, στρατιωτικό, δημοσιογράφο, δάσκα- λο, δικηγόρο ή γιατρό που έγραφε για να υπερασπιστεί την ‘εθνική’ υπόθεση. 7. Στο ίδιο, σ. 53. 8. Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Νεοελληνικές ιστορικές σπουδές», Νέα Εστία 33 (1943), σ. 811 = Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, τ. 1, Αθήνα, 2011, σ. 135. 9. Douglas Dakin, Ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία 1897-1913, μετάφραση Γιάννης Στεφανίδης - Ξένια Κοτζαγιώργη, Θεσσαλονίκη 1996. 10. Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού / Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979. 11. Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα (1894-1904), Θεσσαλονίκη 1986· βλ. επίσης του ίδιου, Μακεδονικός Αγώνας. Η Ένο- πλη φάση 1904-1908, Θεσσαλονίκη 1987 και Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), Θεσσαλονίκη 1986. 12. Βασίλης Κ. Γούναρης, «Ο Μακεδονικός αγώνας στην ελληνική ιστοριογραφία (1904- 1989)», Επιστημονικές μελέτες 1994, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 8. Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 131 Επίκουρος στον κοινό αγώνα ερχόταν δημοσιεύοντας κάποιο βιβλίο ιστορίας ο εθνικιστής αρχαιολόγος, θεολόγος, πολιτειολόγος, οικονομολόγος, λαογράφος, γλωσσολόγος πανεπιστημιακός […]».13 Κι αν ο ερασιτεχνισμός ήταν η μια όψη του νομίσματος, η άλλη ήταν ο ιδεολογικός εγκλωβισμός σε εθνικούς μύθους ή η προσπάθεια αξιοποίησης του Μακεδονικού Αγώνα στο πεδίο του εθνικού φρονηματισμού, τακτική κυρίαρχη ακόμα και στα μεταπολεμικά χρόνια.14 Η ελληνική ιστοριογραφία του Μακεδονικού Αγώνα μέχρι τη δημοσίευση του έρ- γου του Ν. Βλάχου το 1935, είτε αφορούσε το είδος εκείνο της αρθρογραφίας που φιλοξενήθηκε στις σελίδες των εφημερίδων του ελληνικού βασιλείου, ή αυτή του περιοδικού Ελληνισμός,15 με σημαντικότερη έκδοσή του το Μακε- δονικόν πρόβλημα του Ν. Καζάζη,16 είτε ιστορικές και εθνολογικές μελέτες, (όπως του V. Colocotronis,17 του Ν. Ι. Κοκκώνη,18 του Π. Καρολίδη,19 του Δ. Δρόσσου,20 του Κ. Περιστέρη21 και του Κ. Άμαντου)22 ή ακόμα βιογραφίες23 και λογοτεχνικά έργα εμπνευσμένα από τον Μακεδονικό Αγώνα,24 (όπως του 13. Δημήτρης Λιθοξόου, Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα. Ατα- σθαλίες της ελληνικής ιστοριογραφίας, Αθήνα 1991, σ. 16-17. 14. Δημήτριος Ευρυγένης, Ο Ίων Δραγούμης και ο Μακεδονικός Αγών, Θεσσαλονίκη 1961, σ. 5-6. 15. Δέσποινα Γιαραλή, Μαίρη Ζαγκλή, Το περιοδικό Ελληνισμός (1898-1915, 1928- 1932): Παρουσίαση-βιβλιογραφική καταγραφή, Ιωάννινα, 1993. 16. Νεοκλής Καζάζης, Το Μακεδονικόν πρόβλημα, α΄ εκδ. Αθήνα 1907· β΄έκδ. Θεσσαλο- νίκη 1992. . V. Colocotronis, La Macédoine et l’Hellénisme, Παρίσι 1919. �������������������� 18. Νικόλαος Ι. Κοκκώνης, Ιστορία των Βουλγάρων από της εμφανίσεως αυτών εν Ευ- ρώπη μέχρι της υπό των Οθωμανών κατακτήσεως, Αθήνα 1877. 19. Παύλος Καρολίδης, Περί της Εθνικής Καταγωγής των Ορθοδόξων Χριστιανών Συ- ρίας και Παλαιστίνης, Αθήνα 1909. 20. Δημήτριος Δρόσσος, Περί της Ανακηρύξεως της Βουλγαρίας εις Κράτος Ανεξάρτη- τον. Μελέτη Διπλωματικής Ιστορίας, Αθήνα 1918. 21. Κωνσταντίνος Περιστέρης, Εγχειρίδιον της Ιστορίας των Χριστιανικών Λαών της Χερσονήσου του Αίμου, Αθήνα 1919. 22. Κωνσταντίνος Άμαντος, Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος. Βούλγαροι-Αλβανοί- Νοτιοσλάβοι, Αθήνα 1923. 23. Αλέξανδρος Κοντούλης, Βιογραφία καπετάν Κώττα, Φλώρινα 1931· Ηλίας Μπακό- πουλος, Παύλος Μελάς, Αθήνα 1939· Κωνσταντίνος Παράσχος, Ίων Δραγούμης, Αθήνα 1936. 24. Βλ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, Αποτυπώσεις του Μακεδονικού Αγώνα στη Νεοελληνική Πεζογραφία. Γραμματολογική προσέγγιση και ανθολόγηση, Θεσσαλονίκη 2004· Κώστας Πλαστήρας, «Η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης στα τρία χρόνια του Μακεδονι- κού Αγώνα», Ο Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 1987, σ. 243-258· Περικλής Σφυρίδης (επιμ.), Η πεζογραφία στη Θεσσαλονίκη από το 1912 έως το 1995, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 107-121. Σχετικά με την ποίηση, βλ. Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ανθολογία Μακεδόνων ποιητών, 1860-1913, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 68-71, 74-75, 77-83, 85-86, 107 και 115. 132 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ Ίωνα Δραγούμη,25 του Γ. Μόδη26 ή της Πηνελόπης Δέλτα),27 κινήθηκε ανάμεσα στην ηρωοποίηση και τον εξευγενισμό των συντελεστών του, προκειμένου η περίοδος αυτή της νεοελληνικής ιστορίας να ενταχθεί στο εθνικό αφήγημα. 28 Αντίθετα, ο Ν. Βλάχος αρνούμενος τις ρηχές περιγραφές και τις απλουστευ- τικές καταγγελίες των προηγούμενων προσεγγίσεων, συνέβαλε σε μια κριτική και στοιχειοθετημένη θεώρηση του Μακεδονικού Ζητήματος, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα του ζητήματος και αναθεωρώντας τα παραδοσιακά στερεότυ- πα της ελληνικής ιστοριογραφίας, η οποία κινήθηκε στην πλειοψηφία της σε μια διχοτομική συλλογιστική: στη στερεοτυπική αναπαράσταση του ελληνικού έθνους, με την αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο φυσιογνωμία του, που εμβαπτιζόταν στο συμβολικό βάρος ενός υπερσυζητημένου παρελθόντος από τη μια πλευρά, και στην απόλυτα αρνητική αποτίμηση των εθνικών «Άλλων» από την άλλη. Εξάλλου, αφού τα καινούργια εθνικά και πολιτισμικά προτάγματα της εποχής απαιτούσαν διεισδυτικότερες προσεγγίσεις, η ιστορική έρευνα και μελέτη έπρε- πε να υπακούει σε αυστηρότερους μεθοδολογικούς κανόνες και επιστημονικές αρχές. Γι’ αυτούς τους λόγους, η ανάδειξη των σύνοικων βαλκανικών λαών και των αλληλοσυγκρουόμενων εθνικών τους διεκδικήσεων καθώς και η δόμηση των πολύπλοκων σχέσεων μεταξύ τους αλλά και με τις Μεγάλες Δυνάμεις της επο- χής, έπρεπε να συντελεστεί κάτω από νέες, ακριβέστερες και επιστημονικότερες προϋποθέσεις από ό,τι είχε γίνει μέχρι τότε. Η επιστημονική ευσυνειδησία και η ερευνητική νηφαλιότητα πρόβαλαν ως οι θεμελιακές αξιακές αφετηρίες ενός ιστορικού στοχασμού που ήθελε να κατανοήσει την ιστορία μιας περιόδου, τα χαρακτηριστικά της οποίας ήταν οι σφοδρότατες συγκρούσεις, οι αιματηρές αντιπαραθέσεις και οι εκρηκτικές καταστάσεις που δημιουργούσε η realpolitic των αλληλοσυγκρουόμενων αλυτρωτικών προγραμμάτων των βαλκανικών κρα- τών. Η ιστορία όφειλε να είναι «μαχόμενη» και «δικανική», όχι όμως όπως την αντιλαμβανόταν ο Νεοκλής Καζάζης, ούτε όπως την οριοθετούσε εκείνος ο τύπος ιστορικού που εξέφραζε τις αδράνειες μιας υπανάπτυκτης πολιτισμικής πραγματικότητας και μιας ισχνής ιστορικής κουλτούρας, αλλά ως διαρκής και απρόσκοπτη προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας και ως ετοιμότητα για τη δεξίωσή της, ως «ασέβεια» όπως την αντιλαμβανόταν ο Michelet. 25. Ίδας, [Ίωνας Δραγούμης] Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Αθήνα 1971. 26. Γεώργιος Χ. Μόδης, Στα μακεδονικά βουνά. Η ζωή των ανταρτών, Αθήνα 1930. 27. Πηνελόπη Δέλτα, Τα Μυστικά του Βάλτου, τόμοι 1-2, α΄ εκδ. Αθήνα 1937 και έκτοτε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις του ίδιου εκδοτικού οίκου. 28. Β�������������������������������������������������������������������������������������� asil���������������������������������������������������������������������������������� Gounaris������������������������������������������������������������������������� ��������������������������������������������������������������������������������� , “���������������������������������������������������������������������� Reassessing����������������������������������������������������������� Ninety���������������������������������������������������� ���������������������������������������������������������� Years���������������������������������������������� ��������������������������������������������������� of������������������������������������������� ��������������������������������������������� Greek������������������������������������� ������������������������������������������ Historiography���������������������� ������������������������������������ on������������������� ��������������������� the��������������� ������������������ ‘������������� Struggle����� for� ���� Macedonia’ (1904-1908)”, Journal of Modern Greek Studies, 14/2 (1996), σ. 237-251· βλ. επίσης του ίδιου, Το Μακεδονικό Ζήτημα από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα, Αθήνα 2010, σ. 48-51 και σ. 62-63. Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 133 Το έργο του Ν. Βλάχου, αγνοημένο για αρκετές δεκαετίες, τα τελευταία χρόνια επανεκτιμάται και τονίζεται η προσφορά του στη μελέτη της μακεδονικής περιπέτειας. Πολλοί μάλιστα ερευνητές το χαρακτηρίζουν σημείο τομής της ιστοριογραφίας για το Μακεδονικό Αγώνα και τη συγκρότηση του ελληνικού αλλά και των γειτονικών εθνικισμών στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.29 Η διαφοροποίησή του με ό,τι προηγήθηκε ιστοριογραφικά έγκειται σε επίπεδο κατανόησης του ελληνικού αλυτρωτισμού, στον τρόπο προσέγγισης των εθνικών «Άλλων» και των αλυτρωτικών τους προγραμμάτων, στην ένταξη όλων των παραπάνω στο διεθνές πλαίσιο της εποχής και σε επίπεδο διαθεσιμότητας και αξιοποίησης των ιστορικών πηγών. Για τον συγγραφέα του Μακεδονικού, ο ελληνικός εθνικιστικός λόγος, η ιδε- ολογία και η πρακτική του γεννιούνται και διαμορφώνονται από τις σύγχρονες ανάγκες και τη δυναμική των καιρών. Η προώθηση των εθνικών δικαίων, με τη μορφή της νόμιμης άμυνας αρχικά και της επιβεβλημένης επίθεσης στη συνέχεια, αργά αλλά σταθερά, προσαρμόζεται στις διεθνείς εξελίξεις και διεκδικεί αυτό που της ανήκει. Ο ελληνικός αλυτρωτισμός στη Μακεδονία δεν προσλάμβανε το χαρακτήρα ενός εθνικού μεσσιανισμού που αναπαραγόταν σε μια διαδικα- σία ιστορικής αναβίωσης του περιούσιου ελληνικού έθνους, για να θυμηθούμε τη σχετική αναλυτική κατηγορία του Anthony Smith όταν έκανε λόγο για τον αναβιωτικό χαρακτήρα της εθνικιστικής ιδεολογίας.30 Η πραγματικότητα και τα προτάγματά της δε συλλαμβάνονταν μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς της ελληνολατρίας και του εξιδανικευμένου και μυθοποιημένου ένδοξου παρελ- θόντος, όσο κι αν, ειδικά στην κρίσιμη συγκυρία της μακεδονικής περιπέτειας, υπήρχε η ανάγκη ύπαρξης ή κατασκευής ενός ένδοξου, εθνικοποιημένου παρελ- θόντος, του οποίου η ομοιογένεια και η πειστική συνέχεια θα νομιμοποιούσε τις στοχοθεσίες του παρόντος. Η επιλεκτική προσαρμογή των διαθέσιμων ιστο- ρικών στοιχείων στις στοχεύσεις του παρόντος, η αποσιώπηση των νοηματικών ή χρονικών κενών ή ακόμα και η «εφευρετική κατασκευή ιδεολογικά κρίσιμων 29. Βλ. σχετικά Βασίλης Κ. Γούναρης, Το Μακεδονικό Ζήτημα, σ. 11-88· Νίκος Σιγάλας, «Ελληνισμός και εξελληνισμός. Ο σχηματισμός της νεοελληνικής έννοιας ελληνισμός», Τα Ιστορικά 18/34 (2001), σ. 3-70· Σπύρος Καράβας, «Οι εθνογραφικές περιπέτειες του Ελλη- νισμού», Τα Ιστορικά 36/38 (2003), σ. 49-112· Βλάσης Βλασίδης, Η Ε.Μ.Ε.Ο. και η δράση της στην Ελληνική Μακεδονία στο μεσοπόλεμο (1919-1928), Θεσσαλονίκη 1996· Dimitrios Livanios����������������������������������������������������������������������������������� , “�������������������������������������������������������������������������������� Christians���������������������������������������������������������������������� , Heroes�������������������������������������������������������������� �������������������������������������������������������������������� and���������������������������������������������������������� ������������������������������������������������������������� Barbarians����������������������������������������������� ��������������������������������������������������������� : Serbs���������������������������������������� ��������������������������������������������� and������������������������������������ ��������������������������������������� Bulgarians������������������������� ����������������������������������� in���������������������� ������������������������ the������������������ ��������������������� Modern����������� ����������������� Greek����� ���������� His- ���� torical Imagination (1602-1950)”, Dimitris Tziovas (επιμ.), Greece and the Balkans. Identities, Perceptions and Cultural Encounters since the Enlightenment, Λονδίνο 2003, σ. 68-83· Δημήτρης Λιθοξόου, Μειονοτικά ζητήματα, σ. 16-17· Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και εθνικισμός στα Βαλκάνια, Αθήνα 1992· Μαριάννα Σπανάκη, Βυζάντιο και Μακεδονία στο έργο της Πηνε- λόπης Δέλτα, Αθήνα 2004. ��������������������� . Anthony ������������������ D���������, Theories of Nationalism, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 1971. . Smith�� ������� 134 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ αναφορών στην διεκδικούμενη εθνική παράδοση»,31 με άλλα λόγια η συνηγορία της επιστήμης στις προτεραιότητες της πολιτικής και της διπλωματίας, δεν εντασσόταν στις προθέσεις του Ν. Βλάχου. Αντίθετα, καταβλήθηκε προσπά- θεια να αναδειχθούν ζητήματα που αμφισβητούσαν αρκετές πτυχές της εθνικής μυθοπλασίας και κλόνιζαν εμπεδωμένες βεβαιότητες για τον εθνικό «Eαυτό». Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι η πρόσληψη του εθνικού χώρου, της ιστορικότητάς του και των εθνικιστικών του συμβολισμών,32 κυρίως έτσι όπως αυτοί αποτυπώνονται στα εθνοχαρτογραφικά εγχειρήματα απεικόνισής του. Κι αν οι χάρτες, ως ιδεολογικά εργαλεία οριοθέτησης του ιστορικού χώρου,33 νοηματοδοτούν με εθνικά κριτήρια την υλικότητά του και «εδαφοποιούν τη μνήμη»,34 οι εθνολογικοί χάρτες του Edward Stanford του 1877 και ο χάρτης των Heinrich Kiepert-Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου του 1878 δεν ξέφυγαν από τον παραπάνω κανόνα: συνόψιζαν εικαστικά τη συνέχεια και την ενότητα της διαχρονικής οντότητας του ελληνικού έθνους.35 Για τον Ν. Βλάχο όμως «αμφότεροι συνταχθέντες επί τη βάσει πληροφοριών, τας οποίας παρέσχεν ο εν Αθήναις σύλλογος προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων, περιέχουν το ιμπεριαλιστικο-εθνικιστικόν πρόγραμμα της Ελλάδος, αντιπροσωπεύον την άλλως λεγομένην πανελληνικήν, ή την πολιτικήν της μεγάλης εθνικής ιδέας».36 Μια τέτοια εκτίμηση, όταν διατυπώνεται το 1935, έρχεται σε αντίθεση με το σύνολο της ιστοριογραφικής παραγωγής που υπηρετούσε την έρευνα και την καταγραφή της επί το «ελληνο-εθνοκρατικότερον». Παράλληλα, μια τέτοια 31. Παντελής Λέκκας, Το παιχνίδι με τον χρόνο. Εθνικισμός και νεοτερικότητα, Αθήνα 2001, σ. 18. 32. Για τον εθνικό χώρο και την όσμωση του με τον εθνικό χρόνο βλ. ����������Frederick� ������� Hertz�� , Nationality in History and Politics. A Psychology and Sociology in Sentiment and Nationalism, Νέα Υόρκη 1944· Anthony D. Smith, The Ethnic Origins of Nations, Οξφόρδη 1986· επίσης του ίδιου, «States and homelands: the social and geopolitical implications of National Territory», Millen- nium 10/3 (1981) σ. 187-202· Παντελής Λέκκας, Το παιχνίδι με τον χρόνο, σ. 207-257. 33. Για τη σχέση χαρτογραφίας και εθνικιστικού φαινομένου μεταξύ των άλλων βλ. Thongchai. Winichakul, Siam Mapped. A History of the Geo-Body of a Nation, Χονολουλού 1994·Boyd C Shafer, Faces of Nationalism. New Realities and old Myths, Ν. Υόρκη και Λονδίνο, 1972. Για τους βαλκανικούς εθνικισμούς κατά τον ύστερο 19ο αιώνα, κλασική είναι η μελέτη του Henry R. Wilkinson, Maps and Politics. A Review of the Ethnographic Cartography of Macedonia, Λίβερπουλ 1951. ����������������������������������������������� . Anthony �������������������������������������������� D. Smith, “Memory and Modernity: Reflections ��������������������������������������� on Ernest Gellner’s Τheory of Νationalism, Nations and Nationalism, 2/3 (1996), σ. 383. 35. Βλ. σχετικά Σπύρος Καράβας, «Οι εθνογραφικές περιπέτειες»· βλ. επίσης, Κωνστα- ντίνος Α. Σβολόπουλος, Ο Heinrich������������������������������������������������������ �������������������������������������������������������������� Kiepert���������������������������������������������� ����������������������������������������������������� και το εθνογραφικόν πρόβλημα εις την Χερσόνη- σον του Αίμου. Η ανέκδοτος αλληλογραφία του Γερμανού χαρτογράφου με τον Κωνστα- ντίνον Παπαρρηγόπουλον 1877-1878, Αθήνα 1974. 36. Νικόλαος Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις, σ. 22-23. Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 135 θέση αποκτούσε κι ένα πρόσθετο ειδικό βάρος, στο χώρο του συμβολικού αυτή τη φορά: η ιδιότητα του Ν. Βλάχου ως ακαδημαϊκού δασκάλου, άρα ως εκφραστή μιας γνώσης θεσμοθετημένης και επίσημης, καθώς διατύπωνε μια διαφορετική σύλληψη για το «εθνικό», μετέτρεπε την ακαδημαϊκή στατικότητα σε μια νηφαλιότερη, άρα ωριμότερη, έκφραση. Εξάλλου η ίδια η μεσοπολεμι- κή πραγματικότητα, με κυρίαρχη την τάση για «συμφιλίωση» και διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των βαλκανικών κρατών ύστερα από δέκα χρόνια αι- ματηρών συγκρούσεων,37 ευνοούσε την άρθρωση ενός διαφορετικού ιστορικού λόγου, χαρακτηριστικό του οποίου ήταν η απομάκρυνση από χρησιμοθηρικές ιδεολογικές σκοποθεσίες. Μια άλλη, τολμηρή για την εποχή που διατυπώθηκε, θέση του Νικολάου Βλάχου αφορά την εθνολογική σύνθεση των διαφιλονικούμενων περιοχών στη Μακεδονία. Στη συλλογιστική του τα πολυσύνθετα εθνογραφικά δεδομένα και οι πολλαπλές εικόνες πολιτισμικής ποικιλίας που συνέθεταν το μακεδονικό το- πίο, καθιστούσαν δυσχερέστατη τη χαρτογράφηση της πληθυσμιακής δυναμικής του. Στο αξεδιάλυτο μείγμα διαφορετικών λαών που βίωσε τη μετάβαση «από την οικουμενική κοινότητα της βαλκανικής Ορθοδοξίας […] σε έναν ακόμη αδι- αμόρφωτο, αδιάρθρωτο και αβέβαιο κόσμο σύγχρονων γλωσσικών εθνών»,38 με άλλα λόγια, που έζησε το πέρασμα από τη «φαντασιακή» κοινότητα, η οποία βασιζόταν στην κοινή ορθόδοξη πίστη, σε αρκετές «φαντασιακές» κοινότητες, οι οποίες βασίζονταν στην κοινή αίσθηση της εθνικής ταυτότητας, οι ντόπιοι πληθυσμοί, αποδέκτες εντατικών προπαγανδιστικών εκστρατειών από τα νε- οσύστατα βαλκανικά εθνικά κράτη, βρίσκονταν σε μια «αδιάκοπη διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης ταυτοτήτων».39 Ο Ν. Βλάχος ήταν ξεκάθαρος: «Διαρκής μεταπλασμός του εθνικού φρονήματος και του θρησκευτικού δόγματος των χριστιανών κατοίκων: εις τας ολίγας ταύτας λέξεις θα ηδύνατο να συνοψισθεί επιγραμματικώς η εθνολογική εικών, την οποίαν παρουσίαζε το έδαφος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, επί του οποίου διεσταυρούτο η δράσις των ατάκτων στιφών, τα οποία εξεπέμποντο παρά των χριστιανικών κρατών της χερσονήσου του Αίμου […]».40 Και βέβαια στην κατασκευή των συλλογικών κατηγοριών 37. Λένα Διβάνη, Ελλάδα και Μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοι- νωνίας των Εθνών, Αθήνα 1999· Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Το Βαλκανικόν Σύμφωνον και η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1928-1934, Αθήνα χ.χ· Μαρκ Μαζάουερ, Τα Βαλκάνια, Αθήνα 2000. 38. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «‘Νοερές κοινότητες’», σ. 57. , Η Μακεδονική διαμάχη. Ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο, 39. Loring����������� ����������������� Danforth�� ���������� μετάφραση Σπύρος Μαρκέτος, Αθήνα 1999, σ. 68. 40. Νικόλαος Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις, σ. 393-394. 136 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ της ταυτότητας καθοριστικό ρόλο διαδραμάτιζαν όχι τόσο οι δάσκαλοι και οι ιερείς που προσπαθούσαν να ενσταλάξουν την εθνική ταυτότητα χωρίς ακρό- τητες στους χριστιανούς χωρικούς της Μακεδονίας, όσο η άσκηση ωμής βίας και τρομοκρατίας από αντάρτικα σώματα. «Κοινότητες ορθόδοξοι, σλαβόφωνοι ή βλαχόφωνοι, από ετών προσχωρήσασαι εκούσαι ή άκουσαι εις την βουλγα- ρικήν και την ρουμανικήν εθνικήν ιδέαν επανέρχονται εις τους κόλπους της ορθοδόξου Εκκλησίας και δηλώνουν εθνικότητα ελληνικήν ή σερβικήν υπό την προστατευτικήν σκέπην ή την τρομοκρατίαν, την οποίαν ήσκει η παρουσία των ελληνικών και των σερβικών ανταρτικών σωμάτων […]».41 Κι αν οι παραπάνω παραδοχές για την ύπαρξη σοβαρών εθνοτικών δια- φορών ή για τη συστηματική χρήση βίας στον προσηλυτισμό των συνειδήσε- ων ήταν τολμηρές αφού δεν ευθυγραμμίζονταν με καθεστηκυίες αντιλήψεις, η επισήμανση ότι «[…] μετά των Ελληνοφώνων εις την μεσημβρινήν ζώνην, είναι αληθές ότι ήσαν αναμεμειγμένοι και σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι και αλ- βανόφωνοι χριστιανοί και ότι η εθνική συνείδησις των σλαβόφωνων ιδίως - ως προς τους βλαχόφωνους και τους αλβανοφώνους το πράγμα έχει άλλως - υπήρξε ρευστή, ποικίλλουσα και μεταβαλλομένη μετά των περιστάσεων και του προσωπικού συμφέροντος […]»,42 αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για την ύπαρξη σλαβόφωνων εθνοτικών μειονοτήτων στην ελληνόφωνη ζώνη, έστω κι αν η εθνική συνείδηση αυτών των ομάδων υπήρξε αμφίβολη και ρευστή, προϊόν συμφερόντων, καιροσκοπικών υπολογισμών ή προπαγάνδας. Βέβαια παρακάτω ο Ν. Βλάχος έσπευσε να τονίσει ότι σταδι- ακά οι πληθυσμοί αυτοί απέκτησαν ελληνική συνείδηση,43 αλλά ο δειλός έστω υπαινιγμός για την ύπαρξή τους συνιστά ένα τολμηρό διάβημα, ειδικά αν λά- βουμε υπόψη ότι θα χρειαστούν δεκαετίες για να συναντήσουμε μελέτες - από τον χώρο της ανθρωπολογίας αρχικά44 και της ιστορίας αργότερα,45 που θα 41. Στο ίδιο, σ. 394. 42. Στο ίδιο, σ. 92. 43. Στο ίδιο, σ. 92. 44. Βλ. σχετικά, Αναστασία Καρακασίδου, Μακεδονικές ιστορίες και πάθη 1870-1990, Αθήνα 2000, αλλά και Danforth, Η Μακεδονική διαμάχη· επίσης, �������������������������� Katherine����������������� ���������������� Verdery��������� “������� Ethnic- ity, Nationalism and Statemaking. Ethnic Groups and Boundaries: Past and Future”, Hans Vermeulen, Cora Govers (επιμ.), The������������������������������������������������������������ ����������������������������������������������������������� Anthropology����������������������������������������������� ���������������������������������������������� of�������������������������������������������� ������������������������������������������� Ethnicity���������������������������������� . �������������������������������� Beyond�������������������������� ‘������������������������ Ethnic Groups and Bound- aries’, Άμστερνταμ 1994, σ. 33-58. ����������������������� . Ιάκωβος������������� ��������������������, Μετακινήσεις������������������������������������������ Μιχαηλίδης�� ������������ ����������������������������������������� Σλαβόφωνων������������������������������� ������������������������������ πληθυσμών��������������������� (1912-1930). ������� Ο πόλε- μος των στατιστικών, Αθήνα 2003· Τάσος Κωστόπουλος, Η Απαγορευμένη γλώσσα, Αθήνα 2002· Γιάννα Κατσόβσκα Μαλιγκούδη, Οι Σλάβοι των Βαλκανίων, Αθήνα 2004· Βασίλης Γούναρης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Γιώργος Αγγελόπουλος (επιμ.), Ταυτότητες στη Μακεδονία, Αθήνα 1997· Βασίλης Γούναρης, «Οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Η πορεία ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος 1870-1960», Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Δημήτρης Χριστόπουλος Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 137 κάνουν λόγο για τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της ελληνικής Μακεδονίας, ανοίγοντας ουσιαστικά διάλογο για ένα θέμα εκτοπισμένο τόσο σε επίπεδο δημοσίου λόγου όσο και επιστημονικής μελέτης. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο συγγρα- φέας προσέγγισε τη σχέση Ορθοδοξίας και ελληνικού εθνικισμού.46 Αν και αρνήθηκε ότι η ορθόδοξη οικουμενικότητα της Μ. Εκκλησίας της Κωνσταντι- νούπολης «[…] μετήρχετο εθνικήν πολιτικήν συγχωνεύσασα μετά της εκκλησι- αστικής-θρησκευτικής και την εθνικήν ιδέαν […]»,47 δε δίστασε να επισημάνει ότι αρκετές φορές ο πατριαρχικός κλήρος, στα πλαίσια του ελληνικού εθνικού προσηλυτισμού, εγκαινίασε μια εξελληνιστική εκπαιδευτική δραστηριότητα, εξοβελίζοντας οποιαδήποτε αλλόγλωσση διδασκαλία. Βέβαια, ο Ν. Βλάχος δεν έφτασε στο συμπέρασμα ότι η επικράτεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου είχε μετατραπεί σε «προνομιούχο πεδίο της εξελληνιστικής δραστηριότητος»,48 αλλά οι παρατηρήσεις του για ένα τόσο νευραλγικό θέμα έχουν τη δική τους σημασία. Εξάλλου, η κριτική του για τους Έλληνες μητροπολίτες ή για τον κα- τώτερο κλήρο ήταν αποκαλυπτική. «Πρέπει να ομολογηθεί ότι πολλοί εκ των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρχιερέων της Μακεδονίας και της Θράκης δεν ήσαν αντάξιοι των περιστάσεων, εν μέσω των οποίων ήσαν κε- κλημένοι να δράσουν […] Ο δε κατώτερος κλήρος, ζων υπό παχυλήν αμάθειαν και εν εσχάτη πενία, […] ήτο ανίκανος ίνα εξαρθή προς εθνικήν δράσιν, αν και ως εκ της θέσεως αυτού και της διαρκούς επικοινωνίας μετά του λαού πολλά θα ηδύνατο από της απόψεως ταύτης να κατορθώση […]».49 Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι παραδοχές του για τα έκτροπα, τις βιαιότητες και τις αυθαιρεσίες στις οποίες κατέφυγαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα «εν Ζέλενιτς κατά το φθι- νόπωρον του έτους 1904 και εν Ζαγοριτσάνη κατά την άνοιξιν του 1905»50 ή «εναντίον των ρουμανιζόντων Κουτσοβλάχων, εκθετούσας το γόητρον και την (επιμ.), Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα, Αθήνα 1997, σ. 73-118. 46. Για το θέμα αυτό βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «‘Νοερές κοινότητες’», σ. 103-131· Θάνος Βερέμης, «Από το εθνικό κράτος στο έθνος δίχως κράτος. Το πείραμα της Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», Θάνος Βερέμης (εισαγ. – επιμ.), Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 1999, σ. 27-52· Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και εθνικισμός· Παρασκευάς Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης, Ηράκλειο 2002· Δημήτριος Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και Εκκοσμίκευση, Αθήνα 2003· Νίκος Σιγάλας, «Ελληνισμός και εξελληνισμός», σ. 3-70. 47. Νικόλαος Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις, σ. 95. 48. Νίκος Σιγάλας, «Ελληνισμός και εξελληνισμός», σ. 68. 49. Νικόλαος Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις, σ. 229. 50. Στο ίδιο, σ. 360. 138 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΣΧΟΒΙΤΗ ιερότητα του αγώνος».51 Τα παραπάνω, ακόμα κι αν συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια ενός ανορθόδοξου και βιαιότατου πολέμου, είναι σημαντικό να κατα- γράφονται αφού μας απομακρύνουν από την όποια αγιογραφική προσέγγιση της ελληνικής δραστηριότητας στα επίμαχα μακεδονικά εδάφη. Σ’ ό,τι αφορούσε τη σκιαγράφηση των εθνικών «Άλλων», ο Ν. Βλάχος υιο- θέτησε μια πλουραλιστική θεώρηση. Γι’ αυτόν, τα αντίπαλα έθνη συνιστούσαν ξεχωριστές και σεβαστές οντότητες και κατά συνέπεια οι εθνικισμοί που τα εξέφραζαν αποτελούσαν υπολογίσιμους και θεμιτούς αντιπάλους. Αυτή η ανα- γνώριση της αξίας και των άλλων εθνικών ομάδων, που παρουσιάζονταν όχι μό- νο αντιθετικά αλλά και ομοιότροπα με το ελληνικό έθνος, συμβάλλει σε μια πιο σύνθετη κατανόηση και ερμηνεία του εθνικιστικού φαινομένου στο μακεδονικό χώρο. Συνάμα, μια τέτοια προσέγγιση οδήγησε το συγγραφέα σε μια πολυεστι- ακή μελέτη ανάδειξης των βαλκανικών εθνικισμών στον ύστερο 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού, αφού γίνεται λόγος για τα πολιτισμικά γνωρίσματα των βαλκανικών λαών (γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις κ.ά.), τα οποία, καθώς βρί- σκονταν συνεχώς στο προσκήνιο της εθνοτικής διαμάχης, διαδραμάτιζαν έναν καθοριστικό ρόλο, μια και από την αξιοποίησή τους εξαρτιόταν η φερεγγυ- ότητα, η απήχηση και η ίδια η επιτυχία της εθνικιστικής ιδεολογίας η οποία παραγόταν και αναπαραγόταν και μέσα από τις πολιτισμικές της συνιστώσες. Ο ιστορικός ενέταξε όλα τα παραπάνω στο διεθνές πλαίσιο της εποχής, το- νίζοντας τους άρρηκτους δεσμούς των εξελίξεων στα Βαλκάνια με τα εδαφικά στρατηγικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, τα οποία, στην εξεταζόμενη εποχή, επέβαλαν τους δικούς τους όρους: τις συμμαχίες να μεταβάλλονται, τα δρώντα υποκείμενα της διεθνούς πολιτικής να ανασυντάσσονται και τους συ- σχετισμούς ισχύος να αναδιατάσσονται. Και ειδικά το σύστημα της ισχύος στη συγκυρία που μας ενδιαφέρει, παρουσιάστηκε ως μια πολύπλοκη και πολυε- πίπεδη σχέση μεταξύ υποκειμένων. Εκείνο όμως που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο συγγραφέας δεν καταλόγισε στα μικρά κράτη το ρόλο του θύματος ή του παθητικού αποδέκτη των στρατηγικών επιλογών των Μεγάλων Δυνάμε- ων. Αντίθετα, πρέσβευε ότι η δυναμική διπλωματία και οι ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις και στοχοθεσίες αυτών των κρατών μπορούσαν να αντισταθμίσουν την υποδεέστερη γεωπολιτική τους παρουσία στη διεθνή σκηνή, ενώ δεν παρέλει- ψε να τονίσει και τον ιδιάζοντα ρόλο της οργάνωσης και της λειτουργίας της εσωτερικής μηχανής στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.52 Τέλος, για τη διαθεσιμότητα και την αξιοποίηση των πηγών στη συγγραφή του Μακεδονικού μπορούν να ειπωθούν τα εξής: έχοντας ο συγγραφέας πρόσβαση 51. Στο ίδιο, σ. 378. 52. Στο ίδιο, σ. 228-230. Ο ΕΘΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 139 σε ένα πλούσιο πρωτογενές υλικό (είχε εξασφαλίσει τη σχετική άδεια και ερ- γαζόταν από το 1932 στο Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών όπου μελέτησε αναφορές των προξενικών αρχών, αλληλογραφία των προξένων με το Υπουρ- γείο Εξωτερικών, έγγραφα εμπιστευτικού χαρακτήρα που απευθύνονταν στις ελληνικές πρεσβείες διαφόρων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, κρατικές συμφωνί- ες, επιστολές πρέσβεων σχετικά με συνομιλίες τους με ξένους αξιωματούχους, δημοσιεύματα ξένων ιστορικών και άρθρα από τις εφημερίδες των βαλκανικών χωρών κ.ά.), ήλεγξε, συνέκρινε και αποτίμησε την παρεχόμενη πρωτογενή πλη- ροφόρηση, ενώ αξιοποίησε πλήθος δευτερογενών πηγών. Στο τέλος αυτού του κειμένου θα μπορούσαμε ίσως να «διακινδυνεύσου- με» μια παρατήρηση: ο Ν. Βλάχος με τη μελέτη του για τη μακεδονική περιπέ- τεια πέτυχε αυτό που κατάφερε, πολύ αργότερα βέβαια, στα πεδία της πολι- τικής επιστήμης, κοινωνικής ανθρωπολογίας και εθνολογίας η Maria Todorova με το έργο της Βαλκάνια. Η Δυτική Φαντασίωση,53 να καταρρίψει δηλαδή τις προϋπάρχουσες προκαταλήψεις και παγιωμένες θέσεις προσπαθώντας να «ανακαλύψει το hors texte των Βαλκανίων, την ιστορική οντολογία της περιο- χής», όπως επισημαίνει στον πρόλογο του βιβλίου της ο Πασχάλης Κιτρομηλί- δης. Ειδικά στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου που τιτλοφορείται Realia: Qu’ est-ce qu’il y a de hors-texte?, η Βουλγάρα καθηγήτρια, αφού έχει ανασκευάσει όλες τις επιπόλαιες αντιλήψεις των Δυτικών για τα Βαλκάνια, κάνει λόγο για όλα εκείνα που συνιστούν τη βαλκανική ταυτότητα: την κοινότητα καταβολών και στοιχείων στους βαλκάνιους λαούς μέσα στο χρόνο αλλά και τις διαφορές, τις διαφοροποιήσεις και τις παραλλαγές μεταξύ τους, χαρακτηριστικά που πιστοποιούν τη θαυμαστή πολυπλοκότητα και ποικιλομορφία της περιοχής. Ο «κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», όπως τον περιγράφει στο κλα- σικό άρθρο του ο Traian Stoianovich,54 μπορεί να μην υπάρχει πια, αλλά η ιδέα του βαλκανισμού, «κατασκευασμένη» ή όχι, έχει το δικό της ειδικό βάρος στην ιστορία. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο αποπειράθηκε και ο Ν. Βλάχος του Μεσοπολέμου: παρουσίασε μια ιστορία σύνθετη, πολυσχιδή, που ήρθε να αμφισβητήσει στερεότυπες και ομογενοποιημένες θεωρήσεις για τον εθνικό «Εαυτό» και τον «Άλλο» μέσα στα πλαίσια του διαβαλκανικού χώρου. , Βαλκάνια. Η Δυτική Φαντασίωση, Πασχάλης Κιτρομηλίδης (εισαγ.– 53. ���������������� Maria����������� ���������� Todorova�� επιμ.), Θεσσαλονίκη 2005. 54. ����������������������������������������������������������������������������� Traian����������������������������������������������������������������������� ���������������������������������������������������������������������� Stoianovich����������������������������������������������������������� , «Ο κατακτητής ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος», Σπύρος Ασδρα- χάς (επιμ.), Η οικονομική δομή των βαλκανικών κρατών (15ος-19ος αιώνας), Αθήνα 1979, σ. 287-345. ΜΙΧΑΛΗΣ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΣ H ΣΧΕΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1870-1940 Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να φωτίσει τη σχέση μεταξύ οικονομικής και πολιτικής θεωρίας, διεθνώς και στην Ελλάδα, από το γύρισμα του 19ου αιώνα ως την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για το σκοπό αυτό θα αναφερ- θούμε αρχικά στις διεθνείς εξελίξεις στην οικονομική σκέψη και ακολούθως θα περάσουμε στην περίπτωση της χώρας μας. Για λόγους σχετιζόμενους με την συντομία του κειμένου δεν υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές· αυτές μπο- ρούν να αναζητηθούν στα βιβλία που παρατίθενται στο τέλος. Το διεθνές πλαίσιο Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, τα Οικονομικά, όπως πολλοί άλλοι επιστημονικοί κλάδοι, κατέστησαν αντικείμενο αποκλειστικής επαγγελματι- κής απασχόλησης. Με άλλα λόγια διδάσκονταν πλέον από πανεπιστημιακούς καθηγητές οι οποίοι δημοσίευαν μελέτες σε εξειδικευμένα επιστημονικά περι- οδικά. Συντελέστηκαν επίσης σημαντικές αλλαγές στο διανοητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η οικονομική σκέψη. Οι νευτώνειες ιδέες που είχαν εμπνεύσει την κλασική πολιτική οικονομία παραχωρούσαν τη θέση τους στο έργο πολλών οικονομολόγων στις φυσικές επιστήμες, την πειραματική ψυχολογία και τη βιολογία. Έτσι σταδιακά μετά το 1870 διαμορφώθηκε η νεοκλασική σχολή με κύριους εκπροσώπους τους Jevons, Menger και Walras, και η θεσμική σχολή με τους Veblen, Commons και Ely. Παράλληλα αυξάνο- νταν οι οικονομολόγοι οι οποίοι χρησιμοποιούσαν μαθηματικά και στατιστι- κές μεθόδους στα έργα τους. Τέλος συνεχιζόταν η παράδοση του Marx, αλλά και εκείνη της γερμανικής ιστορικής σχολής η οποία δέσποζε στον ευρωπαϊκό ηπειρωτικό χώρο. Η περίπτωση αυτής της τελευταίας ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα εξ αι- τίας της μαζικής μετάβασης Ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων για σπουδές στη Γερμανία από το 1880 και εξής. Για τη νεότερη ιστορική σχολή και τον αρχηγό της Gustav Schmoller δεν υπήρχαν οικονομικοί νόμοι, όπως δεν υπήρχαν και νόμοι της ιστορίας. Η οικονομική πολιτική έπρεπε να στηρίζεται στην εμπειρική παρατήρηση. Οι οικονομολόγοι θα έπρεπε, κατά τον ίδιο, να ασχολούνται με 142 ΜΙΧΑΛΗΣ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΣ την ιστορική έρευνα. O Schmoller συμφωνούσε με το αίτημα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και υποστήριζε την ενεργό ανάμειξη των οικονομολόγων στην πολιτική, και την εμπλοκή τους σε διαδικασίες οικονομικής και κοινωνικής αλ- λαγής στις χώρες τους. Οι οικονομολόγοι της Ιστορικής Σχολής - στο μέτρο που είχαν δημοσιεύσει μελέτες με θέματα όπως οι ώρες εργασίας, οι κοινωνικές ασφαλίσεις, η εργοστασιακή νομοθεσία και άλλα - ήταν κατάλληλα εξοπλισμέ- νοι ώστε να συμβουλεύσουν για την οικονομική πολιτική. Το 1883 ο Menger ξεκίνησε μια δημόσια αντιπαράθεση με τον Schmoller που συμπαρέσυρε στη δίνη της όλους τους οικονομολόγους της εποχής, τη λε- γόμενη «διαφωνία περί την μέθοδο». Ο Menger υποστήριζε τον μεθοδολογικό ατομισμό: θεωρούσε ότι τα Οικονομικά ήταν αφηρημένη επιστήμη που ασχο- λούνταν με «ακριβείς» νόμους. Ο Schmoller αντιπαρατέθηκε μαζί του σφοδρά, επαναλαμβάνοντας την απόρριψη της «καθαρής» οικονομικής θεωρίας. Αντέ- ταξε και πάλι τον ηθικό χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης και το αίτημα να καθοδηγείται η πολιτική από αυτήν, ενώ κατά τους νεοκλασικούς τα Οικο- νομικά όφειλαν να διαχωριστούν εντελώς από την πολιτική μετατρεπόμενα σε «σκληρή» επιστήμη. Παράλληλα με τη «διαφωνία περί την μεθόδο», η Ιστορική Σχολή δέχθηκε, αρχής γενομένης από το 1903, δεύτερο πλήγμα, από τον Max Weber αυτή τη φορά, που ισχυρίστηκε ότι οι αξιολογικές κρίσεις στα Οικονομικά στερούσαν την επιστήμη αυτή από την αναγκαία αντικειμενικότητα. Διακρίνοντας το «εί- ναι» και το «πρέπει», ο Weber συνέβαλε στην σταδιακή αποδοχή της άποψης ότι τα Οικονομικά ήταν μία ουδέτερη επιστήμη ανάλυσης των οικονομικών φαινομένων με «αμερόληπτο», αφηρημένο τρόπο. Οι Ιστορικοί οικονομολόγοι όμως αρνήθηκαν την επιλογή μεταξύ του «είναι» και του «πρέπει». Η Ηθική για τους ίδιους δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τα Οικονομικά. Συνέχισαν να επιμένουν στο ότι για να κατανοηθούν τα οικονομικά και κοινωνικά προ- βλήματα της εποχής ήταν αναγκαίο να μελετηθεί το ιστορικό τους υπόβαθρο. Σταδιακά όμως η Ιστορική Σχολή κατέληξε σε επιστημονική απομόνωση, η οποία επιτάθηκε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία Στο μεταξύ στη Βρετανία ο Marshall επιχείρησε μια σύνθεση νεοκλασικι- σμού και κλασικής πολιτικής οικονομίας. Ασχολήθηκε με τα Οικονομικά διότι πίστευε ότι διάνοιγαν μια οδό βελτίωσης της κοινωνίας, πρόθεση του όμως ήταν να τα κρατήσει μεταξύ των ειδικών, μακριά από αντιπαραθέσεις που μπορούσαν να βλάψουν ή να μειώσουν το κύρος τους ως επιστήμης. Ακο- λουθώντας ένα συνθετικό δρόμο ο Marshall καινοτόμησε σε πολλά πεδία χα- ράσσοντας μια νέα πορεία μεταξύ θεωρίας και μαθηματικής διατύπωσης ενώ πολέμησε συνειδητά την ιστορική μέθοδο ως εργαλείο ανάλυσης. Όλο τον Μεσοπόλεμο νεοκλασικοί και ιστοριστές αντιπαρατάσσονταν σε ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1870-1940 143 ζητήματα οικονομικής πολιτικής, με τους πρώτους να υποστηρίζουν το ελεύ- θερο εμπόριο και τους δεύτερους τον προστατευτισμό. Όλοι οι οικονομολόγοι είχαν πολιτική άποψη και υποστήριζαν ως πολίτες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Το «εργατικό ζήτημα» είχε μετατραπεί σε «κοινωνικό ζήτημα», η «άνοδος του κολλεκτιβισμού» και ο σοσιαλισμός, η ανεργία, οι δασμοί και άλλα ζητήματα απασχολούσαν έντονα την κοινή γνώμη, και οι οικονομολόγοι καλούνταν να πάρουν θέση περί του πρακτέου. Προς το τέλος του Μεσοπολέμου, ωστόσο, τα Οικονομικά ήταν ένας πανεπιστημιακός και επιστημονικός κλάδος ο οποίος ήταν περισσότερο διακριτός από πριν και η νεοκλασική σχολή κυριαρχούσε, ει- δικά στον πανεπιστημιακό χώρο. Τα Οικονομικά είχαν σαφώς διαχωριστεί από την πολιτική και τη φιλοσοφία και από την παράδοση της κλασικής πολιτικής οικονομίας που έβλεπε ως αλληλένδετη την πολιτική με την οικονομία.. Όταν ο Κέυνς ενέταξε και πάλι την πολιτική στα Οικονομικά βρισκόμασταν ήδη στο 1936 και οι όποιες συνέπειες της κεϋνσιανής ανάλυσης θα γίνονταν αισθητές μόνο μεταπολεμικά. Η περίπτωση της Ελλάδας Την περίοδο 1870-1940 η οικονομική σκέψη στην Ελλάδα ακολούθησε δια- φορετική πορεία, από αυτή που ακολουθήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πα- ραμένοντας προσκολλημένη στο πρότυπο της γερμανικής ιστορικής σχολής αρκετά στενά και σε υπέρμετρο βαθμό. Οι ολιστικές θεωρήσεις της κοινωνίας αποτελούσαν χαρακτηριστικό τρόπο του σκέπτεσθαι για την πλειοψηφία των Ελλήνων νομικών, οικονομολόγων και πολιτειολόγων της εποχής, γεγονός το οποίο δεν ήταν χωρίς συνέπειες για τη σχέση Πολιτικής και Οικονομίας στη χώρα. Κατά την υπό διερεύνηση περίοδο στην Ελλάδα υπήρχε, κατ’ αρχήν, έλ- λειψη βρετανικής παράδοσης στην οικονομική σκέψη. Ο Ιωάννης Σούτσος ο σπουδαιότερος Έλληνας φιλελεύθερος του 19ου αιώνα ήταν επηρεασμένος από τον γαλλικό φιλελευθερισμό του Say και του Rossi. Ασκούσε κριτική στην οικονομική πολιτική των Τρικούπη και Δηλιγιάννη ζητώντας μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς οι οποίες θα επέτρεπαν στην οικονομία να αναπτυχθεί χωρίς ασφυκτικό κρατικό εναγκαλισμό. Ο άλλος μεγάλος υποστηρικτής των φιλελεύ- θερων ιδεών, ο Αριστείδης Οικονόμος, εκδότης του επιστημονικού περιοδικού «Οικονομική Επιθεώρηση» και βουλευτής, δεν είχε εμπειρία σπουδών στο εξω- τερικό. Ο φιλελευθερισμός του ήταν «πρακτικός» και είχε έντονο το στοιχείο της πολιτικής κριτικής στον αντιδημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Όμως για τον Οικονόμο, τον Σούτσο, και τους άλλους φιλελεύθερους της εποχής ήταν τουλάχιστον ατυχές το γεγονός ότι το Ανατολικό Ζήτημα μπήκε 144 ΜΙΧΑΛΗΣ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΣ σε καινούργια τροχιά στα μέσα της δεκαετίας του 1870. Η Μεγάλη Ιδέα, της οποίας όλοι οι φιλελεύθεροι ήταν πιστοί θιασώτες, απαιτούσε μια ισχυρή σε προσόδους κυβέρνηση. Το πλέγμα εξουσίας που σχημάτιζαν ο Θρόνος, η τάξη των πολιτικών καθώς και μεγάλα ή μικρότερα οικονομικά συμφέροντα εξυπη- ρετούνταν καλύτερα από μια διαχειριστική αντίληψη, παρά από τις φιλελεύ- θερες αρχές της οικονομικής διοίκησης. Η επανέναρξη του δημοσίου δανεισμού το 1879 και η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1882 έδωσαν νέες δυνατότητες στην κρατική πρωτοβουλία να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μέσω ποικίλων παρεμβάσεων, που όμως οδήγησαν σε πτώχευση το 1893, όπως είχαν προβλέψει οι Σούτσος και Οικονόμος. Μετά τον θάνατο των δύο αυτών ανδρών το 1890 την σκυτάλη της φιλε- λεύθερης κριτικής στην οικονομική πολιτική πήρε ο Ανδρέας Ανδρεάδης. Ενώ από τη μία εξακολουθούσε να υπάρχει μια κριτική προς τις επιλογές της οι- κονομικής πολιτικής από πλευράς διανοούμενων, όπως οι Νεοκλής Καζάζης και Νικόλαος Γουναράκης, η οικονομική πολιτική που ασκούνταν υπό την αιγί- δα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου ήταν υπέρμετρα ρυθμιστική, εθίζοντας τους πολίτες στην αντίληψη ότι το κράτος είχε, ή θα έπρεπε να έχει, υπό το καθεστώς των αναδυόμενων εθνικισμών στα Βαλκάνια, τον πρώτο ρόλο στην οικονομία. Ο Ανδρεάδης άλλωστε είχε ιδιόμορφες απόψεις περί μεθοδολογίας και απο- στολής της οικονομικής επιστήμης. Όντας φιλελεύθερος και οπαδός του ελάχιστου κράτους στην οικονομία από την μία πλευρά, υποστήριζε, από την άλλη, την ιστο- ρική μέθοδο και στην ουσία συνηγορούσε υπέρ της γερμανικής ιστορικής σχολής εν- θαρρύνοντας οικονομικές έρευνες στα βή- ματά της. Και ο Γουναράκης έκλεινε προς ένα «πρακτικό» φιλελεύθερο πρόγραμμα. Δεχόταν το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους, την χρήση δασμών για την προστασία της εγχώριας παραγωγής και γενικά ανέμενε τη προσαρμογή της οικονομικής πολιτικής σε πιο φιλελεύθερα πλαίσια όταν θα πραγ- ματοποιούνταν η Μεγάλη Ιδέα και η ελλη- νική οικονομία θα έπαιρνε δυτικοευρωπα- ϊκά χαρακτηριστικά. Τέλος, ο Καζάζης στο βασικό του σύγγραμμα, Αρχές Πολιτικής Οικονομίας συναιρούσε με αντιφατικό τρό- πο εγκώμια προς τον Adam Smith με ορ- Ανδρέας Ανδρεάδης (1876-1935) γανικές θεωρήσεις του κράτους. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1870-1940 145 Σε παράλληλες πορείες κινούνταν και άλλοι διανοούμενοι. Ο Αλέξαν- δρος Παπαναστασίου, για παράδειγ- μα, σπούδασε με τον Schmoller και τον Wagner στο Βερολίνο και έγινε οπαδός του Κρατικού Σοσιαλισμού, του δόγματος που μεταλαμπάδευσε στην Ελλάδα μέσω της Κοινωνιολο- γικής Εταιρείας την οποία ίδρυσε το 1908, πριν τον κερδίσει η μάχιμη πο- Αλέξανδρος Παπαναστασίου (1876-1936) λιτική. Ο Δημήτριος Καλιτσουνάκης παρέμεινε κι αυτός σπουδάζοντας στο Βερολίνο έξι χρόνια πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, αρχίζοντας μία λαμπρή σταδιοδρομία ως καθηγητής στην ΑΣΟΕΕ και ως οργανικός διανοούμενος του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Παράλληλα η οικονομική ζωή εξακολουθούσε να καθοδηγείται από το κρά- τος. Μετά το 1909, ήρθε η περίοδος του Βενιζελικού εκσυγχρονισμού της δεκα- ετίας του 1910, ενώ η χώρα πέρασε σε φάση παρατεταμένης πολεμικής οικο- νομίας, από την οποία βγήκε βαθιά λαβωμένη το 1922. Αλλά και στο νέο οικο- νομικό-πολιτικό σκηνικό η αποκατάσταση των προσφύγων απαιτούσε άσκηση κοινωνικής πολιτικής και την ανάληψη και άλλων κρατικών πρωτοβουλιών δια- τηρώντας αμείωτη την απαίτηση περί πρωτοκαθεδρίας του ρόλου του Κράτους στην οικονομική ζωή. Έτσι το 1928 ξεκίνησαν τα «παραγωγικά έργα» που βρή- καν στο πρόσωπο του Ανδρεάδη έναν αδύναμο αντίπαλο καθώς, εκτός από το Κόμμα των Φιλελευθέρων», και το «Λαϊκό Κόμμα» πολιτευόταν παρεμβατικά. Στη δεκαετία του 1920 δύο οικονομολόγοι αρχί- ζουν να κυριαρχούν, ο Κυριάκος Βαρβαρέσος και ο Ξενοφών Ζολώτας. Ο Βαρβαρέσος, με σπουδές σε Μόναχο και Βερολίνο, ξεκινά από τη δεκαετία του 1910 μία σταδιοδρομία δημόσιου λειτουργού με κύρια απασχόληση την διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο. Παρά τις θεωρητικές γνώσεις που επέδειξε στη Θεωρία του Πληθυσμού απορροφήθηκε από την ενασχόληση του με πρακτικά ζητήματα νομισματικής διαχείρισης και πολύ σπάνια συνέβαλε στην καθαρή θεωρία. Ο Ζολώ- τας, παρά τη φήμη του θεωρητικού που τον περιέβα- λε, ήταν, λόγω διαβασμάτων και ηλικίας, ανήμπορος να αντισταθεί στο ρεύμα του παρεμβατισμού που Κυριάκος Βαρβαρέσος κυριαρχούσε και αρκέστηκε σε συστηματική κριτική (1884-1957) προς αυτό μέσα από πολυάριθμες δημοσιεύσεις. 146 ΜΙΧΑΛΗΣ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΣ Τα δύο μεγάλα κόμματα, το Βενιζελικό και το Λαϊκό, έριζαν περί το ορθό μείγμα παρεμβατισμού που είχε ανάγκη η ιδιωτική πρωτοβουλία ώστε να ορ- θοποδήσει οικονομικά. Κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν η άποψη ότι η Ελλά- δα έπρεπε να ακολουθεί πολιτική ανοικτών θυρών στο ξένο δανειακό κεφάλαιο που θα της επέτρεπε να χρηματοδοτεί ποικίλες δραστηριότητες, ενώ οι λοιπές πολιτικές χαράσσονταν με γνώμονα αιτήματα και προβλήματα που επιβαλλό- ταν να αντιμετωπιστούν. Παρά τις διαφορές τους σε ζητήματα όπως η ίδρυση της Τράπεζας Ελλάδος και τα παραγωγικά έργα, τα κόμματα αυτά ήθελαν να αποτελέσει το κράτος είτε όχημα εκσυγχρονισμού της οικονομίας, είτε όργανο χρηστής διαχείρισης του status quo. Ένα επιπρόσθετο γεγονός, τέλος, που οδή- γησε το Βενιζελικό και το Λαϊκό κόμμα σε αναγκαστική σύγκλιση απόψεων στην οικονομία ήταν το ξέσπασμα της κρίσης του 1929 και οι επιπτώσεις της στην οικονομία της χώρας. Η πτώχευση του 1932 απαίτησε ξανά από το κράτος να λάβει ευρύτερες ρυθμιστικές αρμοδιότητες καθοδηγώντας την οικονομία σε νέο σύστημα διακανονισμού του εξωτερικού εμπορίου και των διεθνών πληρωμών. Και πάλι οι όποιες φιλελεύθερες αντιρρήσεις σ’ αυτή την κατάσταση ήταν επου- σιώδεις και παράπλευρες. Μια νέα γενιά ειδικών στα δημόσια οικονομικά (για παράδειγμα, οι Παναγιώτης Δερτιλής και Άγγελος Αγγελόπουλος) ήρθε να δώσει με τις αναλύσεις και τα συγγράμματα της περαιτέρω έμφαση και θεωρητική τεκ- μηρίωση για τον κρατικό παρεμβατισμό σε οικονομίες όπως η ελληνική. Άλλωστε, όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες ακολουθούσαν παρόμοιους δρόμους πολιτικής εφόσον η παγκόσμια οικονομική αλληλεγγύη είχε εκλείψει μετά την συνδιάσκεψη του Λονδίνου το 1933 και οι πειραματισμοί στην οικονομική πολιτική έδιναν και έπαιρναν διεθνώς. Συμπερασματικά, και σε αντίθεση με εξελίξεις στον αγγλοσαξονικό χώρο, η οικονομική επιστήμη στην Ελλάδα παρέμεινε ως τις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου στενά δεμένη στο άρμα του γερμανικής καταγωγής οικονομικο- πολιτικού παρεμβατισμού. Η θεώρηση του κράτους ως οχήματος διαμόρφωσης οικονομίας και κοινωνίας ήταν ισχυρά εμπεδωμένη στη συνείδηση την Ελλήνων οικονομολόγων δίνοντας τροφή για θεωρίες περί Πολιτικής και Οικονομίας στις οποίες η ιδιωτική σφαίρα είχε ένα δευτερεύοντα, συμπληρωματικό ρόλο. Βιβλιογραφία Roger Backhouse, The Penguin History of Economics, Λονδίνο 2003. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Πολιτική οικονομία και Έλληνες διανοούμενοι, Αθήνα 1999. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Οικονομολόγοι και οικονομική πολιτική στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 2010. ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ Σελ. 68, Νεοκλής Καζάζης (1849-1936), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Εικονι- στική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ, pandektis.ekt.gr/pandektis) Σελ. 80, Maurice Barrès (1862-1923)· φωτογράφος Paul Nadar (1916), (Wiki- pedia commons) Σελ. 81, Charles Maurras (1868-1952)· φωτογραφία του 1936, (Maurras. net) Σελ. 82, Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Ει- κονιστική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 84, Ίων ή Ιωάννης Δραγούμης (1878-1920), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 89, Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)· φωτογραφία του 1938, (ΠΑΝΔΕ- ΚΤΗΣ, Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 91, Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986)· καλοκαίρι του 1925 στη Φτέρη Αιγίου, (Π. Κανελλόπουλος, Η ζωή μου, Αθήνα 1985, σ. 32) Σελ. 93, Γιώργος Θεοτοκάς (1905-1966), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Εικονι- στική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 100, Εξώφυλλο του περιοδικού Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών Σελ. 129, Νικόλαος Βλάχος (1893-1956), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Εικονι- στική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 144, Ανδρέας Ανδρεάδης (1876-1935)· ελαιογραφία Σπύρου Βικάτου, (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 145, Αλέξανδρος Παπαναστασίου (1876-1936), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελλη- νική Εικονιστική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) Σελ. 145, Κυριάκος Βαρβαρέσος (1884-1957), (ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ, Νεοελληνική Ει- κονιστική Προσωπογραφία, ΙΙΕ/ΕΙΕ) ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ Αγαγιώτης βλ. Θεόφιλος Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) Αγαθάγγελος Α΄ (Οικουμ. Πατρ.) 20 145 Αγαθάγγελος (προφητεία) 22, 31 Άξονας 58 Αγγελόπουλος Άγγελος 146 Αποστολάκης Γιάννης 120 Αγγλία (βλ. και Βρετανία) 20, 77-78 Αργυρίου Αστέριος 27, 33 Αγία Σοφία (Κωνσταντινούπολης) 23, Άρειοι 76 33, 35, 37 Αριστοτέλης 90-91 Άγιον Όρος 22, 30 Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής 22-23 των Επιστημών (περιοδ.) 92, 97, — Αποκάλυψη 22-23 99, 111, 114, 122, 125 Άγιος Κωνσταντίνος (Αθήνα) 19 Ασδραχάς Σπύρος 25 Αθήνα 18-19, 32, 78-80, 83 Ασσύριοι 79 Άθως βλ. Άγιον Όρος Αττικοβοιωτία 67 Αιγύπτιοι (αρχ.) 79 Αυστροουγγαρία 53 Αίγυπτος 24 Αικατερίνη Β΄ Μεγάλη (τσαρ. Ρωσ.) Βαβυλώνιοι 79 22-23 Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος 130 Αίμος (Χερσόνησος του) 135 Βαλαωρίτης Αριστοτέλης 33 Αλβανία 129 Βαλαωρίτης Σπ. 66 Αλεξάνδρεια (Αιγύπτου) 71 Βαλκάνια 87, 138-139, 144 Αλέξανδρος Α΄ (τσάρος Ρωσ.) 23 Βαρβαρέσος Κυριάκος 145 Αλμιράντε Τζ. 60 — Η Θεωρία του Πληθυσμού 145 Αλσατία-Λωρραίνη 83 Βέλγιο 60 Αμαλία (βασίλ. Ελλ.) 19, 37 Βενιζέλος Ελευθέριος 63, 65 Άμαντος Κωνσταντίνος 122, 131 Βερναρδάκης Δ. 66 Αμερική βλ. Η.Π.Α. Βερολίνο 145 Αναστασιάδης Β. Ι. 71 Βερολίνο (Συνέδριο στο, 1879) 16, 32 — Κλεονίκη 71 Βερσαλλίες 53 Ανατολή 16, 18, 32, 66, 72 Βησσαρίων (καρδινάλιος) 89 Ανατολικό Ζήτημα 16, 37, 64, 143 Βιζυηνός Γεώργιος 34 Ανδρεάδης Ανδρέας 144-145 Βλαστός Π. 66 Άνθιμος (επίσκοπος Έλους) 28 Βλαχερνών μονή (Κωνσταντινούπο- Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και λης) 30 150 ΔΙΑΚΥΜΆΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΣΤΟΧΑΣΜΟΎ Βλαχία 21 Δηλιγιάννης Θ. 15, 143 Βλάχος Νικόλαος 127-139 Δημαράς Κ. Θ. 90, 95 — Το Μακεδονικόν ως φάσις του Διαφωτισμός 52, 87, 89, 120 Ανατολικού Ζητήματος (1878- Διαφωτισμός Νεοελληνικός 34 1908) 129, 133, 138 Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος 62, 144 Βορέας Θεόφιλος 122 Δόσιος Λέανδρος 79 Βοστίτσα 30 Δούναβης 21 Βουλγαρία 129 Δραγούμης Ίων 66, 69, 75, 77, 80, 82- Βρετανία (βλ. και Αγγλία) 142 85, 132 Βυζαντινή Αυτοκρατορία (βλ. και Greek Δρόσσος Δημήτριος 131 Empire) 23, 26, 36 Δύση (βλ. και Εσπερία) 31, 66, 72 Βυζαντινοί 84 Βυζάντιο βλ. Βυζαντινή Αυτοκρατορία Εβραίοι 81-82 Βυζάντιος Αλέξανδρος 85 Εθνική Εταιρεία 67 Βυζάντιος Αναστάσιος 66, 85 Ελένη (αγία) 30 Ελληνισμός (περιοδ.) 131 Γαλλία 32, 53, 59-60, 66, 76, 81, 83, Ελληνισμός (ο, Εταιρεία) 67, 69, 79-80 121-122 Έλους (επισκοπή) 28 Γαμβέττας Λέων 32 Επανάσταση Γαλλική 52, 67 Γερμανία 50, 53-54, 59-60, 76, 78, 91, Επανάσταση Οκτωβριανή 53 114, 121, 141 Επιστημολόγος (περιοδ.) 122 Γερμανός (επίσκ. Παλαιών Πατρών) 29 Εσπερία (βλ. και Δύση) 91 Γεώργιος Α΄ (βασιλ. Ελλ.) 16-18, 30- Ευρώπη 24-25, 50, 58-59, 71, 75, 88- 34, 37, 63, 65 89, 95, 114 Γιαννόπουλος Περικλής 66, 80, 82-83 Εφημερίς (εφημ.) 65, 85 — Νέον Πνεύμα 83 Γληνός Δημήτριος 97, 121 Ζαγοριτσάνη 137 Γλύξμπουργκ (βασιλ. οικογ.) 37 Ζαμπέλιος Ιωάννης 34 Γουδί (κίνημα στο, 1909) 15, 47, 62, Ζαμπέλιος Σπυρίδων 88 64, 68 Ζέλενιτς 137 Γουναράκης Νικόλαος 144 Ζολώτας Ξενοφών 145 Γρηγόριος Ε΄ (Οικουμ. Πατρ.) 24 Ημέρα (εφημ.) βλ. Νέα Ημέρα Δαρβίνος Κάρολος βλ. Darwin Charles Η.Π.Α. 59-60, 75, 94-95 Δεκεμβριστές 23 Ήπειρος 68 Δελμούζος Αλέξανδρος 120 Ησαΐας 22 Δέλτα Πηνελόπη 132 Δερτιλής Γιώργος 14, 72 Θεοδωρακόπουλος Ιωάννης 97 Δερτιλής Παναγιώτης 146 Θεοδωρίδης Αρ. 66 Δεσποτόπουλος Κωνσταντίνος 109 Θεοτοκάς Γιώργος 93-95, 99, 111 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 151 — Αργώ 94 Καυταντζόγλου Λύσανδρος 19 — Ελεύθερο Πνεύμα 93 Κέυνς βλ. Keynes John Maynard — Ιδέα (περιοδ., βλ. Μελάς Σπ., Οι- Κίελο (Σχολή του) 104 κονομίδης Γ., Τσάτσος Κ.) 99 Κιτρομηλίδης Πασχάλης 14-15, 73, 139 — Τρίτη Κριτική 94 Κοδρικάς Παναγιώτης 34 Θεόφιλος (Αγαγιώτης) Γεώργιος 32-33 Κοινωνιολογική Εταιρεία 145 Θεσσαλία 65, 144 Κόκκινος Γιώργος 70 Θράκη 137 — Ο πολιτικός ανορθολογισμός στην Θράκη (Δυτική) 69 Ελλάδα. Το έργο και η σκέψη του Νεοκλή Καζάζη (1849-1936) 70 Ιάλεμος Οδυσσέας 71 Κοκκώνης Ν. Ι. 131 — Η μητρική στοργή 71 Κόμμα Βενιζελικό 146 Ιαπωνία 60 Κόμμα Ενωτικών 92 Ιδέα (περιοδ., βλ. Θεοτοκάς Γ., Μελάς Κόμμα Λαϊκό 145-146 Σπ., Οικονομίδης Γ., Τσάτσος Κ.) 99 Κόμμα Φιλελευθέρων 145 Ισλάμ 25 Κονδύλης Γεώργιος 98 Ιταλία 50, 53, 60, 122 Κόπτες 24 Ιωάννου Φίλιππος 18-19 Κουμανούδης Στέφανος 30-31 — Ωδή γενέθλιος εις την αισίαν γέν- Κουμουνδούρος Αλέξανδρος 15 νησιν του άνακτος Κωνσταντίνου Κουτσόβλαχοι 137 18-19 Κρεμμυδάς Βασίλης 16 Κρητικά βλ. Κρητικό Ζήτημα Καζάζης Νεοκλής 66-74, 80, 85, 131- Κρητικό Ζήτημα 16, 65, 69 132, 144 Κύμη 32 — Αρχές Πολιτικής Οικονομίας 144 Κύρτσης Αλέξανδρος 106-107, 118 — Το Μακεδονικόν Πρόβλημα 131 Κωνσταντίνος Α΄ Μέγας (άγιος, αυ- — Φιλοσοφία του Δικαίου και της τοκρ. Βυζ.) 29-30 Πολιτείας 74 Κωνσταντίνος Α΄ (βασιλ. Ελλ.) 17-18, Καζαντζάκης Νίκος 92 30-31, 33, 35, 37-44, 85 Καΐρης Μιχάλης Ν. 79 Κωνσταντινούπολη (Πόλη· βλ. και Καλιτσουνάκης Δημήτριος 145 Νέα Ιερουσαλήμ) 14, 20-24, 26, Καλλιγάς Παύλος 66 29, 31, 33-34, 37, 71, 137 Κανάρης Κωνσταντίνος 32 Κανελλόπουλος Παναγιώτης 89, 91- Λάμπρος Σπυρίδων 34 92, 97, 107, 114-126 Λεπέν Ζαν Μαρί 60 — Das Individuum als Grenze des So- Λιάκος Αντώνης 26 zialen und der Erkenntis. Soziologie Λογοθέτης Κ. 122 contra Soziologismus 92 Λονδίνο (Συνδιάσκεψη του, 1933) 146 Καντ βλ. Kant Immanuel Λόντος Ανδρέας 30 Καρολίδης Παύλος 131 Λουδοβίκος ΙΑ΄ (βασ. Γαλλ.) 117 152 ΔΙΑΚΥΜΆΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΣΤΟΧΑΣΜΟΎ Λωζάννη (Συνθήκη της, 1923) 127 Νέα Ιερουσαλήμ (βλ. και Κωνσταντι- νούπολη) 29 Μακεδονία 68, 80, 84-85, 129, 133, Νεζερά 29 135-137 Νεζεροχώρια βλ. Νεζερά Μακεδονικό Ζήτημα 16, 69, 85, 130, Νείλος 24 132 Νικόλαος Α΄ (τσάρος Ρωσ.) 21, 23 Μακεδονικός Αγώνας 83, 130-131, Νόβικωφ Ιάκωβος 83 133, 137 Νουμάς (περιοδ.) 78 Μακρής Σπύρος 54 Ντριώ Εδουάρδος 18, 30 Μαρβούργο 106 Μαρωνίτη Νίκη 63, 70 Ξάνθος Εμμανουήλ 22 Ματθαίου Σοφία 31 Ξενόπουλος Γρηγόριος 77, 80 Μαυρομιχάλης Κ. 66 Μαχμούτ Β΄ (σουλτ. οθωμ.) 20 Οθωμανική Αυτοκρατορία 14, 17, 20- Μεγάλες Δυνάμεις 63, 129, 132, 138 24 Μεγάλη Ιδέα 16, 31, 98, 119, 127, 134, Οθωμανοί 21-22, 24, 27, 29, 34 144 Όθων (βασιλ. Ελλ.) 16, 19, 31, 34, 37 Μελάς Σπύρος 99 Οικονομίδης Γιάννης 99 — Ιδέα (περιοδ., βλ. Θεοτοκάς Γ., Οι- — Ιδέα (περιοδ., βλ. Θεοτοκάς Γ., κονομίδης Γ., Τσάτσος Κ.) 99 Μελάς Σπ., Τσάτσος Κ.) 99 Μέση Ανατολή 25 Οικονομική Επιθεώρηση (περιοδ. βλ. Μεταξάς Ιωάννης 112-113 και Οικονόμος Αρ.) 143 Μηλιαράκης Σπυρίδων 78 Οικονόμος Αριστείδης 143-144 — Περί των ημετέρων προγόνων 78 — Οικονομική Επιθεώρηση (περιοδ.) Μητσόπουλος Κωνσταντίνος 79 143 Μητσού Μαριλίζα 19 Οικονόμος ο εξ Οικονόμων Κωνστα- Μιαούλης Ανδρέας 30 ντίνος 29, 34 Μικρασιατική Καταστροφή 98 — Προτρεπτικός λόγος προς τους Μιλάνο 59 Έλληνας 29 Μόδης Γεώργιος 132 Όλγα (βασίλ. Ελλ.) 18, 32 Μολδαβία 21 Ολοκαύτωμα, 51, 58 Μόναχο 145 Μπερλουσκόνι Σ. 60 Παλαιολόγος Κωνσταντίνος ΙΑ΄ (αυ- Μπολόνια 59 τοκρ. Βυζ.) 33-34 Μποχώτης Θανάσης 68 Παλαμάς Κωστής 75 Μωάμεθ (όνομα οθωμ. σουλτάνων, Παλιγγενεσία (εφημ.) 65 βλ. και Μαχμούτ) 24 Πανελλήνια Ένωσιςς Κοινωνικής Αμύ- νης 68 Ναπολέων Βοναπάρτης 67 Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος 85 Νέα Ημέρα (εφημ.) 65, 85 Πανεπιστήμιο Αθηνών 18-19, 67, 128 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 153 Πανεπιστήμιο Πάντειο 98 Ρωσία 22-24, 60 Παπαδάκη Ρένη 22 Ρωσική Αυτοκρατορία 27 Παπαναστασίου Αλέξανδρος 145 Σαγγάριος 88 Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος 15- Σακελλαρίου Μιχαήλ 130 16, 134 Σαμοθράκη 30 Παράσχος Αχιλλέας 35-36 Σαρίπολος Νικόλαος Ι. 19 Παρίσι 21 Σερβία 129 Παρνασσός Φιλολογικός Σύλλογος 79 Σεφέρης Γ. 90 Παστουρώ Μισέλ 59 Σκοπετέα Έλλη 14, 16, 34, 85 Πάτρα 29 Σκούφος Νικόλαος 34 Πατριαρχείο Οικουμενικό 137 Σλάβοι 16, 76 Πατριάρχης Οικουμενικός 20 Σλήμαν Ερρίκος 32 Παύλοβιτς Κωνσταντίνος (μέγας δού- Σμύρνη 29 κας Ρωσ.) 22-24, 28 Σούγκρας Σπυρίδων 78 Παύλος Α΄ (τσάρος Ρωσ.) 23 — Η νεωτάτη του υλισμού φάσις Πελασγοί 84 ήτοι ο δαρβινισμός και το ανυπό- Πελοπόννησος 27, 65 στατον αυτού 78 Περιστέρης Κ. 131 Σούτσος Αλέξανδρος 21-23, 27 Πέτρος Α΄ Μέγας (τσάρος Ρωσ.) 27 — Histoire de la rėvolution grecque 21 Πλαστήρας Νικόλαος 98 Σούτσος Ιωάννης 143-144 Πλάτων 90-91 Σοφία της Πρωσίας (βασίλ. Ελλ.) 35 Πόλεμος Α΄ Παγκόσμιος 53 Σπέτσες 28 Πόλεμος Β΄ Παγκόσμιος 58, 111, 141, Σπηλιωτάκης Ιωάννης 66 146 Σταμάτης Κώστας 101, 109, 111-112 Πόλεμος Ρωσοτουρκικός 24 Σταυρίδη-Πατρικίου Ρένα 66 Πόλεμος του 1897 62, 64, 75, 83 Συγγρός Ανδρέας 19-20, 31 Πόλη βλ. Κωνσταντινούπολη Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνι- Πολίτης Αλέξης 33 κών Γραμμάτων 134 Πολίτης Νικόλαος 34, 120 Σφραντζής Γεώργιος 32 — Μελέται περί του βίου και της Σωκράτης 94 γλώσσης του ελληνικού λαού 34 Πολίτης Φώτος 120 Τεργέστη 85 Πρωσία 35, 76 Τζιόβας Δημήτρης 111 Πύλη Υψηλή 20 Τουρκία 31 Πυρλή Ματθίλδη 38 Τουρκία (Ευρωπαϊκή) 135 Τράπεζα της Ελλάδος 146 Ρήγας Φεραίος 28, 31-32 Τριανταφύλλου Κλέων 19 Ρουμανία 129 Τρικούπης Χαρίλαος 15, 68, 143 Ρωμιοί 21, 24 Τσακάλωφ Αθανάσιος 21-22 Ρωμυλία (Ανατολική) 16 Τσαμαδός Μιχαήλ 97 154 ΔΙΑΚΥΜΆΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΣΤΟΧΑΣΜΟΎ Τσάτσος Κωνσταντίνος 87, 89-92, 94- Action Française 54, 81 95,97, 99, 101-105, 107-114, 125- Alleanza Nazionale 60 126 Avanguardia Nazionale 60 — Η αποστολή της φιλοσοφίας του δικαίου εν τω συγχρόνω πολιτι- Bagehot Walter 77 σμώ 111 — English Constitution 77 — Η θέση της ιδεοκρατίας στον κοι- Bakhtin Mikhail 48 νωνικό αγώνα 111 Barrès Maurice 61, 66, 75, 80-85 — Η κοινωνική φιλοσοφία των αρ- — L’appel au soldat 83 χαίων Ελλήνων 90 — Les Déracines 82 — Η πρωταρχική πηγή του δικαίου — Leurs figures 81 111 — Scènes et doctrines de nationalisme — Ιδέα (περιοδ., βλ. Θεοτοκάς Γ., 83 Μελάς Σπ., Οικονομίδης Γ.) 99 — Sous l’œil des barbares 81 — Κοινωνία και Δίκαιον 111 Baumann Zygmunt 126 Τσεχία 53 Bebel August 77 Τσιριμώκος Μάρκος 66, 78 — Die Frau und der Sozialismus 78 Benoist Alain de 59 Ύδρα 28, 30 Bentham Jeremy 72-73 Bevir Mark 49 Φαναριώτες 24 Bickford –Smith R. A. H. 36 Φιλική Εταιρεία 21-22, 28 Bierling Ernst Rudolf 112 Φίνι Τζ. 60 Binder Julius 104, 114 Φοίνικες 79 Blinkhorn Martin 54 Φραντζής βλ. Σφραντζής Boehringer Carl 44 Φωτεινός Διονύσιος 34 Boulanger G. E. (Général Revanche) 80 Brett Annabel 49 Χαϊδελβέργη 91-92, 106, 122 Buchner Ludwig 80 Χατζόπουλος Κωνσταντίνος 78 Burke Edmund 54-55, 70 Χέγκελ βλ. Hegel G. W. F. Χέλδραϊχ Θεόδωρος 78 Candolle Alphonse P. de 78 Χίος 30 — Σκέψεις περί Δαρβίνου 78 Χίτλερ βλ. Hitler Ad. Certeau Michel de 48 Χρησμός του τάφου του Μεγάλου Chartier Roger 48 Κωνσταντίνου 24 Christmas Walter 36 Clogg Richard 29 Ψαρά 28 Colocotronis V. 131 Commons John Rogers 141 Ώρα (εφημ.) 65 Constant Benjamin 73 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 155 Dakin Douglas 130 Kelsen Hans 114 Darwin Charles 76-78, 80, 86 Keynes John Maynard 143 Disraeli Benjamin 55 Kiepert Heinrich 134 Duguit Léon 112 Durkheim Emile 76 Lamber Juliette 83 Larenz Karl 104-105 Eliot T. S. 90 Levant Company 29 Ely Richard T. 141 Lieder J. R. T. 24 Evola Julius 60 Locke John 72 Loh Werner 55 Fascism Studies 55 Lombroso Cesare 77 Forza Italia 60 Freeden Michael 57 Macaulay Thomas Babington 72-73 Freiburg 76 Maistre Joseph Marie de 54-55, 70 Freud Sigmund 76 Malthus Thomas R. 72, 86 Front National 60 Mannheim Karl 92, 98, 125 — Ideology and Utopia (Ιδεολογία και Gentile Emilio 56 ουτοπία) 92 Gentile Giovanni 110 Marchand Suzanne L. 89-90 George Stefan 91-92, 106, 122 Marshall Alfred 142 Gervinus Georg Gottfried 72 Marx Karl 141 Göttingen 104 Maurras Charles M. P. 61, 81-82, 84 Graham Summer William 80 — Mes idées politiques 81 Greek Empire (βλ. και Βυζαντινή Αυ- McFarlane Charles 20-21 τοκρατορία) 32 — Constantinople in 1828 20 Gregor James 61 — Constantinople in 1828. A Residence… Griffin Roger 55-61, 119 20 McVeigh Timothy 60 Haeckel Ernst 77, 85 Menger Carl 141-142 Hegel G. W. F. 89-90, 104, 113 Merlin Karl 43 Herder J. G. von 120 Michelet Jules 132 Heywood Andrew 55 Mill John Stuart 72-73, 94 Hitler Adolph 92, 114, 142 Molinari Gustave de 77 Hoffert W. 42 Montesquieu Charles-Louis de Secon- Hohenzollern (βασιλ. οικογ.) 36 dat 72-73 Mosse George 56 Jevons W. S. 141 Movimento Soziale Italiano 60 Kant Immanuel 72, 90, 107, 113, 120 Necker Jacques 117 156 ΔΙΑΚΥΜΆΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΣΤΟΧΑΣΜΟΎ Nolte Ernst 56 Stanford Edward 134 Nordau Max 80 Stauffenberg Alexander 92 Stauffenberg Berthold 92 Ordine Nuovo 60 Stauffenberg Claus Ph. M. von 92 Ortegay Gasset Jose 110 Stedman Jones Gareth 47 — Rethinking Chartism 47 Panuccio Sergio 110 Sternhell Zeev 56 Payne Stanley 49-53, 56, 58 Stoianovich Traian 139 Petropulos John 17 — Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκά- Pichot André 86 νιος έμπορος 139 Pocock J. G. A. 49 Stratford Canning de Redcliffe 23 Pouqueville F. C. H. L. 29-30 Puchta J. F. 120 Thiers M. J. L. Adolphe 67 Tocqueville Alexis de 69, 72-73, 94 Raffenel Claude Denis 30 Todorova Maria 139 Rickert Heinrich 106, 108 — Βαλκάνια. Η Δυτική Φαντασίωση Rilke Rainer Maria 117 139 — Das Stundenbuch 117 Treitschke H. G. von 61 Rocco Alfredo 110 Turgot Anne-Robert Jacques 117 Rousseau Jean-Jacques 72 Rousso Henry 56 Umland Andreas 55Veblen Thorstein 141 Saint-Simon Henri de 72 Savigny F. C. von 120 Wagner Adolph 145 Say Jean-Baptiste 143 Wagner Peter 98 Schelling Thomas & Friedrich 120 Walras M. E. Léon 141 Schiller Friedrich 120 Walsh Robert 22-24 Schleiermacher Friedrich 120 — Narrative of a Journey from Constan- Schmoller Gustav 141-142, 145 tinople to England 23 Sedan 80 Webb Sidney 78 Skinner Quentin 49 Weber Alfred 115 Smith Adam 144 Weber Max 57, 76, 142 Smith Anthony 14, 133 Werry Francis 29 Sorel Georges 53 Wittgenstein Peter 21 Spencer Herbert 72, 76-77, 80, 85 Wolin Richard 59 Spengler Oswald 69 Wundt Wilhelm 88 Spiegel Gabrielle 48 Spirito Ugo 110 Zohrab Constantine 20 Stahl Friedrich Julius 112 Το τετράδιο ἐργασίας 35 ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ, ΑΠΟ ΤΟΝ 19ο ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ, ΜΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΙΜΩΝΕΤΑΤΟΥ ΣΤΗ ΜΟΝΑΔΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ Κ. ΠΛΕΤΣΑΣ - Ζ. ΚΑΡΔΑΡΗ Ο.Ε., ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2014, ΣΕ 350 ΑΝΤΙΤΥΠΑ