ΑΝΝΑ ΠΑΝΤΗ ΤΟΠΙΚΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΌ ΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΧΟ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΪΚΟΥ ΚΟΛΠΟΥ (ΑΚΑΝΘΟΣ, ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΑΚΙ, ΣΙΝΔΟΣ) ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2008 1 ANNA ΠΑΝΤΗ ΤΟΠΙΚΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΧΟ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΪΚΟΥ (ΑΚΑΝΘΟΣ, ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΑΚΙ, ΣΙΝΔΟΣ) ISBN: 978-960-89158-4-8 © COPYRIGHT 2008: ΕΚΤΥΠΩΣΗ-ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Ê. Í. ÅÐÉÓÊÏÐÏÕ 7 ÈÅÓÓÁ ËÏÍÉÊ Ç 2310 203566 Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο και η μετάφρασή του ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το Ν.100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές, ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν. 2121/1993 Στις κόρες μου 1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ 3 ΜΕΡΟΣ Α ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΆΚΑΝΘΟΣ 15 Α. Γραπτή Κεραμική με επιδράσεις από την Ιωνία και γενικότερα την Ανατολική Ελλάδα 21 Α1.Αμφορίσκοι 21 Α2. Υδρίες 24 Α2.Ι. Υδρίες 25 Α2.II. Μικκύλες υδρίες 25 Ι. Με γραπτή διακόσμηση 25 ΙΙ. Με ημικυκλική κηλίδα μελανού χρώματος 26 ΙΙΙ. Ερυθροβαφείς 27 IV. Αβαφείς 27 Α3. Οινοχόες-Τριφυλλόστομες οινοχόες-Όλπες 27 Α3.Ι.Οινοχόες 27 Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση 28 ΙΙ. Με «γάνωμα» 29 Α3.ΙΙ. Τριφυλλόστομες οινοχόες 29 Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση 29 ΙΙ. Με ταινιωτή διακόσμηση και πεταλόσχημα μοτίβα 30 ΙΙΙ. Με κηλίδα στην πρόσθια όψη 31 IV. Με «γάνωμα» 31 Α3.ΙΙΙ. Όλπες 31 Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση 31 Ι1. Mε επίπεδη βάση 33 Ι2. Με βάση 34 ΙΙ. Με ημικυκλική κηλίδα χρώματος 35 ΙΙΙ. Με σφαιρικό σώμα και γραπτή διακόσμηση 37 IV. Με κυκλική κηλίδα χρώματος 37 i A4. Θήλαστρα 38 Α5. Κύπελλα 38 Ι. Με εξωστρεφές χείλος διαχωριζόμενο από το σώμα με μία εγκοπή 40 ΙΙ. Με εξωστρεφές χείλος και βαθύ πιο στενό σώμα 41 ΙΙΙ. Με χείλος εξωστρεφές ενιαίο με το ευρύ, αβαθές σώμα 42 IV. Με χείλος ενιαίο με το σώμα, αδιαμόρφωτο 43 Α6. Σκύφοι με υποπρωτογεωμετρική διακόσμηση 44 Α7. «Ψευδοκάνθαροι» 45 Α8. Άποδες κύλικες 45 Ι. Με γραπτή διακόσμηση 45 ΙΙ. Αβαφείς 47 Α9. Κύλικες με στενή βάση 48 Α10. Σκύφοι 49 A11. Μόνωτα φιαλόσχημα αγγεία 49 I. Με ταινία στο χείλος και στον πυθμένα 50 Ι1. Με απλή βάση χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση 50 Ι2. Με διαμορφωμένη βάση 51 II. Με ημικυκλική κηλίδα χρώματος 51 B. « Χαλκιδικιώτικη» κεραμική 52 B1.Πιθαμφορείς με οριζόντιες λαβές 55 Β2. Υδρίες 71 B3. Λέβητες - Κρατήρες με προχοή 78 Β4. Κρατήρες 79 B5. Πυξίδες 79 Β6. Λεκάνες 80 Γ. Τεφρόχρωμη κεραμική 81 Γ1. Λέβης 84 Γ2. Οπισθότμητη πρόχους 84 Γ3. Όλπη 85 Γ4. Μικκύλο πιθαράκι 86 Γ5. Μόνωτο κύπελλο 86 ii Δ. «Ασημίζουσα» κεραμική 86 Δ1. Αμφορέας 88 Ε. Μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων 88 Ε1. Κιονωτός κρατήρας 88 Ε2. Κύλικα 89 Ε3. Οινοχόη 89 ΣΤ. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων 90 ΣΤ1. Αρύβαλλοι 90 ΣΤ2. Αλάβαστρο 91 ΣΤ3. Κοτύλες 91 ΣΤ4. Λεκάνη 92 ΣΤ5. Θήλαστρο 92 Ζ. Μιμήσεις ερυθρόμορφων αγγείων 92 Η. Αγγεία με γραπτή διακόσμηση 93 Η1. Υδρίες 93 Η2. Αρυτήρες 93 Η3. Σταμνοειδείς πυξίδες 95 Η4. Μικκύλος κιονωτός κρατήρας 96 Η5. Μυροδοχεία 96 Η6. Πινάκια 97 Η7. Κάναστρα με ταινιωτή διακόσμηση εξωτερικά 99 Θ. Αβαφής κεραμική 99 Θ1. Αμφορείς 100 Θ2. Αμφορίσκοι 101 Θ3. Υδρίες 103 Θ4. Οινοχόες-Τριφυλλόστομες οινοχόες-Όλπες 103 Θ4.Ι. Οινοχόες 103 Θ4.ΙΙ. Τριφυλλόστομες οινοχόες 104 Θ4.ΙΙΙ. Όλπες 105 iii Ι. Χωρίς βάση 105 ΙΙ. Με βάση 106 Θ5. Χύτρες 107 Ι. Με ψηλό σώμα και λαιμό 107 ΙΙ. Με σφαιρικό σώμα και εξωστρεφές χείλος 107 ΙΙΙ. Με πώμα 109 Θ6. Αρυτήρες 109 Ι. Με ανακαμπτόμενο χείλος 110 ΙΙ. Με εξωστρεφές επικλινές χείλος 110 ΙΙΙ. Με εξωστρεφές χείλος με πεπλατυσμένη επιφάνεια 111 IV. Με εξωστρεφές χείλος και σώμα διαχωρισμένο σε δύο τμήματα 112 V. Με πεπλατυσμένο χείλος και γωνιώδες περίγραμμα 114 Θ7. Σφαιρικοί λήκυθοι 116 Ι. Με εχινόμορφο χείλος 116 ΙΙ. Με ψηλό λαιμό και απλό χείλος 118 Θ8. Λοπάδες 118 Ι. Με κάθετο χείλος 120 Ι1. Σώμα με ενιαίο περίγραμμα 120 Ι2. Ο ώμος σχηματίζει γωνία 120 ΙΙ. Με απλό χείλος 120 ΙΙΙ. Με ταινιωτό χείλος 121 IV. Με λαβή σε σχήμα θηλιάς 122 Θ9. Σταμνοειδείς πυξίδες 122 Θ10. Ασκοί 123 Θ11. Θήλαστρα 125 Ι. Με ψηλό σώμα 126 ΙΙ. Με σφαιρικό σώμα 127 Θ12. Μικκύλοι πίθοι 128 Θ13. Μυροδοχεία 129 Θ14. Ιατρικό μικκύλο δοχείο 130 Θ15. Λεκάνες 130 Θ16. Κύπελλα με βαθύ σώμα 132 Θ17. Κοτύλες 133 Θ18. Μικρά κάναστρα 135 iv Ι. Με απλό χείλος και βάση 135 ΙΙ. Με εσωστρεφές χείλος 136 ΙΙΙ. Με απλή, επίπεδη βάση 137 Θ19. Φιαλίδια με βάση 138 Ι. Μεγάλα φιαλίδια με βάση και εσωστρεφές χείλος 138 ΙΙ. « Αλατιέρες» 140 ΙΙ1. Με απλό χείλος 140 ΙΙ2. Με εσωστρεφές χείλος 141 ΙΙΙ. Με αυλακωτό χείλος 141 Θ20. Επίνητρο 142 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 143 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΑΚΙ 151 Ι. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ 158 Α. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή « γάνωμα» 163 Α1. Πιθαρόσχημα με γεωμετρική διακόσμηση 163 Ι. Με ομόκεντρα ημικύκλια και ομόκεντρους κύκλους 163 ΙΙ. Με ζώνη με δικτυωτό 165 Α2. Κρατηρόσχημα αγγεία 167 Α3. Αμφορείς 168 Α4. Οπισθότμητοι πρόχοι - Οινοχόες 169 Α4.Ι. Οπισθότμητοι πρόχοι 169 Α4.ΙΙ. Οινοχόες 172 Α5. Αρύταινα 173 Β. «Ασημίζουσα» Κεραμική 173 Β1. Αμφορείς 173 Γ. Μονόχρωμη Κεραμική 176 Γι. Μονόχρωμη κεραμική με σχετικά χονδρά τοιχώματα 176 Γι.1. Κρατηρόσχημα αγγεία 176 Ι. Με συμπαγή λαβή 176 v ΙΙ. Με ταινιωτή λαβή 177 Γι.2. Κύλικες 178 Ι. Με εξωστρεφές χείλος και λαβές ταινιωτές ή κυκλικής διατομής 178 ΙΙ. Με ελαφρά εξωστρεφές χείλος και διχαλωτή λαβή 179 ΙΙΙ. Με απλό χείλος 180 Γι.3. Πινάκια 180 Ι. Με εξωστρεφές χείλος 180 ΙΙ. Με πόδι 181 Γι.4. Μικκύλη οινοχόη 182 Γιι. Μονόχρωμη «Ωοκέλυφη» κεραμική 182 Γιι.1. Οπισθότμητοι πρόχοι-Τριφυλλόστομες οινοχόες-όλπες- Οινοχόες (mugs) 182 Γιι.1.Ι. Οπισθότμητοι πρόχοι 182 Γιι.1.ΙΙ. Τριφυλλόστομες οινοχόες 183 Γιι.1.ΙΙΙ. Όλπες 184 Γιι.1.IV. Οινοχόες (mugs) 184 Γιι.2. Άποδες κύλικες 185 Γιι.3. Λεκανόσχημες φιάλες 188 Ι. Με ωτία 188 ΙΙ. Με χείλος τριγωνικής διατομής 189 ΙΙΙ. Με λοξότμητο χείλος 190 ΙV. Με απλό χείλος και ταινιωτή λαβή 190 V. Με μικρό κάθετο χείλος 190 Γιι.4. Μόνωτες λεκανόσχημες φιάλες με προχοή 190 Γιι.5. Αρύταινες 191 Γιι.6. Υποστατά 192 Δ. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική 192 Δ1. Υδρίες 192 ΙΙ. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ 192 Α. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων 193 Α1. Κοτύλες 193 I. Με γραμμίδια στο χείλος 193 vi II. Με γάνωμα στο μεγαλύτερο μέρος του σώματος 193 ΙΙΙ. Μελαμβαφής 194 Β. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση 195 Β1. Κιονωτός κρατήρας 195 Β2. Εξάλειπτρα 195 Β3. Κοτύλες με κυματοειδή ταινία 196 Γ. Μονόχρωμη «Ωοκέλυφη» κεραμική 197 Γ1. Οινοχόη 197 Γ2 Άποδες κύλικες 197 Γ3. Μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη με προχοή 198 Γ4. Μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη 198 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 198 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΣΙΝΔΟΣ 205 Ι. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ 207 ΙΙ. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ 209 Α. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή «γάνωμα» 210 Α1. Οινοχόες-Πρόχοι 210 Α1.Ι. Οινοχόες 210 Α1.ΙΙ. Πρόχοι 210 Α2. Κιονωτός κρατήρας 211 Α3. Σιπύη 212 Α4. Κανθαροειδείς κοτύλες 213 Α5. Εξάλειπτρα 214 Ι. Με γραπτή διακόσμηση 214 ΙΙ. Καστανοβαφές 215 Α6. Μόνωτα φιαλίδια με βάση 216 Α7. Άωτα φιαλίδια 216 vii Β. Τεφρόχρωμη κεραμική 217 Β1. Κανθαροειδείς κοτύλες 217 Β2. Εξάλειπτρα 217 Γ. Μελαμβαφής κεραμική 218 Γ1. Κοτύλες 218 Δ. Αβαφής κεραμική 218 Δ1. Χύτρες 218 Δ2. Αρυτήρες 218 Δ3. Δίωτη λεκανόσχημη φιάλη 219 Δ4. Καλαθίσκος 219 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 220 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συνοπτική εικόνα της τοπικής κεραμικής στη Χαλκιδική και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου 223 Κεραμική με επιδράσεις από τον ανατολικοϊωνικό χώρο 230 «Χαλκιδικιώτικη» Κεραμική 231 Ι. «Πιθαρόσχημα» αγγεία 231 ΙΙ. Αμφορείς με κωνικό πόδι 232 ΙΙΙ. Αμφορίσκοι με οριζόντιες λαβές 233 IV. Οινοχόες 234 V. Κρατήρες 235 V1. Με πόδι 235 V2. Κιονωτοί 238 V3.Σκυφοειδείς 240 VI. Στάμνοι 241 VII. Σιπύες 241 VIIΙ. Σκύφοι – Κοτύλες 242 viii IΧ. Λεκανίδες 244 Χ. Επίνητρα 244 Διακόσμηση 245 Χρονολόγηση 247 Μονόχρωμη κεραμική 248 Ι. Με χονδρά τοιχώματα 248 ΙΙ. «Ωοκέλυφη» κεραμική 248 Γραπτή κεραμική 250 Τεφρόχρωμη κεραμική 250 Ι. Υδρίες 251 ΙΙ. Οινοχόες-Τριφυλλόστομες οινοχόες-Οπισθότμητες πρόχοι 251 ΙΙΙ. Λέβητες 252 IV.Κρατήρες 253 ΙV.1. Κιονωτοί 253 ΙV.2. Σκυφοειδείς 253 V. Μόνωτα κύπελλα 254 VI. Κέρνος 254 «Ασημίζουσα» κεραμική 255 Διακόσμηση 255 Μιμήσεις κορινθιακής κεραμικής 256 Μιμήσεις αττικών μελανόμορφων αγγείων 256 Μιμήσεις Ρυθμού Αιγάγρων 257 Μιμήσεις ερυθρόμορφων αγγείων 257 Μελαμβαφής κεραμική 257 Αβαφής κεραμική 257 Κεραμική με επικασσιτέρωση 257 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α Μακροσκοπική μελέτη δειγμάτων κεραμικής της αρχαίας Ακάνθου 259 (Σβετλάνα Βιβντένκο) ix ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β Μακροσκοπική μελέτη δειγμάτων κεραμικής από το Καραμπουρνάκι 264 (Σβετλάνα Βιβντένκο) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ Ανασκαφή στο Καραμπουρνάκι: Χημική ανάλυση κεραμικών οστράκων με φασματοσκοπία ατομικής απορρόφησης και φλογοφωτομετρία 265 (Ινστιτούτο Πολιτιστικής & Εκπαιδευτικής Κληρονομιάς. Μονάδα Πολιτιστικής Κληρονομιάς - Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, Υπεύθυνοι Δρ. Δ. Τσιαφάκη και Δρ. Ν. Τσιρλιγκάνης) ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 275 ΜΕΡΟΣ Β ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 309 ΣΧΕΔΙΑ 371 ΠΙΝΑΚΕΣ 407 ΕΙΚΟΝΕΣ 507 x ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η εργασία αυτή περιλαμβάνει τοπική κεραμική από το νεκροταφείο της αρχαίας Ακάνθου, το νεκροτα- φείο και τους απορριμματικούς λάκκους που ανέσκαψε η ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ στο Καραμπουρνάκι, όπως και από το υπόσκαπτο της τομής 27-29δ στον ίδιο χώρο που ερευνήθηκε στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής ανασκαφής που διεξάγεται από τον κ. Μ. Τιβέριο σε συνεργασία με τις Ε. Μανακίδου και Δ. Τσιαφάκη και τέλος τοπική κεραμική από το αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου έχει ήδη δημοσιευθεί από τον καθ. Μ. Τιβέριο. Σκοπός της εργασίας είναι η μελέτη της κεραμικής των εργαστηρίων της Χαλκιδικής και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου από τους αρχαϊκούς έως και τους κλασικούς χρόνους, για ακρίβεια από τον 7ο έως και τον 4ο αι. π.Χ. Η εργασία αποτελείται από δύο μέρη. Αρχικά δίνεται το ιστορικό πλαίσιο της περιοχής της Χαλκιδικής και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Ο στόχος μας είναι μέσα από αυτό να φανεί η διαφορετική καταγωγή των κατοίκων της κάθε περιοχής και οι διαφορετικές επιδράσεις που δέχονται από άλλα μεγάλα κέντρα ανά- λογα με τις πολιτισμικές, εμπορικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν με αυτά. Στα τρία πρώτα κεφάλαια του δεύτερου μέρους εξετάζεται αντίστοιχα η κεραμική από την Άκανθο, το Καραμπουρνάκι και τη Σίνδο, ξεχωριστά από τον οικισμό και το νεκροταφείο, όπου αυτό είναι δυνατό, προκειμένου να γίνουν φανε- ρές οι διαφορετικές προτιμήσεις των κατοίκων στην καθημερινή ζωή από ότι στα ταφικά έθιμα. Στο κάθε κεφάλαιο το υλικό διακρίνεται σε επιμέρους κατηγορίες με βάση τη διακόσμηση των αγγείων. Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο επιχειρείται αρχικά μία προσπάθεια να δούμε συνοπτικά τόσο τη χρονική διάρκεια παρα- γωγής της κάθε κατηγορίας κεραμικής που εξετάσθηκε παραπάνω όσο και την εξάπλωσή τους στο χώρο της χαλκιδικής χερσονήσου και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, όσο αυτό είναι δυνατό, καθώς το υλικό των περισσότερων ανασκαφών είναι αδημοσίευτο και είναι πιθανό τα συμπεράσματά μας ως ένα βαθμό να δια- ψευσθούν από μεταγενέστερες δημοσιεύσεις. Ελέγχεται κατά πόσο στην εξάπλωση της κάθε κατηγορίας κερα- μικής παίζει ρόλο η διαφορετική καταγωγή των κατοίκων των πόλεων της Χαλκιδικής και των οικισμών του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Τέλος στην κάθε κατηγορία κεραμικής προστίθενται και άλλα γνωστά σχήματα που δεν αντιπροσωπεύονται στο υλικό των τριών θέσεων με το οποίο ασχολούμαστε στα τρία πρώτα κεφά- λαια. Τις θερμότερες ευχαριστίες μου οφείλω στον καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης Μ. Τιβέριο, με την εποπτεία του οποίου εκπονήθηκε η σχετική διδακτορική διατριβή. Χωρίς την υποστήριξή του, τις απαραίτητες υποδείξεις και παρατηρήσεις του η μελέτη αυτή δε θα είχε πραγματοποιηθεί. Τα άρθρα και οι μελέτες του σχετικά με την τοπική κεραμική της περιοχής που εξετάζεται, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και οδηγό καθ’ όλη τη διάρκεια πραγματοποίησης της συγκεκριμένης εργασίας. Εξ άλλου ο ίδιος μου πρό- σφερε τη δυνατότητα μελέτης και δημοσίευσης του ενδιαφέροντος κεραμικού συνόλου από το υπόσκαπτο της τομής 27-29δ των ανασκαφών του στο Καραμπουρνάκι. Επίσης, εγκάρδιες ευχαριστίες οφείλω και στις καθηγήτριες Στ. Δρούγου και Σ. Πινγιάτογλου, μέλη της τριμελούς επιτροπής, που παρακολούθησαν την πορεία αυτής της εργασίας σ’ όλη τη διάρκεια εκπόνησής της. 1 Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στην κ. Ελένη Τρακοσοπούλου, προϊσταμένη του Αρχαιολογικού Ινστιτού- του Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, η οποία μου παραχώρησε την άδεια μελέτης της τοπικής κεραμι- κής της αρχαίας Ακάνθου, την επίβλεψη της έρευνας της οποίας είχε η ίδια τα τελευταία 25 χρόνια, αλλά και το υλικό των λάκκων από το Καραμπουρνάκι, την ανασκαφή των οποίων επέβλεψε σε συνεργασία με την κ. Ε. Πουλάκη-Παντερμαλή. Χωρίς την πολύτιμη βοήθειά και συμπαράστασή της η πραγματοποίηση της εργα- σίας θα ήταν αδύνατη, καθώς διευκόλυνε πολλές φορές την πρόσβαση μου στο υλικό με διαφόρους τρόπους. Πολύτιμες ήταν ακόμη οι παρατηρήσεις και οι συμβουλές της σε ότι αφορά τη μελέτη του υλικού της Ακάν- θου χάρη στην πολύχρονη εργασία της στο χώρο. Ιδιαίτερα βέβαια ευχαριστώ τη χημικό – συντηρήτρια έργων τέχνης και αρχαιοτήτων Σβετλάνα Βιβτένκο, που εργάζεται στην ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ, για τη μελέτη των δειγμάτων κεραμικής από την Άκανθο, το Καραμπουρνάκι και την Όλυνθο και τους Δέσποινα Τσιαφάκη και Νέστωρα Τσιρλιγκάνη από το ΙΠΕΤ Ξάνθης για τη μελέτη των δειγμάτων από το υπόσκαπτο της τομής 27-29δ από το Καραμπουρνάκι . Τέλος ευχαριστώ τις συντηρήτριες Ανδρονίκη Καπιζιώνη, Χρυσάνθη Φωτιάδου και Βασιλική Μιχαλο- πούλου για την πολύτιμη βοήθειά τους. Αναμφισβήτητα μεγάλη και πολύτιμη ήταν η υποστήριξη και κατανόηση της οικογένειας μου, ιδιαίτερα της μητέρας και του συζύγου μου. 2 ΜΕΡΟΣ Α΄ 1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ H παρούσα εργασία αποσκοπεί στη μελέτη της εγχώριας κεραμικής κυρίως των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων βάσει των αρχαιολογικών δεδομένων που προέρχονται από τη Σίνδο, το Καραμπουρνάκι Θεσσαλονίκης και την Άκανθο, ώστε να διαγραφεί η πορεία της τοπικής παρα- γωγής της περιοχής του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου και της Χαλκιδικής. Η μελέτη της τοπικής κεραμικής της Χαλκιδικής βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Προς το παρόν είναι ουσιαστικά δημοσιευμένη μόνο η εγχώρια κεραμική της Ολύνθου από τους Rob- inson και Μυλωνά1. Μία ομάδα αγγείων από τα Πυργαδίκια δημοσιεύθηκαν από τη Γιούρη στη δεκαετία του 19702. Νέο έναυσμα για τη μελέτη της τοπικής κεραμικής της Χαλκιδικής πρόσφε- ραν οι αποσπασματικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, συ- γκεκριμένα στο Πολύχρονο, τη Μένδη, τη Σάνη, από την Βοκοτοπούλου και τους συνεργάτες της στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 19903. Η δημοσίευση μικρού τμήματος του νεκροταφείου της αρχαίας Ακάνθου από τον Ν. Καλτσά μας έδωσε νέα στοιχεία για τη κεραμική της περιοχής4. Σημαντικά στοιχεία απέδωσαν και οι έρευνες στην αρχαία Τορώνη5. Με αφορμή μάλιστα την τοπική παραγωγή της πόλης πραγματοποιήθηκε από τον αρχαιολόγο του Αυστραλι- ανού Ινστιτούτου, Σ. Πασπαλά, διδακτορική διατριβή6. Η μελέτη της τοπικής κεραμικής των πολισμάτων του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου βρίσκε- ται σε ακόμη πρωιμότερο στάδιο σε σχέση με τη κεραμική της Χαλκιδικής. Κυρίως στηριζόμα- στε σε σύντομες αναφορές στο ΑΕΜΘ και στο ΑΔ και σε λιγοστές δημοσιεύσεις7. Κάποιες πρόσφατες δημοσιεύσεις, όπως του νεκροταφείου της αρχαίας Μίεζας από τους Ρωμιοπούλου και Τουράτσογλου8 και των τάφων του Δερβενίου από τους Τουράτσογλου και Θέμελη9 μας παρέ- χουν αποσπασματικές πληροφορίες. Πριν προχωρήσουμε στη μελέτη του υλικού από τις θέσεις που προαναφέρθηκαν, εξετάζεται το ιστορικό πλαίσιο της περιοχής και ελέγχεται κατά πόσο οι ιστορικές συγκυρίες μπορούν να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές που παρατηρούνται στα κερα- μικά προϊόντα αλλά και τις ορατές επιδράσεις άλλων κέντρων αντίστοιχης παραγωγής. Μεγάλος προβληματισμός υπήρξε στην έρευνα ήδη από την αρχή του 20ου αιώνα σχετικά με τον ερχομό των πρώτων Ελλήνων αποίκων στη Χαλκιδική και γενικότερα για την ανάπτυξη των σχέσεων των κατοίκων του βορειοελλαδικού χώρου με τους Έλληνες του νότου, όπως επίσης και για την προέλευση του όρου «Χαλκιδική»10. Οι φειδωλές πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας από τις γραπτές πηγές για τον αποικι- σμό του βορειοελλαδικού χώρου και η έλλειψη συστηματικών ανασκαφών στην περιοχή μέχρι πριν λίγα χρόνια, είχαν οδηγήσει αρκετούς μελετητές στην άποψη ότι ο αποικισμός εδώ πραγμα- τοποιήθηκε μεταγενέστερα από τον αντίστοιχο της Δύσης και ότι οι Χαλκιδείς της Χαλκιδικής δεν έχουν καμία σχέση με την Εύβοια και τη Χαλκίδα11. Μία παραλλαγή της άποψης αυτής 1 Olynthus V. Olynthus XIII. 2 Γιούρη 1972, σ. 11κ.ε. 3 Βοκοτοπούλου 1990α, σ. 399-410. Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 279-294. Βοκοτοπούλου κ.α 1988, σ. 317- 330. Βοκοτοπούλου-Μοσχονησιώτη 1990, σ. 411-424. Βοκοτοπούλου 1996, σ. 323. 4 Άκανθος Ι. 5 Torone I. Jones 1990, σ. 177-189. 6 Paspalas 1995. 7 Τιβέριος 1988, σ. 297-306. 8 Μίεζα. 9 Τουράτσογλου – Θέμελης 1997. 10 Συγκεντρωμένη βιβλιογραφία για τη Χαλκιδική, Βοκοτοπούλου 1994α, σ. 814. Οι περισσότερες γραπτές πηγές έχουν συγκεντρωθεί από τον Ζαγκλή, βλ. Ζαγκλής 1956. 11 Ο Harrison πίστευε ότι οι Χαλκιδείς ήταν ένα ιωνικό φύλο που έφτασε σ’ αυτό το χώρο στα τέλη του 13ου – αρχές 12ου αι. π.Χ. και ότι δεν είχαν καμιά σχέση με την ευβοϊκή πόλη Χαλκίδα. Βλ. Harrison 3 διατυπώθηκε σχετικά πρόσφατα. Σύμφωνα με τον υποστηρικτή της, τον Παπαδόπουλο, οι πρώ- τοι Έλληνες από το νότο ήρθαν στη Χαλκιδική στα τέλη της Μέσης ή στην αρχή της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και τόσο η χαλκιδική χερσόνησος όσο και το λεγόμενο «χαλκιδικό γένος» που αναφέρει ο Ηρόδοτος (VII.185, 1-2) οφείλουν το όνομά τους στην ύπαρξη των κοιτασμάτων χαλκού και όχι στην ευβοϊκή πόλη Χαλκίδα12. Ήδη στα μέσα όμως του 20ου αι. ο Bradeen υποστήριξε ότι ο αποικισμός του βορειοελλαδι- κού χώρου πρέπει να υλοποιήθηκε ταυτόχρονα ή ακόμη και παλιότερα από αυτόν της Μ. Ελλά- δας13. Η άποψη αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε στο περιθώριο της έρευνας ελλείψει αποδεικτικών ανασκαφικών στοιχείων. Τα στοιχεία από τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες απέδειξαν την ορθότητά της και την υποστήριξαν και άλλοι νεότεροι μελετητές14, οι οποίοι πιστεύουν μάλιστα ότι οι Ευβοείς εγκαταστάθηκαν στο βορειοελλαδικό χώρο όχι απλά στα χρό- νια του Β’ αποικισμού αλλά ήδη σε μία παλιότερη εποχή, που μπορεί να αναχθεί στα χρόνια του Α’ αποικισμού ή και ακόμη νωρίτερα. Η ίδρυση ευβοϊκών αποικιών στη Χαλκιδική κατά τα χρό- νια του Β’ αποικισμού και πιθανόν και του Α’ μπορεί να πιστοποιηθεί τόσο από τη μελέτη των γραπτών πηγών όσο και των ευρημάτων των πρόσφατων ανασκαφών στο χώρο της Χαλκιδικής και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. H μελέτη των αρχαίων πηγών σύμφωνα με νεότερους μελετητές, όπως π.χ. ο Τιβέριος15 και ο Mele16, και ο Bradeen παλιότερα17, καθιστά φανερή μέσα από τις λιγοστές αλλά πολύ σημαντι- κές πληροφορίες που μας παρέχουν τη στενή σχέση ανάμεσα στην Εύβοια και στη Χαλκιδική. Από τον Στράβωνα μαθαίνουμε (Χ 8) ότι η Ερέτρια αποίκισε τις πόλεις στην Παλλήνη και στον Άθω και η Χαλκίδα τις πόλεις της Σιθωνίας, καθώς επίσης (VII Fr. 11) ότι οι Αργεάδες και οι Χαλκιδείς της Εύβοιας επεβλήθησαν στους Βισάλτες, Ηδωνούς, Μύγδονες και Σίθωνες. Οι Χαλ- κιδείς από την Εύβοια ίδρυσαν στη χώρα των Σιθωνών τριάντα πόλεις. Ήταν γνωστοί ως «οι επί Θράκης Χαλκιδείς»18. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι ο συνοικισμός στη Σιθωνία από τη Χαλκίδα πραγματοποιήθηκε όταν τη διακυβέρνηση των ευβοϊκών πόλεων είχαν οι Ιπποβότες, δηλαδή πιθανόν στα χρόνια του Β’ αποικισμού19. Ο ίδιος αναφέρει ότι ένας Χαλκιδεύς από τη Χαλκιδική ήρθε στη Χαλκίδα για να βοηθήσει σε κάποιον πόλεμο, πιθανόν του Ληλάντιου πε- δίου, τους συμπατριώτες του20. Από τον ίδιο πληροφορούμαστε ακόμη ότι νομοθέτης των Χαλκι- 1912, σ. 93 κ.ε. Ο Zahrnt πίστευε ότι κατά το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου τμήμα της Χαλκιδικής είχε κατοικηθεί από ένα γηγενές ελληνικό φύλο. Βλ. Zahrnt 1971, σ. 12-27. Πρόσφατα όμως φαίνεται ότι και ο ίδιος αναθεώρησε την παλιότερη άποψή του, βλ. Zahrnt 1997b, σ. 421 σημ. 4. Cook 1946, σ. 71. Για τις παλιότερες απόψεις, βλ. Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). 12 Papadopoulos 1996, σ. 151 κ.ε. 13 Bradeen 1952, σ. 356-380. Ο ερευνητής στηρίζεται στην πληροφορία του Αριστοτέλη σύμφωνα με την οποία οι Χαλκιδείς της Χαλκιδικής βοήθησαν τη Χαλκίδα σε κάποιον πόλεμο (για το Ληλάντιο πεδίο;) γεγονός το οποίο αποδεικνύει τη στενή σχέση της ευβοϊκής πόλης με τη Χαλκιδική. Όπως παρατηρεί εξάλ- λου ο Τιβέριος, το ταξίδι προς τον πλησιέστερο βορρά ήταν πολύ πιο εύκολο από ότι προς τη Δύση όπου και η απόσταση ήταν μεγαλύτερη και η διαδρομή δυσκολότερη. Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). Τιβέριος 1989α, σ. 58. Πρβλ. Graham 1971, σ. 46-47. Για τον αποικισμό της Δύσης από τους Ευβοείς, βλ. Ridgway 1992, σ. 36. Της ίδιας 1994, σ. 35-46. Τους Ευβοείς προσείλκυσαν στο βορειοελλαδικό χώρο, όπως και στη Δύση πιθανόν, τα πολύτιμα μέταλλα που μπορούσαν να προμηθευτούν από την περιοχή. Lemos 2001, σ. 217. Τιβέριος – Γιματζίδης 2002, σ. 229. 14 Snodgrass 1994, σ. 87-93. Bakhuizen 1976, σ. 14-15. Kahrstedt 1946, σ. 416-444. Giannatasio 1993, σ. 87-91. Τιβέριος 1989α, σ. 31-64. Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). Hornblower 1997, σ. 177-186. 15 Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). 16 Μele 1998, σ. 218. 17 Βλ. παραπάνω σημ. 13. 18 Για το χωρίο του Θουκυδίδη, τη σχετική συζήτηση και βιβλιογραφία, βλ. Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). Papadopoulos 1996, σ. 151 κ.ε. 19 Αrist. F 603. 20 Ό.π. 4 δέων ήταν ο Ανδροδάμαντας από το Ρήγιο, αποικία επίσης της Χαλκίδας21. Η πληροφορία του Πλουτάρχου22 ότι οι Ερετριείς που εκδιώχθηκαν από την Κέρκυρα το 733 ή το 709 π.Χ.23 κατέφυγαν στο Θερμαϊκό κόλπο και ίδρυσαν τη Μεθώνη στις ακτές της Πιερίας24 αποδεικνύει επίσης ότι οι Ευβοείς έφτασαν νωρίς στο βορειοελλαδικό χώρο. Εκτός από τις γραπτές πηγές τις στενές σχέσεις Χαλκιδέων και Ευβοέων φανερώνουν οι γλωσσικές ομοιότητες που παρουσιάζουν οι δύο περιοχές25. Στενές ομοιότητες παρουσιάζουν επίσης οι δύο περιοχές και όσον αφορά στα αριθμητικά σύμβολα26 που χρησιμοποιούν αλλά και στα ονόματα των μηνών27. Αλλά και η ευβοϊκή κεραμική και οι ευβοϊκές μιμήσεις που ήρθαν στο φως στις ανασκαφές που διεξάγονται στο χώρο της Χαλκιδικής28, του Θερμαϊκού κόλπου29 και γενικότερα στην Κεντρική Μακεδονία30 αποδεικνύουν την παρουσία των Ευβοέων και τη μεγάλη επίδρασή τους στους κατοίκους της περιοχής ήδη από τους πρωτογεωμετρικούς και γεωμετρι- κούς χρόνους31. Η στενή σχέση των δύο περιοχών αποδεικνύεται ακόμη και από την ανεύρεση «μακεδονικών» προϊόντων στην ίδια την Εύβοια αλλά και την επίδραση των τοπικών σχημάτων του βορειοελλαδικού χώρου στα αντίστοιχα ευβοϊκά32. Προσεκτικότερη μελέτη των πηγών καθιστά πιθανό στη Χαλκιδική να έχουν εγκατασταθεί Ευβοείς αλλά και άλλοι Έλληνες από τη νότια Ελλάδα επίσης πολύ νωρίς, και συγκεκριμένα αμέσως μετά τα Τρωικά33. Ήδη ο Κοντολέων είχε επισημάνει ότι ο αποικισμός της Χαλκιδικής από τους Ευβοείς πρέπει να πραγματοποιήθηκε πολύ νωρίτερα από το Β’ αποικισμό σε μία εποχή που ο αποικισμός γινόταν κατά έθνη και δεν είχαν ακόμη σχηματισθεί οι ελληνικές πόλεις – κράτη34. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογείται, όπως επισημαίνει ο Τιβέριος, και ο όρος «χαλκιδικό 21 Arist., Politica II, 1274b. 22 Πλούταρχος, Αίτια Ελληνικά 11. 23 Για την ευβοϊκή παρουσία στην Κέρκυρα, βλ. Καλλιγάς 1982, σ. 57-68. 24 Πλούταρχος, Αίτια Ελληνικά 11. Στράβων, VII,20 και 22. Διόδ., XVI 3,31,34. Sakellariou 1979, σ. 9-36. Hatzoppoulos – Loukopoulou 1987, σ. 39-40. Σχετικά με τη θέση της αρχαίας Μεθώνης, βλ. Hatzopoulos - Marigo - Papadopoulos 1990, σ. 639-668. Μάλιστα ο ανασκαφέας της Μεθώνης, Μ. Μπέσιος, θεωρεί ότι οι Ευβοείς είχαν ιδρύσει στην περιοχή ένα εμπορείο ήδη από τον 9ο αι. π.Χ., βλ. Μπέσιος 2003, σ. 448. 25 Hatzopoulos 1988, σ. 40 κ.ε. Bradeen 1952, 361 κ.ε. Jeffery 1991, σ. 363 κ.ε. Panayotou 1990, σ. 191- 228. Panayotou 1991, σ. 217 κ.ε. Panayotou 1996, σ. 124-163. Οι τυχόν διαφορές δικαιολογούνται εξαιτίας της ανεξάρτητης πορείας που ακολούθησαν οι κάτοικοι των δύο περιοχών από μία τόσο παλιά εποχή, βλ. Τιβέριος 1989α, σ. 59-60. 26 Graham 1969, σ. 347 κ.ε. Panayotou 1993, σ. 421-426. Panayotou 1990, σ. 207. 27 Knoepfler 1990, σ. 115 κ.ε. Trümpy 1997, σ. 42 και 55. 28 Για ευβοϊκά αγγεία από την Τορώνη, βλ. Papadopoulos 1989, σ. 9-44. Torone I, σ. 309-329, από τη Μένδη, βλ. Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 407, εικ. 7. Moschonisioti 1998, σ. 258, από την Άφυτο, βλ. Γιούρη 1971α, σ. 305 εικ. 13, από τη Σάνη της Παλλήνης, βλ. Ρωμιοπούλου 1973/74, σ. 674- 696. Rhomiopoulou 1978, πίν. 29 εικ. 5 (ευβοϊκός κρατήρας). 29 Για τη Σίνδο, βλ. Τιβέριος 1998α, σ. 248. Τιβέριος – Γιματζίδης 2002, σ. 226-228 εικ. 6-9. Για την Ν. Φιλαδέλφεια, βλ. Μισαηλίδου 1995, σ. 311 κ.ε. Μισαηλίδου 1998α, σ. 262 εικ. 6. Για τον οικισμό στο Καραμπουρνάκι, βλ. Τιβέριος 1987, σ. 248-249. Για ευβοϊκή κεραμική από το Περιβολάκι στο Λαγκαδά, βλ. Λιούτας – Κώτσος 2001α, σ. 200 εικ. 4-5. Για τον οικισμό της Τούμπας Θεσσαλονίκης, βλ. Αναγνώ- στου κ.α 1990, σ. 283 εικ. 9. Σουέρεφ 1994, σ. 190, 192 εικ. 8, 9β. Για την τράπεζα Γκόνα, βλ. Σκαρλατί- δου – Κωνσταντινίδου 2003, σ. 221 εικ. 17. 30 Για την περιοχή του Κιλκίς, βλ. Αναγνωστοπούλου 1996, σ.202 εικ. 22. Αναγνωστοπούλου 2001, σ. 154 εικ. 26. Για τη Βεργίνα, βλ. Ανδρόνικος 1969, σ. 168 κ.ε. κ.α. 31 Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). Snodgrass 1994, σ. 87-93. Popham 1994, σ. 30-33. Σουέρεφ 1998b, σ.229-242. 32 Τιβέριoς 2002, (υπό έκδοση). 33 Για τον Ιωνικό αποικισμό, βλ. Sakellariou 1958, σ. 307 κ.ε. 34 Κοντολέων 1963, σ. 14 κ.ε. Πρόσφατα μάλιστα ο Knoepfler διατύπωσε την άποψη ότι στη Χαλκιδική διατηρήθηκε η φυλετική διάκριση των πόλεων της Εύβοιας, βλ. Knoepfler 1998, σ. 107-108. 5 γένος» που χρησιμοποιεί ο Ηρόδοτος35. Ο Τιβέριος παρατηρεί ακόμη ότι η αναφορά του Θουκυ- δίδη στους Χαλκιδείς της Δύσης ως «Χαλκιδείς εξ Ευβοίας» ενώ στους κατοίκους της Χαλκιδι- κής ως «Χαλκιδής οι επί Θράκης», υποδηλώνει ότι οι Χαλκιδείς της Μ. Ελλάδας δεν είχαν άμεση σχέση με τους κατοίκους της Χαλκιδικής γιατί οι τελευταίοι είχαν εγκατασταθεί στο βορειοελλα- δικό χώρο πολύ παλιότερα36. Στην Ιλιάδα αναφέρονται οι Άβαντες, με τους οποίους η Εύβοια συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο37. Μετά τον τερματισμό του οι Άβαντες περιπλανήθηκαν στο χώρο της Μακεδονίας38, όπου σύμφωνα με τον Στράβωνα (Χ 449) ίδρυσαν μία πόλη με το όνομα Εύβοια. Τόσο αυτή η πληροφορία όσο και οι διάφορες αναφορές για ίδρυση πόλεων στο βορειοελλαδικό χώρο από πρόσωπα που μετείχαν στον Τρωικό πόλεμο39, κυρίως της Αίνειας40 και της Σκιώνης41, στα πρώτα νομίσματα των οποίων απεικονίζονται οι δύο μυθικοί οικιστές42, φανερώνουν την παρου- σία τόσο των Ευβοέων όσο και άλλων Ελλήνων του νότου στο βορειοελλαδικό χώρο από πολύ παλιά, ίσως πριν από τον Α’ αποικισμό43. Εκτός από τις αναφορές των πηγών στη δράση ηρώων των μυκηναϊκών χρόνων στο βορει- οελλαδικό χώρο η μυκηναϊκή παρουσία πιστοποιείται και από τα ανασκαφικά ευρήματα44. Τα ευρήματα της κεραμικής των μυκηναϊκών χρόνων από τη Χαλκιδική και συγκεκριμένα από την Τορώνη45, τη θέση Κούκος στη Συκιά46 και τη Μένδη47 πιστοποιούν τις στενές σχέσεις της περιο- 35 Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). Τιβέριος 1989α, σ. 58. Βλ. ακόμη, Mele 1998, σ. 221-22. Σχετικά με το ίδιο θέμα, βλ. Parker 1997, σ. 47. Jones 1996, σ. 319-320. Διαφορετική είναι η άποψη του Hammond, ο οποίος, αν και αποδέχεται ότι Έλληνες από το νότο εγκαταστάθηκαν στη Χαλκιδική πριν την ίδρυση των πρώτων αποικιών της Εύβοιας και των νησιών, θεωρεί ότι το «χαλκιδικόν γένος» που αναφέρει Ηρόδοτος σχετίζεται με ένα ελληνικό φύλο που κατοικούσε στην περιοχή και είχε μία ιωνική διάλεκτο που δεν προ- ερχόταν από τη Χαλκίδα. Με βάση την πληροφορία του Στράβωνα (V 82) ότι οι πρώτοι Αιολείς άποικοι ήρθαν στη Θράκη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στη ΒΔ Ασία σε συνδυασμό με την ύπαρξη της τοπο- θεσίας Αιόλειον κοντά στην Όλυνθο, o Hammond θεωρεί ότι οι Αιολείς εγκαταστάθηκαν πρώτοι στην Απολλωνία. Αυτοί αναμείχθηκαν με τους μεταγενέστερους γείτονες και πήραν το όνομά τους Χαλκιδείς, όπως και όλη η περιοχή, Χαλκιδική. Σύμφωνα με την άποψή του ο Ηρόδοτος τους περιγράφει στα 480 π.Χ. ακόμη ως γένος γιατί εξακολουθούσαν να διατηρούν τη φυλετική οργάνωση και δεν είχαν χωρισθεί σε αυτόνομες πόλεις – κράτη. Βλ. Hammond 1995, σ. 308 κ.ε. Την άποψη του Hammond ότι γύρω στα 1000 π.Χ. στην περιοχή της Ολύνθου υπήρξε μία μικρή εγκατάσταση Βοιωτών έχει υποστηρίξει και ο Graham, βλ. Graham, “Olynthos”, στο R. Stillwell et al. (επιμ.), The Princeton Encyclopedia of Classical Sites, σ. 651. Για τις αντιρρήσεις σχετικά με την άποψη αυτή, βλ. Mele 1998, σ. 227-228. Ο Παπαδόπουλος μάλι- στα θεωρεί ότι στο αρχικό κείμενο του Graham έγινε τυπογραφικό λάθος και γράφηκε «Boiotians» αντί για «Βοttiaians», Papadopoulos 1996, σ. 383. 36 Τιβέριος 1989α, σ. 58-59. 37 Ιλιάδα, ΙΙ.536, 541-542 και IV.464 και V.148. 38 Σχετικά με τους Άβαντες, βλ. Κοντολέων 1963, σ. 14 κ.ε. Sakellariou 1958, σ. 199 κ.ε. Mele 1981, σ. 9- 33. 39 Σχετικά με την περιπλάνηση και άλλων ηρώων του Τρωικού πολέμου στο βορειοελλαδικό χώρο, βλ. Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση) και Mele 1998, σ. 224 κ.ε. 40 Η Αίνεια χτίστηκε από τον ομώνυμο ήρωα κατά το ταξίδι του προς το Λάτιο. Αίνεια, σ. 112-114. Zahrnt 1971, σ. 143 κ.ε. και 234 κ.ε. 41 Η Σκιώνη αναφέρεται ότι ιδρύθηκε από Αχαιούς Πελληνείς της Πελοποννήσου όταν επέστρεφαν από την Τροία. Ελλάνικος, F Gr Hist 4 F31. Στράβων Ζ, 330,22. Θουκυδίδης Δ,120. Ζαγκλής 1956, σ. 49-51. Βοκοτοπούλου 1997α,σ. 66. Mele 1998, σ. 225. 42 Η απεικόνιση των οικιστών αποδεικνύει ότι οι παραδόσεις αυτές δεν είναι δημιουργήματα της ύστερης αρχαιότητας αλλά ότι έχουν βαθιές ρίζες στην παράδοση των δύο πόλεων. Βλ. Zahrnt 1971, σ. 143 κ.ε. και 234 κ.ε. Για τα νομίσματα της Σκιώνης, βλ. Oeconomides 1991, σ. 276. Jenkins 1990, σ. 32. Για τα νομί- σματα της Αίνειας, βλ. Forrer 1924, σ. 38 αρ. 1963 πίν. 75. Gaebler 1935, σ. 20κ.ε. 43 Τιβέριος 2002 (υπό έκδοση). 44 Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). 45 Στην Τορώνη ανασκάφηκε ένα νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, όπου βρέθηκαν επείσα- κτα αγγεία της Υπομυκηναϊκής και Γεωμετρικής περιόδου και τοπικές απομιμήσεις αυτών, βλ. Torone I, σ. 6 χής με την Εύβοια και συγκεκριμένα με το Λευκαντί και σε μικρότερο βαθμό και με την Ατ- τική48. Εξαιρετικής σημασίας για την παρουσία των νότιων Ελλήνων και συγκεκριμένα των Ευ- βοέων ήδη από τον 12ο αι. π.Χ. στη Χαλκιδική, όπως επισημαίνει ο Τιβέριος49, είναι το ιερό του Ποσειδώνα Ποντίου στο Ποσείδι50. Ο βωμός του 12ου αι., το αψιδωτό κτίριο του 10ου αι. π.Χ. και η κεραμική από τους υστερομυκηναϊκούς και τους γεωμετρικούς χρόνους καθιστά φανερή τη σχέση του με το Λευκαντί της Εύβοιας51. Ένα ακόμη αψιδωτό οικοδόμημα ανασκάφηκε στη θέση Κούκος και επιβεβαιώνει τις στενές σχέσεις της περιοχής με την Εύβοια52. Ευρήματα του μυκηναϊκού πολιτισμού έχουν έρθει στο φως και από την Τούμπα της Ολύνθου / του Αγ. Μάμα- ντα, όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία53. Η πρώιμη μυκηναϊκή κεραμική από τον Αγ. Μάμαντα είναι συγκριτικά λιγότερη με την αντίστοιχη από την Τορώνη. Το ποσοστό της μυκηναϊκής κε- ραμικής αυξάνεται τόσο στην τούμπα του Αγ. Μάμαντα όσο και στους οικισμούς της Κεντρικής Μακεδονίας, Άσσηρο, Καστανά, Τούμπα Θεσσαλονίκης και Καραμπουρνάκι αλλά και σε άλλες περιοχές του βορειοελλαδικού χώρου, π.χ. Καστρί Θάσου μόνο κατά την ΥΕ ΙΙΙ Β και Γ περίοδο, δηλ. στον 13ο και 12ο αι. π.Χ.54 Από την Τούμπα του Αγ. Μάμαντα έχουμε μάλιστα και κάποια ειδώλια μυκηναϊκού τύπου, τα οποία μας δίνουν ενδείξεις μυκηναϊκής θρησκείας στο χώρο55. Στη θέση Πύργος κοντά στη σημερινή Σκιώνη εντοπίζεται πιθανότατα και η παλιότερη εγκατάσταση των Αχαιών Πελληναίων στη Χαλκιδική κατά την επιστροφή τους από την Τροία56. Ευρήματα της Ύστερης Μυκηναϊκής περιόδου, όπως επείσακτη κεραμική, βρέθηκαν και στο ύψωμα Αράπη, κοντά στο Παλιούρι57. Τα παραπάνω στοιχεία οδήγησαν πολλούς μελετητές να κάνουν λόγο για την ίδρυση εμπο- ρείων στη Χαλκιδική από Έλληνες του νότου ήδη κατά τα μυκηναϊκά χρόνια58. Οι τελευταίοι πιθανότατα γνώρισαν το βορειοελλαδικό χώρο ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια και εγκαταστάθη- καν στη Χαλκιδική μάλλον κάποια χρόνια μετά τα Τρωικά. Όπως επισημαίνει άλλωστε ο Τιβέ- 293-308. Cambitoglou - Papadopoulos 1988α, σ. 180-217. Cambitoglou – Papadopoulos 1988β, σ. 26κ.ε. Papadopoulos 1990, σ. 13 κ.ε. Cambitoglou –Papadopoulos 1993, σ. 289 κ.ε. 46 Στην περιοχή της Συκιάς βρέθηκαν επίσης τάφοι με εισηγμένη κεραμική του 10 ου αι. π.Χ., βλ. Caring- ton-Smith – Βοκοτοπούλου 1992, σ. 496 κ.ε. 47 Και στη Μένδη, αποικία της Ερέτριας, βρέθηκε κεραμική της Υποπρωτογεωμετρικής περιόδου τόσο επείσακτη όσο και τοπική με κοινά στοιχεία με την αντίστοιχη από το Λευκαντί, βλ. Βοκοτοπούλου 1988α, σ. 331 κ.ε. Moschonissioti 1998, σ. 259. 48 Σχετικά με την κεραμική όλων των θέσεων που προαναφέρθηκαν και τα ταφικά έθιμα, βλ. επίσης, Lemos 2002, σ. 200. 49 Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). 50 Βοκοτοπούλου 1989γ, σ. 416 κ.ε. Βοκοτοπούλου 1997β, σ. 18-23. 51 Lemos 2002, σ. 148 και 207 κ.ε. 52 Lemos 2002, σ. 149 και 207 κ.ε. 53 Heurtley - Radford 1927/1928, σ. 117-186, κυρίως 118-155. Heurtley 1939, σ. 1-8, 171-176, 225-226. Jung 2003, σ. 211-225. 54 Jung 2003, σ. 211-213. 55 Ένα ζωόμορφο ειδώλιο είχε βρεθεί παλιότερα, βλ. Heurtley –Radford 1927/28, σ. 145 εικ. 25, σ. 151 εικ. 30, ενώ αρκετά βρέθηκαν στη δεκαετία του ’90, βλ. Jung 2003, σ. 219 σημ. 75. Ενδείξεις για την τέλεση μυκηναϊκής θρησκείας στο βορρά μας δίνει και το θραύσμα ανθρωπόμορφου ειδωλίου από την Άνω Κώμη της Δυτικής Μακεδονίας, βλ. Βοκοτοπούλου 1994α, αρ. 71. 56 Βοκοτοπούλου 1997α, σ. 69. 57 Βοκοτοπούλου 1997α, σ. 71. 58 Kilian 1990, σ. 445-467, κυρίως 455. Σουέρεφ 1993, σ. 1401-1417. H δομή του οικισμού του Αγ. Μάμα- ντα, που δεν έχει στοιχεία από τους μυκηναϊκούς οικισμούς του νότου, και το γεγονός ότι η τοπική κερα- μική των μυκηναϊκών χρόνων διαφέρει στη χρήση των διακοσμητικών μοτίβων από την αντίστοιχη του νότου, καθιστούν πιθανότερο ότι δεν έχουμε στη Χαλκιδική ίδρυση μυκηναϊκών εμπορείων. Μάλιστα ο Σ. Ανδρέου θεωρεί ότι στη Μακεδονία εισάγονται απλώς σκεύη που σχετίζονται με την οινοποσία κατά τα διάφορα εορταστικά γεύματα. Ανδρέου 2003, σ. 218-202 και Jung 2003, σ. 215-220. 7 ριος59, ο Θουκυδίδης (Α 12) μας πληροφορεί ότι η μακρόχρονη απουσία των Ελλήνων στην Τροία προκάλεσε πολλές αναταραχές με αποτέλεσμα πολλοί να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους και να ιδρύσουν νέες. Ίσως σ’ αυτή την περίοδο των ανακατατάξεων να εγκαταστάθηκε το λεγό- μενο «χαλκιδικό γένος» στην περιοχή. Η εικόνα που έχουμε για το βορειοελλαδικό χώρο κατά την αρχαϊκή περίοδο είναι πληρέ- στερη, καθώς οι αρχαίες πηγές μας δίνουν περισσότερες πληροφορίες. Στον 7ο αι. οι Θράκες εκτεινόταν δυτικά προς τον Αξιό, ήλεγχαν την Κρηστωνία στο βορρά, την Κρουσίδα στο νότο και την κεντρική χερσόνησο της Χαλκιδικής που ονομάστηκε Σιθωνία60. Οι Μακεδόνες γύρω στα μέσα του 7ου αι. κατείχαν τη βόρεια Πιερία και άρχισαν να εξαπλώνονται και να εκδιώκουν από τις αρχικές τους θέσεις τους κατοίκους της Εορδαίας, Αλμωπίας και Βοττιαίας61. Οι εκδιωγμένοι Βοττιαίοι κατέλαβαν νέα εδάφη στη Χαλκιδική, διώχνοντας και αυτοί με τη σειρά τους τους αρ- χικούς κατοίκους που μάλλον βρήκαν καταφύγιο στην ανατολική χερσόνησο προς το όρος Άθως62. Σ’ αυτήν την περίοδο αναταραχής και ανακατατάξεων και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη ακόμη ο λεγόμενος Β’ αποικισμός, οι Έλληνες ίδρυσαν στη Χαλκιδική πολλές αποικίες. Η Άνδρος63 ίδρυσε την Άκανθο64, τη Σάνη65 και τη Στάγειρο66 στην ανατολική πλευρά της Χαλκιδικής και λίγο βορειότερα την Άργιλο67. Οι Ευβοείς στον 8ο αι. π.Χ. ισχυροποίησαν τη θέση τους στη Χαλκιδική. Ο Στράβων αναφέρει ότι οι Χαλκιδείς μόνο στο μεσαίο πόδι είχαν 30 αποικίες68. Μία από τις σημαντικότερες αποικίες της Χαλκίδας ήταν η Τορώνη69. Στο δυτικό πόδι της Χαλκιδι- κής, στη χερσόνησο της Κασσάνδρας70 ιδρύθηκε η Μένδη71 και η Δίκαια72 από την ευβοϊκή Ερέ- 59 Τιβέριος 2002, (υπό έκδοση). 60 Hammond I, σ. 416-418. 61 Hammond I, σ. 430-431. 62 Hammond I, σ. 432. 63 Hammond 1967, σ. 116. 64 Ηρόδοτος, VI.44, VII.22.2 και 115.2, 116.1, 117.1, 121.1, 124. Θουκ. IV.84.1. Διόδ. ΧΙ.4.5, Πλίνιος, Ν.Η. IV.38. Πλούταρχος, Αίτια Ελληνικά, 30. Στράβων VII.33 και 35. Για τη σύγκρουση Ανδρίων– Χαλ- κιδέων σχετικά με την ίδρυση της Ακάνθου, βλ. Lorimer 1947, σ. 115 κ.ε. Κοντολέων 1963, σ. 22. 65 Ηρόδοτος VII.124. Βοκοτοπούλου – Τσιγαρίδα 1990, σ. 460 εικ. 15, 16. Των ίδιων 1992, σ. 467-470 και 1993, σ. 445-449. Βοκοτοπούλου 2001, σ. 761. 66 Σισμανίδης 1998, σ. 139-149. Για τα ανασκαφικά στοιχεία, βλ. Σισμανίδης 1990, σ. 375-377, 1991, σ. 320-325, 1992, σ. 451-460, 1993, σ. 429-436, 1994, σ. 275-283. 67 Zahrnt 1971, σ. 158-160. Λαζαρίδης 1972. Isaac 1986, σ. 52-54. Για τις ανασκαφικές έρευνες στην Άρ- γιλο, βλ. παρακάτω σ. 223. 68 Στράβων, VII. 11. 69 Ηρόδοτος, VII.22,2 και 122. Θουκυδίδης, IV.110 και 113.2. Διόδωρος, ΧΙΙ, 68.6 και 73.2. Στράβων, VII.32. Meritt 1923, σ. 459. Cambitoglou 1984, σ. 44-50. Cambitoglou – Papadopoulos 1988α, σ. 180-217. Των ίδιων 1990, σ. 93-142 και 1991, σ. 147-171. 70 Στην χερσόνησο της Κασσάνδρας κατοικούσαν οι Κρουσσαίοι. Η πόλη Θέραμβος, γνωστή από τις πηγές ως μία από τις παλιότερες πόλεις της Παλλήνης, ανήκε μάλλον στους Κρουσσαίους, όπως υποδηλώνει η θρακική προέλευση του ονόματός της. Βοκοτοπούλου 1997α, σ. 65-66. 71 Ηρόδοτος, VII.123,1. Θουκυδίδης, IV.123. Στράβων, VII.27. Πλίνιος, IV.36. Στεφ. Βυζάντιος, 129-130. 72 H ευβοϊκή αυτή αποικία μας είναι γνωστή από επιγραφικές πηγές, βλ. Meritt – Wade-Gery – McGregor, 1939-1953. Στην Δίκαια αναφέρεται και ο Πλίνιος, βλ. Πλίνιος IV.36. Παλιότερα η Δίκαια τοποθετείτο ανατολικά της Αίνειας. Επικρατέστερη φαινόταν η άποψη ότι η Δίκαια ταυτίζεται με τον οικισμό στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, βλ. Σισμανίδης 1986γ, σ. 787-816. Η Ι. Βοκοτοπούλου υποστήριξε ότι οι θαλασσοπόροι Ερετριείς είναι απίθανο να ίδρυσαν μία αποικία στην ενδοχώρα του Ανθεμούντα και όχι παράλια. Πρότεινε λοιπόν ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε τη Δίκαια στο εσωτερικό του μυχού του Θερ- μαϊκού κόλπου και συγκεκριμένα ίσως στην τράπεζα Γκόνα κοντά στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, βλ. Βοκοτοπούλου 2001, σ. 746. Οι αποσπασματικές έρευνες που έγιναν στην περιοχή έδωσαν ελάχιστη κερα- μική της ΥΕΧ και της ΠΕΣ, επείσακτη και τοπική. Rey 1917-1919, σ. 141-150. Ηeurtley 1939, σ. 23-24 εικ. 451. Σκαρλατίδου – Κωνσταντινίδου 2003, σ. 213-226. Ο Τιβέριος υποστηρίζει επίσης ότι είναι πιθανό να βρισκόταν στο μυχό του Θερμαϊκού και συγκεκριμένα στην περιοχή της σημερινής Θέρμης, (τυπώνε- 8 τρια και η Άφυτος73. Η Μένδη ίδρυσε με τη σειρά της την Νεάπολη που έχει ταυτιστεί πιθανό- τατα με το σημερινό Πολύχρονο74. Η Κόρινθος γύρω στο 600 π.Χ. ίδρυσε την ισχυρότερη απ’ όλες αποικία, την Ποτίδαια75. Οι ανασκαφικές έρευνες στις παραπάνω αποικιακές πόλεις μας προσέφεραν πλήθος ευρημά- των από το χώρο της Ανατολικής και νησιωτικής Ελλάδας και πιστοποιείται η ύπαρξη εμπορικών σχέσεων με τον ευρύτερο ανατολικοϊωνικό και κυκλαδικό χώρο76, αν και η ανεύρεση προϊόντων διαφόρων εργαστηρίων σε μία περιοχή δεν συνεπάγεται και άμεση επαφή της με τις αντίστοιχες περιοχές. Είναι πιθανό τα προϊόντα αυτά να έφθαναν και μέσω των άλλων εμπόρων που διέσχι- ζαν την εποχή αυτή το Αιγαίο77. Στην Ποτίδαια ανεβρέθηκε ένας αποσπασματικός υστεροαρχαϊ- κός κούρος που πιθανότατα έχει παριανή προέλευση78. Τα ευρήματα από τη Σάνη της Παλλήνης φανερώνουν τις σχέσεις της περιοχής με τον ανατολικοϊωνικό χώρο. Ενδεικτικό είναι και ένα όστρακο «γραμμικού νησιώτικου» ρυθμού που χρονολογείται στις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι. π.Χ.79. Η Βοκοτοπούλου μάλιστα θεώρησε ότι και τα ξοανόμορφα ειδώλια που βρέθηκαν εδώ φανερώνουν άμεση σχέση με την Έφεσο80. Στον 7ο αι. εντάσσονται και ενδιαφέροντα δείγματα ευβοϊκής κεραμικής81 και όστρακα του Ρυθμού Αιγάγρων82. Ανατολικοϊωνική κεραμική του 7ου και 6ου αι. π.Χ. έχει έρθει στο φως και στη Μένδη83, όπως και στη χερσόνησο της Σιθωνίας, τόσο από το ιερό στο σημερινό Παρθενώνα84, όσο και από την Τορώνη85. Άφθονα είναι και τα ευρήματα που μας προσέφερε η αρχαία Άκανθος από διάφορα εργαστήρια, π.χ. της Ρόδου, Χίου, Νάξου, Πάρου, Σάμου, Κλαζομενών86. Σε όλες τις παραπάνω θέσεις, όπως θα δούμε στα επόμενα κεφάλαια, η τοπική κεραμική έχει σαφείς επιδράσεις από τα κέντρα που προαναφέρθηκαν. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα έγινε λόγος και για μία πιθανή εγκατάσταση Λήμνιων Τυρρη- νών στη Χαλκιδική γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την άποψη της Βοκοτοπούλου στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Λήμνιοι φυγάδες μετά την κατάληψη της νήσου από τους Αθηναίους εγκαταστάθηκαν στη Σιθωνία87. Ο Ηρόδοτος (VI. 137-140) μας πληροφορεί ότι μετά την κατάληψη της Λήμνου από το Μιλτιάδη το 513 π.Χ., κάτοικοι της Ηφαιστίας πρόθυμα, ενώ εκείνοι της Μύρινας με την απειλή της βίας, εγκατέλειψαν το νησί τους. Ο Ηρόδοτος απο- σιωπά τον χώρο που εγκαταστάθηκαν. Σύμφωνα με ένα απόσπασμα του Θουκυδίδη88 οι Λήμνιοι ται). Ωστόσο τα νέα ανασκαφικά στοιχεία που προέκυψαν από τη Ν. Καλλικράτεια Χαλκιδικής, καταδει- κνύουν ίσως ότι η Δίκαια μπορεί να ταυτιστεί με την πόλη που υπήρχε στην περιοχή. Βλ. παρακάτω σ. 227. Με την άποψη των ανασκαφέων της Ν. Καλλικράτειας συμφωνούν και οι Σισμανίδης – Βουτυράς, βλ. Σισμανίδης –Βουτυράς 2002, (υπό έκδοση). 73 Στράβων Χ, 447 και 7,330. Στην Άφυτο αναφέρονται τόσο ο Ηρόδοτος, 7, 123,1 όσο και ο Θουκυδίδης 1,64,2. Φρεαρίτης 1861, σ. 290. Zahrnt 1971, σ. 167-169. Olynthus IX, σ. 272-274. Μουτσόπουλος 1976, σ. 75-78. 74 Η ταύτιση αυτή έγινε με βάση την πληροφορία του Ηροδότου (Ζ.123), βλ. Ζαγκλής 1956, σ. 63. Η ανασκαφέας επισημαίνει ότι δεν είναι βέβαιο εάν η θέση ταυτίζεται με τη Νεάπολη αποικία των Μενδέων ή με τις Αιγές. Βοκοτοπούλου 1996, σ. 325. 75 Alexander 1963. Zahnrt 1971, σ. 214-218. Hammond I, σ. 116. 76 Korti-Konti 1997, σ. 55-61. 77 Όπως επισημαίνει ο Τιβέριος, βλ. Τιβέριος 1993α, σ. 1492, ο Αριστοτέλης αναφέρει τους Αιγινήτες και τους Χίους (Πολιτικά 1291β 24) ως υποδείγματα εμπόρων. 78 Σισμανίδης 1991, σ. 325 εικ. 20. 79 Τιβέριος 1989α, σ. 32 κ.ε. 80 Βοκοτοπούλου 1993α, σ. 685-719. 81 Βοκοτοπούλου – Μπέσιος – Τρακοσοπούλου 1990, σ. 435 εικ. 15. Torone I, σ. 311 αρ. 5.3. 82 Τorone I, σ. 319 αρ. 5.27. Για αντίστοιχο παράδειγμα στην παρούσα εργασία, βλ. αρ. 137 πίν. 27θ. 83 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 412. 84 Βοκοτοπούλου – Μπέσιος – Τρακοσοπούλου 1990, σ. 425-429 εικ. 14, 17, 18 και 19. 85 Τιβέριος 1993α, σ. 1492. 86 Τρακοσοπούλου 1998α, σ. 1197κ.ε. Της ίδιας 2004α, σ.157-176. 87 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 86. 88 Θουκ. IV.109. 9 Τυρρηνοί αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού της Ακτής στον ύστερο 5ο αι. π.Χ. Η Βοκοτοπούλου συνέδεσε τα δύο χωρία και δικαιολόγησε κατ’ αυτόν τον τρόπο τα κοινά στοιχεία της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής, όπως θα φανεί παρακάτω, με την αιολική κεραμική89. Σύμ- φωνα όμως με άλλους ερευνητές δεν είναι απαραίτητο να συνδεθούν τα δύο αποσπάσματα90 και ίσως η ίδρυση του Αίνου στον Έβρο, αποικία της Αλωπεκόνησου να συνδέεται με αυτά τα γεγο- νότα91. Οι εμπορικές σχέσεις όμως του χώρου που εξετάζουμε με την Αιολία επιβεβαιώνονται από τα ανασκαφικά ευρήματα και είναι βέβαιες ανεξαρτήτως αν Λήμνιοι εγκαταστάθηκαν στη Χαλκιδική ή όχι92. Τις εμπορικές σχέσεις των οικισμών του Θερμαϊκού κόλπου με τον ανατολικοϊωνικό χώρο κατά τον 7ο αι. π.Χ. φανερώνουν επίσης τα ανασκαφικά ευρήματα. Το νεκροταφείο στη σύγ- χρονη Θέρμη, αν και αδημοσίευτο προς το παρόν, επιβεβαιώνει με τα ελάχιστα γνωστά ευρήματά του αυτή τη σχέση93. Άφθονα είναι τα σχετικά ευρήματα από το Καραμπουρνάκι, όπως θα δούμε παρακάτω94. Αρκετά είναι τα θραύσματα ιωνικών κυλίκων, οινοχοών του Ρυθμού Αιγάγρων, χιώτικων κάλυκων, ιωνικών κυλίκων και σαμιακών ληκύθων95. Τα ιωνικά Bucchero και άλλα αγγεία από το νεκροταφείο της Σίνδου φανερώνουν για μία ακόμη φορά τις σχέσεις των κατοί- κων της περιοχής με τους Ίωνες στον 6ο αι. π.Χ.96. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η τοπική κερα- μική του 7ου και 6ου αι. π.Χ. των πολισμάτων του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, επηρεάζεται έντονα από τα ιωνικά προϊόντα που κατακλύζουν την περίοδο αυτή την αγορά. Εκτός από τα επείσακτα ευρήματα του βορειοελλαδικού χώρου τη σχέση του χώρου αυτού με το νησιωτικό κόσμο επιβεβαιώνουν και ορισμένα ευρήματα από τα ίδια τα νησιά97. Παρόμοια ήταν η κατάσταση και στο χώρο ανατολικά της Χαλκιδικής. Στο σημείο αυτό αξί- ζει να αναφερθούμε στον αποικισμό της Θάσου, όχι μόνο γιατί είναι και αυτή μία αποικία των Κυκλάδων, αλλά γιατί τα ευρήματα της τοπικής κεραμικής της Θάσου και των αποικιών της πα- ρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία με την αντίστοιχη της Ακάνθου και σε ορισμένες μάλιστα πε- ριπτώσεις, όπως θα δούμε παρακάτω98, έχουμε την υποψία ότι περιοδεύοντες τεχνίτες από τη Θάσο εργάσθηκαν και στην Άκανθο. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. άποικοι από την Πάρο με αρ- χηγό τον Τελεσικλή, πατέρα του ποιητή Αρχιλόχου, ίδρυσαν τη Θάσο ύστερα από δελφικό χρη- σμό99. Γύρω στο 650 π.Χ. οι Πάριοι ενισχυμένοι από νέους εποίκους στο νησί επιχείρησαν να δημιουργήσουν μία «περαία» στην απέναντι ακτή100. Τελικά στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ. αρχί- ζουν να ιδρύονται οι πρώτες θασιακές αποικίες στη Θράκη101: η Νεάπολη κοντά στη σημερινή Καβάλα και η Οισύμη στην περιοχή της αρχαίας Βιβλίας102 είναι οι παλιότερες. Η ανασκαφή του 89 Η άποψη αυτή υποστηρίζεται και από άλλους ερευνητές, βλ. Beschi 1995-2000, σ. 153. 90 Paspalas 1995, σ. 279. Μele 1998, σ. 227. 91 Mele 1998, σ. 227. 92 Αιολική κεραμική του 7ου αι. π.Χ. έχει βρεθεί στη Θάσο, βλ. Bernard 1964, σ. 88-109. Ghali – Kahil 1960, σ. 41-44, στη Νέαπολη, βλ. Beschi 1985, σ. 51-64, αλλά και στο Καραμπουρνάκι, βλ. Tsiafakis 2000, σ. 417-423. Ένα πιθοειδές αιολικό bucchero έχει βρεθεί και στη Μένδη, Μοσχονησιώτη 2004, σ. 279 εικ. 1. 93 Σκαρλατίδου 2002, σ. 282-303. Χαρακτηριστικά είναι τα bucchero αλάβαστρα και οι φιάλες που απεικονίζονται. 94 Βλ. παρακάτω σ. 158κ.ε. 95 Τιβέριος –Μανακίδου –Τσιαφάκη 2003, σ. 339 σημ. 26 όπου και σχετική βιβλιογραφία. 96 Σίνδος 1985, σ. 262 αρ. 423-427. Τιβέριος 1993α, σ. 1487-1493. 97 Για παράδειγμα στη Χίο έχουν βρεθεί ιλλυρικές πόρπες, βλ. Τιβέριος 1993α, σ. 1491 σημ. 22. 98 Βλ. σ. 47. 99 Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1980, σ. 310. Ηammond 1967, σ.90. Graham 1978, σ. 61-98. Για τις σχέσεις των αποίκων με τους γηγενείς κατοίκους βλ. Pouilloux 1990, σ. 485-489. 100 Lazaridis 1970, σ. 34-35. Isaac 1986, σ. 8-9. 101 Welch 1918-1919, σ. 64-66. 102 Κουκούλη 1980, σ. 317. Lazaridis 1970, σ. 35. Μπακαλάκης 1938α, σ. 106-154. Του ίδιου, 1938β, σ. 97 κ.ε. Για ευρήματα του 7ου, 6ου και 5ου αι. π.Χ., βλ. Γιούρη 1965, σ. 447κ.ε. Isaac 1986, σ. 64. 10 ιερού της Παρθένου στη Νεάπολη103 απέδωσε ιωνικά και κορινθιακά αγγεία του 7ου αι. π.Χ.104. Άλλες γνωστές αποικίες είναι η Γαληψός105 και η Στρύμη106. Από τις πηγές αναφέρεται και η ύπαρξη άλλων θασιακών εμπορικών σταθμών στην περιοχή της σημερινής Ανατολικής Μακεδο- νίας : Αντισάρα107, Ακόντισμα108, Πίστυρος και πιθανόν η Τόπειρος109. Οι Θράκες Πίερες εκδιωγμένοι από τους Μακεδόνες από την Πιερία ιδρύουν τον Φάγρητα110 και όλη η περιοχή του όρους Παγγαίο ονομάστηκε χάρη σ’ αυτούς Πιερίδα111. Το υλικό που βρέθηκε στους απορριμματικούς λάκκους που ανοίχτηκαν στον αρχαίο Φάγρητα στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. αποδεικνύει την ύπαρξη εμπορικών σχέσεων της πόλης με την Ιωνία, αλλά και τοπικές απομιμή- σεις αντίστοιχων προϊόντων112. Οι Θάσιοι προσπάθησαν μάλιστα να επεκταθούν και δυτικά του Στρυμόνα προς την Χαλκι- δική αλλά χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα113. Επιπλέον στην Άκανθο συναντούμε πολλά προϊό- ντα που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε κάποιο θασίτικο εργαστήριο ή σε Θάσιους περιοδεύο- ντες κεραμείς114. Τα ευρήματα της Ακάνθου, της Θάσου και των αποικιών της Θάσου κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και όχι μόνο, παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία. Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. αρχίζει να διαφαίνεται και το ενδιαφέρον των Αθηναίων για το βορειοελλαδικό χώρο. Ο Πεισίστρατος, τύραννος της Αθήνας, όταν εκδιώχθηκε από την πόλη γύρω στα 555 π.Χ. ίδρυσε στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, στη Ραίκηλο έναν οικισμό και στη συνέχεια μετακινήθηκε προς το όρος Παγγαίον115. Στο χώρο που εξετάζουμε, δηλαδή στο χώρο της σημερινής Κεντρικής Μακεδονίας και της Χαλκιδικής, στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εμφανίζονται οι Πέρσες. To 511 π.Χ. ο Μεγάβαζος κατέ- κτησε την περιοχή της σημερινής Κεντρικής Θράκης και τα νότια παράλιά της116. Συμμαχώντας με τους Πέρσες εμφανίζονται στο χώρο της Μυγδονίας και οι Ηδωνοί117. Την ίδια εποχή ο βασι- λέας των Μακεδόνων Αμύντας Α’ δήλωσε υποταγή στους Πέρσες απεσταλμένους του Μεγάβα- ζου118. Για τα επόμενα περίπου 30 χρόνια το μακεδονικό κράτος αποτελούσε τη δυτικότερη διοικητική περιφέρεια της περσικής αυτοκρατορίας, καθώς και ο διάδοχος του Αμύντα, Αλέξαν- δρος Α’, δήλωσε υποταγή στους Πέρσες119. 103 Isaac 1986, σ. 66-69. 104 Κουκούλη 1980, σ. 310 σημ. 12. ΑΔ 22 (1967) Χρονικά, σ. 417. 105 Μυλωνάς – Μπακαλάκης 1938, σ. 53 κ.ε. Ρωμιοπούλου 1960, σ. 218. Κουκούλη 1980, σ. 319. Isaac 1986, σ. 63. 106 Ηρόδοτος VII 108-109. Μπακαλάκης 1967. 107 ό.π. σ. 124. Κουκούλη 1980, σ. 14. Μπακαλάκης 1935, σ. 29, 1937, σ. 64 κ.ε. Isaac 1986, σ. 65. Αθή- ναιος Ι 31α. 108 Κουκούλη 1980, σ. 321. Lazaridis 1970, σ. 35. Isaac 1986, σ. 69 109 Lazaridis 1970, σ. 37. Λαζαρίδης 1955, σ. 244. 110 Θουκυδίδης ΙΙ,99,3. Την πόλη αναφέρουν και ο Ηρόδοτος VII,112 , ο Στράβων VII,3 και ο Ψευδο-Σκύ- λαξ 67. 111 Σαμσάρη 1959, σ. 65-66. Νικολαίδου-Πατέρα 1997, σ. 309-318. Πίκουλας 2001. Ήδη από τον περα- σμένο αιώνα περιηγητές είχαν ταυτίσει την περιοχή του σημερινού χωριού Ορφάνι στο νομό Καβάλας με την αρχαία πόλη, βλ. Σαμσάρης 1959, σ. 160 σημ. 7. Η πόλη ιδρύθηκε την εποχή που συμπίπτει με την κυριαρχία των Θασίων στα θρακικά παράλια. Είναι φυσικό να αναπτύχθηκε κάτω από τη σφαίρα επιρροής της, όπως καταδεικνύει η πλειονότητα της κεραμικής που βρέθηκε σ’ αυτήν. Βλ. Νικολαΐδου – Πατέρα 1987, σ. 343-348. 112 Νικολαΐδου – Πατέρα 1989, σ. 483-498. 113 Pouilloux 1954, σ. 48. Κουκούλη 1980, σ. 311 σημ. 18. 114 Βλ. παρακάτω σ. 47. Τρακοσοπούλου 2005, (υπό έκδοση). 115 Ηammond ΙΙ, σ. 68. Αριστ., Αθην. Πολ. 15.2. 116 Hammond 1980, σ. 54-61. Balker 1988, σ. 1.κ.ε. 117 Hammond II, σ. 56. 118 Ηρόδοτος V.17-18. 119 Hammond 1989, σ. 74. Ο Αμύντας παρέμεινε στο θρόνο του ως υποτελής βασιλέας του «Μεγάλου Βασιλέα». 11 Διχασμός υπάρχει στην έρευνα σχετικά με το πέρασμα του Αξιού από τους Μακεδόνες. Κατά μία άποψη οι Μακεδόνες πέρασαν τον Αξιό στα χρόνια του Αλέξανδρου Α’120. Τα ανασκαφικά ευρήματα όμως από τα νεκροταφεία των Αιγών, της Αιανής και της Σίνδου, οδήγησαν τον Τιβέ- ριο στην άποψη ότι οι Μακεδόνες πρέπει να πέρασαν τον Αξιό πολύ νωρίτερα121. Εξ ίσου μεγάλο πρόβλημα απετέλεσε στην έρευνα και το ερώτημα πότε κατέλαβαν οι Μακε- δόνες τον Ανθεμούντα. Ο Hammond ερμηνεύοντας το χωρίο του Ηροδότου (V. 94.1) σχετικά με την προσφορά του Ανθεμούντα στον εκδιωγμένο Αθηναίο τύραννο Ιππία από τον Αμύντα Α’, θεώρησε ότι στα 510 π.Χ. οι Μακεδόνες κατείχαν σίγουρα την περιοχή122. Άλλοι όμως μελετητές θεωρούν ότι οι Μακεδόνες έλεγχαν τον Ανθεμούντα μόνο μετά το 480 π.Χ.123. Συγκρίνοντας τα ευρήματα των νεκροταφείων που έχουν ανασκαφεί στην περιοχή, π.χ. Αγία Παρασκευή124 και με βάση τις ομοιότητες με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορούμε να θεωρήσουμε πιθανότερη την πρώτη άποψη. Με την ίδρυση των αποικιών στο θρακομακεδονικό χώρο τόσο από τους Ευβοείς όσο και από τα νησιά των Κυκλάδων, αλλά και τη Χίο125, τη Σάμο126, τις Κλαζομενές127 κ.ά. εισάγονται πολλά προϊόντα του ανατολικοϊωνικού πολιτισμού στο βορειοελλαδικό χώρο128. Ο βορειοελλαδι- κός χώρος εξήγε ξυλεία, χρυσό και ασήμι129, και οι αποικίες στη Χαλκιδική γεωργικά προϊό- ντα130. Τα άφθονα κεραμικά ευρήματα από το βορειοελλαδικό χώρο, όπως οι οξυπύθμενοι αμφο- 120 Κανατσούλης 1964, σ. 18-19 σημ. 5. Edson 1980, σ. 15. 121 Τιβέριος 1991α, σ. 242. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και η Βοκοτοπούλου, βλ. Βοκοτοπούλου 1993γ, σ. 21-29. Σε μία παλιότερη εποχή τοποθετούν το πέρασμα του Αξιού από τους Μακεδόνες και άλλοι μελετη- τές, π.χ. Zahrnt 1984, σ. 358κ.ε. Ανδρόνικος 1987-1990, σ. 32-33. 122 Ηammond II, σ. 59. 123 Zahrnt 1984, σ. 330. Hatzopoulos 1996b. 124 Σισμανίδης 2000, σ. 453-459. Του ίδιου, βλ. στον κατάλογο της έκθεσης Μακεδόνες, οι Έλληνες του Βορρά, (1994), σ. 170 κ.ε. 125 Η Χίος ίδρυσε στην ανατολική Θράκη τη Μαρώνεια. Για την παρουσία της Χίου στη Θράκη, βλ. Roe- buck 1986, σ. 81κ.ε. Sarikakis 1986, σ. 122κ.ε. 126 Η παρουσία των Σαμίων στο βορειοελλαδικό χώρο ίσως οφείλεται και στην ίδρυση της περαίας της Σαμοθράκης. Σημαντικότερες πόλεις της τελευταίας ήταν η Δρυς (Εκαταίος, Ευρώπη), η Ζώνη, η Σάλη (Ηρόδοτος VII 59) και το Σείριον (Πλίνιος, ΝΗ IV 42). Προβληματική παραμένει όμως στην έρευνα η προέλευση των αποίκων που αποίκησαν τη Σαμοθράκη. Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές και μία επιγραφή του 2ου αι. π.Χ. που αναφέρει τον ιωνικό μήνα Μαιμακτηρίωνα προέρχονταν από τη Σάμο. Από επιγραφή όμως του 4ου αι. π.Χ. φαίνεται ότι η διάλεκτος τους δεν ήταν ιωνική και πιθανολογείται ότι ίσως ήταν Αι- ολείς. Βλ. Λαζαρίδης 1971α, σ. 18-19. 127 Αρχικά η θέση των Αβδήρων είχε ταυτιστεί με τη μεταγενέστερη εγκατάσταση των Τήιων. Σχετικά πρόσφατα ήρθαν στο φως ευρήματα του 7ου αι. π.Χ, δηλαδή της πόλης των Κλαζομενίων, βλ. Σκαρλατί- δου 2001, σ. 331 κ. ε. Λαζαρίδης 1971β. Κουκούλη-Χρυσανθάκη 1988, σ. 44-45 σημ. 39-40. Koukouli – Chrysanthaki 1986, σ. 82 -98. Σκαρλατίδου 1987, σ. 412-429. Τμήμα κλαζομενιακού αμφορέα έχει βρεθεί και στη Δίκαια, βλ. Τριαντάφυλλος 1973, πίν. 426γ. Μάλιστα τα Άβδηρα και η Άκανθος είναι οι μόνες περιοχές του βορειοελλαδικού χώρου όπου κατασκευάζονταν μιμήσεις κλαζομενιακών σαρκοφάγων. Βλ. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1997, σ. 715-734. Καλτσάς 1996-1997, σ. 35-50. Γιούρη 1990, σ. 151-154. 128 Είναι εμφανής η ιωνική επίδραση στο βορειοελλαδικό χώρο ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. Δεν θα πρέπει να αποδίδουμε την ιωνική επίδραση στον ερχομό των Περσών στον 6ο αι π.Χ., όπως παλιότεροι μελετητές. Για παράδειγμα η Βοκοτοπούλου απέδιδε τη στενή σχέση των Χαλκιδέων με τους Ίωνες στη λεγόμενη pax persica, βλ. Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 79-86, Βοκοτοπούλου 1996, σ. 325. Και ακόμη παλιότερα, ο Ανδρό- νικος πίστευε ότι οι Ίωνες και οι Μακεδόνες ήρθαν κοντά πολιτισμικά όταν ήταν και οι δύο υποτελείς στο Μ. Βασιλέα. Ανδρόνικος 1989, σ. 185-198. 129 Ο χρυσός που έχει βρεθεί στην Ερέτρια των γεωμετρικών χρόνων ή ακόμη και στο Λευκαντί κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο πιθανόν να προέρχεται από τον ποταμό Εχέδωρο. Βλ. Τιβέριος 1998α, σ. 249. Από τον Στράβωνα (VII.34) επίσης μαθαίνουμε ότι η Γαληψός, η Απολλωνία και η Οισύμη εξήγαγαν χρυσό και ασήμι από τα πλούσια ορυχεία του Παγγαίου όρους. Boardman 1996, σ. 288. Για την εξαγωγή της μακεδονικής ξυλείας βλ. Borza 1987, σ. 32-52. Ηammond ΙΙ, σ. 68. 130 Τιβέριος 1989α, σ. 61 σημ. 184. 12 ρείς που περιείχαν λάδι και κρασί από διάφορες περιοχές, όπως π.χ. από τη Χίο, Σάμο, Λέσβο, Μίλητο, αποδεικνύουν τις εμπορικές σχέσεις με τις περισσότερες περιοχές του ανατολικοϊωνι- κού κόσμου131. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν αποκλείουν και την παρουσία Ροδίων εμπόρων στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου κατά τον 6ο αι. π.Χ. και ίσως μάλιστα μέσω αυτών αναπτύχθη- καν εμπορικές σχέσεις της περιοχής και με την Αίγυπτο132. Ορισμένες ενδείξεις υποδηλώνουν τις ιδιαίτερα στενές εμπορικές σχέσεις της Σάμου με τα θρακικά παράλια μετά την ιωνική επανά- σταση133. Η παρουσία λοιπόν των Ευβοέων, Παριανών, Χίων, Σαμίων και Ροδίων εμπόρων στο βορει- οελλαδικό χώρο δικαιολογεί τις σαφείς επιδράσεις από το νησιωτικό και ιωνικό χώρο στην το- πική κεραμική. Οι Ίωνες την εποχή αυτή είχαν μία αισθητή παρουσία παντού ώστε ιωνικές επι- δράσεις να είναι εμφανείς ακόμη και σε καθαρά δωρικές αποικίες, όπως ήταν η Ταύχειρα και η Κυρήνη134. Στον 5ο αι. η κατάσταση στο βορειοελλαδικό χώρο αλλάζει, καθώς αυξάνεται ολοένα το αθηναϊκό ενδιαφέρον για την περιοχή. Στα 476/5 π.Χ. ο Κίμων κατέλαβε την Ηιόνα από τους Πέρσες135, ενώ το 465 π.Χ. αποβιβάζονται οι Αθηναίοι στις Εννέα Οδούς με στόχο να αποκτήσουν τον έλεγχο των ορυχείων136. Παράλληλα η Αθήνα αποκτά δύναμη και στο ανώτερο τμήμα του Θερμαϊκού κόλπου, καθώς μετά την συμμαχία της Ερέτριας με την Αθήνα το 477 π.Χ. εντάχθηκαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία στη δεκαετία του 470 και οι αποικίες της, πόλεις - κράτη της Ανατολικής Χαλκιδικής137, π.χ. Άκανθος, Στάγειρος, Δίκαια138. Αφορμή εξ άλλου για το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου στάθηκε και η διαμάχη Αθήνας – Κορίνθου σχετικά με τον έλεγχο της Ποτίδαιας139. Με την εμφάνιση του Βρασίδα στο Βορρά140, επίσης στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού πολέμου, η Άκανθος στρέφεται προς αυτόν και μετά από μία κοινή νίκη εναντίον των Αθηναίων αφιερώνει ένα θησαυρό στο Μαντείο των Δελφών. Το 421 π.Χ. με τη σύναψη της Νικείου Ειρήνης θεωρήθηκε αρχικά ότι θα έμπαινε ένα τέλος στις διαμάχες της Χαλκιδικής, άποψη που τελικά δεν δικαιώθηκε. Στη συνέχεια η Όλυνθος αποκτά αρχηγική θέση στη Χαλκιδική και συγκροτεί την Ολυνθι- ακή Συμπολιτεία των Χαλκιδικών πόλεων, η οποία βρίσκεται σε διαμάχη με τον Μακεδόνα βα- σιλέα. Το κοινό των Χαλκιδέων141, που κατείχε ήδη τον Ανθεμούντα, το 383 π.Χ. είχε καταλάβει και την Πέλλα και φιλοδοξούσε να επεκταθεί και ανατολικά142. Τότε ο Αμύντας Γ’ ζήτησε τη βοήθεια της Σπάρτης, με την οποία συντάχθηκαν η Άκανθος και η Απολλωνία δύο μεγάλες πό- 131 Τιβέριος 1993α, σ. 1491. 132 Ό.π. σ. 1490. 133 Σύμφωνα με την άποψη του Ιsaac η ομοιότητα των νομισμάτων της Δίκαιας και της Σάμου αλλά και των πρώτων τριοβόλων των Αβδήρων μετά το 480 π.Χ. υποδεικνύουν εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο περιοχές, βλ. Isaac 1986, σ. 93, 109. May 1966, σ. 95.1. Θεωρείται ότι η Σάμος, αφού έμεινε ατιμώρητη από τους Πέρσες μετά την αποχώρησή της ύστερα από τη ναυμαχία της Λάδης, εκμεταλλεύτηκε την κάμψη των υπόλοιπων ιωνικών πόλεων προκειμένου να αναπτυχθεί εμπορικά. 134 Βλ. για παράδειγμα τα ευρήματα της Ταύχειρας, Tocra I και Tocra II. Για τα ευρήματα της Κυρήνης, βλ. Schaus 1985, σ. 105. 135 Hammond II, σ. 122. 136 Ό.π. σ. 123. Isaac 1986, σ. 18-19, 48 κ.ε. 137 Ό.π. σ. 116. Meritt –Wade-Gery –Mc Gregor 1939-1953. 138 Hammond II, σ. 115. 139 Hammond II, σ. 147. 140 Isaac 1986, σ. 40-45. 141 Σχετικά με την ίδρυση του Κοινού των Χαλκιδέων υπάρχουν διάφορες απόψεις στην έρευνα. Ο West , όπως και άλλοι, θεωρεί ότι ιδρύεται γύρω στα 432 π.Χ. Βλ. West 1914, σ. 24-34. Του ίδιου 1928. Busolt 1928, σ. 1502. Larsen 1968, σ. 60-63. Hatzopoulos 1996a, σ. 25-38 κυρίως 33. Άλλοι μελετητές θεωρούν πιθανότερη μία χρονολογία γύρω στο 421 π.Χ. De Salvo 1968, σ. 47-53. Langher 1994, σ. 291-326. Στα τέλη του 19ου αι. είχε διατυπωθεί επίσης η άποψη ότι ιδρύθηκε μετά την Ανταλκίδειο Ειρήνη, δηλ. το 386 π.Χ., βλ. Abel 1874, σ. 210. Σχετικά με την ιστορία και νομισματοκοπία του κοινού, βλ. Psoma 2001. 142 Hammond ΙΙ, σ. 173. 13 λεις της περιοχής143, που ήταν ενάντιες στο συνασπισμό. Μετά την επικράτησή της η Σπάρτη εγκατέστησε φρουρές σε συμμαχικές πόλεις όπως η Άκανθος και η Απολλωνία, και το 379 π.Χ. μετά τη συνθηκολόγηση της Ολύνθου διέλυσε το κοινό των Χαλκιδικών πόλεων144. Η παρουσία των Αθηναίων ήδη από τα μέσα του 6ου αι. και των Κορινθίων από τις αρχές του 5ου αιώνα στην περιοχή είναι καθοριστική. Από τα κλασικά χρόνια και εξής στο χώρο που εξετάζουμε κυρίαρχη και καταλυτική είναι η παρουσία των Αθηναίων τόσο στη Χαλκιδική όσο και στο Θερμαϊκό κόλπο. Τα αθηναϊκά κεραμικά προϊόντα κατακλύζουν τις διεθνείς αγορές145. Μία ματιά στις δημοσιεύσεις των αρχαϊκών και κλασικών νεκροταφείων που έχουν ανασκαφεί, π.χ. στη Σίνδο146, Αγ. Παρασκευή147, Ν. Καλλικράτεια148, Άκανθο149 κ. ά.150, φανερώνει το πλήθος της επείσακτης αττικής κεραμικής που έφτασε από τον 6ο αι. και ιδιαίτερα στον 5ο και εξής και στη Χαλκιδική και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Το αποτέλεσμα, όπως θα δούμε παρακάτω, ήταν από τον 5ο αι. κυρίως και εξής η παραγωγή των τοπικών εργαστηρίων να περιορισθεί κυρίως στην κατασκευή αβαφών αγγείων που μιμούνται μάλιστα τα αττικά σχήματα. Εξαίρεση αυτής της γενικής τάσης που επικρατεί στον 5ο αι. π.Χ. αποτελούν τα αγγεία της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής, της τεφρόχρωμης και ταινιωτής κεραμικής που θυμίζουν παλιότερες δημιουργίες των τοπικών εργαστηρίων. Πριν προχωρήσουμε στη μελέτη της τοπικής κεραμικής θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι οι αριθμοί των αγγείων οι οποίοι αναγράφονται με πλάγιους αριθμούς (italics) αναφέρονται στον κατάλογο της παρούσας εργασίας και όχι στον αριθμό ευρετηρίου τους. Ο όρος «γάνωμα» χρη- σιμοποιείται για τις περιπτώσεις εκείνες των αγγείων που το χρώμα καλύπτει όλη ή σχεδόν όλη την εξωτερική επιφάνειά τους. Όταν το αγγείο φέρει ταινιωτή διακόσμηση, τότε χρησιμοποιούμε τη λέξη χρώμα. Επίσης αντί των συνηθισμένων όρων «προπερσική» ή «χαλκιδική» κεραμική για την γραπτή κεραμική των εργαστηρίων της Χαλκιδικής προτιμήθηκε ο όρος «χαλκιδικιώτικη», αν και δεν είναι εύηχος, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγχυση με τα γνωστά μελανόμορφα χαλ- κιδικά αγγεία της Δύσης151. Όσον αφορά στη χρονολόγηση των κορινθιακών αγγείων, βασιζόμα- στε στη νεότερη χρονολόγηση σύμφωνα με την άποψη του Τιβέριου152. Και τέλος με τον όρο «μακεδονικός χώρος» αναφερόμαστε στο σύγχρονο γεωγραφικό όρο και όχι στον αρχαίο. 143 Ξεν. Ελλην. 5.2.11-20. 144 Ξεν. Ελλην. 5.3.26. 145 Το ίδιο παρατηρείται και σε περιοχές της Μαύρης Θάλασσας βλ. Tsetsklhadze 1994, σ. 37. Στην περι- οχή της Al Mina και της Κιλικίας γενικότερα η αλλαγή αυτή σηματοδοτείται μετά την περσική εισβολή του 545 π.Χ., βλ. Hanfmann 1956, σ. 184. 146 Βλ. Κατάλογος έκθεσης Σίνδου (1985). 147 Σισμανίδης 2000, σ. 453-459. 148 Μπιλούκα – Βασιλείου – Γραικός 2000, σ. 299-307. Μπιλούκα – Γραικός 2001, σ. 279-289. Μπιλούκα – Γραικός 2002, σ. 375-384. 149 Άκανθος Ι, σ. 238 κ.ε. Οι αττικές εισαγωγές στην Άκανθο άρχισαν στο β’ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. 150 Γενικά για το εμπόριο των αττικών αγγείων στο βορειοελλαδικό χώρο, βλ. Τιβέριος 1988β, σ. 151 κ.ε. 151 Ferrari 1994. Keck 1988. Rumpf 1927. Smith 1932. 152 Τιβέριος 1991β, σ. 630-640. Η άποψή του επιβεβαιώνεται και από άλλα ανασκαφικά σύνολα, βλ. Σκαρλατίδου 2002, σ. 282-303. 14 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΆΚΑΝΘΟΣ Στη χερσόνησο της Χαλκιδικής, στα χαμηλότερα υψώματα του όρους Στρατόνικου, ιδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει η αρχαία Άκανθος (Πίν. 1α). Η αρχαία πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις λόφους, κοντά στο ανατολικό άκρο του ακανθίου κόλπου, δίπλα στο σημερινό χωριό Ιερισ- σός. Σε μία τόσο προνομιακή θέση από όπου μπορούσε να ελέγχει το πέρασμα προς την τρίτη χερσόνησο της Χαλκιδικής, την Ακτή153, δέσποζε στην ανατολική πλευρά της Χαλκιδικής και είχε κάθε δυνατότητα να αναπτυχθεί σε σημαντικό λιμάνι και κόμβο ανάμεσα στην Ανατολική Ελλάδα και στο εσωτερικό της Χαλκιδικής και στη μακεδονική ενδοχώρα. Ιδρύθηκε γύρω στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ως αποικία της Άνδρου154 σε συνεργασία με τους Χαλκιδείς155. Ταυτόχρονα οι Άνδριοι ίδρυσαν στη Χαλκιδική τη Σάνη και βορειότερα στην περι- οχή της Βισαλτίας δύο ακόμη σημαντικές αποικίες: την Άργιλο και τη Στάγειρο156. Οι αναφορές των αρχαίων γραπτών πηγών για την Άκανθο είναι φειδωλές περιορίζοντας τη γνώση μας για τη δράση και το ρόλο της πόλης στην αρχαία ελληνική ιστορία. Οι απόψεις για την προέλευση και ετυμολογία του ονόματός της είναι ποικίλες. Σύμφωνα με μία άποψη οφείλει το όνομα της σε κάποιον μυθικό ήρωα Άκανθο, κατά μία άλλη άποψη στην αφθονία αγκαθιών στην περιοχή157. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή κωμόπολη, σε μικρή απόσταση από την αρχαία πόλη, φέρει το όνομα Ιερισσός, προερχόμενο κατά πάσα πιθανότητα από το λατινικό cerissus που σημαίνει αγκάθι158. Η Άκανθος εμφανίζεται στο προσκήνιο των ιστορικών εξελίξεων στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. ως υποτελής των Περσών, καθώς κατά τη διάρκεια των Μηδικών χρησίμευσε ως οχυρό, αρχικά για τα στρατεύματα του Μαρδόνιου και στη συνέχεια για τον φιλόδοξο Ξέρξη. Ο ρόλος της ήταν καθοριστικός εξαιτίας της γεωμορφολογίας της περιοχής159˙ μπροστά της σχηματίζεται ένα φυ- σικό λιμάνι και επιπλέον βρίσκεται σε εγγύτητα με το στενότερο σημείο του Άθω, όπου σύμ- φωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, έγινε η διάνοιξη της διώρυγας για τη διέλευση του περσικού στόλου. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, οι Ακάνθιοι προσχώρησαν στην Α’ Αθηναϊκή Συμ- μαχία. Ωστόσο με το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου και τη σημαντική αύξηση των φόρων η πόλη ακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων πόλεων της ευρύτερης περιοχής, αποχω- ρεί από τη συμμαχία. Είναι η πρώτη πόλη της Χαλκιδικής που συνάπτει συμμαχία με το Σπαρ- τιάτη βασιλιά Βρασίδα το 424 π.Χ.160. Μάλιστα επικράτησε σε μάχη εναντίον της Αθήνας και όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, οι Ακάνθιοι ανέθεσαν από κοινού με τους Σπαρτιάτες ένα θη- σαυρό στο μαντείο των Δελφών161. Μετά τη Νικίειο Ειρήνη η πόλη διατηρεί την αυτονομία της 153 Με το όνομα Ακτή αναφέρεται από τον Θουκυδίδη (IV. 109), τον Διόδωρο (ΧΙΙ, 68) και τον Στέφανο Βυζάντιο. 154 Θουκυδίδης IV, 84.1. Διόδωρος ΧΙΙ, 68. Πλούταρχος, Ελλην. ζητήματα, 30. Ευσέβιος Χρον. ΙΙ παρά Migne Patrologia Graeca, 19455. Έχει διατυπωθεί η άποψη για την ίδρυσή της κατά 20 χρόνια νωρίτερα, βλ. Braaden 1952, σ. 378. 155 Πλούταρχος, Ελληνικά ζητήματα, 30. Πληροφορούμαστε ότι οι ντόπιοι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει την πόλη τους. 156 Πληροφορίες για τις πόλεις αυτές, βλ. παραπάνω σ. 8. 157 Δήμιτσας 1896, σ. 610. 158 Παρλαμά 1978, σ. 5-31. 159 Για τα ιστορικά στοιχεία βλ. Zahrnt 1971, σ. 146-150 και 1993, σ. 1766-1772. Scheer 1984, σ. 164. Lauffer 1989, σ. 89. Müller 1987, σ. 140-141. 160 Hammond II, σ. 372. 161 Πλουτάρχου, Περί του μη χράν, 14, όπου αναφέρεται «οίκος Ακανθίων και Βρασίδου» με αναθηματική επιγραφή «Βρασίδας και Ακάνθιοι από Αθηναίων». 15 αλλά της επιβάλλεται φορολογία. Ο Φίλιππος Β’ την κατέλαβε αλλά δεν την κατέστρεψε. Η κα- ταστροφή της επήλθε στα 200 π.Χ. από τους Ρωμαίους162. Η αρχαιολογική έρευνα στην αρχαία Άκανθο ξεκίνησε το 1969163 ενώ από το 1970 και εξής ερευνάται σταδιακά αλλά αδιάκοπα το παράλιο νεκροταφείο της πόλης164 υπό την επίβλεψη της ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ. Η πρώτη ανασκαφική έρευνα στο νεκροταφείο πραγματοποιήθηκε από την Ε. Γιούρη165. Στη συνέχεια ως το 1981 μεγάλο τμήμα του ανασκάφηκε υπό την εποπτεία της Αικ. Ρωμιοπούλου. Έκτοτε και έως το 2005 την επίβλεψη των ερευνών είχε αναλάβει η Ε. Τρακοσο- πούλου τόσο στον οικισμό όσο και στο νεκροταφείο. Η ανασκαφή του οικισμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, απλώνεται πάνω σε τρεις λόφους, άρχισε μόλις το 1994, οπότε άρχισε και η το- πογράφησή του με αποτέλεσμα σήμερα να υπολογίζεται η έκτασή του σε 560 στρέμματα166. Το νεκροταφείο απέχει 1χλμ. περίπου από την πόλη. Η έκτασή του στο παραθαλάσσιο τμήμα της σύγχρονης κωμόπολης είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Κατέχει 60 περίπου στρέμματα και χρησιμοποιή- θηκε από τα αρχαϊκά έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια167 (Πίν. 1β). Η Άκανθος168 ιδρύθηκε πάνω σε έναν προϊστορικό οικισμό τμήμα του οποίου εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1993 στον κεντρικό λόφο του αρχαιολογικού χώρου, όπου ήρθε στο φως τμήμα αψιδωτού οικοδομήματος και κεραμική της Εποχής του Σιδήρου169. Λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφής στο νεκροταφείο, εντοπίστηκαν τάφοι της Εποχής Σιδήρου με κτερίσματα, όπως οπισθότμητοι πρόχοι, μεγάλες οκτώσχημες πόρπες κ.ά.170 Η πόλη είχε λαμπρά δημόσια οικοδομήματα. Στη κορυφή ενός λόφου δέσποζε ένας μνημεια- κός ναός171, αφιερωμένος ίσως στην προστάτρια της πόλης, Αθηνά 172. Ένα δεύτερο οικοδόμημα αναγνωρίσθηκε ως ναός και ανάγεται στους ύστερους κλασικούς-πρώιμους ελληνιστικούς χρό- νους. Ίσως πρόκειται για κάποιο μνημείο που σχετίζεται με χθόνιες λατρείες173. Έχει ανασκαφεί ένα ακόμη λαμπρό οικοδόμημα της πόλης των πρώιμων ελληνιστικών χρό- νων, τετράγωνο σε κάτοψη με επιμελημένη τοιχοποιία από γρανιτόλιθους, πώρινες πλίνθους ή ακόμη και μαρμάρινες. Στο νότιο τμήμα του απoκαλύφθηκε ένας τετράγωνος χώρος αιθρίου με δάπεδο από μαρμάρινες πλάκες. Στο κέντρο υπάρχει ένα πηγάδι με μαρμάρινο προστομιαίο και ένας πεσμένος ιωνικός κίονας174. Η ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων πιστοποιείται από την ανεύρεση κεραμικών κλιβάνων στο χώρο του νεκροταφείου. Στα οικόπεδα αρ. 205-206, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο της σύγχρονης κωμόπολης, αποκαλύφθηκαν κλίβανοι του 4ου αι. π.Χ.175 και στο οικόπεδο 212 162 Zahrnt 1984, σ. 150. 163 Πέτσας 1969α, σ. 309. 164 Ανακοινώσεις υπάρχουν στα Χρονικά στο ΑΔ από την Αικ. Ρωμιοπούλου και Ε. Τρακοσοπούλου στη συνέχεια. 165 Γιούρη 1971α, σ. 393-395. 166 Τρακοσοπούλου 1996, σ. 297-307. 167 Τρακοσοπούλου 1987α, σ. 295-304. 168 Η Άκανθος ταυτίστηκε με τη συγκεκριμένη θέση πολύ νωρίς ύστερα από την ανεύρεση όρου του δήμου των Ακανθίων, βλ. Feissel - Séve 1831, σ. 56. 169 Τρακοσοπούλου 1996, σ. 298-9 και 1998α, σ. 1197. 170 Τρακοσοπούλου 2001, σ. 345-354. Για ευρήματα της Εποχής Σιδήρου από την Άκανθο, βλ. επίσης της ίδιας 2004γ, σ. 265-274. 171 Τρακοσοπούλου 1996, σ. 301. Σήμερα διακρίνεται η θεμελίωση του πρόναου, του σηκού και του οπισθόδομου. Τα ευρήματα που απέδωσε η ανασκαφική έρευνα δεν βοηθούν στη χρονολόγησή του. 172 Ό.π. σ. 303. Όσον αφορά στην ταύτιση της θεότητος που λατρευόταν στο χώρο, η ανασκαφέας θεωρεί ότι η περίοπτη θέση του μνημείου σε συνδυασμό με τον πρωτεύοντα ρόλο της Αθηνάς στη ζωή της πόλης, όπως αυτή φαίνεται από τη νομισματοκοπία, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο ναός ανεγέρθηκε προς τιμήν της. 173 Ό.π. σ. 306. Η ταύτιση στηρίζεται στο γεγονός ότι το κτίριο είναι κτισμένο πάνω σε παλιότερο τμήμα του νεκροταφείου και στην ανεύρεση τμήματος χαίτης μαρμάρινου λιονταριού. 174 Ό.π. σ. 304-305. Τρακοσοπούλου 1987β, σ. 86-88 και 1984, σ. 223. 175 Τρακοσοπούλου 2004β, σ. 161κ.ε. 16 αποκαλύφθηκε απιόσχημος κεραμικός κλίβανος των ελληνιστικών μάλλον χρόνων176. Η μελέτη του πηλού των αγγείων που βρέθηκαν στο εσωτερικό των κλιβάνων 5 και 6 είναι καθοριστική για τη διάκριση και μελέτη της ντόπιας κεραμικής. Το νεκροταφείο της πόλης εκτείνεται στην παράλια ζώνη του σύγχρονου οικισμού (Πίν. 1β). Ο αριθμός των ταφών που έχουν ερευνηθεί ως τώρα ξεπερνά τις 11.000. Οι αρχαιότερες ταφές ανάγονται ίσως στον 8ο αι. π.Χ. και οι νεότερες στους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους και συγκεκριμένα στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ.177. Ο μεγαλύτερος αριθμός ανάγεται στα υστεροαρχαϊκά και κλασικά χρόνια. Τα είδη και οι τύποι των τάφων, καθώς και η κτέριση των νεκρών επανα- λαμβάνονται φανερώνοντας μία εμμονή στα ήθη και στα έθιμα. Στην αρχαϊκή εποχή τα κτερίσματα των τάφων είναι πολύ πλούσια. Υπάρχουν αγγεία του ατ- τικού εργαστηρίου, αλλά και του κορινθιακού, του ιωνικού και του κυκλαδικού, και συγκεκρι- μένα του παριανού178. Σε σπάνιες περιπτώσεις αντιπροσωπεύονται και άλλα εργαστήρια, όπως το λακωνικό179. Πολλές φορές ο νεκρός συνοδεύεται και από αγγεία τοπικής παραγωγής αλλά και ντόπια ειδώλια. Η κτέριση στα κλασικά χρόνια είναι συνήθως πιο λιτή. Οι νεκροί συνοδεύονται συνήθως από οινοχόες, ληκύθια, σκύφους, αρυτήρες, μικκύλα αγγεία διαφόρων σχημάτων. Αρκετές φορές υπάρχουν επίχρυσα στεφάνια, στλεγγίδες, χάλκινα νομίσματα, κοσμήματα, αστράγαλοι αλλά ακόμη και κελύφη αυγών και χελωνών, χωρίς να λείπουν και σπανιότερα ευρήματα, όπως π.χ. οι μολύβδινοι κατάδεσμοι180 . Στους ελληνιστικούς χρόνους επικρατούν τα μυροδοχεία, τα μελαμβαφή αγγεία, τα ντόπια αβαφή, π.χ. λοπάδες κ.α., αρκετά χάλκινα νομίσματα, κοσμήματα κλπ. Στους ρωμαϊκούς τάφους εκτός από τα πήλινα αγγεία σημαντικό ρόλο κατέχουν τα γυάλινα αγγεία, κυρίως μυροδοχεία διαφόρων τύπων181. Την ακμή και ευημερία της πόλης εκτός από τα μνημειώδη δημόσια οικοδομήματα και το πλούσιο νεκροταφείο φανερώνει και η νομισματοκοπία της182. Η Άκανθος αρχίζει να κόβει νομί- σματα στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. βάσει του ευβοϊκού σταθμητικού κανόνα. Είναι μία από τις πρώτες πόλεις της βορειοελλαδικού χώρου που μετά τα τέλη του 6ου αι. κόβει αργυρά νομί- σματα183. Στα αργυρά νομίσματα απεικονίζεται στον εμπροσθότυπο λιοντάρι να σπαράσσει ελάφι ή ημίτομο ταύρου και στον οπισθότυπο έγκοιλο τετράγωνο, ενώ στα χάλκινα απεικονίζεται η θεά Αθηνά. Η τοπική κεραμική της Ακάνθου μπορεί να διακριθεί κυρίως σε πέντε κατηγορίες. Βα- σικό κριτήριο για την διάκριση των ντόπιων αγγείων μέσα από το πλήθος των αγγείων που έχουν προέλθει από την πολύχρονη ανασκαφή του ακάνθιου νεκροταφείου είναι η σύσταση του πηλού. Το σύνηθες χρώμα των πηλών που χρησιμοποιήθηκε από τα τοπικά εργαστήρια είναι καστανό ή ερυθροκάστανο. Αν και τα είκοσι δείγματα που δόθηκαν για ανάλυση παρουσιάζουν αρκετές χρωματικές διαφορές συγκρίνοντάς τα με γυμνό μάτι, η εξέτασή τους σε στερεομικροσκόπιο και πολωτικό μικροσκόπιο απέδειξε ότι πρόκειται για τον ίδιο πηλό, ο οποίος παρουσιάζει ένα στα- θερό συνδυασμό ορυκτών και ότι μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ομάδες αγγείων. Βασικό κρι- τήριο διαχωρισμού είναι η παρουσία των προσμίξεων και πιο συγκεκριμένα η συχνότητα και το 176 Ό.π. εικ. 2. 177 Τρακοσοπούλου 1993α, σ. 413κ.ε. Ρωμιοπούλου 1999, σ.129. 178 Τρακοσοπούλου 1999, σ. 414-415. Τρακοσοπούλου 1996, εικ. 6. 179 Τρακοσοπούλου 1996, εικ. 8. Λακωνικός αμφορέας. 180 Τρακοσοπούλου 1993β. 181 Τρακοσοπούλου 2002, σ. 79-90. 182 Gaebéler 1935, σ. 23-29, Olynthus IX, σ. 261-266, Desneux 1949 και Lorber 1990, σ. 47-49. 183 Tselekas 1996 και 2000, σ. 51-56. Picard 1989, σ. 225-231. Kraay 1976, σ. 101, 135, 362 αρ.137κ.ε., 457. Μάλιστα η διάδοση των ακάνθιων νομισμάτων στον αιγαιακό χώρο είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλης πόλης της Χαλκιδικής. Αργυρά νομίσματα Ακάνθου έχουν βρεθεί στην Αίγυπτο, στον Τάραντα, στη Σικε- λία κ.ά., βλ. Zahrnt 1971, σ. 147. 17 μέγεθος των κόκκων τους. Ο διαχωρισμός γίνεται με βάση την ποσοτική αναλογία των μη - πλα- στικών στοιχείων (χαλαζίας, άστριοι, μαρμαρυγίες, κεροστίλβης, σπάνια επιδότης, θραύσματα ανθρακικών πετρωμάτων, χαλαζίτης και ψαμμίτης). Η μεγάλη συχνότητα χονδρόκοκκου χαλα- ζία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αγγεία, ήταν μάλλον τεχνητή για να προστατεύσει το αγγείο κατά τη διάρκεια της όπτησης. Αρκετά αγγεία της τοπικής παραγωγής παρουσιάζουν τεφρό πυρήνα που οφείλεται στον ανεπαρκή χρόνο και δύναμη ψησίματος. Τρία είναι τα επιχειρήματα που μας πεί- θουν ότι πρόκειται πράγματι για αγγεία της τοπικής παραγωγής της Ακάνθου (αναλυτικότερες πληροφορίες δίνονται στο Παράρτημα Α): α) Η σύσταση των δειγμάτων που μελετήθηκαν ταιριάζει καλά με την εικόνα που έχουμε για την περιοχή της Ακάνθου από το χάρτη της λεγόμενης από τους γεωλόγους Σερβομακεδονικής μάζας (Παράρτημα Α, χάρτης 1). β) Όλα τα αγγεία έχουν κατασκευασθεί από τον ίδιο πηλό, ο οποίος διαφοροποιείται μόνο στις προσμίξεις. γ) Ορισμένα δείγματα που μελετήθηκαν προέρχονται από το εσωτερικό των κλιβάνων των ύστερων κλασικών χρόνων. Δεδομένου όμως ότι όλα τα αγγεία, όλων των εποχών είναι από τον ίδιο πηλό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλα κατασκευάστηκαν στα κεραμικά εργαστήρια της Ακάνθου. Η ομάδα 1 που χαρακτηρίζεται από πιο χονδρόκοκκη σύνθεση αποτελείται από μεγάλα ανοι- κτά και κλειστά αγγεία, κυρίως αβαφή, αλλά και ορισμένα με διακόσμηση, όπως ο καταστόλι- στος πιθαμφορέας με οριζόντιες λαβές 109 (Πίν. 16). Οι ομάδες 2 και 3 με λεπτόκοκκη και με- σαία σύνθεση184 αντίστοιχα αποτελούνται κυρίως από μικρότερα, τόσο διακοσμημένα όσο και άβαφα αγγεία που σκοπό έχουν να μιμηθούν αγγεία του ανατολικοϊωνικού χώρου. Στην ομάδα 3 με τη μεσαία σύνθεση που προαναφερθήκαμε, εντάσσονται και οι μιμήσεις κορινθιακών αγγείων. Ειδικά για τα τελευταία ήταν πολύ δύσκολο να καθορισθεί η εργαστηριακή τους προέλευση. Δεν παρουσιάζουν κοινά εξωτερικά στοιχεία με τα υπόλοιπα ντόπια. Το χρώμα του πηλού είναι ανοι- κτό καστανό, σχεδόν κίτρινο και η εξωτερική επιφάνειά τους δεν είναι καθόλου κοκκώδης. Παρ’ όλα αυτά όμως μας προβλημάτισε το γεγονός ότι και η προέλευση από την Κόρινθο δεν φαινό- ταν πιθανή. Η ανάλυση ορισμένων από αυτά, έδειξε ότι πρόκειται για τον ίδιο δευτερογενή πηλό που χρησιμοποιείται για όλα τα αγγεία της τοπικής παραγωγής, αλλά η χαμηλή θερμοκρασία όπτησης σε συνδυασμό με την αυξημένη συχνότητα μαρμαρυγιών και ανθρακικών (λευκοκρατι- κών συστατικών) δίνει μία ανοικτόχρωμη απόχρωση στο κεραμικό185. Διακρίνονται οι παρακάτω κατηγορίες στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια αναλυτικά: Κεραμική με επιδράσεις από την Ιωνία και γενικότερα την Ανατολική Ελλάδα. Αποτε- λείται από δύο ομάδες: α) με γραπτή ταινιωτή διακόσμηση και β) ολόβαφη ή μονόχρωμη. Η γρα- πτή κεραμική με ταινιωτή διακόσμηση συναντάται κυρίως κατά τους αρχαϊκούς χρόνους186. Ήδη ο ανασκαφέας της Ολύνθου, Robinson, είχε επισημάνει στα μέσα του 20ου αι. την ύπαρξη στην Όλυνθο τοπικών αγγείων με ταινιωτή διακόσμηση που μοιάζουν με προϊόντα της ανατολικής ακτής της Κεντρικής Ελλάδος, των νησιών και της Μ. Ασίας.187 Στην Άκανθο εντοπίζονται εκτός 184 Με βάση τις κοκκομετρικές κλίμακες Wentworth (1922) και Krumbein (1934). 185 Βλ. παράρτημα Α. 186 H αρχή της προτίμησης του ιωνικού και γενικότερα του ανατολικοελληνικού κόσμου για αγγεία με ταινιωτή διακόσμηση ανάγεται γύρω στα 700 π.Χ. ξεκινώντας μάλλον από τη Σάμο με τις ταινιωτές κύλι- κες με κυματοειδή γραμμή στο χείλος. Βλ. Walter 1968, σ. 124 αρ. 566, 567 πίν. 110. Στη συνέχεια οι κε- ραμείς του νησιωτικού και ανατολικοελληνικού χώρου παρήγαγαν διάφορα σχήματα με ταινιωτή διακό- σμηση, όπως το λύδιο. Βλ. Cook –Dupont 1998, σ. 132 εικ. 19.1b. Yalouris 1997, σ. 67-69 εικ. 7-11. Πα- λιότερα στην έρευνα θεωρούνταν όλα τα αγγεία με ταινιωτή διακόσμηση ως ανατολικοϊωνικά. Βλ. Cook 1960, σ. 181. Νεότεροι όμως μελετητές αμφισβήτησαν την άποψη αυτή και θεωρούν ότι η εξαγωγή των αγγείων αυτών από την Ιωνία σ’ όλον τον γνωστό κόσμο έχει υπερτονιστεί. Βλ. Cook – Dupond 1998, σ. 132. 187 Olynthus XIII, σ. 4. Τα αγγεία αυτά κατατάχθηκαν στην ομάδα ΙΙΙ της «προπερσικής» κεραμικής και χρονολογήθηκαν στον 6ο – πρώιμο 5ο αι. π.Χ. 18 από τα ντόπια αγγεία με γραπτή ταινιωτή διακόσμηση και πολλά επείσακτα. Η διάκριση των ντόπιων από τα επείσακτα είναι πολύ εύκολη, καθώς διαφέρει τόσο η σύσταση του πηλού όσο και η ποιότητα του χρώματος, που χρησιμοποιείται για τη διακόσμηση, και τα τεχνικά χαρακτη- ριστικά. Τα επείσακτα αγγεία είναι κατασκευασμένα από καθαρότερο πηλό, έχουν χρώμα καλύ- τερης ποιότητος, στιλπνό και ένα τεχνικό χαρακτηριστικό που τα διακρίνει είναι οι έντονες αυ- λακώσεις από τον τροχό που σχηματίζονται στο εσωτερικό τους. Τα ντόπια αγγεία κατασκευά- στηκαν από πηλό χαμηλότερης ποιότητος και φέρουν θαμπό χρώμα. Τα επείσακτα είναι από κα- λύτερο πηλό και με πιο επιμελημένη διακόσμηση. Έχουν πιθανότατα εισαχθεί στην Άκανθο από διάφορα εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού και νησιωτικού χώρου. Τα ντόπια είναι πολυπληθέ- στερα. Οι ντόπιοι καλλιτέχνες μιμούνται όχι μόνο τα σχήματα αλλά και τα διακοσμητικά μοτίβα της ανατολικοϊωνικής κεραμικής. Σ’ αυτήν την κατηγορία εντάσσονται όχι μόνο αγγεία με γραπτή ταινιωτή διακόσμηση αλλά και ορισμένα ολόβαφα, ως επί το πλείστον μόνωτα κύπελλα, τα οποία είναι πιστά αντίγραφα ιω- νικών και νησιωτικών αντίστοιχων αγγείων που την ίδια εποχή έχουν κατακλύσει την αγορά της Ακάνθου188. Και στα ολόβαφα αγγεία η διάκριση ανάμεσα σε επείσακτα και τοπικές απομιμήσεις γίνεται με βάση τη διαφορετική σύσταση του πηλού. Ο πηλός της κάθε ομάδας και η τεχνική πλασίματος παρουσιάζει όμοια χαρακτηριστικά με αυτά που προαναφέρθηκαν για τα αγγεία με ταινιωτή διακόσμηση. Οι ντόπιοι κεραμείς «πρωτοτυπούν», καθώς εφαρμόζουν την ταινιωτή δια- κόσμηση και σε αγγεία που στην Ανατολική Ελλάδα κατασκευάζονται μόνο ολόβαφα. Πρώτη μνεία στη δράση των τοπικών «ιωνιζόντων» εργαστηρίων γίνεται από την Κ. Ρωμιο- πούλου, η οποία αναφέρει ότι στον 6ο αι. και στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. κυριαρχούν στην Άκανθο τα ανατολικοϊωνικά και κυκλαδικά προϊόντα, κατεξοχήν παριανά, και τα αττικά ακο- λουθούν. Η ίδια επισημαίνει ότι η τοπική παραγωγή της Ακάνθου επηρεάσθηκε κυρίως από την αντίστοιχη της Β. Ιωνίας189. Παρόμοια αγγεία με της Ακάνθου, που μιμούνται τα ανατολικοϊω- νικά προϊόντα, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, συναντούμε σε όλες τις αποικίες που ίδρυσαν οι ελληνικές πόλεις – κράτη στη Χαλκιδική, αλλά και στις αποικίες που ιδρύθηκαν στην παράλια ζώνη του Στρυμονικού κόλπου από τη Θάσο και στα παράλια της Θράκης από πόλεις της Ανατο- λικής Ελλάδας «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Πρόκειται για μία συντηρητική κεραμική που εμφανίζεται στον 6ο αι. αλλά η παραγωγή της διαρκεί ως τον 4ο. Η διακόσμηση αποτελεί ένα συνδυασμό των υπογεωμετρικών μοτίβων190, που επιβιώνουν στο χώρο της Κεντρικής Μακεδονίας ως την αρχα- ϊκή περίοδο με μοτίβα από το νησιωτικό χώρο και την Ανατολή. Για πρώτη φορά η κεραμική αυτή έγινε γνωστή από τον Robinson ως «προπερσική».191 Η Ι. Βοκοτοπούλου χρησιμοποίησε τον όρο «χαλκιδική» κεραμική ύστερα από την ανεύρεση πλούσιου υλικού αυτής της κατηγορίας στο νεκροταφείο της αρχαίας Μένδης192 και του Πολύχρονου193, που η ίδια ανέσκαψε στο τέλος της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της επόμενης. Προτιμούμε την ονομασία «χαλκιδικιώ- τικη» κεραμική και «χαλκιδικιώτικα» αγγεία ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση με τα γνωστά «χαλ- κιδικά» αγγεία της Δύσης194. Από το υλικό της Ακάνθου σ’ αυτήν την κατηγορία εντάσσονται κυρίως υδρίες με κυματοειδείς ταινίες και σιγμοειδείς γραμμές. Ήδη η Κ. Ρωμιοπούλου είχε ση- 188 Άκανθος Ι, σ. 259. 189 Rhomiopoulou 1978, σ. 62-63 πίν. 27-30. 190 Για την παλιότερη κεραμική παράδοση του χώρου στα μυκηναϊκά χρόνια, βλ. παραπάνω σ. 7 και για τους γεωμετρικούς χρόνους, βλ. σ. 5 σημ. 28-30. 191 Olynthus XIII, σ. 4. Rhomiopoulou 1978, σ. 62-63 πίν. 27-30. 192 Βοκοτοπούλου 1987α,σ. 279-294 και 1987β,σ. 368-369. Της ίδιας 1988α, σ. 331-346, 1988β, σ. 361, 1989α, σ. 409-424, 1989β, σ. 327, 1990, σ. 314-317. Βοκοτοπούλου –Μοσχονησιώτη 1990, σ. 411-424. 193 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 279-294, 1987β, σ. 369-370 και 1989β, σ. 326-327. Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 79-86, πίν. 15-18. Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα, 1988α, σ. 317-330, 1988β, σ. 364 και 1989, σ. 391-408. 194 Βλ. παραπάνω σ. 14 σημ. 151. 19 μειώσει την ύπαρξη τόσο επείσακτων όσο και ντόπιων παραδειγμάτων από την Άκανθο195. Σπά- νια είναι τα υπόλοιπα σχήματα, όπως αμφορείς με οριζόντιες λαβές, λέβητες, κρατήρες κ.ά. που αντιπροσωπεύονται στο ακάνθιο νεκροταφείο. Τα τελευταία φέρουν πλουσιότερο και πιο ενδια- φέρον γραπτό διάκοσμο που αποτελείται όχι μόνο από γραμμικά και φυτικά μοτίβα αλλά και έμ- βιες μορφές, π.χ. ελάφια. Τη στενή σχέση της τοπικής κεραμικής της Χαλκιδικής με την Ανατολική Ελλάδα έχει ήδη επισημάνει ο Σ. Πασπαλάς στη διδακτορική διατριβή του. Παρατηρείται ότι τα περισσότερα σχήματα προέρχονται από την Ανατολική Ελλάδα. Η επιρροή αυτή όμως είναι πιο ευδιάκριτη στη διακόσμηση. Επισημαίνει ότι τα πιο συγγενικά παραδείγματα αγγείων με τα αντίστοιχα της Χαλκιδικής έχουν βρεθεί στη Μίλητο, Σμύρνη, Σάμο, Χίο και στις αποικίες Φώκαια, Κολο- φών196. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων. Πρόκειται για μία μικρή ομάδα αγγείων που μιμείται κο- ρινθιακά σχήματα αγγείων, όπως π.χ. τον απιόσχημο αρύβαλλο, το αλάβαστρο, τις κοτύλες και λιγότερο την διακόσμηση τους, καθώς συνήθως αφήνονται στο χρώμα του πηλού. Όπως έδειξαν οι αναλύσεις πηλού σε στερεομικροσκόπιο και πολωτικό μικροσκόπιο (Παράρτημα Α), οι ντόπιοι κεραμείς προσπαθούν να μιμηθούν την υφή των κορινθιακών αγγείων δημιουργώντας κατάλλη- λες συνθήκες όπτησης και προσθέτοντας στον πηλό λευκοκρατικά συστατικά κάτι που δεν συμ- βαίνει σε άλλες περιοχές που αντιγράφουν μόνο τη διακόσμηση των κορινθιακών αγγείων197. Μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων. Στην Άκανθο βρέθηκαν ελάχιστες μιμήσεις μελανό- μορφων αγγείων, οι οποίες μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες: α) αττικές μιμήσεις και β) μιμήσεις Ρυθμού Αιγάγρων. Στην α’ ομάδα ανήκουν μόνο τμήματα μίας κύλικας και ενός κιο- νωτού κρατήρα, τα οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν από άλλα γειτονικά εργαστήρια198. Στη β΄ομάδα ανήκει το θραύσμα μίας ονοχόης, έργο πιθανότατα κάποιου περιοδεύοντος ανατολικού εργαστηρίου. Παρόμοια αγγεία κατασκευάζονταν από ντόπιους τεχνίτες στη γειτονική Θάσο199. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση. Πρόκειται για λίγα μικρά αγγεία που φέρουν γραπτή δι- ακόσμηση είτε ταινιωτή είτε με μελανό γάνωμα και κουκκίδες είτε ακόμη και πλουσιότερα μο- τίβα, όπως γραπτό μαίανδρο. Ίσως είναι επηρεασμένα από την Ομάδα Κύκνου. Αβαφής κεραμική. Συμπεριλαμβάνονται τα άβαφα αγγεία και εκείνα που φέρουν θαμπό «γάνωμα» ερυθρό, καφέ ή μαύρο. Τα περισσότερα σχήματα είναι μιμήσεις των αττικών αγγείων. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν κάποιες τοπικές διαφοροποιήσεις. «Aσημίζουσα» κεραμική. Στην Άκανθο έχουν βρεθεί τέλος και ελάχιστα παραδείγματα της γνωστής αυτής κεραμικής που παραγόταν στην περιοχή της Σίνδου και οφείλει το όνομα της στο λαμπερό επίχρισμα που φέρει200. Τεφρόχρωμη κεραμική. Εμφανίζεται συχνά στους οικισμούς του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Αποκαλείται τεφρή κεραμική εξαιτίας του γκρίζου χρώματος που αποκτούν τα αγγεία μετά από την όπτησή τους σε αναγωγική ατμόσφαιρα201. 195 Rhomiopoulou 1978, σ. 65 πίν. 28.2. 196 Paspalas 1995, σ. 190. 197 Για παράδειγμα στο κεφάλαιο 2 και 3, όπου πραγματευόμαστε τις απομιμήσεις κορινθιακών αγγείων από το Καραμπουρνάκι και τη Σίνδο αντίστοιχα, παρατηρούμε ότι οι κεραμείς αντιγράφουν πιστά το κο- ρινθιακό διακοσμητικό σύστημα χωρίς να προσπαθούν να μιμηθούν και το κίτρινο χρώμα του κορινθιακού πηλού. Για πιστές κορινθιακές μιμήσεις, βλ. Alessio 1996, σ. 293 κ.ε. 198 Τιβέριος 1988β. Ζαφειροπούλου 1970, σ. 361-392. 199 Για τα μελανόμορφα αγγεία του θασιακού εργαστηρίου, βλ. Coulié 2002. 200 Γιματζίδης 1997. 201 Βλ. παρακάτω σ. 81κ.ε. 20 Α. Γραπτή κεραμική με επιδράσεις από την Ιωνία και γενικότερα την Ανατολική Ελλάδα Εδώ εντάσσονται, όπως είπαμε προηγουμένως, ουσιαστικά δύο κατηγορίες κεραμικής: α) με γραπτή διακόσμηση και β) ολόβαφα αγγεία. Τα σχήματα που συναντούμε, αμφορίσκοι, όλπες, κύπελλα, «ψευδοκάνθαροι», άποδες κύλικες αποτελούν όλα πιστό δάνειο από τον ανατολικοϊω- νικό χώρο. Αλλά και τα διακοσμητικά μοτίβα αποτελούν επίσης δάνειο από το νησιωτικό κόσμο και την Ανατολική Ελλάδα. Συνήθως φέρει χρώμα το χείλος, η βάση και η ράχη των λαβών και στο σώμα έχουμε οριζόντιες ταινίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι οριζόντιες ταινίες συνδυάζο- νται με πεταλόσχημα μοτίβα στον ώμο (Πίν. 6ζ). Άλλος συνηθισμένος τρόπος διακόσμησης είναι να φέρει το αγγείο π.χ. όλπες, σκυφίδια, μία ημικυκλική κηλίδα χρώματος στο πρόσθιο τμήμα απέναντι από τη λαβή (Πίν. 5δ). Προτιμάται κυρίως το ερυθρό χρώμα, αν και δεν είναι σπάνιο και το μελανό. Η ημικυκλική κηλίδα χρώματος στο πρόσθιο τμήμα των αγγείων εμφανίζεται στην Ανατολή κυρίως κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Στην Άκανθο όμως συνεχίζεται και στους κλασικούς χρόνους. Μάλιστα στον 4ο αι. π.Χ. σε ορισμένες περιπτώσεις «μεταλλάσσεται». Η διακόσμηση παύει να έχει ημικυκλικό σχήμα και σχηματίζεται πλέον μία δισκόμορφη ή ακανό- νιστη «κηλίδα» στο κέντρο της κοιλιάς (Πίν. 6η). Συνήθεις είναι και οι μιμήσεις ολόβαφων κυπέλλων (Πίν. 9) και κυλίκων που φέρουν γά- νωμα με εξαίρεση μία ταινία στο ύψος των λαβών που είτε μένει ακόσμητη είτε φέρει κουκκίδες (Πίν. 11β). Οι Ακάνθιοι κεραμείς πολλές φορές στα μόνωτα κύπελλα εφαρμόζουν την ταινιωτή διακόσμηση (Σχ. 6ι), η οποία δεν συναντάται στα αρχικά κέντρα παραγωγής του σχήματος στους αρχαϊκούς χρόνους. Α1. Αμφορίσκοι Αρκετά συνηθισμένο κτέρισμα στις αρχαϊκές ταφές του νεκροταφείου της Ακάνθου είναι οι αμφορείς με γραπτή διακόσμηση202. Το σχήμα τους παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι εξωστρεφές χείλος, ψηλός, στενός λαιμός, που διευρύνεται προς τα δύο άκρα και θα λέγαμε ότι έχει σχήμα κλεψύδρας, σώμα που παρουσιάζει διόγκωση στο άνω τμήμα και συγκλίνει προς τα κάτω και διευρυνόμενη βάση. Οι κάθετες λαβές είναι ελλειψοειδούς δια- τομής, φύονται από το λαιμό και απολήγουν στον ώμο. Η διακόσμηση αποδίδεται άλλοτε με ερυθρό χρώμα και άλλοτε μελανό. Το χείλος και η βάση είναι επίσης βαμμένα. Το σώμα κοσμεί- ται στις περισσότερες περιπτώσεις με μία ή δύο οριζόντιες ταινίες ακριβώς κάτω από την από- ληξη των λαβών, π.χ. 12 (πίν. 3η, Σχ. 2β), 10 (Πίν. 3στ, Σχ. 1θ). Άλλοτε πάλι στο ίδιο ύψος υπάρχουν δύο λεπτές ταινίες και ανάμεσα τους μία πλατιά, π.χ. 13 (Πίν. 4α, Σχ. 2γ). Σπανιότερα συναντούμε μία ταινία ψηλά στο σώμα και μία στο κάτω τμήμα του, π.χ. 15 (Πίν. 3στ, Σχ. 2ε). Οι λαβές φέρουν συνήθως στην εξωτερική όψη τους διακόσμηση ελλειψοειδούς σχήματος. Εξαιρετικά σπάνια είναι η περίπτωση να καλύπτεται με χρώμα ολόκληρη η εξωτερική τους όψη π.χ. 13 (Πίν. 4α, Σχ.2γ). Παρόμοια αγγεία έχουν βρεθεί σε διάφορες θέσεις του μακεδονικού χώρου. Ήδη είναι γνω- στά δύο παραδείγματα από την Άκανθο203, ένα από την Όλυνθο204, ένα από τη Μένδη205, το Καραμπουρνάκι206, τη Θάσο207, τον αρχαίο Φάγρητα208, τη Γάζωρο209 αλλά και από την μακρινή 202 Για την ονομασία του αμφορέα και τη χρήση του, βλ. Kanowski 1984, σ. 19 κ.ε. 203 ΑΔ 29 (1973\4), Χρονικά πίν. 491β. Άκανθος Ι, αρ. 1110 πίν. 69. 204 Olynthus XIII, σ. 301 αρ. 1 πίν. 194. Προέρχεται από τη Μηκύβερνα και χρονολογείται στον 6ο ή πρώ- ιμο 5ο αιώνα. 205 Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 414 εικ. 16. Το παράδειγμα από το νεκροταφείο της Μένδης χρονολογείται με βάση τα συνευρήματά του στα τέλη του 6ου αι. 206 Όπως με πληροφόρησε ο Μ. Τιβέριος. 21 Δίκαια της Θράκης210. Παρόμοιους επείσακτους αμφορίσκους μεγαλύτερου μεγέθους συνα- ντούμε και στην Καλλικράτεια Χαλκιδικής211. Ο Καλτσάς έχει υποστηρίξει ότι το σχήμα αποτελεί μία ελεύθερη απόδοση των κορινθιακών αμφορίσκων της Ύστερης Κορινθιακής περιόδου212. Δεν υπάρχει καμιά στενή σχέση ανάμεσα τους. Οι κορινθιακοί αμφορίσκοι έχουν όμοιο σχήμα όσον αφορά στο σώμα και στη διαμόρφωση των λαβών, αλλά διαφέρει ολότελα η διαμόρφωση του χείλους και του λαιμού. Ο λαιμός στους κορινθιακούς αμφορίσκους είναι χαμηλός, σχεδόν κυλινδρικός και το χείλος ψηλό. Στο σώμα δίνονται πλούσια διακοσμητικά θέματα, χαρακτηριστικά της εικονογραφίας του κορινθιακού ερ- γαστηρίου213. Είναι εμφανές ότι το σχήμα δεν έχει δεχθεί επιρροή από την Κόρινθο. Ανάλογα παραδείγματα με τα αγγεία από το βορειοελλαδικό χώρο προέρχονται από τη Ανατολική Ελλάδα. Το σχήμα είναι γνωστό από τα νεκροταφεία της Ρόδου214. Από την Ίστρια προέρχονται δύο συγγενικά παραδείγματα, ένας αμφορίσκος του 5ου αι. π.Χ. που έχει βαμμένο χείλος και οριζό- ντιες ταινίες στο σώμα215 και ένας ακόμη αμφορίσκος που έχει πιο συγγενικό σχήμα με τους δι- κούς μας και στο σώμα δίνονται πλατιές οριζόντιες ταινίες ανάμεσα σε λεπτότερες216. Το σχήμα των αμφορίσκων της Ακάνθου μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με το αντίστοιχο κάποιων αμφορίσκων του Ρυθμού Φικελλούρων που έχουν βρεθεί στη Σάμο, στη Ρόδο, στην Ολβία, στην Έφεσο κ.α.217 και που αποδίδονται στη Μίλητο218. Το σχήμα των τελευταίων είναι πολύ κοντά στον 8 της Ακάνθου (Πίν. 3δ, Σχ. 1ζ). Άρα το σχήμα ανήκει με βεβαιότητα στα μέσα του 6ου αι. π.Χ.219. Στη Χίο έχουν βρεθεί δύο αμφορίσκοι αυτού του σχήματος, πολύ μικρού μεγέθους, οι οποίοι εί- ναι βαμμένοι με εξαίρεση το λαιμό και χαρακτηρίζονται ως απομιμήσεις ροδιακών220. Το σχήμα στα Δωδεκάνησα, όπου εμφανίζεται πολύ συχνά, επιβιώνει, όπως μας δείχνουν νεότερα ευρήματα από τη Λέρο, ως το τέλος του 5ου αι. π.Χ.221. Αμφορίσκοι που παρουσιάζουν ομοιότητα με τους ακάνθιους τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση είναι γνωστοί και από τη Βοιωτία222. Χρονολογούνται στα 440-430 π.Χ. και μάλλον συνεχίζουν την αρχαϊκή παράδοση223. Πανομοιότυποι αμφορίσκοι με ταινιωτή διακόσμηση είτε άβαφοι είτε διακοσμημένοι με ένα δι- κτυωτό μοτίβο εξακολουθούν να κατασκευάζονται και στην Κύπρο κατά τους πρώιμους ελληνι- στικούς χρόνους224. Δυστυχώς και στην Άκανθο, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, για τα περισσότερα αγ- γεία δεν έχουμε συνευρήματα που να βοηθούν στη χρονολόγησή τους. Πολλοί αποτελούν το μο- ναδικό κτέρισμα της ταφής και άλλοι προέρχονται από την επίχωση του νεκροταφείου. 207 Ghali – Kahil 1960, σ. 55 αρ. 8 πίν. XX. Χρονολογείται στον 5ο αι. 208 Νικολαΐδου – Πατέρα 1993, σ. 501 εικ. 5. 209 Πούλιος 1995, σ. 418 εικ. 10. Με βάση μία λήκυθο του Ζ. του Αίμονα χρονολογείται στο α’ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Μοιάζει με τον 15 . 210 Τριαντάφυλλος 1973, πίν. 426α, 429α. 211 Ρωμιοπούλου 1975, σ. 247 πίν. 165 α. 212 Άκανθος Ι, σ. 254-5. 213 Corinth XIII, πίν. 30j. 214 Clara Rhodos III, πίν. 7.479 2.4.5. Clara Rhodos IV, σ. 439 εικ. 181. Clara Rhodos VIII, σ. 177 εικ. 166. Maiuri 1914, εικ. 181 τάφος XXVII.1. 215 Histria IV, σ. 95 αρ. 624 πίν. 69. 216 Ό.π. σ. 94 αρ. 623 πίν. 71. Histria II, σ. 232 πίν. 84. 217 Samos VI, αρ. 554-557 πίν. 71. Clara Rhodos IV, εικ. 277. Langmann 1967, σ. 113 πίν. 46.1. 218 Schaus 1986, σ. 251-295. 219 Cook 1933-34, σ. 1-98. Schaus 1986, σ. 251-295. 220 Anderson 1954, σ. 146, 148 αρ. 132 και 162 πίν. 7c. Θεωρείται ότι είναι αναθηματικοί ή παιδικά παιχνί- δια. 221 Δρελιώτη 1997, σ. 1074 πίν. 407. 222 Ανδρειωμένου 1988, σ. 12 πίν. 2.2. 223 Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Ure 1927. 224 Vessberg –Westholm 1956, σ. 61-62 εικ. 26-1-3. 22 Ο πρωιμότερος όλων, ο 1 (Πίν. 2α), ανάγεται στα 570-550 π.Χ., με τη βοήθεια της «ιωνίζου- σας» κύλικας 89 (Πίν. 41β)225 που συνυπήρχε στην ταφή. Παρόμοιος είναι και ο 2. Το σώμα συγκλίνει τόσο πολύ προς τη βάση ώστε η διάμετρος του άνω τμήματός της να είναι πολύ μικρή. Η βάση έχει αρκετό ύψος και διευρύνεται σταδιακά προς τα κάτω. Βρέθηκε εξωτερικά της ταφής 4534226 που χρονολογείται με βάση το άβαφο μόνωτο φιαλόσχημο αγγείο227 που περιείχε στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. Ο 3 (Σχ. 1α) ανήκει στην ταφή 7828 από την οποία προέρχεται πλήθος ευρημάτων, μεταξύ των οποίων και ο ασκός 293228, επίσης τοπικής παραγωγής. Με βάση τα κορινθιακά, βοιωτικά και ανατολικοϊωνικά (Πίν. 2β-ζ) κτερίσματα που περιέχει χρονολογείται γύρω στα μέσα του 6ου αι. Το πινάκιο χρονολογείται λίγο πριν τα μέσα του 6ου αι. π.Χ.229. Η κοτυλίσκη έχει πολύ στενή βάση και ευρύ έντονα καμπύλο σώμα. Η ζώνη των λαβών κοσμείται με κάθετα γραμμίδια και το υπόλοιπο σώμα διατρέχεται από λεπτές οριζόντιες ταινίες. Με βάση αντίστοιχα παραδείγματα χρονολογείται στην Ύστερη Κορινθιακή περίοδο, γύρω στα 560 – 535 π.Χ.230. Το ειδώλιο της ένθρονης γυναικείας μορφής, ανατολικοϊωνικού εργαστηρίου, χρονολογείται επίσης στα μέσα του 6ου αι. π.Χ.231. Από το ίδιο εργαστήριο προέρχεται και το ειδώλιο του νάνου-προγάστορα232, το οποίο δεν μπορεί να χρονολογηθεί πέρα από το 540 π.Χ. Την ίδια εποχή χρονολογούνται και τα δύο ειδώλια ντυμένων κούρων επίσης του ανατολικοϊωνικού εργαστηρίου233. Στην ίδια ομάδα ανήκει και ο 4 (Πίν. 2η, Σχ. 1β) της ταφής 4543, όπου βρέθηκε και μία ατ- τική μελανόμορφη μικρογραφική ταινιωτή κύλικα234 και επιτρέπει με ασφάλεια την ένταξή του στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ.235. Ο 5 (Πίν. 2θ, Σχ. 1γ) διαφοροποιείται στη διαμόρφωση του χείλους και του λαιμού. Ο λαιμός είναι ψηλότερος, το χείλος ενιαίο με αυτόν και η άνω επιφάνεια του απλά λοξότμητη. Προέρχε- ται από την ταφή 2194, η οποία περιείχε ένα θήλαστρο236, ένα ερυθρόμορφο αρυβαλλοειδές ληκύθιο με παράσταση σφίγγας237 και το ειδώλιο μίας ένθρονης μορφής238 (Πίν. 3α). Τα δύο αγ- γεία χρονολογούν την ταφή στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Ωστόσο το ειδώλιο και ο αμφορίσκος είναι σαφώς παλιότερα και ίσως είναι κάποια κειμήλια του νεκρού. Ο αμφορίσκος με την πιθανή βοή- θεια του ειδωλίου ανάγεται στα τέλη του 6ου αι. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται μάλλον και οι αποσπασματικά σωζόμενοι 6 (Πίν. 3β, Σχ. 1δ), 7 (Πίν. 3γ, Σχ. 1ε), ο ιδιαίτερα ραδινός 8 (Πίν. 3δ, Σχ. 1ζ) και o 9 (Πίν. 3ε, Σχ. 1στ) οι οποίοι δεν έχουν συνευρήματα. Μία χαρακτή αυλάκωση στο λαιμό διαφοροποιεί τον 10 (Πίν. 3στ, Σχ. 1θ) από τους προα- ναφερθέντες, μοναδικό κτέρισμα της ταφής 3637. 225 Βλ. παρακάτω σ. 49. 226 Περιείχε μόνωτο σκυφίδιο (αριθ. Ι.164.148 ΑΜΘ) και δύο σιδερένια δακτυλίδια. 227 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Tocra II, σ. 67 αρ. 2292 πίν. 34. 228 Βλ. παρακάτω σ. 124. 229 Τocra II, σ. 52 αρ. 676 πίν. 36. 230 Corinth XIII, σ. 186 αρ. 160.5 πίν. 24. Tocra I, σ. 40 αρ. 533-537 πίν. 27. 231 Μισαηλίδου, Σίνδος, σ. 162 αρ. 254-256. Tocra I, σ. 154 αρ. 29-39 πίν. 7-8. 232 Tocra I, σ. 154 αρ. 48 πίν. 9. 233 Samos XI, 150. Higgins 1954. Tocra I, σ. 71 αρ. 151 πίν. 30. Για παραδείγματα από τη Μακεδονία, βλ. Μισαηλίδου, Σίνδος, σ. 160 αρ. 251 όπου και σχετική βιβλιογραφία. 234 Αριθ. Ι.164.165 ΑΜΘ. Στη μία όψη έχουμε λιοντάρι ανάμεσα σε δύο αφίγγες και στην άλλη άλογο ανά- μεσα σε δύο σφίγγες. 235 Beazley 1986, σ. 70 πίν. 46,5. 236 Αριθ. Ι.75.188 ΑΜΘ. Έχει κάθετη ταινιωτή λαβή και η άνω επιφάνειά του κοσμείται με εμπίεστα ανθέ- μια που ενώνονται με τόξα. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 161-172 αρ. 1197 πίν. 39.Χρονολογείται στα 450-425 π.Χ. 237 Αριθ. Ι.75.52 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Μίεζα, σ. 88-89 Π1653. Agora XXX, σ. 47-48. Χρονολογείται στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. 238 Αριθ. Ι.75.532 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Tocra I, σ.154 αρ. 38 πίν. 8. 23 Οι αμφορίσκοι της πρώτης ομάδας κατασκευάζονται λοιπόν από τα 570 π.Χ. έως τις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ. Οι αμφορίσκοι της δεύτερης ομάδας έχουν χείλος σχεδόν σε σχήμα σπείρας. Διαφορετική εί- ναι όμως και η άρθρωση του σώματος. Ο λαιμός είναι αρκετά ψηλός και το σώμα βραχύτερο από ότι στα αγγεία της προηγούμενης ομάδας. Το άνω τμήμα του σώματος παρουσιάζει μεγάλη διό- γκωση, ενώ έντονη είναι η σύγκλιση στο κάτω. Στην ομάδα Ι η σύγκλιση προς τη βάση είναι σταδιακή και όχι απότομη, όπως στους αντίστοιχους της ομάδας ΙΙ. Εδώ ανήκουν οι: 11 (Πίν. 3ζ, Σχ. 2α), 12 (Πίν. 3η, Σχ. 2β), 13 (Πίν. 4α, Σχ. 2γ), 15 (Πίν. 4γ,δ) μοναδικά κτερίσματα των ταφών από που προέρχονται239, δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Ακόμη και ο 14 (Πίν. 4β, Σχ. 2δ) που προέρχεται από ταφικό σύνολο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται μία χάλκινη αμφικω- νική ψήφος και ένα ακέφαλο ειδώλιο240, σε πολύ άσχημη κατάσταση διατήρησης, δεν μπορεί να χρονολογηθεί. Μεταβατικό παράδειγμα, με στοιχεία και από τις δύο ομάδες, είναι ο 16241 (Πίν. 4ε, Σχ. 2ε) με χείλος σε σχήμα σπείρας και σώμα που συγκλίνει βαθμιαία προς τα κάτω. Ακόμη και η διακό- σμησή του διαφοροποιείται από των υπολοίπων. Είναι ο μοναδικός, οι λαβές του οποίου καλύ- πτονται εξ ολοκλήρου με χρώμα, υπάρχει μία δεύτερη ταινία χαμηλά στο σώμα και η βάση δεν καλύπτεται ολόκληρη με χρώμα αλλά διατρέχεται από μία πλατιά ταινία στο μέσο. Με βάση τον πανομοιότυπο αμφορίσκο από τη Γάζωρο χρονολογείται στα 500-475 π.Χ.242. Α2. Υδρίες Ο όρος υδρία είναι γνωστός από τις αρχαίες γραπτές πηγές. H αναγραφή του όμως και σε πα- ραστάσεις αγγείων πάνω από το συγκεκριμένο σχήμα243, καθιστά τη χρήση του σχήματος βέβαιη. Χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τη μεταφορά νερού244. Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι υδρίας: α. Αυτός που έχει χωριστό λαιμό και σώμα και β. Εκεί- νος που ο λαιμός, ο ώμος και το σώμα έχουν ενιαίο περίγραμμα. Ο πρώτος συναντάται βασικά στον 6ο αι.245 Ο δεύτερος έχει μακρότερη διάρκεια παραγωγής που ξεκινά στον 6ο αι. και συνεχί- ζει ως και τον 4ο αι. Πολλές φορές για να είναι πιο εύκολη η διάκριση των δύο τύπων, στην έρευνα ο δεύτερος τύπος αναφέρεται ως «καλπίς», αν και από τις γραπτές πηγές δεν προκύπτει ότι στην αρχαιότητα υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός.246 Το μέγεθός τους ποικίλει, οπότε μπορούμε να τις χωρίσουμε στις παρακάτω ομάδες: 239 Ο 11 (Ι.29.79) ανήκει στην ταφή 2554 και ο 12 (Ι.120.9) στην 2420. Ο 14 (Ι.120.10) βρέθηκε μέσα σε μεγαλύτερο αγγείο. 240 Αριθ. Ι.164.106 ΑΜΘ. 241 Προέρχεται από την ταφή 4816, η οποία δεν περιείχε άλλα κτερίσματα. 242 Πούλιος 1995, σ. 418 εικ. 10. 243 Για την ονομασία και τη χρήση της υδρίας, βλ. Kanowski 1984, σ. 39. Απεικονίζεται στο μελανόμορφο ελικωτό κρατήρα του Εργότιμου και του Κλειτία, βλ. Beazley 1986, σ. 34κ.ε. 244 Beazley 1986, πίν. 83,4. 245 Για υστεροαρχαϊκά παραδείγματα, βλ. Gauer 1975, σ. 118-119 πίν. 19. 246 Kanowski 1984, σ. 39. 24 Α2.Ι. Υδρίες Η υδρίσκη 17 (Πίν. 4στ, Σχ. 2στ) της ταφής 5460 φέρει στο λαιμό, στον ώμο και στο άνω τμήμα του σώματος μελανό χρώμα. Το ίδιο χρώμα κάλυπτε και την εξωτερική επιφάνεια των λαβών. Το αγγείο διατηρείται αποσπασματικά. Ο λαιμός από το σωζόμενο τουλάχιστον τμήμα του, φαίνεται ότι ήταν αρκετά ευρύς και ενιαίος με τον επικλινή ώμο. Το σώμα είναι ημισφαιρικό και η βάση διευρυνόμενη. Η υδρίσκη αυτή προέρχεται από μία πλούσια κτερισμένη ταφή247, η οποία με βάση το αργυρό ημιοβόλιο Ακάνθου και τις δύο ληκύθους με λευκό βάθος και διακό- σμηση με αβακωτό κόσμημα και φύλλα κισσού στο σώμα, μπορεί να χρονολογηθεί στο τελευ- ταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.248. Από την ίδια ταφή προέρχεται και ο μικκύλος κιονωτός κρατή- ρας 151249 (Πίν. 29ζ, Σχ. 9στ), που θα μας απασχολήσει παρακάτω. Οι ντόπιοι κεραμείς καλύπτουν με χρώμα το λαιμό, τον ώμο και το άνω τμήματος του σώμα- τος όχι μόνο στις υδρίες αλλά και στις απλές και στις τριφυλλόστομες οινοχόες, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω. Η συνήθεια αυτή εμφανίζεται και σ’ άλλα εργαστήρια ήδη κατά τους αρχαϊ- κούς χρόνους250. Στην Άκανθο, όπως και σε άλλα εργαστήρια251, επιβιώνει και στους κλασικούς χρόνους. A2.ΙΙ. Μικκύλες υδρίες Ι. Με γραπτή διακόσμηση Τα δύο παραδείγματα αυτής της ομάδας, αν και παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες, είναι ου- σιαστικά διαφορετικά. Η 18 (Πίν. 5α), στην οποία μπορούμε να αποδώσουμε την ονομασία καλπίς, διατηρείται ακέ- ραια. Το χείλος είναι ενιαίο με τον κοίλο λαιμό, εξωστρεφές και το εξωτερικό του μέτωπο λοξό- τμητο. Ο λαιμός είναι ενιαίος με το σχεδόν αμφικωνικό σώμα. Η βάση έχει σχήμα σπείρας. Το χείλος, οι λαβές, το κάτω τμήμα του σώματος και η βάση φέρουν καφέ χρώμα. Στην πρόσθια όψη του αγγείου λίγο πάνω από τις λαβές υπάρχει μία σειρά από ζητοειδή μοτίβα και πιο κάτω, ακρι- βώς στο ύψος της ζώνης των λαβών, μία σειρά κάθετων γραμμιδίων. Η 19 (Πίν. 5β, Σχ. 2ζ) διατηρείται αποσπασματικά. Εδώ ο λαιμός είναι ευρύς, σχεδόν κυλιν- δρικός και η βάση απλή, επίπεδη. Εξωτερικά σε μία ζώνη που ορίζεται από δύο οριζόντιες ται- νίες υπάρχει διακόσμηση με μία σειρά από σιγμοειδή «κάθετα» μοτίβα. Παρόμοιες υδρίσκες κατασκευάζονταν στην Ρόδο στον πρώιμο 6ο αι. Ανάλογες, με γραπτή διακόσμηση, κατασκευάζονταν στην Κόρινθο252 και ίσως και στην Αθήνα253. Το σχήμα και των 247 Από την ταφή 5460 προέρχονται και τα εξής: ασημένιο δακτυλίδι αριθ. Ι.161.537, χάλκινες εφηλίδες αριθ. Ι.161.538, αργυρό ημιοβόλιο Ακάνθου αριθ. Ι.161. 539, χάλκινη βελόνα Ι.161.540, ειδώλιο κάπρου Ι.161.541, χάλκινος σύνδεσμος Ι.161.542, αστράγαλοι Ι.161.543, 2 λευκές λήκυθοι Ι.161.544, Ι.161.546, μελαμβαφές αρυβαλλοειδές. ληκύθιο 545, υδρίσκη Ι.161.547, ερυθροβαφές μόνωτο σκυφίδιο Ι.161.549, χρυσό περίαπτο Ι.161.550. ΑΜΘ. 248 Για ανάλογα παραδείγματα που χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., βλ. Kurtz 1975, σ. 154 πίν. 70. 6,7. Talcott 1935, σ. 480 εικ. 4,7. 249 Βλ. παρακάτω σ. 96. 250 Mégara Hyblaea II, σ. 183, 186 πίν. 210.1. Υπάρχει μία πυξίδα με αντίστοιχη διακόσμηση που χρονολογείται στο α’ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Στη Ρόδο έχουν βρεθεί μία σταμνοειδή πυξίδα, μία τριφυλ- λόστομη οινοχόη και μία όλπη με παρόμοια διακόσμηση, βλ. Clara Rhodos III, πίν. ΙΙΙ. 251 Corinth XIII, σ. 251 αρ. 360.1 και 2 πίν. 57. Χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. 252 Payne 1937, σ. 331 κ.ε. Hopper 1949, σ. 162-257. Olynthus XIII, σ. 189 αρ. 206 πίν. 135. 253 Agora XII, σ. 185 αρ. 1391 πίν. 45. Η εικονιζόμενη εδώ υδρίσκη δεν φέρει διακόσμηση, αλλά γάνωμα εξωτερικά. Ίσως να μην είναι αττική. 25 δύο συναντάται με ορισμένες μικροδιαφορές σε ντόπια παραδείγματα από την Ταύχειρα254. Διαφορετική είναι ωστόσο η διακόσμηση. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχουν δύο σειρές στιγμών255 και όχι γραμμικά μοτίβα, όπως στα παραδείγματα της Ακάνθου. Οι υδρίσκες της Ταύχειρας χρονολογούνται γύρω στα 560 - 520 π.Χ.256. Είναι όμοιες με κάποιες υδρίσκες που έχουν προσαρτηθεί στον ώμο μίας επίσης ντόπιας, αποσπασματικά σωζόμενης υδρίας από την Ταύχειρα257, η οποία είχε μάλλον τελετουργικό χαρακτήρα258. Παρόμοιο παράδειγμα είναι γνω- στό και από το Μεταπόντιο259. Τα παραδείγματα της Ακάνθου προέρχονται από την επίχωση του νεκροταφείου. Ίσως είχαν χρησιμοποιηθεί για κάποια τελετουργία μετά την ταφή. Η έλλειψη ανασκαφικών στοιχείων και η σύγκριση με αγγεία άλλων εργαστηρίων μας οδη- γούν σε μία χρονολόγησή τους λίγο πριν τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. έως το 520 π.Χ. Η ερυθροβαφής 20 (Πίν. 5γ), με μία λεπτή ιώδη ταινία στον ώμο, ποέρχεται από την ίδια ταφή με τις υδρίσκες 21 και 22, με τις οποίες ασχολούμαστε αμέσως παρακάτω. Έχει εξω- στρεφές χείλος, ενιαίο με το χαμηλό λαιμό, που έχει συνεχές προφίλ με τον ώμο. Το σώμα συ- γκλίνει προς τη δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη βάση, με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Η χρονο- λόγησή της στον 6ο αι. π.Χ. με βάση τις άλλες δύο υδρίσκες της ταφής είναι βέβαιη. II. Με ημικυκλική κηλίδα μελανού χρώματος Στην ταφή 7819 βρέθηκαν τρεις μικκύλες υδρίες. Οι δύο από αυτές εντάσσονται σ’ αυτή την ομάδα. Αν και το σχήμα τους παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα, ωστόσο υπάρχουν αρκετές διαφο- ρές. Η 21 (Πίν. 5δ, Σχ. 3α) έχει εξωστρεφές χείλος, κοντό λαιμό και ψηλό ωοειδές σώμα. Στο κάτω άκρο του σώματος υπάρχουν ακανόνιστες αυλακώσεις. Οι τελευταίες συναντούνται και σε όλπες του ίδιου εργαστηρίου (Πίν. 7β). Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Στην κάτω επιφάνειά της συναντούμε ένα χαρακτηριστικό, κοινό, σε πολλά ντόπια αγγεία. Υπάρχουν έντονα τα σημάδια του τροχού, που δημιουργήθηκαν καθώς ο κεραμέας «απομάκρυνε» το αγγείο από αυτόν. Η κά- θετη λαβή είναι ταινιωτή και φύεται από το λαιμό. Οι οριζόντιες λαβές έχουν τριγωνικό σχήμα. Το χείλος, ο λαιμός και ο ώμος φέρουν μελανή ημικυκλική κηλίδα χρώματος που φθίνει προς το πίσω τμήμα του αγγείου. Μελανό χρώμα φέρει και η κάθετη λαβή. Η 22 (Πίν. 5ε, Σχ. 3β) φέρει πανομοιότυπη διακόσμηση με την 21. Διαφορές παρατηρούνται μόνο στο σχήμα. Το χείλος στρέφεται πολύ πιο έντονα προς τα έξω και το σώμα είναι πιο κα- μπύλο, σχεδόν σφαιρικό. Η βάση είναι πολύ χαμηλή, δισκόμορφη. Παρόμοιες αβαφείς υδρίσκες συναντούνται σε αφθονία στην Ταύχειρα στον 6ο αι. π.Χ. 260. Παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία στο σχήμα. Η συνήθεια να κοσμείται με μεγάλη ημικυκλική κη- λίδα χρώματος ο λαιμός και μέρος του ώμου, προέρχεται, όπως θα δούμε παρακάτω μελετώντας τις όλπες με αντίστοιχη διακόσμηση, από τη νησιωτική Ελλάδα. Εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά στο δεύτερο μισό του 6ου αι π.Χ.261. Είναι όμως γνωστή από πολύ παλιότερα, όπως φανερώνουν μόνωτα κύπελλα της Κρήτης της ΥΜ ΙΙΙΑ262. Στη Δύση το ίδιο διακοσμητικό σύστημα 254 Για την αριθ. Ι.29.179 ΑΜΘ, βλ. Tocra II, σ. 67 αρ. 2296 πίν. 35 και για την αριθ. Ι.160.257 ΑΜΘ αντίστοιχα σ. 67 αρ. 2295 πίν. 35. 255 Tocra II, σ. 67-68. 256 Ό.π. σ. 66. 257 Ό.π. σ. 67 αρ. 2289. 258 Ό.π. σ. 5. 259 Lo Porto 1981, σ. 314 εικ. 24.5. 260 Tocra I, σ. 147 και 15 πίν. 95, όπου θεωρείται ότι έχουν αναθηματικό χαρακτήρα. Τocra II, σ. 72 πίν. 37. 261 Βλ. παρακάτω σ. 35. 262 Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2004, σ. 30 εικ. 16. Colsdstream – Hatzaki 2003, σ. 289 αρ. Β18-19 πίν. 18. Boardman 1967, σ. 71 αρ. 11εικ. 5. Erickson 2000, εικ. 10. Τα τελευταία έχουν κατασκευασθεί με την τε- χνική της εμβάπτισης. Στην αρχαϊκή περίοδο δεν κατασκευάζονται με την ίδια τεχνική αλλά μάλλον με το πινέλο, καθώς σε κανένα γνωστό παράδειγμα δεν παρατηρούνται «τρεξίματα». 26 εφαρμόζεται σε διάφορα άλλα σχήματα, όπως σε ασκούς και σκυφίδια με λοξότμητο χείλος263. Μάλιστα υπάρχει και η συνήθεια να τοποθετείται ημικυκλική κηλίδα χρώματος όχι μόνον στην πρόσθια όψη αλλά και διαμετρικά απέναντι, στην πίσω πλευρά. Οι δύο υδρίσκες της Ακάνθου προέρχονται από την ίδια ταφή, γεγονός που συνεπάγεται, ότι αν και παρουσιάζουν διαφορές στο σχήμα τους, είναι σύγχρονες. III. Ερυθροβαφείς Η ερυθροβαφής υδρίσκη 23 (Πίν. 5στ, Σχ. 3γ) της ταφής 3730 έχει κατασκευαστεί από ακά- θαρτο πηλό. Ο λαιμός είναι κοίλος, το χείλος εξωστρεφές και το εξωτερικό του μέτωπο κάθετο. Το σώμα είναι ημισφαιρικό και η βάση απλή, επίπεδη. Στη χρονολόγησή της μας βοηθά ένα συγ- γενικό παράδειγμα από τα Μέγαρα Υβλαία που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ.264. IV. Αβαφείς Τέλος δύο άλλες αβαφείς μικκύλες υδρίσκες είναι σχεδόν πανομοιότυπες: οι 24265 (Σχ. 3δ) και 25266 (Σχ. 3ε). Έχουν συνεχές περίγραμμα εξωτερικά. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ο λαιμός πολύ κοντός, κοίλος, το σώμα καμπύλο, έντονα διογκωμένο και απολήγει σε ψηλή, διευρυνόμενη βάση. Η πρώτη έχει επίπεδη την κάτω επιφάνεια, ενώ στη δεύτερη σχηματίζεται κοίλη βάθυνση. Οι οριζόντιες λαβές είναι πολύ μικρές και σχεδόν εφάπτονται στο σώμα. Τα πρότυπα του σχήμα- τος βρίσκονται στην Ανατολική Ελλάδα, όπου πολλές φορές παρόμοιες υδρίσκες προσαρμόζο- νταν σε κάποιο αγγείο με αναθηματικό ή τελετουργικό χαρακτήρα267, όπως αναφέρθηκε παρα- πάνω, και χρονολογούνται γύρω στα 600 π.Χ. Οι μικκύλες υδρίσκες δεν αντιγράφουν το σχήμα των μεγάλων υδριών. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για μικρά αγγεία, στα οποία απλά προσαρμόζονται τρεις λαβές. Άρα δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε συγκρίσεις με μεγάλα χρηστικά αγγεία για τη χρονολόγησή τους. Α3. Οινοχόες – Τριφυλλόστομες οινοχόες – Όλπες H χρήση του σχήματος καθίσταται φανερή τόσο από τις αρχαίες γραπτές πηγές268 όσο και από την ετυμολογία του όρου269. Το σχήμα συναντάται σ’ όλη την αρχαιότητα. Κατά τη μακραί- ωνη παραγωγή του δημιουργήθηκαν διάφοροι τύποι και παραλλαγές. Τα βασικά χαρακτηριστικά έμειναν σταθερά στο πέρασμα του χρόνου. Το χείλος είναι π.χ. κυκλικό ή τριφυλλόσχημο, ο λαι- μός και ο ώμος είτε ξεχωρίζουν με σαφήνεια είτε έχουν ενιαίο περίγραμμα με το σώμα, το οποίο άλλοτε είναι ραδινό, ωοειδές και άλλοτε πιο κοντό, βολβόσχημο. Το ύψος και το μήκος της λα- βής ποικίλλουν. Α3.Ι. Οινοχόες Με βάση τη διακόσμηση διακρίνουμε τις παρακάτω ομάδες : 263 Lyons 1996, πίν. 31 αρ. 9-9 (ασκός) και 9-8 (σκυφίδιο). Χρονολογούνται γύρω στα 475 π.Χ. Μάλιστα υπάρχει η συνήθεια να τοποθετείται δεύτερη κηλίδα στο πίσω τμήμα του αγγείου, π.χ. στους ασκούς, βλ. ό.π. αρ. 9-58 πίν. 33. Χρονολογείται στα 475-450 π.Χ. 264 Μégara Hyblaea ΙΙ, σ. 182 πίν. 200.4. Χρονολογείται στον 6ο αι. π.Χ. 265 Προέρχεται από περισυλλογή. 266 Προέρχεται από την ταφή 5263. 267 Tocra I, σ. 148 αρ. 1821, 1826 πίν. 96. Tocra II, σ. 72 αρ. 2348 πίν. 37. 268 Ευριπίδης, Τρωάδες 820κ.ε. 269 Kanowski 1984, σ. 109-111. 27 Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση Οινοχόες με δακτυλιόσχημη βάση και ταινιωτή διακόσμηση, όπως τα παραδείγματα της Ακάνθου, είναι γνωστές από διάφορες περιοχές. Τα παραδείγματα της Μιλήτου χρονολογούνται στον 6ο και 5ο αι. π.Χ.270. Στον 6ο αι. ανάγονται παρόμοια παραδείγματα από τη Ρόδο271. Άλλα παραδείγματα, επίσης των αρχαϊκών χρόνων, είναι γνωστά και από τη Ξάνθο της Λυκίας272, την Ίστρια273, τη Δήλο274, την Ταύχειρα275 και την Κάτω Ιταλία276. Οι αττικές ταινιωτές οινοχόες πρωτοεμφανίζονται στα 600 π.Χ.277. και συνεχίζουν να κατασκευάζονται έως τα 350-325 π.Χ. όπως μας δείχνει ένα παράδειγμα από τη Βάρη278. Ένα από τα καλύτερα σωζόμενα ακάνθια παραδείγματα, η 26 (Πίν. 5ζ, Σχ. 3στ) δυστυχώς προέρχεται από την επίχωση του νεκροταφείου. Έχει απλό, εξωστρεφές χείλος, ενιαίο με το διευ- ρυνόμενο λαιμό. Φέρει ερυθρό χρώμα, το οποίο δεν έχει απλωθεί με επιμέλεια και αφήνει ένα τμήμα του λαιμού ακάλυπτο. Το σώμα είναι σχεδόν σφαιρικό και η βάση απλή, επίπεδη. Στο μέσο του σώματος υπάρχουν δύο πλατιές οριζόντιες ταινίες. Σε σύγκριση με τα αττικά παραδείγ- ματα, που είναι τα καλύτερα χρονολογημένα, ανάγεται στο τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.279. Παρόμοιο παράδειγμα από τη Μίλητο με υπερυψωμένη λαβή αλλά πιο χαμηλό και σφαιρικό σώμα τοποθετείται επίσης στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.280. Η αποσπασματική 27 (Πίν. 5η) προέρχεται επίσης από την επίχωση του νεκροταφείου. Σώζε- ται το μεγαλύτερο τμήμα του βολβόσχημου σώματος και η δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη βάση. Η διακόσμηση αποτελείται από τρεις οριζόντιες ταινίες στο άνω τμήμα του σώματος, δύο χαμηλά και μία στο σημείο ένωσης σώματος-βάσης. Με βάση τα αττικά παραδείγματα μπορεί να χρονο- λογηθεί στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι.281, καθώς το σώμα είναι λιγότερο διογκωμένο στο άνω τμήμα του και η μετάβαση προς τη βάση είναι πιο ομαλή. Μία τεφρόχρωμη οινοχόη από τη Μί- λητο έχει όμοιο σχήμα και χρονολογείται επίσης στο τέλος του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.282. Μία οινοχόη από τη Ρόδο, παρόμοιου σχήματος και με ανάλογη διακόσμηση, χρονολογείται στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ.283. Στην ίδια παράδοση ανήκει και η μικρότερη, αποσπασματικά σωζόμενη, 28 (Σχ. 3ζ), η οποία έχει χαμηλή, ανισοϋψή βάση με πλατιά επιφάνεια έδρασης. Μοναδικό κόσμημά της είναι μία ταινία ερυθρού χρώματος. Δυστυχώς αποτελεί μεμονωμένο εύρημα. Η ομοιότητά της με τις «ιω- νίζουσες» όλπες με ταινιωτή διακόσμηση, με τις οποίες ασχολούμαστε πιο κάτω, μας οδηγεί σε μία χρονολόγηση γύρω στο 500 π.Χ. 270 Voigtländer 1982, σ. 42 αρ. 54-57 σχ. 8, 9. 271 Clara Rhodos VI-VII, σ. 117 εικ. 131. Clara Rhodos VIII, σ. 152 εικ. 138. 272 Xanthos IV, σ. 56 πίν. 17. Θεωρείται ότι προέρχονται από το σαμιακό εργαστήρι. Ένα ακόμη παρά- δειγμα είναι γνωστό από το Λητώο και αποδίδεται σε εργαστήρι της Ανατολικής Ελλάδας, βλ. Mellink 1972, σ. 183. 273 Histria II, αρ. 377. 274 Délos XVII, πίν. 66.15-16. 275 Tocra I, σ. 47 αρ. 595 πίν. 30. Θεωρείται πιθανότατα ροδιακό παράδειγμα. 276 Ciancio 1985, σ. 56 αρ. 115 πίν. ΧΧΙΧ και αρ. 35 πίν. ΧΧΙΙΙ. 277 Agora XII, σ. 64-65 αρ. 139-155 πίν. 8. Το σχήμα των αττικών οινοχοών θεωρείται ότι αποτελεί δάνειο από την Κόρινθο. 278 Jones - Graham - Sackett 1973, σ. 383 αρ. 60 εικ. 8. 279 Agora XII, σ. 63 αρ. 143 πίν. 8. 280 Voigtländer 1982, σ. 120 αρ. 53 πίν. 17. 281 Agora XII, σ. 63 αρ. 144 πίν. 8. 282 Voigtländer 1982, σ. 87 αρ. 273 εικ. 43. 283 Clara Rhodos VIII, σ. 152-153 εικ. 138. 28 ΙΙ. Με «γάνωμα» Η αποσπασματικά σωζόμενη 29 (Πίν. 5θ) φέρει ερυθρό χρώμα στο λαιμό και στο άνω τμήμα του σώματος. Τόσο η διακόσμηση όσο και το σχήμα με τον ευρύ λαιμό, το σχεδόν σφαιρικό σώμα και τη δακτυλιόσχημη βάση μας θυμίζουν την υδρίσκη 17 (Πίν. 4στ, Σχ.2στ) που χρονολο- γείται με ασφάλεια στα 425-400 π.Χ. Το ειδώλιο ενός ηθοποιού της νεότερης κωμωδίας284 (Πίν. 6α) της ίδιας ταφής την ανάγει με ασφάλεια στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Παραδείγματα με ανά- λογη διακόσμηση είναι γνωστά από τη Ρόδο285. Α3.ΙΙ. Τριφυλλόστομες οινοχόες Γραπτές τριφυλλόστομες οινοχόες συναντούνται ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. στο νησιωτικό χώρο286. Στην Αττική το σχήμα πρωτοεμφανίζεται στους υστεροαρχαϊκούς χρόνους και εξακολουθεί να παράγεται και στην ελληνιστική εποχή287. Με βάση τη διακόσμηση μπορούμε να διακρίνουμε τους παρακάτω τύπους: Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση Τριφυλλόστομες οινοχόες με ταινιωτή διακόσμηση συναντούμε σε διάφορες περιοχές ιδιαί- τερα κατά την αρχαϊκή περίοδο αλλά και στους κλασικούς χρόνους. Από τη Σάμο υπάρχουν γνωστά παραδείγματα ήδη από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ.288. Το σχήμα παραγόταν και στη Ρόδο289. Ροδιακά αγγεία των αρχών του 6ου αι. π.Χ. εξάγονταν σε διάφορες περιοχές, όπως π.χ. στην Ταύχειρα290 και στην Έφεσο291. Αρκετά είναι και τα αττικά παραδείγματα292. Μιμήσεις του σχήματος αυτού παρήγαγαν και τα εργαστήρια του βόρειου χώρου, όπως π.χ. στο Φαρί της Θά- σου293. Πρωιμότερη όλων των ακάνθιων παραδειγμάτων είναι η 30 (Πίν. 6β, Σχ. 3η) που χρησίμευσε ως αγγείο ενταφιασμού294. Έχει εξωστρεφές χείλος κυκλικής διατομής, ενιαίο με τον κοντό, κυλινδρικό λαιμό. Στο σημείο ένωσης λαιμού – σώματος σχηματίζεται μία εγκοπή. Το σχεδόν σφαιρικό σώμα παρουσιάζει έντονη διόγκωση στο μέσο. Η βάση είναι συμπαγής και το εξωτε- ρικό της μέτωπο κάθετο. Η κάθετη λαβή φύεται από το χείλος, ανασηκώνεται και απολήγει στο άνω μέρος του σώματος. Το χείλος είναι σχεδόν κυκλικό· δύο μικρές εσοχές που σχηματίζονται στην πρόσθια όψη, την κατατάσσουν στις τριφυλλόστομες. Η λαβή, ο λαιμός και δύο πλατιές ταινίες στο μέσο του σώματος φέρουν ερυθρό χρώμα. Μία ομοιόχρωμη ταινία υπάρχει στο κάτω άκρο του σώματος. Παρόμοιου σχήματος ακόσμητα αγγεία συναντούμε στην Αττική στην Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο295 αλλά και στους πρώτους κλασικούς χρόνους296. Σύγχρονη αλλά εντελώς διαφορετικού σχήματος είναι η 31 (Πίν. 6γ, Σχ. 4α) της ταφής 4088. Με τη βοήθεια δύο ειδωλίων ένθρονων γυναικείων μορφών (Πίν. 6δ) χρονολογείται στα τέλη του 284 Αριθ. Ι.160.238 ΑΜΘ. Για αντίστοιχα παραδείγματα με βιβλιογραφία, βλ. Μίεζα, σ. 72 Π1618. 285 Clara Rhodos VIII, σ.177 εικ. 166. 286 Walter –Vierneisel 1959, σ. 19, 28 πίν. 41 και 65. 287 Agora XII, σ. 64-65 αρ. 129-155 πίν. 8-9. 288 Walter – Vierneisel 1959, σ. 19, 28 πίν. 41 και 65. 289 Clara Rhodos IV, σ. 282 εικ. 311. 290 Tocra II, σ. 46 αρ.590-592 πίν.30. 291 Langmann 1967, σ. 107 πίν. 43.1. 292 Agora XII, σ. 205-206 πίν. 76. 293 Blondé - Perreault – Péristéri 1992, σ. 21-23. 294 Τ4618. Μοναδικό κτέρισμα ήταν ένα χάλκινο ψέλιο, αριθ. Ι.164.6 ΑΜΘ. 295 Agora XII, σ. 205-206 αρ. 1649-1651 πίν. 76 και αρ. 144 πίν. 8. 296 Thompson 1940, σ. 126-127 εικ. 94b. 29 6ου αι π.Χ297. Ο λαιμός είναι πολύ στενότερος από το σώμα και το τριφυλλόσχημο στόμιο αποδίδεται εντονότερα σε σύγκριση με το προηγούμενο παράδειγμα. Η βάση είναι δακτυλιό- σχημη και η λαβή σχηματίζει διόγκωση στο εσωτερικό του χείλους. Μία ντόπια τριφυλλόσχημη οινοχόη από την Όλυνθο, διαφορετικού όμως σχήματος, με ταινιωτή επίσης διακόσμηση αλλά και πεταλόσχημα μοτίβα χρονολογείται στον όψιμο 6ο – πρώιμο 5ο αι.298 Παρόμοιο παράδειγμα είναι γνωστό και από τον Φάγρητα και χρονολογείται γύρω στα 560-500 π.Χ.299. Ωστόσο ένα αρκετά συγγενικό παράδειγμα από την αθηναϊκή Αγορά, που χρονολογείται στα 425-400 π.Χ., μας δείχνει πόσο επισφαλής είναι η χρονολόγηση παρόμοιων αγγείων μόνο με στυλιστικά στοι- χεία και χωρίς συνευρήματα300. Το οψιμότερο παράδειγμα αυτού του τύπου είναι η 32 (Πίν. 6ε, Σχ. 4β) της ταφής 7328. Ερυ- θρό χρώμα φέρουν η στεφάνη του χείλους, η εξωτερική όψη της λαβής και μία πλατιά ταινία στο σώμα. Στον πυθμένα υπάρχει οπή για την τέλεση χοών, όπως συμβαίνει συχνά στις οινοχόες301. Πάνω στην ταφή βρέθηκαν επίσης όστρακα ερυθρόμορφων αγγείων302 ˙ ίσως μπορούν να τη χρονολογήσουν στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Παρόμοιο αττικό παράδειγμα χρονολογείται γύρω στα 340 - 310 π.Χ.303 κατά την άποψη των Sparkes και Talcott, ενώ σύμφωνα με τη νέα χρονολογική κατάταξη της Rotroff τοποθετείται γύρω στα 300 π.Χ.304. Η διαφορά από την 31 των ύστερων αρχαϊκών χρόνων βρίσκεται κυρίως στη διαμόρφωση του σώματος. Ο ώμος είναι ευρύς, περισσότερο τονισμένος, το σώμα χαμηλότερο και η βάση δισκόμορφη. ΙΙ. Με ταινιωτή διακόσμηση και πεταλόσχημα μοτίβα Μοναδικό παράδειγμα αυτού του τύπου είναι η 33 (Πίν. 6στ,ζ, Σχ. 4γ). Έχει εξωστρεφές χεί- λος, ενιαίο με τον σχετικά ψηλό και στενό λαιμό, σώμα σφαιρικό και βάση δισκόμορφη. Η κά- θετη λαβή εσωτερικά του χείλους σχηματίζει μία διόγκωση. Στο άνω και κάτω άκρο του λαιμού υπάρχει αντίστοιχα μία οριζόντια ταινία ερυθρού χρώματος. Δύο ομοιόχρωμες ταινίες διατρέχουν το σώμα κάτω από τη λαβή. Στο άνω τμήμα του σώματος υπάρχουν έξι πεταλόσχημα μοτίβα ανά δύο. Δυστυχώς προέρχεται από την επίχωση του νεκροταφείου. Παρόμοιες τριφυλλόστομες οινο- χόες συναντούμε και στην Όλυνθο από τον ύστερο 6ο έως το πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ.305. Δάνειο από την Ιωνία είναι τα πεταλόσχημα μοτίβα, όπως είχε επισημάνει ο Robinson306 και επιβεβαιώθηκε και από νεότερα ανασκαφικά ευρήματα307. Στην Ιωνία το μοτίβο εμφανίζεται τόσο σε αγγεία με ανοικτόχρωμο βάθος όσο και σε αγγεία με σκούρο βάθος σε μία εδαφόχρωμη ταινία στο ύψος του ώμου. Πλήθος οστράκων με τη συγκεκριμένη διακόσμηση βρέθηκε στο ιερό της Αφροδίτης στη Ναύκρατη308. Το μοτίβο συναντάται και σε σαμιακές όλπες του 6ου αι. π.Χ.309. Ιωνικά αγγεία με ανάλογη διακόσμηση ταξίδευσαν και στη Δύση310. 297 Ι.160.361 Κεφάλι γυναικείας μορφής που φορά καλύπτρα και Ι.160.239 ειδώλιο ένθρονης μορφής. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Tocra II, σ. 154 αρ. 40 πίν. 98. 298 Olynthus V, σ. 37 αρ. P60 πίν. 35. Olynthus XIII, σ. 207 αρ. 256 πίν. 147. 299 Νικολαΐδου – Πατέρα 1987, σ. 344 εικ. 4. 300 Αgora XII, σ. 63 αρ. 155 πίν. 8. 301 Παρλαμά 1978, σ. 5 κ.ε. 302 Αριθ. Ι.115.298 ΑΜΘ. 303 Agora XII, σ. 65 αρ. 1632 πίν. 74. 304 Agora XXIX, σ. 127 αρ. 493 πίν. 48. 305 Olynthus XIII, σ. 207 αρ. 255, 256 πίν. 147. 306 Olynthus V, σ. 56 αρ. Ρ29-31. 307 Arslan 2001, σ. 168 σχ.1. 5 και σχ.2.7α. Hofmann – Buchholz 1969, σ. 341 εικ. 24. Xanthos IV, σ. 47 πίν. 13.52, 14.56. 308 Price 1924, σ. 180κ.ε. Naukratis I. Naukratis II. 309 Walter-Vierneisel 1959, σ. 28 πίν. 65. 310 De Juli 1979, σ. 439 πίν. ΧΧΧΙΙ, 1. 30 ΙΙΙ. Με κηλίδα στην πρόσθια όψη Το μοναδικό παράδειγμα αυτού του τύπου, η 34 (Πίν. 6η&θ, Σχ. 4δ) της ταφής 7335, διαφέ- ρει πολύ περισσότερο από την 33. Φέρει μελανό χρώμα στη στεφάνη του χείλους και μία ακανό- νιστη κηλίδα στην πρόσθια όψη του σώματος. Από τα κτερίσματα της ταφής311, ιδιαίτερα ένα χάλκινο νόμισμα Ακάνθου312 βοηθά στη χρονολόγησή της στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Η διακό- σμησή της πρέπει να σχετίζεται με τη συνήθεια των ντόπιων κεραμέων των αρχαϊκών χρόνων να τοποθετούν χρώμα, επηρεασμένοι και πάλι από την Ιωνία, μόνο στην πρόσθια όψη του στομίου των όλπεων, των μικρών υδριών και των σκυφιδίων. Θεωρείται ότι στην Άκανθο η συνήθεια των Ιώνων κεραμέων επιβίωσε μέχρι τα όψιμα κλασικά χρόνια, εποχή που η ημικυκλική κηλίδα με- τατράπηκε σε δισκόμορφη, όπως φαίνεται και από τις όλπες με αντίστοιχη διακόσμηση, στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω313. IV. Με «γάνωμα» Η 35 ( Πίν. 6ι) είναι το μοναδικό κτέρισμα της ταφής 3951. Έχει όμοιο σχήμα με την 32, αλλά διαφορετική διακόσμηση. Η 32 (Πίν. 6ε, Σχ. 4β) έφερε ταινιωτή διακόσμηση. Η 35 φέρει ερυθρό χρώμα στο λαιμό και στο άνω τμήμα του σώματος. Αν και δεν υπάρχει παρόμοιο παρά- δειγμα ή συνευρήματα που να βοηθούν στη χρονολόγησή της, η ομοιότητα του σχήματος μας οδηγεί να τη θεωρήσουμε σύγχρονη με την 32. Δύο όμοιες τριφυλλόστομες οινοχόες, αβέβαιης χρονολόγησης, δημοσιεύονται από τον Καλτσά314. Στηριζόμενοι στη χρονολόγηση της 32 και της 29 που παρουσιάζουν ομοιότητες στο σχήμα και της υδρίσκης 17 που έχει όμοια διακόσμηση, τη χρονολογούμε στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Συγκρίνοντας τις πρώιμες 31 και 33 των ύστερων αρχαϊκών χρόνων με το ολυνθιακό παρά- δειγμα του 5ου αι. και τις 34 και 35 των κλασικών χρόνων, παρατηρούμε ότι η εξέλιξη του σχή- ματος εντοπίζεται ουσιαστικά στη διαμόρφωση του σώματος. Με το πέρασμα του χρόνου το βραχύ σώμα με τον υποτυπώδη ώμο μετατρέπεται σε ψηλότερο με τονισμένο πλατύ ώμο. Α3.ΙΙΙ. Όλπες Οι αρχαίοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο «όλπη» ή «ολπίς» αναφερόμενοι σε ένα αγ- γείο για κρασί ή για λάδι, χωρίς όμως να περιγράφουν το σχήμα του315. Σήμερα στην έρευνα ο όρος αποδίδεται σ’ έναν ραδινό τύπο οινοχόης με συνεχές περίγραμμα και κυκλικό συνήθως στόμιο, αν και ο διαχωρισμός δεν επιβεβαιώνεται μέσα από τις γραπτές πηγές. Με βάση τη διακόσμηση μπορούμε να διακρίνουμε διάφορους τύπους: Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση Έχει γίνει ήδη φανερή η προσπάθεια των ντόπιων κεραμέων να μιμηθούν κατά τους αρχαϊ- κούς τουλάχιστον χρόνους σχήματα και διακόσμηση αγγείων των ανατολικοϊωνικών εργαστη- ρίων. Από το ίδιο πνεύμα διέπεται και ένα μικρό σύνολο από όλπες, η εξωτερική επιφάνεια των 311 Αστράγαλοι αριθ. Ι.115.427, δύο σιδερένιες στλεγγίδες αριθ. Ι.115.431-432, ειδώλιο πάπιας αριθ.Ι.115.423, ειδώλιο γυναικείας μορφής αριθ. Ι.115.424, αποσπασματικό ειδώλιο αριθ. Ι.115.425, ειδώ- λιο ένθρονης μορφής με φιάλη αριθ. Ι.115.426, χάλκινο νόμισμα Ι.115.428, τμήματα ειδωλίων αριθ. Ι.115.429 ΑΜΘ. 312 Olynthus IX, σ. 271. Olynthus XIV, σ. 413. 313 Βλ. παρακάτω σ. 37. 314 Άκανθος Ι, σ. 262-263 αρ. 1521, 1546 σχ. 31. 315 Kanowski 1984, σ. 112. Richter – Milne 1935, σ. 19. Agora XII, σ. 236 κ.ε. 31 οποίων είναι αβαφής και κοσμείται με οριζόντιες ταινίες καστανέρυθρου χρώματος. Διατηρού- νται επτά αγγεία αυτού του τύπου άλλα ακέραια και άλλα αποσπασματικά. Τα βασικά χαρακτηριστικά του σχήματος είναι το εξωστρεφές χείλος, το οποίο έχει ενιαίο περίγραμμα με το ωοειδές σώμα και κάθετη λαβή, ελλειψοειδούς διατομής, που ξεπερνά αρκετά το ύψος του χείλους. Ωστόσο υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στη διαμόρφωση του σώ- ματος και της βάσης. Συνήθως η στεφάνη του χείλους και το άνω τμήμα της λαβής φέρουν κα- στανέρυθρο χρώμα. Το σώμα κοσμείται με μία, δύο ή ακόμη και τρεις οριζόντιες ταινίες του ίδιου χρώματος. Τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση συναντούνται σε αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας, όπως της Ίστριας316, της Μιλήτου317 και της Χίου318. Τα αγγεία από το ιερό της Αθηνάς στο Εμποριό φέρουν στην εξωτερική επιφάνεια το χαρακτηριστικό λευκό επίχρισμα της χιώτικης κε- ραμικής319. Πλήθος παρόμοιων αγγείων προέρχεται από τη Σάμο320, τη Βρουλιά321, αλλά και την υπόλοιπη Ρόδο322. Αρκετά έχουν βρεθεί στην Κυρήνη323, στους αρχαϊκούς αποθέτες της Ταύχει- ρας αλλά και στη μητρόπολή της Θήρα324. Παρόμοια αγγεία παρήγαγαν και τα ντόπια κεραμικά εργαστήρια της Δύσης, στα Μέγαρα Υβλαία325, στην Κύμη326 και στις Πιθηκούσες327. Ιωνικά παραδείγματα έφτασαν και στο βορειοελλαδικό χώρο. Μία αποσπασματική ιωνική όλπη αυτού του τύπου έχει βρεθεί και στη Θάσο328. Οι Θάσιοι κεραμείς του εργαστηρίου στο Φαρί329, επηρεασμένοι από επείσακτα παραδείγματα, αντέγραψαν τελικά και αυτό το σχήμα από την Ιω- νία. Παρόμοιο αγγείο έχει βρεθεί και στη Μεσήμβρια της Θράκης χωρίς όμως να προσδιορίζεται ο τόπος παραγωγής του330. Το σχήμα δεν μιμήθηκαν μόνο οι κεραμείς του μακεδονικού χώρου, 316 Histria ΙΙ, σ. 154 εικ. 116. Histria IV, σ. 102-103 αρ. 670- 675 πίν. 34. Τα τελευταία έχουν υπερυψω- μένη λαβή. Το ένα παράδειγμα σημειώνεται ως ροδιακό, ενώ για τα υπόλοιπα δεν αναφέρεται προέλευση. 317 Ένα παράδειγμα προέρχεται και από τη Μίλητο και χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. Βλ. Voigtländer 1982, σ. 43 σχ. 14. 318 Anderson 1954, σ. 138 αρ. 44 πίν. 7 c. 319 Boardman 1967, σ. 144-145 αρ. 592-596. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 58. Το σχήμα εμφανίζεται στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. και επιβιώνει και στον 6ο αι. π.Χ. Τα πρώιμα παραδείγματα φέρουν στην εξωτερική τους επιφάνεια λευκό επίχρισμα. Τα οψιμότερα είναι ραδινότερα και δεν φέρουν πάντοτε το αντίστοιχο επίχρισμα. 320 Technau 1929, σ. 28. Walter-Vierneisel 1959, πίν. 32, 35, 37, 39, 59. Τα άφθονα παραδείγματα από το Ηραίο της Σάμου μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για την εξέλιξη του σχήματος. Τα πρώιμα παραδείγματα, που χρονολογούνται στην τρίτη δεκαετία του 7ου αι. έχουν σχεδόν κάθετο, αρκετά ευρύ λαιμό και κα- μπύλα τοιχώματα στο σώμα (πίν. 37). Από τα 670 π.Χ. ως τα μέσα του αιώνα παρατηρείται μία σημαντική αλλαγή: η διάμετρος του σώματος μειώνεται, με αποτέλεσμα να γίνεται πιο κυλινδρικό και ραδινό (πίν. 39). Στα παραδείγματα του τέλους του 7ου αι. η κλίση του χείλους προς τα έξω επιτείνεται και ο λαιμός με το σώμα αποκτούν ενιαίο σιγμοειδές προφίλ (πίν. 59). 321 Vroulia, σ. 154 πίν. 26.14 και 18α. 322 Clara Rhodos VIII, εικ. 7. 323 Schaus 1985, σ. 53 αρ. 282-284 πίν. 17. Δύο παραδείγματα έχουν απλή επίπεδη βάση και το ένα δισκό- μορφη. Χρονολογούνται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. 324 Thera II, σ. 21 εικ. 30a, b. 325 Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 181, 183 πίν. 203.4. Χρονολογείται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. Επίσης βλ. Vil- lard 1960, σ. 48 αρ. 4. 326 Gabrici 1913, σ. 750 εικ. 268. 327 Gialanella 1994, αρ. C8 εικ. 23. Χρονολογείται τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. 328 Ghali – Kahil 1960, πίν. Χ, 36 σ. 32. Χαρακτηρίζεται απλά ως ιωνική. Εντύπωση προκαλεί η σύνθεση του πηλού, ο οποίος είναι ροδαλός και δεν περιέχει καθόλου μίκα. Είναι ίσως το μοναδικό αγγείο αυτού του τύπου που έχει κατασκευαστεί από τόσο καθαρό πηλό. 329 Blondé 1992, σ. 23-24 εικ. 11-12. Οι συγγραφείς του άρθρου συγκρίνουν τα αγγεία του τοπικού θασίτι- κου εργαστηρίου με τα αττικά και τα ανάγουν στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Τα θασίτικα αγγεία περιέχουν μίκα και λευκές προσμίξεις, όπως και τα αγγεία της Ακάνθου. 330 Βαβρίτσας 1981, σ. 4 πίν. 19.ε. 32 αλλά και οι Αθηναίοι331, επηρεαζόμενοι από επείσακτα αγγεία από την Aνατολική Ελλάδα που κυκλοφόρησαν και στην Αττική332. Επείσακτα παραδείγματα, που απετέλεσαν τα πρότυπα για τους ντόπιους κεραμείς, έχουν βρεθεί και στην αρχαία Άκανθο (Πίν. 11α). Αυτά έχουν κατασκευαστεί από κιτρινωπό ερυθρό πηλό λεπτόκοκκο με λίγη μίκα. Είναι πιθανό να προέρχονται από τη Σάμο333. Τα ιωνικά αγγεία έχουν κατασκευαστεί με ιδιαίτερη επιμέλεια. Αν και τα βασικά χαρακτηριστικά του σχήματος είναι σταθερά, υπάρχουν πολλές παραλλαγές. Συνήθως ο λαιμός στενεύει αρκετά και διακρίνεται με σαφήνεια από το σώμα αν και έχουν ενιαίο περίγραμμα. Η βάση άλλοτε είναι απλή και άλλοτε δισκόμορφη ή διευρυνόμενη με επίπεδη την κάτω επιφάνειά της. Ο τύπος της όλπης με διαμορ- φωμένη βάση ανήκει μάλλον στη ροδιακή παράδοση334.Το σώμα κοσμείται συνήθως με δύο οριζόντιες ταινίες. Τα αγγεία των τοπικών εργαστηρίων έχουν κατασκευαστεί από κοκκινωπό πηλό με αρκετή μίκα και προσμίξεις. Η εξωτερική επιφάνεια είναι σχετικά αδρή και σε πολλές περιπτώσεις σχη- ματίζονται ακανόνιστες βαθύνσεις π.χ. 39 (Πίν.7β, Σχ.4ζ), ενώ των επείσακτων είναι λεία. Ακόμη και η διακόσμηση, αν και είναι ιδιαίτερα απλή, διακρίνεται από μεγάλη προχειρότητα. Οι περισ- σότερες ταινίες δεν σχηματίζουν απόλυτη ευθεία π.χ. 39 αλλά είναι ελαφρώς λοξές και δεν έχουν σε όλο το μήκος τους το ίδιο πάχος π.χ. 37 (Σχ. 4στ). Δυστυχώς τα περισσότερα παραδείγματα από την Άκανθο προέρχονται είτε από την επίχωση είτε αποτελούν μοναδικό κτέρισμα του νεκρού που συνοδεύουν, οπότε η χρονολόγησή τους στη- ρίζεται σε συγκρίσεις με παραδείγματα του ανατολικοϊωνικού εργαστηρίου και όχι σε ασφαλή στοιχεία. Ι1. Με επίπεδη βάση Από τα πρωϊμότερα παραδείγματα αυτού του τύπου θεωρούνται οι: 36 - 39. Οι 36 (Πίν.7α, Σχ. 4ε) και 39 (Πίν. 7β, Σχ. 4ζ) διατηρούνται ακέραιες, ενώ οι 37 (Σχ. 4στ) και 38 αποσπασμα- τικά. Έχουν βάση απλή, επίπεδη, ωοειδές, σχεδόν κυλινδρικό σώμα που στενεύει προς το λαιμό, ο οποίος είναι κοίλος και ενιαίος με το απλό, εξωστρεφές χείλος. Η παρυφή του χείλους και το άνω τμήμα της λαβής φέρουν χρώμα. Μία πλατιά, ελαφρώς λοξή ταινία διατρέχει το σώμα, ακρι- βώς στο σημείο που τελειώνει η λαβή. Στο δεύτερο αγγείο, 37 (Σχ. 4στ), υπάρχουν δύο ταινίες σε πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους. Η 39 (Πίν. 7β, Σχ. 4ζ) έχει κατασκευαστεί με προχειρότητα και στην εξωτερική επιφάνειά της δημιουργούνται κάποιες βαθύνσεις. Στο πρόσθιο τμήμα το κάτω άκρο του σώματος, στο σημείο μετάβασης προς τη βάση, είναι λοξότμητο. Οφείλεται στην αδεξιότητα του κεραμέα και όχι σε κάποια ειδική διαμόρφωση, καθώς δεν είναι συμμετρικό το πίσω τμήμα. Κοσμείται με τρεις οριζόντιες ταινίες. Δυστυχώς δεν υπάρχουν συνευρήματα335. Παρόμοια ιωνικά παραδείγματα από την Ταύχειρα χρονολογούνται στο τέλος του 7ου αι. π.Χ.336. Μεταγενέστερη αυτών είναι η 40 (Πίν. 7γ, Σχ. 4η), η οποία διατηρείται ακέραια με εξαίρεση τη λαβή. Το χείλος είναι εξωστρεφές και φέρει χρώμα. Ο λαιμός συγκλίνει έντονα, το ωοειδές σώμα σχηματίζει έντονη καμπύλη. Η βάση είναι απλή, επίπεδη αλλά διακρίνεται από το σώμα 331 Agora XII, σ. 78 αρ. 255-261 πίν. 12. Kerameikos IX, σ. 44 πίν. 78. Οι αττικές απομιμήσεις κοσμούνται μόνο με μία οριζόντια ταινία ακριβώς κάτω από την κάτω γένεση της λαβής. 332 Agora XII, σ. 78 σημ. 12 αρ. 261. To συγκεκριμένο παράδειγμα έχει δισκόμορφη βάση και φέρει μία ταινία ψηλά στο σώμα και μία χαμηλά. Θεωρείται ροδιακό. Επίσης βλ. Kerameikos IX, σ. 89 αρ.17.9 πίν. 45, σ. 92 αρ. 27. 3 πίν. 46. 333 Για παραδείγματα από τη Σάμο, βλ. ΑΜ 72 (1957), πίν. 57-58, 63. AM 74 (1954), πίν. 31. 334 Clara Rhodοs III, σ. 111 πίν. 3. 335 Η 36 (Ι.136.159) προέρχεται από την ταφή 3112, η οποία δεν περιείχε επιπλέον κτερίσματα και οι 37 (Ι.120.205) και 38 (Ι.160.156) προέρχονται από τις επιχώσεις των αντίστοιχων οικοπέδων. Βρίσκονται στο ΑΜΘ. 336 Tocra I, σ. 64-67 αρ. 848-852 πίν. 49. Tocra II, σ. 19 αρ. 1991 πίν. 11 και σ. 33-34 αρ. 2074-2075 πίν.18. 33 καθώς αυτό στο κάτω άκρο του κατεβαίνει κάθετα. Στο μέσο του σώματος υπάρχουν δύο οριζό- ντιες ταινίες. Η δεύτερη στο μέσο γίνεται πλατύτερη. Προέρχεται από την ταφή 4591, τον νεκρό της οποίας συνόδευαν και τρία σκυφίδια, δύο μελαμβαφή337 (Πίν. 7δ) και ένα ερυθροβαφές338, ένας αρυτήρας339 και ένα μυροδοχείο340 που την ανάγουν με ασφάλεια στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.341. Η χρονολόγηση του τελευταίου αγγείου μας προβληματίζει, καθώς η διάρκεια παραγωγής του συγκεκριμένου τύπου στα δύο μεγάλα κέντρα παραγωγής του, τη Σάμο και τη Ρόδο, είναι πολύ μικρότερη. Η χρονολογική διαφορά είναι τόσο μεγάλη ώστε να καθίσταται αδύνατο να γίνει λόγος για κάποιο αγγείο – κειμήλιο που συνοδεύει το νεκρό. Η διαμόρφωση της βάσης της 40 είναι άγνωστη τόσο στα αντίστοιχα ανατολικοϊωνικά αγγεία όσο και στα πρώιμα ντόπια. Φαίνεται ότι στην Άκανθο το σχήμα επιβιώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως και τον 4ο αι. π.Χ., ενώ στα αρχικά κέντρα παραγωγής του έχει ξεχασθεί τελείως. Το γεγονός ωστόσο δεν μας εκπλήσσει. Σε περιφερειακά εργαστήρια συντηρητικού χαρακτήρα είναι σύνηθες να επιβιώνουν παλιότερου τύπου αγγεία. Ήδη έχουμε αναφερθεί στη Βοιωτία, όπου επιβιώνει το σχήμα των αρχαϊκών αμφορίσκων ως τον 4ο αι. π.Χ.342. Ι2. Με βάση Σ’ αυτόν τον τύπο ανήκουν δύο παραδείγματα: η σχεδόν ακέραια 41 (Πίν. 7ε, Σχ. 5α) και η αποσπασματική 42 (Πίν. 7στ, Σχ. 5β). Η 41 (Πίν. 7ε, Σχ.5α) έχει έντονα εξωστρεφές χείλος, ενιαίο με τον κοίλο λαιμό και το ωοει- δές σώμα. Η βάση στο άνω τμήμα της είναι διευρυνόμενη και στο κάτω δισκόμορφη. Το σώμα κοσμείται με δύο οριζόντιες ταινίες, η πρώτη βρίσκεται ακριβώς κάτω από την απόληξη της λα- βής. Δυστυχώς προέρχεται από την επίχωση του νεκροταφείου. Ένα άλλο αγγείο από το νεκρο- ταφείο της Ακάνθου343, σχεδόν πανομοιότυπο στο σχήμα και στη διακόσμηση, που προέρχεται πιθανότατα από τη Σάμο, βρέθηκε σ’ έναν τάφο με μία μελαμβαφή λήκυθο με μελανά πλαγιαστά ανθέμια στον ώμο και χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. 344. Συγγενική είναι η αποσπασματική 42 (Πίν. 7στ, Σχ. 5β). Η διαμόρφωση του ωοειδούς σώμα- τος είναι διαφορετική από ότι στο προηγούμενο παράδειγμα, καθώς είναι ευρύτερο και στο κάτω τμήμα σχηματίζεται εντονότερη καμπύλη. Διαφορετική είναι και η μορφή της βάσης. Είναι διευ- ρυνόμενη. Αντίστοιχο παράδειγμα από την αθηναϊκή Αγορά χρονολογείται στα 500 π.Χ.345. Από την ίδια ταφή, καύση346, προέρχεται και ένα μόνωτο μελαμβαφές σκυφίδιο347 που χρονολογείται γύρω στα 375 π.Χ.348. 337 Αριθ. Ι.164.57 και 224 ΑΜΘ. 338 Αριθ. Ι.164.39 ΑΜΘ. 339 Αριθ. Ι.164.105 ΑΜΘ. 340 Αριθ. Ι.164.113 ΑΜΘ. 341 Το σκυφίδιο αριθ. Ι.164.39 ΑΜΘ, με το εσωστρεφές χείλος και τη δακτυλιόσχημη βάση, η οποία στην επιφάνεια έδρασης διατρέχεται από μία αυλάκωση και στο κέντρο φέρει μαστοειδή απόφυση, χρονολογεί- ται γύρω στα 325 π.Χ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 132 αρ. 842. 342 Βλ. παραπάνω σ. 22. 343 Αριθ. Ι.29.280 ΑΜΘ. 344 Αριθ. Ι.29.108 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Kurtz 1975, σ. 230 πίν. 67.4. 345 Agora XII, σ. 78 αρ. 261 πίν. 12. 346 Πρόκειται για λακκοειδή ταφή που περιείχε δύο επάλληλες ταφές-καύσεις. Στη δεύτερη βρέθηκε μία χάλκινη στλεγγίδα, η οποία ήταν καμένη και χρονολογείται μάλλον στον 4ο αι. Τα αγγεία της ανώτερης ταφής δεν φέρουν ίχνη καύσης. 347 Αριθ. Ι.115.502 ΑΜΘ. Έχει σώμα με γωνιώδες περίγραμμα και δύο ομόκεντρους κύκλους και στιγμή στην κάτω επιφάνεια της βάσης. 348 Παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ.134 αρ. 758 πίν. 33. 34 Διαπιστώνεται λοιπόν ότι και ο τύπος με διαμορφωμένη βάση διατηρήθηκε στην περιοχή για έναν αιώνα περισσότερο από ότι στα αρχικά κέντρα παραγωγής του. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι ντόπιοι τεχνίτες ακολουθούν την εξέλιξη όπως την χαράσσουν οι συνάδελφοι τους στην Ανατολική Ελλάδα. Στα πρώιμα παραδείγματα του ύστερου 7ου αι. π.Χ. – αρχές 6ου η βάση είναι απλή, επίπεδη και το σώμα σχεδόν κυλινδρικό. Στα τέλη του 6ου αι. – αρχές 5ου το σχήμα αποκτά πιο ραδινές αναλογίες, σώμα ωοειδές με έντονες καμπύλες και βάση διευρυνόμενη ή δισκόμορφη. Η παραγωγή δεν σταματά στα ύστερα αρχαϊκά χρόνια, όπως συμβαίνει στα βασικά κέντρα παραγωγής που διέδωσαν το σχήμα, αλλά συνεχίζεται έως και τον 4ο αι. π.Χ. και με τους δύο τύπους, δηλαδή με απλή, επίπεδη βάση και δισκόμορφη. ΙΙ. Με ημικυκλική κηλίδα χρώματος Οι όλπες αυτού του τύπου έχουν συνήθως εξωστρεφές χείλος, ενιαίου περιγράμματος με το ωοειδές σώμα και βάση απλή, επίπεδη. Η λαβή, ελλειψοειδούς διατομής, ξεπερνά το ύψος του χείλους. Έχουν κατασκευαστεί από κιτρινωπό, κοκκώδη πηλό που περιέχει λίγη μίκα και προ- σμίξεις και απαντά και σε άλλα αγγεία του τοπικού εργαστηρίου. Φέρουν μελανό χρώμα, το οποίο δεν καλύπτει όλη την επιφάνεια του αγγείου, αλλά περιορίζεται σε μία κηλίδα που καλύ- πτει το πρόσθιο τμήμα του στομίου π.χ. 45 (Σχ. 5ε). Ορισμένες φορές προχωρά και στο άνω τμήμα του σώματος π.χ. 43 (Πίν. 7ζ, Σχ. 5γ). Μελανό χρώμα φέρει και η λαβή, άλλοτε σ’ όλο της το μήκος π.χ. 45 και άλλοτε μόνο η ράχη π.χ. 43. Παρόμοια διακόσμηση συναντήσαμε και στις υδρίσκες (Πίν. 5δ&ε). Το σχήμα της μελαμβαφούς όλπης χωρίς βάση ήταν ιδιαίτερα σύνηθες κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Παραγόταν σχεδόν σε όλα τα κεραμικά εργαστήρια της εποχής. Ιωνικά παραδείγματα χρονολογούνται ήδη στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ. - α’ τέταρτο του 6ου349. Στην Αθήνα άρχισε να κατασκευάζεται ήδη από τα πρωτοαττικά χρόνια. Η παραγωγή του συνεχίσθηκε στον 5ο και 4ο αι. π.Χ.350. Στους πρώιμους χρόνους στο σώμα υπήρχαν οριζόντιες εδαφόχρωμες ταινίες351. Το σχήμα συναντάται και στην Ταύχειρα γύρω στα 500 π.Χ.352. Κατάγεται μάλλον από τον πρωιμό- τερο τύπο όλπης με βάση, ο οποίος συναντάται επίσης στην Αθήνα353 και στην Ταύχειρα.354 Όμοιο σχήμα έχουν και παραδείγματα από τη Βρουλιά και την υπόλοιπη Ρόδο355 αλλά και τη Μίλητο356, όπου όμως η διακόσμηση διαφέρει ελαφρώς. Στο αγγείο από τη Βρουλιά υπάρχει χρώμα στο λαιμό, που έχει «τρέξει» ακανόνιστα στο σώμα357, ενώ στο μιλησιακό παράδειγμα το χρώμα σχηματίζει ευθεία γραμμή και μόνο στο κάτω τμήμα του σώματος υπάρχουν δύο μικρές κηλίδες. Τα αγγεία αυτών των δύο εργαστηρίων διαφοροποιούνται από τα αγγεία της Ακάνθου, καθώς η λαβή δεν ξεπερνά το ύψος του χείλους. Στη Χίο συναντούμε παρόμοιες όλπες που φέρουν μελανό χρώμα στο χείλος, στο άνω τμήμα του λαιμού και στη ράχη της λαβής. Αυτές χρονολογούνται γύρω στα 640 - 620 π.Χ. και είναι τα 349 Christofani 1978, σ. 166 πίν. 83 εικ. 53. 350 Ό.π. σ. 78 αρ. 262 - 275 πίν. 13. Πρέπει να σημειώσουμε ότι στα αττικά παραδείγματα η λαβή είναι χαμηλή και δεν ξεπερνά το ύψος του χείλους. 351 Young 1942, αρ. 50 και 25 εικ. 1. Εντάσσονται στην Ομάδα του Φαλήρου. 352 Tocra II, σ. 49 αρ. 2181-2 πίν. 30. 353 Agora XII, σ. 77 αρ. 247-9 πίν. 13. Ως μεταβατικό κρίκο από τον ένα τύπο στον άλλο θεωρούν οι Sparkes – Talcott το παράδειγμα 253 της αθηναϊκής Αγοράς, βλ. Agora XII, σ. 77. 354 Tocra I, σ. 107 αρ. 1129 – 1131 πίν. 85. 355 Clara Rhodos ΙV, εικ. 302. Clara Rhodos III, σ. 192 εικ. 186. Η τελευταία χρονολογείται με ασφάλεια στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. με βάση τη situla που υπήρχε στην ίδια ταφή. 356 Voigtländer 1982, αρ. 78 σχ. 14. 357 Vroulia, σ. 154 πίν. 26. 1 και 5. 35 συγγενέστερα αγγεία αυτών της Ακάνθου358. Το σχήμα από την Ανατολική Ελλάδα δανείσθηκαν κεραμείς στη Δύση, όπως στα Μέγαρα Υβλαία στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.359, αλλά και σε άλλες περιοχές360. Στο μακεδονικό χώρο παρόμοιες όλπες αλλά με χαμηλή βάση κατασκευάζονται στην αρχή του 5ου αι. π.Χ. και στην Όλυνθο361. Ένα όψιμο παράδειγμα, γνωστό από τον Κεραμεικό, χρονολογείται γύρω στα 475 π.Χ.362. Παραδείγματα από διάφορα μέρη της Κρήτης363 αποδεικνύουν ότι το σχήμα τουλάχιστον εκεί εξακολουθεί να παράγεται με τη συγκεκριμένη διακοσμητική μέθοδο ως τις αρχές του 3ου αι. π.Χ.364. Οι ντόπιοι τεχνίτες μιμούνται για μία ακόμη φορά την κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας. Η πρακτική να τοποθετείται μία ημικυκλική κηλίδα χρώματος μόνο στο πρόσθιο τμήμα του αγ- γείου, διαμετρικά απέναντι από την λαβή, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Αυτή η τεχνική διακόσμη- σης χρησιμοποιήθηκε και στις υδρίσκες, στα μόνωτα φιαλόσχημα αγγεία και στα θήλαστρα365. Αυτός ο τύπος όλπης δεν γνώρισε ιδιαίτερη δημοτικότητα. Σε σύνολο 400 τάφων που περι- λαμβάνει ο πρώτος τόμος δημοσίευσης της Ακάνθου δίνεται μόλις ένα παράδειγμα366, το οποίο βρέθηκε στον ίδιο τάφο με το πώμα μίας κορινθιακής πυξίδας που χρονολογείται στο β’ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.367. Στους υπόλοιπους 7000 τάφους, με το υλικό των οποίων ασχολούμαστε, βρέθηκαν μόλις 4 παραδείγματα. Παλαιότερη είναι η 43 (Πίν. 7ζ, Σχ. 5γ), η οποία προέρχεται από τον τάφο 4486. Το χρώμα καλύπτει όλο το άνω μέρος του αγγείου και τη λαβή, «φθίνοντας» προς τα πίσω. Από την ίδια ταφή προέρχεται και ένα μόνωτο, χειροποίητο κύπελλο368 (Πίν. 7η). Με βάση τα συνευρήματα, αλλά και την ομοιότητά της με το προηγούμενο παράδειγμα, μπορούμε να τη χρο- νολογήσουμε στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. Στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. παρατηρείται αλλαγή στη διαμόρφωση του σώματος. Γίνεται ωοειδές και σχηματίζει έντονη καμπύλη. Εδώ μπορούν να ενταχθούν τρία παραδείγματα. Η 44 (Πίν. 7θ, Σχ. 5δ) έχει χείλος σχεδόν εχινόμορφο369 και σώμα ωοειδές το οποίο στο μέσο περίπου σχηματίζει σχεδόν γωνία. Η λαβή ανυψώνεται αρκετά και απολήγει στο σημείο που το σώμα γωνιάζει. Η βάση είναι επίπεδη και έχει σχεδόν ίση διάμετρο με το χείλος. Το χείλος και η γένεση της λαβής φέρουν χρώμα. Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με ένα ροδιακό παράδειγμα από την Ταύχειρα και φέρει επίσης χρώμα στο χείλος και στη λαβή370. Οι 45 (Σχ. 5ε) και 46 (Πίν. 358 Lemos 1997, σ. 81 εικ. 13. Emporio, σ. 145 αρ. 594 εικ. 93. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 58. 359 Mégara Hyblaea II, σ.181, 183 πίν. 204.7-9. Μάλιστα ένα παράδειγμα φέρει ημικυκλική κηλίδα χρώμα- τος στην πρόσθια όψη, όπως τα σκυφίδια για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. Στο ένα παράδειγμα το γάνωμα φθάνει ως τη βάση. Θεωρούνται προϊόντα κορινθιακά. 360 De Juli 1979, σ. 439 πίν. ΧΧΧΙΙ, 1. 361 Olynthus XIII, σ. 226. 362 Kerameikos IX, σ. 124 αρ. 145.4 πίν. 33. 363 Για πρώιμα παραδείγματα από την Κρήτη, βλ. Coldstream – Sackett 1970, σ. 54- 56 εικ. 7, 8. 364 Εγγλέζου 2005, σ. 225 αρ. 494 πίν. 39 και σ. 120 αρ. 597 πίν. 39. Μαρκουλάκη –Νινιού-Κινδερή 1982, σ. 82 σχ. 35. 365 Βλ. σ. 26, 38, 51. 366 Άκανθος Ι, σ. 263 αρ. 1019 σχ. 32. Δεν διατηρείται η λαβή. Μάλιστα έχει αποκατασταθεί, πιθανότατα λανθασμένα, με βάση τα παραδείγματα άλλων εργαστηρίων στο ύψος του χείλους. Ο Καλτσάς τη συνδέει με τις σαμιακές όλπες που φέρουν ταινιωτή διακόσμηση. 367 Ό.π. σ. 104. 368 Αριθ. Ι.164.161 ΑΜΘ. Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το δίωτο κύπελλο αρ. 2329 από την Ταύ- χειρα, που θεωρείται ντόπιο, βλ. Tocra II, σ. 72 πίν. 36. 369 Το χείλος παρουσιάζει ομοιότητα και με μία όλπη με ταινιωτή διακόσμηση από την Ανατολική Ελλάδα, που χρονολογείται στο α’ μισό του 6ου αι., βλ. Tocra I, σ. 169 αρ. 859 πίν. 50. 370 Tocra I, σ. 46 αρ. 770 πίν. 39. Παρόμοια παραδείγματα μπορούμε επίσης να δούμε στο Clara Rhodes III, σ. 164 εικ. 156 και σ. 193 εικ. 186. Clara Rhodes VI-VII, σ. 30 εικ. 30. Vroulia 1914, σελ 154 πίν. 26 1,5. 36 8α) είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Η μόνη διαφορά είναι ότι στην 46 (Πίν. 8α) η λαβή δεν ανυψώ- νεται. ΙΙΙ. Με σφαιρικό σώμα και γραπτή διακόσμηση Ο τύπος αυτός αντιπροσωπεύεται μόνο από ένα αγγείο, το 47 (Πίν. 8β, Σχ. 5στ), το οποίο δι- ατηρείται ακέραιο με εξαίρεση την κάθετη λαβή. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ενιαίο με το λαιμό που έχει συνεχές περίγραμμα με το σώμα. Σχηματίζεται σιγμοειδές προφίλ. Το σώμα είναι σχε- δόν σφαιρικό και απολήγει σε πολύ χαμηλή, δισκόμορφη βάση. Η εδαφόχρωμη εξωτερική επι- φάνεια κοσμείται με πεταλόσχημα μοτίβα στο λαιμό και δύο οριζόντιες ταινίες ερυθρού χρώμα- τος ακριβώς κάτω από την γένεση της λαβής. Προέρχεται από την ταφή 3803, στην οποία εμπε- ριέχονταν και ένας μελαμβαφής σκύφος των αρχών του 5ου αι.π.Χ., ένα σιδερένιο δακτυλίδι και ένας χάλκινος κρίκος371. Το συγκεκριμένο μοτίβο διακόσμησης, δηλ. μοτίβα που μιμούνται πέταλα λουλουδιών, στο λαιμό και οριζόντιες ταινίες στο σώμα συναντάται, όπως ήδη είδαμε, και σε άλλα σχήματα του τοπικού εργαστηρίου, π.χ. στις τριφυλλόστομες οινοχόες, όπως στην 33 (Πίν. 6στ, ζ, Σχ.4γ), αλλά και στις τριφυλλόστομες οινοχόες της Ολύνθου, οι οποίες χρονολογούνται από τα τέλη του 6ου αι. ως και τον 5ο αι. π.Χ.372. IV. Με κυκλική κηλίδα χρώματος Εδώ ανήκουν δύο παραδείγματα, οι 48 (Πίν. 8γ&δ, Σχ. 5ζ) και 49 (Πίν. 8στ), οι οποίες δυ- στυχώς διατηρούνται αποσπασματικά με αποτέλεσμα να μην έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα αυτού του τύπου της όλπης. Η 48 διατηρείται σε καλύτερη κατάσταση. Σώζεται τμήμα του στε- νού λαιμού, ο οποίος είναι ενιαίος με το σχεδόν σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι διευρυνόμενη και η κάτω επιφάνειά της κοίλη. Στην πρόσθια όψη του σώματος υπάρχει μία μεγάλη, δισκόμορφη κηλίδα μελανού χρώματος. Το δεύτερο παράδειγμα διατηρείται ακόμη πιο αποσπασματικά. Η βάση είναι πολύ χαμηλή, ανισοϋψής και το σώμα ωοειδές. Στην πρόσθια όψη υπάρχει μία ακα- νόνιστη κηλίδα μελανού χρώματος. Η 49 προέρχεται από την επίχωση του νεκροταφείου, οπότε δεν υπάρχουν συνευρήματα που να μας βοηθούν στη χρονολόγηση. Η 48 (Πίν. 8γ&δ, Σχ. 5ζ) προέρχεται από την ταφή 4604 στην οποία βρέθηκε και ένα ερυθρόμορφο αρυβαλλοειδές ληκύθιο373 (Πίν. 8ε), και ανάγεται με ασφά- λεια γύρω στα 400 π.Χ. Όσον αφορά στη διακόσμηση, δεν υπάρχουν παρόμοια γνωστά παραδείγματα από άλλες θέ- σεις. Θα λέγαμε ότι ο τύπος αποτελεί μία παραλλαγή της τρίτης κατηγορίας, που μόλις εξετά- σαμε, δηλαδή εκείνης με την ημικυκλική κηλίδα χρώματος στο χείλος και στο λαιμό. Απλώς με- ταφέρθηκε η θέση της διακόσμησης. Διακρίνεται για μία ακόμη φορά η στενή σχέση των ντό- πιων κεραμέων με την Ανατολική Ελλάδα αλλά και ο συντηρητισμός που τους διέπει, ώστε ενώ διατήρησαν τον προηγούμενο τύπο όλπης για μεγαλύτερο διάστημα από ότι στα αρχικά κέντρα παραγωγής του, ως και τον 5ο αι, στον 4ο αι. δημιούργησαν μία παραλλαγή του. Η ημικυκλική κηλίδα χρώματος στο στόμιο, μετατράπηκε στον 4ο αι. π.Χ. σε δισκόμορφη. Η ίδια αλλαγή επι- σημάνθηκε και στις τριφυλλόστομες οινοχόες, π.χ. 34 (Πίν. 6η,θ, Σχ. 4δ)374. 371 Αριθ. Ι.166.19, 23 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα με τον σκύφο, βλ. Agora XII, σ. 84 αρ. 342 πίν. 16. 372 Οlynthus V, σ. 76 αρ. 33 πίν. 26. Olynthus XIII, σ. 207 αρ. 255-258 πίν. 147. 373 Αριθ. Ι.164.43 ΑΜΘ. Στην πρόσθια όψη κοσμείται με έναν κύκνο σε κατατομή προς τα δεξιά. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 145 αρ. 93 πίν. 134. 374 Βλ. παραπάνω σ. 31. 37 Α4. Θήλαστρα Αν και τα θήλαστρα είναι ένα συνηθισμένο εύρημα στο νεκροταφείο της αρχαίας Ακάνθου στις παιδικές και στις γυναικείες ταφές, υπάρχουν μόνο δύο ντόπια που έχουν δεχθεί επιρροή από τον τρόπο διακόσμησης της Ανατολικής Ελλάδος. Το 50 (Πίν. 8ζ&η, Σχ. 5η) έχει ψηλό, διευρυνόμενο χείλος και σφαιρικό σώμα, που εδράζεται πάνω σε δακτυλιόσχημη βάση. Από το χείλος φύεται η κάθετη ταινιωτή λαβή, η οποία ανασηκώ- νεται αρκετά και απολήγει στο μέσο του σώματος. Το χείλος, η λαβή και το άνω τμήμα του σώ- ματος φέρουν ερυθρό χρώμα, που έχει τρέξει ακανόνιστα και στο εσωτερικό. Προέρχεται από την ταφή 4388, στην οποία υπήρχε και ένα αποσπασματικό ειδώλιο όρθιας ανδρικής μορφής375 και μία κορινθιακή κοτύλη376 της Ύστερης Κορινθιακής Ι Περιόδου377 (Πίν. 8θ). Η διακόσμησή του σχετίζεται με την τοπική συνήθεια να τοποθετείται μία ημικυκλική κη- λίδα χρώματος στην πρόσθια όψη διαφόρων σχημάτων, όπως στις υδρίσκες, στις όλπες και στα φιαλόσχημα αγγεία378. Τον συγκεκριμένο τρόπο διακόσμησης, αν και είναι εμπνευσμένος από την Ανατολική Ελλάδα, εκεί δεν τον συναντούμε σε θήλαστρα. Mοναδικό κτέρισμα της ταφής 2015, ίσως σύγχρονο με το προηγούμενο, είναι το 51 (Πίν. 8ι, κ, Σχ. 5θ). Έχει χείλος διευρυνόμενο προς τα πάνω και χαμηλό, κυρτό σώμα που εδράζεται πάνω σε χαμηλή, δισκόμορφη βάση. Από το χείλος φύεται η κάθετη ταινιωτή λαβή που απολήγει στο μέσο του σώματος. Στο ίδιο ύψος έχει προσαρμοστεί η κωνική προχοή, που καμπυλώνεται ελαφρά και ανασηκώνεται. Υπάρχει γραπτή διακόσμηση που αποτελείται από οκτώ όρθιες κυμα- τοειδείς ταινίες. Όμοιο θήλαστρο έχει βρεθεί επίσης στην Άκανθο και με βάση τα συνευρήματά του θεωρείται υστεροαρχαϊκό379. Παρόμοιο κύπελλο των τοπικών εργαστηρίων της Σικελίας χρονολογείται στην ίδια περίπου περίοδο, 525 – 475 π.Χ.380. Αρκετά κοινά στοιχεία παρουσιάζει και ένα χιακό θήλαστρο από το Ριζάρι, το οποίο φέρει ταινιωτή διακόσμηση σε συνδυασμό με κυματοειδή και χρονολογείται στα 640-620 π.Χ.381. Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους στη Θήρα κατασκευάζονταν θήλαστρα με ακόμη πιο ανοικτό στόμιο από το 51, τα οποία ουσιαστικά αντι- γράφουν το σχήμα του μόνωτου κυπέλλου και στην μία όψη προστίθεται η προχοή κωνικού σχή- ματος382. Α5. Κύπελλα Το συνηθέστερο ίσως κτέρισμα των πρώιμων τάφων του νεκροταφείου της Ακάνθου αποτε- λούν τα μόνωτα κύπελλα. Πρόκειται για ένα μάλλον αβαθές αγγείο με εξωστρεφές χείλος και κάθετη ταινιωτή λαβή που φύεται από αυτό και απολήγει χαμηλά στο σώμα. Υπάρχουν βέβαια διάφοροι τύποι. Ιδιαίτερα ποικίλει το σχήμα του χείλους. Είναι πάντα εξωστρεφές αλλά άλλοτε ενιαίο με το σώμα (67 Πίν. 9λ, Σχ. 6θ) και άλλοτε διαχωρίζεται από αυτό με μία εγκοπή (54 Σχ. 5λ). Η μορφή της βάσης ποικίλει επίσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δισκόμορφη (52 Πίν.8λ, Σχ. 5ι), σε άλλες διακρίνεται από το σώμα αλλά έχει ενιαίο περίγραμμα μ’ αυτό (54) και σε κά- ποιες είναι εντελώς επίπεδη (63 Πίν. 9στ, Σχ. 6ζ). 375 Αριθ. Ι.160.816 ΑΜΘ. 376 Αριθ. Ι.160.817 ΑΜΘ. 377 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, αρ. 701 πίν. 63γ. 378 Βλ. παραπάνω σ. 26, 35, 51. 379 Ε. Τρακοσοπούλου, Κατάλογος έκθεσης, «Η Μακεδονία από τα μυκηναϊκά χρόνια ως τον Μέγα Αλέξανδρο». ΑΜΘ Ιούλιος-Αύγουστος 1988, σ. 134 αρ. 156. 380 Lyons 1996, αρ. 4-97 πίν. 20. 381 Lemos 1997, σ. 81 εικ. 14. 382 Pfuhl 1903, εικ. 26-27. 38 Στο σύνολο των αγγείων του σχήματος αυτού που έχουν βρεθεί στην Άκανθο είναι εμφανής η διαφοροποίησή τους ανάμεσα στα επείσακτα και στα προϊόντα της τοπικής παραγωγής όσον αφορά στη σύσταση του πηλού και στην ποιότητα της κατασκευής τους. Τα επείσακτα είναι κα- τασκευασμένα από καθαρό, λεπτόκοκκο πηλό που έχει καστανοκίτρινο ή ροδαλό χρώμα, έχουν καλύτερες αναλογίες, οι πλευρές του σώματος είναι συμμετρικά κατασκευασμένες και φέρουν μελανό ή ερυθρό χρώμα καλής ποιότητος. Αντίθετα εκείνα, που αποδίδουμε στην τοπική παρα- γωγή, έχουν κατασκευαστεί από κοκκινωπό πηλό διαφόρων αποχρώσεων που περιέχει άφθονη μίκα και προσμίξεις. Η κατασκευή τους διακρίνεται από μεγάλη προχειρότητα. Παρατηρείται έντονη υψομετρική διαφορά στο πρόσθιο και πίσω μέρος του χείλους (56 Πίν. 9γ, Σχ.6α). Αρ- κετά από αυτά είναι αβαφή, ενώ άλλα φέρουν ταινιωτή διακόσμηση στην εσωτερική και εξωτε- ρική επιφάνεια. Ακόμη όμως και εκείνα που φέρουν χρώμα διαφοροποιούνται από τα αντίστοιχα της πρώτης κατηγορίας, καθώς το «γάνωμά» τους είναι αραιωμένο και θαμπό. Το σχήμα προέρχεται από την υπομυκηναϊκή περίοδο383. Τα αγγεία της πρώιμης αυτής επο- χής έχουν εξωστρεφές χείλος, κάθετη ταινιωτή λαβή, σώμα κοίλο στο άνω τμήμα του και κυρτό στο κάτω · στοιχεία που συναντούμε και σε ορισμένα κύπελλα της αρχαϊκής εποχής (75 Πίν. 10γ, Σχ. 6ν). Η βασική διαφορά βρίσκεται στη διαμόρφωση της βάσης. Τα υπομυκηναϊκά κύπελλα φέρουν χαμηλό κωνικό πόδι384. Κύπελλα, παρόμοιου σχήματος με αυτά που θα δούμε παρα- κάτω, συναντούμε σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου κατά τη Γεωμετρική Περίοδο φέρο- ντας βέβαια τη χαρακτηριστική διακόσμηση για την εποχή385. Το σχήμα έχει ευρεία παραγωγή στο πέρασμα των αιώνων. Το συναντούμε στην Αθήνα στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., όπου μάλιστα υπάρχουν και παραδείγματα με παραστάσεις386.Την ίδια εποχή συναντάται στη Χίο387, στη Σάμο388, στην Κρήτη389 και γενικότερα στην Ανατολική και νησιωτική Ελλάδα. Κατά τους υστερογεωμετρικούς και πρώτους χρόνους της «Ανατολίζουσας» περιόδου το σώμα των μόνω- των κυπέλλων είναι συνήθως βαθύτερο από ότι στην Αρχαϊκή περίοδο390. Στη Μακεδονία είναι γνωστό ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους, όπως μας δείχνουν ευρή- ματα από διάφορες θέσεις, Τούμπα Θεσσαλονίκης, Καστανάς, Άσσηρος, Αιανή, κ.α.391 Η βασική διαφορά των μυκηναϊκών αγγείων από τα αρχαϊκά συνίσταται στη διαμόρφωση της βάσης. Τα πρώτα φέρουν μικρή δακτυλιόσχημη βάση, η οποία είναι άγνωστη στα μεταγενέστερα παραδείγ- ματα. Κατά τους γεωμετρικούς χρόνους το σχήμα γίνεται πιο σπάνιο στο μακεδονικό χώρο. Ελά- χιστα παραδείγματα είναι γνωστά από το νεκροταφείο της Βεργίνας και χρονολογούνται στον 9ο και 8ο αι. π.Χ.392. Από την τράπεζα Γκόνα της Θεσσαλονίκης είναι γνωστό ένα παράδειγμα που κοσμείται με κρεμαστά ημικύκλια393. Ενώ στη μακεδονική ενδοχώρα σταματά να παράγεται κατά τους γεωμετρικούς χρόνους, στο χώρο της Χαλκιδικής εξακολουθεί να παράγεται και κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, καθώς στις αποικίες φθάνουν πολλά επείσακτα παραδείγματα από τη νησιωτική Ελλάδα. 383 Κeramikos VI2, σ.169-170. Για παράδειγμα των μυκηναϊκών χρόνων από την Κοζάνη, βλ. Καραμήτρου – Μεντεσίδη 1998, σ. 451 σχ.12. 384 Lefkandi I, σ. 294. Παρλαμά – Σταμπολίδης 2000, σελ 162 αρ. 268. 385 Coldstream 1997. Για αττικά παραδείγματα, βλ. σ. 86-87, για κορινθιακά σ. 102, για αργείτικα, σ. 117- 122 και ευβοϊκά, σ. 187, 191. 386 Παρλαμά – Σταμπολίδης 2000, σ. 286 αρ.267. Φέρει διακόσμηση με πλοία. Young 1939, σ. 158 C60 εικ. 112. Το τελευταίο είναι τριφυλλόστομο και κοσμείται με αγκυλωτούς σταυρούς και υδρόβια πτηνά. 387 Emporio, σ. 124 αρ. 369-377 εικ. 28 πίν. 39. 388 Technau 1929, σ. 28. Walter – Vierneisel 1959, σ. 13 πίν. 12. 389 Metancourt – Μαρινάτος κ.α. 2000, σ. 212 αρ. 95/96 πίν. 75.5. Sackett 1992, αρ. 1025 πίν. 73, αρ. 1127 πίν. 76. 390 Cessel 1995, σ. 115 εικ. 21. 391 Wardle κ.α. 2001, σ. 640-641 εικ. 4-6. 392 Radt 1974, σ.111 πίν. 33. 21,22. Ένα πρωτογεωμετρικό παράδειγμα είναι γνωστό από το Ποσείδι Χαλκιδικής, βλ. Βοκοτοπούλου 1993β, σ. 406 εικ. 12. 393 Σκαρλατίδου-Κωνσταντινίδου 2003, σ. 221 εικ. 19. 39 Τα κύπελλα της τοπικής παραγωγής διακρίνονται σε τέσσερις τύπους με βάση το σχήμα: Ι. Με εξωστρεφές χείλος διαχωριζόμενο από το σώμα με μία εγκοπή Σ’ αυτήν την ομάδα ανήκουν τα 52 (Πίν. 8λ, Σχ. 5ι), 53 ( Πίν. 8μ, Σχ. 5κ), 54 (Σχ. 5λ), 55 (Πίν. 9α), 56 (Πίν. 9γ, Σχ. 6α ), 57 (Πίν. 9δ, Σχ. 6β), 58 (Σχ. 6γ), 59 ( Πίν. 9κ, Σχ. 6δ), 60 (Σχ. 6ε), 61, 62 (Σχ. 6στ), τα οποία αντιγράφουν τα επείσακτα κύπελλα που βρίσκουμε στο νεκροταφείο της Ακάνθου394. Το χείλος στρέφεται έντονα προς τα έξω και ο διαχωρισμός του από το σώμα είναι εμφανής, καθώς επιτυγχάνεται με μία οριζόντια εγκοπή. Το σώμα είναι βαθύ, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους τύπους που θα δούμε αμέσως παρακάτω, και έχει ενιαίο περίγραμμα, σχεδόν ημισφαιρικό. Μόνο στο κάτω άκρο του συγκλίνει κατεβαίνοντας σχεδόν κάθετα και διαμορφώ- νοντας με τον τρόπο αυτό τη βάση, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι επίπεδη. Σπα- νιότερα σχηματίζεται μία χαμηλή, υποτυπώδης δισκόμορφη βάση (57 Πίν. 9δ, Σχ. 6β), 52 Πίν. 8λ, Σχ.5ι). Τα αγγεία της ομάδος αυτής, όπως και τα αντίστοιχα επείσακτα, φέρουν ερυθρό ή μελανό χρώμα αλλά αραιωμένο και θαμπό. Εξαίρεση αποτελεί το 57 (Πίν. 9δ, Σχ. 6β), το οποίο βρίσκεται μάλλον κοντύτερα σε παλιότερα πρότυπα. Είναι αβαφές και μόνο η ράχη της λαβής κοσμείται με εννέα λεπτά γραμμίδια. Τα αγγεία του τύπου Ι διακρίνονται για την πιο επιμελη- μένη κατασκευή και είναι κοντύτερα στα γεωμετρικά πρότυπα. Παρόμοια παραδείγματα είναι γνωστά από το Εμποριό της Χίου και χρονολογούνται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ.395 αλλά και τη Σάμο396 και την Άνδρο397. Μία βασική διαφορά που διακρίνουμε από τα επείσακτα είναι ότι σε εκείνα η κάτω επιφάνεια της βάσης σχηματίζει μία ανεπαίσθητη βάθυνση398, ενώ στα ντόπια εί- ναι τελείως επίπεδη. Στη δημοσίευση του πρώτου τόμου από το νεκροταφείο της Ακάνθου ο Καλτσάς399 παρατη- ρεί ότι αγγεία του σχήματος αυτού συναντούμε ιδιαίτερα συχνά στο χώρο του Αιγαίου400. Θεωρεί λοιπόν, και σε αυτό το σημείο συμφωνούμε με την άποψη του, ότι τα ντόπια παραδείγματα της Ακάνθου είναι επηρεασμένα από τα νησιώτικα, όπως ήταν εξ άλλου αναμενόμενο για την ανδρι- ακή αποικία. Δυστυχώς τα περισσότερα σωζόμενα παραδείγματα προέρχονται από ταφές, όπου είτε δεν υπάρχουν συνευρήματα, ή και αν υπάρχουν η χρονολόγηση αυτών είναι επισφαλής. Αναγκα- στικά λοιπόν σε πολλές περιπτώσεις περιοριζόμαστε σε συγκρίσεις με αγγεία άλλων θέσεων. Το συγγενέστερο παράδειγμα αυτών προέρχεται επίσης από το νεκροταφείο της Ακάνθου και με βάση τα συνευρήματά του ανάγεται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. Το 53 (Πίν. 8μ, Σχ. 5κ) είναι το πρωιμότερο401. Προέρχεται από την ταφή 4081, στην οποία συνυπήρχε και ένας πρωτοκορινθιακός σφαιρικός αρύβαλλος402 (Πίν. 8ν), που χρονολογείται αμέσως μετά το 700 π.Χ.403. Αρκετή ομοιότητα με το 53 παρουσιάζει το 55 (Πίν. 9α), το οποίο μπορεί να χρονολογη- 394 Άκανθος Ι, σ. 228-229 αρ. 1127, 1063, 1068, 1148, 1067, 1097, 829 σχ.13. 395 Boardman 1967, σ. 162-3 αρ. 770 σχ. 110. 396 Schlörb – Vierneisel 1996, αρ. 5.17. 397 Zagora 2, σ. 198 πίν. 129. 398 Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το 829, βλ. Άκανθος Ι, σ. 228 σχ. 13. 399 Άκανθος Ι, σ. 230. 400 Για αντίστοιχα παραδείγματα από την Ταύχειρα, βλ. Tocra I, σ. 73 αρ. 887-893 πίν. 51, από τη Σάμο Walter – Vierneisel 1959, πίν. 60 αρ. 4, από τη Θήρα, βλ. Thera II, σ. 64 αρ. 223, από τη Θάσο, βλ. Ghali- Kahil 1960, σ. 72 αρ. 128, από την Εύβοια, βλ. Ανδρειωμένου 1986, σ. 101 αρ. 31-36, από τα Υβλαία Μέ- γαρα, βλ. Mégara Hyblaea II, σ. 185 αρ. 3-6. 401 Άκανθος Ι, σ. 86 αρ.728 πίν. 90. Στον ίδιο τάφο βρέθηκε μία ιωνική κύλικα, δύο κορινθιακές κοτυλί- σκες, ένας κορινθιακός σφαιρικός αρύβαλλος κ.ά. 402 Αριθ. Ι.160.60 ΑΜΘ. 403 Payne 1937, σ. 6-7 πίν.1.1. Προέρχεται από τις Συρακούσες. Η χρονολόγησή του δεν μπορεί να κατέβει μετά το 700 π.Χ., καθώς το 690 π.Χ., όπως φαίνεται από αγγείο που βρέθηκε στη Γέλα, το σχήμα έχει αλ- λάξει μορφή. 40 θεί με σχετική ευκολία, καθώς βρέθηκε με μία κορινθιακή κοτύλη της ΜΚ περιόδου με σχημα- τοποιημένα ζώα404 (Πίν. 9β). Η καταγωγή του σχήματος από την Γεωμετρική Εποχή επιβεβαιώνεται και από τη διακόσμηση της λαβής του 57 (Πίν. 9α, Σχ. 6β) με έξι οριζόντια γραμμίδια405. Δύο παραδείγματα που παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα είναι τα Ι.74.20 (Πίν. 9δ) και το 53 (Πίν. 8μ, Σχ.5κ). Σ’ αυτά το χείλος στρέφεται πολύ έντονα προς τα έξω και η εγκοπή που σχημα- τίζεται στο σημείο ενώσεως με το σώμα είναι ιδιαίτερα βαθιά. Το σώμα στο άνω τμήμα του είναι διογκωμένο, κυρτό και στη συνέχεια συγκλίνει προς τη βάση, η οποία έχει πολύ μικρή διάμετρο σε σχέση με το χείλος. Παρόμοιο επείσακτο παράδειγμα από την Άκανθο, όπου όμως η διάμε- τρος της βάσης δεν έχει τόση έντονη διαφορά από την αντίστοιχη του χείλους, χρονολογείται με βάση τα υπόλοιπα ευρήματα της ταφής στα τέλη του 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.406. Η παραγωγή του τύπου Ι διαρκεί σ’ όλο τον 7ο αι. π.Χ. ΙΙ. Με εξωστρεφές χείλος και βαθύ πιο στενό σώμα Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται μόνο τέσσερα παραδείγματα: 63 (Πίν. 9στ, Σχ. 6ζ), 64 (Πίν. 9η, Σχ. 6η), 65 (Πίν. 9θ), 66 (Πίν. 9ι). Το 63 είναι το πλησιέστερο στον προηγούμενο τύπο. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως μεταβατικό ανάμεσα στους δύο τύπους, καθώς το σώμα του είναι ψηλότερο και στενότερο από των προηγούμενων, αλλά λιγότερο έντονα από ότι συμβαίνει στα δύο επόμενα παραδείγματα407. Βαθιά μόνωτα κύπελλα έχουν βρεθεί στην Κνωσό408. Ένα ακόμη κύπελλο του τύπου αυτού από την Άκανθο δημοσιεύεται από τον Καλ- τσά409. Το 63 συνοδεύεται από ένα κορινθιακό αλάβαστρο410 (Πίν. 9ζ), που κοσμείται με έναν κύκνο σε στροφή τριών τετάρτων και μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε το κύπελλο γύρω στα 580-560π.Χ.411. Στο κύπελλο αυτό ωστόσο ο ντόπιος καλλιτέχνης έχει απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τα πρότυπά του. Το χείλος είναι ψηλότερο και η εγκοπή που το διακρίνει από το σώμα ακόμη πιο βαθιά. Τα δύο επόμενα παραδείγματα, 64 (Πίν. 9η) και 65 (Πίν. 9θ), έχουν εξωστρεφές χείλος ενιαίο με το βαθύ, ημισφαιρικό σώμα. Στο κάτω άκρο του στενεύει και σχη- ματίζεται η απλή επίπεδη βάση. Η κάθετη λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο του σώματος. Η σύσταση του πηλού είναι διαφορετική. Είναι χονδρόκοκκος με περισσότερες προ- σμίξεις από ότι στο 63. Διακρίνονται από μεγαλύτερη προχειρότητα. Η εξωτερική επιφάνειά τους είναι αδρή. Το 66 (Πίν. 9ι) έχει ανισοϋψές χείλος412 ενώ το 65 (Πίν. 9θ) είναι χειροποίητο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν συνευρήματα του πρώτου. Το 66 (Πίν. 9ι) βρέθηκε με τον ντόπιο αρύ- βαλλο 138 (Πίν. 28α)413 που χρονολογείται πιθανότατα στα τέλη του 7ου αι. Το 64 παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το 66. Συνοδεύεται από ένα μόνωτο σκυφίδιο, μία όλπη και μία σιδερένια περόνη. Η όλπη, 43 (Πίν. 7ζ, Σχ.5γ), για την οποία έγινε ήδη λόγος, είναι επίσης προϊόν ντόπιου εργαστηρίου με πρότυπα από την Ανατολική Ελλάδα χρονολογούμενη στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.414. Οι κεραμείς των τοπικών εργαστηρίων με την πάροδο του χρόνου αποδεσμεύονται από τα εργαστήρια που αρχικά μιμούνται και τολμούν να διαφοροποιήσουν το 404 Αριθ. Ι.74.19 ΑΜΘ. 405 Για αντίστοιχο παράδειγμα από την ΥΓ περίοδο, βλ. Courbin 1974, σ. 56 αρ. C893 πίν. 36. 406 Άκανθος Ι, αρ. 1126 σ. 130-131 πίν. 147. Τρακοσοπούλου 2005, (υπό έκδοση). 407 Φέρει στοιχεία τόσο από το αρ. 829 Άκανθος Ι, σ. 228 σχ. 13, όσο και από το αρ. 1074, επίσης σ. 228 σχ. 13. 408 Payne 1927\28, πίν. ΙΧ αρ. 2. Χρονολογείται στην ανατολίζουσα περίοδο. 409 Άκανθος Ι, σ. 259 αρ. 1294\Ε308 πίν. 219, σχ. 26. Είναι ερυθροβαφές. Χρονολογείται στο α’ μισό 6ου αι. π.Χ. 410 Αριθ. Ι.74.23 ΑΜΘ. 411 Payne 1937, σ. 281 αρ. 210, 228. Tocra II, σ. 11 αρ. 1835 πίν. 1. 412 Για παρόμοιο επείσακτο παράδειγμα από τα Άβδηρα, βλ. Σκαρλατίδου 1987, σ. 424 εικ. 11. 413 Βλ. παρακάτω σ. 90. Για τα δύο αυτά αγγεία, βλ. Τρακοσοπούλου 1998γ, σ. 7 κ.ε. 414 Furtwängler 1980, πίν. 45. 10 και 11. Tocra II, σ. 33 αρ. 2074 πίν. 18. 41 σχήμα. Τα αγγεία του τελευταίου τέταρτου του 7ου αιώνα, δημιουργήματα ίσως των αποίκων, είναι πολύ κοντά στα πρότυπά τους. Μάλιστα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν τα χαρακτηρί- ζουμε ντόπια ή επείσακτα415. Προς το τέλος του 7ου αιώνα – αρχές του 6ου υπάρχουν παραδείγ- ματα αρκετά κοντά στα επείσακτα πρότυπα αλλά με διαφορετικές αναλογίες, λιγότερο αρμονι- κές. Ενώ πλέον στα μέσα του 6ου αι. οι ντόπιοι κεραμείς αποδεσμεύονται από το αρχικό σχήμα και δημιουργούν κάτι πιο «ελεύθερο». Ο τύπος ΙΙ παράγεται από τα τέλη του 7ου έως το α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. ΙΙΙ. Με χείλος εξωστρεφές ενιαίο με το ευρύ, αβαθές σώμα Η κατηγορία αυτή είναι η πλουσιότερη. Ανήκουν τα: 67 (Πίν. 9λ, Σχ. 6θ), 68 (Σχ. 6ι), 69 (Σχ. 6κ), 70 (Πίν. 9μ, Σχ. 6λ), 71 (Πίν. 9ξ), 72 (Πίν. 10α) και 73 (Πίν. 10β). Τα αγγεία του τύπου αυ- τού παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία από τα προηγούμενα τόσο στο σχήμα όσο και στη δια- κόσμηση. Στην Άκανθο έχουν βρεθεί όμοια επείσακτα αγγεία416, πιθανότατα κυκλαδικά417, που χρονολογούνται στο τέλος του 7ου με αρχές 6ου αι. π.Χ. Ο τύπος αυτός έχει απασχολήσει σπα- νιότερα την έρευνα418. Παρόμοια αγγεία καλής ποιότητος έχουν βρεθεί και σε άλλες θέσεις της Χαλκιδικής, όπως για παράδειγμα στη Μένδη419 και στο Πολύχρονο420, όπου μάλιστα τα συνευρήματα επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση που μόλις αναφέραμε. Τα ντόπια αγγεία είναι κατασκευασμένα από κοκκινωπό πηλό διαφόρων αποχρώσεων, που αν και λεπτόκοκκος περιέχει αρκετή μίκα και προσμίξεις. Είναι πιο κοκκώδης από τον αντίστοιχο των επείσακτων. Το 67 (Πίν. 9λ, Σχ. 6θ) είναι μάλλον το πρωιμότερο. Έχει αρκετά ψηλό και λεπτό χείλος. Το σώμα σχηματίζει μία ενιαία και έντονη καμπύλη προς την επίπεδη βάση. Η διακόσμησή του, όπως στα περισσότερα ντόπια, είναι ταινιωτή. Περιορίζεται σε τρεις ερυθρές ταινίες στο εσωτερικό του αγγείου, γύρω από τη στεφάνη του χείλους, το μέσο του σώματος και τον πυθμένα. Το δεύτερο κτέρισμα της ταφής χρονολογείται επίσης στις αρχές του 6ου αι. π.Χ.421. Το 68 (Σχ. 6ι) συγγενεύει με ένα αντίστοιχο επείσακτο από την Άκανθο422 του α’ τετάρτου του 6ου αι. π.Χ.423. Αν και είναι όμοια στο σχήμα, διαφέρουν ως προς τη διακόσμηση. Το επείσακτο είναι ερυθροβαφές, ενώ το ντόπιο πιστό στην τοπική παράδοση φέρει γραπτή διακόσμηση με οριζόντιες ταινίες εξωτερικά και εσωτερικά. Η διακόσμηση της λαβής δείχνει την εμμονή των τοπικών εργαστηρίων σε παλιότερα πρότυπα. Στη ράχη της ανάμεσα σε δύο ορι- ζόντιες ταινίες δίνονται δυο ταινίες χιαστί. Το ίδιο μοτίβο συναντάται και σε μεγαλύτερα αγγεία της τοπικής παραγωγής. Το 69 (Σχ. 6κ) μοιάζει αρκετά με το προηγούμενο αλλά στο κάτω τμήμα του σώματος η κα- μπύλη φθίνει αρκετά προς τη βάση με αποτέλεσμα το τοίχωμα να είναι λεπτότερο. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι το περίγραμμα του σώματος μοιάζει με το περίγραμμα ενός πε- πιεσμένου εχίνου. Υπάρχει επίσης συγγενικό επείσακτο παράδειγμα424, το οποίο δυστυχώς δεν προέρχεται από κάποια ταφή, οπότε δεν είναι δυνατόν να μας βοηθήσει. 415 Για παράδειγμα ο Καλτσάς, βλ. Άκανθος Ι, σ. 230, σημειώνει ότι θεωρεί τα κύπελλα αυτά κυκλαδικά, αλλά παρατηρεί ότι ορισμένα μπορεί να είναι τοπικής προέλευσης με κυκλαδικές επιδράσεις. 416 Για παραδείγματα επείσακτα, βλ. Άκανθος Ι, σ. 230 σχ.14. 417 Άκανθος Ι, σ. 231. 418 Για αντίστοιχα παραδείγματα από την Εύβοια, βλ. Ανδρειωμένου 1972, σ. 174, πίν. 59γ και από τη Βοιωτία, Ανδρειωμένου 1973\4, πίν. 280α. 419 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 282 εικ. 13. 420 Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα 1989, σ. 396-7 εικ. 23. 421 Περιείχε ένα μικκύλο πιθαράκι, βλ. σ. 228 αρ. 305 πίν. 52ε σχ. 21στ. 422 Άκανθος Ι, σ. 230 αρ. 1145 σχ. 14. 423 Ό.π. σ. 152-153. 424 Ό.π. σ. 164 αρ.832, Ε31 πίν. 175β. 42 Το 70 (Πίν. 9μ, Σχ. 6λ) βρέθηκε με μία κορινθιακή κοτυλίσκη425 (Πίν. 9ν) που μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του τρίτου τέταρτου ή στις αρχές του τελευταίου τέταρτου του 6ου αι. π.Χ.426 και είναι ένα από τα οψιμότερα αυτής της κατηγορίας. Τα παραπάνω ακάνθια παραδείγματα φέρουν ταινιωτή διακόσμηση. Τα 71427 (Πίν. 9ξ), 72428 (Πίν. 10α) και 73 (Πίν. 10β) φέρουν χρώμα, όπως και τα επείσακτα που προαναφέραμε. Ανάλογα νησιώτικα παραδείγματα με το 73 χρονολογούνται στο τέλος του 7ου – α’ τέταρτο 6ου αι. π.Χ.429. Ο τύπος παράγεται μάλλον από τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. και ίσως έως τις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αι. IV. Με χείλος ενιαίο με το σώμα, αδιαμόρφωτο Στον τέταρτο και τελευταίο τύπο ανήκουν 4 παραδείγματα: 74 (Σχ. 6μ), 75 (Πίν. 10γ, Σχ. 6ν), 76 (Σχ. 6ξ) και 77 (Πίν. 10ε). Αν και είναι διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν κάποιες πολύ σημα- ντικές ομοιότητες. Το άνω μέρος του σώματος (2\3) είναι ευρύ και στρέφεται προς τα έξω. Το σώμα σχηματίζει χαμηλά καμπύλη που οδηγεί προς τη βάση. Η καμπύλη είναι άλλοτε σχετικά έντονη (74 Σχ. 6μ), άλλοτε ανεπαίσθητη (75 Σχ. 6ν) και σε άλλες πάλι περιπτώσεις τόσο μικρή που δίνεται η εντύπωση ότι τα τοιχώματα του σώματος ανοίγουν διαγώνια (76 Σχ. 6ξ και 77 Πίν. 10ε). Ο τύπος ήταν γνωστός ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους σε διάφορα εργαστήρια430. Την ίδια εποχή συναντάται και στην τεφρή αιολική κεραμική431 . Το 74 αποτελεί τυχαίο εύρημα. Το 75 όμως βρέθηκε μ’ έναν σφαιρικό κορινθιακό αρύ- βαλλο432 (Πίν. 10δ) της ΜΚ περιόδου, ο οποίος κοσμείται με δύο αντωπά άλογα και έναν κύκνο ανάμεσά τους433. Παρόμοιο επείσακτο παράδειγμα από την Άκανθο434 χρονολογείται επίσης στο πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Η γυάλινη τριφυλλόστομη οινοχόη και το αλάβαστρο435 που συνυπήρχαν με το 76 το εντάσσουν στους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους436. Το 77 (Πίν. 10ε) της ταφής 4110 δύναται να χρονολογηθεί με ακρίβεια χάρη στη μελανόμορφη λήκυθο και την κοριν- θιακή κοτύλη437 (Πίν. 10στ) της ίδιας ταφής στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.438. Για μία ακόμη φορά ο ντόπιος καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ένα διαφορετικό τρόπο διακόσμη- σης από τον αντίστοιχο των επείσακτων που είναι συνήθως ολόβαφα εσωτερικά και εξωτερικά. Το 76 φέρει χρώμα στο εσωτερικό με εξαίρεση έναν δίσκο στον πυθμένα και το 75 κοσμείται επίσης εσωτερικά στο άνω και κάτω τμήμα του με τέσσερις, ανά δύο, λεπτές ταινίες υπόλευκου χρώματος, ενώ το 77 έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Το σχήμα παράγεται από τις αρχές ως το τέλος του 6ου αι. Κρίνοντας από τα παραδείγματα που έχουμε στη διάθεσή μας, μπορούμε να πούμε ότι σταδιακά εξαλείφεται η αυστηρότητα στη δομή του. 425 Αριθ. Ι.160.898 ΑΜΘ. 426 Corinth XIII, σ. 210 πίν. 35. 427 Προέρχεται από την επίχωση. 428 Προέρχεται από την ταφή 4155, όπου μαζί του βρέθηκαν μία γυάλινη ψήφος, ένα γυάλινο δισκάριο και μία ψήφος από κεχριμπάρι. 429 Άκανθος Ι, σ. 231 αρ. 1045 εικ. 14. 430 Levi 1925-1926, σ. 270-71 εικ. 54, 55. 431 Alt – Smyrna I, πίν. 6d. Χρονολογούνται στα 1050/1000-700 π.Χ. 432 Τ 4236, αριθ. Ι.160.340 ΑΜΘ. 433 Corinth XIII, σ. 191 αρ. 172K πίν. 26. Το παράδειγμα φέρει κωμαστές αλλά το σχήμα και τα παραπληρωματικά μοτίβα είναι ίδια. Payne 1937, σ. 288 αρ. 496.6a πίν. 21,11. 434 Άκανθος Ι, σ. 223 αρ 1054, Τ 1587 σχ.14. 435 Τ4646. 436 Η γυάλινη τριφυλλόστομη οινοχόη εντάσσεται στο α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Weinberg 1992, σ. 88 αρ. 22. 437 Αριθ. Ι.160.49-50 ΑΜΘ. 438 Για την κοτύλη, βλ. Corinth XIII, σ. 217 αρ. 264.2 πίν. 37. 43 Είναι εμφανές ότι ο ντόπιος καλλιτέχνης, με εξαίρεση λίγα μόνα παραδείγματα, τα αγγεία του τύπου ΙΙ, διατηρεί το σχήμα του μόνωτου κυπέλλου, όπως διαμορφώθηκε από τα νησιώτικα εργαστήρια. Στη διακόσμηση δεν ακολουθεί πάντα το μελανό ή ερυθρό χρώμα που προτιμούν οι κεραμείς των νησιώτικων και των ιωνικών εργαστηρίων. Εφαρμόζει το σύστημα των οριζόντιων γραπτών ταινιών, που αν και εμπνευσμένο από την ιωνική παράδοση, δεν εφαρμόζεται στο συ- γκεκριμένο σχήμα στα αρχικά κέντρα παραγωγής. Α6. Σκύφοι με υποπρωτογεωμετρική διακόσμηση Πρόσφατα στο νεκροταφείο της Ακάνθου βρέθηκαν μέσα στο καμένο χώμα μίας καύσης τρία όστρακα 78, 79, 80 (Πίν. 10ζ), από τα οποία διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Σε ένα από αυτά διατηρείται και η γένεση της οριζόντιας λαβής, κυκλικής διατομής, ακριβώς κάτω από το χείλος. Και τα τρία έχουν χαμηλό, εξωστρεφές χείλος που φέρει μαύρο γάνωμα και στις δύο όψεις με εξαίρεση μία εδαφόχρωμη γραμμή εσωτερικά στη στεφάνη του χείλους. Η μετά- βαση από το χείλος στο σώμα γίνεται με μία υποτυπώδη αυλάκωση. Το ημισφαιρικό σώμα, όπως προκύπτει από ένα συνδυασμό στοιχείων, που αντλούμε και από τα τρία όστρακα, κοσμούνταν με συστάδες κάθετων γραμμών και ανάμεσα τους δίνονταν ομόκεντροι κύκλοι. Η εξωτερική επι- φάνειά τους είναι πλούσια σε μίκα, γεγονός που τα διαφοροποιεί από τα αντίστοιχα επείσακτα. Προέρχονται από σκύφους με υποπρωτογεωμετρική διακόσμηση439 που κατασκευάζονταν πιθανότατα στην Πάρο και την αποικία της Θάσο, όπως απέδειξαν τα στοιχεία των νεότερων ανασκαφικών ερευνών στο Φαρί440 και συναντούνται και στο νεκροταφείο της Ακάνθου441. Ένα ακέραιο παράδειγμα εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου. Στον πρώτο τόμο της δημοσίευσης του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης συμπεριλαμβάνονται δύο όστρακα, το ένα από τα οποία θεω- ρείται ότι προέρχεται επίσης από τοπικό εργαστήρι442. Η χρονολόγηση των τριών οστράκων εξασφαλίζεται από την ανεύρεση ενός όμοιου ακέραιου επείσακτου σκύφου του παριανοθασίτικου εργαστηρίου του δευτέρου μισού του 6ου αι. π.Χ.443, κορινθιακών οστράκων και οστράκων αττικών μελανόμορφων κυλίκων από την ίδια καύση. Η κοτύλη (Πίν. 10θ) που κοσμείται με σειρά σκιαγραφημένων ζώων στο σώμα χρονολογείται στα ύστερα χρόνια της Μέσης Κορινθιακής Περιόδου444. Αρκετά ήταν τα όστρακα κυλίκων Σιάνων (Πίν. 10η) των μέσων του 6ου αι. π.Χ., αλλά και χειλεωτών-ταινιωτών (Πίν. 10η).445 439 Για συνολική επισκόπηση της έρευνας του σχήματος, βλ. Τιβέριος 1989β, σ. 616. Délos XVII, σ. 47-48 αρ. 16, 18, 20 πίν. 37. Buschor 1929, σ. 143κ.ε. πίν. 21. Tocra II, σ. 35-36 αρ. 2099-2100 πίν. 20. Délos X, σ. 193-194 αρ. 665-668. Délos XV, σ. 60-61 αρ. 56/ πίν. 29, 30. Lambrinoudakis 1983, σ. 113 εικ.10-11. Bikakis 1985, σ. 85. Θεωρεί ότι κατασκευάζονταν από το τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. ως το ¾ του 6ου αι. Για παραδείγματα από το βορειοελλαδικό χώρο, βλ. Torone I, σ. 315. Σισμανίδης 1996, εικ. 14. Γιούρη – Κουκούλη 1987, σ. 372 εικ. 29. Νικολαΐδου – Πατέρα 1996, σ. 838. Κουκούλη-Χρυσανθάκη – Παπανικολάου 1990, σ. 492 εικ. 20. Αικ.518 εικ. 17. Βάλλα 2003, σ. 114-115 εικ. 5και 10. Υπάρχουν και κρατήρες της ΥΓ και μετα-γεωμετρικής περιόδου με την ίδια διακόσμηση, βλ. Zagora II, σ. 208 πίν. 233 a- b. Tarsus III, σ. 311 αρ. 1537 εικ. 106 και 146. Boardman 1965, σ. 9. 440 Blondé 1992, σ. 24 κ.ε. αρ. 8-12 εικ. 11-12, 14. Περιστέρη – Blondé – Perrault – Brunet 1985, σ. 29 κ.ε. 441 Ένα παράδειγμα προέρχεται από ταφή του τρίτου τέταρτου του 6ου αι. π.Χ., όπως φανερώνουν τα θραύσματα των αττικών μικρογραφικών κυλίκων. Βλ. Γιούρη 1971α, σ. 394 πίν. 392β-δ. Ρωμιοπούλου 1975, σ. 250 πίν. 168β. 442 Άκανθος Ι, σ. 264-265 πίν. 168γ και 219α. Το ένα έχει χρονολογηθεί από τον Καλτσά με βάση τα συνευρήματά του, ένα μόνωτο κύπελλο και μία κορινθιακή κοτυλίσκη, στο α’ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Δεχόμενοι όμως τη νέα χρονολόγηση για την κορινθιακή κεραμική μπορεί να χρονολογηθεί λίγο πριν ή στα μέσα του 6ου αι. 443 Τρακοσοπούλου 2005, υπό έκδοση. 444 Payne 1937, σ. 279 αρ. 191. Tocra I, σ. 33 αρ. 243 πίν. 25. 445 Beazley 1986, σ. 21κ.ε., 50κ.ε. J. D. Beazley, Metropolitan Museum Studies V, σ. 93κ.ε. (σχετικά με το ζωγράφο C συγκεκριμένα). CVA Louvre VIII. 44 Α7. « Ψευδοκάνθαροι» Μοναδικό παράδειγμα ενός σπάνιου τύπου αγγείου αποτελεί το 81 (Πίν. 10ι). Πρόκειται για ένα ψηλό αγγείο που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τα μόνωτα κύπελλα αλλά και μία σημα- ντική διαφορά˙ έφερε δύο κάθετες λαβές αντί για μία. Το χείλος του αγγείου είναι ψηλό, ελαφρά κυρτό, το σώμα ψηλό και η χαμηλή βάση δισκόμορφη. Οι κάθετες ταινιωτές λαβές, αν και δεν διατηρούνται, φαίνεται ότι φύονταν από το χείλος και απέληγαν χαμηλά στα σώμα. Προέρχεται από την ταφή 4487 της οποίας αποτελεί το μοναδικό κτέρισμα. Παρόμοια παραδείγματα βρέθηκαν στα Μέγαρα Υβλαία, από τους μελετητές των οποίων δα- νεισθήκαμε και τον όρο «ψευδοκάνθαρος». Οι Vallet-Villard θεωρούν ότι πρόκειται για αγγεία με αναθηματικό και όχι χρηστικό χαρακτήρα. Χρονολογούνται στο τέλος του 7ου αι. π.Χ.446. Όμοια αγγεία προέρχονται και από τους αποθέτες της Ταύχειρας και χρονολογούνται επίσης στο τέλος του 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.447. Τον πρόδομο του σχήματος μπορούμε να δούμε σ’ ένα αγγείο της γεωμετρικής περιόδου από τη Σάμο που χαρακτηρίζεται ως κύπελλο με δύο λαβές448. Παρόμοια αγγεία των υπογεωμετρικών χρόνων είναι γνωστά και από την Αθήνα449. Μεγάλη ομοιότητα παρουσιάζουν και τα μόνωτα κύπελλα της Κρήτης της Ανατολίζουσας περιόδου450. Α8. Άποδες κύλικες Ι. Με γραπτή διακόσμηση Η κατηγορία αυτή αντιπροσωπεύεται από πέντε παραδείγματα, τέσσερα από τα οποία επιση- μαίνεται εξ αρχής ότι με περισσή επιφύλαξη θεωρούνται προϊόντα της τοπικής παραγωγής. Πρό- κειται για άποδες κύλικες, οι οποίες έχουν ψηλό χείλος άλλοτε σχεδόν κάθετο και άλλοτε εξω- στρεφές, βαθύ σώμα που είναι κυρτό στο άνω τμήμα του και προς τα κάτω συγκλίνει και χαμηλή, συμπαγή βάση. Οι λαβές, κυκλικής διατομής, προσαρμόζονται στο άνω τμήμα του σώματος και ανυψώνονται. Φέρουν μελανό γάνωμα. Με βάση τη διακόσμηση μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποκατηγορίες: α. Με εδαφόχρωμη ταινία και β. με κοκκιδωτή διακόσμηση στο ύψος της ζώνης των λαβών. Παρόμοια αγγεία κατασκευάζονται κυρίως από εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού χώρου451. Τα τελευταία χρόνια επικράτησε στην έρευνα η άποψη του Τιβέριου ότι κέντρο παραγωγής τους ήταν η Πάρος και η Θάσος452. Παλιότερα η πλειονότητα των γνωστών παραδειγμάτων είχε αποδοθεί στη Ρόδο453. Λιγότερα είναι τα παραδείγματα που αποδόθηκαν στη Σάμο και στο κυκλαδικό εργαστήρι454. Ορισμένα παραδείγματα είχαν αποδοθεί σε εργαστήρια της κυρίως Ελλάδος, όπως στο αττικό, κορινθιακό και λακωνικό455. Η μελέτη των ιωνικών κυλί- κων έχει γίνει ουσιαστικά από τους Vallet - Vilard456. Χρονολογούνται γύρω στα 620-580 π.Χ.457. 446 Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 185 πίν. 207.1 και 2. Hencken 1958, σ. 264 πίν. 63 εικ.21. 447 Tocra I, σ. 143, 146 αρ. 1470 πίν. 92. Tocra II, σ. 69 αρ. 2306-2312 πίν. 36. 448 Walter – Vierneisel 1959, σ. 13 πίν. 14.4. Gruben 1957, πίν. 52.Ι. 449 Young 1939, σ. 157 C69-76 εικ. 111. Langdon 1976, σ. 71 αρ. 318 πίν. 26. Χρονολογείται στον 8ο-7ο αι. π.Χ. 450 Βetancourt – Μαρινάτος 2000, αρ. 95/96 πίν. 75.5. Fortetsa, αρ. 1025 πίν. 76 . 451 Histria IV, εικ. 31. 452 Τιβέριος 1989β, σ. 615-621. 453 Tocra I, σ. 111. 454 Tocra I, σ. 111. 455 Lane 1933-4, σ. 153. Perachora II, σ. 382 αρ. 4097-100. Tocra I, σ. 89, 94 αρ. 1007-8 πίν. 68. Kition IV, αρ. 7 πίν. XVII, (μέσα 6ου αι.). Αποδίδονται σε εργαστήρια της Πελοποννήσου, π.χ. λακωνικό και κοριν- θιακό. Τέλος ένα μικρό θραύσμα από την Κυρηναϊκή είχε αποδοθεί σε αττικό εργαστήρι, βλ. Boardman 1966, σ. 153 πίν. 31.5. Χρονολογείται στον ύστερο 6ο αι. π.Χ. Στην Ηλεία βρέθηκαν παραδείγματα που 45 To σχήμα με το ψηλό χείλος και τη χαμηλή βάση θεωρείται, ότι προέρχεται από έναν γεωμε- τρικό τύπο με χαμηλότερο εξωστρεφές χείλος και επίπεδη βάση. Ο νέος τύπος πρωτοεμφανίζεται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Τα παριανά ή θασιακά αγγεία φέρουν μελανό γάνωμα καλής ποιότητος και στις δύο όψεις. Στο ύψος της ζώνης των λαβών αφήνεται μία εδαφόχρωμη ταινία, η οποία άλλοτε παραμένει ακόσμητη, άλλοτε κοσμείται με μία σειρά μελανών στιγμών και σε άλλες περιπτώσεις κοσμείται με δακρυόσχημα μοτίβα. Στο χρώμα του πηλού αφήνεται μία ταινία εσωτερικά στο χείλος, όπως και η κάτω επιφάνεια της βάσης. Σε ορισμένα τέλος παραδείγματα εσωτερικά στον πυθμένα υπάρχει ένας εδαφόχρωμος δίσκος. Εισαγμένα παραδείγματα έχουν βρεθεί και στη Χαλκιδική. Από το νεκροταφείο της Ακάνθου έχει δημοσιευθεί μία κύλικα με απλή εδαφόχρωμη ταινία458. Είναι επίσης γνωστά όστρακα από το ιερό στον Παρθενώνα της Σιθωνίας459. Ιωνίζοντα εργαστήρια που είχαν ιδρυθεί στο μακεδο- νικό χώρο κατασκεύασαν παρόμοιες κύλικες460. Μάλιστα στην αρχαία Οισύμη, αποικία της Θά- σου, βρέθηκαν όστρακα παρόμοιων κυλίκων με γάνωμα κακής ποιότητος που δεν φθάνει μέχρι τη βάση αλλά περιορίζεται ως το μέσο του σώματος461. Παρόμοια αγγεία βρέθηκαν και στο εργα- στήριο στο Φαρί της Θάσου462. Κύλικες του ίδιου τύπου, προϊόντα κάποιου τοπικού εργαστη- ρίου, με αραιωμένο γάνωμα και όχι μελαμβαφές καλής ποιότητος, έχουν βρεθεί και σε άλλες πε- ριοχές του Στρυμόνα και της θασιακής περαίας463. Απομιμήσεις του σχήματος συναντούμε και στην Μεγάλη Ελλάδα. Χρονολογούνται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.464. Δεν είμαστε βέβαιοι για την προέλευση των τεσσάρων κυλίκων που παρουσιάζονται εδώ. Ο πηλός είναι καστανοκίτρινος, σχετικά καθαρός, περιέχει μικρή ποσότητα μίκας και λίγες προσμί- ξεις. Είναι αρκετά καλής ποιότητος σε σύγκριση με άλλα ντόπια αγγεία, αλλά διαφέρει από το επείσακτο παράδειγμα που παρουσιάζεται από τον Καλτσά, καθώς το συγκεκριμένο έχει εντελώς καθαρό πηλό. Μία επιπλέον διαφορά που παρατηρούμε από τα ιωνικά παραδείγματα εντοπίζεται στη διακόσμηση. Τα αγγεία της Ακάνθου δεν φέρουν γάνωμα καλής ποιότητος αλλά καστανό- μαυρο αραιωμένο. Όλο το κάτω τμήμα του σώματος των παριανών αγγείων καλύπτεται με γά- νωμα. Στα αγγεία που παρουσιάζονται εδώ, μία πλατιά ζώνη στο κάτω άκρο του σώματος και η βάση εξωτερικά έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Τόσο η σύσταση του πηλού όσο και η δια- φορετική διακόσμηση μας οδηγούν στην υπόθεση ότι δεν πρόκειται για παριανά προϊόντα. Ο με- γάλος αριθμός αγγείων στο Φαρί της Θάσου και στις περιοχές απέναντι απ’ αυτήν, στον Στρυμο- ανάγονται με βεβαιότητα στο α’ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Έχουν πολύ ψηλότερο χείλος από τα παραδείγ- ματα του 6ου αι. και χαμηλότερο σώμα. Βλ. Αραπογιάννη 1999, σ. 168 αρ. Π4960 εικ. 23 και σ. 173 Π4987 εικ. 32. 456 Mégara Hyblaea V, σ. 23-27. 457 Ό.π. σ. 112. Ένα γνωστό παράδειγμα των αρχών του 6ου αι. π.Χ. προέρχεται από τις Συρακούσες, βλ. Hencken 1958, σ. 204. 458 Άκανθος Ι, σ. 166 και 228 αρ. Ε40 πίν. 176στ. 459 Βοκοτοπούλου 1990α, σ. 428 εικ. 19. 460 Κουκούλη – Χρυσανθάκη 2000, σ. 362 εικ. 16, 17. 461 Γιούρη – Κουκούλη 1987, σ. 372 εικ. 30. Για την αρχαία Τράγιλο, βλ. Κουκούλη - Χρυσανθάκη 1983, σ. 139 εικ. 13β. Κατά την άποψη των ανασκαφέων η διάδοση αυτών των αγγείων τόσο στην ενδοχώρα της Θάσου όσο και στη θασιακή περαία οφείλεται στην παραγωγή τους σε εργαστήρια της Θάσου όσο και άλ- λων πόλεων του Βορείου Αιγαίου. 462 Blondé 1992, εικ. 14-15. Για ευρήματα από την υπόλοιπη Θάσο, βλ. Maffre 1973, σ. 573 εικ. 64. Παπαδόπουλος 1998, σ. 61 εικ. 4. 463 Κουκούλη κ.α. 1996, σ. 642 εικ. 10. Κουκούλη –Σαμαρτζίδου 1984, πίν. 138. Για παραδείγματα από τη Νεάπολη, βλ. Λαζαρίδης 1964, σ. 371, από τις Εννέα Οδούς, βλ. του ίδιου 1965, σ. 444 πίν. 513α, για το Ορφάνι, βλ. Γραμμένος 1979, σ. 332-333 πίν. 145β. για την αρχαία Αντισάρα, (περιοχή Καλαμίτσας), βλ. Μπακαλάκης 1935, σ. 34-35 εικ. 8.1. και ΠΑΕ 1936-37 σ. 75 εικ. 3. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1977, σ. 251 πίν. 149.9, για το Ακόντισμα, βλ. της ίδιας 1967, σ. 420 πίν. 312 αρ. 1-3. 464 Van Compernolle 1996, σ. 299κ.ε. αρ. 291, 292. 46 νικό κόλπο μας κάνει να υποθέσουμε ότι οι τέσσερις από αυτές που έχουν όμοιο πηλό, ίσως κα- τασκευάστηκαν από πλανόδιους Θάσιους καλλιτέχνες που ίσως μετέφεραν και πηλό μαζί τους465. Οι 82 ( Πίν. 10κ, Σχ. 7α) και 83 (Πίν. 10λ) έχουν ψηλό σχεδόν κάθετο χείλος που στρέφεται ελάχιστα προς τα έξω, βαθύ σώμα και χαμηλή βάση, η οποία στο πρώτο αγγείο έχει κάθετο μέ- τωπο και στο δεύτερο διευρυνόμενο. Εξωτερικά έχει αφεθεί μία εδαφόχρωμη ακόσμητη ταινία στο ύψος των λαβών και μία πλατιά ταινία στο κάτω άκρο του σώματος. Εσωτερικά φέρουν γά- νωμα με εξαίρεση μία ταινία στη στεφάνη του χείλους. Η 82 (Πίν. 10κ) φέρει χάραγμα στην εξω- τερική επιφάνεια και δύο γραμμές σε χιαστί στον πυθμένα. Ειδικά στο δεύτερο αγγείο, την 83 (Πίν. 10λ), διακρίνουμε μία προχειρότητα στη διακόσμηση. Στην ταινία στο κάτω άκρο του σώ- ματος το γάνωμα σε ένα σημείο έχει τρέξει ακανόνιστα. Η ίδια προχειρότητα παρατηρείται και στο εσωτερικό. Η πρώτη βρέθηκε στην επίχωση του νεκροταφείου και δεν υπάρχουν συνευρή- ματα. Η δεύτερη όμως προέρχεται από την ταφή 5626, η οποία περιείχε και μία όλπη με ταινιωτή διακόσμηση466 (Πίν. 11α) με βάση την οποία μπορούμε να τη χρονολογήσουμε στα τέλη του 7ου και πιθανότατα στις αρχές του 6ου αι.467. Την ίδια εποχή χρονολογούνται και αντίστοιχα παραδείγματα από την Ανατολική Ελλάδα468. Τα άλλα δύο ακάνθια παραδείγματα, 84 (Πίν. 11β, Σχ. 7β) και 85 (Πίν. 11γ, Σχ. 7γ) έχουν όμοιο σχήμα με τις δύο προηγούμενες αλλά η εδαφόχρωμη ταινία στο ύψος των λαβών κοσμείται με μία σειρά στιγμών. Εσωτερικά στην παρυφή του χείλους έχει αφεθεί μία εδαφόχρωμη ταινία. Και οι δύο προέρχονται από την επίχωση του νεκροταφείου. Με βάση το σχήμα που είναι όμοιο με των προηγούμενων, τις χρονολογούμε πιθανότατα στις αρχές του 6ου αι.π.Χ. Τέλος υπάρχει μία ακόμη άποδη κύλικα που κοσμείται με στιγμές στη ζώνη των λαβών, η 86 (Πίν. 11δ). Έχει διαφορετικό πηλό από τις προαναφερθείσες. Για την ακρίβεια ο πηλός της είναι όμοιος με των υπολοίπων αγγείων που κατασκευάζονταν στην Άκανθο. Γίνεται λοιπόν ακόμη πιο ισχυρή η υπόθεση μας ότι οι προηγούμενες κατασκευάσθηκαν από Θάσιους κεραμείς. Δυστυχώς η 86 προέρχεται από την επίχωση του νεκροταφείου και δεν υπάρχουν χρονολογικά στοιχεία. ΙΙ. Αβαφείς Εδώ ανήκουν δύο αγγεία που με βεβαιότητα θεωρούνται τοπικά δημιουργήματα: 87, 88. Η 87 (Πίν. 11ε, Σχ. 7ε) είναι αβαφής με έντονα εξωστρεφές χείλος. Το άνω τμήμα του σώμα- τος είναι κυρτό και συγκλίνει προς τη βάση. Μάλιστα στο κάτω άκρο του κατεβαίνει σχεδόν κά- θετα διαμορφώνοντας ένα είδος ποδιού. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Στην κάτω επιφάνειά της υπάρχουν έντονα ίχνη τροχού. Στον πυθμένα σχηματίζεται μία κυκλική βάθυνση. Οι οριζόντιες λαβές προσαρμόζονται ακριβώς κάτω από το χείλος. Έχουν αρκετά μεγάλο μήκος και φτάνουν το ύψος του χείλους. Το σχήμα θυμίζει ιδιαίτερα το αντίστοιχο των ιωνικών κυλίκων του τύπου Β2469. Τα άλλα κτερίσματα της ταφής, ένα κορινθιακό αλάβαστρο και μία κορινθιακή κοτύλη470 (Πίν. 11στ) με σχηματοποιημένα ζώα, χρονολογούνται στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. π.Χ.471. 465 Την ύπαρξη κεραμέων που εργάστηκαν μακριά από την πατρίδα τους στον 6ο αι. π.Χ. τη γνωρίζουμε με βεβαιότητα σε άλλες περιοχές. Ο Ηρόδοτος (Ι.164) μας πληροφορεί ότι οι Φωκαείς τεχνίτες μετά την πτώση των Σάρδεων και της Μιλήτου μετανάστευσαν στη Δύση. Επιπλέον το χάραγμα που έφερε ένα υποστήριγμα κλιβάνου που βρέθηκε σε αποικία της Μαύρης Θάλασσας, οδήγησε στην άποψη ότι πρόκει- ται για καλλιτέχνη από την Ελεύθερνα της Κρήτης, βλ. Tsetstskhladze-De Andelis 1994, σ. 36 σημ. 92. Την παρουσία περιοδεύοντων τεχνιτών στο βοερειοελλαδικό χώρο υποστηρίζει και ο Τιβέριος, ο οποίος μας δίνει συγκεντρωμένες τις αρχαίες πηγές που αναφέρονται σε περιοδεύοντες τεχνίτες. Βλ. Τιβέριος 1989β, σ. 620. 466 Αριθ. Ι.27.63 ΑΜΘ, μάλλον επείσακτη. 467 Βλ. παραπάνω σ. 31. 468 Άκανθος Ι, σ. 228 αρ. 1002. Tocra I, σ. 120 αρ. 1197 πίν. 87. 469 Tocra I, σ. 305 αρ. 296. 470 Αριθ. Ι.51.102-3 ΑΜΘ. 471 Tocra I, σ. 39 αρ. 344 πίν. 25. Tocra II, σ. 13 αρ. 1889 πίν. 6. 47 Και η 88 (Πίν. 11ζ, Σχ. 7δ) έχει χαμηλό χείλος ενιαίο με το σώμα και έντονα εξωστρεφές. Εσωτερικά στο σημείο μετάβασης προς το σώμα σχηματίζει γωνία. Το σώμα είναι βαθύ και έχει ενιαίο, καμπύλο προφίλ. Η βάση είναι επίπεδη, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, ενώ οι οριζόντιες λαβές έχουν τριγωνικό σχήμα. Προέρχεται από την ταφή 4229, από την οποία προέρχονται και μία χάλκινη φιάλη472, ένας σφαιρικός αρύβαλλος με τετράφυλλο κόσμημα473 (Πίν. 11η) και δύο χάλκινοι κρίκοι474. Ο αρύβαλλος χρονολογείται στην Ύστερη Κορινθιακή Περίοδο (560/555- 535π.Χ.). Το σχήμα παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με τις ιωνικές κύλικες και μάλιστα με τον τύπο Β2 κατά τους Vallet - Villard475 και χρονολογούνται στο α’ μισό του 6ου αι. Παρόμοια παραδείγματα με το δικό μας με μελανό γάνωμα έχουν βρεθεί και στα Μέγαρα Υβλαία476 και στο Άργος477 και χρονολογούνται επίσης στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. Άρα θα πρέπει να εντά- ξουμε το ακάνθιο παράδειγμα γύρω στα μέσα του 6ου αι. Από το νεκροταφείο της Μίεζας478 προέρχονται δύο μόνωτα, κατά τα άλλα όμως όμοια αγγεία με την ακάνθια κοτύλη, που χρονο- λογούνται στο α’ τέταρτο του 4ου αι. και αποδεικνύουν ότι το σχήμα επιβιώνει παραλλαγμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Α9. Κύλικες με στενή βάση Υπάρχουν μόνο δύο παραδείγματα μίμησης ιωνικής κύλικας με στενή διευρυνόμενη βάση από το νεκροταφείο της Ακάνθου, αν και υπάρχουν αρκετά επείσακτα479. Έχουν ψηλό εξέχον χείλος και χαμηλό σώμα που απολήγει σε στενή βάση. Το χείλος έχει αφεθεί στο χρώμα του πη- λού με εξαίρεση την απόληξή του. Το άνω τμήμα του σώματος είναι επίσης εδαφόχρωμο και φέ- ρει μία ταινία στο ύψος της ζώνης των λαβών. Το κάτω τμήμα του σώματος, οι λαβές και η βάση φέρουν ερυθρό γάνωμα. Πρόκειται για ένα δημοφιλή τύπο ιωνικής κύλικας, αν και ο αντίστοιχος με το ψηλότερο πόδι είναι πιο συνηθισμένος. Το σχήμα του αγγείου είναι βαρύ και πολλές φορές αγγεία αυτού του τύπου είναι πρόχειρα δουλεμένα. Η διακόσμηση ποικίλει. Ο τύπος έχει μία σύ- ντομη διάρκεια ζωής. Εμφανίζεται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. και εξακολουθεί να παράγεται έως το πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.480. Το σχήμα είναι γνωστό από διάφορες περιο- χές της Ανατολής, όπως π.χ. τη Σάμο481, τη Ρόδο και συγκεκριμένα την Κάμιρο και τη Βρου- λιά482, την Τροία483, τη Μίλητο484 αλλά και της Δύσης, π.χ. από τα Μέγαρα Υβλαία485 ή τις Συρα- κούσες486. Η παραγωγή τους έχει αποδοθεί τόσο στη Ρόδο όσο και στη Σάμο και στη Β. Ιωνία. Εξάγονταν περισσότερο στη Μαύρη Θάλασσα και λιγότερο στη Δύση487. 472 Αριθ. Ι.160.95 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Βοκοτοπούλου, Σίνδος, σ. 165 αρ. 262. 473 Αριθ. Ι.160.94 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Corinth XIII, σ. 176 αρ. 163b,c πίν. 25 και αρ. 147.17 πίν. 83. 474 Αριθ. Ι.160.96 α-β. ΑΜΘ. 475 Van Compernolle 1996, αρ. 295. 476 Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 184-185 πίν. 206.1. 477 Παπασπυρίδη – Καρούζου 1933-1935, σ. 21 εικ. 24. 478 Μίεζα, σ. 45 αρ. Π1547 και σ. 61 Π1589. 479 Άκανθος Ι, πίν. 173. 480 Cook – Dupont 1998, σ. 131 εικ. 18c. Isler 1978, πίν. ΧΧΧΙΙΙ σχ. 140. CVA Robinson Collection 1, πίν. 16, αρ. 6. CVA Oxford 2, πίν. 1, αρ. 24. 481 Walter – Vierneisel 1959, πίν. 62.1 και 2. 482 Vroulia, σ. 78 αρ. 3 πίν. 8.2. και 45. 483 Troy IV, σ. 265 πίν. 293a-c. 484 Naumann –Tuchelt 1964, σ. 375 εικ. 23. 485 Μégara Hyblaea ΙΙ, σ. 87 πίν. 74.1-3. Μégara Hyblaea V, σ. 15-18. 486 Hencken 1958, εικ. 19 α.2. 487 Μégara Hyblaea V, σ. 15-18. 48 Η 89 (Πίν. 41β) αποτελεί πιστή μίμηση των ανατολικών αγγείων και σύμφωνα με την κατά- ταξη των Vallet – Villard ανήκει στον τύπο Β2488. Το σχήμα της 90489 (Πίν. 11θ, ι) διαφέρει αρ- κετά τόσο από τα αντίστοιχα ιωνικά αγγεία490 όσο και από το προηγούμενο ντόπιο παράδειγμα, το οποίο μιμείται πιστά τα πρότυπά του. Δεν έχει στενή διευρυνόμενη βάση αλλά σχηματίζει χα- μηλό κυλινδρικό πόδι και βάση σε σχήμα σπείρας. Διαφοροποιείται και η διακόσμηση καθώς στο κάτω τμήμα του σώματος υπάρχουν δύο λεπτές σκούρες ταινίες πάνω στο μελανό γάνωμα και εσωτερικά έχουν αφεθεί δύο εδαφόχρωμες ζώνες που κοσμούνται με καφέ ακανόνιστες ταινίες. Παρόμοια παραδείγματα χρονολογούνται στα 570-550 π.Χ.491. Α10. Σκύφοι Μοναδικό παράδειγμα από την Άκανθο είναι ο 91 (Πίν. 11κ, Σχ. 7στ). Το χείλος είναι κοντό εξωστρεφές, το σώμα βαθύ, ημισφαιρικό και η βάση απλή, επίπεδη. Στο άνω άκρο του σώματος, ακριβώς κάτω από το χείλος, διατηρείται η γένεση της μίας οριζόντιας λαβής κυκλικής διατομής. Το χείλος και η λαβή έφεραν ερυθρό χρώμα. Το σώμα καλυπτόταν με οριζόντιες ταινίες του ίδιου χρώματος. Το αγγείο είναι φανερά επηρεασμένο από την αρχαϊκή κεραμική της Ανατολικής Ελλάδος, όπου συναντούμε την ίδια διακόσμηση σε διάφορα σχήματα, π.χ. κύλικες και δίωτα κύπελλα492. Ορισμένα μάλιστα παραδείγματα του ίδιου σχήματος έφτασαν και στη Δύση493. Το σχήμα παράγεται ήδη από τους υπογεωμετρικούς χρόνους και στην Αττική494. Εδώ αρχικά το σώμα είναι βαθύ. Μετά τα μέσα του 7ου αι. γίνεται ρηχότερο και το χείλος στρέφεται λιγότερο έντονα προς τα έξω. A11. Μόνωτα φιαλόσχημα αγγεία Πλήθος μόνωτων φιαλόσχημων αγγείων φέρουν γραπτή διακόσμηση συνήθως με ερυθρό χρώμα και σπανιότερα με μελανό. Τα αγγεία αυτά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία όσον αφορά στη μορφή τους αλλά και στην ποιότητα του πηλού και της κατασκευής. Όσον αφορά στη χρήση τους θεωρείται πλέον βέβαιο ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως ως αγγεία πόσεως. Χρησιμοποιού- νταν ωστόσο και για στερεά τροφή495, όπως για χυλό. Τείνει πλέον να γίνει γενικά αποδεκτό ότι οι αρχαίοι Έλληνες για τα αγγεία αυτού του τύπου χρησιμοποιούσαν τον όρο «κάναστρον» ή «κάνασθον»496. Βέβαια δεν μπορεί να αποκλειστεί και ο όρος «τρύβλιον» που συναντάται επίσης στις αρχαίες πηγές497. Αγγεία αυτού του σχήματος με διάφορες παραλλαγές και ταινιωτή διακόσμηση είναι γνωστά από διάφορα εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού χώρου498 αλλά και της Δύσης499. 488 Mégara Hyblaea II, σ. 88 πίν. 76.1. Για τη μελέτη των ιωνικών κυλίκων, βλ. επίσης, Pierro 1984, σ. 6- 68. 489 Αναφέρεται στο ημερολόγιο ως αγγείο ενταφιασμού, μάλλον απίθανο. 490 Pierro 1978, σ. 231-238 πίν. 103 εικ. 9. Christofani 1976, πίν. 86 εικ. 64. 491 Christofani 1976, σ. 164. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 256 αρ. 415. 492 Clara Rhodos VII-VIII, πίν. 91. 493 Siris el’ influenza ionica in occidente, σ. 229 πίν. XLVII, 1. 494 Young 1939, C45 σ. 154 εικ. 108. Hesperia VII, D4-5 σ. 413 εικ. 1. Χρονολογούνται στο ¾ του 7ου αι. Πελεκίδης 1916, σ. 43 εικ. 45.3 και 5. Χρονολογούνται στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. 495 Agora XII, σ. 124. Corinth VII, iii, σ. 191. 496 Agora XII, σ. 124 σημ. 2. Για τον όρο, βλ. και Noble 1966, σ. 109κ.ε. 497 Αριστοφάνης, Αχαρνείς 278. 498 Clara Rhodos VIII, σ. 152 εικ. 138. Tocra I, σ. 53 αρ. 714-716 πίν. 37. Tocra II, σ. 30 αρ. 2059 πίν. 17 εικ. 12. 499 Gialanella 1994, σ. 189 B42-43 εικ. 15. 49 I. Με ταινία στο χείλος και στον πυθμένα Μία μικρή ομάδα αποτελούν μικρά, αβαθή φιαλόσχημα αγγεία που έχουν παρόμοιο σχήμα και διακόσμηση. Έχουν αβαθές, ημισφαιρικό σώμα, βάση απλή, επίπεδη, ταινιωτή λαβή τριγωνι- κού σχήματος που προσαρμόζεται στο άνω τμήμα του σώματος και ανασηκώνεται έντονα. Το σχήμα του χείλους ποικίλει. Άλλοτε είναι εσωστρεφές, απλό (92 Σχ. 7ζ) και άλλοτε απλό με πε- πλατυσμένη και επικλινή προς τα έξω την άνω επιφάνεια (94). Φέρουν μία ταινία ερυθρού χρώ- ματος γύρω από τη στεφάνη του χείλους, η οποία συνεχιζόταν πολλές φορές και στη λαβή. Εσω- τερικά είτε υπήρχε μία πλατιά ταινία στον πυθμένα (94 Πίν. 12δ, Σχ. 8α) είτε δύο ταινίες περιέ- τρεχαν το σώμα (92). Η λαβή, όπως προαναφέρθηκε, είτε φέρει μία λεπτή ταινία ερυθρού χρώ- ματος που συνεχίζει από το χείλος είτε φέρει πιο προσεγμένη διακόσμηση με κάθετα γραμμίδια (97 Σχ. 8β). Ο πηλός από τον οποίο έχουν κατασκευαστεί είναι συνήθως ερυθρός, διαφόρων αποχρώσεων, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι έχουν κατασκευασθεί με επιμέλεια. Διακρίνουμε δύο επιμέρους τύπους: α. Με απλή βάση χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση και β. Με διαμορφωμένη βάση. Ι1. Με απλή βάση χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση Δυστυχώς αν και προέρχονται όλα από ταφές500, μόνο δύο έχουν συνευρήματα που μπορούν να μας καθοδηγήσουν με ασφάλεια στη χρονολόγησή τους. Το 92 (Σχ. 7ζ) προέρχεται από την ταφή 2215 στην οποία υπήρχε ένα ακόμη ντόπιο μόνωτο φιαλόσχημο αγγείο, 343 (Σχ. 24η), χω- ρίς διακόσμηση με το οποίο ασχολούμαστε στο αντίστοιχο κεφάλαιο501 και μία άποδη ιωνική κύλικα502, η οποία ανάγεται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Συγγενικό είναι το 93 (Πίν. 12α&β, Σχ. 7η), το οποίο έχει εσωστρεφές χείλος, ημισφαιρικό σώμα που συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση. Στην κάτω επιφάνεια της βάσης υπάρχει μι- κρή κωνική βάθυνση503. Η οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή τριγωνικού σχήματος. Η διακόσμηση ακολουθεί το ίδιο περίπου μοτίβο με το προηγούμενο αγγείο. Υπάρχει στη στεφάνη του χείλους μία οριζόντια ταινία. Η εξωτερική όψη της λαβής κοσμείται επίσης με κάθετα γραμμίδια. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο εσωτερικό αντί για ταινία υπάρχει ένας μελανός δίσκος. Προέρχεται από την πλούσια ταφή 7755, όπου βρέθηκαν ένα ασημένιο δακτυλίδι504, μία γυάλινη ψήφος505, μία κορινθιακή κοτυλίσκη506 και τρεις αρύβαλλοι507 (Πίν. 12γ) της Ύστερης Κορινθιακής Ι περιόδου (560/555 – 535π.Χ.). 500 Το 94 προέρχεται από την ταφή 2998, όπου βρέθηκε και μία χάλκινη βελόνα αριθ. Ι.136.37. Το αριθ. Ι.136.141 είναι το μοναδικό κτέρισμα της 3089. Το 97 προέρχεται από την ταφή 2983 όπου βρέθηκαν δύο χάλκινα ενώτια, αριθ.Ι.136.2 ΑΜΘ. 501 Βλ. παρακάτω σ. 137. 502 Αριθ. Ι.52.22 ΑΜΘ. Mégara Hyblaea V, σ. 23-27. 503 Το χαρακτηριστικό αυτό συναντάται σε αγγεία του ανατολικοϊωνικού χώρου. Βλ. Tocra II, σ. 33 αρ. 2082 εικ. 14. 504 Αριθ. Ι.74.9 ΑΜΘ. 505 Αριθ. Ι.74.10 ΑΜΘ. 506 Αριθ. Ι.74.8 ΑΜΘ. Έχει πολύ στενή βάση και έντονα καμπύλο σώμα. Κοσμείται με κάθετα γραμμίδια στο ύψος των λαβών και με οριζόντιες ταινίες πιο κάτω. Για αντίστιχο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, σ. 63 αρ. 701 τάφος 1420 πίν. 63. 507 Αριθ. Ι.74.5, 6 και 7 ΑΜΘ. Οι δύο αρύβαλλοι είναι σφαιρικοί με τετράφυλλο κόσμημα. Βλ. Tocra I, σ. 30 αρ. 81-109 πίν. 9. Ο τρίτος είναι σφαιρικός με βάση˙ φέρει διακόσμηση με ερυθρό γάνωμα που χωρίζε- ται σε «φέτες» με κάθετες εγχαράξεις. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Tocra I, σ. 29 αρ. 36 πίν.8. Payne 1937, αρ. 1294 εικ. 162. 50 Το 94 (Πίν. 12δ, Σχ.8α) προέρχεται από μία ταφή η οποία περιείχε μόνο μία χάλκινη βε- λόνα508. Διαφορετικό είναι το 95 (Πίν. 12ε) το οποίο έχει βαθύ ημισφαιρικό σώμα και χείλος απλό με επίπεδη άνω επιφάνεια. Η οριζόντια λαβή έχει προσαρμοστεί λίγο κάτω από το χείλος. Παρό- μοιου σχήματος φιαλόσχημα αγγεία συναντούμε στην Ταύχειρα από τα τέλη του 6ου αι. – αρχές του 5ου αι. π.Χ.509. Προέρχεται από την ταφή 5890 στην οποία βρέθηκε και ένας μεγάλος μελαμβαφής σκύφος (Πίν. 12στ) που με βάση ανάλογα παραδείγματα χρονολογείται γύρω στα 480 π.Χ.510. Φαίνεται λοιπόν ότι το συγκεκριμένο σχήμα συναντάται σ’ όλο τον 6ο αι. π.Χ. και μέχρι τα υστεροαρχαϊκά χρόνια. Ι2. Με διαμορφωμένη βάση Το 96 (Πίν. 12ζ) της ταφής 5805 έχει ελαφρά εξέχων χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επι- φάνεια, ημισφαιρικό σώμα που στο κάτω άκρο στενεύει και σχηματίζει μία πολύ χαμηλή, υποτυ- πώδη, δισκόμορφη βάση. Στη στεφάνη του χείλους φέρει μία ταινία ερυθρού χρώματος και μία περιμετρικά του πυθμένα. Δύο αγγεία, τα 97 (Σχ. 8β) και 98 (Πίν. 12η, Σχ. 8γ), έχουν όμοια διακόσμηση αλλά διαφορε- τικό σχήμα και μεγαλύτερο μέγεθος. Έχουν απλό χείλος που στρέφεται ελαφρά προς τα μέσα, ημισφαιρικό σώμα και συμπαγή διευρυνόμενη βάση. Η οριζόντια λαβή έχει τριγωνικό σχήμα. Δυστυχώς η προέλευση του δεύτερου αγγείου μας είναι άγνωστη. Το σχήμα του θυμίζει το αντί- στοιχο ενός άωτου αγγείου από την Ταύχειρα που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ.511. Αρκετή ομοιότητα με το 98 παρουσιάζει το 100 (Πίν. 12θ, 13α) που διακρίνεται από με- γάλη προχειρότητα. Εσωτερικά το σώμα φέρει μελανό χρώμα. Ο πυθμένας έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμείται με μία κυκλική ταινία. Εξωτερικά θα υπήρχε μία ομοιόχρωμη ταινία η οποία διατηρείται μόνο στη ράχη της λαβής. Παρόμοιο είναι και το 101 (Πίν. 13β, Σχ. 8δ) της ταφής 3282. Έχει χείλος ελαφρά εξωστρε- φές. Το άνω τμήμα του σώματος είναι σχεδόν κάθετο και το κάτω στενεύει προς τη βάση. Στο κάτω άκρο το σώμα κατεβαίνει κάθετα διαμορφώνοντας τη βάση, η οποία είναι επίπεδη. Εσωτε- ρικά φέρει στο άνω τμήμα μία πλατιά ταινία καστανέρυθρου χρώματος και έναν δίσκο στον πυθ- μένα. Από την ίδια ταφή προέρχεται και ένα χάλκινο βραχιολάκι512. II. Με ημικυκλική κηλίδα χρώματος Μιλώντας για τις μικκύλες υδρίες και τις όλπες έγινε λόγος για τη συνήθεια των ντόπιων κε- ραμέων να τοποθετούν ημικυκλική κηλίδα μελανού ή ερυθρού χρώματος στο στόμιο διαφόρων αγγείων, επηρεαζόμενοι πιθανότατα από το αρχαϊκό ροδίτικο, και όχι μόνο, εργαστήρι513. Γενικά το μοτίβο αυτό είναι συνηθισμένο στην περιοχή της Ιωνίας από το τέλος του 7ου αι. π.Χ.514. Παρόμοια αγγεία προέρχονται όμως και από τα Μέγαρα Υβλαία και χρονολογούνται στο τέλος του 6ου αι.515 Από το Μεταπόντιο είναι γνωστό ένα μόνωτο σκυφίδιο, που όπως και ορισμένοι ασκοί από τη Μεγάλη Ελλάδα, φέρει ημικυκλικό χρώμα τόσο στο πρόσθιο μέρος όσο και πίσω 508 Ταφή 2989,αριθ. Ι.136.37 ΑΜΘ. 509 Tocra II, σ. 69 αρ. 2325 πίν. 35. 510 Agora XII, σ. 84 αρ. 340 πίν. 16. 511 Tocra II, σ. 69 αρ. 2318 πίν. 36. 512 Αριθ. Ι.51.492 ΑΜΘ. 513 Βλ. παραπάνω σ. 26, 35. Για μόνωτα κύπελλα με αυτή τη διακόσμηση, βλ. Mégara Hyblaea II, σ. 181 πίν. 207.3 και για κύλικες σ. 185 πίν. 208.1 και 2. 514 Mégara Hyblaea II, σ. 185. 515 Μégara Hyblaea II, σ. 181, 185 πίν. 207.3, 4 και 7. 51 στη λαβή. Μάλλον πρόκειται για παραλλαγή των κεραμικών εργαστηρίων της Δύσης516. Στην Άκανθο συναντούμε μικρά, αβαθή μόνωτα φιαλίδια με απλό χείλος, ημισφαιρικό σώμα και χα- μηλή βάση. Η οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή. Η διακόσμηση αποτελείται από μία ημικυκλική κηλίδα στο πρόσθιο τμήμα, απέναντι από τη λαβή και μία ταινία στη ράχη της. Εδώ ανήκουν τα 102 (Πίν. 13γ&δ, Σχ. 8ε), 103 (Σχ. 8θ), 104 (Σχ. 8στ), 105 (Πίν. 13ε&στ, Σχ. 8ζ) και 106 (Σχ. 8η). Παρόμοιο παράδειγμα δημοσιεύεται και από τον Καλτσά517 και προέρχεται από μία ταφή στην οποία βρέθηκε μία πλημοχόη και ένα μελαμβαφές σκυφίδιο με εσωστρεφές χείλος. Ο Καλ- τσάς χρονολογεί την πλημοχόη στο πρώτο τέταρτο του 5ου αι. και το σκυφίδιο στο δεύτερο και διατυπώνει την άποψη ότι και το ντόπιο πρέπει να τοποθετηθεί στο δεύτερο τέταρτο του αιώνα. Ωστόσο η πλημοχόη με βάση αντίστοιχο παράδειγμα από τη Σίνδο πρέπει μάλλον να ανέβει στα τέλη του 6ου αι.518 Το φιαλίδιο ανήκει πιθανόν στην ίδια εποχή, καθώς συμβαδίζει και με τη χρονολόγηση των όλπεων που φέρουν παρόμοια διακόσμηση και ανήκουν προφανώς στην ίδια παράδοση. Εξ’ άλλου στα τέλη του 6ου αι. χρονολογούνται και δύο μόνωτα κύπελλα και ένα μόνωτο φιαλίδιο με παρόμοια διακόσμηση από τα Μέγαρα Υβλαία519. B. « Χαλκιδικιώτικη» κεραμική Με αφορμή ορισμένα αγγεία από την Ιερισσό μας δίνεται η δυνατότητα να μελετήσουμε μία ιδιότυπη ομάδα αγγείων που φαίνεται ότι επιχωριάζει στη Χαλκιδική. Αρχικά αγγεία της κατηγο- ρίας αυτής βρέθηκαν στην Όλυνθο και επικράτησε η ονομασία που είχε προτείνει ο Robinson, «προπερσικά»520. Με το πέρασμα του χρόνου και τη διαρκή αρχαιολογική έρευνα στο χώρο της χαλκιδικής χερσονήσου διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη κεραμική επιχωριάζει σ΄ όλη τη χερ- σόνησο. Κατά συνέπεια άρχισε να γίνεται λόγος στη βιβλιογραφία, κυρίως από την Ι. Βοκοτο- πούλου, δειλά για τη λεγόμενη «χαλκιδική» κεραμική521, χωρίς ωστόσο να έχει εγκαταλειφθεί πλήρως ο όρος «προπερσικά». Τον όρο αποδέχτηκε και ο Σ. Πασπαλάς, υποδιευθυντής του Αυ- στραλιανού Ινστιτούτου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, έχει πραγματοποιήσει διδακτορική δια- τριβή με το θέμα αυτό. Ο τελευταίος μάλιστα χρησιμοποιεί τον όρο «waveline koine»522 για την κεραμική με ταινιωτή και κυματοειδή διακόσμηση τόσο στο χώρο της Ανατολικής Ελλάδας όσο και της Δύσης και κάνει μία πολύ χρήσιμη συνολική θεώρηση αυτής523. Εδώ προτιμάται η ονομασία «χαλκιδικιώτικη» κεραμική προκειμένου να αποφευχθεί η σύγχυση με τα χαλκιδικά αγγεία της Δύσης524. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι η γραπτή διακόσμηση που φέρει συνήθως με ερυθρό χρώμα και σπανιότερα με καστανό. Στις περισσότερες περιπτώσεις η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου καλύπτεται με υπόλευκο, κιτρινωπό εύθρυπτο επίχρισμα. Τα μοτίβα της διακόσμησης, γίνεται λόγος γι’ αυτά παρακάτω, είναι άλλοτε εμπνευσμένα από τον υποπρωτογεωμετρικό ρυθμό που διατηρείται στο χώρο της Κεντρικής Μακεδονίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι αλλού και άλλοτε από τη διακόσμηση των αγγείων της Ανατολικής Ελλάδας και του νη- 516 Lo Porto 1974, σ. 123 πίν. XVI.1. Χρονολογείται στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. 517 Άκανθος Ι, σ. 40 αρ. 743. 518 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 43 αρ. 52. 519 Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 181, 185 πίν. 207.3, 4 και 7. Υπάρχει ένα ακόμη παρόμοιο παράδειγμα, επίσης από τη Δύση, το οποίο φέρει χρώμα στο πρόσθιο μισό τμήμα του απέναντι από τη λαβή, το οποίο όμως έχει ευθύ πέρας και όχι ημικυκλικό, βλ. De Juli 1979, πίν. ΧΧΧΙ,1. 520 Ο Robinson τα είχε κατατάξει μαζί με τα αγγεία με την ταινιωτή διακόσμηση στην ομάδα GIII, βλ. Olynthus XIII, σ. 4. Εμείς όμως διαφοροποιούμε τις δύο κατηγορίες. 521 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 284 και σημ. 9. 522 Πρώτος ο Hanfmann χρησιμοποίησε τον όρο “waveline pottery”, βλ. Hanfmann 1956, σ. 165-184. 523 Paspalas 1995, σ. 193 κ.ε. 524 Βλ. παραπάνω σ. 14. 52 σιωτικού χώρου, όπου παρατηρείται επίσης μία εμμονή σε παλαιότερα μοτίβα525. Η ευβοϊκή επί- δραση, ιδιαίτερα για πόλεις που είναι αποικίες των Ευβοέων, όπως π.χ. τη Μένδη, είναι ευνόητη. Ο συντηρητικός χαρακτήρας της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής οφείλεται ουσιαστικά τόσο στο συντηρητισμό της τοπικής παράδοσης όσο και στο συντηρητισμό που διέπει τα νησιωτικά και γενικότερα τα εργαστήρια του ανατολικοελληνικού χώρου, όπου, όπως θα δούμε, συναντούμε τα περισσότερα μοτίβα που χρησιμοποιούνται. Τα σχήματα που συναντούνται σ’ αυτήν την κατηγορία είναι συνήθως μεγάλα κλειστά αγ- γεία, όπως πίθοι, πιθαμφορείς, αμφορείς, υδρίες, σταμνοειδή, αλλά υπάρχουν και λίγα ανοικτά, όπως σκύφοι και λεκάνες. Δείγματα αυτής της κεραμικής είναι γνωστά από όλη τη χαλκιδική χερσόνησο, για παρά- δειγμα από τη Σιθωνία, την Τορώνη526, τα Πυργαδίκια527, τον Παρθενώνα528, από την Κασσάν- δρα, το Πολύχρονο529, τη Μένδη530 αλλά και από περιοχές του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, π.χ. τη Θέρμη531, τη Σίνδο532, όπως και από περιοχές κοντά στο Στρυμόνα, π.χ. τον αρχαίο Φά- γρητα533. Σημειώνουμε ωστόσο ότι αρκετά παραδείγματα από τον χώρο του Θερμαϊκού κόλπου δεν φαίνεται να είναι επείσακτα από τη Χαλκιδική αλλά κατασκευασμένα από τα τοπικά εργα- στήρια. Αν και τα στοιχεία που έχουμε είναι λιγοστά και αποσπασματικά, ενώ και τα αποτελέ- σματα των ανασκαφών από τις περισσότερες θέσεις είναι αδημοσίευτα, παρόλα αυτά μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα για τις προτιμήσεις στα σχήματα και στα διακοσμη- τικά μοτίβα. Στην Άκανθο υπάρχει ιδιαίτερη προτίμηση για τις υδρίες με κυματοειδείς ταινίες και σιγμοειδείς γραμμές με σαφείς επιδράσεις από τα αντίστοιχα αγγεία της Σάμου. Ανάλογη προτί- μηση διακρίνουμε και στον αρχαίο Φάγρητα. Στην Τορώνη είναι μάλλον έκδηλη η αγάπη για τους σταμνοειδείς κρατήρες με πόδι με επιδράσεις από την Αιολία και άλλες περιοχές του Αι- γαίου. Αντίθετα στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, τα ευρήματα από το νεκροταφείο της αρχαίας Μένδης και του Πολύχρονου φανερώνουν μία προτίμηση των κατοίκων για τους μεγάλους αμ- φορείς με οριζόντιες λαβές στον ώμο, τους πιθαμφορείς και τις σιπύες επίσης με συνδυασμό επι- δράσεων από την Αιολία και την Ιωνία και συγκερασμό στοιχείων της παλιότερης τοπικής παρά- δοσης, όπου είναι εμφανείς οι ευβοϊκές επιδράσεις. Τα τελευταία ίσως οφείλονται στην επίδραση των συντηρητικών εργαστηρίων που προαναφέρθηκαν και όχι μόνο στην εμμονή στην τοπική παράδοση του βορειοελλαδικού χώρου. Στην περιοχή του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου αντίθετα είναι φανερή η προτίμηση για κιονωτούς κρατήρες, σκύφους και πυξίδες με φυτική διακόσμηση, η οποία εμφανίζεται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. και στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. σε διάφορα εργαστήρια της Ανατολικής Ελλάδας και όχι μόνο στην αιολική κεραμική534 (Pflanzenornamentik). 525 Για παράδειγμα στη Χίο, όπου συναντούμε πολλά από τα μοτίβα που συνηθίζονται στη «χαλκιδικιώ- τικη» κεραμική, π.χ. κυματοειδείς ταινίες, «μύστακες» κ.α. τα ίδια μοτίβα συναντούνται σε παρόμοια σχή- ματα, π.χ. υδρίες, λεκάνες εμφανίζονται ήδη στην κεραμική της ΥΕ ΙΙΙC περιόδου και στην αντίστοιχη των ιστορικών χρόνων. Βλ. Hood 1986, σ. 169-180. Emporio, σ. 105. Οι ομόκεντροι κύκλοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στην υπογεωμετρική κεραμική της Αιολίας, βλ. Larissa III, πίν. 15.4. αλλά και στην πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο στη Σάμο, βλ. Samos V, σ. 121 αρ. 523 πίν. 99, και στον 6ο αι. και στη Θάσο, βλ. Blondé - Perreault - Péristéri 1992, σ. 28 εικ. 13. 526 Jones 1990, σ. 177-189. 527 Γιούρη 1972, σ. 11 κ.ε. 528 Βοκοτοπούλου – Μπέσιος –Τρακοσοπούλου 1990, σ. 429 εικ. 22. 529 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 284. 530 Ό.π. 531 Λαζαρίδη – Μοσχονησιώτου 1988, σ. 359. 532 Καλλιγά 1999, σ. 80-82. 533 Νικολαΐδου – Πατέρα 1990, σ. 519 και 1993, σ. 501 εικ. 3. Εκτός από το εικονιζόμενο θραύσμα αμφο- ρέα αναφέρεται η ύπαρξη ακόμη πολλών αποσπασματικών υδριών, αμφορέων, λεκανών, κυλίκων. 534 Larisa III, σ. 128-163. Τη σύγκριση με την αιολική κεραμική πραγματοποίησε πρώτη η Ι. Βοκοτοπού- λου με αφορμή τα αγγεία που βρέθηκαν στο Πολύχρονο και τη Μένδη, βλ. Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 79-86 πίν. 15-18. 53 Μεγάλη δυσκολία συναντούμε στη χρονολόγηση της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Τα πε- ρισσότερα αγγεία είναι μεγάλα και προέρχονται κυρίως από νεκροταφεία όπου χρησίμευσαν ως ταφικά αγγεία, τις περισσότερες φορές ακτέριστων ταφών. Στα αγγεία που συμπεριλαμβάνονται από το νεκροταφείο της Ακάνθου, μόνο ένα (109) προέρχεται από ταφή και χρονολογείται με ασφάλεια βάση των κτερισμάτων της. Πολλά από τα αγγεία που θα εξετάσουμε εκτός της Ακάν- θου, προέρχονται από συλλογές, π.χ. Λαμπροπούλου, που εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου και Ρίτσου που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, γεγονός που καθιστά αδύ- νατη την ασφαλή χρονολόγησή τους. Αναγκαστικά στις περισσότερες περιπτώσεις περιοριζόμα- στε στη σύγκριση των μοτίβων που φέρουν με αντίστοιχα άλλων εργαστηρίων. Πρέπει ωστόσο να είμαστε προσεκτικοί πριν προχωρήσουμε στην απόδοση ενός αγγείου σε κάποιο εργαστήριο. Σύμφωνα με αναλύσεις πηλού που πραγματοποιήθηκαν σε πολλά αγγεία της Μένδης που η Βοκοτοπούλου είχε θεωρήσει ευβοϊκά, η σύγκριση με όστρακα από το Λευκαντί έδειξε ότι ο πηλός τους δεν είναι ευβοϊκός535. Δεν αποκλείεται βέβαια να είναι προϊόντα Ευ- βοέων κεραμέων που εργάσθηκαν στο χώρο της Μακεδονίας, κάτι που έχει προταθεί και για άλ- λες θέσεις του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου536. Πολλά αγγεία, ιδιαίτερα από τα πρώιμα, που έχουν τα χαρακτηριστικά της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής έχουν πολύ καλύτερη εξωτερική επι- φάνεια από το υπόλοιπο σύνολο και η τεχνογνωσία τους είναι σαφώς ανώτερη (π.χ. πιθαμφορέας Ακάνθου 107 Πίν. 14). Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε αν πρόκειται για προϊόντα που έφε- ραν μαζί τους οι πρώτοι άποικοι ή αν κατασκευάστηκαν στο χώρο της Χαλκιδικής από αυτούς. Στο σύνολο της λεγόμενης «προπερσικής» κεραμικής της Ολύνθου είναι φανερή η διαφορά. Οι πιθαμφορείς για παράδειγμα από τον περσικό αποθέτη και τη Μηκύβερνα (Πίν. 17α, β) έχουν πηλό και τεχνικά χαρακτηριστικά όμοια με το μεγαλύτερο αριθμό των «χαλκιδικιώτικων» αγ- γείων αλλά και με τα άβαφα που αποδίδονται στην τοπική παραγωγή. Όμως στον κρατήρα με πόδι (Πίν. 92α), στα αποσπασματικά αγγεία με τη φυτική διακόσμηση (Olynthus XIII, πίν. 3), στον κρατήρα (Olynthus V, πίν. 26.Ρ33) και σε ορισμένα όστρακα (Olynthus V, πίν. 41) είναι τόσο μεγάλη η διαφορά στο χρώμα, στην υφή του πηλού και στην όπτηση που μας οδήγησε να προχωρήσουμε σε μικροσκοπική μελέτη ορισμένων από αυτά προκειμένου να τα συγκρίνουμε με τα λεγόμενα «χαλκιδικιώτικα» από την Άκανθο η εικόνα των οποίων με γυμνό μάτι δεν είναι διαφορετική από την αντίστοιχη των υπολοίπων της υποτιθέμενης τοπικής κεραμικής. Πράγματι η μελέτη του πηλού, όπως βλέπουμε και στο παράρτημα Α, έδειξε ότι, αν και η σύσταση του πη- λού των τεσσάρων ολυνθιακών δειγμάτων, είναι όμοια με των υπόλοιπων «χαλκιδικιώτικων» αγγείων, η τεχνογνωσία τους διαφέρει. Μπορούμε να πούμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι τα αγγεία της Ακάνθου και τα συγκεκριμένα της Ολύνθου δεν κατασκευάστηκαν από τους ίδιους τεχνίτες. Τα αγγεία της Ολύνθου κατασκευάστηκαν μάλλον από πλανόδιους καλλιτέχνες που προέρχονται από την Ανατολή ή τα νησιά που στα χρόνια του αποικισμού ή και αργότερα εργάσθηκαν στο χώρο της Χαλκιδικής537. Ο πιθαμφορέας 107 (Πίν. 14) και η υδρία 120 (Πίν. 21ε-στ) όπως και η ιδιόμορφη τεφρό- χρωμη οπισθότμητη πρόχου 131538, με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω, παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες στη σύσταση του πηλού με το υπόλοιπο σύνολο της Ακάνθου. Η μελέτη του πηλού των τριών αγγείων έδειξε ότι η τεχνογνωσία τους διαφέρει από το σύνολο των αγγείων της Ακάνθου αλλά και των αγγείων της Ολύνθου στα οποία μόλις αναφερθήκαμε. Εξ άλλου οι σοβα- ρές κατασκευαστικές ατέλειες που παρουσιάζουν, π.χ. ζουλήγματα στο σώμα και παραμορφώ- 535 Kessisoglou κ.α. 1996, σ. 169-179. 536 Τιβέριος κ.α. 1997, σ. 301. 537 Ήδη ο Ηanfmann μελετώντας κάποια αγγεία από την Ταρσό είχε επισημάνει ότι μοιάζουν με ορισμένα από τη Σάμο, που δεν ήταν όμως ντόπια και την Όλυνθο. Φαίνεται λοιπόν ότι είναι απαραίτητο να δούμε ξανά προσεκτικά το υλικό της Ολύνθου. Hanfmann 1956, σ. 182 υποσ. 52. 538 Βλ. σ. 84. 54 σεις, μας οδηγούν να θεωρήσουμε απίθανο να ταξίδεψαν από μακρινό τόπο και να εισήχθηκαν στην Άκανθο539. Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι κατασκευάστηκαν από περιοδεύοντες τεχνίτες540. Από τα σύνολο των υπόλοιπων αγγείων της Ακάνθου που εντάσσονται στη λεγόμενη «χαλ- κιδικιώτικη» κεραμική μελετήθηκε ο πηλός δύο αγγείων (Παράρτημα Α): του αμφορέα 109541 και της υδρίας 116542. Το πρώτο έχει χονδρόκοκκη σύσταση, ενώ το δεύτερο λεπτόκοκκη. Το σημαντικό όμως είναι ότι και τα δύο έχουν κατασκευαστεί από τον ίδιο πηλό με τα υπόλοιπα δείγματα που εξετάσθηκαν από το νεκροταφείο και τους κλιβάνους της Ακάνθου και με ασφά- λεια χαρακτηρίζονται προϊόντα των τοπικών εργαστηρίων. B1. Πιθαμφορείς με οριζόντιες λαβές Αρκετά συνηθισμένο σχήμα και αναμφισβήτητα το εντυπωσιακότερο της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής είναι ο ταφικός αμφορέας με τις οριζόντιες λαβές στον ώμο. Εδώ συμπεριλαμβάνονται τρία ταφικά αγγεία αυτού του σχήματος: 107 (Πίν. 14), 108543 (Πίν. 15) και 109544 (Πίν. 16). Αγ- γεία αυτού του σχήματος είναι γνωστά από το Πολύχρονο545, τη Μένδη546 και αλλού. Τα βασικά χαρακτηριστικά του σχήματος παραμένουν σταθερά και μόνο οι αναλογίες διαφοροποιούνται. Το εξωστρεφές χείλος έχει πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια και κάθετο εξωτερικό μέτωπο. Ο λαι- μός είναι ψηλός, κυλινδρικός. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ευρύς547, όπως στον 109548, ενώ σε άλλα, όπως στο 107 και 108, στενότερος και ραδινότερος. Το σώμα είναι διογκωμένο στο άνω τμήμα του και συγκλίνει προς το κάτω μέρος, απολήγοντας σε μικρή δακτυλιόσχημη βάση. Πα- ρατηρούνται όμως διαφορές και στη διαμόρφωση του σώματος. Οι 107 και 108, όπως και το πα- ράδειγμα από το Πολύχρονο549, έχουν πιο σφαιρικό σώμα και υποτυπώδη ώμο με αποτέλεσμα οι λοξές λαβές να έχουν τοποθετηθεί πολύ κοντά στο λαιμό. Ο 109 (Πίν. 16) έχει μεγαλύτερο επι- κλινή ώμο και οι λαβές απέχουν αρκετά από το σώμα, καθώς τοποθετούνται στο κάτω άκρο του ώμου. Το σχήμα εμφανίζεται στο βορειοελλαδικό χώρο κατά τον 7ο αι. π.Χ.550. Δεν συναντάται μόνο σ’ αυτήν την κατηγορία κεραμικής αλλά έχει χρησιμοποιηθεί και από τους τεχνίτες της «ασημίζουσας», όπως φανερώνουν όστρακα από τη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου551 και ο μικρός 134 (Πίν. 27στ) από το νεκροταφείο της Ακάνθου. Αποτελεί μάλλον δάνειο των ντόπιων κερα- μέων από τους Ευβοείς552. Εξάλλου η Μένδη, από όπου είναι γνωστά τα περισσότερα δείγματα του σχήματος, είναι αποικία της Ερέτριας553. Το σχήμα απαντά σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο, στη 539 Όπως θα δούμε στο κεφάλαιο 2 αντίστοιχα παραμορφωμένα αγγεία από το Καραμπουρνάκι δεν διατέθηκαν καν στην αγορά αλλά ρίχθηκαν σε ένα λάκκο. Βλ. σ. 161κ.ε. 540 Η μελέτη της σύστασης του πηλού έδειξε ότι αν και διαφέρει από τα υπόλοιπα δείγματα δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποκλείουν την προέλευσή του από τη Χαλκιδική. Βλ. Παράρτημα Α. 541 Βλ. παρακάτω σ. 62. 542 Βλ. παρακάτω σ. 75. 543 Τρακοσοπούλου 1997, σ. 110 εικ. 36. 544 Προέρχεται από την ταφή 5410 του οικ. 161. Περιείχε δύο κτερίσματα: το μόνωτο κύπελλο 66 (Ι.161.151) σ. 42 και τον αρύβαλλο 138 (I.161.160) σ. 92. Και τα δύο είναι τοπικής παραγωγής. Βλ. Τρα- κοσοπούλου 2005, (υπό έκδοση). 545 Βοκοτοπούλου 1997, εικ.10. 546 Moschonisioti 1998, σ. 255-271. 547 Βοκοτοπούλου 1997, εικ.10. 548 Για αγγείο παρόμοιου σχήματος, βλ. Σκαρλατίδου 2000, σ. 294 πίν. 35. 549 Βλ. παραπάνω υποσ. 545. 550 Papadopoulos 1989, εικ. 34-35. 551 Γιματζίδης 1997, ΣΑ 132-136. 552 Coldstream 1997, σ. 259 εικ. 62α. Lefkandi I, σ. 71. Κουρουνιώτης 1903, σ. 25. 553 Κουρουνιώτης 1903, σ. 1-38 εικ. 10. Boardman 1952, σ. 14 εικ. 16. 55 Θήβα554, στην Ανατολική Ελλάδα, στην Αιολία555 και στη Σάμο556 αλλά και στα νησιά των Κυκλάδων557. Ένα πλούσια διακοσμημένο παράδειγμα προέρχεται από τη Σμύρνη· χρονολογείται γύρω στα 560-550 π.Χ.558. Αγγεία αυτού του σχήματος τόσο με εικονιστικά θέματα, π.χ. γρύ- πες559 όσο και με απλά γεωμετρικά μοτίβα560, κατασκευάζονταν και στην Κύπρο. Το σχήμα δύο πιθαμφορέων από τη Μένδη που έγιναν γνωστοί σχετικά πρόσφατα, διαφορο- ποιείται από των υπολοίπων561, κυρίως όσον αφορά στις λαβές. Στο μέσο του σώματος υπάρχουν δύο υποτυπώδεις οριζόντιες λαβές και δύο κάθετες ταινιωτές ψηλά στον ώμο. Βρίσκονται κοντύ- τερα σε πρότυπα της τοπικής παράδοσης του βορειοελλαδικού χώρου και συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η Μοσχονησιώτη, σε αδημοσίευτα παραδείγματα της ΠΕΣ από τη Θέση Κούκος στη Συκιά562. Με βάση τη καθαρά γεωμετρική διακόσμησή τους εντάσσονται πιθανότατα στον 8ο αι. π.Χ. 563. Η διακόσμηση των «χαλκιδικιώτικων» πιθαμφορέων πολλές φορές αποτελείται από κάποια στερεότυπα μοτίβα αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που μας εκπλήσσει με τη ζωντάνια και την ποικιλία της. Ουσιαστικά μπορούμε να διακρίνουμε τους πιθαμφορείς σε τέσσερις ομάδες με βάση τη διακόσμηση: α. με γεωμετρικά μοτίβα β. με γεωμετρικά μοτίβα σε συνδυασμό με έμβιες μορφές γ. με φυτικό διάκοσμο σε συνδυασμό με γεωμετρικά μοτίβα και δ. με ανθρώπινες μορ- φές. Από την Άκανθο έχουμε παραδείγματα μόνο από την πρώτη και δεύτερη ομάδα. Α. Πρόκειται για την πολυπληθέστερη ομάδα πιθαμφορέων. Από την Ακάνθο είναι γνωστά μόνο δύο παραδείγματα : 107 και 108 (Πίν. 14 και 15). Μοναδικός ως προς τη διακόσμηση είναι ο 107 (Πίν. 14), ο οποίος φέρει καθαρά γραμμικό διάκοσμο και μπορεί να θεωρηθεί το πρωιμότερο παράδειγμα αυτής της κατηγορίας. Στο χείλος υπάρχει μία κυματοειδής ταινία. Στο λαιμό τρεις κάθετες ταινίες σε κάθε πλευρά σχηματίζουν μία μετόπη στην οποία δίνονται τρεις εφαπτόμενοι ρόμβοι με δικτυωτό εσωτερικά και στα κενά μικρότεροι ρόμβοι με δύο ταινίες σε χιαστί. Τα διάχωρα που διαμορφώνονται, κοσμούνται με στιγμές. Στην κύρια ζώνη του αγγείου στο ύψος των λαβών υπάρχουν επίσης ρόμβοι με πλέγμα εσωτερικά. Στα κενά στο άνω τμήμα επαναλαμβάνονται οι μικροί ρόμβοι που είδαμε στο λαιμό. Στο κάτω τμήμα όμως τα κενά είναι πεπληρωμένα με ενάλληλες γωνίες. Οι τρεις επόμενες ζώνες καλύπτονται με σειρές μικρών εφαπτόμενων ρόμβων με δικτυωτό εσωτερικά. Στο κάτω άκρο ανά τρεις κάθετες ταινίες σχηματίζουν μετόπες στις οποίες υπάρχει αντίστοιχα μία κατακόρυφη κυματοειδής γραμμή. Η πίσω όψη, σαφώς υποδεέστερης σημασίας, κοσμείται μόνο στην κε- ντρική ζώνη με λοξές γραμμές σε χιαστί. To μοτίβο της κεντρικής ζώνης, εφαπτόμενοι ρόμβοι με πλέγμα στο εσωτερικό τους, είναι γνωστό από τον Πρωτογεωμετρικό ρυθμό διαφόρων εργαστηρίων και δεν μπορούμε να μιλή- σουμε με ασφάλεια για την προέλευσή του. Στην Αθήνα συναντάται πολύ συχνά επαναλαμβανό- μενο κυρίως σε κάθετες ζώνες564. Εμφανίζεται και σε ευβοϊκά αγγεία ήδη από τη Μέση Πρωτογεωμετρική περίοδο και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και στην Ύστερη Γεωμετρική565. Η εμφάνισή του μάλιστα σε θεσσαλικά αγγεία566 έχει αποδοθεί τόσο στη σχέση της Θεσσαλίας 554 Σπυρόπουλος 1971, σ. 213 πίν. 185β. Φέρει λιτό γεωμετρικό διάκοσμο. 555 Larissa ΙΙΙ, πίν. 13-38. Walter – Karydi 1970, σ. 3-18 πίν. 5. 556 Samos V. 557 Λεμπέση 1967α, σ. 112-132. Pfuhl 1903, αρ. J3-6 πίν. XXVII. Kontoleon 1933, σ. 117 κ.ε. 558 Cook 1965, σ. 26-28 πίν. 5. 559 Stampolidis 1998, σ. 179 εικ. 9. 560 Christou 1998, σ. 211 εικ. 15α. Barde 1998, σ. 83 εικ. 91.1 561 Μοσχονησιώτη 2004, σ. 282 εικ. 5-6. 562 Μοσχονησιώτη 2004, σ. 282 σημ. 49 και 50. 563 Μοσχονησιώτη 2004, σημ. 53 και 54. 564 Desborough 1952, πίν. 3.6, 7, 9, 11. 565 Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2004, σ. 28 εικ. 10. 566 Heurtley-Skeat 1930-1931, σ. 45 κε. εικ. 18-20. Βερδελής 1958, σ. 68 εικ. 23. Sipsie-Eschbach 1991, σ. 200 πίν. 42.7. 56 με την Αττική κατά την Υποπρωτογεωμετρική567 όσο και με την Εύβοια κατά τη Μέση Πρωτογεωμετρική περίοδο568. Το μοτίβο συναντάται και στο μακεδονικό χώρο τόσο στην απλή γραπτή κεραμική569 όσο και στην «ασημίζουσα»570. Η πλήρωση των κενών ανάμεσα στους εφαπτόμενους ρόμβους με ενάλληλες γωνίες συνα- ντάται ήδη σ’ έναν ψευδόστομο αμφορέα της πρώιμης Μέσης Πρωτογεωμετρικής περιόδου571. Παρόμοια διακόσμηση συναντούμε και στην κεντρική ζώνη του ώμου μίας οινοχόης των αρχών του 7ου αι. π.Χ.572. Στο λαιμό της ίδιας οινοχόης συναντούμε το μοτίβο που καλύπτει τις τρεις υπόλοιπες ζώνες τους σώματος. Το ίδιο μοτίβο απαντά και σ’ ένα θραύσμα κλειστού αγγείου από την Ερέτρια573. Την όρθια στήλη με πλέγμα που ορίζει τη μετόπη της κεντρικής ζώνης τη συνα- ντούμε σε αγγεία του Ρυθμού Αιγάγρων574. Τα ίδια μοτίβα συναντούνται και στην κεραμική της Χίου που ήρθε στο φως από τις ανασκαφικές έρευνες στο Εμποριό575. Το συγγενέστερο χιακό παράδειγμα χρονολογείται γύρω στα 690 π.Χ.576. Οι όρθιες κυματοειδείς ταινίες στο κάτω άκρο του σώματος βρίσκουν παράλληλο στην ευβοϊκή κεραμική. Σ’ ένα μικκύλο αγγείο του ίδιου σχήματος που συνδέεται με το εργαστήριο της Ερέτριας και χρονολογείται στον όψιμο 7ο αι. π.Χ.577, βλέπουμε στο πόδι τον ίδιο διαχωρισμό σε μετόπες με διπλές κάθετες γραμμές και ανά- μεσα τους στην α’ ζώνη όρθιες τεθλασμένες γραμμές και στη δεύτερη οριζόντιες τεθλασμένες. Η εικόνα που σχηματίζει κανείς για το αγγείο αυτό με την πρώτη ματιά, είναι εντελώς διαφο- ρετική από ότι για τα υπόλοιπα. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου είναι επεξεργασμένη πολύ καλά, λεία και καθόλου κοκκώδης. Η τεχνογνωσία του είναι σαφώς διαφορετική από των υπο- λοίπων που θα δούμε στη συνέχεια, όπως και η σύσταση του πηλού. Σε συνδυασμό με τη χρονο- λόγησή του στο δεύτερο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. οδηγούμαστε αβίαστα στη σκέψη ότι πρόκειται για ένα δημιούργημα των πρώτων αποίκων της περιοχής. Στα περισσότερα αγγεία αυτού του σχήματος ο λαιμός κοσμείται συνήθως με πλατιές οριζό- ντιες ταινίες που αφήνουν ακάλυπτα μικρά μέρη του αγγείου. Η διακόσμηση όμως του σώματος ποικίλει. Χωρίζεται σε ζώνες με τη βοήθεια οριζόντιων ταινιών. Άλλοτε, όπως στο 108, η κάθε ζώνη ορίζεται από δύο ισοπαχείς ταινίες (Πίν. 15), άλλοτε ανάμεσα σε δύο λεπτότερες υπάρχει μία πλατύτερη578 και σε ορισμένες περιπτώσεις δύο πλατύτερες πλαισιώνουν μία λεπτότερη ται- νία579. Συνήθως η επιφάνεια του σώματος διαιρείται σε τρεις ζώνες. Η ανώτερη στο ύψος του ώμου εξαίρεται και φέρει τον πλουσιότερο διάκοσμο είτε γεωμετρικό είτε φυτικό. Απλούστερη διακόσμηση φέρει η δεύτερη ζώνη, ενώ η τρίτη μένει ακόσμητη. Στη ζώνη του ώμου του 108580 σχηματίζονται μετόπες με τη βοήθεια κάθετων κυματοειδών γραμμών, οι οποίες κοσμούνται με συστάδες ομόκεντρων κύκλων. Είναι τόσο έντονη η προσπά- θεια του αγγειογράφου να καλύψει όλη την επιφάνεια ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις μεγάλο τμήμα των κύκλων επικαλύπτει την οριζόντια ταινία. (Πίν. 15γ&δ). Το μοτίβο των ομόκεντρων κύκλων έχει μακρά ιστορία στο χώρο της Μακεδονίας. Εμφανίζεται ύστερα από επίδραση του Πρωτογεωμετρικού ρυθμού της Νοτίου Ελλάδος που ήκμασε αμέσως μετά τον Μυκηναϊκό 567 Coldstream 1968α, σ. 160. 568 Lefkandi I, σ. 286 κ.ε. 569 Hεurtley 1925-1926, πίν. 21,α,13. 570 Γιματζίδης 1997, πίν. Χ.β. 571 Boardman 1960, σ. 140 πίν. 37 VIII.5. 572 Walter – Vierneisel 1959, σ. 21 πίν. 59. Samos V, σ. 106 αρ.270 πίν. 45. 573 Ανδρειωμένου 1979, σ. 187 εικ. 32 ε. 574 Larisa III, σ.72 πίν. 22.7. 575 Emporio, σ. 142 αρ. 550-555 πίν. 49. Το μοτίβο εμφανίζεται σ’ όλο τον 7ο και 6ο αι. π.Χ. 576 Emporio, σ. 142 αρ. 557 πίν. 49. 577 Boardman 1957, σ. 17 πίν. 2e. 578 Βοκοτοπούλου 1987α, εικ. 20. 579 Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, εικ. 7. 580 Τρακοσοπούλου 2008, σ. 13 πίν. 53-55. 57 (1050-900 π.Χ.)581. Τα βασικά διακοσμητικά μοτίβα αυτού του ρυθμού ήταν οι ομόκεντροι κύ- κλοι και τα ομόκεντρα ημικύκλια. Στην πρωτοπόρο Αθήνα τόσο οι ομόκεντροι κύκλοι όσο και τα ημικύκλια εγκαταλείφθηκαν πολύ νωρίς, ήδη από τη Πρωτογεωμετρική ΙΙ περίοδο582. Σε άλλα περιφερειακά, συντηρητικά εργαστήρια όμως, όπως το ευβοϊκό, το θεσσαλικό αλλά και το μακε- δονικό, παρατηρείται μία εμμονή στην παλιότερη παράδοση και δημιουργείται ο λεγόμενος Υπο- πρωτογεωμετρικός Ρυθμός583. Στα ευβοϊκά αγγεία ομόκεντροι κύκλοι κοσμούν ολόκληρες οριζό- ντιες ζώνες ακόμη και στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ.584. Η στενή σχέση των Ευβοέων τόσο με τη Χαλκιδική όσο και με τους οικισμούς του Θερμαϊ- κού κόλπου και η πιθανή εργασία Ευβοέων κεραμέων στην περιοχή585 είχαν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του συγκεκριμένου μοτίβου σε τοπικά αγγεία της Ύστερης Γεωμετρικής και Υπογεω- μετρικής περιόδου586. Ήταν όμως ήδη γνωστό και αγαπητό στους ντόπιους καλλιτέχνες από την Υπομυκηναϊκή περίοδο587. Στο β’ μισό του 8ου αι. π.Χ. χρονολογείται ένας τροχήλατος αμφο- ρέας με ομόκεντρους κύκλους από την Τορώνη588. Διαφορετικό πνεύμα διακατέχει έναν άλλο αποσπασματικό αμφορέα επίσης από την Τορώνη, ο οποίος φέρει ομοίως ομόκεντρους κύκλους αλλά και κυματοειδή ταινία και ταινίες με σιγμοειδή πέρατα. Χρονολογείται στον 8ο - 7ο αι. π.Χ.589. Ομόκεντροι κύκλοι κοσμούν επίσης το σώμα ενός ακέραιου αμφορέα από την Ν. Αγχί- αλο590. Σ’ ένα κρατηρόσχημο αγγείο του 6ου αι. π.Χ. από τη Θέρμη η ζώνη των λαβών κοσμείται με ομόκεντρους κύκλους591. Το ίδιο μοτίβο φέρει και ένας αμφορέας από τη Φιλαδέλφεια592. Οι κάθετα διατεταγμένες κυματοειδείς ταινίες που ορίζουν τις μετόπες του ώμου είναι συνη- θισμένο μοτίβο της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Συναντούνται για παράδειγμα στον αμφορέα από την Μηκύβερνα, με τον οποίο ασχολούμαστε αμέσως πιο κάτω, αλλά και σε αγγεία της Μένδης, στα οποία θα αναφερθούμε επίσης παρακάτω. Θα τις συναντήσουμε και στο επόμενο κεφάλαιο στα πιθαρόσχημα αγγεία από το Καραμπουρνάκι593. Ο συνδυασμός των ομόκεντρων κύκλων που πλαισιώνονται εκατέρωθεν είτε από δέσμες όρ- θιων κυματοειδών ταινιών είτε από κάθετες ταινίες, και θα τον συναντήσουμε παρακάτω και στα πιθαρόσχημα αγγεία από το Καραμπουρνάκι594, εμφανίζεται σε αμφορείς κυρίως γνωστούς από 581 Andronikos 1961, σ. 96 πίν. VIII.16. Desborough 1952, σ. 179κ.ε. Bouzek 1969, σ. 41-57. Ανδρειωμέ- νου 1972, σ. 170-184.Της ίδιας 1973\4, σ. 424-430, 1975, σ.206-229, 1977, σ.128-163, 1979, σ. 187 κ.ε., 1981, σ. 84-113, 1982, σ. 161-186, 1983, σ. 161-192, 1984, σ. 37-69, 1985α, σ. 49-75, 1985β, σ. 23-38, 1986, σ. 97-111. 582 Coldstream 1968α, σ. 9. Coldstream 1997, σ. 38κ.ε. 583 Coldstream 1968α, σ. 148. Lefkandi I, σ. 288κ.ε. 584 Coldstream 1968α, σ.192. 585 Τιβέριος κ.α.1997, σ. 327. 586 Παντή 1999, σ. 7 κ.ε. Πολύ σημαντικός είναι ένας αμφορέας από τον Καστανά της ΥπΠρΓ περιόδου με ταινιωτή διακόσμηση και ομόκεντρους κύκλους στον ώμο. Μάλιστα πάνω από τη γένεση της μίας λαβής φέρει τρεις κάθετες σειρές των έξι στιγμών που θεωρούνται εμπορικό σημάδι. Βλ. Papadopoulos 1994, σ. 444 πίν. 13f εικ.5. 587 Ανδρόνικος 1969, σ. 168κ.ε. Cattling 1996, σ. 162. Ανδρέου – Κωτσάκης 1996, σ. 372 σχ. 3. O Wardle παρατηρεί ότι στα παράλια τη Χαλκιδικής και στο Θερμαϊκό κόλπο υπήρχαν κάποια κέντρα παραγωγής τροχήλατης κεραμικής με την τεχνική και τη διακόσμηση, απλουστευμένη, των μυκηναϊκών αγγείων σε μία εποχή που ο μυκηναϊκός ρυθμός είχε εκλίψει στη Ν. Ελλάδα. Τα εργαστήρια ήταν έτοιμα να δεχθούν τον πρωτογεωμετρικό ρυθμό μόλις αυτός έφτασε στη Μακεδονία στα τέλη του 11 ου αι. Σημειώνει ακόμη ότι η διάκριση των δύο ρυθμών στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και στο Ποσείδι είναι πολύ δύσκολη αν όχι αδύνατη. Wardle 1997, σ. 526. 588 Papadopoulos 1989, αρ. ΚΡ-5 σ. 24 εικ. 20, 21. 589 Ό.π. αρ. ΚΡ6, σ. 24 εικ. 22, 23. 590 Βοκοτοπούλου 1985, σ. 147 πίν. 9. 591 Αλλαμανή κ.α. 1999, σ. 153-166 εικ. 4. BCH 125 (2001), σ. 945 εικ. 157. 592 Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1998, σ. 260 εικ. 3. 593 Βλ. παρακάτω σ. 163κ.ε. 594 Ό.π. 58 την Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Συναντούνται συγκεκριμένα στο Καλαπόδι595, στην Ελά- τεια596, στο Αγνάντι597 της Κεντρικής Ελλάδας. Παρόμοια διακόσμηση στον ώμο ενός μεγάλου κλειστού αγγείου συναντούμε στην Ιωλκό της Θεσσαλίας στην Πρωτογεωμετρική περίοδο598, καθώς και σε άλλα θεσσαλικά αγγεία599. Το μοτίβο απαντά και στο Λευκαντί σε τοπικούς600 και επείσακτους αμφορείς601. Απαντά βέβαια και στις Κυκλάδες602 που εντάσσονται στην ίδια καλλιτεχνική παράδοση με την Εύβοια και Θεσσαλία. Στη Μακεδονία συναντάται σε αμφορείς από τον Καστανά603, την Άσσηρο604, τη Σίνδο605, το Καραμπουρνάκι606, καθώς και στο γνωστό πίθο της Βεργίνας607, αλλά και τη Μένδη608 κατά τους υποπρωτογεωμετρικούς και υπογεωμετρι- κούς χρόνους. Η παραγωγή των αμφορέων αυτών διακόπτεται μάλλον στον πρώιμο 7ο αι., όταν οι εμπορικές ανάγκες εξυπηρετούνται καλύτερα από τους νέους τύπους αμφορέων που κατα- σκευάζονται στη Μένδη και τη Θάσο609. Όπως συμβαίνει στο χώρο της Χαλκιδικής και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, έτσι και στην Ανατολική Ελλάδα το μοτίβο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε αγγεία διαφόρων σχημά- των και στα μεταγενέστερα χρόνια μέχρι τον 6ο αι. π.Χ. Αποδίδεται στον ώμο ενός κλειστού αγγείου της ΥΓ περιόδου από τη Μίλητο610 αλλά και σε ένα κλειστό αγγείο από τη Ρόδο του δευτέρου μισού του 7ου αι. π.Χ.611 και στην αρχαϊκή κεραμική της Σάμου612, όπου στη δεύτερη ζώνη ενός κρατήρα με ομόκεντρους κύκλους στην κύρια ζώνη έχουν αποδοθεί οι γνωστές δέσμες κατακόρυφων κυματοειδών ταινιών. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της χιακής κεραμι- κής από το Εμποριό, όπου ομόκεντροι κύκλοι κοσμούν μετόπες που ορίζονται είτε από δέσμες 595 Jacob-Felsch 1987, σ. 31-35 εικ. 55-56. Felsch 1996, σ. 391-392 αρ. 329 πίν. 17.44. Τα παραπάνω χρονολογούνται στην Υπομυκηναϊκή περίοδο. 596 Deger-Jalkotzy 1999, σ. 195-202. Χρονολογούνται είτε στη μετάβαση από την Υπομυκηναϊκή περίοδο στην Πρωτογεωμετρική είτε στην ΠΠρΓ περίοδο. 597 Παναγιώτου 1971, σ. 286 εικ. 170. 598 Sipsie-Eschbach 1991, σ. 68 πίν. 64.2. Χρονολογείται κατά την άποψη της ΥΠρΓ ή ΥπΠρΓΙ περίοδο. Με βάση την Jacob-Felsch εντάσσεται στην ΠΠρΓ-ΜΠρΓ περίοδο, βλ. Jacob-Felsch 1994, σ. 560. 599 Βερδελής 1958, σ. 57. 600 Lefkandi I, σ. 297κ.ε. Lefkandi II, σ. 16κ.ε. 601 Lefkandi I, αρ. 776 πίν. 27. Lefkandi II, σ. 73-74 αρ. 626-627 πίν. 35. 602 Buschor 1929, σ. 155 εικ. 8. 603 Hänsel 1979, σ. 197-198 εικ. 18.3. Του ίδιου 1989, πίν. 8.2. 604 Wardle 1996, σ. 448 εικ. 3.2. Ο αμφορέας της Ασσήρου βρέθηκε σε στρώμα που χρονολογείται στα 1000-850 π.Χ. Newton – Wardle – Kuhiholn 2003, σ. 177 εικ. 2 πίν. 2. Με την απόλυτη χρονολόγηση που επιχειρήθηκε χρονολογείται με ακρίβεια στα 1080-1070 π.Χ. 605 Τιβέριος – Γιματζίδης 2001, σ. 302. Των ίδιων, 2000, σ. 196. Με βάση τη στρωματογραφία της τομής Α, θεωρείται βέβαιο ότι η παραγωγή τους σταμάτησε στον 7ο αι. π.Χ. 606 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2003, σ. 195 εικ. 5. 607 Petsas 1964, σ. 255κ.ε. εικ. 1-4. 608 Μοσχονησιώτη 2004, σ. 281. 609 Catling 1998, σ. 170-1, 176. Αμφορείς με το ίδιο διακοσμητικό σύστημα έχουν βρεθεί και στην Τροία για τους οποίους ο Catling θεωρεί ότι πρέπει να παράγονται στο ίδιο κέντρο με τους αμφορείς της Βορείου Ελλάδος και τους εντάσσει στην ομάδα Troy I που χρονολογούνται στην Πρωτογεωμετρική περίοδο. Το κέντρο παραγωγής τους τοποθετείται στη βόρεια Ελλάδα, στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου και πιο συγκε- κριμένα στη Σίνδο, βλ. Catling 1998, σ. 159, 162, 176. Newton – Wardle – Kuhiholn 2003, σ. 185. Τιβέ- ριος 1998α, σ. 250. Παρόμοιοι αμφορείς της Πρωτογεωμετρικής περιόδου έχουν βρεθεί και στις Κλαζομε- νές, όπου έχουν βρεθεί και υδρίες και οινοχόες με ίδια διακόσμηση, βλ. Αytaçlar 2004, σ. 20 κ.ε. εικ. 4. 610 Von Grave 1973-74, σ. 92 αρ. 20 πίν. 19. 611 Maiuri 1923/24, σ. 338 εικ. 223. 612 Samos V, σ. 121 αρ. 521 πίν. 99, αρ. 523 πίν. 99 (οινοχόη με ομόκεντρους κύκλόυς στον ώμο), σ. 124 αρ. 565 πίν. 110 και αρ. 570 πίν. 111 (θραύσματα κρατήρων που χρονολογούνται στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ. ) 59 κάθετων γραμμών είτε από κυματοειδείς γραμμές613. Οι ομόκεντροι κύκλοι επιβιώνουν σε αμφο- ρείς και υδρίες της Χίου σε όλο τον 6ο αι. π.Χ.614. Ο ίδιος συνδυασμός συναντάται και σ’ ένα θραύσμα μεγάλου κλειστού αγγείου, μάλλον σιπύης από την Τειχιούσσα615. Μία ακόμη εμφάνιση του μοτίβου, αυτή τη φορά σε στάμνο από την Ανατολική Ελλάδα, επισημαίνει ο Πασπαλάς616. Επιπλέον το μοτίβο επιβιώνει και στους υποπρωτογεωμετρικούς σκύφους του παριανοθασί- τικου εργαστηρίου του 6ου αι. π.Χ.617 αλλά και σε σύγχρονα αγγεία από την Αμοργό618. Όστρακα ιωνικών αμφορέων των αρχαϊκών χρόνων με ομόκεντρους κύκλους στον ώμο έχουν βρεθεί και στη Θάσο619. Το μοτίβο εμφανίζεται και σε αρχαϊκά όστρακα από το ναό Α στον Πρινιά της Κρήτης620. Ακόμη και σε υδρίες της σικελικής Νάξου, όπου η επιρροή από τα αγγεία της Εύβοιας είναι επίσης μεγάλη, διατηρείται ως τα μέσα του 7ου αι. π.Χ.621. Το παλιότερο ίσως γνωστό αγγείο αυτού του σχήματος από τη Χαλκιδική που μπορεί να συ- γκριθεί με τον 108 είναι ο πιθαμφορέας από τη Μηκύβερνα622 (Πίν. 17β), το επίνειο της Ολύν- θου. Χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ. Στο λαιμό υπάρχει η συνήθης διακόσμηση με πλατιές οριζό- ντιες ταινίες που πλαισιώνονται από λεπτότερες. Στον ευρύ ώμο του αγγείου σχηματίζονται μετόπες με τη βοήθεια κάθετων και κυματοειδών γραμμών, οι οποίες κοσμούνται με συστάδες ομόκεντρων κύκλων. Οι τελευταίοι ορισμένες φορές διακόπτονται από την πλατιά ταινία που διαχωρίζει το κάτω μέρος του σώματος. Το τελευταίο διασπάται σε τρεις ζώνες. Η ανώτερη κοσμείται με σειρά κρεμαστών ημικυκλίων, η δεύτερη φέρει ομάδες κυματοειδών ταινιών είτε οριζοντίως είτε καθέτως. Η διακόσμησή του είναι σαφώς υπογεωμετρική. Ιδιαίτερα το πάνω μέρος θυμίζει τον αμφορέα της Ακάνθου 108 (Πίν. 15), όπου όμως η γεωμετρική εικόνα του συνόλου διασπάται από τις σιγμοειδείς γραμμές στο κάτω μέρος του σώματος. Πρέπει να τονίσουμε ότι οι σιγμοειδείς γραμμές είναι γνωστές πολύ πριν τους αρχαϊκούς χρόνους. Τις συναντούμε για παράδειγμα σε έναν πρωτογεωμετρικό αμφορέα από την Κρήτη623. Το μοτίβο στην ηπειρωτική Ελλάδα δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο από τα «χαλκιδικιώτικα» εργαστήρια αλλά και από εργαστήρια της Αθήνας624 και της Πελοποννήσου, όπως αποδεικνύουν παραδείγματα της Ανατολίζουσας περιόδου625. Στο μακεδονικό χώρο οι σιγμοειδείς γραμμές έγιναν ίσως δημοφιλείς κυρίως χάρη στους χιώτικους οξυπύθμενους αμφορείς626. Το ακέραιο παράδειγμα από τη Μηκύβερνα δεν είναι το μοναδικό που έδωσε η πόλη. Σε με- ταγενέστερη έρευνα βρέθηκαν και άλλα θραύσματα με ομόκεντρους κύκλους627. 613 Emporio, σ. 139 εικ. 86 πίν. 44, αρ. 488-491 πίν. 43, σ. 115 αρ. 132 πίν. 128. Στη Χίο το πολλαπλό πι- νέλο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται έως το δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ., βλ. Lemos 1997, σ. 81. 614 Anderson 1954, σ. 136 πίν. 7 α. 615 Voigtländer 1988, σ. 624-5 αρ. 63. 616 Paspalas 1995, σ. 62. 617 Βλ. παραπάνω σ. 44. 618 Μαραγκού 1989, σ. 276-287 και 1999, σ. 203-234 πίν. 162β. 619 Ghali-Kahil 1960, σ. 33 αρ. 39&40 πίν. ΧΙ. 620 Pernier 1914, σ. 73 εικ. 40.3. 621 Lentini 1992, σ. 15 αρ. 10 εικ. 30. 622 Robinson 1939, σ. 226 εικ. 23. Οlynthus XIII, P1 σ. 5, 46 πίν. 1. Ο Robinson επισημαίνει ομοιότητες με του κυπριακούς αμφορείς. 623 Αλεξίου 1967, σ. 219 πίν. 201 α. 624 Kerameikos VI.2, σ. 482-484 αρ. 76-77 πίν. 73. 625 Στην Πύλο έχει βρεθεί λεκάνη με ταινιωτή διακόσμηση, κυματοειδή ταινία στη ζώνη των λαβών και σιγμοειδείς γραμμές χαμηλά στο σώμα. Coleman 1986, σ. 42 αρ. C27 πίν. 27. 626 Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 47. Το ίδιο μοτίβο συναντάται και σε υδρίες, βλ. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 49. Τιβέριος 1987, σ. 259. Για περισσότερα στοιχεία σχε- τικά με την παραγωγή, χρονολόγηση και διάδοση των χιώτικων αμφορέων, βλ. παρακάτω σ. 159 υποσ. 1670. 627 Λιούτας 1990, σ. 313-314. 60 Συγγενικός με τον 108 της Ακάνθου (Πίν. 15) είναι ένας πιθαμφορέας από το Πολύχρονο628 στη δεύτερη ζώνη, του οποίου επανεμφανίζονται οι μεγάλες σιγμοειδείς γραμμές που κοσμούν και τον 108. Στο αγγείο από το Πολύχρονο διαφορετική είναι η διακόσμηση στην κύρια ζώνη, αν και στηρίζεται στα ίδια μοτίβα με τον αμφορέα της Μηκύβερνας και της Ακάνθου. Ο χώρος χω- ρίζεται σε μετόπες με τη βοήθεια αντίστοιχα τεσσάρων κυματοειδών ταινιών. Στην κάθε μετόπη δίνεται μία συστάδα κύκλων ενώ στο αγγείο της Ακάνθου και της Μηκύβερνας δίνονται 4 ή 5 συστάδες κύκλων. Το αγγείο από το Πολύχρονο με τη βοήθεια της μελανόμορφης οφθαλμωτής κύλικας και του κορινθιακού αρυβάλλου με το τετράφυλλο κόσμημα χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ.629 και συγκεκριμένα γύρω στα 510-500 π.Χ.630. Η ομοιότητα του 108 με το παραπάνω αγγείο μας οδηγεί να τον εντάξουμε επίσης στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ. Οι τεχνίτες της Χαλκιδικής είναι πιθανό να δέχονται επιρροές από εργαστήρια που έχουν κοινά στοιχεία με τη δική τους παράδοση που στηρίζεται στη θεσσαλοευβοϊκή επίδραση. Στον 7ο αι. χρονολογού- νται μερικοί ακόμη αμφορείς, οι περισσότεροι με γεωμετρική και κυματοειδή διακόσμηση. Ο καθένας από αυτούς είναι μοναδικός και αξίζει να αναφερθούμε σύντομα στον καθένα μεμονω- μένα. Στον 7ο αι. π.Χ. μάλλον πρέπει να τοποθετηθεί ένα παράδειγμα από τη Μένδη631 (Πίν. 17γ), διαφορετικό από το υπόλοιπο σύνολο εξαιτίας της έδρασής του πάνω σ’ ένα χαμηλό πόδι. Δια- φορετικό είναι και το σχήμα του σώματος, το οποίο είναι σχεδόν βολβόσχημο χωρίς να διαγρά- φεται καθαρά ο ώμος. Οι λαβές είναι ψηλά τοποθετημένες. Μόνο στη ζώνη των λαβών, μία στενή ζώνη φέρει διακόσμηση με γραμμικά μοτίβα. Ανά δύο κάθετες ταινίες σχηματίζουν 5 με- τόπες στις οποίες υπάρχουν δύο κάθετες γραμμές και ανάμεσα τους δύο σε χιαστί. Το σχήμα του αγγείου θυμίζει πολύ έντονα το γραμμικό νησιωτικό ρυθμό, που αποδίδεται στη Θήρα632. Η διακόσμησή του με οριζόντιες ταινίες και μία εδαφόχρωμη στο ύψος των λαβών που με τη βοή- θεια «τριγλύφων» χωρίζεται σε μετόπες, οι οποίες κοσμούνται με γραμμές σε χιαστί, συναντάται σε κρατήρες του 9ου αι. π.Χ. και σκύφους των ύστερων γεωμετρικών χρόνων από τη Σάμο633. Το ίδιο μοτίβο, απλοποιημένο, όπως έχει αποδοθεί και στον αμφορέα της Μένδης, δηλ. οι μετόπες να χωρίζονται με τη βοήθεια περισσότερων κάθετων ταινιών και όχι τριών και να φέρουν απλές τεμνόμενες ταινίες, συναντάται σε αγγείο του δεύτερου μισού του 8ου αι. π.Χ.634. Την ίδια διακόσμηση συναντούμε και σε υστερογεωμετρικά αγγεία από την Εύβοια, τόσο από το Λευκα- ντί όσο και την Ερέτρια635 όσο και από άλλες περιοχές της Ανατολής και του νησιωτικού χώ- ρου636. Συναντούνται σ’ ένα ακόμη αγγείο του «χαλκιδικιώτικου» εργαστηρίου, σ’ έναν πρώιμο κρατήρα από την Τορώνη637. Ένα ακόμη πρώιμο παράδειγμα προέρχεται από την Όλυνθο (Πίν. 17α), αυτή τη φορά από το νεκροταφείο της πόλης και με βάση τον σκύφο που περιείχε η ταφή χρονολογείται στον ύστερο 6ο αι. π.Χ. ή και λίγο νωρίτερα638. Στο λαιμό υπάρχουν δέσμες κάθετων γραμμών. Το σώμα χωρίζεται σε τρεις ζώνες με τη βοήθεια δύο λεπτών ταινιών που πλαισιώνουν μία πλατύτερη. Στο 628 Βοκοτοπούλου 1987α, πίν. 20. 629 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 284 εικ. 21, 22. 630 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 82. 631 Βοκοτοπούλου 1996, σ. σ.324 πίν. 47.d. 632 Τιβέριος 2004, σ. 301-302. Ekschmitt 1986. Thera II. Λεμπέση1967α, σ. 112-132. Ορισμένοι όμως μελετητές θεωρούν ότι τα αγγεία αυτά ανήκουν στο παριανό εργαστήρι, βλ. Knauss 1997, όπου και σχετική βιβλιογραφία για το θέμα αυτό. 633 Samos V, σ. 18 αρ. 29,31 πίν. 6. Στις γωνίες που σχηματίζονται από τις τεμνόμενες ταινίες υπάρχουν λεπτότερες ταινίες που σχηματίζουν γωνία. Gruben 1957, πίν. 53.Ι. 634 Samos V, σ. 39 αρ. 177 πίν. 33. 635 Lefkandi I, σ. 59, 72 αρ. 27 πίν. 38 και σ. 67-68 αρ. 248 πίν. 63. Ανδρειωμένου 1981 αρ. 30 πίν. 18. Ανδρειωμένου 1977, πίν. 46γ. 636 Emporio, σ. 117-118 αρ. 166-167 πίν. 31. Χρονολογούνται στον 7ο αι. π.Χ. Sukas I, σ. 160 εικ. 55e. 637 Papadopoulos 1989, σ. 25 εικ. 18-19. 638 Olynthus XIII, σ. 45 Ρ1 πίν. 1. 61 ύψος του ώμου αποδίδονται σε οριζόντια διάταξη διπλές θηλιές. Στην κεντρική ζώνη εναλλάσσονται δέσμες κάθετων γραμμών και κυματοειδών. Η τελευταία κοσμείται με όρθιες δι- πλές θηλιές639. Ο Robinson είχε ήδη επισημάνει ότι τα μοτίβα αυτά, αν και βρίσκονται κοντά στη μυκηναϊκή περίοδο, πλησιάζουν περισσότερο ανάλογα μοτίβα από την Ερέτρια, τη Ρόδο και την Αττική. Το μοτίβο των διπλών θηλιών εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά σε ευβοϊκά αγγεία από όπου ίσως επηρεάστηκαν οι κεραμείς της Χαλκιδικής, καθώς αμφορείς του τύπου Α και Β της ευβοϊ- κής κεραμικής εισάγονταν συχνά στην ευβοϊκή αποικία της Μένδης640. Ο Πασπαλάς θεωρεί πι- θανό το μοτίβο των διπλών θηλιών να αποτελεί δάνειο από την Ανατολική Ελλάδα, καθώς εμφα- νίζεται σε αμφορείς του 7ου και 6ου αι. π.Χ.641. Ωστόσο εμφανίζεται και στην πρωτοκορινθιακή αγγειογραφία την ίδια εποχή642 αλλά και σε πρωτοαττικά αγγεία643. Ένας γνωστός αμφορέας από τη Μένδη644 (Πίν. 17στ) φέρει επίσης καθαρά γεωμετρική διακόσμηση. Στο ύψος του ώμου σχηματίζονται μετόπες που ορίζονται αντίστοιχα από τέσσερις κάθετες γραμμές. Σ’ αυτές υπάρχουν αντίστοιχα τέσσερις όρθιες κυματιστές γραμμές σχεδιασμέ- νες πιθανότατα με τη βοήθεια του πολλαπλού πινέλου. Η κάτω ζώνη χωρίζεται επίσης σε μετόπες με τρεις κάθετες ταινίες αντίστοιχα που άλλοτε συμπίπτουν με τις μετόπες της πάνω ζώνης και άλλοτε όχι. Το αγγείο αυτό αν και δεν έχει συνευρήματα, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι από τα πρωϊμότερα αυτού του σχήματος, καθώς τα ίδια μοτίβα και με την ίδια ακριβώς δομή τα συναντούμε στα πιθαρόσχημα αγγεία από το Καραμπουρνάκι, τα οποία μπορούν να ενταχθούν με βάση τα παράλληλά και τα συνευρήματά τους στον 7ο αι. π.Χ.645. Είναι φανερό ότι ο καλλιτέχνης του αγγείου αυτού μένει πιστός στην υπογεωμετρική παράδοση που συνεχίζει τόσο στο χώρο της Κεντρικής Μακεδονίας όσο και στον ανατολικονησιωτικό κόσμο. Β. Στην ομάδα αυτή εντάσσεται ο πιθαμφορέας 109646 (Πίν. 16), ο οποίος διαφέρει από τους υπόλοιπους της ομάδας του όχι μόνο στο σχήμα αλλά και στη διακόσμηση. Διατηρείται ακέραιος με εξαίρεση τη βάση για την οποία μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήταν μικρότερης διαμέτρου από των υπολοίπων και ίσως όχι διευρυνόμενη. Ο λαιμός είναι ευρύτερος και χαμηλότερος από ότι στα υπόλοιπα παραδείγματα του σχήματος και φέρει διπλές τοξωτές λαβές. Το σχήμα του θυμίζει περισσότερο τα αγγεία της κυκλαδικής παράδοσης όπου οι διπλές τοξωτές λαβές είναι συνή- θεις647. Ένα παρόμοιο αγγείο του 7ου αι. π.Χ. έχει βρεθεί και στην αρχαία Σμύρνη648. Αγγεία αυτού του σχήματος είχαν φθάσει και στο βορρά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το νεκροταφείο της αρχαίας Οισύμης που χρονολογείται στα 630-620 π.Χ.649. Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με τον 109 όσον αφορά στο σχήμα του σώματος, των λαβών και μάλλον και της βά- σης και διαφοροποιείται μόνο ο λαιμός που είναι λίγο στενότερος. Όμοιου σχήματος λαβή φέρει 639 Το μοτίβο των σιγμοειδών γραμμών χρησιμοποιείται στα αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας σε όλο τον 7ο αι. αλλά και στον 6ο. Βλ. Emporio, σ. 105. 640 Boardman 1952, σ. 21-22 εικ. 20 και πίν. 5. 641 Paspalas 1995, σ. 61-62. Larisa III, πίν. 23.3. 642 Kallipolitis – Feytmans 1963, σ. 422-423. 643 Young 1939, C97 σ. 169 εικ. 117. Πελεκίδης 1916, σ. 30 εικ. 18 (κρατήρας). Morris 1984. 644 Βοκοτοπούλου-Μοσχονησιώτη 1990, σ. 413 εικ. 7. 645 Βλ. παρακάτω σ. 163κ.ε. 646 Τρακοσοπούλου 1998, σ. 7κ.ε. πίν. 47-50α. Τρακοσοπούλου 2005, (υπό έκδοση). 647 Τα αγγεία αυτά παλιότερα αποδίδονταν στη Μήλο και έχει επικρατήσει στην έρευνα να αναφέρονται ως «μηλιακά», αν και πλέον θεωρείται βέβαιη η προέλευσή τους από την Πάρο. Βλ. Papastamos 1970. Ζαφει- ροπούλου 1985 και 1983b, σ. 177-183, όπως και 2003. Για την προέλευσή τους από το παριανό εργαστήρι, βλ. Κοντολέων, Archilochos und Paros. Archiloque, Entretiens sur l’ Antiquite Classique X, σ.56κ.ε., Τιβέ- ριος 1989β, σ. 617 κ.ε. Λαμπρινουδάκης 1988, σ. 125 κ.ε. Κnauss 1997, σ. 167, 169. Πολλά αγγεία μάλιστα αυτού του τύπου θεωρούνται προϊόντα της παριανής αποικίας Θάσου. Ghali-Kahil 1960, σ. 51 κ.ε. Salviat 1983, σ. 185-190. 648 Cook 1950, σ. 13. Φέρει διακόσμηση με πυκνές οριζόντιες ταινίες και μόνο στη ζώνη στο ύψος των λαβών σχηματίζεται μία μετόπη που κοσμείται με πλούσια διακοσμητικά μοτίβα και ένα ψάρι. 649 ΑΔ 20 (1965) Χρονικά, σ. 450-451. Κατάλογος της έκθεσης: Μακεδόνες, Οι Έλληνες του Βορρά, σ. 187 αρ. 210. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1980, σ. 318. 62 και ο γνωστός πρωτοαττικός κρατήρας Pernice, ο οποίος χρονολογείται στα μέσα του 7ου αι. π.Χ.650, όπως και άλλα πρωτοαττικά αγγεία651 αλλά και υδρίες από τη Χίο που χρονολογούνται γύρω στα 660-630 π.Χ.652. Παρόμοιου σχήματος είναι και ένα ταφικό αγγείο από τα Άβδηρα, με μόνη διαφορά ότι έχει απλές οριζόντιες λαβές και όχι τοξωτές653. Το αγγείο της Ακάνθου χρονολογείται με ασφάλεια επίσης στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. με βάση τα δύο κτερίσματα της ταφής, προϊόντα επίσης του τοπικού εργαστηρίου 654. Εκτός από τα διαφορετικά μοτίβα που χρησιμοποιούνται στον 109, διαφορετικό είναι και το διακοσμητικό σύστημα. Δεν διακρίνεται σε ζώνες με τη βοήθεια πλατιών οριζόντιων ταινιών, αλλά λεπτότερων, οι οποίες εξαφανίζονται μέσα στον πολυποίκιλτο διάκοσμο του αγγείου. Και στο σημείο αυτό πλησιάζει περισσότερο τα κυκλαδικά αγγεία655. Η διάκριση της κύριας και δευτερεύουσας όψης είναι εμφανής. Στο εξωτερικό μέτωπο του χείλους υπάρχουν πλατιά γραμ- μίδια. Στο λαιμό, στην κύρια όψη υπάρχει μία τεθλασμένη ταινία με διαγράμμιση στην άνω ζώνη και το μοτίβο των επάλξεων, επίσης με διπλό περίγραμμα και διαγράμμιση στη δεύτερη ζώνη. Στην κεντρική ζώνη, στο άνω τμήμα του σώματος σχηματίζεται μία μετόπη, στην οποία έχει απεικονιστεί το κεντρικό θέμα: δύο ελάφια, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, αποδοσμένα με σκια- γραφία, κατευθυνόμενα προς τα δεξιά. Ο χώρος γεμίζει με διάφορα παραπληρωματικά κοσμή- ματα, όπως σταυρούς, ρόμβους, ενάλληλες γωνίες και μία τεθλασμένη γραμμή πάνω, ως όριο, με διπλό περίγραμμα και κοκκίδωση. Εκατέρωθεν της μετόπης ανάμεσα σε κάθετες γραμμές υπάρ- χουν συστάδες όρθιων ημικυκλίων που φέρουν κοκκιδωτή διακόσμηση. Στην πίσω όψη ο λαιμός κοσμείται και στις δύο ζώνες με λοξές γραμμές. Στο άνω τμήμα του σώματος σχηματίζεται μία μετόπη, πλαισιωμένη εκατέρωθεν από δικτυωτό κόσμημα. Η μετόπη χωρίζεται σε δύο ζώνες με τη βοήθεια τριών οριζόντιων ταινιών. Στο άνω φέρει διακόσμηση με γραμμές σε σχήμα V και στο κάτω μαίανδρο με διπλό περίγραμμα με διαγράμμιση. Το κάτω τμήμα του σώματος κοσμεί- ται περιμετρικά με τις ίδιες ζώνες. Στην πρώτη υπάρχουν μικρές τρισκελείς γραμμές που εφάπτο- νται στο άνω και κάτω άκρο της ζώνης. Στη δεύτερη ζώνη σχηματίζονται αντιθετικά τρίγωνα με διαγράμμιση. Τέλος το κάτω άκρο του σώματος φέρει ερυθρό χρώμα, στο οποίο έχουν αφεθεί δύο ανοικτόχρωμες ταινίες. Διαφορετική είναι και η διακόσμηση κάτω από κάθε λαβή. Στη μία δίνονται ταινίες σε σχήμα Λ στο εσωτερικό των οποίων στο άνω τμήμα σχηματίζεται ρόμβος με έναν μικρότερο εγγεγραμμένο εσωτερικά και από την κάτω κορυφή του πρώτου ξεκινά κάθετη γραμμή. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται ανάμεσα στις γενέσεις της δεύτερης λαβής. Χαμηλό- τερα ο χώρος διαιρείται σε δύο οριζόντιες ζώνες · στην κάθε μία διαμορφώνονται τρεις μετόπες με τη βοήθεια συστάδων κάθετων γραμμών. Στην άνω ζώνη υπάρχουν στις πλαϊνές μετόπες ομόκεντροι κύκλοι και στη μεσαία τετρασκελή σίγμα. Στη δεύτερη ζώνη αποδίδεται στις πλαϊνές το γνωστό μοτίβο του πελέκεως, ενώ η κεντρική μένει ακόσμητη. Αν και υπάρχουν εδώ πολλά μοτίβα των γεωμετρικών χρόνων, όπως το μοτίβο της επάλξεως, ο μαίανδρος με διαγράμμιση, τα ημικύκλια, οι διπλοί πέλεκεις, η «γεωμετρική» εικόνα του συ- νόλου διαλύεται από τον ασυνήθη τρόπο που χρησιμοποιούνται τα συγκεκριμένα κοσμήματα. Πιο συγκεκριμένα το μοτίβο της έπαλξης στα γεωμετρικά αγγεία αποτελεί το μοναδικό κόσμημα του λαιμού και δεν συνδυάζεται με την τεθλασμένη ταινία656. Τα ομόκεντρα ημικύκλια με εσωτε- ρική διαγράμμιση απαντώνται πολύ σπάνια να πλαισιώνουν μετόπες. Τα συναντούμε σε έναν αμφορέα με οριζόντιες λαβές του 6ου αι. π.Χ. από την Πιτάνη657. Ακόμη και ο μαίανδρος στην πίσω όψη χάνει τον αυστηρά γεωμετρικό του χαρακτήρα καθώς συνδυάζεται με τις λοξές γραμ- 650 Παπασπυρίδη – Καρούζου 1952, σ. 149 κ.ε. εικ. 16. 651 CVA Berlin 1, πίν. 18.1-2 και 27.2-3. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι διπλές τοξωτές λαβές εμφανίζονται σε αττικά αγγεία ήδη από τη Γεωμετρική περίοδο, βλ. CVA Berlin 1, πίν. 103. 652 Emporio, σ. 137 αρ. 485 πίν. 44. 653 Σκαρλατίδου 1987, σ. 423 εικ. 8. 654 Βλ. μόνωτο κύπελλο 66, σ. 41 και απομίμηση κορινθιακού αρυβάλλου 138, σ. 90. 655 Βλ. παραπάνω σημ. 647. 656 Coldstream 1997,σ. 36-37 εικ. 1. 657 Dolunay 1973, σ. 9. 63 μές στο άνω τμήμα και τα τρίγωνα με ακατάστατη διαγράμμιση στο κάτω. Ο απλός μαίανδρος μόνο με περίγραμμα και χωρίς εσωτερικό γέμισμα χρησιμοποιείται στην κεραμική της Αιολίας κατά τα αρχαϊκά χρόνια658 σε διάφορα σχήματα αγγείων, όπως σε λέβητες659, σκύφους660 άλλοτε ως βασικό διακοσμητικό μοτίβο και άλλοτε ως δευτερεύον. Τα μικρά τρισκελή σίγμα, αν και εμ- φανίζονται συχνά σε αγγεία των αρχαϊκών χρόνων661, είναι γνωστά ήδη από αγγεία των πρωτογεωμετρικών χρόνων662. Φαίνεται ότι ο τεχνίτης παίρνει στοιχεία από την παλιότερη παρά- δοση που λόγω της συντηρητικότητας του μακεδονικού χώρου, είναι ακόμη σε θέση να γνωρίζει και τα πλαισιώνει με στοιχεία από σύγχρονα αιολικά και γενικότερα νησιωτικά αγγεία και πα- ρουσιάζει ένα εικονιστικό θέμα που είναι αγαπητό στην Κυκλαδική κεραμική του 6ου αι.: άλογα ή ελάφια στη σειρά663. Εδώ μάλιστα απεικονίζεται ένα ζευγάρι, που αποδίδεται με σκιαγραφία. Σε αρκετούς πίθους με ανάγλυφη διακόσμηση, με πιθανή προέλευση από την Τήνο, βρίσκουμε επίσης διακοσμητικές ζώνες με σειρές ελαφιών664. Μάλιστα και η Καρούζου θεωρεί ότι η σειρά ελαφιών στην πίσω όψη του πρωτοαττικού κρατήρα Pernice, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε, εί- ναι εμπνευσμένη από κυκλαδικά πρότυπα665. Αρκετά κοινά στοιχεία παρουσιάζει ένας κρατήρας από τη Νάξο που συνδυάζει το μοτίβο του διπλού πέλεκυ, του μαιάνδρου με διαγράμμιση και σειρά παρόμοιων αποδοσμένων ζώων, αλόγων666. Το κεντρικό θέμα, ζεύγος ζώων, όπως αιγά- γρων, συναντάται και σ’ έναν παρόμοιο αιολικό αμφορέα από την Πιτάνη, όπου όμως έχει απο- δοθεί με διαφορετικό τρόπο667. Ελάφι αποδίδεται στην κεντρική μετόπη μίας situla από τη Σάμο που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ.668. Σ’ ένα αγγείο ίδιου σχήματος του α’ μισού του 6ου αι. από την Πιτάνη αποδίδεται στην κεντρική μετόπη που πλαισιώνεται από γραμμικά μοτίβα ένα άλογο669. Βόσκοντα ελάφια σε σειρά συναντούμε και σ’ έναν σκυφοειδή κρατήρα από την αιολική Λάρισα670. Τέλος παρόμοια τρίγωνα με γέμισμα στο εσωτερικό, όχι με λοξές ταινίες αλλά με δικτυωτό, συναντούμε και σε μία σαμιακή οινοχόη των αρχών του 7ου αι. π.Χ.671. Στενή σχέση με τα νησιωτικά και ευβοϊκά παραδείγματα τόσο όσον αφορά στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση έχει ένας ακόμη αμφορέας από τη Μένδη672 (Πίν. 17ε), ο οποίος διαφέρει από τους υπόλοιπους κυρίως στην ύπαρξη έμβιων μορφών. Το χείλος έχει ίδια διάμετρο με τον κυλινδρικό λαιμό και είναι ελαφρά κοίλο, όπως στα περισσότερα ευβοϊκά παραδείγματα673. Λε- πτές ταινίες ανά δύο χωρίζουν το αγγείο σε οριζόντιες ζώνες. Τρεις ζώνες διατρέχουν το λαιμό. Οι δύο, οι ανώτερες, κοσμούνται με τις γνωστές δέσμες κατακόρυφων κυματοειδών γραμμών. Η τρίτη καλύπτεται με χρώμα. Στη ζώνη των λαβών σχηματίζονται δύο μετόπες από δέσμες κάθε- 658 Larisa III, σ. 72, 73 πίν. 24.1 και 7. Εδώ έχουμε όστρακα σκύφων που κοσμούνται με μαίανδρο είτε οριζοντίως είτε καθέτως και χρονολογούνται γύρω στα 550 π.Χ. 659 Larisa III, πίν. 17.9. 660 Larisa III, πίν. 28.2. 661 Lo Porto 1974, σ. 185 πίν. ΧΧ 3-5. Κρητικά αγγεία του 2/4 του 7ου αι. π.Χ. 662 Hartley 1930-1931, σ. 64 αρ. 16 εικ. 9. 663 Boardman 2001, σ. 133-137 όπου και σχετική βιβλιογραφία. Buschor 1959, σ. 333-334. σ. 153-154 εικ. 6, 7. 664 Κοντολέων 1939, σ. 26, 28 εικ. 17, 18. 665 Παπασπυρίδη – Καρούζου 1952, σ. 155-156 εικ. 20. CVA München 3, πίν. 131-2. Βόσκοντα ελάφια αποδίδονται και σε έναν πρωτοαατικό πίθο, ο οποίος μάλιστα έχει και διπλές τοξωτές λαβές. Βλ. CVA Greece 2, Athenes 2, σ. 3 πίν. 1. 666 Buschor 1959, εικ. 7. 667 Akurgal 1962, πίν. 103a, b. Χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Ο Boardman χρονολο- γεί το ίδιο αγγείο στα 600 π.Χ., βλ. Boardman 2001, σ. 209 αρ. 355. 668 Samos V, σ. 71, 72 αρ. 591 πίν. 115. 669 Metzger 1969, σ. 239 εικ. 61. 670 Larisa III, πίν. 25. 671 Walter – Vierneisel 1959, σ. 21 πίν. 49. 672 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 412-413 σχ. 2 και 1996, σ. 323 εικ. 2. 673 Boardman 1952, σ. 14 κ.ε. 64 των γραμμών. Σ’ αυτές απεικονίζεται ένα αγαπητό θέμα του κυκλαδικού και ιωνικού εργαστηρίου674: κύκνοι αποδοσμένοι με σκιαγραφία σε κατατομή. Το κάθε πτηνό πλαισιώνεται αντίστοιχα από ένα σκιαγραφημένο τρίγωνο. Παρόμοια διακόσμηση, κάθετα δηλαδή αποδοσμένα σκιαγραφημένα τρίγωνα και ανάμεσά τους πτηνά και στο τέλος της ζώνης κάθετες γραμμές συναντάται και στο χείλος ενός λέβητα από την Ερέτρια675. Τα πλησιέστερα παραδείγματα υδρόβιων πτηνών, με τη χαρακτηριστική ουρά που καμπυλώνεται και εφάπτεται στην οριζόντια ταινία, συναντούνται σ’ ένα αποσπασματικό κρατήρα από τη Νάξο της Σικελίας που έχει ευβοϊκά πρότυπα και χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ.676. Τα πτηνά μοιάζουν αρκετά και με τα αντίστοιχα ενός κρατήρα από τη Σάμο που χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ.677. Στη Γέλα έχει βρεθεί τμήμα ενός μεγάλου κλειστού αγγείου με κρεμαστά σκιαγραφημένα τρίγωνα που χρονολογείται στο α’ μισό του 7ου αι. π.Χ. και θεωρείται μίμηση νησιώτικου και συγκεκριμένα ότι έχει ευβοϊκά πρότυπα 678. Το αγγείο της Μένδης μπορεί με βάση τα παραπάνω να ενταχθεί στο α’ μισό του 7ου αι. π.Χ. Εικονιστικά θέματα έχουν αποδοθεί και σε ένα ακόμη αγγείο αυτού του σχήματος από τη Μένδη. Στην κύρια ζώνη σχηματίζεται μία μετόπη η οποία κοσμείται με υδρόβια πτηνά, αγα- πητό θέμα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής, όπως θα δούμε και παρακάτω679, και στην επόμενη ζώνη έχουμε παράσταση λαγού που κυνηγιέται από σκύλο, αποδοσμένη με την τεχνική του πε- ριγράμματος680. Τα υδρόβια πτηνά θυμίζουν έντονα αντίστοιχες μορφές στα λεγόμενα «μηλιακά» αγγεία681.Τα δε επιμηκυσμένα ζώα αποδοσμένα με την τεχνική του περιγράμματος μας θυμίζουν έντονα τα αντίστοιχα του «γραμμικού νησιώτικου ρυθμού», αν και τα τελευταία διαφοροποιού- νται καθώς εκτός από το περίγραμμα δηλώνονται και εσωτερικές λεπτομέρειες με διάφορους τρόπους, π.χ. κουκκίδες. Το θέμα αυτό είναι συχνό σε αγγεία του Ρυθμού Αιγάγρων682. Γ. Όπως προαναφέρθηκε, οι αμφορείς αυτού του τύπου φέρουν και φυτική διακόσμηση εκτός από τα μοτίβα που ήδη συναντήσαμε. Υπάρχουν παραδείγματα όπου η γεωμετρική παρά- δοση συνδυάζεται με τη φυτική. Ένα τέτοιο παράδειγμα προέρχεται από το Πολύχρονο (Πίν. 17ζ) και με βάση τα κτερίσματα που περιείχε, μία κορινθιακή κοτυλίσκη και ένα μελαμβαφές θήλαστρο, χρονολογείται γύρω στα 480-460 π.Χ.683. Το χείλος διαφοροποιείται από τα προηγού- μενα. Είναι έντονα εξωστρεφές και δεν σχηματίζει εξωτερικό μέτωπο. Ο λαιμός κοσμείται με οριζόντιες ταινίες. Το σώμα χωρίζεται σε τρεις ζώνες. Τα γεωμετρικά μοτίβα είναι πλέον υπο- δεέστερης σημασίας και τοποθετούνται στη δεύτερη και τρίτη ζώνη, ενώ στη ζώνη των λαβών τοποθετούνται φυτικά μοτίβα. Η δεύτερη ζώνη κοσμείται με συστάδες ομόκεντρων κύκλων και η τρίτη με μία κυματοειδή ταινία. Είναι σαφές ότι η υπογεωμετρική παράδοση αρχίζει να φθίνει και αναπτύσσεται ο λεγόμενος «φυτικός ρυθμός». Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται τα πέταλα του κεντρικού ρόδακα, που περιβάλλεται από μικρά γραμμίδια μας είναι επίσης γνωστός από την Ανατολική Ελλάδα, όπως φανερώνει μία οινοχόη του 6ου αι. π.Χ.684, αλλά και από αντίστοιχα 674 Buschor 1929, σ. 154 εικ. 7. Υδρόβια πτηνά αποδοσμένα με σκιαγραφία αποδίδονται συχνά σε πρώιμα αγγεία της Αρχαϊκής περιόδου από τη Σάμο, βλ. Samos V, σ. 114 αρ. 401, 405 πίν. 74. 675 Ανδρειωμένου 1977, πίν. 44γ. Η Μοσχονησιώτη θεωρεί ότι το αγγείο αυτό έχει καθαρά κυκλαδικά πρότυπα, βλ. Μοσχονησιώτη 2004, σ. 289 σημ. 97. 676 Lentini 1998, σ. 383 εικ. 22. 677 Samos V, σ. 56 αρ. 377 πίν. 66, 67. 678 De Miro 1983, σ. 73 εικ. 21. 679 Βλ. παρακάτω σ. 77. 680 Μοσχονησιώτη 2004, σ. 286 εικ. 15. 681 Βλ. παραπάνω σημ. 647. 682 Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παρακάτω σ. 160. 683 Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα 1988α, σ. 320 εικ. 3-5. 684 Arslan 2001, σ. 167κ.ε. εικ. 3.5. Ο Πασπαλάς συγκρίνει το μοτίβο του ρόδακα με το αντίστοιχο μίας οινοχόης του Ρυθμού Αιγάγρων που χρονολογείται στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Paspalas 1995, σ. 66. Ωστόσο όπως επισημαίνει και ο ίδιος, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στη σύγκριση γιατί πρόκειται για δύο διαφο- ρετικές «σχολές». 65 αγγεία της Αιολίας του τέλους του 6ου αι. π.Χ.685. Δεν αποκλείεται ο πιθαμφορέας που χρησί- μευσε ως αγγείο ενταφιασμού να είναι λίγο παλιότερος από τα κτερίσματα που συνόδευαν το νεκρό και να ανάγεται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Στην ίδια εποχή ανήκει ένας ακόμη αμφορέας από το Πολύχρονο686 που διέπεται από το ίδιο ακριβώς διακοσμητικό πνεύμα (Πίν. 18β). Το κεντρικό μοτίβο του ώμου είναι ένας ρόδακας πλαισιωμένος από μικρές γραμμές που σχηματίζουν γωνία και εκατέρωθεν αυτού υπάρχουν ομό- κεντροι κύκλοι. Ομόκεντροι κύκλοι κοσμούν και τη δεύτερη ζώνη. Η τρίτη φέρει μόνο μία κυμα- τοειδή ταινία. Εντυπωσιακότερος είναι ένας ακόμη αμφορέας από το Πολύχρονο (Πίν. 18α), ο οποίος φέ- ρει στο λαιμό και το σώμα πλούσια φυτικά κοσμήματα. Ο λαιμός, χωρισμένος σε δύο ζώνες, κοσμείται με άνθη λωτού. Στη ζώνη του ώμου υπάρχουν κρεμαστά ανθέμια, πάνω από αυτά άνθη λωτών, κάτω αλυσίδα οριζόντιων άνθεων λωτών και ο χώρος ανάμεσά τους γεμίζεται με πεταλόσχημα μοτίβα. Στην επόμενη ζώνη έχει αποδοθεί κλαδί με φύλλα ελιάς. Μόνο μία κυματοειδή ταινία στο κάτω τμήμα του σώματος θυμίζει την παλιότερη παράδοση. Με τα παραπάνω αγγεία περνάμε στο λεγόμενο «φυτικό» ρυθμό για τον οποίο πρώτη η Βο- κοτοπούλου υποστήριξε ότι έχει επηρεαστεί από τον αντίστοιχο ρυθμό της Αιολίας687. Αγγεία με αντίστοιχη φυτική διακόσμηση έχουν βρεθεί στη Λάρισα της Αιολίας688 αλλά και στην Ηφαιστία της Λήμνου689. Πολύ νωρίτερα όμως φυτική διακόσμηση με άνθη λωτών στις μετόπες που πλαισιώνουν το κεντρικό θέμα, συναντούμε σε μία situla από την Σάμο που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ.690. Πρώιμα δείγματα παρόμοιας κεραμικής προέρχονται και από την Σμύρνη691, τη Μίλητο692, τη Χίο693, τις Κλαζομενές694 αλλά και την περιοχή της Κα- ρίας695. Αν και ο φυτικός ρυθμός είναι εντονότερος στην Αιολία, ωστόσο τα παραπάνω παραδείγ- ματα δείχνουν ότι ο φυτικός ρυθμός των «χαλκιδικιώτικων» εργαστηρίων μπορεί να ενταχθεί μάλλον στο γενικότερο κοινό πνεύμα προτίμησης προς τα φυτικά μοτίβα που διέπει τον ανατολι- κοϊωνικό κόσμο των υστεροαρχαϊκών χρόνων. Το σχήμα παράγεται μάλλον έως τον προχωρημένο 5ο αι. π.Χ., όπως μας δείχνει ένας ταφι- κός αμφορέας από το Πολύχρονο696. Αν και προέρχεται από ταφή που μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια στις αρχές του 4ου αι. π.Χ.697, θεωρήθηκε από την ανασκαφέα ότι είναι πρωιμότερος από αυτήν. Όσον αφορά στο σχήμα, παρατηρούνται μικρές διαφοροποιήσεις από τα προηγούμενα παραδείγματα με φυτική διακόσμηση. Πλησιάζει περισσότερο το αγγείο της Ακάνθου. Όμως ο αμφορέας του Πολύχρονου έχει κάτω από το χείλος και έναν πλαστικό κοίλο δακτύλιο. Ο ώμος έχει μεγαλύτερο ύψος και το σώμα είναι στενότερο. Ο λαιμός κοσμείται για μία ακόμη φορά με οριζόντιες ταινίες. Κάτω από τον ώμο υπάρχει μία πολύ πλατιά ταινία ανάμεσα σε δύο λεπτότερες και στο κάτω τμήμα του σώματος σιγμοειδείς γραμμές. Η κύρια ζώνη στο ύψος των λαβών φέρει φυτική διακόσμηση, η οποία χωρίζεται σε δύο επίπεδα με τη 685 Larisa III, σ. 160 πίν. 55.6 και πίν. 51.12. 686 Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα 1990, σ. 321 εικ. 13. Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 82 πίν. 17.1 και 2 ΜΠ 965 και 967. Βοκοτοπούλου 1993ε, σ. 95 πίν. 14.2. 687 ό.π. 688 Larissa III, σ. 133-135. 689 Αρχοντίδου 2004, σ. 67. 690 Samos V, σ. 71-72 αρ. 591 πίν. 115. 691 Paspalas 1995, σ. 69-70 πίν. 59 3/1-4. 692 Voigtläder 1982, σ. 43, 50 εικ. 12 αρ. 64-74. 693 Lemos 1991, σ. 244 αρ. 270 πίν. 33. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 222. Τμήμα λεκά- νης των πρώτων δεκαετιών του 7ου αι. π.Χ. 694 Güngör 2004, σ. 127 εικ. 13. Ersoy 2004α. Χρονολογούνται στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. 695 Στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ. χρονολογείται μία κύλικα με πόδι και φυτική διακόσμηση, βλ. Lenz 1997, σ. 52-54 αρ 7 εικ. 32-34. 696 Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα 1989α, σ. 397 εικ. 24. 697 Για τα συνευρήματα του αμφορέα, βλ. ό.π. εικ. 25. 66 βοήθεια μίας οριζόντιας ταινίας. Στην πάνω ζώνη έχει αποδοθεί πλοχμός και φύλλα λωτού, στην κάτω κισσόφυλλα. Ιδιαίτερα τα άνθη λωτού είναι αγαπητό μοτίβο και στους σκύφους-κοτύλες της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής698. Το μοτίβο του πλοχμού από φύλλα κισσού συναντάται σε διάφορα εργαστήρια του 5ου αι. π.Χ.699. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι το παλιό μοτίβο των σιγμοειδών γραμμών διατηρείται ακόμη στην κατώτερη ζώνη, αλλά έχει πλέον εκφυλιστεί. Είναι πολύ μεγαλύτερο, τα δύο μέρη του δεν είναι ισομεγέθη και σχηματίζονται σχεδόν δύο κύκλοι. Ένας ακόμη, λιτός, όσον αφορά στη διακόσμηση, πιθαμφορέας με φυτικά μοτίβα είναι γνω- στός από τη Μένδη (Πίν. 18γ). Φέρει, τα γνωστά και από άλλα αγγεία, πεταλόσχημα και σιγμο- ειδή μοτίβα που συμπλέκονται και τους λεγόμενους «μύστακες» (tendrils)700, με τους οποίους ασχολούμαστε παρακάτω. Στα προαναφερθέντα παραδείγματα που χρονολογούνται από τον 7ο έως τον πρώιμο 5ο αι. π.Χ., διαπιστώνεται μία σημαντική διαφοροποίηση στη διαμόρφωση του χείλους. Ορισμένα, όπως π.χ. το αγγείο της Μηκύβερνας, της Ολύνθου, και το 108 της Ακάνθου έχουν σχεδόν κά- θετο κυλινδρικό λαιμό και χείλος που σχηματίζει πλαστικό δακτύλιο με κάθετο εξωτερικό μέ- τωπο. Άλλα αγγεία, όπως τα περισσότερα της Μένδης και του Πολύχρονου, έχουν έντονα διευ- ρυνόμενο λαιμό και έντονα εξωστρεφές λεπτό χείλος. Το σχήμα πιθανότατα έγινε αγαπητό στους Χαλκιδείς κεραμείς, όπως και στους ομότεχνούς τους της Κ. Μακεδονίας, ύστερα από επιρροή των Ευβοέων που εμπορεύονταν αλλά και εργάζονταν στην περιοχή. Το χοντρό χείλος με τον κυλινδρικό λαιμό και το απλό κοίλο χείλος που δεν εξέχει από το λαιμό (Πίν. 17ε) είναι σαφώς επηρεασμένο από τα ευβοϊκά αγγεία701. Βέβαια όταν αργότερα, στον 7ο αι. π.Χ., ήρθαν και οι άποικοι των Κυκλάδων, δημιουργήματα των οποίων πρέπει να θεωρήσουμε τους αμφορείς 107 και 109 της Ακάνθου το σχήμα επηρεάστηκε και από τους πιθαμφορείς των Κυκλάδων και το «γραμμικό νησιώτικο» ρυθμό702. Το λεπτό εξωστρεφές χείλος και ο διευρυνόμενος λαιμός χαρακτηρίζουν κυρίως τα αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας703, όπου όμως δεν λείπουν και παραδείγματα με χοντρό χείλος704. Δ. Ένα ύστερο παράδειγμα αυτού του σχήματος είναι γνωστό και από τα Πυργαδίκια705 (Πίν. 18δ-ζ), δημοσιευμένο από την Ε. Γιούρη706. Είναι εμφανής η διαφορά του σχήματος από το πρώ- ιμο παράδειγμα της Ακάνθου, αν και τα βασικά χαρακτηριστικά είναι όμοια. Η Γιούρη είχε χρο- νολογήσει όλη την ομάδα των Πυργαδικίων στον 4ο αι. Νεότερα ανασκαφικά δεδομένα από τη Δυτική Χαλκιδική οδήγησαν την Ι. Βοκοτοπούλου να εντάξει τα παραδείγματα της ομάδας αυτής στον όψιμο 6ο αι. έως το τελευταίο τέταρτο του 5ου707. Ο συντηρητικός χαρακτήρας όμως της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής και οι συγκρίσεις με αντίστοιχα προϊόντα άλλων εργαστηρίων που έφτασαν και στο χώρο της Χαλκιδικής καθιστούν πιθανότερη, όπως θα δούμε παρακάτω, την πρώτη άποψη708 και μας οδηγούν σε μία χρονολόγηση στον πρώιμο 4ο αι. π.Χ. 698 Βλ. παρακάτω σ. 243. 699 Για το αττικό εργαστήρι, βλ. Agora XII, σ. 214 πίν. 16. Για το κορινθιακό, βλ. Corinth XVIII, σ. 188 αρ. 1001. 700 Moschonisioti 1998, σ. 260 εικ. 9. Θεωρείται το παλιότερο αγγείο αυτού του τύπου με φυτικά μοτίβα. Βοκοτοπούλου 1993ε, σ. 95 πίν. 14.1. 701 Boardman 1952, σ. 14 εικ. 16. 702 Bucholz 1968, σ. 66 εικ. 4g. Pfuhl 1903, σ. 98-100 πίν. ΙΙ-ΙΙΙ. 703 Για αντίστοιχα παραδείγματα, βλ. Larisa III, πίν. 15.4. Αkurgal 1962, πίν. 103a,b. 704 Cook 1952, σ. 127. 705 Η θέση ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Πιλωρός, βλ. Βοκοτοπούλου 1986α, σ. 111-131. Ζάγκλης 1956, σ. 81. 706 Μία ομάδα «χαλκιδικιώτικων» αγγείων βρέθηκε στο σημερινό χωρίο Πυργαδίκια και η Γιούρη τα ενέ- ταξε στη λεγόμενη «ομάδα Πυργαδίκια». Γιούρη 1972, σ. 11 κ.ε. και 1967, σ. 403-404. Πέτσας 1969, σ. 310-311. 707 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 85. 708 Από ευρήματα διάφορων περιοχών είναι εμφανές ότι η λεγόμενη «κυματοειδής» κεραμική εξακολουθεί να παράγεται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., βλ. Κουρουνιώτης 1916, σ. 205 εικ. 24. Από τη Θήρα είναι γνω- 67 Ο λαιμός του πιθαμφορέα από τα Πυργαδίκια είναι ευρύτερος και ψηλότερος. Μάλιστα η εντύπωση αυτή είναι πιο έντονη σε σχέση με τη νέα μορφή του σώματος, το οποίο είναι κωνικό με πλατύ τονισμένο ώμο. Οι λαβές έχουν τοποθετηθεί στο σημείο ένωσης λαιμού-ώμου. Το πιο εντυπωσιακό όμως στοιχείο του σχήματος είναι η οξυπύθμενη βάση. Η δομή της διακόσμησης παραμένει η ίδια. Με τη βοήθεια οριζόντιων ταινιών χωρίζεται σε ζώνες, οι οποίες κοσμούνται με πληθωρικό τρόπο. Εύκολα διακρίνεται η κύρια και δευτερεύουσα πλευρά του αγγείου. Στο λαιμό έχουμε φυτικό κόσμημα. Στον ώμο της κύριας πλευράς κυριαρχούν δύο γυναικείες κεφα- λές με σάκκο που αποδίδονται με περίγραμμα. Ο υπόλοιπος χώρος της μετόπης γεμίζει με που- λιά, αποδοσμένα επίσης με την τεχνική του περιγράμματος, και αγκυλωτούς σταυρούς. Χαμηλό- τερα στο σώμα υπάρχει μία ζώνη με φολιδωτό κόσμημα και στο κάτω άκρο του γραμμές σε σχήμα «Λ». Στη δευτερεύουσα όψη η διακόσμηση είναι πιο λιτή. Στον ώμο υπάρχουν ανθέμια και στο σώμα φυτικά μοτίβα στην πρώτη ζώνη και μικρές σιγμοειδείς γραμμές που εισχωρούν η μία στην άλλη στη δεύτερη ζώνη. Τέλος στο κάτω άκρο του σώματος και στις δύο όψεις επιβιώ- νει ακόμη η κυματοειδής ταινία. Η Γιούρη είχε επισημάνει παλιότερα σωστά τη στενή σχέση των μοτίβων που φέρουν τα αγ- γεία της Ομάδας Πυργαδίκια με τα βοιωτικά, ευβοϊκά και ροδιακά αγγεία του 4ου αι. π.Χ.709 Μάλιστα μελανόμορφα ευβοϊκά αγγεία με φυτικά μοτίβα είχαν φθάσει και στο χώρο της Χαλκι- δικής, όπως φανερώνουν ευρήματα της Ολύνθου710 αλλά και μία πυξίδα της Συλλογής Λαμπροπούλου που εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου711. Ένα βοιωτικό αγγείο του 4ου αι. π.Χ. είναι γνωστό από τη Σίνδο712. Όπως θα δούμε παρακάτω, τα περισσότερα μοτίβα που συνα- ντούμε στα αγγεία αυτής της ομάδας, συναντούνται και στα βοιωτικά και ευβοϊκά αγγεία. Πολλά είναι τα κοινά στοιχεία και με τα σύγχρονα ροδιακά αγγεία713. Καθώς στο χώρο της Χαλκιδικής η φυτική διακόσμηση διήρκεσε πολύ περισσότερο από ότι στα αρχικά κέντρα δημιουργίας της, όταν εμφανίσθηκαν τα ευβοϊκά και ροδίτικα προϊόντα βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε έναν χώρο, όπου επικρατούσαν όμοιες προτιμήσεις για περισσότερο από έναν αιώνα και πολλά στοιχεία υιο- θετήθηκαν αμέσως και συνδυάστηκαν με την παλιότερη παράδοση που διακατεχόταν από το ίδιο πνεύμα. Η Γιούρη είχε θεωρήσει ότι ο τρόπος που αποδίδονται τα κεφάλια των γυναικείων μορφών σχετίζεται με τα Κατωιταλιωτικά ερυθρόμορφα αγγεία714. Αν όμως δεχθούμε τη χρονολόγηση που προτείνει η Βοκοτοπούλου, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τα πρότυπα αυτών των μορφών. Η Βοκοτοπούλου θεώρησε ότι τα κεφάλια είναι κοντύτερα στις μορφές των λευκών λη- κύθων του δευτέρου τετάρτου του 5ου αι. π.Χ. και σε μία μορφή μίας όψιμης κλαζομενιακής σαρκοφάγου715. στή μία υδρία με κυματοειδή ταινία που εντάσσεται με ασφάλεια στον 4ο αι. π.Χ. Βλ. Ζαφειρόπουλος 1965, σ. 185 πίν. 228α,β. 709 Γιούρη 1972, σ. 11κ.ε. Ο μελανόμορφος φυτικός ρυθμός άρχισε να αναπτύσσεται στη Βοιωτία από τον 5ο αι. π.Χ. Βλ. Ure 1939-45, σ. 24 κ.ε. Ανδρειωμένου 1994, σ. 234. Απεικονίζονται αρκετά αντιπροσωπευ- τικά παραδείγματα, όπως πήλινος στρόβιλος με λευκό επίχρισμα και ανθέμια (εικ. 103), τριποδική πυξίδα (εικ. 104), λεκάνη με γυναικεία μορφή με σκιαγραφία στο tondo (εικ. 105-106). Στις αρχές του 4ου αι. ο μελανόμορφος φυτικός ρυθμός μεταφυτεύθηκε στην Εύβοια όπου δημιουργήθηκαν σημαντικά εργαστήρια στην Ερέτρια και τη Χαλκίδα. Βλ, Ure 1965, σ. 22-26. Eretria VI, σ. 63 κ.ε. Σαλλιώρα – Οικονομάκου 1999, σ. 222 εικ. 3 (λεκανίδα). Για βοιωτικά αγγεία, βλ. επίσης, CVA Karlsruhe 1, πίν. 36.5-6 και Heidel- berg 1, πίν. 28. 710 Olynthus XIII, σ. 56 πίν. 13. 9 και 10. 711 Αρ. Λ572 Μουσείο Πολυγύρου. 712 Τιβέριος 1993γ, εικ. 9. 713 Γιαννικουρή – Πατσιαδά – Φιλήμονος 1990, σ. 172-184. 714 Γιούρη 1972, σ. 13. 715 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 84. 68 Οι κεραμείς της Χαλκιδικής χρησιμοποιούσαν την τεχνική του περιγράμματος από νωρίς, επηρεασμένοι από τους ομοτέχνους τους στην Ανατολική Ελλάδα716, όπως μας αποδεικνύει το παράδειγμα του πιθαμφορέα από τη Μένδη, που προαναφέρθηκε, με κυνήγι λαγού. Πιθανότατα είχαν αποδώσει με την ίδια μέθοδο και ανθρώπινες μορφές. Θεωρούμε λοιπόν ότι στο συντηρη- τικό χαλκιδικιώτικο εργαστήρι η τεχνική αυτή διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν έφθασαν τα βοιωτικά και ευβοϊκά προϊόντα στο βορειολλαδικό χώρο, έδωσαν έναν ακόμη λόγο να συνεχισθεί η παλιότερη παράδοση. Αρκεί να συγκρίνουμε τις μορφές με αντίστοιχες των αγγείων του ρυθμού Φικελλούρων717, των αιολικών718, των μιλησιακών719, κάποιων που αποδίδονται στο φωκικό εργαστήρι720 και άλλων721 με τις μορφές των αγγείων από τα Πυργαδί- κια για να διαπιστώσουμε τη στένη σχέση ανάμεσά τους. Στα βοιωτικά και ευβοϊκά αγγεία του 4ου αι. π.Χ., όπου επικρατούν τα φυτικά μοτίβα, όπως και στα χαλκιδικιώτικα, αποδίδονται κε- φαλές μορφών, κυρίως γυναικείες, ορισμένες φορές με την τεχνική της σκιαγραφίας αλλά και σε πολλές περιπτώσεις αποδίδονται γυναικείες κεφαλές σε κατατομή με τα μαλλιά σε σάκκο722 που κοσμείται όπως και στα χαλκιδικιώτικα αγγεία με στιγμές και τρέχουσα σπείρα. Τα τοπικά λοι- πόν εργαστήρια εξακολούθησαν να αποδίδουν το θέμα με αφορμή τα βοιωτικά αγγεία του φυτι- κού ρυθμού. Τόσο το θέμα όμως όσο και ο τρόπος απόδοσής του ήταν γνωστό στα τοπικά εργα- στήρια από τα ερυθρόμορφα αγγεία του 4ου αι. π.Χ., κάποια από τα οποία αποδίδονται σε το- πικά εργαστήρια της Χαλκιδικής723. Το φολιδωτό κόσμημα ήταν επίσης ιδιαίτερα αγαπητό στον ανατολικοελληνικό κόσμο. Είναι συνηθισμένο τόσο στο μιλησιακό μάλλον εργαστήριο του ρυθμού Φικελλούρων724 όσο και στο Κλαζομενιακό725. Άλλωστε το πρόσφατο αναπάντεχο παράδειγμα κλαζομενιακού αμφορέα από την Άκανθο726 και τα αποσπασματικά θραύσματα από τη Θάσο727 αποδεικνύουν ότι τα αγγεία αυτά ήταν γνωστά στους ντόπιους τεχνίτες. Αν και δεν το συναντούμε σε αρχαϊκά παραδείγματα της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής, επειδή ελάχιστα παραδείγματα έχουν δημοσιευθεί, μπορούμε ίσως να υποθέσουμε ότι πρόκειται για ένα μοτίβο που το πρωτοαντέγραψαν στους αρ- χαϊκούς χρόνους και επιβίωσε ως τον 5ο αι., οπότε και συνέχισε να χρησιμοποιείται και στον 4ο αι., όταν επανεφθανίσθηκε και σε αγγεία άλλων εργαστηρίων, όπως στις αρυβαλλοειδείς ληκύ- θους της Ομάδας Bulas728. Τα μικρά σιγμοειδή μοτίβα που εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο, αποτελούν ένα παλιό μο- τίβο που εμφανίζεται ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή729. Στη συνέχεια εμφανίζονται στα αγγεία διαφόρων εργαστηρίων, όπως π.χ. σε έναν κορινθιακό σκύφο που χρονολογείται στα μέσα του 716 Ο πιθαμφορέας από τη Μένδη με παράσταση κυνηγιού λαγού από σκύλο, στον οποίο ήδη αναφερθή- καμε (βλ. σ. 65) μας φανερώνει ότι η τεχνική του περιγράμματος χρησιμοποιείται από τους κεραμείς της Χαλκιδικής ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια. 717 Von Graeve 1986, σ. 48 πίν. 15.3. Schauss 1986, σ. 251-295. 718 Cook 1952, σ. 127. Akurgal 1962, σ. 378 πίν. 103.32. Boardman 2001, σ. 209 εικ. 356. Della Seta 1937, σ. 644. Pottier – Reinach 1888. Rayet 1884, σ. 509-514. 719 Von Graeve 1986, πίν. 15.3. 720 Samos V, σ. 127 αρ. 624-625 πίν. 129. 721 Για σχετικά παραδείγματα από τα περισσότερα εργαστηρία, βλ. Langlotz 1975, πίν. 63. 722 Ure 1953, σ. 245-249 πίν. 66-72. Της ίδιας, 1960, σ. 217 πίν. 57.6. Εξ άλλου το ερυθρόμορφο πώμα από την ανασκαφή της Αγχιάλου, έργο μάλλον βοιωτικού εργαστηρίου του α’ μισού του 4ου αι. π.Χ. αποδει- κνύει ότι βοιωτικά ερυθρόμορφα αγγεία έχουν φθάσει στο βορειοελλαδικό χώρο. Βλ. Τιβέριος 1993, υποσ. 23 εικ. 9. 723 Mc Phee 1981, σ. 298-308 πίν. 49-53. 724 Cook 1933-1934, σ. 1-98. CVA Robinson Collection 1, πίν. 16, αρ. 7. CVA British Museum 8, πίν. 568- 581. Sieveking - Hackl 1912, πίν. 16 αρ. 446. 725 Cook 1952, σ. 123 κ.ε. CVA British Museum VIII. Boardman 2001, σ. 204 εικ. 344. 726 Τρακοσοπούλου 2004α, σ. 158 εικ. 7. 727 Ghali-Kahil 1960, σ. 16 πίν. XVI. 728 Γιούρη 1972, σ. 13. Beazley 1940-45, πίν. 4, 15a-b. 729 Μαστροκώστας 1965, πίν. 163β. Σκύφος της ΥΕΙΙΙC περιόδου. 69 7ου αι. π.Χ.730 αλλά και σε πρωτοαττικά αγγεία731. Στους αρχαϊκούς χρόνους εμφανίζεται συχνά σε σκύφους του αιολικού εργαστηρίου732. Ίσως λοιπόν στους πρώιμους πιθαμφορείς από τη Χαλκιδική να αποτελούν δάνειο από τον ανατολικοϊωνικό χώρο. Στον 4ο αι. όμως εμφανίζονται και στα ευβοϊκά μελανόμορφα αγγεία733 με αφορμή μάλλον τα οποία διατηρούνται και στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Τα μικρά τρισκελή σίγμα που τα άκρα τους εφάπτονται στις ταινίες που ορίζουν την πάνω και κάτω ζώνη, αν και όπως είδαμε είναι ένα παλιό μοτίβο, συναντούνται και σε αγγεία του ευ- βοϊκού φυτικού ρυθμού734. Οι αγκυλωτοί σταυροί που χρησιμοποιούνται συνήθως για να καλυφθεί ο χώρος ανάμεσα στις βασικές μορφές, αν και είναι παλιό μοτίβο, εμφανίζονται επίσης στα αγγεία του ευβοϊκού εργαστηρίου735. Τέλος το φυτικό κόσμημα στο λαιμό είτε ανοικτόχρωμο σε σκοτεινό βάθος είτε το αντίθετο γνωρίζει μεγάλη δημοτικότητα. Εμφανίζεται συχνά σε αρχαϊκά αιολικά αγγεία του «φυτικού» ρυθμού736 αλλά και σε αγγεία του 5ου737 και του 4ου αι. π.Χ.738 διαφόρων εργαστη- ρίων. Τα αγγεία με φυτική διακόσμηση παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία με αγγεία της αιολικής Λάρισας, όπως ήδη έχει υποστηρίξει η Ι. Βοκοτοπούλου739. Εξ άλλου και το σχήμα των κρατή- ρων με πόδι από την Τορώνη, με τους οποίους θα ασχοληθούμε παρακάτω, είναι κοινό στην Αιο- λία740. Τα κοινά αυτά στοιχεία σε συνδυασμό με την άποψη ότι μετά την κατάληψη της Λήμνου από το Μιλτιάδη το 513 π.Χ., Λήμνιοι εγκαταστάθηκαν στη Σιθωνία, οδήγησαν τη Βοκοτοπού- λου στην άποψη ότι αναπτύχθηκε στη Σιθωνία, όπου βρίσκονται τα Πυργαδίκια, ο «φυτικός ρυθ- μός» συνδυασμένος με την παλιότερη γεωμετρική παράδοση που επικρατούσε στην περιοχή741. Ο «φυτικός ρυθμός» άκμασε στην Αιολία κατά το χρονικό διάστημα 520-450 π.Χ. Φυτικά μοτίβα συναντούμε και σε άλλες περιοχές εκτός της Αιολίας, όπως στη Σάμο742, Μίλητο743 και Σμύρνη744, με τις οποίες η Χαλκιδική ήταν από πολύ νωρίς σε επαφή και άρα δεν είναι απαραί- τητο η προτίμηση για τα φυτικά μοτίβα να αποδοθεί ολοκληρωτικά σε επίδραση της αιολικής κεραμικής αλλά στη γενικότερη τάση που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στο χώρο του ΒΑ Αι- γαίου. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι αμφορείς αυτού του τύπου παράγονται από τον 7ο αι. έως και τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Αρχικά η διακόσμηση αποτελούνταν από καθαρά γεωμετρικά μο- τίβα ως το δεύτερο μισό του 6ου αι. Στις αρχές του 5ου τα «χαλκιδικιώτικα» εργαστήρια κατα- φέρνουν να ξεφύγουν από τα πρότυπα της παράδοσης του βορειοελλαδικού χώρου και ενσωμα- τώνουν στοιχεία από άλλα εργαστήρια. Την εποχή αυτή υπάρχει είτε συνδυασμός φυτικών θεμά- των και γεωμετρικών με τα δεύτερα σε δευτερεύουσα θέση είτε αμιγώς φυτικά μοτίβα, όπως και στα μεταγενέστερα παραδείγματα. Στον 4ο αι. π.Χ. ο βοιωτικός και ευβοϊκός μελανόμορφος φυ- 730 Young 1939, σ. 149 εικ. 104. 731 CVA Berlin 1, πίν. 13. 732 Larisa III, πίν. 49.20. Το μοτίβο συναντάται και σε ένα θραύσμα τοπικού αγγείου από τη Σίνδο, βλ. Τιβέριος 1991α, σ. 241 εικ. 6. 733 Ure 1960, πίν. 57,2 και 4. 734 Ure 1960, πίν. 55.4 (οινοχόη). 735 Ure 1960, πίν. 55.1. 736 ό.π. πίν. 49.3, 62.7. 737 Anderson 1954, σ. 154 αρ. 257-265 πίν. 12d. Θεωρείται ότι προέρχονται από κάποιο εργαστήρι στη δυτική ακτή της Μ. Ασίας. 738 Για το αττικό εργαστήρι, βλ. Agora XXIX, αρ. 277-282. 739 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 85. Για αιολικά αγγεία, βλ. Larisa III, πίν. 49-56. 740 Για αιολικές στάμνους, βλ. Della Seta 1937, σ. 654 πίν. 1. Di Vita 1977, σ. 346 πίν. 6. 741 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 86. 742 Samos V, σ. 71-72 πίν. 115. 743 Müller-Wiener κ.α 1988, σ. 269 πίν. 32.1. 744 Paspalas 1995, σ. 69-70 πίν. 59 αρ. 3/1-4. 70 τικός ρυθμός, ο αντίστοιχος ροδιακός745 αλλά και ο ύστερος ερυθρόμορφος ρυθμός επιδρούν στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική και δίνουν εντυπωσιακά αγγεία, όχι μόνο τον αμφορέα από τα Πυρ- γαδίκια αλλά και αγγεία άλλων σχημάτων. Β2. Υδρίες Το «χαλκιδικιώτικο» εργαστήρι από τα έως τώρα δημοσιευμένα παραδείγματα δεν έδινε την εντύπωση ότι είχε μεγάλη παράδοση στην κατασκευή υδριών. Νέα ευρήματα από το νεκροταφείο της Ακάνθου άλλαξαν τα δεδομένα. Σε κάποιες σωστικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν από το 1993 και εξής και ιδιαίτερα κατά τις ανασκαφικές περιόδους 1999-2000 και 2004 ήρθε στο φως σημαντικός αριθμός υδριών, που άλλαξαν την προγενέστερη εικόνα. Οι συγκεκριμένες υδρίες είχαν χρησιμοποιηθεί ως ταφικά αγγεία, συνήθως ακτέριστων ταφών. Αν εξαιρέσουμε την Άκανθο υδρίες με παρόμοια διακόσμηση από το βορειοελλαδικό χώρο δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο εύρημα746 με βάση τα ως σήμερα γνωστά δεδομένα. Αρκετά θραύσματα έχουν βρεθεί στο Καραμπουρνάκι747. Ένα ακέραιο παράδειγμα και κάποια αποσπασματικά είναι γνωστά από τον αρχαίο Φάγρητα748 και μία από τα Άβδηρα η οποία χαρακτηρίζεται ως ιωνική και χρονολογείται στον ύστερο 6ο αι. π.Χ.749. Όπως και στους πιθαμφορείς, η διακόσμηση αποδίδεται με ερυθρό ή καφέ χρώμα πάνω σε υπόλευκο επίχρισμα και είναι δομημένη σε οριζόντιες ζώνες που ορίζονται από ταινίες. Με χρώμα καλύπτεται το χείλος, το σημείο ένωσης λαιμού – ώμου και η εξωτερική όψη της βάσης. Τα συνηθέστερα μοτίβα είναι οι κυματοειδείς ταινίες που άλλοτε κοσμούν το λαιμό και άλλοτε τη ζώνη των λαβών και οι μεγάλες σιγμοειδείς γραμμές που εμφανίζονται συνήθως στον ώμο ή χαμηλά στο σώμα. Ορισμένες φέρουν απλά γεωμετρικά μοτίβα, ενώ άλλες φέρουν και φυτική διακόσμηση. Η κάθετη λαβή είτε φέρει στο μέσο κάθετη ταινία είτε δύο ταινίες σε χιαστί. Οι οριζόντιες λαβές άλλοτε καλύπτονται με χρώμα, ενώ άλλοτε η κυματοειδής ταινία συνεχίζεται και πάνω σ’ αυτές. Υδρίες με παρόμοια διακόσμηση από το χώρο της Ανατολικής και νησιωτικής Ελλάδας είναι γνωστές ήδη από την Πρωτογεωμετρική750 ως την Ύστερη Γεωμετρική Περίοδο751. Στα παραδείγματα από το Ηραίο της Σάμου752, από όπου φαίνεται ότι κατάγεται τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση των ακάνθιων αγγείων, είναι σαφής η εξέλιξη του σχήματος. Τα πρώιμα αγ- γεία είναι πολύ κοντά στα γεωμετρικά πρότυπα. Ο λαιμός είναι χαμηλός, και το χείλος σε σχήμα σπείρας. Οι κυματοειδείς ταινίες, που συναντούμε στα μεταγενέστερα παραδείγματα, έχουν γω- 745 Clara Rhodos VIII, σ. 22-24 εικ. 7 πίν. Ι. Γιαννίκουρη - Πατσιάδα – Φιλήμονος 1990, σ. 181 κ.ε. Ευρή- ματα των ροδιακών εργατστηρίων του 4ου αι. π.Χ. δεν είναι γνωστά από τη βιβλιογραφία στο μακεδονικό χώρο. Σίγουρα όμως υπάρχουν εμπορικές σχέσεις με τη Ρόδο αυτήν την εποχή, όπως μας δείχνει η άβαφη ντόπια πυξίδα με ψηλές λαβές, μαστοειδείς αποφύσεις και ψηλό πόδι με πλαστικό δακτυλίδι από τη Συλ- λογή Λαμπροπούλου, αρ. Λ 652, που δεν εκτίθεται αλλά είχα την τύχη να γνωρίζω την ύπαρξή της. Αυτή αποτελεί πιστή αντιγραφή των ροδιακών πυξίδων με γραπτή διακόσμηση του 4ου αι. π.Χ. 746 Από τη Χαλκιδική και συγκεκριμένα τη Μένδη έγινε πρόσφατα ένα ακόμη παράδειγμα γνωστό, βλ. Μοσχονησιώτη 2004, σ. 285 εικ. 11. 747 Βλ. παρακάτω σ. 192. Αρκετά θραύσματα όμως έχουν βρεθεί και στην πανεπιστημιακή ανασκαφή, όπως με πληροφόρησε ο καθ. Τιβέριος. 748 Νικολαΐδου – Πατέρα 1987, εικ. 3 και 7. 749 Ρωμιοπούλου 1964, σ. 377 πίν. 441α. 750 Hartley 1930-1931, σ. 69 πίν. 13 (παράδειγμα από την Επισκοπή) και σ. 64 αρ. 16 εικ. 9 (παράδειγμα από τη Φορτέτσα). Για παράδειγμα τα από τη Σκύρο, βλ. Βλαβιάνου – Τσαλίκη 1997, σ. 120,121 αρ. 654, 733 πίν. 33, 34. 751 Von Graeve 1986, σ. 47 εικ. 13.1. Gruben 1957, πίν. 55.1. Το σχήμα των πρώιμων υδριών βρίσκεται πολύ κοντά στο σχήμα των αμφορέων με οριζόντιες λαβές της Πρωτογεωμετρικής περιόδου, βλ. Boardman 1960α, σ. 142 αρ. VIII.15 πίν. 33. Πρέπει να σημειωθεί ότι υδρίες με κυματοειδή και ταινιωτή διακό- σμηση κατασκευάζονταν στο βορειοελλαδικό χώρο ήδη από τον 11ο – 10ο αι. π.Χ., όπως αποδεικνύει το ακέραιο παράδειγμα από την Τούμπα Θεσσαλονίκης, βλ. Ανδρέου – Κωτσάκης 1996, σ. 371-372 σχ. 3. 752 Isler 1978, σ. 82. 71 νιώδες σχήμα και θα τις χαρακτηρίζαμε περισσότερο τεθλασμένες παρά κυματοειδείς753. Τα αγ- γεία του 7ου αι. έχουν και πάλι χαμηλό λαιμό, έντονα κυρτό ώμο, ωοειδές σώμα και δακτυλιό- σχημη βάση754. Τα αντίστοιχα του 6ου αι. έχουν ψηλό λαιμό, σχεδόν σφαιρικό σώμα και επίπεδη βάση. Εκτός από τη Σάμο που φαίνεται να είναι ο κύριος χώρος παραγωγής υδριών με παρόμοια διακόσμηση αντίστοιχα παραδείγματα είναι γνωστά από τη Χίο755, τη Ρόδο756, την Κρήτη757, τη Μίλητο758, τη Σμύρνη759. Αποσπασματικά παραδείγματα είναι γνωστά και από την Ξάνθο της Λυκίας, όπου διαφέρει κυρίως η διακόσμηση, γιατί στο λαιμό φέρουν πολλές κυματοειδείς ται- νίες αντί για μία760. Δεν λείπουν παραδείγματα από την Κύπρο761 και την Κυρήνη762. Ανατολικής προελεύσεως παραδείγματα συναντούμε και στην αθηναϊκή Αγορά763. Υδρίες με ταινιωτή και κυματοειδή διακόσμηση κατασκευάζονταν όχι μόνο στην Ανατολή αλλά και στη Δύση764. Υπάρ- χουν πολύ σημαντικά γνωστά παραδείγματα και από τη Ζάγκλη765 και το Μεταπόντιο766 . Πλού- σια παραγωγή ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αι. π.Χ ως τις πρώτες δεκαετίες του 6ου είχαν τα τοπικά εργαστήρια στη Νάξο της Σικελίας767. Δυστυχώς τα παραδείγματα από το νεκροταφείο της Ακάνθου δεν έχουν συνευρήματα που να βοηθούν στη χρονολόγησή τους για την οποία καταφεύγουμε τελικά σε συγκρίσεις με τα αγ- γεία άλλων εργαστηρίων. Με βάση το σχήμα, παλιότερη θεωρείται η 110 (Πίν. 19α-β) η οποία έχει μοναδικό σχήμα, διαφορετικό από των υπολοίπων. Το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό και θα λέγαμε ότι έχει σχήμα εχίνου. Το σώμα είναι σχεδόν σφαιρικό και τα τοιχώματά του έντονα κυρτά. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Οι οριζόντιες λαβές έχουν προσαρμοσθεί χαμηλά στο σώμα, έχουν μικρό άνοιγμα και εξέχουν ελάχιστα από αυτό. Το σχήμα το συναντούμε σε πρώιμα παραδείγματα των ύστερων γεωμετρικών χρόνων768. Δύο παρόμοια αποσπασματικά παράδειγματα από τη Νάξο της Σικελίας που διατηρούν μόνο τμήμα του χείλους και του λαιμού χρονολογούνται στα τέλη 8ου – αρχές 753 Walter 1957, σ. 41 εικ. 3. 754 Gruben 1957, πίν. 55.2. Κοσμείται με μύστακες (tendrils) στη ζώνη των λαβών. 755 Emporio, σ. 140 αρ. 508 εικ. 88. 756 Clara Rhodos III, σ. 80 πίν. 3. Clara Rhodos VI-VII, σ. 202-203 εικ. 242. Maiuri 1921, σ. 258 εικ. 111. Οι υδρίες της Ρόδου φέρουν διακόσμηση με μύστακες (tendrils). Το μοτίβο αυτό δεν συναντάται στα πα- ραδείγματα της Ακάνθου και του βόρειου χώρου γενικότερα. 757 Betancourt – Mαρινάτος κ.α. 2000, σ. 212 εικ. 16 αρ. 98. Sackett 1992, πίν. 75.7. Θεωρείται ότι κέντρο παραγωγής τους ήταν η Κνωσός και ότι ήταν η προβαθμίδα των μεταγενέστερων υδριών τύπου Hadra που προέρχονται από το βόρειο τμήμα της Κρήτης. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις υδρίες Hadra συναντούμε πολλά κοινά μοτίβα με τις πρωιμότερες υδρίες. Χαρακτηριστικά είναι για παράδειγμα τα δύο σπειροειδή μοτίβα που εμφανίζονται εκατέρωθεν της κάθετης λαβής και τα συναντούμε και στις πρώιμες υδρίες, βλ. Εγγλέζου 1997, σ. 65 εικ. 3 και σ. 69 εικ. 6. Για πρώιμο παράδειγμα, βλ. παρακάτω αρ. 125 σ. 76. 758 Voigtländer 1982, σ. 121 αρ. 61, 62, 63 εικ. 11 πίν. 18.1. 759 Cook 1958-9, πίν. 4C. 760 Xanthos IV, αρ. 60-62 και 66 πίν. 15, αρ. 65 πίν. 16. 761 CVA London 8 II, σ. 39 αρ. 4 πίν. 1.4. 762 Schaus 1985, σ.52 αρ. 279-280 πίν. 16. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του χείλους. Χρονολογούνται στο β’ μισό του 6ου αι. π. Χ. 763 Agora XII,σ. 200 αρ. 1581 πίν. 70. 764 Στην περιοχή της Σίριδος βρέθηκαν υδρίες με ταινιωτή και φυτική διακόσμηση. Ξεχωρίζει μία υδρία με κυματοειδή ταινία στο ύψος των οριζόντιων λαβών και με ημικύκλια στον ώμο, βλ. Maruggi 1996, σ. 250 και 256. Pelagatti 1982, σ. 141-164 πίν. 47-57. Για παραδείγματα από την Ιμέρα, βλ. Di Stefano 1976, πίν. 121.8, από τη Μεσσήνη, βλ. Basci – Spigo 1978, σ.103 πίν. ΧΙΧ.2., από τη Λικόντια της Εύβοιας, βλ. Orsi 1898, σ. 313-314 εικ. 17 και 18 και από τις Μύλαι, βλ. Mylai. 765 Bacci 1998, σ. 390 εικ. 3c. 766 Orlandini 1979, σ. 317 κ.ε. εικ. 1. 767 Lentini 1992. 768 Von Graeve 1986, σ. 47 εικ. 13.1. Gruben 1957, πίν. 55.1. 72 7ου αι. π.Χ.769. Η 110 διαφέρει από τις υπόλοιπες όχι μόνο ως προς το σχήμα αλλά και στη διακόσμηση. Είναι το μοναδικό παράδειγμα που φέρει εξωτερικά παχύ λευκό επίχρισμα770. Η σύσταση και η ποιότητα του επιχρίσματος των υπολοίπων είναι φανερά διαφορετική. Είναι υπό- λευκο, σχεδόν κιτρινωπό και ιδιαίτερα εύθρυπτο. Φέρει διακόσμηση από τέσσερις οριζόντιες ταινίες ερυθρού χρώματος. Αποτελεί το μοναδικό γνωστό παράδειγμα που ο ώμος κάτω από την κάθετη λαβή φέρει επίσης χρώμα. Εκατέρωθεν της λαβής σχηματίζονται δύο τοξωτές, σχεδόν ημικυκλικές ταινίες, σαν γιρλάντες. Παρόμοια διακόσμηση συναντούμε σε αγγεία της σικελικής Νάξου, τόσο σε υδρίες όσο και σε οπισθότμητες πρόχους αλλά στον ώμο771. Τα σικελικά αγγεία χρονολογούνται γύρω στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Με βάση όσα αναφέραμε, θα τολμούσαμε να χρονολογήσουμε το ακάνθιο παράδειγμα στο α’ μισό του 7ου αι. π.Χ. Ακόμη και η διαφορετική τεχνογνωσία που διακρίνει την 110 από τα υπόλοιπα παραδείγματα δικαιολογεί τη χρονολόγηση αυτή γιατί μπορεί να θεωρηθεί προϊόν των πρώτων αποίκων. Πρέπει να σημειωθεί ότι το μοτίβο των συνεχόμενων τόξων εμφανίζεται ήδη στην αμαυρόχρωμη κεραμική του βορειοελλαδικού χώρου του τέλους του 8ου αι. π.Χ.772. Τα υπόλοιπα παραδείγματα μπορούμε να τα διακρίνουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α. Στην πρώτη ανήκουν τα παραδείγματα με το ψηλό, ωοειδές σώμα και την επίπεδη βάση η οποία εξω- τερικά σε άλλα σημεία είναι αδιαμόρφωτη και σε άλλα σχηματίζει έναν χαμηλό, υποτυπώδη δί- σκο. Οι οριζόντιες λαβές έχουν προσαρμοστεί ψηλά στο σώμα. Στο μοναδικό παράδειγμα που σώζεται το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό και το εξωτερικό του μέτωπο κυρτό β. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν οι υδρίες με χαμηλότερο σώμα, δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη βάση και λαβές προσαρμοσμένες χαμηλότερα στο σώμα. Σ’ αυτές το χείλος εξέχει έντονα, συνήθως είναι κρεμά- μενο σε σχήμα σπείρας ή λοξότμητο. Στην α’ ομάδα εντάσσονται δύο παραδείγματα: 111 (Πίν. 19γ-ε) και 112 (Πίν. 19στ, 20α-γ). Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός ότι και τα δύο αυτά παραδείγματα παρουσιάζουν ατέλειες όχι μόνο στο σχήμα αλλά και στη διακόσμηση. Μάλιστα η 112 έφερε μόνο μία οριζόντια λαβή. Το κέντρο της κύριας διακοσμητικής ζώνης και στα δύο παραδείγματα έχει τοποθετηθεί έκκε- ντρα προς τα δεξιά. Το σχήμα του σώματος μπορεί να συγκριθεί με παραδείγματα από τη σικε- λική Νάξο του δευτέρου μισού του 7ου αι. π.Χ.773. Η 111 φέρει κυματοειδή ταινία στο λαιμό και δύο μεγάλες σιγμοειδείς γραμμές στον ώμο ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μία όρθια κυματοειδής. Η 112 φέρει στον ώμο τις γνωστές σιγμοειδείς γραμμές και στη ζώνη των οριζόντιων λαβών ένα μοναδικό διακοσμητικό θέμα που δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί αντίστοιχο του. Την πρόσθια όψη, λίγο έκκεντρα, κοσμούν δύο κύκλοι σε μικρή απόσταση μεταξύ τους και ανάμεσά τους ένα «Λ». Από τους κύκλους ξεκινούν δύο κυματοειδείς ταινίες που συνεχίζουν και στην εξωτερική όψη της οριζόντιας λαβής και στο πίσω μέρος συμπλέκονται σχηματίζοντας θα λέγαμε ένα ανά- στροφο «ηράκλειο κόμπο». Στο σώμα φέρει μάλιστα ένα σχεδόν δισκόμορφο κάψιμο και παρα- μορφωμένο σημείο που ίσως οφείλεται σε υποστήριγμα του κλιβάνου. Στο σημείο αυτό αναφερόμαστε και στην αποσπασματικά σωζόμενη υδρία 113 (Πίν 20δ), χωρίς να μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα σε ποιον τύπο ανήκει. Σε ένα από τα σωζόμενα θραύσματά της διατηρούνται δύο όρθιες κυματοειδείς ταινίες και σε ένα άλλο υπάρχουν δύο σε χιαστί. Το τελευταίο μάλλον κοσμούσε την πίσω όψη του λαιμού, όπου συνηθίζονταν να τοποθε- τούνται παρόμοια εμπορικά σημάδια774. Το ίδιο εμπορικό σημάδι συναντάται και σε έναν αμφο- ρέα από την Άσσο775, σε ευβοϊκά αγγεία ήδη από τη Μέση Πρωτογεωμετρική περίοδο776 αλλά 769 Lentini 1992, σ. 13-14 αρ. 3,4 εικ. 18, 21. 770 Και στους χιώτικους αμφορείς γνωρίζουμε ότι το παχύ λευκό επίχρισμα αποτελεί στοιχείο πρωιμότητας. Βλ. Cook-Dupont 1998, σ. 146. 771 Lentini 1992, σ. 17 αρ. 12-13 εικ. 34, 37, 38. Lentini 1998, εικ. 2. 772 Τσούγκαρης 1997, σ. 22 εικ. 3. 773 Lentini 1992, σ. 17 αρ. 14 εικ. 41,42 και σ. 19 αρ. 23 εικ. 52,53. 774 Για παρόμοιο σημάδι στην πρόσθια όψη, στο ύψος του ώμου, βλ. Rhomiopoulou 1978 πίν. 28 εικ. 2. Johnston 1979. 775 Paspalas 1995, σ. 220 αρ. 4/38 πίν. 67. 73 και στην τροχήλατη κεραμική «μυκηναϊκού ρυθμού» από την Τούμπα Θεσσαλονίκης κατά τη μετάβαση από τη δεύτερη στην πρώτη χιλιετία π.Χ.777. Στην κεντρική ζώνη της 113 υπάρχει μία πυκνή κυματοειδής ταινία. Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με δύο μικρές υδρίες από τη Σμύρνη που χρονολογούνται με επιφύλαξη στο τέλος του 7ου αι. π.Χ.778. Το μοτίβο συναντάται και σε γραπτές υδρίες από τη Σάμο χρονολογούμενες στον 6ο αι. π.Χ.779 , σε υδρίες από την Ταρσό780, αλλά και σε ιωνικές υδρίες από τη Ρόδο781. Γενικά θεωρείται ότι το μοτίβο της κυματοειδούς γραμμής κατάγεται από τη Σάμο και ότι προέρχεται από τους υπομυκηναϊκούς αμφορείς782. Εμφανίζεται συχνά σε πρώιμα αγγεία της Σάμου που στηρίζονται στην Κρητομυκηναϊκή παράδοση και μάλιστα μερικά από αυτά έχουν λαιμούς με μορφή προσωπείου και χρονολογούνται γύρω στο 700 π.Χ.783. Όμοια διακόσμηση στην κεντρική ζώνη φέρει μία πυξίδα που βρέθηκε στην Ταύχειρα και θεωρείται κρητικό προϊόν βασιζόμενο βέβαια σε ανατολίτικα πρότυπα. Το συγκεκριμένο αγγείο χρονολογείται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.784. Μεταγενέστερα θεωρούνται θραύσματα εισηγμένων αμφορέων στη Μίλητο που φέρουν στο λαιμό παρόμοια κυματοειδή ταινία ανάμεσα σε οριζόντιες785. Η κυματοειδής ταινία είναι ιδιαίτερα αγαπητή και στα αιολικά αγγεία786. Οι σιγμοειδείς γραμμές, όπως είδαμε και στους πιθαμφορείς787, χρησιμοποιούνται γενικό- τερα στην τοπική κεραμική και αποτελούν δάνειο από την κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας788. Το μοτίβο είναι γνωστό από διάφορα αγγεία του ανατολικοϊωνικού χώρου789. Αρκεί να αναφέ- ρουμε τους άφθονους χιώτικους αμφορείς που έφθασαν στο βορειοελλαδικό χώρο γεμάτοι με το περίφημο χιώτικο κρασί790 και θα μπορούσαν να εμπνεύσουν τους ντόπιους καλλιτέχνες. Από την 113 (Πίν. 20δ) διατηρείται και ένα μικρό θραύσμα στο οποίο φέρει μία κατακόρυφη κυματοειδή ταινία, όπως και οι πιθαμφορείς αλλά και η 111 (Πίν. 19γ-ε). Το μοτίβο συναντάται σπάνια στις υδρίες του νησιωτικού χώρου. Τα δύο παραδείγματα που έχουν επισημανθεί, ένα από τη Σάμο791 του 6ου αι. και ένα από τη Νάξο792 των τελευταίων δεκαετιών του 7ου αι. π.Χ., αποδεικνύουν ότι η παρουσία του δεν βοηθά στη χρονολόγηση. Στην Αλικαρνασσό έχουν βρεθεί θραύσματα αρχαϊκών, πιθανότατα ιωνικών, οινοχοών και υδριών με το ίδιο μοτίβο793. Στη δεύτερη ομάδα ανήκει ο μεγαλύτερος αριθμός των σωζόμενων υδριών της Ακάνθου. Το σώμα είναι χαμηλότερο από ότι της προηγούμενης ομάδας, έχει έντονα κυρτό ώμο και συγκλίνει 776 Το μοτίβο συνηθιζόταν κυρίως στην ευβοϊκή κεραμική, βλ. Catling 1996. Papadopoulos 1994, σ. 444 Α12-15. Lefkandi II, σ. 39 αρ. 465 πίν. 65. 777 Ανδρέου-Κωτσάκης 1996, σ. 371-372 σχ. 3. 778 Kopcke 1968, σ. 267 αρ. 46, 47 σχ. 17 πίν. 103. 779 Cook 1958-9, πίν. 4C. Η ίδια διακόσμηση εμφανίζεται σε αμφορείς της Σάμου ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. 780 Hanfmann 1956, σ. 180 εικ. 17-25. 781 Clara Rhodos III, πίν. 3 XLV. 782 Για πρώτη φορά η άποψη αυτή διατυπώθηκε στις αρχές του 20 ου αι. Wide 1900, σ. 51. 783 Schiering 1964, σ. 6 εικ. 8. 784 Tocra I, σ. 78-79 αρ. 926 πίν. 56. 785 Voigtländer 1982, σ. 42 αρ. 41-52 σχ.7. Χρονολογούνται στον 6ο – 5ο αι. π.Χ. 786 Larisa III, πίν. 49. 787 Για την ιστορία και τη χρήση του μοτίβου, βλ. σ. 60. 788 To μοτίβο εμφανίζεται και στην καρική κεραμική, όπως μας δείχνει η πίσω όψη μιας πυξίδας του α’ μισού του 7ου αι. π.Χ. Βλ. Lenz 1997, σ. 42-45 εικ. 17. 789 Στη χιώτικη κεραμική συναντάται ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους, βλ. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 49. Εδώ απεικονίζεται υδρία της Μυκ. ΙΙΙ Γ1 Περιόδου, η οποία στην κύρια ζώνη κοσμείται με το συγκεκριμένο μοτίβο. 790 Για τους χιώτικους αμφορείς, βλ. παρακάτω σημ. 1670. 791 Βλ. σημ. 612. 792 Emporio, σ. 140 αρ. 508 εικ. 88. 793 Bean – Cook 1955, σ. 119-120 πίν. 14.10 και 11. 74 εντονότερα προς τη δακτυλιόσχημη βάση. Ανάλογα παραδείγματα από τη Νάξο της Σικελίας χρονολογούνται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ.794. Η απλούστερη μορφή διακόσμησης συναντάται στην υδρία 114 (Πίν. 20ε) της ταφής 9032 με κυματοειδή ταινία στο λαιμό και στη ζώνη των λαβών, ενώ στον ώμο έχουμε μεγάλες σιγμοειδείς γραμμές. Παρόμοια διακόσμηση φέρει και η 115 (Πίν. 21α-γ). Στον ώμο υπάρχουν σιγμοειδείς γραμμές και στο ύψος των οριζόντιων λαβών μία κυματοειδή. Η 116 (Πίν. 21δ) φέρει στον ώμο συμπλεκόμενες σιγμοειδείς γραμμές. Υδρίες με όμοια διακόσμηση με την 114 είναι γνωστές από τη Σάμο και χρονολογούνται γύρω στα 590\580 π.Χ.795. Όμοια διακόσμηση, δηλαδή κυματοειδή ταινία στο λαιμό και σιγμοειδείς γραμμές στον ώμο, φέρει ένας ροδιακός αμφορέας που βρέθηκε στην Ταύχειρα και χρονολογείται γύρω στα 580-560 π.Χ.796. Παρόμοια αγγεία έχουν βρεθεί στη Ρήνεια797 αλλά και στην Ίστρια798, όπως και στη Δύση, π.χ. στα Μέγαρα Υβλαία, συσχετιζόμενα με την κυκλαδική κεραμική799. Μία παρόμοια υδρία με την 115 από την Ανατολική Ελλάδα βρέ- θηκε στην αθηναϊκή Αγορά και χρονολογείται γύρω στα 520-490 π.Χ.800. Όμοια διακόσμηση φέρει και μία αποσπασματική υδρία από τη Μίλητο που χρονολογείται επίσης στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.801. Οι αντιθετικά τοποθετημένες σιγμοειδείς γραμμές κατά μία άποψη είναι απλοποιημένες παραλλαγές των κυρτών γραμμικών μοτίβων της Ανατολικής κεραμικής ή προέρ- χονται από κάποιο φυτικό κόσμημα802 και εμφανίζονται σε όψιμες υδρίες. Αρκετή ομοιότητα όσον αφορά στο σχήμα αλλά και στη διακόσμηση με τις προαναφερθείσες παρουσιάζει η 117. Φέρει στο ύψος των οριζόντιων λαβών μία κυματοειδή ταινία, ενώ στον ώμο κοσμείται με μία σειρά πεταλόσχημων μοτίβων που φύονται από το κάτω άκρο του λαιμού. Το μοτίβο συναντάται και σε άλλα σχήματα της τοπικής παραγωγής, όπως είναι οι όλπες και οι τρι- φυλλόστομες οινοχόες. Αποτελεί δάνειο από την Ανατολική Ελλάδα και χρονολογείται στα τέλη 6ου - 5ο αι. π.Χ., εποχή που μπορούμε να εντάξουμε και την 117. Μία υδρία του τέλους του 5ου αι. π.Χ. από την Κρήτη με όμοια διακόσμηση αλλά διαφορετικού σχήματος αποδεικνύει τη με- γάλη διάρκεια χρήσης των συγκεκριμένων διακοσμητικών μοτίβων803. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην ίδια θέση και με παρόμοια διάταξη, σε συστάδες και όχι σε συνεχόμενη σειρά, πεταλό- σχημα μοτίβα κρεμάμενα από οριζόντια ταινία συναντούμε στον ώμο μίας ευβοϊκής υδρίας από το Λευκαντί με ομόκεντρους κύκλους χαμηλότερα804. Το ίδιο μοτίβο εξακολουθεί να εμφανίζε- ται και σε υδρίες των ελληνιστικών χρόνων, όπως φανερώνουν παραδείγματα από την Κνωσσό805. Στις επόμενες υδρίες οι σιγμοειδείς γραμμές δεν αποδίδονται στο ύψος του ώμου αλλά στη ζώνη των οριζόντιων λαβών, 118 (Πίν. 22γ-ε) και 119 (Πίν.23α-β). Και οι δύο έχουν αμφικωνικό σώμα αλλά ιδιαίτερα η 119 παρουσιάζει πολύ μεγάλη διόγκωση στο μέσο. Στο ύψος του ώμου φέρει μία κυματοειδή ταινία. Η 118 (Πίν. 22γ-ε) φέρει στο κέντρο της κύριας όψης ένα γραπτό τετράπλευρο. Αντίστοιχα παραδείγματα της τοπικής παραγωγής είναι γνωστά από τον αρχαίο Φάγρητα. Χρονολογούνται με βεβαιότητα πριν τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., περίοδος που η πόλη υπέστη σημαντική καταστροφή και πληρώθηκαν οι «απορριμματικοί» λάκκοι στους οποίους βρέθηκαν806. Παράδειγμα από τη Μίλητο με άγνωστο τόπο προέλευσης, χαρακτηρίζεται απλά ως 794 Lentini 1992, σ. 21 αρ. 28 εικ. 57, 58 και σ. 22 αρ. 34 εικ. 62. 795 Fürtwangler 1980, σ. 219 σχ.20. 796 Tocra I, σ. 42 αρ. 587 πίν. 28. 797 Délos XVII, σ. 124 αρ. 4 πίν. 66. 798 Lambrino 1938, σ. 151 αρ. 6-7 εικ. 103-104. Cook 1939, σ. 148-149. 799 Mégara Hyblaea II, σ. 155-157 πίν. 163.1. 800 Agora XII, σ. 200 αρ. 1580 πίν. 70. 801 Voigtländer 1982, σ. 43 αρ. 62 σχ.11. 802 Hanfmann 1956, σ. 180 και υποσ. 48. 803 Hood – Boardman 1957, σ. 228-229 πίν. 45d. 804 Lefkandi II, σ. 40 αρ. 471 πίν. 66. 805 Coldstream 1999, σ. 344 αρ. 77, 78 πίν. 38. 806 Νικολαΐδου – Πατέρα 1987, εικ. 3 και 7. 75 εισηγμένο και χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ.807 Αρκετά όμοιο παράδειγμα από τη Σάμο χρονολογείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ.808 και αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα της δυσκολίας χρονολόγησης των συγκεκριμένων αγγείων χωρίς συνευρήματα. Ορισμένες υδρίες φέρουν μόνο ταινιωτή διακόσμηση και κυματοειδείς ταινίες στο λαιμό και στη ζώνη των οριζόντιων λαβών, π.χ. 120 (Πίν. 21ε-στ) και 121 (Πίν. 22α-β) και ένα πολύ απο- σπασματικό παράδειγμα (Πίν. 22 στ). Αποσπασματικά διατηρείται η 123 (Πίν. 23γ-δ). Σώζεται μόνο τμήμα του σώματος. Στην άνω ζώνη διατηρείται η απόληξη μίας ταινίας που θυμίζει χελιδονοουρά και στην κάτω κυματοειδή ταινία. Με βάση τη λεκάνη 129 (Πίν. 23ε), που προέρχεται από την ίδια ταφή, μπορούμε να χρο- νολογήσουμε και την υδρία στο πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ.809. Διαφορετική είναι η διαμόρφωση του σώματος της 124 (Πίν. 24α-ε), το οποίο είναι ολότελα σφαιρικό. Ανάλογα παραδείγματα υδριών με σφαιρικό σώμα προέρχονται από τα τοπικά εργα- στήρια των αποικιών της Δύσης και χρονολογούνται στα τέλη του 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.810 Οι σιγμοειδείς γραμμές διαφοροποιούνται από τις προηγούμενες τόσο στην πρόσθια όψη όσο και στην πίσω όπου απολήγουν. Στην πρόσθια όψη ανάμεσά τους δίνεται ένα τρίγωνο. Το ίδιο μο- τίβο, ανάστροφα αποδοσμένο, συναντάται και σε ένα θραύσμα υδρίας από τη Σάμο που χρονο- λογείται στις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι. π.Χ.811 και σε έναν αμφορέα επίσης από τη Σάμο812. Ο πρωτοκορινθιακός αρύβαλλος που βρέθηκε μαζί του τον ανάγει στο τέλος του 8ου – αρχές 7ου αι. π.Χ. Τα πίσω άκρα τους δεν καμπυλώνονται αλλά απολήγουν πάνω στη οριζόντια ταινία που χωρίζει την κοιλιά από τον ώμο. Παρόμοια διάταξη των σιγμοειδών γραμμών συναντούμε σ’ ένα αποσπασματικό παράδειγμα από τα Μέγαρα Υβλαία813 και σ’ ένα πρώιμο παράδειγμα από τη Ρόδο814. Η επόμενη υδρία εξακολουθεί να φέρει το μοτίβο της κυματοειδούς γραμμής αλλά φέρει και φυτικά μοτίβα. Πρόκειται για την 125 (Πίν. 25α-γ) της ταφής 9011. Στο σώμα ορίζονται δύο ζώ- νες. Στην πρώτη ζώνη φέρει φυτικό κόσμημα, γραπτό ανθέμιο (Πίν. 25γ) και στη δεύτερη που βρίσκεται στο ύψος των οριζόντιων λαβών δίνεται μία κυματοειδή ταινία που συνεχίζεται και στις λαβές. Εκατέρωθεν της κάθετης λαβής υπάρχουν δύο σπειροειδή μοτίβα, που συναντούνται και στις υδρίες Hadra. Το φυτικό μοτίβο της κύριας όψης το συναντούμε σε ένα κορινθιακό απο- θηκευτικό αγγείο, σιπύη, από την αθηναϊκή Αγορά που χρονολογείται στις αρχές του 4ου αι. π.Χ.815, εποχή που επιφυλακτικά μπορούμε να εντάξουμε και την 125. Σε μία όψιμη χρονολόγηση μας οδηγεί και το σχήμα της 126 (Πίν. 25δ) καθώς το έντονα εξωστρεφές, κρεμάμενο χείλος με το λοξότμητο μέτωπο εξωτερικά, ο ψηλός λαιμός, το ωοειδές σώμα μας θυμίζουν μία υδρία από τη Θήρα που φέρει και αυτή κυματοειδή διακόσμηση στο λαιμό και ταινιωτή στο σώμα και ανάγεται με βεβαιότητα στον 4ο αι. π.Χ.816. Παρόμοιου σχήμα- τος υδρία του τέλους του 5ου αι. π.Χ. αλλά με χαμηλότερο σώμα έχει βρεθεί και στην αθηναϊκή Αγορά817. 807 Voigtländer 1982, σ. 43 αρ. 62. 808 Furtwängler 1980, πίν. 56.1. 809 Βλ. παρακάτω σ. 80. 810 Gialanella 1994, αρ. C11. Sabbione 1984, σ. 260. Του ίδιου 1971-1984, αρ. 116 σ. 162. Tomay 1988, σ. 330-337. 811 Samos V, σ. 112 αρ. 362 πίν. 60. 812 Kyrieleis 1985, σ. 423 σχ. 53.1. 813 Mégara Hyblaea II, σ. 155 πίν. 161 1,2. 814 Clara Rhodos III, πίν. IV .CXXXIII. 815 Agora XII, σ. 196 αρ. 1531 πίν. 67. 816 Ζαφειρόπουλος 1965, σ. 185 πίν. 228 α,β. 817 Agora XII, σ. 228 αρ. 1586-1588 πίν. 96. Ένας αβαφής αμφορέας από τη Βάρη με ψηλό λαιμό και όμοιο, λοξότμητο και κρεμάμενο χείλος, χρονολογείται επίσης στον 4ο αι. π.Χ. Βλ. Jones κ.α. 1973, σ. 381 αρ. 53 εικ. 8. 76 Ολότελα διαφορετικό από τις ακάνθιες υδρίες είναι το σχήμα δύο υδριών της συλλογής Λα- μπροπούλου που εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου και έχουν δημοσιευθεί από την Ε. Γιούρη μαζί με τα αγγεία από τα Πυργαδίκια818. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ο λαιμός ιδιαίτερα στενός, ο ώμος ευρύς και το σώμα χαμηλό, ημισφαιρικό. Οι οριζόντιες λαβές είναι ανακαμπτόμενες και η βάση διευρυνόμενη. Το σχήμα είναι όμοιο με την υδρία 145819 (Πίν. 28ι-λ) από την Άκανθο, με την οποία ασχολούμαστε παρακάτω και χρονολογείται με ασφάλεια στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Οι αντίστοιχες αττικές υδρίες του 4ου αι. π.Χ. έχουν σαφώς στενότερο πόδι και το σχήμα είναι πιο ραδινό820. Θεωρείται όμως ότι η τόσο λεπτή διαφορά στο σχήμα δεν μπορεί να αποκλείσει μία χρονολόγηση των αγγείων της Ομάδας Πυργαδίκια στον 4ο αι. π.Χ. Οι κεραμείς της Χαλκιδικής είναι αρκετά συντηρητικοί. Εξακολουθούν για παράδειγμα να κατασκευάζουν πιθαμφορείς για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι τα αρχικά κέντρα παραγωγής821. Η μία υδρία από τη συλλογή Λαμπροπούλου (Πίν. 26α) κοσμείται με άνθη λωτού στο λαιμό, στον ώμο με γραπτά ανθέμια, γνωστά και από την αιολική κεραμική, αλλά εμπνευσμένα ίσως από τα ευβοϊκά αγγεία, που, όπως είπαμε, ήταν γνωστά στη Χαλκιδική και στη ζώνη των λαβών με μαίανδρο, όπως και η 145. Ο μαίανδρος απαντά στα αγγεία της Ανατολικής Ελλάδος. Αποδί- δεται για παράδειγμα στο λαιμό των αγγείων Φικελλούρων του 6ου αι. π.Χ.822. Εμφανίζεται όμως και στα νεότερα μελανόμορφα ευβοϊκά αγγεία823. Η δεύτερη (Πίν. 26β) φέρει φολιδωτό κόσμημα στον ώμο και στη ζώνη των λαβών υδρόβια πτηνά σε σκιαγραφία824, τα οποία απαντούν και σε άλλα αγγεία της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Ο τρόπος απόδοσής τους μας φέρνει στο νου τα σύγχρονα αγγεία του φυτικού ρυθμού της ροδιακής αγγειογραφίας825. Οι μικροί στιγμωτοί ρόδακες που πληρούν το χώρο ανάμεσα στους κύκνους, είναι πολύ συνηθισμένοι στα βοιωτικά και ευβοϊκά αγγεία826. Η Γιούρη της είχε χρονολογήσει στον 4ο αι. με μοναδικό κριτή- ριο το σχήμα τους και της είχε κατατάξει στην λεγόμενη Ομάδα Πυργαδίκια. Η υδρία της Ακάν- θου 145 αποδεικνύει ότι το σχήμα παράγονταν στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., όπως και στην Αθήνα. Στα αντίστοιχα αττικά παραδείγματα του 4ου αι. π.Χ. παρατηρούμε ότι έχουν στενότερη και ψη- λότερη βάση827. Ωστόσο οι σαφείς επιρροές των διακοσμητικών θεμάτων από τον ευβοϊκό μελανόμορφο ρυθμό μας οδηγεί να τις εντάξουμε στον 4ο αι. και να θεωρήσουμε το συντηρητικό σχήμα ως μία ακόμη διατήρηση αναχρονιστικών στοιχείων από τα τοπικά εργαστήρια. Όμοιο σχήμα έχει και μία υδρία (Πίν. 26γ&δ) που βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ανήκει στη συλλογή Ρίτσου και έχει δημοσιευθεί από τη Φ. Ζαφειρο- πούλου828. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση με καφέ χρώμα. Στην πρόσθια όψη στο ύψος της ζώνης των λαβών φέρει φολιδωτό κόσμημα829 (Πίν. 26γ,δ), όπως και στο αγγείο της συλλογής Λαμπροπούλου. Το μοτίβο, όπως ήδη είδαμε, αρχικά χρησιμοποιείται ως δάνειο από την Ανατολική Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από το κλαζομενιακό εργαστήρι. Στη συνέχεια επιβιώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Χαλκιδική καθώς σε μεταγενέστερη εποχή χρησιμοποιείται και στις αρυβαλλοειδείς ληκύθους της Oμάδας Bulas830. 818 Γιούρη 1972, πίν. 6 εικ. 4 και 5. σ. 14. 819 Βλ. παρακάτω σ. 93. 820 Schlörb- Vienreisel 1966, σ. 217. Χρονολογείται στα 380-370 π.Χ. 821 Βλ. παραπάνω σ. 67. 822 Cook 1994, σ. 167 εικ. 21.Cook 1933-34, πίν. 15b. 823 Ure 1963, σ. 18 πίν. 4.8. 824 Γιούρη 1972, σ. 14 πίν. 6 εικ. 4 και 5. 825 Καρδαρά 1963, σ. 295-296. 826 Ure 1960, πίν. 52.3. 827 Schlörb- Vienreisel 1966, σ.217. Χρονολογείται στα 380-370 π.Χ. 828 Ζαφειροπούλου 1970, σ. 410 αρ. 19 εικ. 55. 829 Η Φ. Ζαφειροπούλου θεώρησε ότι οι ντόπιοι καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν το μοτίβο ως δάνειο από την Κόρινθο. 830 Βλ. παραπάνω υποσ. 728. 77 Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι τα «χαλκιδικιώτικα» εργαστήρια κατασκευάζουν υδρίες με γραπτή διακόσμηση από το α’ μισό του 7ου αι. π.Χ. ως τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. π.Χ. Είναι σημαντικό ότι δεν υπάρχουν υδρίες με αμιγώς φυτική διακόσμηση, όπως οι αμφορείς του 5ου και των αρχών του 4ου αι., στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω. Παρόμοιες υδρίες κατασκευάζονται στην Ανατολική Ελλάδα από τον 8ο αι. π.Χ.831 έως και τον 4ο αι.832. Φέρουν παρόμοια διακοσμητικά μοτίβα, όπως κυματοειδείς ταινίες και ταινίες με ελεύθερα άκρα που πλαισιώνουν τις γενέσεις των λαβών833. Τα κοντινότερα παραδείγματα προς τα ακάνθια αγγεία είναι εκείνα της Σάμου και της σικελικής Νάξου. Στο δεύτερο μισό του 5ου αι. – αρχές 4ου αι. π.Χ. τα «χαλκιδικιώτικα» εργαστήρια υιοθε- τούν ένα διαφορετικό, κομψότερο τύπο υδρίας μικρότερων διαστάσεων με ανακαμπτόμενες λα- βές. Τα μοτίβα που χρησιμοποιούν είναι φυτικά, γραμμικά και ζωικά με επιδράσεις τόσο από την Ανατολή, όσο και από τον ευβοϊκό και κυκλαδικό χώρο. Η αλλαγή στη διακόσμηση των υδριών συμβαδίζει απόλυτα και με την αλλαγή που είδαμε νωρίτερα στους πιθαμφορείς834. Η ανεύρεση και οψιμότερων παραδειγάτων δεν θα μας εκπλήξει. Αρκεί να φέρουμε στο νου τις υδρίες Hadra. B3. Λέβητες- Κρατήρες με προχοή Μοναδικό παράδειγμα από το νεκροταφείο της Ακάνθου είναι το τυχαίο εύρημα, 127 (Πίν. 26ε,στ), θραύσμα ενός λέβητα με γραπτή διακόσμηση επηρεασμένη τόσο από ιωνικά και αιολικά πρότυπα όσο και από τη γεωμετρική παράδοση. Διατηρείται τμήμα του οριζόντιου πεπλατυσμέ- νου χείλους που εξέχει από το σφαιρικό σώμα και η μία κάθετη ταινιωτή λαβή που φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια έφερε το χαρακτηριστικό κιτρινωπό επίχρισμα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής835. Το χείλος, η λαβή και το εσωτερικό του αγγείου φέρουν μελανό χρώμα. Στο άνω τμήμα του σώματος, στη ζώνη της λαβής δημιουρ- γούνται δύο σειρές μετοπών που χωρίζονται από σειρές ωοειδών γραμμιδίων. Στις μετόπες δίνε- ται οριζοντίως και καθέτως, εναλλάξ το μοτίβο των εφαπτόμενων τριγώνων που είναι γνωστό ως διπλός πέλεκυς και «κλεψύδρα»836. Είναι γνωστό ήδη από τα γεωμετρικά χρόνια αλλά εξακολου- θεί να εμφανίζεται σε αγγεία της Ανατολικής Ελλάδος και κατά τους αρχαϊκούς χρόνους837. Το θέμα, συνδυασμένο με υδρόβια πτηνά, συναντάται σ’ έναν αποσπασματικό κρατήρα από την Ερέτρια838. Συναντάται ακόμη σ’ ένα αποσπασματικό υπογεωμετρικό αγγείο του 7ου αι. π.Χ. από την Απολλωνία της Κυρηναϊκής839. Το άνω τμήμα του σώματος χωρίζεται από το κάτω με μία ταινία ερυθρού χρώματος. Στο κάτω σωζόμενο τμήμα υπάρχει μία σειρά Ν που εμφανίζονται συχνά σε αγγεία του «χαλκιδικιώτικου» εργαστηρίου840 και αποτελούν δάνειο από τον ανατολικοϊωνικό χώρο841. Ένα όστρακο παρόμοιου σχήματος έχει δημοσιευθεί από τον Καλτσά842. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος το οποίο φέρει ακριβώς κάτω από το χείλος μία κυλινδρική σχεδόν προχοή με μεγάλη οπή εκροής. Κοσμείται με μαίανδρο, αβακωτό κόσμημα και μετόπη με άστρο. 831 Délos XV, πίν. 9, 4-11. Walter –Vierneisel 1959, Beil. 47.1. 832 Ζαφειρόπουλος 1965, σ. 185 πίν. 228 α,β. 833 Λίγα επείσακτα παραδείγματα, κάποια από τη Χίο, έχουν βρεθεί στην αθηναϊκή Αγορά, βλ. Agora XII, σ. 200-201 αρ. 1579-1585 πίν. 70. 834 Βλ. παραπάνω σ. 67. 835 Βλ. παραπάνω σ. 52. 836 Coldstream 1997, σ.53 εικ. 9.γ. 837 Emporio, σ. 104 και σ. 112 αρ. 61 πίν. 23. Samos V, σ. 125 αρ. 569 πίν. 111. Συναντάται και σε ροδιακά αγγεία, βλ. Samos V, σ. 119 αρ. 490 πίν. 87. 838 Ανδρειωμένου 1977, πίν. 33γ. 839 Boardman 1966, σ. 152 πίν. 30.9. 840 Vοkotopoulou 1994, σ. 96 εικ. 20. 841 Βλ. παραπάνω σ. 64. 842 Άκανθος Ι, σ. 83 αρ. 711 πίν. 85. 78 Με βάση και τον κορινθιακό σφαιρικό αρύβαλλο της Μέσης Κορινθιακής περιόδου της ίδιας τα- φής, χρονολογείται στα 580-560/555 π.Χ. Παρόμοια χρονολόγηση πρέπει να έχει και το δικό μας παράδειγμα. Το σχήμα συναντάται στην Ανατολή αρκετά συχνά στην αρχή του 7ου αι. π.Χ. και φέρει υπογεωμετρική διακόσμηση843 ή είναι διακοσμημένο με το Ρυθμό Αιγάγρων844. Όπως εί- δαμε, η διακόσμηση του αγγείου είναι επηρεασμένη από αιολικά πρότυπα. Το ίδιο συμβαίνει και στη Λάρισα της Αιολίας όπου το σχήμα συναντάται ήδη από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Το προφίλ του δικού μας θραύσματος συγγενεύει με αντίστοιχο θραύσμα λέβητα που πρέπει να κατασκευά- στηκε πριν το 550 π.Χ.845. Δύο αποσπασματικά παραδείγματα παρόμοιων λεβήτων, που θεωρεί- ται με επιφύλαξη, ότι προέρχονται από την Αιολία, και αποδεικνύουν την επίδραση των Αιολέων στους μακεδόνες τεχνίτες, είναι γνωστά από το Καραμπουρνάκι846. Μάλιστα εδώ αναφέρεται και η ύπαρξη ντόπιων παραδειγμάτων που μιμούνται τα αιολικά. Αποσπασματικά σωζόμενο παρά- δειγμα λέβητα με προχοή είναι γνωστό και από τη Χίο847. Β4. Κρατήρες Ενδιαφέρον παρουσιάζει το μοναδικό παράδειγμα της Ακάνθου 128 (Πίν. 27α), το οποίο προέρχεται από την επίχωση. Το χείλος είναι απλό, πεπλατυσμένο και ενιαίο με τον κοντό υπο- τυπώδη λαιμό, το σώμα ωοειδές, ενώ διατηρείται η μία λαβή. Πρόκειται για διπλή τοξωτή λαβή από το μέσο της οποίας φύεται μία κάθετη λαβή που απολήγει στο χείλος. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου έφερε υπόλευκο επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση που έχει απολεπιστεί και ίχνη της μόνο διακρίνονται στο λαιμό. Διακρίνεται διπλή σειρά στιγμών. Το σχήμα εμφανίζεται σε διά- φορα εργαστήρια κατά τους γεωμετρικούς χρόνους άλλοτε με πόδι και άλλοτε χωρίς848. Είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο και στην Ανατολή. Ένα γνωστό αποσπασματικό παράδειγμα των υπογεω- μετρικών χρόνων είναι γνωστό από την αιολική Λάρισα849. Αντίστοιχα παραδείγματα είναι γνω- στά και από τη Σάμο850. Το σχήμα παραγόταν και στη Δύση, όπως μας δείχνουν κρατήρες από το νεκροταφείο Fusco των Συρακουσών851 και παραδείγματα από τα Μέγαρα Υβλαία852. B5. Πυξίδες Ένα ακόμη αγγείο της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής αποτελεί η πυξίδα853, η οποία εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Πολυγύρου. Το σχήμα του συγκεκριμένου αγγείου παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με εκείνο της σιπύης με το οποίο ασχολούμαστε παρακάτω. Ουσιαστικά τα δύο σχήματα διαφοροποιούνται μόνο από το μέγεθος. Διατηρείται ακέραια. Φέρει δύο λοξές λα- βές στον ώμο και δακτυλιόσχημη βάση. Τόσο το πώμα όσο και το σώμα φέρουν γραπτή διακό- 843 Courbin 1978, σ. 41-42 πίν. XV εικ. 2. Το παράδειγμα που απεικονίζεται εδώ, κοσμείται με κάθετες κυματοειδείς ταινίες. Ένα ακόμη αποσπασματικό παράδειγμα είναι γνωστό από τη Σμύρνη και χρονολογεί- ται γύρω στο 670 π.Χ. Στην κύρια ζώνη ρόμβοι με δικτυωτό εσωτερικά ορίζουν μία μετόπη στην οποία δίνεται μουσικό όργανο και πτηνό, βλ. Alt – Smyrna I, πίν. 108 α. 844 Rhomiopoulou 1978, σ. 62-65 πίν. XXVIII εικ. 2. Boardman 1965, σ. 14 εικ 4. Mellink 1964, σ. 149- 166 πίν. 52 εικ. 21. 845 Larisa III, σ. 61-64 πίν. 17.9. Alt – Smyrna I, πίν. 118α. Χρονολογείται 600-575 π.Χ. 846 Tsiafakis 2000, σ. 417-423 εικ. 300, 302. 847 Pelagatti 1979, σ. 290 κ.ε. εικ. 10. 848 Coldstream 1997, εικ. 28β θεσσαλικό παράδειγμα. Boardman 2001, εικ. 127 αργίτικο παράδειγμα. Cor- inth XIII, σ. 44 πίν. 9 αρ. 44-1, 43-1, πίν. 10 S1, 2,3. 849 Larisa III, σ. 59 εικ. 13.1 850 Isler 1978, πίν. XLIV εικ. 59 και 60. 851 Μaruggi 1996, σ. 254. Χρονολογείται στον 7ο αι.π.Χ. 852 Mégara Hyblaea II, σ. 148 πίν. 136. 853 Για την ετυμολογία, τη χρήση του όρου και τους διαφόρους τύπους του σχήματος, βλ. Roberts 1978. Kanowski 1984, σ. 127. Richter – Milne 1973, σ. 20 εικ. 135-142. Agora XII, σ. 173. 79 σμηση ερυθρού χρώματος. Στο σώμα υπάρχουν τρεις οριζόντιες ταινίες ερυθρού χρώματος και στο ύψος του ώμου μία κυματοειδής, το συνηθέστερο μοτίβο αυτής της κεραμικής. Το πώμα φέρει γλωσσωτό κόσμημα και δύο σειρές στιγμών. Προέρχεται από μία ταφή στην οποία συνυπήρχε και ένας αμφορίσκος με ανατολικοϊωνικές επιδράσεις που επίσης εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου, οπότε πιθανότατα μπορεί να χρονο- λογηθεί στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. π.Χ. Αγγεία όμοιου σχήματος και διαστάσεων είναι γνωστά από την Όλυνθο, τα οποία φέρουν επιπλέον και όμοια διακόσμηση854. Παρόμοιο αγγείο με κυματοειδή ταινία που συνεχίζεται και πάνω στις λαβές είναι γνωστό από τη Γέλα και χρονολογείται στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ.855. Είναι μεγαλύτερων διαστάσεων από της Ακάνθου και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σιπύη. Ένα ακόμη γνωστό παράδειγμα που κοσμείται με τα γνωστά σιγμοειδή γραμμίδια από το αιολικό εργαστήριο προέρχεται από την Τούμπα Θεσσαλονίκης856. Από την ίδια θέση προέρχεται ένα ακόμη παράδειγμα με απλούστερη φυτική διακόσμηση857. Από τα Ν. Σύλλατα προέρχεται ακόμη ένα παράδειγμα με κυματοειδή ταινία και πεταλόσχημα μοτίβα858. Ορισμένα ενδιαφέροντα παρα- δείγματα ανήκουν στη συλλογή Λαμπροπούλου και συμπεριλαμβάνονται στη διατριβή του Πα- σπαλά859. Φέρουν είτε φυτική διακόσμηση είτε απλή γραμμική. Ιδιαίτερα ξεχωρίζουν τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα, τα μικρά σιγμοειδή γραμμίδια, οι οριζόντιες σειρές από άνθη λωτού και το κλαδί μυρτιάς. Πολλές πυξίδες παρόμοιες με αυτές της «μακεδονικής» ενδοχώρας και της Χαλ- κιδικής είναι γνωστές από τα νεκροταφεία της Ρόδου και της Κω860. Μάλιστα τα ύστερα παραδείγματα φέρουν τα ίδια διακοσμητικά μοτίβα, όπως κυματοειδείς ταινίες, δακρυόσχημα μοτίβα, αλλά και διαγραμμισμένα τρίγωνα και ανθέμια και κλαδιά ελιάς861 που αποδεικνύουν ότι και στο βορειοελλαδικό χώρο ο «φυτικός» ρυθμός συνεχίζει και στον 4ο αι. π.Χ. Αγγεία με πα- ρόμοια διακόσμηση είναι γνωστά και από τη Σάμο862 και τη Θήρα863 αλλά και τη Δύση864, τα οποία αποδεικνύουν τη μεγάλη διάρκεια παραγωγής του σχήματος και της ταινιωτής διακόσμη- σης. Όσον αφορά στις πυξίδες της Ανατολικής Ελλάδος ο Πασπαλάς θεωρεί λανθασμένη την πα- λιότερη άποψη ότι αυτές είναι επηρεασμένες από την κορινθιακή κεραμική και αποδεικνύει ότι τόσο το σχήμα όσο και τα διακοσμητικά μοτίβα προϋπάρχουν στον ανατολικό χώρο865. Β6. Λεκάνες Από την ταφή 8802, όπου βρέθηκε η αποσπασματική υδρία 123 (Πίν. 23γ, δ), που έχει την ταινία που απολήγει σε χελιδονοουρά, προέρχεται και η λεκάνη 129 (Πίν. 23ε). Η άνω επιφάνεια του εξωστρεφούς χείλους είναι στρογγυλοποιημένη και φέρει ερυθρό χρώμα. Το βαθύ σώμα εί- 854 Olynthus V, σ. 38-40 αρ. Ρ64, 66, 67, 68 πίν. 36. 855 De Miro, εικ. 104. 856 Σουέρεφ 1992, σ. 282 εικ. 30. Τα γραμμίδια αυτά αν και εμφανίζονται συχνά στα αιολικά αγγεία των αρχαϊκών χρόνων είναι γνωστά ήδη από την ΥΕΙΙΙΒ περίοδο, βλ. Πολυχρονάκου – Σγουρίτσα 1988, σ. 46 πίν. 45. 857 Σουέρεφ 1998α, σ. 199 εικ. 23. 858 Παπαδοπούλου 1964, πίν. 62δ. 859 Paspalas 1995, σ. 111-125 πίν. 10-12. 860 Για παραδείγματα των γεωμετρικών χρόνων, βλ. Morricone 1978, σ. 102 αρ. 16. Για παρόμοιο παρά- δειγμα από τη Ξάνθο της Λυκίας, βλ. Xanthos IV, σ. 63 αρ. 104 πίν. 24. Για παραδείγματα των αρχαϊκών χρόνων, βλ. Clara Rhodos VIII, 7-207. Clara Rhodos III, εικ. 275. Μaiuri 1923-1924, σ. 271-272. Για πα- ραδείγματα του 4ου αι. π.Χ. από τη Ρόδο, βλ. Ζερβουδάκη 1977, σ. 305 πίν. 222γ. 861 Γιαννικούρη – Πατσιάδα -Φιλήμονος 1990, σ. 176κ.ε. πίν. 92-95. 862 Samos III, σ. 148 αρ. 53 πίν. 14. 863 Ζαφειρόπουλος 1968, πίν. 127α. 864 Patera 1986, σ. 36 πίν. ΧΙΙ.1. 865 Paspalas 1995, σ. 122. 80 ναι κάθετο στο άνω τμήμα του και ελαφρώς κυρτό στο κάτω. Η οριζόντια λαβή φέρει επίσης χρώμα, ανασηκώνεται και φθάνει στο ύψος του χείλους. Η βάση είναι διευρυνόμενη, η κάτω επι- φάνειά της κοίλη και υπήρχε οπή για χοές. Στο ύψος της οριζόντιας λαβής υπάρχει μία κυματοει- δής ταινία και μία οριζόντια πιο κάτω. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διακόσμηση είναι επηρεασμένη από την Ανατολική Ελλάδα. Λεκάνες με παρόμοια διακόσμηση αλλά σαφέστατα διαφορετικό σχήμα, επίσης επηρεασμένες από τον ιωνικό χώρο, έχουν βρεθεί και στην Αττική866. Αυτές χρονολογούνται στο δεύτερο τέ- ταρτο του 6ου αι. π.Χ. Το σχήμα της 129 συγγενεύει ιδιαίτερα με λεκάνες του πρώτου μισού του 5ου αι. π.Χ.867. Είναι λοιπόν πιθανό να ανάγεται στην πρώιμη κλασική εποχή συνεχίζοντας την παράδοση της τοπικής κεραμικής της Χαλκιδικής που διατηρεί για έναν αιώνα ακόμη τα μοτίβα των αρχαϊκών χρόνων, κάτι που ισχύει και για άλλα εργαστήρια του νησιωτικού χώρου868. Μία ακόμη λεκάνη διαφορετικού σχήματος με ανακαμπτόμενες λαβές που εφάπτονται στο χείλος, σχετικά αβαθές σώμα και δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη βάση είναι γνωστή από την Όλυνθο869. Το αγγείο προέρχεται από τον αποθέτη G8, οπότε με βεβαιότητα εντάσσεται στα χρό- νια πριν την περσική εισβολή. Το πλησιέστερο παράδειγμα προέρχεται από την αθηναϊκή Αγορά και χρονολογείται γύρω στα 525-500 π.Χ.870. Ένα όμοιου σχήματος αβαφές παράδειγμα προέρχε- ται από την Ουρανούπολη και χρονολογείται στα τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ.871. Η παρουσία του φανερώνει βέβαια για μία ακόμη φορά το συντηρητισμό που διέπει τα εργαστήρια της Χαλ- κιδικής. Αρκετά αποσπασματικά παραδείγματα λεκανών, κυρίως από την Τορώνη συμπεριλαμβάνο- νται στη διατριβή του Πασπαλά872. Το σχήμα τους είναι διαφορετικό από τα αγγεία της Ακάνθου και της Ολύνθου. Πρόκειται κυρίως για αβαθή αγγεία με ταινιωτή διακόσμηση εξωτερικά και ομόκεντρες κυκλικές ταινίες εσωτερικά. Χρονολογούνται στους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους και τα πλησιέστερα παράλληλά τους βρίσκονται στη χιακή κεραμική. Γ. Τεφρόχρωμη κεραμική Αν και στην Κεντρική Μακεδονία και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η τοπική τεφρόχρωμη κεραμική, είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη, στην ίδια την Άκανθο είναι εξαιρετικά σπάνια. Κανένα παράδειγμα δεν υπάρχει στον πρώτο τόμο της δημοσί- ευσης από τον Καλτσά. Συμπεριλαμβάνεται μόνο ένα γκρίζο επείσακτο θήλαστρο και ένα αλά- βαστρο873. Αλλά και στο σύνολο της κεραμικής που προέρχεται από 7000 τάφους με τους οποί- ους ασχολούμαστε στην παρούσα εργασία, εντοπίστηκαν ελάχιστα παραδείγματα, που ίσως «ει- σήχθηκαν» στην Άκανθο από την περιοχή του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Η μελέτη της τεφρόχρωμης κεραμικής ξεκίνησε από τον Schliemann, όταν την ανακάλυψε για πρώτη φορά κατά την ανασκαφή της Τροίας. Αρχικά την ονόμασε «λυδική» κεραμική. Γρή- γορα όμως αντικατέστησε τον όρο αυτό με την ονομασία «μονόχρωμη γκρίζα»874. Αργότερα οι 866 Agora XII, σ. 212 αρ. 1745 πίν. 82. Young 1939, σ. 117 Β7 εικ. 78. Χρονολογείται στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ή ακόμη και αργότερα. 867 Agora XII, σ. 213 αρ. 1792 πίν. 84. 868 Για τη Χίο, βλ. Κουρουνιώτης 1916, σ. 205 και για τη Θήρα, Ζαφειρόπουλος 1965, σ. 185 πίν. 228 α,β. Παρόμοιο παράδειγμα από την Κρήτη χρονολογείται στα τέλη του 2ου – αρχές 1 ου αι. π.Χ., βλ. Cold- stream 1999, σ. 342 αρ. 10 πίν. 36. 869 Olynthus V, σ. 27 αρ. Ρ32 πίν. 26. 870 Agora XII,σ. 214 αρ. 1822 πίν. 86. 871 Βοκοτοπούλου – Τσιγαρίδα 1990, σ. 459 εικ. 16 α. 872 Paspalas 1995, σ. 155-158 πίν. 17, 41-43. 873 Άκανθος Ι,σ. 224 αρ. 745 πίν.32α, σχ. 9 και σ. 164 Ε31 πίν. 175. 874 Schliemann 1881, σ. 128, 587. 81 μελετητές επηρεασμένοι από τη «μινυακή» κεραμική της Ηπειρωτικής Ελλάδος χρησιμοποίησαν τον όρο «γκρίζα μινυακή»875. Η τεφρή κεραμική παράγεται σε αφθονία στα εργαστήρια της Λέσβου, τόσο στη Θερμή876 και στην Άντισσα877 όσο και στη Μήθυμνα878 και την Πύρρα. Συναντάται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού έως και τα αρχαϊκά χρόνια. Στην Εποχή του Χαλκού απαντά και στην Κύ- προ879. Παραδείγματα είναι γνωστά και από τον υπόλοιπο νησιωτικό χώρο, όπως π.χ. τη Χίο880, την Κω881, τη Ρόδο882 και τη Σάμο883 και χρονολογούνται στην Μέση Εποχή του Χαλκού και στην Υστεροελλαδική περίοδο. Λίγα παραδείγματα των γεωμετρικών χρόνων είναι γνωστά από την Άνδρο884 και την Τήνο885. Πρώιμα επίσης παραδείγματα είναι γνωστά και από την Κρήτη886, την Τίρυνθα887 και τη Θεσσαλία, και συγκεκριμένα τη Μαρμαριάνη888 και την Κραννώνα889 κ.α. Τα λιγοστά δείγματα που έχουν βρεθεί στη Σκύρο890 και στο Λευκαντί της Εύβοιας891 εντάσσο- νται στην ίδια παράδοση με αυτήν της Θεσσαλίας. Τεφρή τροχήλατη κεραμική εμφανίζεται και στην Ιταλία κατά τη ΜΕΧ και τη ΥΕ ΙΙΙΒ και ΙΙΙΓ κυρίως στην περιοχή του κόλπου του Τάραντα892. Τις σημαντικότερες πληροφορίες για την παραγωγή της τεφρής κεραμικής στο χώρο της Μα- κεδονίας μας προσφέρει η ανασκαφή του Καστανά893, όπου κάνει την εμφάνιση της γύρω στα 1000 π.Χ. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια εποχή με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών είναι εμφανείς οι σχέσεις των κατοίκων του Καστανά με την Τροία894. Τροχήλατα παραδείγματα της Εποχής Σιδήρου είναι γνωστά και από τη Βαρβαρόφτσα895, την Τούμπα Σαρατσέ896, το γνω- στό Περιβολάκι, τη Τσαουζίτσα897, την Άσσηρο898, το Γυναικόκαστρο στο Κιλκίς899. Αρκετά όστρακα μας προσέφερε και η δοκιμαστική τομή Α από την Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου900 όπου εμφανίζεται στο στρώμα IV, που ανάγεται στον 11 ο αι. π.Χ.901. Τα περισσότερα ευρήματα είναι κατά κανόνα τροχήλατα με στιλβωμένη την εξωτερική επιφάνεια που ίσως φέρει και επί- χρισμα. Παρουσιάζουν μεγαλύτερη ομοιότητα με την ψευδομινυακή κεραμική της Τίρυνθας. Με βάση τη στρωματογραφία της τομής εκλείπει στο τρίτο τέταρτο του 8ου αι. π.Χ. Εμφανίζεται και 875 Troy III, σ. 9, 34. 876 Lamb1928-1930, σ. 1-29 και 1930-1931α, σ. 48-165. 877 Lamb1930-1931b, σ. 166-178 και 1932, σ. 1-12. 878 Buchholz 1975. 879 Allen 1991. 880 Allen 1990. 881 Morricone 1950, σ. 296-297. 882 Maiuri 1923\24, σ. 107. 883 Buttler 1935-1936, σ. 119-174. 884 Zagora II , σ. 212. 885 Levi 1925-1926, σ. 221. 886 Palsson-Hallager 1981, σ. 358-363. 887 Kilian 1988α, σ. 105-151. 888 Heurtley – Skeat 1930-1931, σ. 30. 889 Αρβανίτου-Μεταλληνού 1998, σ. 257 κ.ε. Χρονολογούνται στην ΥΓ περίοδο. 890 Ευαγγελίδης 1918, σ. 43 κ.ε. εικ. 10. 891 Lefkandi I, σ. 349. Χρονολογούνται στην ΥπΠρΓ περίοδο. 892 Belardelli 1994. 893 Ηänsel 1979, σ. 280. Hochstetter 1984, σ. 308. Jung 2002, σ. 211-214. 894 Hochstetter ό.π., σ. 373-374. 895 Heurtley – Hutchinson 1925/1926, σ. 28. 896 Heurtley – Radford 1929,σ. 135-136. 897 Casson 1919-1921, σ. 24-27. 898 Wardle 1980, σ. 260. 899 Σαββοπούλου 1987, σ. 306-308 εικ. 8. 900 Τιβέριος 1990β, σ. 317. Του ίδιου 1993β, σ. 553 κ.ε. Χαβέλα 1999, σ. 89-101. 901 Χαβέλα 1999, σ. 98 σημ. 288. 82 στο νεκροταφείο των τύμβων στη Βεργίνα902 αλλά και στη Ν. Φιλαδέλφεια903. Μεγάλη ποσότητα από την ΥΕ ΙΙΙΓ έως την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου προέρχεται και από το λοφίσκο της Τού- μπας Θεσσαλονίκης904. Διαφορετικές απόψεις έχουν διατυπωθεί για την προέλευση της γκρίζας κεραμικής του μα- κεδονικού χώρου των υπομυκηναϊκών – γεωμετρικών χρόνων. Αν και γενικότερα θεωρείται προϊόν της τοπικής παραγωγής905, ο Τιβέριος θεωρεί ότι πρόκειται για επείσακτη κεραμική από την περιοχή της ΒΔ Μ. Ασίας906. Σε ορισμένες όμως περιοχές του μακεδονικού χώρου η παραγωγή της τεφρής κεραμικής συ- νεχίζει και στους αρχαϊκούς χρόνους αλλά και μέχρι τον 4ο αι. π.Χ. Την περίοδο αυτή κατα- σκευάζονται ελάχιστα σχήματα με κατάλοιπα από την Εποχή του Σιδήρου. Πολλά αγγεία αντι- γράφουν σχήματα του αττικού και κορινθιακού κεραμικού, όπως πολύ σωστά παρατήρησε πρώ- τος ο Καλλιπολίτης μελετώντας ένα σύνολο τεφρών αγγείων από την Κοζάνη907. Μεγάλος αριθ- μός αρχαϊκών τεφρών αγγείων προέρχεται από το νεκροταφείο της σημερινής κωμόπολης Θέρ- μης908 και από το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής909. Στη Σίνδο η τεφρή τροχήλατη κερα- μική κάνει έντονη την παρουσία της στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ.910. Τεφρόχρωμα αγγεία συναντούνται και στο νεκροταφείο της αρχαίας Μίεζας911, αλλά και στη Τούμπα Θεσσαλονί- κης912, στη Σουρωτή913 κ.α. Τα συνηθέστερα σχήματα που συναντούμε κατά τους αρχαϊκούς χρό- νους στα προαναφερθέντα νεκροταφεία είναι οι κιονωτοί κρατήρες914, οι κανθαροειδείς κοτύ- λες915 και τα εξάλειπτρα916, χωρίς να λείπουν και οι υδρίες και οι οινοχόες διαφόρων τύπων. Την ίδια απομάκρυνση κατά τους αρχαϊκούς χρόνους από τα σχήματα της παλιότερης εποχής και την κατασκευή τεφρόχρωμων αγγείων με σχήματα που συναντούνται και στην γραπτή κερα- μική συναντούμε και σε άλλες περιοχές, όπως στην Ταύχειρα917, Μίλητο918, Άντισσα Λέσβου919, Ηφαιστία Λήμνου920 κ.α. Τα ελάχιστα παραδείγματα από την Άκανθο επιβεβαιώνουν τη μακρά διάρκεια παραγωγής της τεφρής κεραμικής στο βορειοελλαδικό χώρο. Περισσότερα σχήματα που παράγονταν με την τεχνική της αναγωγικής όπτησης και αποκτούσαν τεφρό χρώμα, θα δούμε στα κεφάλαια 3921 και 4922. 902 Ανδρόνικος 1969, σ. 193. 903 Παπαστάθης 2004, σ. 47-50. 904 Εξάρχου 2004. Για το υλικό της Τούμπας Θεσσαλονίκης, βλ. ακόμη Χαβέλα 2004, σ. 329-339. 905 Εξάρχου 2004, σ. 16. 906 Τιβέριος 1993β, σ. 554. 907 Καλλιπολίτης 1983, σ. 118-126. 908 Σκαρλατίδου 1993, πίν. 98 Απεικονίζεται κανθαροειδής κοτύλη. Της ίδιας 1995, σ. 461-465 πίν. 153. Απεικονίζεται τεφρόχρωμη τριφυλλόστομη οινοχόη και εξάλειπτρο. 909 Σισμανίδης 1981, σ. 282-283. Του ίδιου 1983, σ. 200, 1984, σ. 216-217, 1985, σ. 234-235, 1986, σ. 138-139, 1987, σ. 787 κ.ε. CVA Greece 5, 1988, 2000, σ. 453-459, 1988,89. Ανασκάφηκε στη δεκαετία του ‘80 και οι περισσότερες ταφές ανάγονται γύρω στα 560-500 π.Χ. 910 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 199. 911 Μίεζα, σ. 39 Π1533, σ. 54 Π1567, σ. 57 Π1576 κ.α. 912 Σουέρεφ 1999, σ. 183 εικ. 17. 913 Σουέρεφ –Χαβέλα 1999, σ. 123 εικ. 4. 914 Βοκοτοπούλου 1985, σ. 156 πίν. XIV.1. 915 Βλ. σ. 217. 916 Βλ. παρακάτω σ. 217. 917 Tocra II, σ. 69 αρ. 2298-2299, 2301-2304 πίν. 35. 918 Voigtländer 1982, σ. 85 κ.ε. 919 Αρχοντίδου 1996, σ. 602 πίν. 183α. 920 Mustilli 1932-33, σ. 113. 921 Βλ. παρακάτω σ. 217κ.ε. 922 Βλ. παρακάτω σ. 250κ.ε. 83 Γ1. Λέβης Το 130 (Πίν. 27β) προέρχεται από την ταφή 6670, της οποίας αποτελεί μοναδικό κτέρισμα. Έχει οριζόντιο χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια και σφαιρικό σώμα923. Η βάση ήταν επίπεδη. Οι κάθετες λαβές, διατηρείται η μία, είναι ταινιωτές φύονται από το χείλος και απολή- γουν στο άνω τμήμα του σώματος. Στη ράχη σχηματίζεται γωνία που φανερώνει τα μεταλλικά πρότυπα του σχήματος. Αν και δεν βρέθηκε πανομοιότυπο παράδειγμα λέβητα, είναι γνωστά πα- ρόμοια παραδείγματα λεβήτων τα οποία διαφέρουν ουσιαστικά μόνο στη διαμόρφωση της λα- βής924. Εξ’ άλλου είναι εμφανής η ομοιότητα του σχήματος με το λέβη 127 (Πίν. 26ε&στ). Η μόνη διαφορά ουσιαστικά είναι ότι στον 129 η λαβή σχηματίζει έντονη γωνία. Η ένταξή του στους αρχαϊκούς χρόνους είναι βέβαιη. Γ2. Οπισθότμητη πρόχους Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα πρόσφατο εύρημα από το νεκροταφείο της Ακάνθου: μία οπισθότμητη οινοχόη 131 (Πίν. 27γ), ο πηλός της οποίας είναι γκρίζος και θα τη χαρακτηρί- ζαμε τεφρόχρωμη, εάν στο λαιμό και στο άνω μέρος του σώματός της δεν έφερε μία πολύ χαρα- κτηριστική διακοσμητική ζώνη η οποία αποτελείται από λαμπερό χρυσίζον επίχρισμα και ιώδεις ταινίες. Οι ιώδεις ταινίες «γράφονται» πάνω στο χρυσίζον επίχρισμα. Η μία βρίσκεται λίγο κάτω από το στόμιο, μία στο σημείο ένωσης λαιμού – ώμου, μία στο ύψος της κάτω απόληξης της λα- βής, που συνεχίζει μάλιστα και πάνω στη λαβή και μία στο κάτω όριο του χρυσίζοντος επιχρί- σματος. Το επίχρισμα έχει τοποθετηθεί με μεγάλη προχειρότητα. Ο χώρος κάτω από τη λαβή και το πίσω τμήμα του λαιμού έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Όμως τα ίχνη του χρωστήρα είναι πολύ έντονα, όπως άλλωστε και στο εσωτερικό του στομίου. Δεν μας εντυπωσιάζει μόνο η διακόσμηση του αγγείου αλλά και το σχήμα του και ιδιαίτερα το μικρό κόψιμο που παρουσιάζει το οπισθότμητο στόμιο, το οποίο στα αγγεία του μακεδονικού χώρου είναι συνήθως πολύ πιο βαθύ. Παρόμοια διαμόρφωση του στομίου συναντούμε σε μία πρόχου της Ολύνθου, που κατά τα άλλα είναι διαφορετικού σχήματος και εντάσσεται στη λεγό- μενη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική925. Αντίστοιχο παράδειγμα με γραπτή διακόσμηση συναντούμε και στην Ανατολική Ελλάδα αλλά εκεί η λαβή ανυψώνεται και ξεπερνά το ύψος του χείλους. Ο Πασπαλάς συγκρίνει την οινοχόη της Ολύνθου με μία ντόπια οπισθότμητη πρόχου της Εποχής Σιδήρου από την Τορώνη, την οποία δυστυχώς δεν απεικονίζει. Παρόμοιου σχήματος ευβοϊκοί πρόχοι είναι γνωστές από τις Πιθηκούσες926, όπου γινόταν πολλές εισαγωγές από την Εύβοια927. Δύο παρόμοιου σχήματος οινοχόες της τοπικής παραγωγής που μιμούνται τα ευβοϊκά πρότυπα συναντούμε και στη Νάξο της Σικελίας. Χρονολογούνται στα 630-600 π.Χ.928. Αυτές φέρουν ταινιωτή διακόσμηση χωρίς επίχρισμα. Η διακόσμηση της 131 είναι εξαιρετικά σπάνια όχι μόνο στο μακεδονικό χώρο929 και στο χώρο της Χαλκιδικής αλλά γενικότερα στον ελλαδικό χώρο. Στις Σάρδεις και γενικότερα στην περιοχή της Λυδίας συναντούμε συχνά αγγεία με λευκό επίχρισμα και μαρμαρυγία (marbling) που δίνουν την εντύπωση γυαλιού. Ο Bulter παρατηρεί ότι αγγεία με παρόμοια διακόσμηση 923 Για την ονομασία και χρήση του αγγείου, βλ. Kanowski 1984, σ. 87. 924 Τσιμπίδου – Αυλωνίτη 1993, σ. 252 εικ. 4. 925 Για το αγγείο αυτό και τον προβληματισμό όσον αφορά στο σχήμα του, βλ. παρακάτω σ. 234. 926 Buchner – Ridgway 1993, σ. 192 πίν. 60. 927 Coldstream 1995, σ. 252 κ.ε. 928 Lentini 1990, σ. 72,76 εικ. 17-18. Lentini 1998, σ. 379 εικ. 2 και 3. Κατάλογος: Από τη Νάξο του Αιγαίου στη Νάξο της Σικελίας. Μία οδός επικοινωνίας, (Αθήνα 2001), αρ. 44. 929 Αντίστοιχη διακόσμηση πρέπει να φέρει ένα αποσπασματικά σωζόμενο οξυπύθμενο αγγείο από τα Γιαννιτσά. Βλ. Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 1992, εικ. 9. 84 έχουν βρεθεί και αλλού, αλλά η τεχνική θεωρείται λυδική930. Παρόμοιο επίχρισμα συναντούμε σε ένα πόδι κρατήρα από τη Σάμο, ο οποίος κοσμείται με όμοιες οριζόντιες ταινίες931, σε δύο ακόμη πόδια κρατήρων που και τα δύο κοσμούνται εκτός από τις οριζόντιες ταινίες και με υδρό- βια πτηνά932. Το ένα μάλιστα φέρει και εγχάρακτη κυματοειδή γραμμή. Όμοιου χρώματος επίχρι- σμα φέρει και σε ένα υποστατό με πλούσια γραμμική διακόσμηση επίσης από τη Σάμο933. Απαντάται ακόμη και σε κύλικες με πουλιά934, όπως και σε μία οινοχόη διακοσμημένη με οριζό- ντιες ταινίες ερυθρού-καστανού χρώματος και συστάδες ομόκεντρων κύκλων στον ώμο935. Το επίχρισμα αυτό χρησιμοποιείται στα σαμιακά αγγεία ήδη από τα πρωτογεωμετρικά χρόνια. Βρί- σκεται όμως στο αποκορύφωμα της δημοτικότητάς του ουσιαστικά στον 7ο αι. π.Χ. Γυαλιστερό επίχρισμα με μίκα και ταινιωτή διακόσμηση φέρουν και ορισμένες όλπες από τη Μίλητο936. Την ίδια μάλλον διακόσμηση φέρει και ένα υποκρατήριο του 8ου αι. π.Χ. από την Ηφαιστία937. Στην ίδια παράδοση ίσως εντάσσονται τέλος και οι τριφυλλόστομες οινοχόες της Νάξου με ταινιωτή διακόσμηση που δεν φέρουν όμως λαμπερό επίχρισμα938. Δύο παρόμοια υποστατά από τη Θάσο που φέρουν κιτρινωπό επίχρισμα και ταινιωτή διακόσμηση με καφέ χρώμα, μίκα δεν αναφέρεται, χαρακτηρίζονται ως ιωνικά. Εάν το επίχρισμά τους φέρει μίκα ίσως αποδεικνύουν ότι παρόμοια ιωνικά προϊόντα έφτασαν στο βορειοελλαδικό χώρο939. Η ίδια διακοσμητική αντίληψη, όπως εί- δαμε μιλώντας για τις όλπες με ταινιωτή διακόσμηση, δηλ. λευκό επίχρισμα και διακόσμηση ται- νίες ερυθρού χρώματος, διακατέχει και τη χιώτικη κεραμική του 7ου αι. π.Χ.940. Ο πηλός και η τεχνογνωσία του αγγείου της Ακάνθου είναι όμοια με τα αντίστοιχα του πι- θαμφορέα 107941 και διαφέρει από το υπόλοιπο σύνολο της τοπικής παραγωγής, γεγονός που καθιστά επισφαλή την απόδοσή της στο τοπικό εργαστήριο. Ίσως κατασκευάστηκε από πλανόδι- ους καλλιτέχνες ή τους πρώτους άποικους. Ίσως οι ντόπιοι κεραμείς εφάρμοσαν πάνω στην ντόπια τεφρόχρωμη οπισθότμητη πρόχου, η οποία είχε ευβοϊκά πρότυπα όσον αφορά στο σχήμα, ένα διακοσμητικό σχήμα αγαπητό στην κε- ραμική της Λυδίας, της Αιολίας και της Σάμου του 8ου και 7ου αι. π.Χ. Όλα τα στοιχεία συνηγο- ρούν σε μία χρονολόγηση του αγγείου στον πρώιμο 7ο αι. π.Χ. Γ3. Όλπη Η χειροποίητη όλπη 132 (Πίν. 27δ) της ταφής 4346, η οποία έχει ακανόνιστη δισκόμορφη βάση, φέρει στίλβωση στην εξωτερική της επιφάνεια. Κατά τα άλλα μιμείται το αττικό σχήμα της όλπης του 4ου αι. π.Χ.942, το οποίο παράγεται από πολλά εργαστήρια του βόρειου χώρου. Το αγ- γείο μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια στον 4ο αι. π.Χ., καθώς βρέθηκε μαζί με τέσσερα χάλ- κινα νομίσματα Ακάνθου. Διαπιστώνεται για μία ακόμη φορά ο συντηρητικός χαρακτήρας των τοπικών κεραμικών εργαστηρίων. Υιοθετούν ένα σχήμα της εποχής και το κατασκευάζουν με την παλαιά τεχνική της τεφρόχρωμης κεραμικής αλλά και το διακοσμούν με μία εξίσου παλιά μέ- 930 Butler 1914, σ. 435 εικ. 7. Απεικονίζεται ένα υποστατό. Greenewalt 1979. 931 Samos V, σ. 114 αρ. 409 πίν. 74. 932 Ό.π. σ. 56 αρ. 417, 418 πίν. 76. Χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. 933 Ό.π. σ. 57 αρ. 426 πίν. 77. Χρονολογείται στα 700-670 π.Χ. 934 Ό.π. σ. 58 αρ. 466, 468 πίν. 84. Χρονολογούνται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. 935 Ό.π. αρ. 523 σ. 48 πίν.99. Χρονολογείται γύρω στα 640/630 π.Χ. 936 Von Grave 1973-74, σ. 110 αρ. 130-133 πίν. 31. Χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. 937 Di Vita 1977,σ. 347 εικ. 2. 938 Kourou 1992, σ. 135 εικ. 3-5. Της ίδιας 1984, σ. 107 κ.ε. αρ. 18-19, 29. 939 Ghali-Kahil 1960, σ. 48 πίν. XVII. 12. 940 Βλ. παραπάνω σ. 31. 941 Βλ. σ. 55. 942 Αgora XII, σ. 76 αρ. 276-283 πίν. 13. 85 θοδο, τη στίλβωση, η οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, εφαρμοζόταν κυρίως στα αγγεία της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Γ4. Μικκύλο πιθαράκι Στους τάφους της αρχαίας Ακάνθου βρέθηκαν κάποια μικκύλα πιθαράκια943. Ένα από αυτά το 133 (Πίν. 27ε, Σχ. 8ι) έχει κατασκευαστεί από γκρίζο πηλό. Ουσιαστικά αποτελεί μικρογραφία ενός μεγάλου πίθου. Έχει εξωστρεφές χείλος, κοίλο λαιμό και μικρή δισκόμορφη βάση. Τα συ- νευρήματά του το εντάσσουν με ασφάλεια στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ.944. Και αυτό αποδει- κνύει τη μακρά διάρκεια παραγωγής γκρίζων αγγείων στο μακεδονικό χώρο. Γ5. Μόνωτο κύπελλο To μόνωτο κύπελλο 65 (Πίν. 9θ) που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ., είναι χειροποίητο και φέρει έντονα ίχνη καύσης. Αν και η κατάσταση διατήρησής του είναι πάρα πολύ άσχημη, μπορεί με επιφύλαξη να συγκριθεί με ένα κύπελλο από την τρίτη φάση της Θερμής στη Λέσβο. Άλλωστε, όπως παρατηρεί και η Lamb, η συγκεκριμένη φάση της Θερμής παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με τη γκρίζα κεραμική του μακεδονικού χώρου945. Δ. «Ασημίζουσα κεραμική» Πρόκειται για μία ιδιαίτερη κατηγορία κεραμικής με την οποία θα ασχοληθούμε και στα επόμενα κεφάλαια. Τη συναντούμε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στη Σίνδο και στο Καραμπουρ- νάκι. Στην Άκανθο αποτελεί σπάνιο εύρημα. Ελάχιστα όστρακα είναι έως τώρα γνωστά από τον οικισμό946, διακοσμημένα με το συνηθέστερο μοτίβο αυτής της κεραμικής, τους ομόκεντρους κύκλους. Από το νεκροταφείο είναι γνωστός ένας αμφορέας947 . Ονομάστηκε συμβατικά «ασημίζουσα», όταν το 1990, την πρώτη δηλαδή ανασκαφική περί- οδο στην Αγχίαλο, ήρθε στο φως ένας σημαντικός αριθμός οστράκων της κατηγορίας αυτής. Στις επόμενες ανασκαφικές περιόδους ο αριθμός των ευρημάτων αυξανόταν ολοένα. Μάλιστα βρέθη- καν και λιγοστά ακέραια αγγεία που δίνουν μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα γι’ αυτήν948. Περιλαμβάνει χειροποίητα και με πολύ αργό τροχό αγγεία, με λίγες ίσως εξαιρέσεις, που διακρί- νονται κυρίως για το ασημίζον επίχρισμα που καλύπτει την εξωτερική τους επιφάνεια και τα γε- ωμετρικά μοτίβα που την κοσμούν949. Συμβολή στη μελέτη της «ασημίζουσας» κεραμικής αποτέλεσε η μεταπτυχιακή εργασία που πραγματοποιήθηκε στο ΑΠΘ με θέμα το υλικό από την ανασκαφή της Αγχιάλου950. Στις αρχές του αιώνα είχαν δημοσιευθεί ελάχιστα όστρακα και ολόκληρα αγγεία από ανασκαφές που διεξή- 943 Βλ. σ. 128. 944 Βλ. σ. 128. 945 Lamb1928-1929, 1929-1930, αρ. 245 πίν. VII. 946 Τρακοσοπούλου 1997, σ. 119 εικ. 5. Τρακοσοπούλου 1996, σ. 305 εικ. 15. Της ίδιας 2004δ, σ. 268 εικ. 3β. 947 Τρακοσοπούλου 2004δ, σ. 265-274. 948 Τιβέριος 1992, σ. 362. 949 Τιβέριος 1990β, σ. 322 και σημ 19, εικ. 11. 950 Γιματζίδης 1997. 86 χθησαν στο βορειοελλαδικό χώρο. Δυστυχώς από τις σημερινές ανασκαφικές έρευνες δεν έχουμε πολλά στοιχεία στη διάθεσή μας, αλλά μόνο κάποιες αναφορές στο ΑΕΜΘ.951 Τα αγγεία έχουν κατασκευαστεί από καθαρό, λεπτόκοκκο πηλό, που περιέχει άφθονη ποσό- τητα μίκας. Ξεχωρίζουν χάρη σ’ ένα λεπτό στρώμα επιχρίσματος που καλύπτει την εξωτερική επιφάνειά τους. Το επίχρισμα αυτό ήταν άλλοτε λεπτό και άλλοτε πυκνό διάλυμα διυλισμένου πηλού, το οποίο απλωνόταν στην εξωτερική επιφάνεια πριν την όπτηση και κατασκευαζόταν από τον ίδιο πηλό που κατασκευάζονταν και τα αγγεία, όπως φανερώνει η πλούσια ποσότητα μίκας που περιέχει και η οποία είναι υπεύθυνη για την λαμπρή όψη των αγγείων της κατηγορίας αυτής. Πάνω σ’ αυτό το ιδιόμορφο ασημίζον επίχρισμα τα αγγεία αυτού του τύπου φέρουν γραπτή δια- κόσμηση με γεωμετρικά μοτίβα. Το χρώμα που χρησιμοποιείται για τα μοτίβα αυτά αποτελείται από πολύ καθαρό πηλό, πλούσιο σε σίδηρο που έχει χρώμα καστανέρυθρο σε ποικίλες αποχρώ- σεις και εκείνο που ξεχωρίζει ιδιαίτερα είναι το βιολετί χρώμα. Αυτό σε αντίθεση με το επίχρι- σμα δεν γυαλίζει. Τα συνηθέστερα μοτίβα είναι οι ομόκεντροι κύκλοι, οι τεθλασμένες και κυμα- τοειδείς ταινίες άλλοτε ελεύθερες και άλλοτε σε ζώνες που ορίζουν οριζόντιες πλατιές ταινίες. Αν και υπάρχουν λιγοστά χειροποίητα παραδείγματα, η πλειονότητα των αγγείων της «αση- μίζουσας» κεραμικής έχει κατασκευαστεί κυρίως με αργό τροχό και μόνο κάποια επιμέρους τμή- ματα, π.χ. χείλος, έχουν κατασκευαστεί σε ταχύστροφο τροχό952. Τα περισσότερα σχήματα που παράγονται με την τεχνική αυτή είναι μεγάλα κλειστά αγγεία. Τα μεγάλα ανοικτά αγγεία είναι σπάνια, π.χ. λεκάνες και ακόμη σπανιότερα τα μικρότερα ανοικτά σχήματα, όπως κύλικες, φιά- λες κ.ά. Σχετικά με το χώρο όπου η «ασημίζουσα» κεραμική ήταν διαδεδομένη πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, πριν τη διεξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος καθώς οι περισσότερες ανασκαφές του μακεδονικού χώρου εξακολουθούν να μην έχουν δημοσιευθεί. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι η κεραμική αυτή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Κεντρική Μακεδονία. Παρα- δείγματα βρέθηκαν στον Καστανά953,στο Αξιοχώρι954,στο Αρχοντικό Γιαννιτσών955, στη Μεσημεριανή Τούμπα Τριλόφου Θεσ\νίκης956, και στην τούμπα Lembet στη Θεσσαλονίκη957. Συναντάται επίσης και στη Χαλκιδική π.χ. στην Όλυνθο958, στη Σάνη959, στη Μένδη960, στην Ανατολική Μακεδονία και συγκεκριμένα στην Ηιόνα961, στην Άργιλο962 αλλά και στη Θάσο963. Μία πρώτη προσπάθεια χρονολόγησής της έχει γίνει από τον Heurtley στις αρχές του αιώνα, ο οποίος την είχε χαρακτηρίσει ως μία τοπική γεωμετρική κεραμική. Σύμφωνα με τον Heurtley από τη στρωματογραφία της Vardaròftsa προκύπτει ότι η εμφάνιση της είναι συχνή στον 7ο και 6ο αι., αλλά η παραγωγή της συνεχίζεται και στον 5ο αι.964 Αργότερα ο Bernard χρονολόγησε κάποια όστρακα από τη Θάσο στον 7ο αι. π.Χ. που σύμφωνα όμως με μία πρόσφατη επανεξέ- 951 Για ευρήματα παλιότερων ανασκαφών, βλ. Rey 1917-1919, πίν.50. Heurtley - Hutchinson 1925-6, εικ.14. Cuttle 1926-7, σ. 210. Olynthus XIII, σ. 50. Heurtley 1926-1927,σ. 169. Heurtley – Radford 1929, σ. 113-136. 952 Για περισσότερες κατασκευαστικές λεπτομέρειες, βλ. Γιματζίδης 1997, σ. 2-7. 953 Hänsel 1979, σ. 197. 954 Heurtley 1925-1926, σ. 27-28. Cuttle 1926-1927. Heurtley 1929, σ. 234. 955 Χρυσοστόμου 1992, σ. 171 και σ. 175 εικ. 8-11. Χρυσοστόμου –Χρυσοστόμου 1994, σ. 76, 77 εικ. 7, 8, 9, 11. Πρόκειται για χειροποίητα παραδείγματα. 956 Γραμμένος- Σκουρτοπούλου 1992, σ. 344. 957 Rey 1917-1919 ,πίν. L. 958 Olynthus V, σ. 194, 226 εικ. 31. 959 Βοκοτοπούλου 1993, σ. 194, 226 εικ. 31. 960 Μοσχονησιώτη 2004, σ. 282 εικ. 7. 961 Βοκοτοπούλου 1993α, σ. 685, 719 εικ. 18. 962 Όπως με πληροφόρησε ο καθ. Μ. Τιβέριος. 963 Bernard 1964, σ. 124. Γιματζίδης 2002, σ. 73 κ.ε. εικ. 7,8. 964 Heurtley 1923-1925, σ. 35. 87 τασή τους εντάσσονται στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ.965. Από τα πρώτα χρόνια των ανασκαφικών ερευνών στη Αγχίαλο φάνηκε ότι το μεγαλύτερο τμήμα της χρονολογείται στον 8ο αι. π.Χ.966. Περισσότερα στοιχεία όμως για τη χρονολόγηση της «ασημίζουσας» προκύπτουν από τη μελέτη της στρωματογραφίας της τομής Α της Αγχιάλου, που είναι αδιατάρακτη, αν εξαιρέ- σουμε το ανώτερο στρώμα, που έχει διαταραχθεί μετά τις συνεχείς εργασίες του στρατού. Το τε- λευταίο στρώμα χρονολογείται στην εποχή του Χαλκού και το ανώτερο στον 4ο αι. Με βάση την μεταπτυχιακή εργασία του Σ. Γιματζίδη, που μελέτησε τη στρωματογραφία της τομής η παρα- γωγή της «ασημίζουσας» ξεκινά στον 8ο αι. π.Χ. και φθάνει ως τις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ. χωρίς να παρουσιάζεται κάποια σημαντική εξέλιξη967. Η δεύτερη στρωματογραφική τομή Α.0 που ερευνήθηκε στην άνω τράπεζα της Αγχιάλου επιβεβαίωσε την παραγωγή της «ασημί- ζουσας» τουλάχιστον ως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ.968. Δ1. Αμφορέας Ο 134 969(Πίν. 27στ) διατηρείται αποσπασματικά αλλά το σωζόμενο τμήμα του μας επιτρέπει να έχουμε σαφή εικόνα του σχήματος. Πρόκειται για έναν αμφορέα με λοξές λαβές στον ώμο. Το χείλος δεν διατηρείται. Η ομοιότητα όμως του λαιμού με τον αμφορέα 108 μας επιτρέπει να το αποκαταστήσουμε ως μία ταινιωτή στεφάνη που εξέχει από το λαιμό. Η επιφάνεια του λαιμού καλύπτεται με σκούρες ταινίες. Στον ώμο φέρει δύο τοξωτές διπλές λαβές που κοσμούνται με μικρά γραμμίδια. Το άνω τμήμα του σώματος κοσμείται με συστάδες ομόκεντρων κύκλων. Δυστυχώς αποτελεί αγγείο ενταφιασμού ακτέριστης ταφής. Ως προς το σχήμα του είναι όμοιο με το σχήμα του αμφορέα 108 (Πίν. 16). Με το σχήμα αυτό ασχοληθήκαμε εκτενώς πα- ραπάνω μιλώντας για τη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική970. Το σχήμα εμφανίζεται στο βορειοελλα- δικό χώρο τον 7ο αι. π.Χ. και συνεχίζει έως τον 4ο αι. π.Χ. Ε. Μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων Εξαιρετικά σπάνιες είναι οι περιπτώσεις απομιμήσεων αττικών μελανόμορφων αγγείων στην Άκανθο. Προς το παρόν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί μόνο μία αποσπασματική κύλικα και θραύσματα ενός κιονωτού κρατήρα, τα οποία πιθανότατα δεν κατασκευάστηκαν στην Άκανθο αλλά εισήχθηκαν από κάποιο άλλο κοντινό κέντρο παραγωγής μελανόμορφων αγγείων. Μοναδική είναι και η περίπτωση μίμησης οινοχόης Ρυθμού Αιγάγρων που αποτελεί μάλλον προϊόν κάποιου περιοδεύοντος εργαστηρίου. Ε1. Κιονωτός κρατήρας Ο κιονωτός κρατήρας 135 (Πίν. 27ζ), ο οποίος κάλυπτε το στόμιο του ταφικού οξυπύθμενου αμφορέα της ταφής 9844, διατηρείται δυστυχώς πολύ αποσπασματικά. Σώζονται τρία θραύσματα, στα οποία διατηρείται η γένεση του λαιμού, τμήμα του σώματος και η γένεση της μίας λαβής κυκλικής διατομής. Από την παράσταση διατηρούνται εκατέρωθεν της λαβής δύο πτηνά. Αυτό στα δεξιά έχει αντοικτό το φτερό του και στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω. Σε ένα δεύτερο θραύσμα διατηρείται το μεγαλύτερο τμήμα ενός βόσκοντος αιγάγρου. Με βάση τα 965 Ό.π. σημ. 963. 966 Τιβέριος 1991α, σ. 241. 967 Βλ. Γιματζίδης 1997, σ. 47 κ.ε. 968 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 199. 969 Τρακοσοπούλου 2004δ, σ. 268-9 εικ. 3γ. 970 Βλ. παραπάνω σ. 55κ.ε. 88 σωζόμενα στοιχεία μπορούμε με τη βοήθεια ενός κρατήρα από το Λούβρο971 να αποκαταστήσουμε την παράσταση της μίας όψης με τον αίγαγρο και το πτηνό με το ανοικτό φτερό μπροστά του στα αριστερά. Το δεύτερο πτηνό βρισκόταν ανάμεσα στα δύο στελέχη της λαβής. Παρόμοιοι αμφορείς με αντίστοιχο θέμα είναι γνωστοί από το Καραμπουρνάκι και είναι πιθανό να προέρχονται, όπως και ο 135, από κάποιο εργαστήριο του Λυδού στο μυχό του Θερμαϊκού972. Ένα ακόμη παράδειγμα τοπικού μελανόμορφου αγγείου ίσως μπορούμε να δούμε στον απο- σπασματικό κρατήρα που δημοσιεύεται από τον Καλτσά, ο οποίος δεν αναφέρει τίποτε για την προέλευση του αγγείου973. Στο αγγείο δίνονται τρεις πάπιες που βαδίζουν προς τα αριστερά. Η ομοιότητα του αγγείου με τον τοπικό κιονωτό κρατήρα από το νεκροταφείο της Αγίας Παρα- σκευής974 μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι πρόκειται για μελανόμορφο αγγείο που εισήχθηκε στην Άκανθο από κάποιο εργαστήρι που είχε την έδρα του στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου975. Ε2. Κύλικα Η 136 (Πίν. 27η) από την οποία διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας λαβής μιμείται αττική κύλικα τύπου Κρακοβίας976. Προέρχεται από την επίχωση μίας ταφής του πρώτου μισού του 4ου αι. π.Χ. Ωστόσο με βεβαιότητα μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Στο θραύσμα της Ακάνθου υπάρχει και επίθετο λευκό χρώμα. Κάτω από την παρυφή του χείλους υπάρχει μία οριζόντια ταινία. Στη ζώνη των λαβών έχουμε ανθέμια που εναλλάσσο- νται με άνθη λωτού που αποδίδονται επίσης με λευκό χρώμα. Κάτω από αυτά υπάρχει μία σειρά λευκών στιγμών. Ε3. Οινοχόη Από την επίχωση του ακάνθιου νεκροταφείου προέρχεται ένα ακόμη μελανόμορφο αγγείο που δεν έχει όμως αττικά πρότυπα αλλά μάλλον χιακά. Πρόκειται για το μικρό θραύσμα 137 (Πίν. 27θ), μίας οινοχόης που ανήκει στο Ρυθμό Αιγάγρων. Διατηρείται το κάτω τμήμα του σώ- ματος. Στο κάτω σωζόμενο άκρο διατηρούνται αποσπασματικά οι ακτίνες που κοσμούσαν το σώμα ακριβώς πάνω από τη βάση. Η διακόσμηση αποδιδόταν σε ζώνες που ορίζονταν από ται- νίες. Στη σωζόμενη ζώνη διατηρούνται αποσπασματικά δύο αίγαγροι: ο ένας στα αριστερά κα- τεβάζει το κεφάλι προς τα κάτω, ενώ ο άλλος δεξιά στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω. Αποδίδονται με σκιαγραφία και περίγραμμα, ενώ ανάμεσά τους ο χώρος καλύπτεται με διάφορα παραπληρω- ματικά μοτίβα. Η εξωτερική επιφάνεια καλύπτεται με ένα λεπτό υπόλευκο επίχρισμα και η δια- κόσμηση αποδίδεται με ερυθρό χρώμα. Ο πηλός του αγγείου δεν διαφέρει από τον αντίστοιχο των υπολοίπων αγγείων που αποδίδονται στην παραγωγή των ακάνθιων εργαστηρίων. Ωστόσο το γεγονός ότι προς το παρόν είναι ένα μόνο παράδειγμα γνωστό από το μεγάλο νεκροταφείο της Ακάνθου μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι απίθανο να λειτουργούσε στην πόλη ένα εργαστήριο που θα κατασκευάζε αγγεία του Ρυθμού Αιγάγρων. Οδηγούμαστε λοιπόν στη σκέψη ότι αποτελεί προϊόν ενός περιοδεύοντος εργαστηρίου της Ανατολικής Ελλάδος977. Εξ άλλου θεωρείται πολύ πιθανή στο βορειοελλαδικό χώρο, και πιο συγκεκριμένα στα Άβδηρα, η ύπαρξη ενός εργαστη- 971 CVA Louvre, πίν. 165.4. 972 Τιβέριος 1993β, σ. 553κ.ε. Ζαφειροπούλου 1970, σ. 377 κ.ε. αρ. 5 εικ. 35-36. CVA Greece, Thessalo- niki, Archaeological Museum, σ. 13-27. 973 Άκανθος Ι, σ. 131 Τ 1632.4 πίν. 147 δ. 974 Σισμανίδης 1987, σ. 793. πίν. 160. 2. 975 Σχετικά με τη δράση Αθηναίων τεχνιτών μελανόμορφων αγγείων, βλ. Τιβέριος 1993β, σ. 553-560. 976 Για τις κύλικες αυτές, βλ. Bloesch 1940, σ. 115κ.ε. Για ένα αττικό παράδειγμα από τη Σίνδο, βλ. Τιβέ- ριος 1988α, σ. 298 εικ. 5. 977 Για τους περιοδεύοντες τεχνίτες, βλ. παραπάνω σ. 47. 89 ρίου που παρήγαγε μιμήσεις κλαζομενιακών αγγείων978. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι στη γειτονική Θάσο λειτουργούσαν διάφορα μελανόμορφα εργαστήρια και ότι στα 570-560 π.Χ. εί- ναι πολύ έντονη η επίδραση της χιώτικης κεραμικής979. Μάλιστα θασιακή μελανόμορφη κερα- μική έχει βρεθεί στην Άργιλο980 αλλά και στη Σάνη της Ακτής981. Τμήμα αγγείου του Ρυθμού Αιγάγρων που θεωρείται πιθανό να κατασκευάστηκε από τοπικό εργαστήρι της Χαλκιδικής είναι γνωστό και από την Τορώνη982. ΣΤ. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων Ελάχιστες είναι οι μιμήσεις κορινθιακών αγγείων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι ντό- πιοι κεραμείς μιμούνται το χαρακτηριστικό κορινθιακό σχήμα αλλά όχι πάντα και τη διακό- σμηση. Από τα επτά αγγεία που ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα τα τέσσερα φέρουν διακόσμηση, ενώ τα υπόλοιπα τρία έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Μάλιστα γίνεται προσπάθεια να δημι- ουργηθούν κατά την όπτηση κατάλληλες συνθήκες ώστε η υφή και το χρώμα των αγγείων, αν και έχουν κατασκευαστεί από όμοιο πηλό με τα υπόλοιπα ντόπια, να πλησιάζει την αντίστοιχη των κορινθιακών. Η προσπάθεια αυτή των Ακάνθιων κεραμέων είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί δεν παρατηρείται σε άλλα κορινθιάζοντα αγγεία που συναντούμε για παράδειγμα στη Σίνδο και στο Καραμπουρνάκι και που αντιγράφουν και την κορινθιακή διακόσμηση και θα μπορούσαν να θε- ωρηθούν προϊόντα ενός εργαστηρίου983(βλ. Παράρτημα Α). Αντίθετα μία ερυθροβαφής κοτύλη δεν προέρχεται από κάποιο εργαστήρι της αρχαίας Ακάνθου αλλά από το ίδιο εργαστήριο με τα κορινθιάζοντα αγγεία από τη Σίνδο και το Καραμπουρνάκι που φέρουν την τυπική διακόσμηση των κορινθιακών αγγείων χωρίς να προσπαθούν να μιμηθούν και τον κορινθιακό πηλό. ΣΤ1. Αρύβαλλοι Εξαιρετικά σπάνιο εύρημα, όχι μόνο για την Άκανθο αλλά και για όλο τον ελλαδικό κό- σμο984, είναι η απομίμηση ενός απιόσχημου κορινθιακού αρυβάλλου, 138 (Πίν. 28α). Διατηρείται αποσπασματικά˙ η εξωτερική του επιφάνεια είναι απολεπισμένη. Το χείλος είναι δισκόμορφο, ο λαιμός ψηλός, κυλινδρικός και το σώμα απιόσχημο. Αν και μιμείται πιστά το σχήμα του κορινθι- ακού αρυβάλλου, το αγγείο έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και δεν φέρει γραπτή διακόσμηση, όπως τα αντίστοιχα κορινθιακά, παρά μόνο δύο ταινίες στην άνω επιφάνεια του χείλους. Από την ίδια ταφή προέρχεται το επίσης τοπικής παραγωγής μόνωτο κύπελλο, 66, με τη βοήθεια του οποίου μπορούμε να χρονολογήσουμε και τον αρύβαλλο στα τέλη του 7ου αι. Ο σφαιρικός αρύβαλλος 139 (Πίν. 28β) είναι πιο συνηθισμένη κορινθιακή μίμηση. Αυτός δι- αφέρει από τον προηγούμενο γιατί έχει πορτοκαλόχρωμο πηλό και γραπτή φυτική διακόσμηση 978 Koukouli-Chrysanthaki 1970, σ. 356-360. Γιούρη – Κουκούλη 1987, σ. 372. 979 Coulié 2002, σ. 171. 980 Coulié 2002, σ. 163. 981 Τσιγαρίδα –Τσολάκης 2004, σ. 193. 982 Τorone I, σ. 319 αρ. 5.27. 983 Οι ανασκαφείς του οικισμού στο Καραμπουρνάκι θεωρούν ότι τα λεγόμενα «κορινθιάζοντα» αγγεία κατασκευάζονταν, ως επι το πλείστον, από ένα κορινθιακό εργαστήρι που λειτουργούσε εκτός Κορίνθου, ίσως κάπου στο βορειοελλαδικό χώρο, και πιθανόν στην Ποτείδαια. Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2002, σ. 262 και 2003, σ. 195. Παρατηρείται μάλιστα ότι σε μερικά από αυτά υπάρχουν εμφανείς ιωνικές επιδράσεις. 984 Ένα αντίστοιχο άβαφο παράδειγμα είναι γνωστό από τη Δύση, βλ. Lo Porto 1978,σ. 131-136 πίν. 63. Γενικά για την ονομασία και χρήση του αγγείου, βλ. Kanowski 1984, σ. 27. 90 με εγχάρακτους ρόδακες που μιμείται πιστά αντίστοιχα κορινθιακά πρότυπα. Με τη βοήθεια της κοτύλης (Πίν. 28γ) που υπήρχε στην ίδια ταφή, χρονολογείται στη Μέση Κορινθιακή περίοδο985. ΣΤ2. Αλάβαστρο Όπως και ο αρύβαλλος, έτσι και το αλάβαστρο986, είναι ένα σχήμα του κορινθιακού κεραμι- κού που σπάνια μιμήθηκαν οι ντόπιοι κεραμείς. Το μοναδικό παράδειγμα που έχει εντοπιστεί, το 140 (Πίν. 28δ-ε) έχει έντονα ίχνη καύσης. Η πρόσθια όψη κοσμείται με δύο πτηνά εκατέρωθεν ενός φιδιού. Με βάση αντίστοιχο κορινθιακό παράδειγμα που φέρει δύο αντικριστά πτηνά χωρίς παραπληρωματικά μοτίβα, μπορεί το αγγείο μας να ενταχθεί στην Πρώιμη Κορινθιακή Περίοδο (610/605-580 π.Χ.)987. ΣΤ3. Κοτύλες Δάνειο από την Κόρινθο αποτελεί και το σχήμα της κοτύλης 141 (Πίν. 28στ, Σχ. 9α). Έχει ψηλό, βαθύ σώμα και εσωστρεφές χείλος. Το σώμα συγκλίνει σταδιακά προς τη χαμηλή, δισκό- μορφη βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας είναι ελαφρώς κοίλη. Οι οριζόντιες λαβές έχουν προ- σαρμοστεί λίγο κάτω από το χείλος. Παρόμοιο κορινθιακό παράδειγμα με γραπτή διακόσμηση που χρονολογείται γύρω στα 600 π.Χ., έχει βρεθεί και στην Άκανθο988. Η βάση όμως στο κορινθιακό αγγείο είναι διευρυνόμενη. Το στοιχείο αυτό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του κορινθιακού εργαστηρίου. Η 141 προέρχεται από την ταφή 3406, στην οποία βρέθηκαν μόνο κά- ποια κορινθιακά όστρακα989 (Πίν. 28στ) της Πρώιμης-Μέσης Κορινθιακής Περιόδου. Η 142 (Πίν. 28ζ, Σχ. 9β) φέρει θαμπό ερυθρό γάνωμα. Το χείλος είναι ελαφρά εσωστρεφές. Το βαθύ σώμα έχει ενιαίο, καμπύλο περίγραμμα προς τη βάση. Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής διατομής, προσαρμόζονται κάτω από το χείλος. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη και στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζεται ανάγλυφος δίσκος. Είναι εμφανές ότι η κοτύλη μιμείται τις κορινθιακές κοτύλες, βασικό χαρακτηριστικό των οποίων στην Ύστερη Κορινθιακή Περίοδο είναι η διευρυνόμενη βάση με έναν έξεργο δίσκο στην κάτω επιφάνεια990. Προέρχεται από την ταφή 4601 όπου βρέθηκε και τμήμα μίας προτομής, το οποίο δεν μπορεί να μας δώσει παραπάνω στοιχεία για τη χρονολόγησή της. Το σχήμα αποτελεί ένα σύνηθες δάνειο των ντόπιων κεραμέων από την Κόρινθο. Μιμήσεις του ίδιου σχήματος συναντούμε και στην Σίνδο και στο Καραμπουρ- νάκι991. Παρόμοια παράδειγματα από ταφές των μέσων και του γ’ τέταρτου του 5ου αι. π.Χ. έχουν βρεθεί στη Μίεζα κ.α. 992 Παρατηρούμε ότι οι κεραμείς των τοπικών εργαστηρίων αντιγράφουν το σχήμα της κοτύλης από το κορινθιακό εργαστήριο, αλλά όχι και τη διακόσμηση ˙ αφήνονται στο χρώμα του πηλού. Διαφορετική είναι μία κοτύλη της ταφής 9864, η οποία είναι όμοια με κάποια παραδείγματα από το Καραμπουρνάκι993, τα οποία φέρουν γάνωμα στα 2/3 του σώματος και μιμούνται τις κορινθιακές κοτύλες χωρίς να προσπαθούν να μιμηθούν και το χρώμα του πηλού, το οποίο είναι 985 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, σ. 144 αρ. 1089 πίν. 159δ. 986 Για την ετυμολογία του όρου και τη χρήση του σχήματος, βλ. Kanowski 1984, σ. 15. Richter-Milne 1973, σ. 16 εικ. 103-108. 987 Anderson 1958-59, σ. 144 πίν. 24.82. 988 Άκανθος Ι, αρ. 1149 πίν. 168 στ. 989 Ι.51.109. Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Άκανθος Ι, πίν. 154. 990 Άκανθος Ι, αρ. Ε79- 8. 991 Βλ. αντίστοιχα Κεφάλαιο 2 και 3. 992 Μίεζα, Π1683 σ. 99, Π1700 σ. 104. Harnecker 1982, σ. 300-303 πίν. 22.5. 993 Βλ. παρακάτω σ. 193κ.ε. 91 κοκκινωπό. Χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.994 και θεωρείται επείσακτη στην Άκανθο από κάποιο εργαστήριο που λειτουργούσε στην περιοχή του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. ΣΤ4. Λεκάνη Εντυπωσιακό είναι το θραύσμα, πιθανότατα λεκάνης, 143 (Πίν. 28η) το οποίο φέρει στα δε- ξιά πτηνό σε κατατομή προς τα αριστερά και το κάτω τμήμα ενός φυτικού κοσμήματος, που απο- τελείται πιθανότατα από ανθέμιο στο άνω τμήμα και ανάστροφο άνθος λωτού στο κάτω τμήμα995. Πιθανότατα η παράσταση μπορεί να αποκατασταθεί με ένα ακόμη αντωπό πτηνό996. Παρόμοιο θραύσμα λεκάνης που μιμείται κορινθιακή έχει βρεθεί στη Θάσο997. Η σύσταση του κοκκινωπού πηλού και το λεπτό κιτρινωπό αλείφωμα με αρκετή μίκα στην εξωτερική επιφάνεια το διαφορο- ποιεί από τις υπόλοιπες μιμήσεις κορινθιακών. Καταβάλλεται προσπάθεια να δώσει την εντύ- πωση κορινθιακού αγγείου. Το θέμα το συναντούμε και σε κρατήρες της τοπικής παραγωγής που ίσως σχετίζονται με κάποιο εργαστήρι του Λυδού στο βορειοελλαδικό χώρο998. ΣT5. Θήλαστρο Από την ίδια ταφή με το θραύσμα της κορινθιάζουσας λεκάνης που μόλις εξετάσαμε, προέρ- χεται και ένα θήλαστρο, 144 (Πίν. 28θ), που θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί κορινθιακή μί- μηση. Έχει σφαιρικό σώμα, διευρυνόμενη βάση και δακτυλιόσχημη λαβή. Η εξωτερική επιφά- νεια του αγγείου καλύπτεται με οριζόντιες επάλληλες ταινίες γκριζόμαυρου χρώματος. Γύρω από το στόμιο αποδίδονται εγχάρακτες γραμμές σε σχήμα μαιάνδρου. Παρόμοια διακόσμηση συνα- ντούμε σε ένα, μεταγενέστερο από το δικό μας, κορινθιακό θήλαστρο999. Εντύπωση όμως προκα- λεί η διακόσμηση του ώμου. Πάνω σε μία οριζόντια ταινία δίνονται εγχάρακτα υδρόβια, συρμά- τινα πτηνά, που θυμίζουν πολύ έντονα τα αντίστοιχα πουλιά του κορινθιακού κεραμικού. Στην κορινθιακή αγγειογραφία της Πρώιμης Κορινθιακής περιόδου αποδίδονται τις περισσότερες φο- ρές με σκιαγραφία1000. Ζ. Μιμήσεις ερυθρόμορφων αγγείων Αν και στο μακεδονικό χώρο1001 και ιδιαίτερα στην Όλυνθο1002 είναι ιδιαίτερα συνηθισμένα τα ερυθρόμορφα αγγεία, προϊόντα τοπικών εργαστηρίων που μιμούνται τα αττικά, τόσο στα σχή- ματα όσο και στη διακόσμηση, μοτίβα και μυθολογικά θέματα, στην Άκανθο είναι ελάχιστα και μάλιστα καθόλου σίγουρα εκείνα τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ίσως δεν είναι αττικά και για το λόγο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα εργασία. Ο Καλ- 994 Βλ. παρακάτω σ. 193. 995 Το ίδιο φυτικό μοτίβο συναντάται συχνά στην κορινθιακή τέχνη ανάμεσα σε δύο αντωπά ζώα ή μυθικά όντα, όπως οι Σειρήνες, βλ. Perachora ΙΙ, σ. 212 αρ. 2064 πίν. 79. Payne 1937, πίν. 23.3. 996 Ο τρόπος που αποδίδεται το πτηνό μας θυμίζει αντίστοιχα πτηνά της Μέσης Κορινθιακής περιόδου, βλ. Perachora ΙΙ, σ. 206 αρ. 2026 πίν. 79. Το θέμα συναντάται και σε αγγεία της ΥΚ περιόδου, βλ. Payne 1937, σ. 329 αρ. 1472 πίν. 42.2. 997 Ghali-Kahil 1960, σ. 59 αρ. 41 πίν. 22. 998 Τιβέριος 1993β, σ. 553κ.ε. Ζαφειροπούλου 1970, σ. 377 κ.ε. αρ. 5 εικ. 35-36. 999 Payne 1937, σ. 335 αρ. 1527 εικ. 185. 1000 Perachora ΙΙ, σ. 220 αρ. 2157, 2158 πίν. 84 και σ. 245 αρ. 2359, 2360 πίν. 94. 1001 Ζαφειροπούλου 1970, σ. 424 κ.ε. αρ. 24-27. Πρόκειται για σκύφους από ερυθρό πηλό με μίκα. Ζαφειροπούλου 1964, σ. 99-101. Πέτσας 1967, πίν. 27. Πέτσας 1975, πίν. 138, 140. Γιούρη 1972, σ. 6-14. Torone I, σ. 353 κ.ε. αρ. 8.138-8.193. 1002 Olynthus V, Olynthus XIII. 92 τσάς για παράδειγμα συμπεριλαμβάνει αρκετά ερυθρόμορφα αγγεία1003 (σκύφους, κρατήρες, ληκύθους, και μία υδρία), τα οποία είναι κατασκευασμένα από καθαρό ερυθρό πηλό, αλλά απο- φεύγει τόσο να τα χαρακτηρίσει ως αττικά όσο και να αποσαφηνίσει την προέλευσή τους. Η ίδια δυσκολία διάκρισης των τοπικών ερυθρόμορφων αγγείων επισημαίνεται και στη δημοσίευση της Τορώνης1004. Τα ερυθρόμορφα αγγεία των τοπικών εργαστηρίων1005, που τα βρίσκουμε συνήθως στη Χαλκιδική, π.χ. Όλυνθο, Σύλλατα, είναι κατασκευασμένα συνήθως από ερυθρό πηλό πλούσιο σε μίκα. Τα εδαφόχρωμα μέρη φέρουν συνήθως επάλειψη με ερυθρό χρώμα, μίλτο, ενώ το μελανό γάνωμα είναι θαμπό. Συνήθως διακρίνεται το προσχέδιο και χρησιμοποιείται ανάγλυφη γραμμή για τις λεπτομέρειες και σπάνια για τα περιγράμματα. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν τα συ- ναντούμε στα αγγεία της Ακάνθου που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ντόπια. Όσον αφορά στα σχήματα συνηθέστεροι είναι οι σκύφοι, οι καλυκόσχημοι κρατήρες και λιγότερο συχνά εμφανί- ζονται τα bolsal, οι λεκανίδες, οι υδρίες και οι πελίκες. Η. Αγγεία με γραπτή διακόσμηση Η1. Υδρίες Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η επιμελημένη τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση υδρί- σκη 145 (Πίν. 28ι-λ). Το εξωστρεφές, λοξότμητο χείλος με την πλαστική στεφάνη στην άνω επι- φάνειά του μας φέρνει στο νου τις αττικές υδρίες του τέλους του 5ου αι. π.Χ.1006 Στην ίδια εποχή εξ άλλου συγκαταλέγεται και το μελαμβαφές αρυβαλλοειδές ληκύθιο1007 (Πίν. 28μ) που συνυ- πήρχε στην ίδια ταφή1008. Ο ντόπιος καλλιτέχνης κάλυψε με χρώμα την πίσω όψη του αγγείου, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο, και έδωσε σχεδόν πολυτελή διακόσμηση στην κύρια όψη. Το χείλος, οι λαβές και η βάση του αγγείου φέρουν καστανό χρώμα. Στον ώμο υπάρχουν λογχόσχημα φύλλα και μία ταινία μαιάνδρου στο ύψος των οριζόντιων λαβών. Και τα δύο μοτίβα συναντούνται στην αιολική κεραμική της υποαρχαϊκής περιόδου αλλά και στα βοιωτικά και ευβοϊκά μελανόμορφα αγγεία του 4ου αι. που έχουν σαφή επίδραση στην τοπική παραγωγή των ύστερων κλασικών χρόνων. Η 145 δεν μπορεί να ενταχθεί στην «χαλκιδικιώτικη» κεραμική για δύο λόγους: α) δεν φέρει το χαρακτηριστικό υπόλευκο επίχρισμα, που δεν αποτελεί όμως καθοριστικό στοιχείο και β) επειδή η διακόσμηση δεν αποδίδεται σε ζώνες, όπως συμβαίνει πάντα στα αγγεία της κατηγορίας. Η2. Αρυτήρες Αν και οι άβαφοι αρυτήρες είναι ένα αγγείο που απαντάται συχνά τόσο στα νεκροταφεία όσο και στους οικισμούς της ύστερης κλασικής και ελληνιστικής περιόδου, οι μικκύλοι αρυτήρες με γραπτή διακόσμηση συναντούνται αρκετά σπάνια και φαίνεται ότι είναι μία παραλλαγή που «επιχωριάζει» στο βορειοελλαδικό χώρο. Το γεγονός ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο εύρημα απο- δεικνύεται από το ότι σε ένα σύνολο περίπου 7000 τάφων, εντοπίστηκαν μόνο τέσσερα παρα- δείγματα: 146-149. Στον πρώτο τόμο της δημοσίευσης του νεκροταφείου της Ακάνθου συμπερι- λαμβάνονται δύο ακόμη παραδείγματα1009. 1003 Άκανθος Ι, Ε 279, 279α, 272, 266 σ. 195-206. 1004 Torone I, σ. 353. 1005 Mc Phee 1981, σ. 298-308 πίν. 49-53. 1006 Agora XII,σ. 200 αρ. 1588 πίν. 70. 1007 Agora XII, σ. 154 αρ. 1125 πίν. 38. Corbett 1949, σ. 326 αρ. 42. 1008 Ταφή 5931. 1009 Άκανθος Ι, σ. 268 αρ. Ε319\ 1293σχ. 36. 93 Παρόμοια αγγεία έχουν βρεθεί και στην Όλυνθο1010. Ένα από αυτά περιείχε θησαυρό νομισμάτων που θάφτηκε το 348 π.Χ., αλλά περιείχε κοπές που χρονολογούνται πριν το 432 π.Χ.1011. Ο Robinson χρονολογεί τα λιγοστά αγγεία αυτού του σχήματος που βρέθηκαν στην Όλυνθο από τα τέλη του 5ου ως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Παρόμοιο αγγείο έχει βρεθεί και στα Άβδηρα1012. Είναι πιθανό η διακόσμηση αυτών των αρυτήρων να σχετίζεται με την αντίστοιχη ορισμένων μικκύλων αγγείων που βρέθηκαν στην αθηναϊκή Αγορά1013 και τον Κεραμεικό1014 και προέρχονται όλα από παιδικές ταφές. Πρόκειται για δύο κώθωνες, ένα λουτήριο, ένα θήλαστρο, μία τριφυλλόστομη οινοχοΐσκη, μία πυξίδα κ.ά. που φέρουν μελανό γάνωμα και μία ζώνη στο χρώμα του πηλού που κοσμείται είτε με απλές πινελιές είτε με στιγμές. Χρονολογούνται στον 6ο και πρώιμο 5ο αι. π.Χ. με εξαίρεση δύο παραδείγματα που εντάσσονται στον 4ο αι. Συνδέονται με τη λεγόμενη Ομάδα των Κύκνων1015. Στην Όλυνθο αυτός ο τρόπος διακόσμησης συναντάται και σε γραπτές λοπάδες που εντάσσονται επίσης στον ύστερο 5ο – πρώιμο 4ο αι. π.Χ.1016. Στην ίδια ομάδα μπορούμε να εντάξουμε και τη σταμνοειδή πυξίδα 150 και τον μικκύλο κιονωτό κρα- τήρα 151 από την Άκανθο1017. Η διακόσμησή τους αποτελείται είτε από σειρές στιγμών, είτε από όρθια γραμμίδια, ή από κάθετες ταινίες. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου στο λαιμό έχουμε την αναγραφή ενός ονόμα- τος1018. O 146 (Σχ. 9γ) έχει εξωστρεφές χείλος, μικρό κοίλο λαιμό και ημισφαιρικό σώμα με στρογγυλοποιημένη, αδιαμόρφωτη βάση. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή. Η στεφάνη του χείλους, η ράχη της λαβής και το κάτω τμήμα του σώματος φέρουν ερυθρό χρώμα. Ο λαιμός, ο ώμος και το κεντρικό τμήμα της λαβής έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμούνται με ακανόνιστες ερυθρές κουκκίδες. Στην ίδια ταφή βρέθηκε πλήθος ειδωλίων και γυναικείων προτομών, καθώς και ζεύγος αργυρών ενωτίων1019. Στη χρονολόγησή της μας βοηθά ιδιαίτερα ο μελαμβαφής σκύ- φος1020. Η κάτω επιφάνεια της βάσης του φέρει ερυθρό χρώμα, μίλτο, και κοσμείται με δύο γρα- πτούς κύκλους. Με βάση τα ενώτια και το σκύφο το αγγείο μας μπορεί να χρονολογηθεί από τα τέλη του 5ου ως τον πρώιμο τέταρτο αιώνα1021. Παρόμοιο παράδειγμα από την Όλυνθο τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ.1022. 1010 Olynthus XIII, σ. 209 αρ. 265-269 πίν. 148. Olynthus V, σ. 33-34 αρ. Ρ48-50 πίν. 31. 1011 Ό.π. σ. 208. 1012 Άκανθος Ι, σ. 268 υποσ. 941. 1013 Agora XII, σ. 186 αρ. 1404-1416 πίν. 45. 1014 Kerameikos IX, σ. 104 πίν.38 αρ. 5&6. 1015 Η ομάδα αυτή αποτελείται από αγγεία μικρού μεγέθους που συνήθως κοσμούνται με πουλιά αποδο- σμένα με σκιαγραφία και ορισμένες φορές αποδίδονται ανάστροφα. Το αττικό εργαστήρι που τα παρήγαγε, θεωρούνταν ότι λειτουργούσε γύρω στα 550-525 π.Χ. Βλ. Beazley 1944, σ. 55 κ.ε. ABV 655-660. Parali- pomena 315-316. Agora XXIII, Index I. Μαραγκού 1985, σ. 73 κ.ε. Lioutas 1987, σ. 44 κ.ε., 85 κ.ε. Ένα θραύσμα μίας φιάλης από την αθηναϊκή Αγορά καθιστά όμως πιθανό το εργαστήριο να συνέχισε να παρά- γει αυτά τα αγγεία ως το τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Βλ. Αgora XXIII, σ. 273 αρ. 1427 πίν. 97. Lioutas 1987, σ. 120 τφ. Ι.17 αρ. 800 πίν. 35α. Στην ίδια ομάδα εντάσσονται και δύο οινοχοΐσκες, αβέβαιης χρονολόγησης. Η δεύτερη προέρχεται από μία παιδική ταφή του α’ τετάρτου του 5ου αι. π.Χ. από την Ηλιούπολη. Φέρει ταινιωτή διακόσμηση, γραμμίδια και σχηματοποιημένα πτηνά που μετά βίας αναγνωρίζονται. Βλ. Πωλογιώργη 1995, σ. 233 αρ. 6247 πίν.63 α. Φαίνεται λοιπόν ότι η διακόσμηση στον 5ο αι. σταδιακά εκφυλίστηκε και τα εξω-αττικά εργαστήρια διατηρούν μία αμυδρή πλέον επίδραση από την Ομάδα των Κύκνων. 1016 Olynthus XIII, σ. 317 αρ. 611-614 πίν. 203. 1017 Βλ. παρακάτω σ. 95-96. 1018 Άκανθος Ι, σ. 96 αρ. 1256 πίν.104γ. 1019 Αριθ. Ι.75.541 ΑΜΘ. Φέρουν διακόσμηση με τρίγωνα και ρόμβους που αποδίδονται με την τεχνική της κοκκίδωσης. Το μοτίβο συναντάται στα μέσα του 5ου αι. Δεσποίνη, Σίνδος, σ. 294 αρ. 483. 1020 Αριθ. Ι.75.474. ΑΜΘ. 1021 Agora XII, σ. 84 αρ. 348 πίν. 16. 1022 Οlynthus XIII, σ. 209 αρ. 261 πίν. 148. 94 Στην ίδια εποχή χρονολογείται και ο 147 (Πίν. 29α), ο οποίος φέρει διακόσμηση με ακανόνι- στα γραμμίδια. Στη χρονολόγηση μπορούν να μας βοηθήσουν τα υπόλοιπα κτερίσματα της τα- φής, ένα μελαμβαφές bolsal, μία λεκανίδα με το πώμα της, ένα μελαμβαφές θήλαστρο (Πίν. 29β), ο ασκός 2941023 με το οποίο ασχολούμαστε παρακάτω και η αβαφής κοτύλη 3221024. Το θήλαστρο έχει οριζόντια λαβή και ανήκει σ’ ένα σχετικά σπάνιο τύπο αντίστοιχα παραδείγματα του οποίου βρίσκουμε και στην Αθήνα1025 και στην Όλυνθο1026. Το παράδειγμα από την αθηναϊκή Αγορά είναι όμοιο με αυτό της Ακάνθου και χρονολογείται στα 450-425 π.Χ. Ομοίως η λεκανίδα1027 και ο μικκύλος αρυτήρας1028 ανάγονται στον 5ο αι π.Χ. Το bolsal χρονολογείται με βάση αντίστοιχα παραδείγματα στον πρώιμο 4ο αι. π.Χ1029. Φαίνεται λοιπόν ότι ο συγκεκριμένος αρυτήρας μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Παρόμοιο σχήμα έχει ο 1481030 (Πίν. 29γ,δ) το χείλος του οποίου κοσμείται με μελανά δακρυόσχημα μοτίβα και στο λαιμό υπάρχει γραπτή αφιερωματική επιγραφή σε δοτική «Αγα- ζήλη»1031. Αν και παρόμοια αγγεία από την Όλυνθο χρονολογούνται στον 5ο αι.1032, το αγγείο της Ακάνθου ανήκει μάλλον στον 4ο αι., όπως δείχνουν τα δυο επίχρυσα στεφάνια και οι δύο πήλινες επιχρυσωμένες μορφές πολεμιστών που χρησίμευαν για την επένδυση ίσως του φέρετρου. Διαφορετικό σχήμα έχει ο 149 (Πίν. 29ε, Σχ. 9δ). Το χείλος είναι διευρυνόμενο προς τα πάνω και εξωστρεφές. Στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται έξεργη γραμμή. Ο ώμος διευρύνε- ται έντονα προς το ημισφαιρικό σώμα. Η βάση είναι σχετικά οξεία. Η λαβή είναι ταινιωτή και σχηματίζει γωνία. Το χείλος εσωτερικά κοσμείται με μαύρες ακανόνιστες κηλίδες, εξωτερικά, όπως και ο ώμος, έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και ο ώμος κοσμείται με ακανόνιστα γραμ- μίδια. Προέρχεται από την ταφή 3319, η οποία περιείχε και τον άβαφο αρυτήρα 243 (Σχ. 16γ) και χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 4ου αι. Παρόμοια διακόσμηση, αλλά διαφορετική διαμόρ- φωση στο χείλος, έχει και το παράδειγμα της Ολύνθου που περιείχε το θησαυρό νομισμάτων και χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ.1033. Τα παραδείγματα της Ολύνθου έχουν τα ίδια διακοσμητικά μοτίβα με τα αγγεία της Ακάνθου και είναι κατασκευασμένα από τον ίδιο κοκκινωπό πηλό πλούσιο σε μίκα και προσμίξεις. Θεω- ρούμε ότι είναι βέβαιο πως κατασκευάστηκαν στο ίδιο εργαστήρι. Άρα η χρονολόγηση που είχε προτείνει ο Robinson επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα της Ακάνθου. Η3. Σταμνοειδείς πυξίδες Μοναδικό παράδειγμα αποτελεί η πυξίδα 150 (Πίν. 29στ, Σχ. 9ε) που έχει απλό, κάθετο χεί- λος. Το σώμα παρουσιάζει διόγκωση στο άνω τμήμα του και συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη και στο κάτω τμήμα απολήγει σε σπείρα. Οι κυκλικής διατο- μής λαβές είχαν προσαρμοστεί λοξά στον ώμο ξεπερνώντας κατά πολύ το ύψος του χείλους. Εξωτερικά το χείλος και ο ώμος έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμούνται με ακανόνι- 1023 Βλ. παρακάτω σ. 124. 1024 Βλ. παρακάτω σ. 134. 1025 Agora XII, σ. 161 αρ. 1199 πίν. 39. Χρονολογείται στα 450-425 π.Χ. 1026 Olynthus XIII, σ. 266 πίν. 178-179. 1027 Ό.π. αρ. 636. 1028 Olynthus IX, σ. 179 πίν. ΧΧΙV, 3. Άκανθος Ι, σ. 213 αρ. Ε319 πίν. 220. 1029 Agora XII, σ. 107 αρ. 556 πίν. 24. 1030 Προέρχεται από την ταφή 3498. Σ’ αυτήν βρέθηκαν και μία σιδερένια στλεγγίδα, μία οστέινη περόνη και ένα αργυρό νόμισμα. 1031 Το επίθετο αγάζηλος,η,ο παραδίδεται στο Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό. Προέρχεται από το ρήμα αγάζο- μαι. Ο αγάζηλος είναι αυτός που δείχνει υπερβάλλον ζήλο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιείται ως κύριο όνομα. Σε μία επιγραφή από τους Δελφούς παραδίδεται τρεις φορές το όνομα Αγάζαλος. Βλ. Pleket- Stroud 1977, σ. 31 αρ. 119 6,32,43. 1032 Olynthus V, σ. 33 αρ. Ρ48 πίν. 31. 1033 Olynthus XIII, σ. 208. 95 στες μελανές κουκκίδες. Το σώμα με εξαίρεση μία ταινία στο μέσο φέρει μελανό γάνωμα. Η εδαφόχρωμη ταινία κοσμείται επίσης με μία σειρά στιγμών. Το αγγείο προέρχεται από την ταφή 2119, στην οποία βρέθηκε ένα μελαμβαφές σκυφίδιο με εξωστρεφές αυλακωτό χείλος1034, και μας βοηθούν να εντάξουμε την ταφή αυτή με ασφάλεια στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο και με ακρίβεια στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. Στην ταφή υπήρχαν όμως χάλκινα νομίσματα Ακάν- θου1035 που χρονολογούνται στο πρώτο μισό του αιώνα. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με το μοτίβο διακόσμησης που φέρει το αγγείο, το οποίο το συναντήσαμε και στους μικκύλους αρυτή- ρες με γραπτή διακόσμηση, μας οδηγεί να χρονολογήσουμε την πυξίδα αυτή γύρω στα μέσα του αιώνα. Παρόμοια αγγεία κατασκεύαζαν τα εργαστήρια της Ρόδου και έχουν βρεθεί τόσο στο ίδιο το νησί1036 όσο και αλλού π.χ. στην Έφεσο1037. Η4. Μικκύλος κιονωτός κρατήρας Ο κιονωτός κρατήρας1038 είναι γενικά ένα σχήμα που συναντάται ιδιαίτερα σπάνια στην αρ- χαία Άκανθο. Έχουν βρεθεί αποσπασματικοί μελανόμορφοι αττικοί κρατήρες αλλά και κορινθια- κοί. Ο μικκύλος 151 (Πίν. 29ζ, Σχ. 9στ) αποτελεί μοναδικό εύρημα. Σίγουρα συνδέεται με τη συ- νήθεια των Ακανθίων να τοποθετούν στους τάφους μικρές απομιμήσεις γνωστών σχημάτων. Ήδη έχουμε αναφερθεί στις μικκύλες υδρίες που αποτελούν μίμηση του ανατολικού εργαστηρίου. Βέ- βαια το σχήμα είναι ξεκάθαρο ότι προέρχεται από τη νότια Ελλάδα1039. Το αγγείο όμως φέρει γραπτή διακόσμηση που αποτελείται από μελανή ταινία στη στεφάνη του χείλους και μία οριζό- ντια ταινία στο κάτω άκρο των λαβών. Στο άνω τμήμα του σώματος, ανάμεσα στις λαβές, έχουμε μία σειρά στιγμών. Προέρχεται από μία ιδιαίτερα πλούσια κτερισμένη ταφή, την 54601040, από την οποία προέρχεται και η υδρίσκη 17 (Πίν. 4στ). Το αργυρό ημιοβόλιο Ακάνθου και οι δύο λήκυθοι με το λευκό βάθος και τη διακόσμηση με φύλλα κισσού και εκατέρωθεν αυτών αβακωτό κόσμημα1041, μας οδηγούν να εντάξουμε τον κρατηρίσκο στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Η5. Μυροδοχεία Υπάρχουν τρία μικρά ιδιόμορφα μυροδοχεία. Τα βασικά κοινά χαρακτηριστικά τους είναι το απιόσχημο σώμα και η διακόσμηση, η οποία αποτελείται από οριζόντιες ταινίες καφέ μαύρου χρώματος που καλύπτουν όλη την εξωτερική επιφάνεια του αγγείου. Το 152 (Πίν. 29η, Σχ. 9ζ) έχει απλό χείλος, ελαφρά εξωστρεφές με πεπλατυσμένη άνω επιφάνεια, κοντό, κυλινδρικό λαιμό και απιόσχημο σώμα, το οποίο δεν έχει κατασκευαστεί με επιμέλεια, καθώς οι δύο πλευρές δεν είναι συμμετρικές. Η βάση είναι ενιαία με το σώμα, στρογγυλοποιημένη, χωρίς βασική διαμόρ- φωση. Προέρχεται από την ταφή 5307 με αγγεία της οποίας έχουμε ήδη ασχοληθεί. Περιείχε τον αρυτήρα 254 (Πίν. 45στ) και τις μικκύλες ληκύθους 272, 273 (Πίν. 48γ, δ) που είναι επίσης προ- 1034 Αριθ. Ι.75.457 ΑΜΘ. Στον πυθμένα φέρει εμπίεστη διακόσμηση. Στο κέντρο υπάρχει ιωνικό κυμάτιο περιβαλλόμενο από εγχάρακτο κύκλο στον οποίο εφάπτονται τόξα, στην κορυφή των οποίων αποδίδονται ανθέμια. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, σ. 165 αρ. 1045-1049 πίν.78. 1035 Αριθ. Ι.75.41, 42 ΑΜΘ. 1036 Clara Rhodos II, σ.151 εικ.32. 1037 Langmann 1967, σ. 107 πίν. 42.3. Χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. 1038 Για το σχήμα και την ετυμολογία του όρου, βλ. Kanowski 1984, σ. 61. Richter and Milne 1973, σ. 6 εικ. 43-63. 1039 Agora XXIII, σ. 23-25. Agora XII, σ. 54-55. Bakir 1974. 1040 Από την ταφή 5460 προέρχονται και τα εξής: ασημένιο δακτυλίδι αριθ. Ι.161.537, χάλκινες εφηλίδες αριθ. Ι.161.538, αργυρό ημιοβόλιο Ακάνθου 539, χάλκινη βελόνα 540, ειδώλιο κάπρου 541, χάλκινος σύν- δεσμος 542, αστράγαλοι 543, 2 λευκές λήκυθοι 544, 546, μελαμβαφές αρυβαλλοειδές. ληκύθιο 545, υδρί- σκη 547, ερυθροβαφές μόνωτο σκυφίδιο 549, χρυσό περίαπτο 550 ΑΜΘ. 1041 Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Kurtz 1975, πίν. 70. 6,7 σ. 154. Χρονολογούνται στο τελευταίο τέ- ταρτο του 5ου αι. π.Χ. 96 ϊόντα του τοπικού εργαστηρίου1042. Εκτός όμως από αυτά στην ίδια ταφή υπήρχαν τμήματα από χάλκινο επιχρυσωμένο στεφάνι1043 και ένα αρυβαλλοειδές ληκύθιο1044 με δικτυωτή διακόσμηση που την ανάγουν στο δεύτερο τρίτο του τέταρτου αιώνα π.Χ. Όμοιο με το 152 είναι και το 153 (Πίν. 29θ) της ταφής 5276. Στο άνω και κάτω τμήμα του κοσμείται με λεπτές ταινίες καφέ χρώ- ματος και στο μέσο αφήνεται μία πλατιά ζώνη στο χρώμα του πηλού. Στην ίδια ταφή βρέθηκαν θραύσματα λοπάδος και γυάλινου αγγείου, τα οποία ανάγουν με ασφάλεια την ταφή στον 4ο αι. π.Χ. Το τρίτο αγγείο, 154 (Σχ. 9η), που ανήκει στην ομάδα αυτή διαφοροποιείται στο σχήμα. Το χείλος αποτελείται από έναν δίσκο, η άνω επιφάνεια του οποίου κοσμείται με δύο ταινίες καφέ χρώματος. Το απιόσχημο σώμα καλύπτεται από λεπτές ταινίες καφέ χρώματος, όπως και η επί- πεδη βάση. Προέρχεται από την ταφή 5328, η οποία περιείχε ένα πλήθος κτερισμάτων1045. Ιδιαί- τερα σημαντικά όμως για τη χρονολόγηση της ταφής είναι ένα αρυβαλλοειδές ληκύθιο1046, ένας μελαμβαφής σκύφος1047, ένας αρυτήρας και ένα αργυρό ημιοβόλιο που τη χρονολογούν στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι τα συγκεκριμένα μυροδοχεία είναι δημιουργίες των ντόπιων καλ- λιτεχνών του 4ου αι. π.Χ., οι οποίοι μένουν πιστοί στην ταινιωτή διακόσμηση. Και το σχήμα όμως φαίνεται ότι ίσως αποτελεί επιβίωση κάποιου μακρινού προτύπου των αρχαϊκών χρόνων. Τα μόνα παράλληλα που στάθηκε δυνατό να εντοπιστούν, είναι κάποιοι μικροί απιόσχημοι αρύ- βαλλοι με ταινιωτή λαβή και ταινιωτή διακόσμηση από τη Σάμο1048 και τη Ρόδο1049. Δύο μάλιστα επείσακτα παραδείγματα του γ’ τέταρτου του 7ου αι. π.Χ. έχουν βρεθεί και στο νεκροταφείο της Ακάνθου1050. Συγγενικό είναι το σχήμα και η διακόσμηση κάποιων μυροδοχείων χωρίς λαβή με κωνικό σχεδόν σώμα και ταινιωτή διακόσμηση, με λεπτές ταινίες από την Ηφαιστία της Λή- μνου1051. Τα απιόσχημα μυροδοχεία της Ακάνθου μπορούν να συγκριθούν και με τα ερυθροβαφή αρυβαλλοειδή ληκύθια των ελληνιστικών χρόνων που επίσης δεν έχουν λαβή και διαφέρουν από τα αντίστοιχα της Ακάνθου μόνο στο ότι εκείνα έχουν χαμηλή δισκόμορφη βάση1052. Η6. Πινάκια Αποσπασματικά διατηρείται δυστυχώς ένα πινάκιο από την επίχωση του νεκροταφείου, το 155 (Πίν. 29ι&κ). Το εξωστρεφές πεπλατυσμένο χείλος φέρει ερυθρό χρώμα. Σ’ αυτό έχει προ- σαρμοσθεί και η οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής, η οποία πλαισιώνεται από τριγωνικές απο- φύσεις. Κάτω από το χείλος σχηματίζεται μία πλατιά αυλάκωση και στη συνέχεια τα τοιχώματα 1042 Βλ. παρακάτω σ. 118. 1043 Το χάλκινο επίχρυσο στεφάνι χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ., όπως δείχνουν τα ευρήματα της Ακάν- θου, βλ. Άκανθος Ι, σ. 85 πίν. 87. Για παρόμοια στεφάνια, βλ. ακόμη, Λαζαρίδης – Ρωμιοπούλου –Τουρά- τσογλου 1982, σ. 21 και 31 πίν. 21. Olynthus X, σ. 158-159 πίν. 28. Τσιγαρίδα 1989-1990, σ. 278-284. Tsigarida 1988, αρ. 266. Της ίδιας, 1987, 910-911 και 1993, σ. 1631-1643. Για παραδείγματα από την πε- ριοχή της Κοζάνης, βλ. Καραμήτρου – Μεντεσίδη 1995, σ. 31 σημ. 20 και 21. Της ίδιας, 1987, σ. 424 και 1983, σ. 308. Για αποσπασματικά παραδείγματα από την Πέλλα, βλ. Χρυσοστόμου 1998, σ. 341 εικ. 10,11. Τέλος, ένα ακέραιο παράδειγμα είναι γνωστό από τη Θάσο, βλ. Κουκούλη-Χρυσανθάκη –Σγούρου – Αγε- λαράκης 1996, σ. 774 εικ. 9. 1044 Αριθ. Ι.161.120 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, αρ. 164 κ.ε. σ. 160 κ.ε. πίν. 109. 1045 Οστέινα περίαπτα π.χ. χελώνα, χέρι που απολήγει σε πυγμή κ.α. χάλκινο κρίκο, γυάλινη χάνδρα, ειδώ- λιο όρθιας μορφής. ΑΜΘ. 1046 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 159 αρ. 157 πίν. 122. 1047 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 311 αρ. 590 πίν. 202. 1048 Kopcke 1968, πίν. 108.3. Gruben 1957, σ.45 πίν. 65.1. 1049 Clara Rhodos III, πίν. ΙΙΙ. Δίνονται αρκετά παραδείγματα. Συγγενέστερο είναι το LXIV.4. 1050 Άκανθος Ι, σ. 223 σχ.7. 1051 Mustili 1932-33, σ. 125 εικ. 220 και σ. 130 εικ. 243. 1052 Ζαφειροπούλου 1977, σ. 310-311 πίν.182 δ. Δίνεται ένα παράδειγμα από την Πάρο που χρονολογείται στον ύστερο 2ο αι. π.Χ. 97 του σώματος συγκλίνουν προς τη βάση. Το σώμα εσωτερικά και εξωτερικά φέρει μία πλατιά ται- νία ερυθρού χρώματος. Το σχήμα συναντάται στην αττική παραγωγή σ’ όλη τη διάρκεια του 6ου αι. π.Χ1053 αλλά και αλλού1054, όπως στη Γόρτυνα1055, στις Αρκάδες1056 αλλά και στον Πρινιά1057 στην Κρήτη. Τα πινάκια αυτού του τύπου έχουν υπογεωμετρικά στοιχεία τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση1058. Στον ίδιο τύπο ίσως μπορούμε να εντάξουμε ένα ακόμη παράδειγμα, το 156 (Πίν. 29λ), το οποίο αν και διατηρείται αποσπασματικά φαίνεται ότι είναι αβαθές. Το χείλος είναι εξωστρεφές και η άνω πεπλατυσμένη επιφάνειά του κοσμείται με δύο αυλακώσεις. Φέρει ερυθρό χρώμα. Δι- ακόσμηση με δύο πλατιές ταινίες ερυθρού χρώματος φέρει και το σώμα. Τα συνευρήματα της ταφής 2025 από την οποία προέρχεται και στην οποία βρέθηκε και ο αρυτήρας 256 1059 (Πίν. 45θ) χρονολογούν το αγγείο στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Σε ορισμένες περιπτώσεις αγγεία αυτού του τύπου φέρουν και επίθετο λευκό χρώμα1060. Το σχήμα συναντάται στην Αθήνα και στον 4ο αι. σε αγγεία μεγάλου μεγέθους αλλά και σε μικκύλα1061. Υπάρχει ένα παράδειγμα συγγενικό με της Ακάνθου που χρονολογείται στο τέλος του 4ου αι.1062. Τόσο τα μεγαλύτερα αγγεία του 5ου αι. όσο και τα μικρότερα του 4ου βρίσκονται σε ταφικές πυρές. Η7. Κάναστρα με ταινιωτή διακόσμηση εξωτερικά Κάναστρα με ταινιωτή διακόσμηση παράγονταν στην Αττική στην Ύστερη Αρχαϊκή περί- οδο1063 και συνέχισαν να κατασκευάζονται και στους πρώιμους κλασικούς χρόνους. Η διάρκεια παραγωγής τους σε πρώτη φάση ήταν μόλις 70 χρόνια (520-450 π.Χ.). Μετά από μία περίοδο διακοπής γύρω στα 50 χρόνια1064 επανεμφανίζονται σ΄ όλον τον 4ο αι. Το σχήμα εξαφανίσθηκε κατά την ελληνιστική περίοδο, οπότε και αντικαταστάθηκε από το άωτο σκυφίδιο. Συναντάται συχνά και στη Μακεδονία, όπου υπάρχουν και πολλά επείσακτα. Αντίστοιχο εγχώριο παράδειγμα με γραπτή διακόσμηση συναντούμε και στο αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου1065. Στην ομάδα αυτή ανήκουν τρία κάναστρα. Τα δύο, 157 ( Πίν. 30α) και 158 (Πίν. 30β, Σχ. 9θ) ανήκουν στον ίδιο τύπο ενώ το τρίτο, το 159, είναι διαφορετικό. Και τα τρία φέρουν μία πλατιά οριζόντια ταινία μελανού χρώματος κάτω από τη λαβή και στη ράχη της λαβής. Το 1591066 διαφέρει αρκετά. Το σώμα είναι ευρύ, αβαθές και έχει καμπύλο προφίλ ενώ η δισκόμορφη βάση έχει σχετικά μικρή διάμετρο και είναι πολύ χαμηλή. Εντύπωση μας προκαλεί το χείλος το οποίο εξέχει εσωτερικά και εξωτερικά και έχει επίπεδη άνω επιφάνεια. Η λαβή είναι τριγωνικού σχήματος. Κρίνοντας από το σχήμα του σώματος, της βάσης και της λαβής συγγε- νεύει ιδιαίτερα με αττικά παραδείγματα του τέλους του 6ου αι. π.Χ.1067. Το 1571068 έχει απλό χεί- 1053 Kerameikos V, 1, πίν. 101 κ.ε. 1054 Délos XV, πίν. 33. 1055 Levi 1955/1956, σ. 222, 227 εικ. 15. Χρονολογούνται στην «Ανατολίζουσα» περίοδο. 1056 Levi 1927-1929, σ. 117 εικ. 97. 1057 Rizza 1983, σ. 50. 1058 Agora XII, σ. 148 αρ. 1077-1080 πίν. 37. Young 1939, C79-82 εικ. 114 σ. 163. Αντίστοιχο παράδειγμα και από τη Σάμο, βλ. Samos V, σ. 117 αρ. 442 πίν. 81. Το σχήμα συναντάται και στη Θεσσαλία στους γεωμετρικούς χρόνους, βλ. Βερδελής 1958, σ. 83 αρ. 143 πίν. 12. 1059 Βλ. παρακάτω σ. 114. 1060 Agora XII, σ. 149 αρ. 1081-1083 πίν. 37. Χαρακτηρίζονται ως «πινάκια με λαβές». 1061 McCredie 1966, πίν, 21c. 1062 Agora XII, αρ. 1570 πίν. 65. 1063 Agora XII, σ. 125 αρ. 724-743 πίν. 30, Kerameikos IX σ. 107 αρ. 78 πίν. 26,6 και σ. 138 αρ. 215,9. πίν. 81. 1064 Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το κενό ίσως είναι τυχαίο. 1065 Βλ. παρακάτω σ. 216. 1066 Προέρχεται από την ταφή 2989. Ήταν το μοναδικό κτέρισμα. 1067 Agora XII, σ. 124 αρ. 726 πίν. 30. Χρονολογείται 520-500 π.Χ. 98 λος, το οποίο εσωτερικά είναι επικλινές, ημισφαιρικό σώμα και βάση σε σχήμα σπείρας. Η ορι- ζόντια λαβή, ελλειψοειδούς διατομής, ξεπερνά το ύψος του χείλους. Με βάση αντίστοιχο παρά- δειγμα της αθηναϊκής Αγοράς χρονολογείται γύρω στα 500 π.Χ.1069. Ένα δεύτερο όμοιο αττικό αγγείο από τον Κεραμεικό χρονολογείται στα 480 π.Χ.1070. Το 1581071 έχει απλό χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια. Το άνω τμήμα του σώματος διευρύνεται προς τα πάνω και σχηματίζει γωνία με το κάτω που συγκλίνει προς τη βάση που έχει σχήμα σπείρας. Φέρει διακό- σμηση που εσωτερικά αποτελείται από τρεις ταινίες και ένα δίσκο στο κέντρο του πυθμένα. Με βάση επίσης αττικά παραδείγματα χρονολογείται γύρω στα 475-460 π.Χ.1072. Εδώ θα πρέπει ίσως να εντάξουμε και το 160 (Πίν. 30γ, Σχ. 9ι), το οποίο εξωτερικά φέρει χρώμα μόνο στη λαβή. Εσωτερικά φέρει μία πλατιά ταινία ακριβώς κάτω από το χείλος. Η πρό- σθια όψη του αγγείου καταστράφηκε ήδη κατά το ψήσιμο και είναι παραμορφωμένη. Το χείλος είναι απλό, το σώμα βαθύ, ημισφαιρικό και έχει ευρεία διευρυνόμενη και συμπαγή βάση. Η ορι- ζόντια λαβή είναι ταινιωτή, σχηματίζοντας ένα κωδωνόσχημο περίγραμμα και ανασηκώνεται αρκετά. Προέρχεται από την ταφή 3305, στην οποία βρέθηκε και ένα μελαμβαφές θήλαστρο που η άνω επιφάνειά του είναι ηθμός1073 και χρονολογείται με βάση ανάλογα παραδείγματα στο δεύ- τερο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.1074. Τέλος μπορούμε να συμπεριλάβουμε εδώ και το παρεμφερές αγγείο που αποτελούσε το μο- ναδικό κτέρισμα της ταφής 2742, το 161 (Πίν. 30δ, Σχ. 9κ). Έχει απλό, ελαφρά εσωστρεφές χεί- λος, ημισφαιρικό σώμα, δισκόμορφη βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας είναι κοίλη και ταινιωτή λαβή, τριγωνικού σχήματος. Εσωτερικά και εξωτερικά το άνω τμήμα του αγγείου φέρει ερυθρό χρώμα. Το σχήμα συγγενεύει με ένα ταινιωτό παράδειγμα της αθηναϊκής Αγοράς που χρονολο- γείται στα 475- 450 π.Χ.1075. Η διακόσμησή του ίσως μπορεί να σχετισθεί με την αντίστοιχη της υδρίας 17 (Πίν. 4στ) και της οινοχόης 29 (Πίν. 5θ). Σκυφίδια της ίδιας περιόδου με αντίστοιχη διακόσμηση προέρχονται από το νεκροταφείο της Κορίνθου1076. Θ. Αβαφής κεραμική Το μεγαλύτερο μέρος της τοπικής παραγωγής, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλες τις περι- οχές που δεν αποτελούν μεγάλα κέντρα κεραμικής παραγωγής, αποτελείται από άβαφα αγγεία καθημερινής χρήσης που σκοπό έχουν να εξυπηρετήσουν τις καθημερινές ανάγκες των νοικοκυ- ριών της περιοχής. Όπως είναι φυσικό, οι απλοί αυτοί τεχνίτες δεν εντυπωσιάζουν με τα έργα τους και δεν πρωτοτυπούν παρά σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις. Συνήθως επαναλαμβάνουν τα σχήματα που παράγουν τα μεγάλα εργαστήρια της κάθε εποχής. Παράλληλα παραδείγματα που μας βοηθούν στη μελέτη του υλικού από το νεκροταφείο της Ακάνθου βρίσκουμε κυρίως στην Αττική αλλά και στα εργαστήρια της Ανατολικής Ελλάδας, των νησιών κ.α. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο περιλαμβάνονται και κάποια αγγεία που φέρουν απλό θαμπό γάνωμα μόνο και μόνο επειδή το σχήμα τους είναι ιδιαίτερα συχνό και στην άβαφη κεραμική. 1068 Προέρχεται από την ταφή 3906 και ήταν το μοναδικό κτέρισμα. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Kerameikos IX, σ. 107 αρ. 78 πίν. 26.5. Χρονολογείται γύρω στα 480 π.Χ. 1069 Agora XI, σ. 125 αρ. 732-733 πίν. 30. Talcott 1935, σ. 493 αρ. 68 εικ. 16. 1070 Kerameikos IX, σ. 107 αρ. 78 πίν. 26.5. Για την εξέλιξη του τύπου, βλ. Boulter 1953, σ. 84 αρ. 61-64. 1071 Προέρχεται από την επίχωση. 1072 Agora XII, σ. 125 αρ. 740 πίν. 30. 1073 Αριθ. Ι.51.46 ΑΜΘ. 1074 Kerameikos IX, σ. 141 αρ. 226.1 και σ. 143 αρ. 239.7 πίν. 60 . 1075 Agora XII, σ. 236 αρ. 738 πίν. 30. 1076 Corinth XIII, σ. 236 αρ. 321.1-3 πίν. 46. 99 Θ1. Αμφορείς Αν και εδώ παρουσιάζεται μικρός αριθμός άβαφων αμφορέων, στην πραγματικότητα ο αριθμός τους στο νεκροταφείο της Ακάνθου ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, καθώς πολλοί από αυτούς χρησίμευσαν ως ταφικά αγγεία1077. Οι περισσότεροι διατηρήθηκαν αποσπασματικά και δεν συντηρήθηκαν. Η μελέτη των άβαφων αμφορέων βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. Ελάχιστοι αμ- φορείς συμπεριλαμβάνονται στη δημοσίευση της αθηναϊκής Αγοράς1078 και της Ολύνθου1079, όπου μάλιστα ο Robinson προσπαθεί να σκιαγραφήσει την εξέλιξη του σχήματος στην τοπική παραγωγή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τα ευρήματα του νεκροταφείου της Ολύνθου, στα μέσα του 5ου αιώνα το χείλος έχει μικρή διάμετρο, ενώ στο τέλος του αιώνα απο- κτά μεγαλύτερο εύρος. Στον 5ο αιώνα ο λαιμός έχει συνεχές περίγραμμα με το σώμα που είναι έντονα σφαιρικό και η μεγαλύτερη διάμετρος βρίσκεται στο μέσο. Στο τέλος του αιώνα ο λαιμός γίνεται ευρύτερος και η μεγαλύτερη διάμετρος του σώματος βρίσκεται χαμηλότερα. Η βάση γίνε- ται στενότερη και λιγότερο βαριά. Στις αρχές του 4ου αιώνα το χείλος αποκτά γωνιώδες περί- γραμμα, γίνεται βαρύτερο και έχει πάλι μικρότερη διάμετρο. Πολλές φορές μάλιστα το χείλος εδράζεται πάνω στη ράχη των λαβών. Οι αμφορείς στους οποίους θα αναφερθούμε, με μία εξαίρεση, έχουν ταινιωτό χείλος. Στους πρωιμότερους συγκαταλέγεται ο 162 (Σχ. 10α), αν και δεν υπάρχουν συνευρήματα. Έχει ταινιωτό χείλος, εξωτερικά κοίλο, όπως και εσωτερικά, χαμηλό λαιμό και έντονα σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη, αρκετά ψηλή. Θα τον χρονολογήσουμε στον 5ο αι. καθώς δύο αγγεία από την Όλυνθο όπου ο λαιμός όμως έχει μεγαλύτερο εύρος και το σώμα δεν είναι τόσο σφαιρικό χρονολογούνται στα τέλη του 5ου αι.1080 Παρόμοια παραδείγματα από μακρινές περιοχές, π.χ. Ρόδο, αποδεικνύουν πόσο επισφαλής είναι αυτός ο τρόπος χρονολόγησης, καθώς αυτοί εντάσσονται στα τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ.1081. Στα τέλη του 5ου ίσως μπορούμε να κατατάξουμε και τον ταφικό αμφορέα 163 (Πίν. 31α, Σχ. 10β), αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να βοηθούν στη χρονολόγησή του1082. Το σώμα είναι έντονα σφαιρικό, το χείλος ταινιωτό και ο λαιμός στενός. Οι λαβές ξεκινούν από το μέσο του λαιμού και απολήγουν στο άνω τμήμα του σώματος. Η βάση είναι σχετικά ψηλή και δισκό- μορφη. Ένας παρόμοιος αμφορέας από την Όλυνθο, από τον οποίο όμως δεν διατηρείται το χεί- λος, χρονολογείται στο τέλος του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ.1083. Ο 164 (Πίν. 31β, Σχ. 10γ) έχει ταινιωτό χείλος, έντονα εξωστρεφές, σφαιρικό σώμα και κο- ντό λαιμό. Στο σημείο ένωσής τους υπάρχει μία βαθιά χαρακτή αυλάκωση. Η βάση είναι χαμηλή και δισκόμορφη. Προέρχεται από την ταφή 2549 από την οποία προέρχεται και η τριφυλλόστομη οινοχόη τοπικής παραγωγής 190 (Πίν. 37στ) και όστρακο από το χείλος ερυθρόμορφου καλυκω- τού κρατήρα (Πίν. 31γ) που κοσμείται με φύλλα δάφνης και χρονολογείται στις αρχές 4ου αι. π.Χ.1084. Ο 165 (Πίν. 31δ, Σχ.10δ) έχει ταινιωτό, λοξότμητο χείλος, η άνω επιφάνεια του οποίου είναι πεπλατυσμένη. Διαχωρίζεται από το λαιμό με μία χαρακτή γραμμή. Ο λαιμός είναι ευρύς, ενιαίος με τον επικλινή ώμο, το σώμα σχετικά χαμηλό, ευρύ και ημισφαιρικό, η βάση δισκόμορφη. Η προχειρότητα με την οποία έχει κατασκευαστεί το αγγείο είναι εμφανής στις λαβές. Ξεκινούν από 1077 Κυρίως ταφική χρήση είχαν οι οξυπύθμενοι αμφορείς με τους οποίους δεν ασχολούμαστε στην πα- ρούσα εργασία, καθώς αυτοί, επείσακτοι και εγχώριοι, αποτελούν το θέμα της διδακτορικής εργασίας του Κ. Φίλη. 1078 Agora XII, σ. 188-189 πίν. 61. 1079 Olynthus XIII, σ. 198-199. 1080 Olynthus V, σ. 200-201 αρ. 643, 636 πίν. 160. 1081 Χριστοδουλίδης 1994, σ. 772 πίν. 246α. 1082 Οικ. 64 Ταφικό αγγείο Α36. 1083 Olynthus V, σ. 201 αρ. 637 πίν. 160. 1084 Αριθ. Ι.29.44 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, σ. 200 αρ.236 πίν. 209α. Olynthus XIII, σ. 186 αρ. 204.4 πίν. 133. 100 τη βάση του λαιμού, ανασηκώνονται και απολήγουν στο άνω τμήμα του σώματος. Όμως δεν έχουν ούτε το ίδιο ύψος, ούτε το ίδιο πάχος. Ο κοντόχοντρος αυτός αμφορέας προέρχεται από τον τάφο 3029, στον οποίο υπήρχε χάλκινο νόμισμα Ακάνθου1085, ένας μελαμβαφής σκύφος1086 και το ντόπιο αβαφές μόνωτο σκυφίδιο 331 (Πίν. 55γ). Ο σκύφος διατηρείται αποσπασματικά. Σώζεται μόνο το χείλος, οι λαβές και το άνω τμήμα του σώματος. Τόσο το σχήμα όσο και το μέ- γεθός του μας οδηγούν να χρονολογήσουμε την ταφή στο πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1087. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο 166 (Πίν. 32α, Σχ. 10ε) της ταφής 3006 για τις ραδινές αναλογίες του, καθώς είναι ο μοναδικός ο οποίος δεν έχει ιδιαίτερα διογκωμένο σώμα. Το ταινι- ωτό χείλος είναι ιδιαίτερα εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη. Στο άνω και κάτω άκρο του ψηλού, κυλινδρικού λαιμού σχηματίζεται αντίστοιχα μία εγκοπή, ενώ η βάση είναι δισκόμορφη. Τα συνευρήματά του, ένα αρυβαλλοειδές ερυθρόμορφο ανθεμωτό ληκύθιο1088, ένας μελαμβαφές σκυφίδιο με εσωστρεφές χείλος και εμβάπτιση1089 και δύο σιδερένια δακτυλί- δια1090 μας οδηγούν σε μία χρονολόγηση στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Ο 167 (Πίν. 32β, Σχ. 10στ) της ταφής 2218, στην οποία βρέθηκαν και όστρακα μελαμβαφούς αρυβαλλοειδούς ληκυθίου και λαβή ερυθροβαφούς κανάστρου ανάγεται στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ.1091. Στην ίδια εποχή ανήκει και ο 168 (Πίν. 32γ, Σχ. 10ζ) της ταφής 5799, σύμφωνα με το δεύτερο κτέρισμα της, ένα αρυβαλλοειδές ληκύθιο με δικτυωτή διακόσμηση (Πίν. 32δ)1092. Οψιμότερος όλων είναι ο 169 (Πίν. 33α), ο οποίος βρέθηκε στο εσωτερικό του κλιβάνου 61093. Το σύνολο των αγγείων που βρέθηκαν στο εσωτερικό του κλιβάνου ανάγεται με ασφάλεια στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., γύρω στα 320 π.Χ., με τη βοήθεια του μελαμβαφούς κανθάρου1094 (Πίν. 33β) που βρέθηκε στον ίδιο χώρο1095. Το χείλος αποτελείται από ταινιωτό κοίλο δακτύλιο, όπως και το αντίστοιχο του 165. Το σώμα είναι ψηλότερο και έχει εξαφανιστεί η σαφής διάκριση λαιμού και ώμου. Ο λαιμός διευρύνεται προς το σώμα και στο σημείο ένωσής τους απλώς φέρει μία χαρακτή αυλάκωση. Τα ίδια χαρακτηριστικά συναντούμε και στον 170 (Πίν. 33γ, Σχ. 10η), ο οποίος βρέθηκε πάνω στον καλυβίτη τάφο 2568. Στο εσωτερικό του τάφου βρέθηκαν ένα μελαμ- βαφές φιαλίδιο, μία πυξίδα, χείλος κρατήρα και ένας αστράγαλος1096. Συγγενικός είναι και ο 171 (Πίν. 33δ), ο οποίος προέρχεται επίσης από την επίχωση. Θ2. Αμφορίσκοι Από το πλούσιο νεκροταφείο της αρχαίας Ακάνθου προέρχονται και τέσσερις μικροί αμφο- ρίσκοι ιδιόμορφου σχήματος που όμοιοι τους είναι γνωστοί μόνο από την Όλυνθο1097, ενώ ένα παράδειγμα γνωρίζουμε και από τη Μεσήμβρια1098, όπως και από την αθηναϊκή Αγορά1099. Το χείλος αποτελείται από έναν πλαστικό δακτύλιο το άνω άκρο του οποίου εξέχει και το εξωτερικό 1085 Αριθ. Ι.136.90 ΑΜΘ. Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παραπάνω σελ. 31 σημ. 312. 1086 Αριθ. Ι.136.86 ΑΜΘ. 1087 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 85 αρ. 349 πίν. 16. 1088 Αριθ. Ι.136.277 ΑΜΘ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Οlynthus XIII, πίν. 122. 1089 Αριθ. Ι.136.278 ΑΜΘ.Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Οlynthus XIII, σ. 350 αρ. 758 πίν. 223. 1090 Αριθ. Ι.136.251 και 251α ΑΜΘ. 1091 Αιθ. Ι.52.178 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 160κ.ε. αρ. 164 κ.ε. 1092 Ληκύθιο αριθ. Ι.135.5 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 160-163 αρ. 164-171 πίν. 107. Στην ίδια ταφή υπήρχε και χάλκινο νόμισμα, το οποίο προς το παρόν δεν έχει συντηρηθεί. 1093 Βλ. παρακάτω σ. 149. 1094 Αριθ.Ι.205.3 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 122 αρ. 714 πίν. 29. 1095 Τρακοσοπούλου 2004, σ. 161κ.ε. 1096 Δυστυχώς τα υπόλοιπα κτερίσματα της ταφής που αναφέρονται στο ημερολόγιο της ανασκαφής δεν στάθηκε δυνατό προς το παρόν να εντοπιστούν. 1097 Olynthus V, σ. 203 αρ. 652-655 πίν. 161. Olynthus XIII, σ. 197 αρ. 225-226 πίν. 138. 1098 Βαβρίτσας 1983, σ. 23 πίν. 23γ. Έχει πιο σφαιρικό σώμα από τα παραδείγματα της Ακάνθου. 1099 Agora XII, σ. 191 αρ. 1499 πίν. 63. 101 του μέτωπο είναι κοίλο. Ο λαιμός είναι πολύ στενός, ενιαίος με το ωοειδές σώμα. Δύο κάθετες λαβές φύονται από το άνω άκρο του λαιμού και εφάπτονται στο χείλος. Έχουν ιδιαίτερα μεγάλο μήκος. Η βάση είναι δισκόμορφη. Τα παραδείγματα της Ολύνθου αν και είναι τα μόνα συγγε- νικά με τα αγγεία της Ακάνθου, ωστόσο παρουσιάζουν μία σημαντική διαφορά, καθώς το σώμα τους είναι πολύ πιο διογκωμένο. Αντίθετα τα αγγεία της Ακάνθου χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη ραδινότητα. Η προέλευση του παραδείγματος της αθηναϊκής Αγοράς, δεν αποσαφηνίζεται και δηλώνεται απλά ότι δεν είναι αττικό. Χρονολογείται στα 375-350 π.Χ. Διαφοροποιείται έντονα από τα μακεδονικά παραδείγματα. Ο λαιμός διαχωρίζεται από το σώμα˙ διαμορφώνεται ένας σα- φής ώμος και το σώμα είναι σχεδόν σφαιρικό. Τα αγγεία της Ολύνθου ανάγονται στον 5ο αι. π.Χ. Ευτυχώς τα τέσσερα παραδείγματα που έχουμε στη διάθεσή μας από την Άκανθο συνοδεύο- νται από συνευρήματα που μας προσφέρουν ακριβή χρονολόγηση. Το συγγενέστερο παράδειγμα των ολυνθιακών αγγείων είναι ο 172 (Πίν. 34α, Σχ. 10θ), το σώμα του οποίου διευρύνεται σταδι- ακά προς τα κάτω και θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως κωνικό. Από την ίδια ταφή προέρχονται, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, άλλα δύο αγγεία της τοπικής παραγωγής, το θή- λαστρο 304 και το μικρό άωτο σκυφίδιο – αλατιέρα 357 (Πίν. 34β). Το τελευταίο ιδιαίτερα, το οποίο έχει αττικά πρότυπα, βοηθά στη χρονολόγηση της ταφής στις αρχές του πέμπτου αιώνα1100. Ο 173 (Πίν. 34γ) της ταφής 9759 βρέθηκε με τον αρυτήρα 219, ένα μελαμβαφές bolsal1101 (Πίν. 34δ) και ένα άωτο μελαμβαφές φιαλίδιο1102 (Πίν. 34δ), αλλά και ένα χάλκινο ψέλιο1103 . Τα δύο μελαμβαφή αγγεία μας οδηγούν να τον τοποθετήσουμε χρονικά γύρω στα 420-400 π.Χ. Στο δεύ- τερο τέταρτο του 4ου αι. εντάσσεται ο 174 (Πίν. 34ε), όπως φανερώνουν οι μελαμβαφείς σκύ- φοι1104, το bolsal1105 και το άωτο σκυφίδιο 1106(Πίν. 34στ) που συνυπήρχαν στην ταφή 5522. Με- γάλη ομοιότητα με τον προηγούμενο παρουσιάζει ο 175 (Πίν. 34ζ, Σχ. 10ι) της ταφής 3212. Μαζί του βρέθηκε ένας μελαμβαφής κάνθαρος με συμπαγείς λαβές1107, ένα μελαμβαφές φιαλίδιο1108 και ένα ερυθρόμορφο αρυβαλλοειδές ληκύθιο (Πίν. 34η) που χρονολογούνται γύρω στα 350-325 π.Χ. Από τα ελάχιστα γνωστά παραδείγματα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η παραγωγή του σχήματος άρχισε στις αρχές του 5ου αι. και συνεχίσθηκε με βεβαιότητα ως το 325 π.Χ. Τολ- μούμε μάλιστα να πούμε ότι οι συγκεκριμένοι αμφορίσκοι ίσως είναι οι πρόδρομοι των λεγόμε- νων «μακεδονικών» αμφορέων της ελληνιστικής περιόδου.1109 1100 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 136 αρ. 909 πίν. 34. Kerameikos IX, σ. 120 αρ.128.7 πίν. 32. 1101 Αριθ. I.95.49 ΑΜΘ. H κάτω επιφάνεια της βάσης καλύπτεται με μελανό γάνωμα. Για ανάλογο παρά- δειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 555 πίν. 24. 1102 Αριθ. Ι.95.50 ΑΜΘ. Η επιφάνεια έδρασης του είναι εδαφόχρωμη. Η κάτω επιφάνεια της βάσης κοσμεί- ται με γραπτό κύκλο. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 134 αρ. 871 πίν. 33. 1103 Αριθ. Ι.95.52 ΑΜΘ. 1104 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 301 αρ. 584 πίν. 202. Kition Bamboula II, αρ. 97 εικ. 16. 1105 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 332 αρ. 671 πίν. 215. Kition Bamboula II, αρ. 71 εικ. 13. 1106 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 353 αρ. 773 πίν. 222. Kition Bamboula II, αρ. 13 εικ. 9- 10. 1107 Είναι όμοιος με το αρ. 709 της αθηναϊκής Αγοράς, πίν. 29, που χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. 1108 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 131 αρ. 838 πίν. 33. 1109 Δρούγου – Τουράτσογλου 1998, σ. 117 κ.ε., όπου δίνεται και η παλιότερη βιβλιογραφία. Για παραδείγ- ματα του 3ου αι. π.Χ., βλ. Αλλαμανή – Αποστόλου 1992, σ. 98 εικ. 7. Τζαναβάρη 1983, σ. 263-264 εικ. 21. Για σχετικό παράδειγμα του 2ου αι. π.Χ. από τη Βεργίνα, βλ. Κοτταρίδου 1991, σ. 26 εικ. 3. Για την εξέ- λιξη του σχήματος, βλ. Βατάλη 2004, σ. 219-236. 102 Θ3. Υδρίες Πλήθος άβαφων υδριών χρησιμοποιήθηκαν ως ταφικά αγγεία1110 στο ακάνθιο νεκροταφείο. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι οι περισσότερες από αυτές διατηρούνταν πολύ αποσπασματικά με αποτέλεσμα η πλειονότητα των θραυσμάτων να μην έχει συντηρηθεί. Ο μεγαλύτερος αριθμός των αγγείων που συλλέχθηκαν δεν έχουν προς το παρόν συντηρηθεί. Για το λόγο αυτό ο αριθμός των υδριών που παρουσιάζεται στην παρούσα εργασία είναι πολύ μικρός. Ένα ακόμη στοιχείο που δυσχεραίνει τη μελέτη των υδριών είναι ότι απετέλεσαν ταφικά αγγεία ακτέριστων ταφών. Περισσότερο συχνά συναντούμε τις «μαγειρικές» υδρίες (Πίν. 35α-δ), όπως έχει επικρατήσει στην έρευνα να ονομάζονται οι αβαφείς, αδροκατασκευασμένες υδρίες από χονδρόκοκκο ακά- θαρτο πηλό1111. Τα παραδείγματα της Ακάνθου δεν έχουν καμιά συγγένεια με τα αττικά παραδείγματα. Βασική διαφορά είναι η διαμόρφωση του λαιμού και της κάθετης λαβής. Τα ατ- τικά αγγεία έχουν πολύ χαμηλό λαιμό και η λαβή ξεκινά από τη βάση του και απολήγει στον ώμο. Τα δικά μας αγγεία έχουν ταινιωτή λαβή που ξεκινά από το μέσο του ψηλού λαιμού και απολήγει χαμηλά στον ώμο. Η 176 έχει χείλος σε σχήμα σπείρας, ψηλό σφαιρικό σώμα και δισκόμορφη βάση. Ψηλό σώμα που όμως το κάτω τμήμα του είναι ωοειδές έχει και η 177 (Πίν. 35α, β). Η 178 (Πίν. 35γ,δ) έχει εχινόμορφο χείλος και σώμα σχεδόν αμφικωνικό. Γύρω στα 320 π.Χ. ανάγεται με βεβαιό- τητα η 179 (Πίν. 36α) που βρέθηκε στον προθάλαμο του κλιβάνου 51112. Σ’ αυτήν συναντούμε το λοξότμητο κρεμάμενο χείλος που συναντήσαμε και στη «χαλκιδικιώτικη» υδρία 126 (Πίν. 25δ). Θ4. Οινοχόες – Τριφυλλόστομες οινοχόες – Όλπες Θ4.Ι. Οινοχόες Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα σωζόμενα παραδείγματα αβαφών οινοχοών1113 από το σύνολο των 7000 ταφών που εξετάζουμε είναι ελάχιστα. Παρουσιάζουν ωστόσο μεγάλη ποικιλία με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σκιαγραφηθεί η εξελικτική πορεία του σχήματος. Η 180 (Σχ. 11α) της ταφής 5593 έχει εξωστρεφές, βαθμιδωτό χείλος, ψηλό λαιμό και σώμα αμφικωνικό. Η βάση είναι χαμηλή και δισκόμορφη. Η κάθετη ταινιωτή λαβή φύεται από το χεί- λος και απολήγει στο μέσο του σώματος. Στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου ανήκει η απλή οινοχόη 181 (Πίν. 36β) με βάση τα συνευρή- ματά της (Πίν. 36γ), ένα άωτο σκυφίδιο του τέλους του 5ου1114 και δύο μόνωτα μελαμβαφή σκυφίδια που προέρχονται από τον 4ο αι. π.Χ.1115. Η 182 ( Πίν. 36δ, Σχ. 11β) της ταφής 5234 έχει έντονα εξωστρεφές χείλος και ενιαίο κοίλο λαιμό που έχει συνεχές περίγραμμα με το σχεδόν σφαιρικό σώμα, βάση δισκόμορφη με ελαφρά διευρυνόμενο εξωτερικό μέτωπο. Η κάθετη ταινιωτή λαβή φθάνει στο ύψος του χείλους και απο- λήγει στο άνω τμήμα του σώματος. Στο μέσο του λαιμού υπάρχουν ακανόνιστες χαρακτές αυλα- κώσεις. Από την ίδια ταφή προέρχεται πλήθος κτερισμάτων μεταξύ των οποίων και ο ντόπιος άβαφος αρυτήρας 2601116. Το μελαμβαφές θήλαστρο, η άνω επιφάνεια του οποίου κοσμείται με 1110 Ο όρος υδρία είναι γνωστός από τις αρχαίες γραπτές πηγές. Το σχήμα έχει απεικονιστεί πολλές φορές σε παραστάσεις αγγείων. Αξίζει να σημειωθεί η απεικόνισή του και στον κρατήρα του Εργότιμου και του Κλειτία όπου αναγράφεται και το όνομα του σχήματος, βλ. Kanowski 1984, σ. 39-42. Για τις διάφορες χρήσεις του σχήματος, βλ. Richter-Milne 1973, σ. 11-12. Diehl 1964α. 1111 Agora XII, σ. 200 αρ. 1589-1596 πίν. 71. 1112 Τρακοσοπούλου 2004β, σ. 161κ.ε. 1113 Για την ετυμολογία του όρου, βλ. σ. 27. 1114 Αgora XII, σ. 132 αρ. 867 πίν. 33. 1115 Αgora XII, σ. 124 αρ. 762 πίν. 31. 1116 Βλ. παρακάτω σ. 115. 103 γραπτό σπειρομαίανδρο1117 (Πίν. 46θ), η ερυθροβαφής όλπη με τη δισκόμορφη βάση1118 και το άωτο μελαμβαφές σκυφίδιο με τη δακτυλιόσχημη βάση που φέρει χαρακτή αυλάκωση στην επι- φάνεια έδρασης και μικρή απόφυση στην κάτω επιφάνεια1119, βοηθούν να τη χρονολογήσουμε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Η 183 (Πίν. 36ε, Σχ. 11γ) έχει εξωστρεφές χείλος με κυρτή άνω επιφάνεια. Ο λαιμός είναι πολύ κοντός και φέρει τρεις οριζόντιες ραβδώσεις. Είναι ενιαίος με το σφαιρικό σώμα, το οποίο στο κάτω άκρο κατεβαίνει σχεδόν κάθετα και διαμορφώνει την απλή επίπεδη βάση. Η κάθετη ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και δεν ξεπερνά το ύψος του. Ο μελαμβαφής κάνθαρος (Πίν. 36στ) της ίδιας ταφής την εντάσσει στις αρχές του 3ου αι. π.Χ.1120. Η 184 (Πίν. 36ζ, Σχ. 11δ) διατηρείται αποσπασματικά. Σώζεται το χείλος, τμήμα του σώμα- τος και η κάθετη λαβή. Το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό και εξωτερικά σχηματίζει σπείρα. Στην άνω επιφάνειά του εσωτερικά υπάρχει κοίλη διαμόρφωση για την υποδοχή πώματος πιθανότατα. Ο λαιμός είναι κοίλος και ενιαίος με το ωοειδές σώμα. Βρέθηκε με ένα σπάνιο τύπο κανθάρου1121 με ψηλό διευρυνόμενο λαιμό, χαμηλό κυρτό σώμα, βάση δακτυλιόσχημη και λαβές που ξεκινούν από το μέσο του λαιμού και απολήγουν στο άνω άκρο του σώματος. Πανομοιότυπο παράδειγμα δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί. Συγγενικά όμως παραδείγματα από την Αθήνα1122 και τη Σαμοθράκη1123 μας οδηγούν με μία επιφύλαξη στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Θ4.ΙΙ. Τριφυλλόστομες οινοχόες Οι άβαφες τριφυλλόστομες οινοχόες, όπως και οι απλές, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, ώστε να μην είναι δυνατή η παρακολούθηση της εξέλιξης του σχήματος. Το κάθε παράδειγμα αντιμετωπίζεται μεμονωμένα. Αξιόλογο παράδειγμα είναι η 185 της ταφής 5505 (Πίν. 37α, Σχ. 11η), η οποία έχει ψηλό, βαθμιδωτό λαιμό, χαμηλό, σφαιρικό σώμα και δισκόμορφη βάση. Ο μελαμβαφής λύχνος1124 και η μελαμβαφής όλπη1125 της ίδιας ταφής την χρονολογούν στα 420-400 π.Χ. H 186 (Πίν. 37β, Σχ. 11ε) έχει εξωστρεφές χείλος, ενιαίο με το λαιμό, ο οποίος στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζει μία εγκοπή, σώμα σφαιρικό, βάση συμπαγή, διευρυνόμενη και λαβή ταινιωτή. Προέρχεται από τον τάφο 4579 στον οποίο βρέθηκαν και όστρακα ερυθρόμορφης πελίκης που χρονολογούν με ασφάλεια την οινοχόη στον πρώιμο 4ο αι. π.Χ.1126. Παρόμοιο σχήμα έχει η 187 (Πίν. 37γ, Σχ. 11στ) με εξωστρεφές χείλος και λαιμό ενιαίο με το σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι διευρυνόμενη. Όμοιο παράδειγμα έχει βρεθεί και στη Ρόδο1127. Το σχήμα της είναι αρκετά κοντά στην τριφυλλόστομη οινοχόη με γραπτή διακόσμηση 32 (Πίν. 6ε) των αρχών του 4ου αι. π.Χ. Συγγενικό σχήμα έχει και η 188 (Πίν. 37δ, Σχ. 11ζ) της ταφής 4298 με εξωστρεφές χείλος, ψηλό διευρυνόμενο λαιμό, χαμηλό σφαιρικό σώμα και βάση χαμηλή, δισκόμορφη. Στην ίδια ταφή ανήκει και η ωοειδής λήκυθος 268 της εγχώριας παραγωγής1128 αλλά και ένα αργυρό νόμι- 1117 Αριθ. Ι.161.441 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, σ. 207 αρ. Ε281 πίν. 215. Στην υποση- μείωση 595 δίνεται βιβλιογραφία σχετικά με τον συγκεκριμένο τύπο. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. 1118 Αριθ. Ι.161.442 ΑΜΘ. 1119 Αριθ. Ι.161.444 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 132 αρ. 838 πίν. 33. 1120 Αριθ. Ι.29.471 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, σ. 84 αρ. 12 πίν. 2. 1121 Αριθ. Ι.136.227 ΑΜΘ. 1122 Agora XXIX, σ. 253 αρ. 114 πίν. 11. 1123 Samothrace III, σ. 1129 αρ. 76 πίν. 47. 1124 Δυστυχώς δεν βρέθηκε. 1125 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 79 αρ. 281 πίν. 13. 1126 Για ανάλογα παραδείγματα, βλ, Olynthus XIII, σ. 101-103 αρ. 49, 50 πίν. 63-65. Schefold 1934, σ. 50 αρ. 461 πίν. 25.4. J. D. Beazley, ARV 2, 1467, 109-136. 1127 Clara Rhodos III, πίν. ΙΙΙ, CCXLVII. 1128 Βλ. παρακάτω σ. 117. 104 σμα Ακάνθου και ένας μελαμβαφής σκύφος1129 (Πίν. 47ζ,η) των μέσων του 4ου αι. π.Χ.1130. Την ίδια χρονική περίοδο παρόμοιου σχήματος οινοχόες κατασκευάζονταν και στην Αθήνα.1131 Το αγγείο της Ακάνθου πλησιάζει αρκετά ένα αττικό παράδειγμα που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι.1132 Σ’ έναν διαφορετικό τύπο αλλά πολύ συνηθισμένο στην ελληνιστική περίοδο ανήκει η 189 (Πίν. 37ε, Σχ. 12α), η οποία διατηρείται αποσπασματικά. Το χείλος είναι έντονα εξωστρεφές και εξωτερικά σχηματίζει κάθετο μέτωπο. Ο λαιμός είναι πολύ στενός, κοίλος και διευρύνεται προς το ωοειδές σώμα. Προέρχεται από την ταφή 7307. Το μελαμβαφές bolsal1133 που συνυπήρχε στον τάφο βοηθά στη χρονολόγησή της στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Παρόμοιες οινοχόες κατασκευά- ζονταν σε όλα τα γνωστά εργαστήρια της εποχής. Στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν μελαμβα- φείς. Κοσμούνταν με ποικίλους τρόπους. Άλλοτε έφεραν κάθετες «πλαστικές» ραβδώσεις στο σώμα και άλλοτε γραπτή φυτική διακόσμηση. Η παραγωγή του σχήματος διαρκεί σ’ όλον τον 4ο αι. αλλά και στον 3ο όπου η βασική διαφορά που παρατηρείται είναι ότι ο λαιμός γίνεται πιο στε- νός και ραδινός και το σώμα διογκώνεται και γίνεται πιο σφαιρικό1134. Παρόμοιες οινοχόες της τοπικής παραγωγής συναντούμε και στην Όλυνθο1135. Άβαφα αγγεία αυτού του τύπου μεγαλύτε- ρων διαστάσεων κατασκευάστηκαν και στην Αθήνα στον 4ο αι. Ορισμένες φορές κοσμούνται στο λαιμό με έναν πλοχμό που φέρει φύλλα κισσού ή ελιάς σε μια προσπάθεια να αντιγράψουν τα καλύτερα μελαμβαφή παραδείγματα1136. Από την Άκανθο προέρχονται δύο ακόμη μικρότερα παραδείγματα του ίδιου σχήματος που φέρουν καστανό και ερυθρό γάνωμα αντίστοιχα, τα 190 (Πίν. 37στ) και 191 (Πίν. 37ζ). Η 191 προέρχεται από την πλούσια ταφή 3372. Συνυπήρχαν πολλά ειδώλια1137 (Πίν. 37η), ένας μελαμβαφής αρυτήρας1138 (Πίν. 37θ) και ένα μελαμβαφές bolsal1139 στο εσωτερικό του οποίου τέσσερα εμπίεστα ανθέμια αποδίδονται σε σταυρική διάταξη (Πίν. 37ι). Ιδιαίτερα το τελευταίο με βάση ανάλογα παραδείγματα1140 μπορεί να μας βοηθήσει να χρονολογήσουμε την οινοχόη στον πρώιμο 4ο αι. Η 190 προέρχεται από την ταφή 2549 με την οποία ασχοληθήκαμε και παραπάνω, καθώς περιείχε και τον αβαφή αμφορέα 164 και ένα χείλος κρατήρα1141. Με βάση αντίστοιχα αττικά παραδείγματα χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1142. Θ4.ΙΙΙ. Όλπες Ι. Χωρίς βάση Στην Αττική κατασκευάζονταν μελαμβαφείς όλπες ήδη από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ.1143. Τα πρώιμα παραδείγματα είχαν απλό, εξωστρεφές χείλος, ο λαιμός δεν διακρινόταν ευκρινώς από το σώμα και η βάση χωρίς καμιά διαμόρφωση ήταν απλή, επίπεδη. Η λαβή έφτανε το ύψος του χεί- 1129 Αριθ. Ι.27.11 ΑΜΘ. 1130 Τρακοσοπούλου 2004γ, σ. 173-183. 1131 Agora XII, σ. 61 αρ. 123, 125, 138 πίν. 7. 1132 Ό.π. αρ. 138. 1133 Agora XII, σ. 107 αρ. 556 πίν. 24. 1134 Agora XXIX, σ. 125 αρ. 475-482 πίν. 47 σχ. 35. 1135 Olynthus V, σ. 220-221αρ. 785-794 πίν. 170. 1136 Agora XII, σ. 205 αρ. 1623-1632 πίν. 74. 1137 Δύο ειδώλια περιστεριών αριθ. Ι.51.408, 409 ΑΜΘ. 1138 Αριθ. Ι.51.406 ΑΜΘ. 1138 Αριθ. Ι.51.406 1139 Αριθ. Ι.51.407 ΑΜΘ. 1140 Αgora XII, σ. 107 αρ. 556 πίν. 24. 1141 Αριθ. Ι.29.44 ΑΜΘ. 1142 Agora XII, σ. 61 αρ. 128 πίν. 7. 1143 Σχετικά με τον όρο και τη χρήση του σχήματος, βλ. σ. 31. 105 λους. Στα μέσα του 5ου αι. όμως σημειώνεται μία καθοριστική αλλαγή. Η λαβή ξεπερνά το ύψος του χείλους και έχει μεγάλο άνοιγμα από το σώμα σχηματίζοντας γωνία στο σημείο ένωσης με το χείλος. Η τάση ανύψωσης της λαβής επιτείνεται στον 4ο αι. Παράλληλα ο λαιμός αποκτά δική του υπόσταση και ξεχωρίζει από το σώμα, το οποίο ενώ προς τα κάτω στενεύει στο κάτω άκρο διευρύνεται προβάλλοντας τη βάση1144. Το σχήμα συναντάται και σε άλλα εργαστήρια του μακεδονικού χώρου, όπως αυτό της Ολύνθου1145. Από το νεκροταφείο της Ακάνθου όπου έχουν βρεθεί πολλά επείσακτα παραδείγματα, θα ασχοληθούμε με δύο αγγεία του τοπικού εργαστηρίου: 192 (Πίν. 37κ, Σχ. 12β) και 193 (Πίν. 37μ, Σχ. 12γ). Και στις δύο το κάτω άκρο του σώματος έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Η πρώτη, της ταφής 2559, ανάγεται στις αρχές του 5ου αι με βάση τα άλλα δύο κτερίσματά της, μία μελα- νόμορφη λήκυθο1146 και μία κορινθιακή κοτυλίσκη1147 (Πίν. 37λ). Η μίμηση του σχήματος ήδη από την έναρξη της παραγωγής του αποδεικνύεται και από ένα άλλο παρόμοιο αγγείο από την Άκανθο που δημοσιεύει ο Καλτσάς1148. Η 193 (Πίν. 37μ, Σχ. 12γ) ήταν το μοναδικό κτέρισμα της ταφής 4644. Χάρη στην ομοιότητά της με αγγεία της Ολύνθου1149 μπορεί να χρονολογηθεί στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. Διαφοροποιείται από τα αττικά στο ότι στα τελευταία ο λαιμός έχει διαμορφωθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια. ΙΙ. Με βάση Τα βασικά χαρακτηριστικά του σχήματος είναι όμοια με εκείνα των όλπεων χωρίς βάση. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ενιαίο με το λαιμό ο οποίος έχει επίσης ενιαίο περίγραμμα με το ραδινό ωοειδές σώμα. Η ταινιωτή λαβή ανασηκώνεται και ξεπερνά κατά πολύ το ύψος του χείλους. Η βασική διαφορά των δύο τύπων έγκειται στο ότι τα αγγεία της τελευταίας κατηγορίας εδράζονται πάνω σε χαμηλή βάση που έχει σχήμα σπείρας. Εύκολα διακρίνεται και μία μεγαλύτερη διό- γκωση στο σώμα. Τα πρωϊμότερα αγγεία χρονολογούνται γύρω στα 480 π.Χ. και η κατασκευή τους φθάνει ως το τέλος του 4ου αι. Με το πέρασμα του χρόνου το σχήμα γίνεται ολοένα λιγό- τερο εύχρηστο. Το χείλος χαρακτηρίζεται από προχειρότητα και η βάση γίνεται όλο και πιο ψηλή με αποτέλεσμα να είναι ασταθής1150. Ο τύπος αυτός είναι συνηθισμένος σε διάφορα εργαστήρια του βορειοελλαδικού χώρου, όπως για παράδειγμα στης Όλυνθου1151 και στης Θάσου1152. Οι 194 (Πίν. 38α), 195 (Πίν. 38β, Σχ. 12δ) και 196 (Πίν. 38γ) έχουν πανομοιότυπο σχήμα. Το χείλος είναι εξωστρεφές, λοξότμητο, ο στενός λαιμός παρουσιάζεται ενιαίος με το ωοειδές σώμα και η βάση δισκόμορφη. Η κάθετη λαβή ανυψώνεται σχηματίζοντας στο πίσω τμήμα της μία απόφυση. Φέρουν καφέ θαμπό γάνωμα, όπως συνηθίζεται στα αγγεία αυτού του σχήματος στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1153. Η 197 (Σχ. 12ε) έχει μία μικρή διαφορά από τις προαναφερθείσες. Η βάση δεν είναι δισκόμορφη αλλά διευρυνόμενη. Ωστόσο και αυτή με βάση αντίστοιχο ολυνθιακό παράδειγμα χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1154. 1144 Agora XII, σ. 78-79 αρ. 262-275 πίν. 13. 1145 Olynthus XIII, σ. 227 κ.ε. 1146 Αριθ.Ι.29.112 ΑΜΘ. Δίνονται δύο πολεμιστές σε κατατομή στα άκρα της παράστασης, οι οποίοι παρακολουθούν την πάλη του Ηρακλή με το λιοντάρι της Νεμέας. Για ληκύθιο ανάλογου σχήματος, βλ. Άκανθος Ι, σ. 191 Ε180 πίν. 200α. 1147 Άκανθος Ι, σ. 125- 126 αρ. 1026. 1148 Άκανθος Ι, σ. 263 αρ. 1543 σχ. 32. 1149 Agora XII, αρ. 331-2 πίν. 162. 1150 Agora XII, σ. 79 αρ. 276-283 πίν. 13. 1151 Οlynthus XIII, σ. 230 πίν. 163. 1152 Ghali – Kahil 1960, σ. 134 πίν. LX.26. 1153 Olynthus XIII, σ. 230 αρ. 339 πίν. 163. 1154 Olynthus XIII, σ. 237 αρ. 378 πίν. 166. 106 Θ5. Χύτρες Η χύτρα, ο όρος ήταν σε χρήση ήδη από την αρχαιότητα1155, είναι ένα σχήμα που γνώρισε ευ- ρεία παραγωγή, καθώς ήταν απαραίτητη σε κάθε νοικοκυριό. Η μεγάλη παραγωγή του σχήματος είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφωθούν διάφοροι τύποι. Ο καθημερινός ρόλος του αγγείου ήταν φυσικό να κάνει τους κατασκευαστές να μην δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια για την κατασκευή του. Το σχήμα δεν εξαγόταν συχνά. Οι ανάγκες κάθε τόπου καλύπτονταν από τους ντόπιους τεχνίτες. Ήταν βέβαια φυσικό να διαμορφωθούν διάφοροι τύποι και να παραχθούν και διάφορα μεγέθη, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα, για να εξυπηρετούνται όλες οι μαγειρικές ανάγκες. Στο νεκροταφείο της Ακάνθου βρέθηκε μεγάλη ποικιλία από χύτρες τόσο όσον αφορά στο σχήμα όσο και στο μέγεθος. Τα μεγάλα αγγεία χρησίμευσαν ως ταφικά, ενώ τα μικρότερα συ- ντρόφευαν ως κτερίσματα των νεκρών στον άλλο κόσμο. Ι. Με ψηλό σώμα και λαιμό και δύο κάθετες λαβές Υπάρχουν εννέα χύτρες που παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία: 198 (Πίν. 38δ, Σχ. 13α), 199 (Πίν. 38ε, Σχ. 13β), 200 (Πίν. 38ζ), 201 (Πίν. 38στ), 202 (Πίν. 39α), 203 (Πίν. 39β), 204-206 (Πίν. 39γ). Έχουν απλό χείλος ελαφρά εξωστρεφές, ενιαίο με το λαιμό, ο οποίος έχει μεγάλη διά- μετρο και συνεχές περίγραμμα με το ψηλό ωοειδές σώμα, που στο πάνω τμήμα του είναι έντονα διογκωμένο και στο κάτω τμήμα συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση που έχει αρκετά μικρό- τερη διάμετρο από το χείλος. Φέρουν δύο κάθετες ταινιωτές λαβές που φύονται από το χείλος. Δυστυχώς οι περισσότερες χρησίμευσαν ως ταφικά αγγεία και δεν περιείχαν κτερίσματα που θα ήταν δυνατό να μας δώσουν στοιχεία για τη χρονολόγησή τους. Μόνο οι 204-206, η μία από τις οποίες είναι χειροποίητη, χρησίμευσαν ως κτερίσματα της ταφής 9864 στην οποία βρέθηκε και ένας αποσπασματικός λέβης του Ρυθμού Αιγάγρων1156 (Πίν. 39δ) και χρονολογούνται με βεβαιό- τητα στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Στην Αίγινα1157 και στη Θήρα1158 το σχήμα εμφανίζεται στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. π.Χ με μία λαβή. Από την αθηναϊκή Αγορά υπάρχουν γνωστά χει- ροποίητα παραδείγματα του 7ου αι. π.Χ.1159 και τροχήλατα των μέσων του 6ου αι. π.Χ.1160. Το σχήμα συναντάται επίσης ιδιαίτερα συχνά στη Χίο στον 7ο αι. π.Χ.1161, στη Ρόδο1162, στην Ολυ- μπία1163 κ.ά. Ίσως η δημοτικότητα του σχήματος στο μακεδονικό χώρο, να οφείλεται στο γεγονός ότι τα χειροποίητα χυτροειδή αγγεία της Εποχής Σιδήρου με κάθετες ταινιωτές λαβές είχαν μεγάλη πα- ράδοση από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού1164. Παρόμοιο αγγείο της Εποχής Σιδήρου έχει βρε- θεί και στην Άκανθο1165. ΙΙ. Με σφαιρικό σώμα και εξωστρεφές χείλος Ο δημοφιλέστερος τύπος χύτρας σ’ όλο τον ελλαδικό κόσμο ήταν αυτός που παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με τον αρυτήρα και έχει είτε μία είτε δύο κάθετες ταινιωτές λαβές. Τα αγ- 1155 Amyx 1958, σ. 211-212. Sparkes 1962, σ. 130. 1156 Αριθμ. Ι.95.166 ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Cook-Dupont 1998, σ. 66 εικ. 8.28. 1157 Tocra II, σ. 61 αρ. 2247 εικ. 43. 1158 Pfuhl 1903, σ. 122. 1159 Young 1939, σ. 43 Χ3 εικ. 28, ΙΧ.18 σ. 41 εικ. 25. 1160 Agora VIII, αρ. 210. Talcott 1936, σ. 343. 1161 Boardman 1967, σ. 145, 146 αρ. 597-614 πίν. 52. 1162 Clara Rhodos III, πίν. 8 αρ. LIII. 1163 Gauer 1975, σ. 144. 1164 Hochstetter 1984, σ. 130 πίν. 95.3 και 113.1, 144.6. Heurtley – Hutchinson 1925-26, πίν. 18c2. 1165 Αριθ, Ι.ΚΤ.Ν. 201 ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ. Τρακοσοπούλου 2001, σ. 345-354. 107 γεία αυτού του τύπου έχουν συνήθως μικρότερο μέγεθος, εξωστρεφές χείλος, σχεδόν ανύπαρκτο λαιμό, σφαιρικό σώμα και στρογγυλοποιημένη, αδιαμόρφωτη βάση. Ποτέ δεν φέρουν διαμόρ- φωση για την υποδοχή πώματος. Το χείλος έχει μικρή διάμετρο συγκριτικά με το σώμα. Το σχήμα αρχίζει να παράγεται στην Αττική από το δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.1166, εποχή που το σώμα είναι πολύ ψηλό και φαίνεται ότι κατάγεται από τον προηγούμενο βαθύ τύπο. Ήδη όμως από τα μέσα του αιώνα ή στο τρίτο τέταρτο καθιερώνεται το κοντό, σφαιρικό σώμα1167. Το σχήμα γνωρίζει μεγάλη διάρκεια παραγωγής. Η εξέλιξή του όμως ήταν ιδιαίτερα συντηρητική. Μία ση- μαντική διαφοροποίηση που συναντούμε στον 4ο αι., είναι ότι η λαβή σχηματίζει στη ράχη της γωνία. Στα νεκροταφεία δεν αποτελούν συνήθως κτέρισμα του νεκρού. Βρίσκονται στις πυρές, οπότε είχαν χρησιμοποιηθεί στα νεκρόδειπνα1168. Και στο νεκροταφείο της Ακάνθου συναντάται συχνότερα ο τύπος της μικρής χύτρας με εξωστρεφές χείλος, σφαιρικό σώμα και δύο κάθετες λαβές. Το σχήμα είναι γνωστό και από άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρόδο1169 ή τον Τάραντα1170. Πρωιμότερο παράδειγμα αυτού του τύπου είναι η 207 (Πίν. 39ε, Σχ. 13γ) της ταφής 7455 στην οποία συνυπήρχε και μία κορινθιακή κοτυλίσκη (Πίν. 39στ) του πρώτου τέταρτου του 5ου αι.1171 Το σώμα στο άνω τμήμα του διευρύνεται προς το κάτω ημισφαιρικό τμήμα. Η βάση είναι στρογγυλοποιημένη και έχει μεγάλη επιφάνεια έδρα- σης. H 208 (Πίν. 39ζ, Σχ. 13δ), η οποία έχει μεγαλύτερη διάμετρο στο μέσο του σώματος και συ- γκλίνει αρκετά προς τη βάση, χρονολογείται στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ.1172. Παρόμοιο παράδειγμα έχει βρεθεί και στα Άβδηρα, το οποίο χρονολογείται με ασφάλεια στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.1173. Σ’ αυτόν τον τύπο ανήκει και η 209 (Πίν. 39η, Σχ. 13ε ) της ταφής 3015. Η ταφή αυτή θα μας απασχολήσει και στα επόμενα κεφάλαια, καθώς περιείχε και τρία ακόμη φιαλίδια τοπικής παραγωγής1174. Ο μελαμβαφής κάνθαρος1175, το μελαμβαφές μόνωτο σκυφίδιο και το κορινθιακό βαθύ σκυφίδιο1176 (Πίν. 39η) μας βοηθούν να τη χρονολογήσουμε γύρω στα 325-300 π.Χ.1177. Στον τύπο αυτό ανήκει η μεγάλη χύτρα 210 (Πίν. 40α). Το χείλος είναι έντονα εξωστρεφές και το άνω τμήμα του σώματος διευρύνεται προς το σφαιρικό σώμα. Η κάθετη ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο άνω τμήμα του σώματος. Προέρχεται από τον τάφο 3265, στον οποίο συνυπήρχε ένα μελαμβαφές bolsal (Πίν. 40β), που χρονολογείται στα τελευταία χρό- νια του 4ου αι1178. Παρόμοιο παράδειγμα χύτρας από την αθηναϊκή Αγορά χρονολογείται γύρω στα 330-300 π.Χ.1179. Στον ίδιο τύπο ανήκει και η μικρότερη, αποσπασματική χύτρα 211 (Πίν. 40γ) από την επί- χωση του νεκροταφείου. Το χείλος είναι εξωστρεφές, σχηματίζεται πολύ κοντός λαιμός και το σώμα είναι απόλυτα σφαιρικό. 1166 Agora XII, σ. 224 αρ. 1922 πίν. 93. 1167 Agora XII, σ. 224 αρ. 1923 πίν. 93. 1168 Ό.π. σ. 224-225. 1169 Clara Rhodos VI-VII, εικ. 1. 1170 De Palma 1989, σ. 19 πίν. ΧΧIII. 1171 Corinth XIII, σ. 211 αρ. 250.9 πίν. 35. Corinth XV, III, αρ. 1407 πίν. 58. 1172 Προέρχεται από την ταφή 2218, η οποία περιείχε χάλκινο νόμισμα Ακάνθου (αριθ. Ι.52.69), μελαμβα- φές ληκύθιο, μόνωτο σκυφίδιο, γυάλινη χάντρα κ.ά. Τα υπόλοιπα συνευρήματα που αναφέρονται στο ημε- ρολόγιο, δεν εντοπίστηκαν προς το παρόν. 1173 Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1983, σ.8 πίν. 11β. 1174 Βλ. σ. 131. 1175 Για αντίστοιχα παραδείγματα κανθάρου, βλ. Agora XXIX, σ. 242 αρ. 4, 7 πίν. 1. 1176 Corinth VII, iii, σ. 29 αρ. 2 πίν. 43. Χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. 1177 Τρακοσοπούλου 2004γ, σ. 174-175. 1178 Agora XII, σ. 107 αρ. 556. Kition Bamboula II, σ. 36 αρ. 66 εικ. 13. 1179 Agora XII, σ. 224 αρ. 1932 πίν. 93. 108 Γύρω στα 320 π.Χ. χρονολογείται και η 212 (Πίν. 40δ) από τον κλίβανο 6 με τη βοήθεια του μελαμβαφή κανθάρου, όπως είδαμε και παραπάνω1180. Ο τύπος αυτός, αν και είναι γνωστός από άλλες θέσεις ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια1181, στην Άκανθο συναντάται από τον 5ο έως και τον ύστερο 4ο αι. ΙΙΙ. Με πώμα Το μοναδικό παράδειγμα από το νεκροταφείο της Ακάνθου που εντάσσεται σ΄ αυτήν την κα- τηγορία είναι η 213 (Πίν. 40ε, Σχ. 13στ). Έχει κάθετο χείλος που εσωτερικά φέρει κατάλληλη διαμόρφωση για την υποδοχή πώματος. Το σώμα είναι σφαιρικό και η βάση στρογγυλοποιημένη. Η κάθετη ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο του σώματος. Στην Αττική το πρώτο πειραματικό παράδειγμα χύτρας με πώμα ανάγεται στα τέλη του 6ου - αρχές 5ου αι. π.Χ.1182. Αυτό έχει κάθετο χείλος ελαφρά εξωστρεφές και σφαιρικό σώμα. Είναι εμφανής η ομοιότητα με το δικό μας παράδειγμα, όπου η βασικότερη διαφορά που παρατηρούμε είναι ότι το δικό μας αγγείο έχει μία μόνο λαβή. Παρόμοιο συγγενικό παράδειγμα έχει βρεθεί και στον Κε- ραμεικό, με δύο λαβές επίσης, και χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.1183. Στη συνέχεια στην Αθήνα καταργούνται οι κάθετες ταινιωτές λαβές και συνηθίζονται οι λοξές πιό- σχημες κυκλικής διατομής. Ο ίδιος τύπος συναντάται και στην Όλυνθο στον 5ο αι., όπου όμως πάλι το αγγείο έχει δύο λαβές και το χείλος διευρύνεται προς τα έξω. Στο παράδειγμα της Ακάν- θου το χείλος είναι κάθετο. Η 213 προέρχεται από τον τάφο 2447 στην οποία συνυπήρχαν ένα μελαμβαφές σκυφίδιο1184 (Πίν. 40στ) και μία χάλκινη τοξωτή πόρπη1185 που μας βοηθούν στη χρονολόγησή της γύρω στα 400 π.Χ. Παρόμοιο παράδειγμα της ελληνιστικής περιόδου αλλά με δύο λαβές έχει βρεθεί και στη Σάμο1186. Θ6. Αρυτήρες Χωρίς καμιά αμφιβολία το συνηθέστερο αγγείο που παράγουν τα τοπικά κεραμικά εργαστή- ρια είναι ο αρυτήρας. Το απλό αυτό αγγείο με το εξωστρεφές χείλος, την κάθετη ταινιωτή λαβή, το ημισφαιρικό συνήθως σώμα και την στρογγυλοποιημένη αδιαμόρφωτη βάση, αποτελεί βασικό προϊόν της τοπικής παραγωγής. Αρυτήρες συναντούνται σ’ όλους τους οικισμούς και τα νεκρο- ταφεία των κλασικών χρόνων στο μακεδονικό χώρο1187. Τα αγγεία αυτού του σχήματος σπάνια είναι κατασκευασμένα με επιμέλεια. Έχουν κατασκευαστεί από ερυθρό πηλό διαφόρων αποχρώ- σεων, πλούσιο σε μίκα και προσμίξεις. Πολλές φορές το ψήσιμό τους δεν έχει γίνει επιτυχώς. Στην εξωτερική και εσωτερική επιφάνεια υπάρχουν πολλές φυσαλίδες που σχηματίζουν εξάρ- ματα. Αλλά και το πλάσιμο δεν διακρίνεται για την επιμέλειά του. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις τα αγγεία είναι ασταθή. Πολλοί αρυτήρες αν και προέρχονται από ενταφιασμό, φέρουν ίχνη καύ- σης. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι πρόκειται για αγγεία καθημερινής χρήσης που στη συνέ- χεια συνοδεύουν το νεκρό. Τα αγγεία αυτού του σχήματος παλιότερα αποκαλούνταν χύτρες. Την 1180 Βλ. παρακάτω σ. 149. 1181 Clara Rhodos III, πίν. ΙΙΙ LIII.3. 1182 Agora XII, σ. 225 αρ. 1943 πίν. 94. 1183 Kerameikos IX, πίν. 113.16. 1184 Αριθ. Ι.120.28 ΑΜΘ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 134 αρ. 878 πίν. 33. Salamine de Chypre VIII, σ. 39 αρ. 113 εικ. 26. 1185 Αριθ. Ι.120.139 ΑΜΘ. 1186 Technau 1929, σ. 46 σχ. 36.1. 1187 Σουέρεφ 1987, σ. 238 εικ. 13. Μισαηλίδου – Δεσποτίδου 1990, σ. 141 εικ. 16. 109 ονομασία «αρυτήρας» πρότεινε ο Μ. Ανδρόνικος1188 και αποδέχθηκαν οι περισσότεροι ερευνη- τές1189, καθώς η βασική χρήση του σχήματος ήταν να αντλεί (αρύει) ή να χύνει νερό. Αν και τα βασικά χαρακτηριστικά του σχήματος παραμένουν ίδια σ’ όλη τη διάρκεια της κα- τασκευής του, το σχήμα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένους τύπους. Ι. Με ανακαμπτόμενο χείλος Το παλαιότερο αγγείο αυτού του τύπου είναι ο 214 (Πίν. 41α), ο οποίος διαφέρει ως προς το σχήμα από τους υπόλοιπους. Έχει ανακαμπτόμενο χείλος που στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζει εγκοπή. Ο ώμος είναι στενός και το σώμα ημισφαιρικό. Αν και η «ιωνική» ταινιωτή κύλικα (Πίν. 41β) χρονολογείται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ., τα άλλα δύο κτερίσματα της τα- φής, οι δύο κορινθιακές κοτυλίσκες (Πίν. 41γ) βοηθούν στη χρονολόγησή του στην Ύστερη Κο- ρινθιακή Ι περίοδο, δηλ. γύρω στα 560-535 π.Χ.1190. ΙΙ. Με εξωστρεφές επικλινές χείλος Ο πιο συνηθισμένος τύπος είναι αυτός που έχει έντονα εξωστρεφές χείλος, η άνω επιφάνεια του οποίου είναι καμπύλη και επικλινής προς τα μέσα. Το σώμα στο άνω τμήμα του διευρύνεται και στο μέσο γίνεται ημισφαιρικό με στρογγυλοποιημένη αδιαμόρφωτη βάση, με ευρεία επιφά- νεια έδρασης. Όσον αφορά στη λαβή, συνήθως παραμένει στο ύψος του χείλους και έχει σχετικά μεγάλο άνοιγμα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν πολλά παραδείγματα. Κάποιοι προέρχονται από ταφές στις οποίες αποτελούσαν το μοναδικό κτέρισμα, π.χ. 2151191 (Πίν.41δ, Σχ. 14α), 216 (Πίν. 41ε, Σχ. 14β) και ορισμένοι από την επίχωση του νεκροταφείου π.χ. 217 (Πίν. 41στ, Σχ. 14γ). Οι περισσότεροι όμως προέρχονται από πλούσιες ταφές και μπορούν να χρονολογηθούν με ασφά- λεια. Γύρω στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. χρονολογείται ο 218 (Πίν. 41ζ) της ταφής 5514 με βάση τους δύο μελαμβαφείς σκύφους1192, το μελαμβαφές σκυφίδιο1193 και το bolsal1194 (Πίν. 41η) που συνυπήρχαν στην ταφή. Στο α’ μισό του τετάρτου αιώνα π.Χ. χρονολογείται και ο μικκύλος 223 (Σχ. 14στ) της ταφής 2096 με βάση τα συνευρήματά του1195. Μεγάλη ομοιότητα με τον 218 ως προς το σχήμα παρουσιάζει ο 219 (Πίν. 42α), ο οποίος, όπως είδαμε, με βάση τα συνευρήματά του χρονολογείται στα 350-325 π.Χ.1196. Σύγχρονος είναι και ο 220 (Σχ. 14δ) της ταφής 2099 στην οποία βρέθηκε ο αρυτήρας 226 (Σχ. 15α), ο ασκός 2951197 και το σκυφίδιο 3361198 της τοπικής παραγωγής, αλλά και ένα ειδώλιο σατύρου και μία σιδερένια στλεγγίδα1199. Το σκυφίδιο ακολουθεί αττικά πρότυπα και με βάση αυτά μπορεί να 1188 Ανδρόνικος 1955, σ. 24-50. 1189 Δρούγου –Τουράτσογλου 1980, σ. 168. 1190 Αριθ. Ι.140. 64, 65 ΑΜΘ. Για παρόμοιες κοτυλίσκες, βλ. Άκανθος Ι, σ. 63 τάφος 1420 γ-δ. πίν. 63. 1191 Προέρχεται από την ταφή 2022. 1192 Αριθ. Ι.77.57,58 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 85 αρ. 351 πίν. 17. 1193 Αριθ. Ι.77.56 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 131 αρ. 839 πίν. 33. Salamine de Chypre VIII, σ. 42 αρ. 160 εικ. 28. 1194 Αριθ. I.77.59 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 556 πίν. 24. 1195 Μελαμβαφές σκυφίδιο αριθ. Ι.75.481, άωτο σκυφίδιο αριθ. Ι.75.482, χάλκινο νόμισμα Ακάνθου αριθ. Ι.75.27 κ.α. ΑΜΘ. Το μελαμβαφές σκυφίδιο έχει εξωστρεφές χείλος και κυρτό σώμα. Φέρει αραιωμένο γάνωμα. Η κάτω επιφάνεια κοσμείται με δύο ομόκεντρους κύκλους και στιγμή. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 126 αρ. 758 πίν. 31. 1196 Στην ίδια ταφή υπήρχε και ο ντόπιος αμφορίσκος 173 (Πίν. 34γ). Βλ. παραπάνω σ. 102. 1197 Βλ. παρακάτω σ. 125. 1198 Βλ. παρακάτω σ. 136. 1199 Αριθ. Ι.75.589 ΑΜΘ. 110 χρονολογηθεί γύρω στα 350-325 π.Χ.1200. Ο δεύτερος αρυτήρας, 221 (Σχ. 14ε) που υπήρχε στη συγκεκριμένη ταφή σχηματίζει γωνιώδες περίγραμμα στο σημείο ένωσης ώμου – σώματος, όπως τα αγγεία της επόμενης κατηγορίας1201, και έχει επίπεδη βάση. Η συνύπαρξη των δύο τύπων στην ίδια ταφή φανερώνει την ταυτόχρονη παραγωγή τους. Στην ίδια εποχή χρονολογείται και ο 222, ο οποίος μας εντυπωσιάζει για το ιδιαίτερα μεγάλο άνοιγμα της λαβής, η οποία δεν απολήγει, όπως συνήθως στο σημείο ένωσης ώμου-σώματος αλλά αρκετά χαμηλότερα. Τη χρονολόγησή του στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. επιβεβαιώνει το μελαμβαφές φιαλίδιο της ταφής1202. Όπως φανερώνουν τα συνευρήματά του, δύο μελαμβαφείς σκύφοι1203 (Πίν. 42β) και ένα μελαμβαφές φιαλίδιο1204, σύγχρονος είναι και ο 224 (Σχ. 14ζ). Λίγο αργότερα, στα τέλη του τέταρτου αιώνα, εντάσσεται ο 225 (Σχ. 14η) της ταφής 3227, η οποία ανάμεσα σ’ ένα πλήθος κτερισμάτων περιείχε και την ντόπια σφαιρική λήκυθο 2701205, που μας προσφέρει μία ασφαλή χρονολόγηση. Σύγχρονος με τον 225 (Σχ. 14η) είναι και ο 226 (Σχ. 15α) της ταφής 2093, όπως δείχνουν τα χάλκινα νομίσματα Ουρανουπόλεως1206. Ο 227 (Πίν. 42γ) προέρχεται από την ταφή 2771 στην οποία βρέθηκε ένα μελαμβαφές θήλα- στρο με δακτυλιόσχημη λαβή (Πίν. 42δ) και ένα μελαμβαφές φιαλίδιο με εσωστρεφές χείλος1207 (Πίν. 42δ). Με τη βοήθειά τους η ταφή χρονολογείται στα 325- 300 π.Χ. O 228 (Σχ. 15β) προέρχεται από την ταφή 3308. Ο νεκρός συνοδευόταν επίσης από ένα με- λαμβαφή κάνθαρο1208 με απλό χείλος που φέρει διπλή χαρακτή γραμμή, ημισφαιρικό σώμα και δακτυλιόσχημη βάση (Πίν. 42ε), ένα μελαμβαφές σκυφίδιο1209 και διάφορα σιδερένια αντικεί- μενα1210. Με βάση τον κάνθαρο που χρονολογείται στα 275-260 π.Χ.1211, χρονολογούμε και τον αρυτήρα στο δεύτερο τέταρτο του 3ου αι. Διαπιστώνουμε ότι ο τύπος αυτός του αρυτήρα έχει μεγάλη διάρκεια· συναντάται από το πρώτο τέταρτο του 4ου αι. έως και το δεύτερο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. Το σχήμα δεν ακολουθεί μία συγκεκριμένη εξελικτική πορεία. Σύγχρονα παραδείγματα είναι δυνατόν να παρουσιάζουν μεγάλη διαφορά. Ο τεχνίτης ακολουθούσε τα βασικά χαρακτηριστικά αλλά πολλές φορές ήταν ελεύθερος να δώσει ένα διαφορετικό σχήμα. Άλλες φορές πάλι αυτή η ποικιλία οφείλεται στην προχειρότητα με την οποία κατασκευάζει αυτά τα φθηνά καθημερινά αγγεία. ΙΙΙ. Με εξωστρεφές χείλος με πεπλατυσμένη επιφάνεια Σ’ έναν τρίτο τύπο μπορούν να ενταχθούν αρκετοί αρυτήρες η μόνη διαφορά των οποίων από τους προηγούμενους είναι ότι η άνω επιφάνεια του χείλους είναι πεπλατυσμένη. 1200 Βλ. σ. 136. 1201 Βλ. παρακάτω σ. 114. 1202 Τ 7312. Φιαλίδιο αριθ. Ι.115.348 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 135 αρ. 887 πίν.33. Στην ίδια ταφή υπήρχαν και ειδώλια ηθοποιών, αστράγαλοι, όστρεα και ένα χάλκινο νόμισμα Ακάνθου. 1203 Αριθ. Ι.115.452 και 453 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, σ. 256 αρ. 151, 152 πίν. 14. Χρονολογούνται γύρω στα 325 π.Χ. 1204 Αριθ. Ι.115.454 ΑΜΘ. Είναι μικρό, αβαθές και έχει δακτυλιόσχημη βάση. Εσωτερικά ο δακτύλιος είναι μελανός και στο κέντρο υπάρχει εδαφόχρωμος δίσκος με κύκλο και στιγμή. 1205 Βλ. σ. 118. 1206 Αριθ. Ι.75.24-26 ΑΜΘ. 1207 Αριθ. Ι.29.186, 187 ΑΜΘ. Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Agora XII,σ. 135 αρ. 889 πίν. 33. 1208 Αριθ. Ι.51.429 ΑΜΘ. 1209 Αριθ. Ι.51.430 ΑΜΘ. 1210 Σιδερένιος κρίκος αριθ. Ι.51.557, σιδερένια στλεγγίδα αριθ. Ι.51.546 και δακτυλίδι αριθ. Ι.51.507 ΑΜΘ. 1211 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, σ. 261 αρ. 182 πίν. 17. Salamine de Chypre VIII, αρ. 750. 111 Οι 229 (Πίν. 42στ) και 230 (Σχ. 15γ) προέρχονται από την πλούσια ταφή 2048, στην οποία ανήκει και η άβαφη λοπάδα 277 (Πίν. 48ζ,η). Τα τέσσερα χάλκινα νομίσματα Ακάνθου1212 και τα υπολείμματα χάλκινου επίχρυσου στεφανιού1213 καθιστούν φανερή την ένταξη της ταφής στον 4ο αι. π.Χ. Το μελαμβαφές bolsal (Πίν. 42ζ, η) μας βοηθά να χρονολογήσουμε και τους αρυτήρες γύρω στα 350 π.Χ.1214. Οι 231 και 232 (Πίν. 43α, β, Σχ. 15δ, ε) προέρχονται από την ταφή 7501 όπου βρέθηκε και ένα άωτο μελαμβαφές σκυφίδιο1215 (Πίν. 43δ) και ένα μελαμβαφές bolsal1216 (Πίν. 43γ). Τo bolsal, το οποίο ανήκει πιθανότατα σε ένα τοπικό εργαστήρι, χρονολογείται στην αρχή του 4ου αι. π.Χ.1217. Ο 233 ( Πίν. 43ε, Σχ. 15στ) της ταφής 2863 χρονολογείται στις αρχές του 4ου αι. π.Χ.1218 Χαρακτηρίζεται από το ιδιαίτερα μεγάλο άνοιγμα της λαβής, η οποία μάλιστα σχηματίζει γωνία. Στον ίδιο τύπο ανήκει και ο 234 (Σχ. 15ζ) της ταφής 2030, η μόνη διαφορά του οποίου από τους προηγούμενους είναι ότι η βάση είναι διαμορφωμένη και επίπεδη. Τα δύο χάλκινα νομί- σματα Ακάνθου που συντρόφευαν το νεκρό, οδηγούν σε μία χρονολόγηση στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι τρεις μικκύλοι αρυτήρες 235-237 που βρέ- θηκαν στον κλίβανο 6 (Πίν. 43στ), που, με τη βοήθεια του μελαμβαφούς κανθάρου που βρέθηκε στον ίδιο χώρο, χρονολογούνται στα 320 π.Χ.1219. IV. Με εξωστρεφές χείλος και σώμα διαχωρισμένο σε δύο τμήματα Υπάρχει μία ομάδα αρυτήρων που έχουν απλό εξωστρεφές χείλος, το άνω τμήμα του σώμα- τός τους είναι κοίλο, διευρύνεται προς τα κάτω και διαχωρίζεται με σαφήνεια από το κάτω ημι- σφαιρικό τμήμα. Στο σημείο ένωσής τους σχηματίζεται μία ελαφρώς έξεργη οριζόντια γραμμή. Η βάση έχει μικρότερη επιφάνεια έδρασης και η λαβή συνήθως ξεπερνά το ύψος του χείλους1220. Δυστυχώς οι 239 (Πίν. 43ζ), 240 (Σχ. 15η) και 241 ( Πίν. 43η, Σχ. 16α) προέρχονται από την επίχωση του νεκροταφείου και δεν μπορούν να χρονολογηθούν. Οι υπόλοιποι όμως προέρχονται από ταφικά σύνολα που μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Ο 242 (Πίν. 44α, Σχ. 16β) βρέ- θηκε με τους αρυτήρες 231 και 232, που όπως είδαμε έχουν εξωστρεφές χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια, το σώμα τους έχει συνεχές περίγραμμα1221 και χρονολογούνται στις αρχές του 4ου αι. Ο 243 (Σχ. 16γ) ανήκει σε μία πλούσια ταφή1222, στη χρονολόγηση της οποίας βοηθούν 1212 Βλ. παραπάνω σ. 31 υποσ. 312. 1213 Αριθ. Ι.75.121-124 και Ι.75.539 ΑΜΘ. Για επίχρυσα στεφάνια, βλ. Άκανθος Ι, σ. 65 πίν. 63. Στην ίδια ταφή βρέθηκαν και ένας ασημένιος κρίκος Ι.75.101, δύο σιδερένιες στλεγγίδες Ι.75.117και 118. 1214 Αριθ. Ι.75.489 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 109 αρ. 563 πίν. 25. 1215 Αριθ. Ι.115.527 ΑΜΘ. 1216 Αριθ. I.115.528 ΑΜΘ. 1217 Τα βασικά χαρακτηριστικά είναι όμοια με το παράδειγμα 556 της αθηναϊκής Αγοράς. Το παράδειγμα της Ακάνθου έχει διακοσμηθεί με τη μέθοδο της εμβάπτισης. 1218 Η ταφή περιείχε μία ερυθρόμορφη πυξίδα (αριθ. Ι.30.159 ΑΜΘ), ανάλογο παράδειγμά της οποίας μπο- ρούμε να δούμε στην Όλυνθο, (βλ. Olynthus V, αρ. 216 σ. 141 πίν. 111) και ένα μελαμβαφές bolsal (I.30.46) που μπορεί να συγκριθεί με αττικά παραδείγματα της αθηναϊκής Αγοράς, (βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 556 πίν. 24). 1219 Βλ. παρακάτω σ. 149. 1220 Ένα παράδειγμα αυτού του τύπου, χρονολογούμενο στον 4ο αι. π.Χ., μπορούμε να δούμε, Τρακοσοπούλου 1987, σ. 299 εικ. 12. 1221 Αριθ. Ι.115.525, 526 ΑΜΘ. 1222 Προέρχεται από την ταφή 3319 στην οποία εκτός από τα αγγεία βρέθηκαν και ειδώλιο Παποσειληνού αριθ. Ι.51.381, ειδώλιο πιθήκου αριθ. Ι.51.382, ειδώλιο κάπρου αριθ. Ι.51.383 και κάποια άλλα ειδώλια που δεν σώζονται καλά αριθ. Ι.51.384-5 ΑΜΘ. Όμοιο ειδώλιο κάπρου και σειληνού έχουν βρεθεί και στον Κεραμικό και χρονολογούνται λίγο πριν τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Kerameikos IX, σ. 131 πίν. 35.5.6. 112 ιδιαίτερα ένας μελαμβαφής σκύφος1223 (Πίν. 44β) και ένα bolsal1224 (Πίν. 44γ). Τα δύο αυτά αγ- γεία μας επιτρέπουν να εντάξουμε τον αρυτήρα 232 με ασφάλεια στο πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Ο 244 ( Πίν. 44δ, Σχ. 16δ) βρέθηκε στη ταφή 5279 μαζί με άλλα μελαμβαφή αγγεία1225 (Πίν. 44ε, στ) και ένα ειδώλιο καθιστής γυναικείας μορφής που καθιστούν δυνατή τη χρονολόγησή του. Ο μελαμβαφής κάνθαρος (Πίν. 44ζ) με τη βαριά βάση, η οποία δεν έχει στέλεχος αλλά ένα χοντρό δακτυλίδι, χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1226. Σύγχρονα είναι και τα δύο μελαμβαφή φιαλίδια1227. Ο 245 (Σχ. 16ε) προέρχεται από την ταφή 2119 στην οποία βρέθηκαν και δύο χάλκινα νομίσματα Ακάνθου1228 και ένα μελαμβαφές σκυφίδιο1229 με εξωστρε- φές αυλακωτό χείλος, το οποίο βοηθά να τον εντάξουμε με ασφάλεια στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο και με ακρίβεια στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. Σύγχρονός του είναι ο 246 (Σχ. 16στ) της ταφής 3259, η οποία περιείχε διάφορα ευρήματα1230, ανάμεσα στα οποία ο μελαμβαφής σκύ- φος1231 (Πίν. 44η) επιτρέπει τη χρονολόγησή της γύρω στα 325 π.Χ.1232. Όμοιο σχήμα με τον 246 έχει ο 247 (Πίν. 44ι) της ταφής 2569 που χάρη στο μελαμβαφές σκυφίδιο1233 με εσωστρεφές χεί- λος (Πίν. 44κ) που βρέθηκε μαζί του χρονολογείται επίσης στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1234. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και ο μικκύλος αρυτήρας 248 (Πίν. 45β) της ταφής 4934. Το bolsal (Πίν. 45α) της ταφής τον ανάγει με ασφάλεια στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1235. Διαφορετική από ότι στους προαναφερθέντες είναι η διαμόρφωση της λαβής στον 249 (Σχ. 16ζ), η οποία έχει γωνιώδες περίγραμμα. Με βάση τα υπόλοιπα ευρήματα (Πίν. 45γ, δ) της τα- φής1236 χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι.1237 1223 Αριθ. Ι.51.380 ΑΜΘ. Εξωτερικά καλύπτεται με μελανό γάνωμα. Η κάτω επιφάνεια είναι εδαφόχρωμη και κοσμείται με δίσκο μελανού χρώματος. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 310 αρ. 584 πίν. 202. 1224 Αριθ. Ι.51.378 ΑΜΘ. Έχει βάση σε σχήμα σπείρας και η κάτω επιφάνεια κοσμείται με δύο ομόκε- ντρους κύκλους. Στο εσωτερικό υπάρχουν τέσσερα ανθέμια σε σταυρική διάταξη γύρω από έναν κύκλο. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 557 σχ. 6. 1225 Ένα μόνωτο σκυφίδιο αριθ. Ι.161.124, δύο άωτα μελαμβαφή σκυφίδια αριθ. Ι.161.125, 126 και ένας κάνθαρος αριθ. Ι.161.128 ΑΜΘ. 1226 Agora XXIX, σ. 252 αρ. 4 πίν. 1. 1227 Agora XII, σ. 140 αρ. 979 πίν. 75. 1228 Αριθ. Ι.75.41, 42. ΑΜΘ. Βλ. παραπάνω σ. 31 υποσ. 312. 1229 Αριθ. Ι.75.457 ΑΜΘ. Στον πυθμένα φέρει εμπίεστη διακόσμηση. Στο κέντρο υπάρχει ιωνικό κυμάτιο, το οποίο περιβάλλεται από εγχάρακτο κύκλο, όπου εφάπτονται τόξα που φέρουν ανθέμια. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, σ. 166 αρ. 1045-1049 πίν. 78. 1230 Χάλκινο ψέλιο αριθ. Ι.51.172, ειδώλιο αριθ. Ι.51.258, χάλκινο επίχρυσο στεφάνι αριθ. Ι.51.556 ΑΜΘ. Τα χάλκινα επίχρυσα στεφάνια χρονολογούνται στον 4ο αι. π.Χ., όπως δείχνουν τα ευρήματα της Ακάν- θου, βλ. Άκανθος Ι, σ. 85 πίν. 87. Επίσης βλ. Λαζαρίδης – Ρωμιοπούλου – Τουράτσογλου 1982, σ. 21 και 31 πίν. 21. Τσιγαρίδα 1989-1990, σ. 278-284. Tsigarida 1998b, αρ. 266. 1231 Αριθ. Ι.51.422 ΑΜΘ. 1232 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, αρ. 151 σ. 255 πίν. 14. Kition - Bamboula II, σ. 42 αρ. 86 εικ. 15. 1233 Αριθ. Ι.29.257 ΑΜΘ. 1234 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 134 αρ. 863 πίν. 33. 1235 Αριθ. I.165.81 ΑΜΘ. Καλύπτεται εξ ολοκλήρου με μελανό γάνωμα. Οι λαβές είναι πεταλόσχημες. Η επιφάνεια έδρασης είναι κυρτή και η βάση δακτυλιόσχημη. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 558 πίν. 24 . 1236 Προέρχεται από την ταφή 7588, η οποία περιείχε και ένα μελαμβαφές bolsal αριθ. Ι.115.439, ένα μελαμβαφές φιαλίδιο αριθ. Ι.115.440 και ένα ειδώλιο ηθοποιού αριθ. Ι.115.441 ΑΜΘ. 1237 Το μελαμβαφές bolsal έχει χαρακτή, εδαφόχρωμη αυλάκωση στην επιφάνεια έδρασης και η κάτω επιφάνεια της βάσης είναι μελανή. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 558 πίν. 24. Το μελαμβαφές φιαλίδιο έχει πλατιά εδαφόχρωμη επιφάνεια έδρασης, ενώ ο δίσκος που σχηματίζεται στο κέ- ντρο φέρει γάνωμα. Ανάλογο παράδειγμα συναντούμε στη δημοσίευση της αθηναϊκής Αγοράς, βλ. Agora XII, σ. 135 αρ. 883 πίν. 33. 113 Λίγο αργότερα, στο δεύτερο μισό του 4ου αι. ανάγεται ο 250 (Σχ. 16η) της ταφής 7240 ·πρόκειται για μία πλούσια ταφή1238, η οποία περιείχε και την αβαφή λοπάδα 281 (Πίν. 49στ, Σχ. 19η)1239. Στη χρονολόγησή της βοηθούν ιδιαίτερα τα δύο αρυβαλλοειδή ληκύθια, το ένα ανθεμωτό1240 και το άλλο με δικτυωτή διακόσμηση1241, καθώς και η μικκύλη υδρία που κοσμείται με ερυθρόμορφο ανθέμιο1242. Η ανεύρεση ενός παρόμοιου παραδείγματος από την Άκανθο σε μία ταφή με ένα μυροδοχείο που χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ.1243, όπως και όμοια αγγεία από άλλες θέσεις1244 φανερώνουν ότι ο τύπος αυτός παράγεται από τις αρχές του 4ου ως και τον 2ο αι. π.Χ. V. Με πεπλατυσμένο χείλος και γωνιώδες περίγραμμα Υπάρχει μία παρόμοια ομάδα αρυτήρων που στο σημείο ένωσης σώματος - ώμου σχηματίζε- ται γωνιώδες περίγραμμα, αλλά διαφέρουν από την προηγούμενη ομάδα στο ότι η άνω επιφάνεια του χείλους είναι πεπλατυσμένη ή επικλινής προς τα μέσα. Δυστυχώς και στην περίπτωση αυτή υπάρχουν ορισμένοι που δεν μπορούν να χρονολογη- θούν, καθώς προέρχονται από την επίχωση του νεκροταφείου, όπως οι 251 (Σχ.16θ), 252, 253 (Πίν. 45ε). Πρωιμότερος από τους χρονολογημένους αρυτήρες της ομάδας είναι ο 254 (Πίν. 45στ) της ταφής 5307. Στην ίδια ταφή ανήκουν και δύο άβαφες μικκύλες λήκυθοι1245 που θα μας απασχολήσουν παρακάτω, όπως και ένα μυροδοχείο1246 αλλά και τμήματα επίχρυσου στεφανιού και ένα αρυβαλλοειδές ληκύθιο με δικτυωτή διακόσμηση1247 (Πίν. 45ζ) που επιτρέπει τη χρονολόγησή της ταφής στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Οι 255 ( Πίν. 45η, Σχ. 17α) και 256 (Πίν. 45θ, Σχ. 17β) προέρχονται από μία πλούσια ταφή που περιείχε έναν ακόμη αρυτήρα1248, αλλά και άλλα αβαφή αγγεία της τοπικής κεραμικής που θα μας απασχολήσουν στα επόμενα κε- φάλαια1249. Τα άνθη επίχρυσου στεφανιού που συνυπήρχαν έκαναν φανερό ότι η ταφή ανήκει στον 4ο αι.1250. Ένας μελαμβαφής κάνθαρος1251 (Πίν. 45ι) όμως προσδιορίζει με σχετική ακρίβεια τη χρονολόγησή της στο τέλος του 4ου αι. Οι 257 ( Πίν. 45κ, Σχ. 17γ), 258 (Πίν. 45λ) και 259 (Πίν. 45μ) προέρχονται από την ταφή 3260, η οποία περιείχε άφθονα κτερίσματα1252 (Πίν. 46α-ζ). Στη χρονολόγησή της βοηθά ιδιαίτερα η μελαμβαφής αλατιέρα1253 με το κοίλο σώμα, ανάλογα 1238 Τ7240. Μαζί βρέθηκε χάλκινο κάτοπτρο αριθ. Ι.74.251, δακτυλίδια αριθ. Ι.74.253-256, τμήμα μολύβδι- νης πυξίδας, αρυβαλλοειδή ληκύθια αριθ. Ι.74.248, 249, οστέινες ψήφοι 258, μικκύλη υδρία 247, αρυτήρας 246, τμήμα ειδωλίου 252 ΑΜΘ. 1239 Βλ. παρακάτω σ. 120. 1240 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 153-4 αρ. 113, 117 πίν. 105. 1241 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 165 αρ.176 πίν. 108. 1242 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 93-4 αρ. 42 πίν. 57. Υπάρχουν κάποιες διαφορές. Το ακάνθιο παράδειγμα φαίνεται λίγο οψιμότερο. 1243 Άκανθος Ι, σ. 107 αρ. 1 ταφή 1527 πίν. 117β. 1244 Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, σ. 31 και 118 αρ. Π1225 σχ. 16. 1245 Αριθ. 272, 273, βλ. παρακάτω σ. 119. 1246 Αριθ. Ι.161.121. ΑΜΘ. 1247 Αριθ. Ι.161.120 ΑΜΘ. 1248 Αριθ. Ι.75.638 ΑΜΘ. 1249 Πινάκιο αριθ. 156 σ. 99. 1250 Για σχετική βιβλιογραφία γία επίχρυσα στεφάνια, βλ. σ. 97 υποσ. 1043. 1251 Αριθ. Ι.75.531 ΑΜΘ. Έχει εξωστρεφές χείλος και συμπαγείς λαβές με ωτία στις ράχες. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 122 αρ. 714 πίν. 29. 1252 Μελαμβαφή φιαλίδια αριθ. Ι.51.271-3, 279, 276, 281, μελαμβαφές λυχνάρι αριθ. Ι.51.274 , μυροδοχείο αριθ. Ι.51.283. χάλκινη ωτογλυφίδα αριθ. Ι.51.501, κεφάλι ειδωλίου ηθοποιού Ι.51.284, σιδερένιο εργαλείο αριθ. Ι.51.518, αργυρό νόμισμα Ακάνθου αριθ. Ι.51.517. ΑΜΘ. 1253 Αριθ. I.51.280 ΑΜΘ. 114 παραδείγματα με την οποία χρονολογούνται στα τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ.1254. Τα παραδείγ- ματα της Ακάνθου πιστοποιούν ότι το σχήμα παράγεται από τα τέλη του 4ου αι. έως και τις αρχές του 3ου αι. Παραδείγματα όμως από άλλες θέσεις αποδεικνύουν ότι η κατασκευή του τύπου συ- νεχίζεται και στον 2ο αι.π.Χ.1255. Φαίνεται λοιπόν ότι οι αρυτήρες με γωνιώδες περίγραμμα στο σημείο ένωσης ώμου - σώματος είτε έχουν απλό χείλος είτε πεπλατυσμένο στο άνω άκρο του, ανήκουν στον ίδιο τύπο και κατασκευάζονται από τον 4ο έως και τον 2ο προχριστιανικό αιώνα. Στον ίδιο τύπο ανήκει ουσιαστικά και ο 260 (Πίν. 46η, Σχ. 17δ), ο οποίος έχει πιο επιμελη- μένο χείλος. Έχει εξωστρεφές χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια αλλά κάτω από το χεί- λος σχηματίζονται τρεις ακανόνιστες αυλακώσεις. Προέρχεται από την ταφή 5234 με την οποία ήδη ασχοληθήκαμε μιλώντας για την οινοχόη 1821256. Τα υπόλοιπα κτερίσματα της ταφής (Πίν. 46θ-ι) φανερώνουν ότι χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Διαφορετικός είναι ο 261 (Πίν. 46κ, Σχ. 17ε), ο οποίος έχει εξωστρεφές χείλος με πεπλατυ- σμένη την άνω επιφάνεια και το άνω τμήμα του σώματος˙ χωρίς να στενεύει, κατεβαίνει κάθετα και στη συνέχεια αποκτά σφαιρικό σχήμα. Ανήκει στην ταφή 2499 στην οποία υπήρχαν ένα άωτο σκυφίδιο1257, ένα χάλκινο νόμισμα1258, μία σιδερένια στλεγγίδα, ένα αποσπασματικό φιαλίδιο1259 και ένας μελαμβαφής κάνθαρος1260 με ψηλό λαιμό (Πίν. 46λ), εξωστρεφές χείλος, συμπαγείς λα- βές που φέρουν ωτία στις ράχες και μας βοηθά να χρονολογήσουμε την ταφή στο πρώτο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ.1261. Μοναδικό παράδειγμα με χείλος που έχει γωνιώδες περίγραμμα είναι ο 262 (Σχ. 17στ). Το άνω τμήμα του χείλους είναι λοξότμητο προς τα κάτω και το κάτω διευρύνεται προς τα πάνω. Ο ώμος διευρύνεται προς το ημισφαιρικό σώμα. Δυστυχώς αποτελεί το μοναδικό κτέρισμα της τα- φής 2694. Ωστόσο ένα παρόμοιο παράδειγμα προέρχεται από την αθηναϊκή Αγορά και χρονολο- γείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1262. Τέλος χωρίς να είναι ιδιαίτερα διαφορετικό το σχήμα του από τους υπόλοιπους, ο 263 (Πίν. 47α, Σχ. 17ζ) παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Το χείλος είναι ανακαμπτόμενο και το εξωτε- ρικό του μέτωπο έχει σχήμα σπείρας. Προέρχεται από την ταφή 2589 (Πίν. 47β), στην οποία βρέθηκαν και δύο ασκοί της τοπικής παραγωγής1263, ένα μελαμβαφές bolsal, μία μελαμβαφής όλπη με δακτυλιόσχημη λαβή, δύο μελαμβαφή φιαλίδια με εσωστρεφές χείλος και δύο σιδερένιες στλεγγίδες. Η μελαμβαφής όλπη με τη δακτυλιόσχημη λαβή ανήκει σ’ έναν τύπο που συναντάται συχνά στο μακεδονικό χώρο1264 και χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ1265, όπως και το bolsal1266. 1254 Agora XXIX, σ. 346 αρ. 1067 πίν. 78. Cook 1965, σ. 151 εικ. 9. Για προϊόντα αυτού του σχήματος από το θασίτικο εργαστήρι, βλ. Blondé 1985, σ. 298 εικ. 18 αρ. 89-94. 1255 Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, σ. 120 κ.ε. 1256 Βλ. παραπάνω σ. 103. 1257 Αριθ. Ι.120.49 ΑΜΘ. 1258 Αριθ. Ι.120.174 ΑΜΘ. 1259 Αριθ. Ι.120.134. ΑΜΘ. 1260 Αριθ. Ι.120.191. ΑΜΘ. 1261 Agora XXIX, σ. 243 αρ. 18 πίν. 2. 1262 Agora XXIX, σ. 386-7 αρ. 1478 πίν. 111. 1263 Βλ. παρακάτω σ. 124. 1264 Ένα επιχρυσωμένο παράδειγμα έχει βρεθεί στον τάφο Δ του Δερβενίου, τον οποίο οι ανασκαφείς χρονολογούν στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. – αρχές 3ου. Βλ. Τουράτσογλου – Θέμελης 1997, σ. 105 πίν. 118. Η Δρούγου όμως έχει διαφορετική άποψη και πιστεύει ότι η χρονολόγηση του τάφου μπορεί να ανέβει λίγο. Βλ. Δρούγου 2000, σ. 309 εικ. 4. Για άλλα επίχρυσα ή επάργυρα παραδείγματα από το μακεδονικό χώρο, βλ. Αίνεια, σ. 27 αρ. 13 και Μ. Μπέσιος, Κεραμική Μακεδονίας 1991, σ. 36 κ.ε. Το παράδειγμα του Δερβενίου διαφοροποιείται από το αντίστοιχο της Ακάνθου, καθώς το σώμα στο κάτω τμήμα του είναι πιο διογκωμένο και η βάση πιο στενή. 1265 Δρούγου 1991, σ. 45 Β. 1266 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Οlynthus XIII, σ. 329 αρ. 655 πίν. 208. 115 Θ7. Σφαιρικοί λήκυθοι Πολύ συνηθισμένα κτερίσματα είναι τα αρυβαλλοειδή ληκύθια διαφόρων τύπων και εργα- στηρίων. Υπάρχουν άφθονα αττικά παραδείγματα, αλλά και κορινθιακά και ιωνικά. Τα τοπικά εργαστήρια ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το σχήμα και μιμήθηκαν διαφόρους τύπους. Ι. Με εχινόμορφο χείλος Το σχήμα της σφαιρικής ληκύθου με το χοντρό, σχεδόν σφαιρικό σώμα και την ευρεία βάση άρχισε να κατασκευάζεται κατά την Υστεροαρχαϊκή περίοδο. Όμως γνώρισε μεγάλη δημοτικό- τητα μετά τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Με τη μελαμβαφή τεχνική κατασκευάζεται μετά τα 450 π.Χ., οπότε και δημιουργούνται διάφορες μικκύλες παραλλαγές1267. Το σχήμα, όπως προαναφέρθηκε, κατασκευάστηκε από πολλά εργαστήρια. Στην Κόρινθο παράγεται ήδη από τις αρχές του 5ου αι.1268. Στο μακεδονικό χώρο φαίνεται ότι γίνεται αγαπητό στον όψιμο 5ο αι. π.Χ.1269. Υπάρχουν μελαμβαφή παραδείγματα διακοσμημένα με τη μέθοδο της εμβάπτισης αλλά και άλλα κατώτερης ποιότητος που είτε φέρουν θαμπό γάνωμα είτε είναι αβαφή1270. Από το νεκροταφείο της Ακάνθου προέρχονται 12 παραδείγματα. Στον πρώτο τόμο δημοσί- ευσης του νεκροταφείου δημοσιεύονται ακόμη τέσσερα ντόπια παραδείγματα που χρονολογού- νται στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ.1271. Το σχήμα παρουσιάζει διάφορες παραλλαγές. Το χείλος έχει σταθερά εχινόμορφο σχήμα. Ωστόσο το ύψος και το άνοιγμά του ποικίλουν. Εσωτερικά είναι κοίλο. Το ύψος του λαιμού ποι- κίλει επίσης, ενώ το σώμα είναι σχεδόν σφαιρικό. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις στο σημείο μετάβασης από τον ώμο στο σώμα αποκτά γωνιώδες περίγραμμα. Η βάση άλλοτε είναι δακτυ- λιόσχημη-διευρυνόμενη και άλλοτε δισκόμορφη. Η 2641272 (Πίν. 47γ, Σχ. 18α) παρουσιάζει μεγάλη διαφορά από τις υπόλοιπες κυρίως όσον αφορά στη διαμόρφωση του χείλους και του λαιμού. Ο λαιμός είναι πολύ χαμηλός, ενιαίος με το ευρύ, απρόσμενα ψηλό χείλος. Το σώμα είναι ιδιαίτερα ευρύ και έντονα σφαιρικό, η βάση δα- κτυλιόσχημη-διευρυνόμενη. Παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με μία επίσης ντόπια λήκυθο από την Όλυνθο, αν και η διαμόρφωση της βάσης διαφέρει αρκετά1273. Μεγάλη ομοιότητα παρουσιά- ζει όμως με ένα παράδειγμα από την Ίστρια, όπου η βάση έχει σχήμα σπείρας, δεν είναι διευρυ- νόμενη και κατατάσσεται στον 5ο αι.1274. Χρονολογείται στον ύστερο 5ο – πρώιμο 4ο αι. π.Χ. Το δεύτερο παράδειγμα που έχει δακτυλιόσχημη βάση είναι η 265 (Πίν. 47δ, Σχ. 18β). Έχει χαμηλό χείλος, ψηλό κοίλο λαιμό που διευρύνεται προς τα κάτω σχηματίζοντας τον ώμο και το σφαιρικό σώμα. Η λαβή φύεται ακριβώς κάτω από το χείλος και απολήγει στο σημείο μετάβασης από τον ώμο στο σώμα. Προέρχεται από την ταφή 2819, η οποία περιείχε και δύο χάλκινα νομί- σματα Ακάνθου που την χρονολογούν στον 4ο αι. Παρόμοια αγγεία από την Όλυνθο μας επιτρέ- πουν να την χρονολογήσουμε στον όψιμο πέμπτο – πρώιμο 4ο αι.1275. 1267 Agora XII, σ. 153 κ.ε. 1268 Corinth XIII, σ. 219 αρ. 272.2 πίν. 38. Αυτή η κατηγορία ονομάζεται Type B. Κατασκευάζεται σ’ όλο τον 5ο αι. και στο πρώτο μισό του 4ου, βλ. Corinth XIII, σ.136-137. 1269 Olynthus V, σ. 347-8 αρ. 743, 748 πίν. 168. Olynthus XIII, σ. 219-220 αρ. 303- 314. 1270 Olynthus XIII, σ. 222 κ.ε. αρ. 315-330 πίν. 161-2. 1271 Άκανθος Ι, σ. 255-256 αρ. 757-9 και 1016. 1272 Δυστυχώς έχει καταγραφεί με λανθασμένη ένδειξη, οπότε αναγκαζόμαστε για τη χρονολόγηση να καταφύγουμε σε συγκρίσεις με άλλες παρόμοιες. 1273 Olynthus XIII, σ. 223 αρ. 320 πίν. 157. 1274 Histria IV, σ. 105 αρ. 684. Αγγείο της εκεί τοπικής παραγωγής. 1275 Olynthus XIII, σ. 221 αρ. 312 πίν. 166. 116 Συγγενική με τις προηγούμενες αλλά με βάση συμπαγή που το εξωτερικό της μέτωπο είναι κάθετο, είναι η 266 (Σχ. 18γ), η οποία έχει ψηλό λαιμό και λαβή που φύεται ακριβώς κάτω από το χείλος και απολήγει στο άκρο του ώμου. Αν και ο ώμος είναι ημισφαιρικός, διαχωρίζεται από το σώμα καθώς μία οριζόντια γραμμή διακρίνεται στο σημείο ένωσής τους. Παρόμοια αγγεία συναντούμε επίσης στην Όλυνθο, τα οποία χρονολογούνται στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ.1276. Όμοια βάση έχει και η 267 (Πίν. 47ε). Το χείλος δεν σώζεται, ενώ στο σημείο ένωσης λαιμού – σώματος σχηματίζεται μία εγκοπή. Ο ώμος είναι επικλινής και το σώμα κάπως ορθογώνιο. Στην ίδια ταφή υπήρχε και ένα μελαμβαφές θήλαστρο με δακτυλιόσχημη λαβή και διευρυνόμενη βάση1277 (Πίν. 47στ) που την χρονολογεί στο πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Οι υπόλοιπες λήκυθοι, με τις οποίες θα ασχοληθούμε, έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: δι- σκόμορφη βάση και λαβή που ξεκινά χαμηλά από τον ώμο και απολήγει πάλι στον ώμο, κοντά στη δημιουργία του λαιμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι γενέσεις των λαβών να είναι τόσο κοντά ώστε σε ορισμένα παραδείγματα να σχηματίζουν σχεδόν θηλιά1278 (271 Πίν. 48β, Σχ. 18ζ). Πρέ- πει να επισημάνουμε ότι και τα τρία παραδείγματα, με όμοια λαβή, που συμπεριλαμβάνονται στον πρώτο τόμο της δημοσίευσης έχουν το ίδιο σχήμα. Προέρχονται όλα από την ίδια ταφή1279 και με τη βοήθεια ενός χάλκινου νομίσματος Ακάνθου χρονολογούνται στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Τα αγγεία αυτά παρουσιάζουν αρκετές διαφορές όσον αφορά στο σχήμα του σώματος, γεγο- νός που αποδεικνύει ότι το σχήμα δεν εξελίσσεται με βάση κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Η 268 (Πίν. 47ζ, Σχ. 18δ) έχει ψηλό, σφαιρικό σώμα. Προέρχεται από την ταφή 4298, στην οποία συνυπήρχαν η άβαφη τριφυλλόστομη οινοχόη 188 (Πίν. 37δ), ένα ασημένιο νόμισμα Ακάνθου και ένας μελαμβαφής σκύφος1280 (Πίν. 47η) που μας επιτρέπει να την χρονολογήσουμε στα μέσα του 4ου αι.1281. Παρόμοιο σχήμα φαίνεται ότι είχε και η 269 (Πίν. 47θ, Σχ. 18ε), από την οποία δεν σώζεται ούτε ο λαιμός ούτε το χείλος. Διακρίνουμε ωστόσο εύκολα ότι το σώμα είχε ενιαίο περίγραμμα, ωοειδές, γιατί στο άνω τμήμα στενεύει εντονότερα από ότι στην προηγούμενη. Προέρχεται από την πλούσια ταφή 2271. Περιείχε δύο χάλκινα νομίσματα, ένα Ακάνθου και ένα Ουρανουπό- λεως1282, ένα σφονδύλι1283, ένα αβαφές σκυφίδιο1284, ένα μελαμβαφές bolsal1285 και ένα ερυθρό- μορφο αρυβαλλοειδές ληκύθιο1286. Το bolsal φέρει χαρακτή εξηρημένη αυλάκωση στο σημείο μετάβασης στο κάτω άκρο του σώματος. Η επιφάνεια έδρασης διατρέχεται από μία αυλάκωση, ενώ η κάτω επιφάνεια της βάσης φέρει γάνωμα και στο κέντρο απόφυση. Τα χαρακτηριστικά αυτά με βάση ανάλογα παραδείγματα οδηγούν στη χρονολόγησή του στα 380-350 π.Χ.1287, Το ληκύθιο κοσμείται στην κύρια όψη με ένα ανθέμιο. Ο λαιμός είναι ενιαίος με το διευρυνόμενο χείλος, ενώ η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και στο κέντρο σχη- 1276 Ό.π. σ. 224 αρ. 317, 321. 1277 Αριθ. Ι.166.6 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus V, σ. 258 αρ. 1080 πίν. 193. 1278 Ένα παράδειγμα αυτού του τύπου είναι γνωστό από την Κόρινθο, βλ. Corinth XIII, σ. 288 αρ. 480.3 πίν. 92. Χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. 1279 1376 1280 Αριθ. Ι.27.11 ΑΜΘ. Η κάτω επιφάνεια της βάσης είναι εδαφόχρωμη. Στο κέντρο σχηματίζεται κωνική απόφυση. 1281 Τρακοσοπούλου 2000, σ. 177. Τrakosopoulou 2002, σ. 79-86. 1282 Αριθ. Ι.52.105 ΑΜΘ. 1283 Αριθ. Ι.52.106 ΑΜΘ. 1284 Αριθ. Ι.52.102 ΑΜΘ. 1285 Αριθ. Ι.52.103 ΑΜΘ. 1286 Αριθ. Ι.52.101 ΑΜΘ. 1287 Agora XII,σ. 107 αρ. 558 πίν. 24. 117 ματίζεται μικρή απόφυση1288. Με τη βοήθεια των δύο αγγείων που προαναφέρθηκαν και με το νόμισμα Ουρανουπόλεως1289 η 269 χρονολογείται προς τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Διαφορετική είναι η 270 (Πίν. 47ι, Σχ. 18στ), αν και διατηρείται αποσπασματικά · δεν σώζε- ται ο λαιμός και το χείλος. Σχηματίζεται επικλινής ώμος, ο οποίος διαχωρίζεται έντονα από το σώμα. Το τελευταίο είναι χαμηλό και ημισφαιρικό. Προέρχεται από την ταφή 3227 που περιείχε πλήθος κτερισμάτων1290. Στη χρονολόγησή της βοηθούν ιδιαίτερα ένας μελαμβαφής κάνθαρος (Πίν. 47Λ) με εξωστρεφές χείλος, συμπαγείς λαβές και ωτία1291 και μία λήκυθος τύπου Talcott1292 (Πίν. 48α). Είναι εμφανές ότι είναι από τα οψιμότερα παραδείγματα του τύπου και χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1293. Στηριζόμενοι στα παραπάνω στοιχεία μπορούμε να καταλήξουμε ότι γύρω στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. κατασκευάζονται σφαιρικές - ωοειδείς λήκυθοι με δακτυλιόσχημη – διευρυνό- μενη βάση και λαβή που φύεται ακριβώς κάτω από το χείλος και απολήγει στον ώμο. Λίγο αργό- τερα εμφανίζεται η συμπαγής βάση που το εξωτερικό της μέτωπο είναι κάθετο. Από τα μέσα του αιώνα η λαβή αρχίζει να φύεται από το άνω τμήμα του ώμου, σχηματίζοντας ένα είδος θηλιάς. Στα πρώτα παραδείγματα που έχουν λαβή αυτού του τύπου το σώμα είναι σφαιρικό. Στη συνέ- χεια αρχίζει να διακρίνεται περισσότερο ο ώμος, ώσπου στο τέλος του αιώνα το σώμα γίνεται ωοειδές και διαχωρίζεται με σαφήνεια από το σώμα. ΙΙ. Με ψηλό λαιμό και απλό χείλος Σ’ αυτήν την κατηγορία εντάσσονται μόνο δύο παραδείγματα, 272 (Πίν. 48γ, Σχ.19α) και 273 (Πίν. 48δ, Σχ. 19β), τα οποία μάλιστα προέρχονται και από την ίδια ταφή, την 5307. Και στα δύο το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό. Στο ένα, 273, δεν έχει καμιά διαμόρφωση και στρέφεται ελά- χιστα προς τα έξω και στο άλλο σχηματίζονται δύο ανεπαίσθητες βαθμίδες. Ο λαιμός είναι ψη- λός, σχεδόν κυλινδρικός, ενιαίος με το χαμηλό σώμα, το οποίο παρουσιάζει έντονη διόγκωση και στο κάτω άκρο κατεβαίνει κάθετα σχηματίζοντας ένα είδος ποδιού. Η βάση είναι απλή, επίπεδη, ενώ η ταινιωτή λαβή φύεται από το λαιμό και απολήγει στον ώμο. Η ίδια ταφή περιείχε και ένα χάλκινο επίχρυσο έλασμα, έναν αρυτήρα1294, ένα σφαιρικό μυροδοχείο1295 της τοπικής κεραμικής και ένα αρυβαλλοειδές ληκύθιο με δικτυωτή διακόσμηση1296 που μας βοηθά να τη χρονολογή- σουμε στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1297. Παρόμοιο σχήμα έχουν, όσον αφορά στη διαμόρφωση της βάσης και του σώματος, ορισμένοι μικκύλοι αμφορίσκοι από την Κόρινθο, οι οποίοι χρονολογούνται επίσης στον 4ο αι.1298. Θ8. Λοπάδες Συνηθισμένο εύρημα κατά τον 4ο αι. π.Χ., αλλά όχι τόσο μέσα στους τάφους όσο εξωτερικά αυτών, είναι οι λοπάδες. Πρόκειται για μικρά απλά σκεύη, αβαφή, κατασκευασμένα από ακά- 1288 Olynthus XIII, σ. 151 κ.ε. αρ. 103-116 πίν. 104-105. Χρονολογούνται όλα στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. 1289 Η πόλη ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., βλ. Τσιγαρίδα 1998, σ. 85. 1290 Ειδώλιο νέου αριθ. Ι.51.355, μικκύλη άβαφη οινοχόη αριθ. Ι.51.362, ειδώλιο σκύλου αριθ. Ι.51.354, οξυπύθμενος αμφορίσκος αριθ. Ι.51.353, μελαμβαφές φιαλίδιο ΑΜΘ. Τρακοσοπούλου 2000, σ. 178. 1291 Αριθ. Ι.51.367 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα βλ. Agora XII, σ. 122 αρ. 712 πίν. 29. 1292 Αριθ. I.51.364 ΑΜΘ. Για την ταφή, βλ. Τρακοσοπούλου 2000, σ. 173-183. 1293 Για ανάλογο παράδειγμα και την εξέλιξη του σχήματος βλ. Τουράτσογλου 1986, σ. 635. Vessberg – Westholom 1956, σ. 65 εικ. 27.19. Salamine de Chypre VIII, αρ. 25 εικ. 18. 1294 Αρ. 254. Βλ. σ. 114. 1295 Αρ. 152. Βλ. σ. 96. 1296 Αριθ. Ι.161.120 ΑΜΘ. 1297 Olynthus XIII, σ. 160 κ.ε. αρ. 164 κ.ε. πίν. 109. 1298 Corinth XIII, σ. 130-140 πίν. 73. Συνήθως βρίσκονται στο εσωτερικό λεκανίδων του 4ου αι. π.Χ. 118 θαρτο, σχετικά χονδρόκοκκο πηλό και πλούσιο σε μίκα που το χρώμα του ποικίλει από καστανο- κόκκινο ως γκρίζο. Οι λοπάδες είναι αβαθή, ευρύστομα αγγεία με χαμηλό χείλος και εχινόμορφο σώμα. Η βάση τους είναι μάλλον αδιαμόρφωτη, στρογγυλοποιημένη. Φέρουν δύο υπερυψωμένες λαβές κυκλι- κής διατομής. Υπάρχουν βέβαια διάφορες παραλλαγές του σχήματος. Ο όρος «λοπάς»1299 χρησιμοποιήθηκε αρχικά για έναν παρόμοιου τύπου αγγείο που εμφανί- σθηκε στην Αθήνα1300 αλλά και σε άλλες περιοχές1301 γύρω στα 450-425 π.Χ. και σταδιακά γινό- ταν όλο και πιο δημοφιλές. Η παραγωγή του σχήματος συνεχίσθηκε ως τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Η αττική λοπάδα του τέλους του 5ου αι. π.Χ. είχε ψηλό χείλος, διευρυνόμενο προς τα πάνω και εσωτερικά είχε ειδική διαμόρφωση για την υποδοχή πώματος1302. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά είναι όμοια με των λοπάδων της Ακάνθου. Δηλαδή το σώμα είναι έντονα καμπύλο, η βάση αδια- μόρφωτη και φέρουν δύο οριζόντιες υπερυψωμένες λαβές. Πολλές φορές τα αγγεία αυτά φέρουν προχοή, όπως και οι χύτρες1303. Τα παραδείγματα της Ακάνθου συγγενεύουν κυρίως με τα λεγόμενα «λοπάδια»1304, τα οποία είναι μικρά και παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Άλλα έχουν ψηλό, εξωστρεφές χείλος με τις λα- βές προσαρμοσμένες σ’ αυτό και άλλα με αδιαμόρφωτο χείλος έχουν μία λαβή που σχηματίζει θηλιά. Υπάρχουν ακόμη ορισμένα με επίπεδη βάση και γωνιώδες περίγραμμα στο σώμα1305. Η παραγωγή των «λοπαδίων» διαρκεί από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. έως τις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Προέρχονται κυρίως από νεκρόδειπνα1306. Παρόμοια λοπάδια με τα αττικά κατασκευάζο- νται και στην Κόρινθο1307. Η κατασκευή τους εκεί αρχίζει γύρω στα 460 π.Χ. και συνεχίζεται ως το 146 π.Χ. Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για την εξέλιξη του σχήματος. Ένα βοηθητικό στοιχείο είναι ότι τα πρωϊμότερα κατασκευάζονταν από ακάθαρτο, πυρίμαχο πηλό, όμοιο με των μαγειρικών σκευών. Στη συνέχεια άρχισαν όμως να κατασκευάζονται από καθαρό πηλό. Στα αττικά λοπάδια μοναδικό χρονολογικό κριτήριο αποτελεί η διαμόρφωση της βάσης, η οποία αρχικά ήταν στρογ- γυλοποιημένη και στα μεταγενέστερα παραδείγματα γίνεται επίπεδη1308. Τα λοπάδια της Ακάνθου είναι διαφορετικά από της Αθήνας και της Κορίνθου. Φαίνεται πως ο τύπος με το χαμηλό χείλος και την αδιαμόρφωτη βάση επιχωριάζει στο χώρο της Μακεδονίας. Αντίστοιχα παραδείγματα έχουν βρεθεί στην Όλυνθο1309. Ο Robinson τα είχε χαρακτηρίσει ως «πρωτόγονες λεκανίδες». Χρονολογούνται στον 4ο αι. π.Χ. Ανάλογα παραδείγματα βρέθηκαν και στο λάκκο Γ της διπλής Τράπεζας της Αγχιάλου1310. Παραδείγματα από την Άκανθο έχουν συμπεριληφθεί και στον πρώτο τόμο δημοσίευσης του νεκροταφείου1311. Η ανεύρεσή τους στην εξωτερική επίχωση του νεκροταφείου καθιστά σε πολλές περιπτώσεις τη χρονολόγησή τους αδύνατη. Πολλές φορές στο μέσο της κύριας όψης υπάρχει μία μαστοειδής απόφυση, ίσως κατάλοιπο της προχοής των πραγματικών μαγειρικών σκευών, π.χ. 277 (Πίν. 48ζ,η). Παρά τα κοινά χαρακτηριστικά τους μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένους επιμέρους τύ- πους: 1299 Amyx 1958, σ. 210. 1300 Agora XII, σ. 227. Jones – Graham – Sackett 1973, σ. 388. 1301 Blondé 1985, σ. 322. 1302 Agora XII, σ. 227 αρ. 1961-1970 πίν. 95. 1303 Αgora XII, σ. 225 αρ. 1949-1953 πίν. 94. 1304 Ό.π. σ. 227 αρ. 1971-1976 πίν. 95. 1305 Ό.π. σ. 198 αρ. 1562-1566 πίν. 69, σ. 198. 1306 Samothrace III, σ. 183 αρ. 72. Meligunis Lipara II, πίν. 120. 1307 Corinth VII, iii, πίν. 29, 62. 1308 Young 1951, σ. 1125. Schlörb – Vierneisel 1966, σ. 92 αρ. 79. Agora XXIX, σ. 388 πίν. 112. 1309 Olynthus XIII, σ. 316 αρ. 66-619 πίν. 203. 1310 Παντή 1999, σ. 113, πίν. XXXVIII εικ. 2, ΧΧΧΙΧ , σχ. 20. 1311 Άκανθος Ι, σ. 260 σχ. 28. 119 Ι. Με κάθετο χείλος Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποκατηγορίες: Ι1) Σ’ αυτά όλα το σώμα έχει ενιαίο περί- γραμμα: 274-276 Ι2) και σ’ αυτά ο ώμος με το σώμα σχηματίζει γωνία: 277-279. Ι1. Σώμα με ενιαίο περίγραμμα Οι λοπάδες της υποκατηγορίας Ι1 έχουν κάθετο χείλος και έντονα ανασηκωμένες λαβές. Μάλιστα η 274 (Πίν. 48ε, Σχ. 19γ) έχει σχεδόν πιόσχημες λαβές. Διαφορετική είναι και η δια- μόρφωση της βάσης, η οποία στο 275 (Πίν. 48στ, Σχ. 19δ) είναι ανύπαρκτη, στο 274 το σώμα είναι πιο καμπύλο και η βάση τείνει να γίνει επίπεδη, ενώ στο 276 (Σχ. 19ε) το σώμα στο μέσο διαγράφει εντονότερη καμπύλη και η βάση είναι σχεδόν επίπεδη. Δυστυχώς και τα τρία παρα- δείγματα προέρχονται από την επίχωση. Με βάση όμως άλλα παραδείγματα από την Άκανθο μπορούμε να χρονολογήσουμε τις 274 και 275 με την πιο επίπεδη βάση στο α’ τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1312, ενώ την 276, η βάση της οποίας έχει πιο οξεία απόληξη χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα1313. Ι2. Ο ώμος σχηματίζει γωνία Τα αγγεία της υποκατηγορίας Ι2 έχουν βαθύτερο σώμα, το οποίο στο άνω τμήμα, κάτω από το χείλος είναι κοίλο και στο σημείο ένωσής τους σχηματίζεται μία εγκοπή. Το χείλος εξωτερικά είναι κάθετο και εσωτερικά ελαφρά κοίλο. Η διαφορά με την προηγούμενη ομάδα είναι ότι εκεί το πώμα προσαρμόζονταν εξωτερικά στο αγγείο, ενώ εδώ η υποδοχή του γινόταν εσωτερικά. Οι λαβές ανασηκώνονται και ξεπερνούν κατά πολύ το ύψος του χείλους. Μάλιστα στο 277 (Πίν. 48ζ,η, Σχ. 19θ) είναι πιόσχημες. Επίσης υπάρχει έντονη διαφορά στη διαμόρφωση της βάσης. Η 278 (Πίν. 49α,β, Σχ. 19ζ) έχει οξυπύθμενη βάση, η 279 (Σχ. 19στ) σχηματίζει πιο ήπια καμπύλη, ενώ η 277 έχει επίπεδη βάση. Το bolsal (Πίν. 49γ) που συνυπήρχε με την 275 1314 τη χρονολογεί γύρω στα 350 π.Χ.1315. ΙΙ. Με απλό χείλος Εδώ ανήκουν τα 280-285. Βέβαια τα παραδείγματα αυτά δεν είναι πανομοιότυπα αλλά πα- ρουσιάζουν μεταξύ τους διαφορές. Πρωϊμότερο αγγείο αυτής της κατηγορίας είναι το 280 (Πίν. 49δ) της ταφής 52611316. Το χεί- λος είναι καμπύλο και στο σημείο μετάβασης προς το σώμα υπάρχει χαρακτή αυλάκωση. Με βάση τα δύο νομίσματα της ταφής χρονολογείται στο α’ μισό του 4ου αι.1317. Η 281 (Πίν. 49στ, Σχ. 19η), που προέρχεται από πλούσια κτερισμένη ταφή1318 (Πίν. 49ζ) μας περνά στο δεύτερο μισό του 4ου αι. Στη χρονολόγησή της βοηθούν ιδιαίτερα τα δύο αρυβαλλο- 1312 Άκανθος Ι, σ.260-261 αρ. 667. 1313 Ό.π. αρ. 710. 1314 Τ2048 σιδερένιες στλεγγίδες αριθ. Ι.75.117,118, bolsal αριθ. Ι.75.489, νομίσματα αριθ. Ι.75.121-124, υπολείμματα στεφανιού αριθ. Ι.75.539 και ασημένιος κρίκος αριθ. Ι.75.101 ΑΜΘ. 1315 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 558 πίν. 24. 1316 Συνευρήματα: χάλκινο νόμισμα Ακάνθου αριθ. Ι.161.489, χρυσό δακτυλίδι αριθ. Ι.161. 490, όστρακο μελαμβαφούς ασκού αριθ. Ι.161.492, τμήμα προτομής αριθ. Ι.161.493, θραύσμα ντόπιας κύλικας τύπου Κρακοβίας αριθ. Ι.161. 494, αργυρό νόμισμα Ακάνθου αριθ. Ι.161. 495, αστράγαλοι αριθ. Ι.161.496. ΑΜΘ. 1317 Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. σ. 31 υποσ. 312. 120 ειδή ληκύθια, το ένα ανθεμωτό1319 και το άλλο με δικτυωτή διακόσμηση1320, καθώς και η μικκύλη υδρία που κοσμείται με ερυθρόμορφο ανθέμιο1321. Η σημαντική διαφορά που παρουσιάζει από τα υπόλοιπα αγγεία αυτού του σχήματος είναι η διαμόρφωση του ελαφρώς κοίλου ώμου που διαχω- ρίζεται με σαφήνεια από το σώμα. Η 282 (Πίν. 49η, Σχ. 19ι) έχει απλό αδιαμόρφωτο χείλος, το σώμα έχει ενιαίο περίγραμμα και η βάση είναι σχετικά επίπεδη. Ευτυχώς το μοναδικό αυτό παράδειγμα όσον αφορά στη διαμόρ- φωση του χείλους προέρχεται από ταφή που περιείχε και άλλα κτερίσματα1322, όπως μελαμβαφές ληκύθιο, κανθάρους1323 και bolsal1324, με βάση τα οποία χρονολογούμε τη λοπάδα στο τρίτο τέ- ταρτο του 4ου αι. π.Χ. Στην ίδια εποχή ανήκει και η μικκύλη 2831325 (Πίν. 49θ), το χείλος της οποίας ανασηκώνεται ελαφρά και έτσι διαφοροποιείται από τη σύγχρονη της 282. Η 284 (Πίν. 49ι, Σχ. 19κ) με το απλό χείλος, τις υπερυψωμένες λαβές και το σαφή διαχωρισμό ώμου - σώματος με βάση τα συνευρήματά της1326 μπορεί να χρονολογηθεί στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Το σώμα είναι πολύ ρηχό και η βάση σχεδόν επίπεδη. Το μόνο αγγείο που είναι μεγάλων διαστάσεων και χρησιμοποιήθηκε ως αγγείο ενταφια- σμού, είναι το 285 (Πίν. 50α) και αποδεικνύει ότι τα μικρά λοπάδια αντιγράφουν μεγάλα αγγεία. Αυτό φέρει στο μέσο της κύριας όψης μία προχοή. Σε ορισμένες περιπτώσεις στην κύρια όψη των λοπαδίων υπάρχει μία μικρή μαστοειδής απόφυση, όπως στο λοπάδιο 2801327 (Πίν. 49δ), η οποία μάλλον αντικαθιστά την προχοή των μεγάλων. ΙΙΙ. Με ταινιωτό χείλος Εδώ ανήκουν τέσσερα παραδείγματα: 286-289. Έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το ταινιωτό χείλος, το εξωτερικό περίγραμμα του οποίου είναι κοίλο. Τα υπόλοιπα μέρη τους διαφέρουν πάρα πολύ. Αγγεία αυτής της κατηγορίας είναι γνωστά από το βορειοελλαδικό χώρο ως τώρα μόνο από τη Θράκη και συγκεκριμένα τη Στρύμη1328. Παρόμοιες λοπάδες έχουν βρεθεί και στη Θάσο1329. Το σχήμα συναντάται στην Αττική1330 και στην Επίδαυρο1331. Και τα τρία αγγεία της Ακάνθου προέρχονται από ταφικά σύνολα που μας δίνουν δυνατότητα ασφαλούς χρονολόγησης. Η 286 (Πίν. 50β, Σχ. 19λ) έχει ταινιωτό χείλος, το οποίο είναι ελάχιστα κοίλο. Εσωτερικά εί- ναι εξωστρεφές και σχηματίζει περιχείλωμα για την υποδοχή πώματος. Οι λαβές προσαρμόζονται 1318 Τ7240. Μαζί βρέθηκε χάλκινο κάτοπτρο αριθ. Ι.74. 251, δακτυλίδια αριθ. Ι.74.253-256, τμήμα μολύβδινης πυξίδας, αρυβαλλοειδή ληκύθια αριθ. Ι.74.248, 249, οστέινες ψήφοι 258, μικκύλη υδρία 247, αρυτήρας 246, τμήμα ειδωλίου 252. ΑΜΘ. 1319 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 153-4 αρ. 113, 117 πίν. 105. 1320 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 165 αρ.176 πίν. 108. 1321 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 93-4 αρ. 42 πίν. 57. Υπάρχουν κάποιες διαφορές. Το δικό μας παράδειγμα φαίνεται λίγο οψιμότερο. 1322 Τ4758 1323 Agora XII, σ. 122 αρ. 713 πίν. 29. 1324 Agora XII, σ. 107 αρ. 561 εικ. 6. 1325 Βρέθηκε με ένα μελαμβαφές άωτο σκυφίδιο με εσωστρεφές χείλος. Η βάση έχει πλατιά επιφάνεια έδρασης με χαρακτή αυλάκωση και μαστοειδή απόφυση στο κέντρο. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ.137 αρ. 948 πίν. 34. 1326 Τ2993 τμήμα ερυθρόμορφης πελίκης του τελευταίου τετάρτου του 4ου αι., ένας αρυτήρας, ένα σκυφί- διο. Για ερυθρόμορφες πελίκες του 4ου αι. π.Χ., βλ. Olynthus XIII, σ. 100 κ.ε. αρ. 46α πίν. 60, αρ. 48-52 πίν. 62-70 . 1327 Από την ίδια ταφή προέρχεται και ο μελαμβαφής κάνθαρος αριθ.Ι.161.446 (Πίν. 49ε) ΑΜΘ. Η διαμόρ- φωση της βάσης του είναι περίεργη. Από το στέλεχος προς τη βάση δεν υπάρχει πλαστικός δακτύλιος αλλά ξεκινά απευθείας η διευρυνόμενη βάση. 1328 Τριαντάφυλλος 1993, σ. 603 εικ. 10. 1329 Blondé 1985, σ. 335 αρ. 329-334 εικ. 53. 1330 Jones – Graham – Sackett 1973, σ. 386 αρ. 110-112 εικ. 11. 1331 Δανάλη 1994, σ. 294 αρ. 103 εικ. 50 και 51. 121 στο σημείο ένωσης χείλους - σώματος και ανασηκώνονται. Το σώμα είναι ιδιαίτερα αβαθές και η βάση επίπεδη1332. Στην ίδια ταφή βρέθηκε και ένα μελαμβαφές κάναστρο (Πίν. 50γ), το σώμα του οποίου έχει γωνιώδες περίγραμμα και έχει διακοσμηθεί με την τεχνική της εμβάπτισης1333. Μας οδηγεί να χρονολογήσουμε το αγγείο στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Προς το τέλος του 4ου αι., γύρω στα 320 π.Χ., χρονολογεί και την 287 (Πίν. 50δ) ο μελαμ- βαφής κάνθαρος του κλιβάνου 61334. Η 288 (Πίν. 50ε, Σχ. 19μ) παρουσιάζει στο προφίλ αρκετά κοινά στοιχεία με την προηγού- μενη. Το χείλος έχει έντονα κοίλο περίγραμμα, το σώμα είναι βαθύτερο και η βάση, η οποία εξω- τερικά είναι επίπεδη στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζει μικρή κοίλη βάθυνση. Οι ταινιωτές λαβές, αν και δε σώζονται, φαίνεται ότι ήταν προσαρμοσμένες στο χείλος και ήταν οριζόντιες1335. Η 289 (Σχ. 20α) είναι λιγότερο κοντά στα δύο προηγούμενα παραδείγματα. Το χείλος έχει ακόμη εντονότερο περίγραμμα και στο άνω τμήμα του σχηματίζεται μία «ταινία». Το σώμα, αν και η βάση δεν σώζεται, διακρίνουμε ότι ήταν αρκετά βαθύ κι τα τοιχώματα διευρύνονται διαγω- νίως προς τα πάνω. Οι λαβές φύονται από το χείλος και ανασηκώνονται1336. Βρέθηκε με τους αρυτήρες 255-256, οι οποίοι χρονολογούνται στα τέλη του 4ου αι.1337. IV. Με λαβή σε σχήμα θηλιάς Μοναδικό παράδειγμα είναι η λοπάδα 290 (Πίν. 50στ, Σχ. 20β), η οποία έχει κάθετο χείλος με καμπύλο περίγραμμα εξωτερικά. Κάτω από αυτό σχηματίζεται μία αυλάκωση Το σώμα στο άνω τμήμα σχηματίζει έντονη καμπύλη και στη συνέχεια συγκλίνει προς την οξυπύθμενη βάση. Δυστυχώς προέρχεται από επίχωση. Ο τύπος αυτός φαίνεται ότι είναι από τους οψιμότερους και χρονολογείται γύρω στα 300 π.Χ.1338. Την εξέλιξη του τύπου IV μας παρουσιάζει η Rotroff1339. Το σχήμα εμφανίζεται στα μέσα του 4ου αι. και συνεχίζει ως τις αρχές του 3ου1340. Αρχικά η βάση ήταν στρογγυλοποιημένη και σταδιακά γίνεται πιο επίπεδη, μέχρι που στα παραδείγματα, που χρονολογούνται μετά το 300 π.Χ., είναι τελείως επίπεδη. Θ9. Σταμνοειδείς πυξίδες Η ερυθροβαφής πυξίδα 291 (Πίν. 50ζ, Σχ. 20γ) της ταφής 2252, η οποία χρονολογείται με βάση το μελαμβαφές σκυφίδιο που περιείχε, στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.1341, έχει κάθετο χείλος και επικλινή ώμο που σχηματίζει γωνία με το καμπύλο σώμα, το οποίο συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση έχει κοντό στέλεχος, είναι διευρυνόμενη και διατρέχεται από βαθιά αυλάκωση, ενώ οι λαβές, κυκλικής διατομής, είχαν προσαρμοστεί λοξά στον ώμο. Ίδιου σχήματος ήταν και η πυ- ξίδα 150 του τρίτου τέταρτου του 4ου αι. π.Χ. με διακόσμηση στην οποία αναφερθήκαμε παρα- 1332 Τ4613 θήλαστρο Ι.164.44, αστράγαλος Ι.164.118, μόνωτο μελαμβαφές σκυφίδιο Ι.164.74. 1333 Ι.164.74. Παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 126 αρ. 762 πίν. 31. 1334 Βλ. παρακάτω σ. 149. 1335 Τ4133. Βρέθηκε μέσα στην οινοχόη Α159. 1336 Τ2025 αρυτήρες 255-256 σ. 115, πινάκιο 156, σ. 99, άνθη στεφανιού Ι.75.262 κ.α. 1337 Βλ. σ. 114. 1338 Young 1951, σ. 125 πίν. 52β. Schlörb – Vienreisel 1966, αρ. 160.31-33 πίν. 58. Agora XII, σ. 346 αρ. 1564 πίν. 69. Kerameikos XIV, σ. 77 αρ. 79.27-30 πίν. 47,9. Agora XXIX, σ. 388 αρ. 1489 πίν. 112. 1339 Agora XXIX, σ. 216 αρ. 1483 – 1491 πίν. 112. Rotroff – Oakley 1992, σ. 121 αρ. 322 πίν. 58. 1340 Ένα παράδειγμα από την Αθήνα αλλά με ημισφαιρικό σώμα χρονολογείται στο τέλος του 5ου αι. π.Χ., βλ. Willemsen 1980, πίν. 56.1. Ουσιαστικά αποτελεί πρόδομο του σχήματος με γωνιώδες περίγραμμα. 1341 Agora XII, σ. 126 αρ. 761 πίν. 31. 122 πάνω1342. Το σχήμα φαίνεται ότι παρέμεινε ίδιο ως το 2ο αι. π.Χ., όπως μας δείχνουν μελαμβαφή παραδείγματα από τη Βέροια1343 και την Αμφίπολη1344. Την ίδια χρήση ίσως είχε και το μικκύλο, αβαφές αγγείο 292 ( Πίν. 50η, Σχ. 20δ). Έχει απλό κάθετο χείλος και σώμα καμπύλο. Η βάση είναι επίπεδη. Στο άνω τμήμα του σώματος είχαν προσαρμοστεί λοξά και οι οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής. Προέρχεται από τον τάφο 2096, ο οποίος όπως είδαμε1345, περιείχε και τον μικκύλο αρυτήρα 223. Με βάση τα μελαμβαφή αγγεία που περιείχε η ταφή τα αγγεία της τοπικής παραγωγής μπορούν να χρονολογηθούν στα 400-375 π.Χ. Παρόμοιο αβαφές αγγείο είναι γνωστό από τον Τάραντα επίσης από τον 4ο αι. π.Χ.1346. Θ10. Ασκοί Με τον όρο «ασκός» αναφερόμαστε σήμερα σ’ όλα τα αγγεία που το στόμιό τους είναι κα- τάλληλο για την εύκολη εκροή των υγρών με προσοχή και ακρίβεια και έχουν τοξωτή ή δακτυ- λιόσχημη λαβή1347. Ο όρος, που χρησιμοποιείται σήμερα για να περιγράψει τη συγκεκριμένη ομάδα αγγείων, είναι ολότελα συμβατικός. Το όνομα ασκός επικράτησε εξαιτίας της ομοιότητας του σχήματος με το ασκί από δέρμα ζώου που χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση κρα- σιού1348. Σύμφωνα με μια νέα άποψη ίσως ο αρχαίος όρος να ήταν «οξίδες» και το αγγείο να χρησιμοποιούνταν για το ξύδι1349.Το σχήμα έχει μακρά ιστορία. Ασκοειδή αγγεία υπάρχουν ήδη από τα μυκηναϊκά και γεωμετρικά χρόνια1350. Στο νεκροταφείο της Ακάνθου ο αριθμός των επείσακτων, αττικών μελαμβαφών ασκών είναι αρκετά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο των ντόπιων, οι οποίοι είναι όλοι αβαφείς, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι μελαμβαφείς ασκοί που βρέθηκαν στο νεκροταφείο της Ακάνθου αποτε- λούν ένα μεγάλο σύνολο. Ενδεικτικό της σπανιότητας του σχήματος αποτελεί το γεγονός ότι στον πρώτο τόμο της δη- μοσίευσης του νεκροταφείου της Ακάνθου από τον Καλτσά σε σύνολο 400 τάφων που συμπερι- λαμβάνονται στη δημοσίευση, συγκαταλέγεται μόνο ένας ασκός1351, ο οποίος προέρχεται από την Ανατολική Ελλάδα1352. Σε σύνολο 7000 περίπου τάφων, με το υλικό των οποίων ασχολούμαστε στην παρούσα εργα- σία, έχουν βρεθεί μόνο επτά ασκοί των τοπικών κεραμικών εργαστηρίων, οι οποίοι, όπως προα- ναφέρθηκε, είναι αβαφείς. Στην έρευνα οι ασκοί χωρίζονται σε δύο τύπους: α. ρηχός τύπος β. βαθύς τύπος1353. Οι ασκοί της Ακάνθου ανήκουν όλοι στο δεύτερο τύπο. Παλαιότερος και διαφορετικός μορφολογικά από τους υπόλοιπους είναι ο 293 (Πίν. 51α, Σχ. 20ε). Έχει σχετικά χαμηλό σώμα, σφαιρικό, στην άνω επιφάνεια του οποίου σχηματίζεται μία 1342 Βλ. παραπάνω σ. 96. 1343 Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, σ. 30-31 αρ. Π 1222 πίν. 7, όπου και βιβλιογραφία για όψιμα παραδείγματα. 1344 Μανδάλα 1990, σ. 275-277 εικ. 8. 1345 Βλ. παραπάνω σ. 111. 1346 Patera 1986, σ. 58 πίν. ΧΧV αρ. 49. 1347 Για την ονομασία και τους διάφορους τύπους, βλ. Kanowski 1984, σ. 31. 1348 Kanowski 1984, σ. 31-32. Richter-Milne 1973, σ. 18. 1349 Σ’ έναν ερυθρόμορφο κρατήρα στον οποίο βρέθηκαν 10 ασκοί με ηθμό υπάρχει στη βάση η επιγραφή ΟΞΙΔΕΣ ΗΘΜΩΤΑΙ = ΔΔ. Η M. Monaco θεωρεί ότι τα αγγεία που ονομάζουμε ασκούς αποκαλούνταν στην αρχαιότητα οξίδες και χρησιμοποιούνταν για το ξύδι. Ο ηθμός που έφεραν χρησίμευε στον «καθαρι- σμό» του ξυδιού. Βλ. Monaco 1993, σ. 67κ.ε. 1350 Beazley 1921, σ. 325-326. Rudiger 1966/67, σ. 2 κ.ε. l. Cosi 1978. Hornbostell 1980, σ. 150. Schiering 1983, σ. 141. Gilotta 1985. Για περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά στους ασκούς με μορφή ζώου, βλ. Μayer 1907, σ. 207-235. 1351 Άκανθος Ι, σ. 165 αρ. Ε33, πίν. 175. 1352 Σχετική βιβλιογραφία για τους ασκούς αυτού του τύπου, βλ. Άκανθος Ι, σ. 165 σημ. 448. 1353 Agora XII, σ. 157-160. Corbett 1949, σ. 333 αρ. 84. Talcott 1935, σ. 495 αρ. 75 εικ. 16. 123 κωνική απόφυση. Η προχοή είναι κοντή και εξωστρεφής. Η τοξωτή λαβή γεννάται από το ύψος της προχοής, όπου μάλιστα έχει και το μεγαλύτερο ύψος και απολήγει λίγο πιο μέσα από το άκρο του σώματος. Στο σημείο μετάβασης από τον ώμο στο σώμα υπάρχει μία αυλάκωση. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη και έχει σχήμα σπείρας. Προέρχεται από την ταφή 7828, όπως και ο αμφο- ρίσκος 31354, με τον οποίο ασχοληθήκαμε παραπάνω. Τα υπόλοιπα κτερίσματα της ταφής μας οδηγούν σε μία χρονολόγηση γύρω στα μέσα του 6ου αι. Παρόμοιο μελαμβαφές παράδειγμα από τη Θάσο1355 και δύο συγγενικά παραδείγματα, ένα άβαφο και ένα με γραπτή διακόσμηση γνωστά από την Ιάλυσσο της Ρόδου1356, επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση. Ο 293 έχει χαμηλό, σχεδόν σφαιρικό σώμα. Τα υπόλοιπα παραδείγματα έχουν ψηλό σώμα που βαθμιαία στενεύει προς τα πάνω. Φαίνεται ότι ο τύπος αυτός άρχισε να κατασκευάζεται πολύ αργότερα. Ο ασκός 294 (Πίν. 51β, Σχ. 20στ) προέρχεται από την ταφή 9502 με την οποία ασχο- ληθήκαμε και παραπάνω, καθώς εμπεριείχε και έναν μικκύλο αρυτήρα με γραπτή διακόσμηση1357 και χρονολογείται στα τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Διατηρείται ακέραιος και σε άριστη κατά- σταση. Το στόμιο της προχοής είναι εχινόμορφο. Το σώμα αρκετά ψηλό και ευρύ κατεβαίνει σχεδόν κάθετα προς τη βάση, η οποία είναι πολύ στενή σε σχέση με το σώμα. Είναι ελαφρά διευ- ρυνόμενη και η κάτω επιφάνειά της επίπεδη. Η λαβή σχηματίζει χαμηλό τόξο και δεν εφάπτεται στην προχοή αλλά αφήνει αρκετό ελεύθερο χώρο από αυτήν. Στο πίσω τμήμα της δεν απολήγει στο άκρο του σώματος αλλά σχηματίζει μία οξεία απόληξη σαν ουρά. Στην Όλυνθο συναντούμε κάποιους ασκούς του α’ μισού του 4ου αι., οι οποίοι παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες με το παράδειγμα της Ακάνθου1358. Και τα δύο αγγεία που μπορούν να συσχετισθούν με το 294 έχουν όμοιο σώμα, διαφέρει όμως αρκετά η διαμόρφωση της λαβής και της προχοής. Παρόμοιο παρά- δειγμα που χρονολογείται στην ίδια περίοδο, τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., έχει βρεθεί και στην Κόρινθο1359. Ιδιαίτερη ομοιότητα με έναν ολυνθιακό ασκό1360 παρουσιάζει ο 295 (Σχ. 20ζ), το σώμα του οποίου είναι διογκωμένο στο κάτω τμήμα, η βάση έχει κάθετο μέτωπο, η απόληξη της προχοής είναι ταινιωτή και έχει κοίλο περίγραμμα, ενώ η λαβή στο πρόσθιο τμήμα απολήγει στην προχοή και στο πίσω τμήμα αφήνει ένα μικρό άκρο του σώματος ορατό και σχηματίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο μία υποτυπώδη ουρά. Η ταφή, από την οποία προέρχεται, περιείχε και τους αρυτήρες 220- 2211361. Χρονολογείται πιθανότατα στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Οι δύο ασκοί 296 και 297 (Πίν. 51γ, δ, Σχ. 20η, θ) προέρχονται από την 2589. Αν και δεν είναι πανομοιότυποι έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Κανένας από τους δύο δεν διατηρείται ακέραιος. Μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα μας προσφέρει ο 296 από τον οποίο λείπει μόνο η από- ληξη της προχοής. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη, διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Το σώμα έχει αρκετά τονισμένο τον άξονα του ύψους, καθώς είναι αρκετά ψηλό και στενό. Η οριζόντια ταινιωτή λαβή, η εξωτερική επιφάνεια της οποίας είναι κοίλη, ανυψώνεται αρκετά και έχει μεγάλο άνοιγμα από το σώμα. Το μεγαλύτερο ύψος το τόξο το σχηματίζει πλάι στην προχοή. Η βασική διαφορά με τον προηγούμενο ασκό είναι ότι η απόληξή της είναι ενιαία με το σώμα και δεν σχηματίζεται ουρά όπως πριν. Ο δεύτερος ασκός 297 διατηρείται αποσπασματικά. Αν και το σχήμα του σώματος είναι όμοιο με του προηγούμενου, δηλαδή είναι κάτω διογκωμένο και προς τα πάνω στο πρόσθιο τμήμα στενεύει έντονα, διαφοροποιείται η διαμόρφωση της βάσης. Είναι δακτυλιόσχημη αλλά το άνω τμήμα της είναι κοίλο και το κάτω κυρτό σχηματίζοντας μία υποτυπώδη σπείρα. Η επιφά- 1354 Βλ. παραπάνω σ. 23. 1355 Παρόμοιο μελαμβαφές παράδειγμα, μάλλον αρχαϊκό, έχει βρεθεί στην Θάσο, βλ. Ghali – Kahil 1960, πίν. LII, 2. 1356 Maiuri 1923, σ. 284 και 290 εικ. 184.5. 1357 Βλ. σ. 95 αρ. 147. 1358 Olynthus XIII, σ. 256-7 αρ. 451 και 455 πίν. 170-1. 1359 Corinth XIII, σ. 273 αρ. 424.4 πίν. 71. 1360 Ό.π. αρ. 455. 1361 Βλ. παραπάνω σ. 111. 124 νεια έδρασης είναι επίπεδη και στο κέντρο της κάτω επιφάνειας της βάσης σχηματίζεται μία ανε- παίσθητη απόφυση. Ένα παρόμοιο, επίσης αποσπασματικά σωζόμενο παράδειγμα, έχει βρεθεί στην Όλυνθο και χρονολογείται στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ.1362. Δυστυχώς και από αυτόν διατηρείται μόνο το σώμα και η βάση, οπότε δεν μας προσφέρει ολοκληρωμένη εικόνα. Ένα ακέραιο παράδειγμα προέρχεται από την αρχαία Γάζωρο1363. Έχει ευρύ ταινιωτό στόμιο, κάτω από το οποίο σχηματίζεται ένας δεύτερος δακτύλιος. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Την εξέλιξη του τύπου μπορούμε να τη δούμε σε ένα παράδειγμα από τη Βέροια που χρονολογείται στα τέλη του αιώνα1364. Παρόμοια παραδείγματα είναι γνωστά και από τα Άβδηρα1365, την Αθήνα1366, τα Κύθηρα1367, τον Τάραντα1368 αλλά και την νεκρόπολη Sciatbi στους ελληνιστικούς χρόνους1369. Σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ σημαντικό να θυμηθούμε ότι άλλοι μελετητές έχουν προτείνει ότι τα ευρήματα του νεκροταφείου του Sciatbi πρέπει να κατέβουν χρονολογικά1370. Από την ίδια ταφή προέρχεται και ο ντόπιος αβαφής αρυτήρας 252 που χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. Φαίνεται λοιπόν ότι οι δύο ασκοί χρονολογούνται λίγο οψιμότερα από ότι αυτός της Ολύνθου. Μεγάλη ομοιότητα όσον αφορά στο σχήμα του σώματος και της βάσης με τον 296 παρου- σιάζει ο ακέραιος 298 ( Πίν. 51ε, Σχ. 20ι). Η μόνη διαφορά τους είναι ότι η λαβή δεν ανυψώνε- ται τόσο πολύ. Ο ασκός 298 διατηρείται ακέραιος και μας δίνει μία πλήρη εικόνα του σχήματος. Η ταφή 5778 από την οποία προέρχεται, περιείχε δύο μελαμβαφή φιαλίδια1371, ένα μελαμβαφές θήλαστρο1372, ένα ερυθροβαφές φιαλίδιο1373, αρκετά πήλινα επιχρυσωμένα πλακίδια1374, ένα χάλ- κινο κρίκο1375 και μία γυάλινη ψήφο1376. Τα δύο μελαμβαφή φιαλίδια, το ένα με εξωστρεφές χεί- λος και το άλλο με εσωστρεφές, φέρουν στην επιφάνεια έδρασης χαρακτή αυλάκωση και στο κέντρο της κάτω επιφάνειας μαστοειδή απόφυση. Τα παραπάνω στοιχεία μας βοηθούν να τα χρο- νολογήσουμε στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Η ίδια χρονολόγηση ισχύει και για το μελαμβα- φές θήλαστρο, η άνω επιφάνεια του οποίου κοσμείται με σπειρομαίανδρο και η βάση αποτελείται από ψηλό λαιμό και δίσκο1377. Θ11. Θήλαστρα Αν και το θήλαστρο είναι ένα συνηθισμένο εύρημα στις παιδικές και γυναικείες ταφές στο νεκροταφείο της Ακάνθου, στην πλειονότητά τους είναι μελαμβαφή. Δύο θήλαστρα της τοπικής παραγωγής1378, όπως είδαμε, έχουν εμφανείς επιρροές από την κεραμική της Ανατολικής Ελλά- 1362 Olynthus XIII, σ. 256 αρ. 452 πίν. 170. 1363 Πούλιος 1994, σ. 598 πίν. 186γ. 1364 Τουράτσογλου 1986, σ. 639. 1365 Πάντος 1975, σ. 305. 1366 Hesperia III (1934), σ. 341 Β31. 1367 Τσαβαρόπουλος 1997, πίν. 48δ. 1368 De Palma 1989, σ. 19 πίν. ΧΧ. 1369 Sciatbi, πίν. LIX, 135. 1370 Kleiner 1942, σ. 31-33. Agora XXIX, σ. 29. 1371 Αριθ. Ι.135.74 και 77 ΑΜΘ. Για αντίστοιχα παραδείγματα, βλ. Agora XII, σ. 132, 137 αρ. 842 και 925 αντίστοιχα πίν. 33. 1372 Αριθ. Ι.135.78 ΑΜΘ. 1373 Αριθ. Ι.135.79 ΑΜΘ. 1374 Αριθ. Ι.135.41 και 44 ΑΜΘ. 1375 Αριθ. Ι.135.42 ΑΜΘ. 1376 Αριθ. Ι.135.43 ΑΜΘ. 1377 Για ανάλογο παράδειγμα από την Άκανθο, βλ. Άκανθος Ι, σ. 207 αρ. Ε281 πίν. 215στ. Για άλλα παραδείγματα, βλ. Agora XII, σ. 186 αρ. 1416 πίν. 61. Kerameikos IX, αρ. 8.2 πίν. 26. 1378 Βλ. παραπάνω σ. 38. 125 δας και ένα από την Κόρινθο1379. Τα αβαφή θήλαστρα, παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ποικιλία όσον αφορά στο σχήμα και μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους: Ι. Με ψηλό σώμα Ένας αρκετά πρώιμος τύπος είναι το θήλαστρο με το ψηλό σώμα και λαιμό που πλησιάζει πολύ το σχήμα της οινοχόης. Το σχήμα είναι πολύ παλιό. Θεωρείται μάλιστα ότι έχει υπομυκη- ναϊκά και γεωμετρικά πρότυπα1380. Στη Μακεδονία αγγεία του σχήματος αυτού απαντούν στον 9ο και 8ο αι. π.Χ.1381. Στους πρωτογεωμετρικούς χρόνους υπάρχουν παρόμοια παραδείγματα με λαβή τοποθετημένη διαμετρικά πάνω στο χείλος και διευρυνόμενη βάση. Αυτά μάλιστα φέρουν και ημικυκλική κηλίδα χρώματος και στις δύο όψεις του στομίου1382. Πρώιμα παραδείγματα από την Ηφαιστία της Λήμνου εδράζονται σε χαμηλή, στενή διευρυνόμενη βάση1383. Το σχήμα συναντάται με γραπτή ταινιωτή διακόσμηση και στην Ανατολική Ελλάδα κατά τον πρώιμο 6ο αι. π.Χ.1384. Ένα παράδειγμα του τέλους του 7ου αι. π.Χ. είναι γνωστό από την Κύμη της Ιταλίας1385. Σε άλλες περιοχές, όπως για παράδειγμα στην Κύπρο, το σχήμα επιβιώνει μέχρι τους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους1386. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τύπου είναι το 299 (Πίν. 51στ, Σχ. 21α) της ταφής 5586. Έχει έντονα εξωστρεφές χείλος, το οποίο εσωτερικά, στο σημείο μετάβασης προς το λαιμό σχηματίζει γωνία. Ο λαιμός είναι πολύ χαμηλός και στενός και στη συνέχεια σχηματίζεται το ευρύ, σχεδόν σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Από το χείλος φύεται η κάθετη ταινι- ωτή λαβή, η οποία απολήγει στο μέσο του σώματος, όπου έχει προσαρμοστεί και η κωνική προ- χοή που έχει έντονη κλίση προς τα πάνω. Από την ίδια ταφή προέρχεται και μία κορινθιακή κο- τυλίσκη1387(Πίν. 51ζ) της Ύστερης Κορινθιακής Ι περιόδου (560/555-535π.Χ.). Ο συγκεκριμένος τύπος θηλάστρου φέρει ορισμένες φορές και γραπτή διακόσμηση. Χαρα- κτηριστικό είναι ένα παράδειγμα από το αρχαϊκό νεκροταφείο της Μένδης1388. Το αγγείο κοσμεί- ται με ακανόνιστες οριζόντιες ταινίες. Στο ύψος της προχοής έχει αφεθεί μία πλατιά εδαφόχρωμη ζώνη που κοσμείται με κυματοειδή ταινία. Το αγγείο της Μένδης βρέθηκε με μία οινοχόη με κυ- λινδρικό λαιμό και κοντό κωνικό σώμα, η οποία κοσμείται επίσης με οριζόντια και κυματοειδή ταινία και χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ. Στον ίδιο τύπο ανήκει και το θήλαστρο 300 (Πίν. 51η, Σχ. 21β) το οποίο προέρχεται από την επίχωση. Έχει εξωστρεφές χείλος, το σώμα διογκώνεται προς το μέσο και στη συνέχεια συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση. Παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με το οψιμότερο γνωστό παρά- δειγμα αυτού του τύπου, ένα αβαφές θήλαστρο από την Όλυνθο με εξωστρεφές χείλος, κοίλο λαιμό ενιαίο με το κυρτό σώμα και χαμηλή διευρυνόμενη βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας είναι κοίλη. Ο Robinson χρονολογεί το συγκεκριμένο αγγείο σε σύγκριση με ένα ακριβές χρονο- 1379 Βλ. παραπάνω σ. 38 και 92. 1380 Agora XII, σ. 265. 1381 Ανδρόνικος 1969, σ. 177 εικ. 26. Λιούτας – Γκιούρα 1997, σ. 323 εικ. 9. Radt 1974, σ. 111 πίν. 33, 19 και 20. Παραδείγματα του 9ου αι. π.Χ. 1382 Boardman 1960α, σ. 132, 133 πίν. 37. 1383 Mustili 1932-33, σ. 53 εικ. 77. 1384 Arslan 2001, σ. 169, 171 εικ. 2.9. 1385 Gabrici 1913, σ. 749 εικ. 266. 1386 Vessberg – Westholm 1956,σ. 64-65 εικ. 22.19. 1387 Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Corinth XIII, σ. 191 αρ.172F πίν. 26. Άκανθος Ι, αρ. 1093 πίν. 165δ. 1388 Βοκοτοπούλου 1990α, σ. 414 εικ. 14. Αναφέρεται ότι μιμείται ανατολικοϊωνικά πρότυπα του 7ου αι. π.Χ. 126 λογημένο αττικό παράδειγμα που βρίσκεται στο Würzburg1389 στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.1390. Στον ίδιο τύπο ανήκει και το ερυθροβαφές θήλαστρο 301 (Πίν. 51θ) της ταφής 2743,το οποίο έχει εξωστρεφές χείλος και σχεδόν κωνικό σώμα που διευρύνεται έντονα προς τα κάτω, ενώ η δακτυλιόσχημη βάση του έχει πολύ μικρή διάμετρο. Από το χείλος φύεται η κάθετη ταινιωτή λαβή που απολήγει στο κάτω άκρο του σώματος. Η προχοή έχει σχεδόν κυλινδρικό σχήμα και ανασηκώνεται έντονα φθάνοντας περίπου το ύψος του χείλους. Από την ίδια ταφή προέρχονται μία λήκυθος1391 και δύο μελανόμορφες κύλικες-σκύφοι (Πίν. 51ι) της Ομάδας Λίνδου1392. Κατά συνέπεια χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Ο συγκεκριμένος τύπος χωρίς να γνωρίζουμε την ακριβή προέλευσή του, φαίνεται ότι είχε μεγάλη διάδοση τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά, καθώς ένα παρόμοιο θήλαστρο, αλλά με δακτυλιόσχημη λαβή, έχει βρεθεί στην Οχρίδα και χρονολογείται στο τέλος του 2ου – αρχές 1 ου αι. π.Χ.1393. ΙΙ. Με σφαιρικό σώμα Τα υπόλοιπα θήλαστρα αν και παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ανήκουν όλα στον ίδιο τύπο. Έχουν χαμηλό σφαιρικό σώμα και χείλος που εφάπτεται άμεσα σ’ αυτό χωρίς να διαμορφώνεται λαιμός. Από τα πρωϊμότερα θήλαστρα αυτού του τύπου φαίνεται ότι είναι το 302 (Πίν. 51κ, Σχ. 21γ) της ταφής 4414. Έχει οριζόντιο πεπλατυσμένο χείλος που εξέχει ελαφρά από το σφαιρικό σώμα, ενώ η βάση είναι απλή, επίπεδη. Από το χείλος φύεται η κάθετη ταινιωτή λαβή που απολήγει στο μέσο του σώματος. Το ντόπιο κύπελλο 317 (Πίν. 53λ), το οποίο θα μας απασχολήσει παρα- κάτω1394, όπως και ένας κορινθιακός αρύβαλλος1395 (Πίν. 51λ) και ένα μελανόμορφο ληκύθιο (Πίν. 51μ) που φέρει φυτική διακόσμηση με μία σειρά τεμνόμενων τόξων από τα οποία κρέμο- νται εναλλάξ άνθη λωτού και ανθέμια1396 της ίδιας ταφής, χρονολογούν το θήλαστρο στον όψιμο 6ο αι. Το 303 (Πίν. 52α, Σχ. 21δ) της ταφής 4141 έχει όμοιο χείλος με το προηγούμενο με τη δια- φορά ότι εξέχει λιγότερο από το σώμα. Το σώμα έχει έντονα καμπύλα τοιχώματα που συγκλίνουν προς τη βάση, καθώς αυτή έχει αρκετά μικρότερη διάμετρο από το χείλος. Η βάση είναι συμπα- γής ελαφρά διευρυνόμενη, ενώ ακριβώς κάτω από το χείλος προσαρμόζεται μία μικρή κάθετη ταινιωτή λαβή. Στο άνω τμήμα του σώματος έχει προσαρμοστεί η προχοή. Το αγγείο δεν φέρει γραπτή διακόσμηση αλλά αραιωμένο επίχρισμα από πηλό ίδιου χρώματος. Από την ίδια ταφή προέρχονται αρκετά αργυρά κοσμήματα1397, τρεις κοτύλες1398 και μία μελανόμορφη λήκυθος1399 που στην πρόσθια όψη κοσμείται με έναν ερωδιό σε κατατομή (Πίν. 52β). Η τελευταία χρονολο- 1389 Langlotz, Griechischen Vasen in Würzburg, αρ. 681. Χρονολογείται στα μέσα του 5ου και έχει δισκό- μορφη βάση. 1390 Olynthus XII, σ. 264-265 αρ. 477 πίν. 178. 1391 Αριθ. Ι.29.32 ΑΜΘ. 1392 Αριθ.Ι.29. 33,34 ΑΜΘ. Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Agora XXIII, σ. 288 - 289 αρ. 1571, 1577 πίν. 104, 105. Corinth XIII, σ. 239 αρ.392.4,5 πίν. 49. 1393 Bitrakova-Grozdanova 1990, σ. 70 πίν. 34. 1394 Βλ. παρακάτω σ. 133. 1395 Αριθ. Ι.160.84 ΑΜΘ. 1396 Αριθ. Ι.160.85 ΑΜΘ. Το σχήμα του αγγείου είναι όμοιo με μία λήκυθο που βρίσκεται στην Οξφόρδη και χρονολογείται στο τέλος του 6ου αι., βλ. Kurtz 1975, σ. 230 πίν. 68.4. Το μοτίβο των τεμνόμενων τό- ξων από όπου κρέμονται άνθη λωτού και ανθέμια, συναντάται σε κορινθιακές κοτύλες της Ύστερης Κοριν- θιακής περιόδου, βλ. Alesio 1996, σ. 297 αρ. 283. 1397 Ψέλιο αριθ.Ι.160.590, 5 δακτυλίδια αριθ. Ι.160.583-587, αστράγαλος. ΑΜΘ. 1398 Αριθ. Ι.160.578, 580, 581. ΑΜΘ. 1399 Αριθ. Ι.160.579. ΑΜΘ. 127 γείται κατά πάσα πιθανότητα στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.1400. Οι κοτυλίσκες φέρουν κάθετα γραμμίδια στο ύψος των λαβών και οριζόντιες ταινίες χαμηλά στο σώμα, ενώ η βάση εί- ναι διευρυνόμενη και στο κέντρο σχηματίζεται έξεργος δίσκος. Χρονολογούνται επίσης στο τε- λευταίο τέταρτο του 6ου αι.1401 Με βάση λοιπόν τα συνευρήματά του το θήλαστρο μπορεί να χρονολογηθεί στο β’ μισό του 6ου αι. Ένα παρόμοιο παράδειγμα προέρχεται από το νεκροταφείο της Ρόδου με μόνη διαφορά ότι η λαβή είναι προσαρμοσμένη κάθετα στον ώμο 1402. Το καστανοβαφές 304 (Πίν. 52γ, Σχ. 21ε) της ταφής 3636 έχει χαμηλό, οριζόντιο χείλος και επικλινή ώμο, σφαιρικό πεπλατυσμένο σώμα και συμπαγή βάση, η οποία εξωτερικά έχει κάθετο μέτωπο. Στο μέσο του σώματος έχει προσαρμοστεί η προχοή, που είναι ιδιαίτερα επιμήκης και ανασηκώνεται ελαφρά. Στο άνω τμήμα του σώματος έχει προσαρμοστεί και η οριζόντια πιό- σχημη λαβή που ανασηκώνεται έντονα και είναι κυκλικής διατομής. Από την ίδια ταφή προέρχο- νται δύο ακόμη αγγεία, ο αβαφής αμφορίσκος 172 (Πίν. 34α) και το άωτο φιαλίδιο με επίπεδη βάση 357 (Πίν. 56π) 1403, επίσης της εγχώριας παραγωγής. Το τελευταίο έχει υπόψη του αττικά πρότυπα και χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι π.Χ.1404. Θ12. Μικκύλοι πίθοι Σύνηθες εύρημα στους τάφους διαφόρων εποχών, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιοχές π.χ. Κόρινθο1405, Ταύχειρα1406 εκτός από τα αγγεία καθημερινής χρήσης και τα κοσμήματα είναι και τα μικκύλα αγγεία που αντιγράφουν μεγαλύτερα. Η χρήση τους ήταν αναθηματική, όπως παιδικά παιχνίδια. Αυτό το ρόλο είχαν και τα έξι πιθαράκια που βρέθηκαν στους τάφους της Ακάνθου. Το 305 (Πίν. 52ε, Σχ. 21στ) αντιγράφει το σχήμα μεγάλων πίθων1407. Έχει εξωστρεφές χεί- λος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια και κάθετο το εξωτερικό μέτωπο. Ο λαιμός συγκλίνει ελάχιστα προς τα κάτω και στο σημείο ένωσης με το σφαιρικό σώμα υπάρχει μία αυλάκωση. Η βάση είναι χαμηλή και δισκόμορφη. Προέρχεται από την ταφή 3379, στην οποία βρέθηκε και το κύπελλο 67 που ανήκει επίσης στην τοπική κεραμική και χρονολογείται πιθανότατα στις αρχές του 6ου αι.1408. Παρόμοιου σχήματος πιθάριο που χρονολογείται στην ίδια περίοδο είναι γνωστό και από την Κιλικία1409. Η μόνη διαφορά τους είναι ότι το τελευταίο έχει δακτυλιόσχημη βάση. Διαφορετικό είναι το 3061410 (Πίν. 52στ, Σχ. 21ζ). Έχει δισκόμορφο χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια και σφαιρικό σώμα, το οποίο στο κάτω άκρο στενεύει έντονα και διαμορφώ- νει τη χαμηλή δισκόμορφη βάση, που έχει πολύ μικρότερη διάμετρο από το χείλος. Τα συνευρή- ματά του διευκολύνουν ιδιαίτερα στη χρονολόγησή του. Εκτός από τα κοσμήματα1411 που συνό- δευαν τη νεκρή υπήρχαν στον τάφο και ένα κορινθιακό εξάλειπτρο1412 (Πίν. 52ζ) και δύο ειδώλια ένθρονων γυναικείων μορφών (Πίν. 52η). Η άνω επιφάνεια του εξαλείπτρου κοσμείται με αντιθε- τικά μελανά τρίγωνα και μία σειρά στιγμών. Παρόμοια εξάλειπτρα χρονολογούνται γύρω στα 500-475 π.Χ., ενώ τα δύο ειδώλια των ένθρονων γυναικείων μορφών χρονολογούνται επίσης στις 1400 Για παρόμοιο αγγείο, βλ. Άκανθος Ι, σ. 64 αρ. 703 πίν. 64. 1401 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 58 αρ. 78, 80. 1402 Clara Rhodos III, πίν. ΙΙΙ, CLVIII. 1403 Βλ. παρακάτω σ. 140. 1404 Βλ. σ. 140 αρ. 357. 1405 Corinth XIII, σ. 148. 1406 Tocra II, σ. 72 αρ. 2344 – 2348 κ.α. πίν. 37. 1407 Αντίστοιχο παράδειγμα, που φέρει όμως οριζόντιες λαβές στον ώμο, είναι γνωστό από τη Ρόδο. Clara Rhodos III, πίν. IV.XC. 1408 Βλ. παραπάνω σ. 40. 1409 Arslan 2001, σ. 169 εικ. 2.12. 1410 Προέρχεται από την ταφή 3331. 1411 Χάλκινη χάντρα αριθ. Ι.51.332, χάλκινο ψέλιο αριθ. Ι.51.471 και χάλκινο δακτυλίδι αριθ. Ι.51.472 ΑΜΘ. 1412 Αριθ. Ι.51.33 ΑΜΘ. 128 αρχές του 5ου αι. π.Χ.1413. Το πιθαράκι χωρίς αμφιβολία μιμείται το σχήμα μεγάλων πίθων, όπως μας δείχνει και ένα παρόμοιο πιθάρι από τη Ρόδο1414. Σχετική ομοιότητα με το προηγούμενο παρουσιάζει το 3071415 (Πίν. 52θ, Σχ. 21η) . Το σώμα έχει σχήμα ανάστροφου κώνου και απολήγει στη σχετικά ψηλή, πολύ στενή βάση στην κάτω επιφάνεια της οποίας σχηματίζεται κωνική βάθυνση. Το χείλος είναι ψηλό, κοίλο και διευρύνεται έντονα προς τα έξω. Στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται μία εγκοπή. Με βάση τα ειδώ- λια της ίδιας ταφής1416 (Πίν. 52ι&53α) το πιθαράκι χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Το γκρίζο πιθαράκι1417 με το οποίο ασχοληθήκαμε παραπάνω, προέρχεται από την ταφή 3333, όπως και το οξυπύθμενο πιθαράκι 308 (Πίν. 53β), που μιμείται μάλλον σχήμα μεγάλου πίθου. Έχει ταινιωτό χείλος που εξωτερικά είναι κυρτό ενώ ο λαιμός του είναι ευρύς και διευρύ- νεται προς τα κάτω. Στο σημείο ένωσης με το ωοειδές σώμα υπάρχει βαθιά αυλάκωση και το έμ- βολο του είναι κοντό και κυλινδρικό. Στην ίδια ταφή βρέθηκαν δυο σιδερένιες στλεγγίδες1418, ένας σιδερένιος κρίκος1419, αστράγαλοι1420, δύο νομίσματα Ακάνθου, ένα αργυρό1421 και ένα χάλ- κινο1422, ένα ειδώλιο 1423, αλλά και κοσμήματα, όπως ένα δακτυλίδι με έντυπη παράσταση μίας φτερωτής μορφής1424 και δύο ασημένια βραχιόλια που τα άκρα τους απολήγουν σε κεφαλές φι- διών1425. Χρονολογείται μάλλον στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. Διαπιστώνουμε ότι η συνήθεια να τοποθετούνται μικρές απομιμήσεις στους τάφους των Ακανθίων διατηρείται από τον 6ο έως και τον 4ο αι. τουλάχιστον. Θ13. Μυροδοχεία Το 309 (Πίν. 53γ) μπορεί να συγκριθεί με τα μυροδοχεία με γραπτή διακόσμηση που εξετά- σαμε παραπάνω. Διαφοροποιείται όμως από τα προηγούμενο όχι μόνο εξαιτίας της έλλειψης γραπτής διακόσμησης αλλά και λόγω της διαφορετικής διαμόρφωσης του σώματος, το οποίο και στις δύο κατηγορίες είναι απιόσχημο. Η βασικότερη διαφορά είναι ότι το 309 είναι κατασκευα- σμένο με μήτρα. Έχει όμοιο σχήμα με το 301 αλλά είναι αβαφές και η εξωτερική του επιφάνεια φέρει κάθετες ραβδώσεις που του δίνουν το σχήμα ενός πιθανόν σύκου. Το χείλος καλυκωτού κρατήρα, που βρέθηκε στην επίχωση της ίδιας ταφής μας βοηθά να τη χρονολογήσουμε, με κά- ποια επιφύλαξη, στον 4ο αι. 1413 Kerameikos IX, σ. 97 αρ. 39.3,4 πίν. 7. 1414 Η διαφορά τους βρίσκεται μόνο στη διαμόρφωση της «βάσης», καθώς το ροδιακό παράδειγμα έχει μικρότερη επιφάνεια έδρασης. Clara Rhodos III, πίν. IV, LXIX. 1415 Στην ίδια ταφή υπήρχαν τα ειδώλια Ι.51.232,233 τα οποία αποτελούνται από σύμπλεγμα δύο γυναι- κείων μορφών και το ειδώλιο μίας γυναικείας μορφής Ι.51.231. 1416 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ, Emporio, σ. 201 αρ. 139 πίν. 82. 1417 Βλ. παραπάνω σ. 86. 1418 Αριθ. Ι.51.531 ΑΜΘ. 1419 Αριθ. Ι.51.576 ΑΜΘ. 1420 Αριθ.Ι.51.549 ΑΜΘ. 1421 Αριθ.Ι.51.228 Ημιοβόλιο ΑΜΘ. 1422 Αριθ.Ι.51.230 ΑΜΘ. 1423 Αριθ.Ι.51.394 ΑΜΘ . 1424 Αριθ.Ι.51.173 ΑΜΘ. 1425 Αριθ. Ι.51.174 και 226 ΑΜΘ. Παρόμοια έχουν βρεθεί στη Σίνδο και χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αι., βλ. Δεσποίνη, Σίνδος, σ. 298 αρ. 495. 129 Θ14. Ιατρικό μικκύλο δοχείο Ένα σχήμα αρκετά συνηθισμένο στην ελληνιστική περίοδο είναι το ιατρικό μικκύλο δοχείο 310 (Πίν. 53δ, Σχ. 21θ) της ταφής 80301426. Έχει έντονα εξωστρεφές χείλος, καμπύλο σώμα που διευρύνεται προς τα κάτω, σχεδόν απιόσχημο και ψηλή συμπαγή βάση, το εξωτερικό μέτωπο της οποίας είναι κάθετο. Στους ελληνιστικούς χρόνους, ήδη από το τέλος του 4ου αι. π.Χ., όπως δεί- χνει ένα αποσπασματικό παράδειγμα από την Κόρινθο1427, κατασκευάζονται αγγεία αυτού του σχήματος που χρησίμευαν για την αποθήκευση φαρμάκων. Η χρήση τους προσδιορίστηκε χάρη στην επιγραφή «λύκιον» που έφεραν ορισμένα είτε πήλινα είτε μολύβδινα1428. Το λύκιον ήταν φάρμακο για οφθαλμολογικές παθήσεις1429. Η παραγωγή τους είναι πολύ συνηθισμένη κατά την ελληνιστική περίοδο και κυρίως κατά τον 2ο αι. π.Χ. Αγγεία αυτού του τύπου κατασκευάζονταν στην Αθήνα1430, στην Κόρινθο1431 αλλά και αλλού1432. Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης έχουν βρε- θεί παρόμοια αγγεία μολύβδινα και χάλκινα από την ελληνιστική περίοδο1433. Το παράδειγμα της Ακάνθου παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με ένα παράδειγμα από την Κόρινθο που χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ.1434. Θ15. Λεκάνες Αν και οι λεκάνες1435 αποτελούν ένα πάρα πολύ συνηθισμένο εύρημα σ’ όλους τους αρχαίους οικισμούς, ακόμη και της Ακάνθου, σπάνια συναντούνται στα νεκροταφεία. Ο όρος «λεκάνη» χρησιμοποιείτο ήδη από την αρχαιότητα και έχει βρεθεί χαραγμένος σε πολλά όστρακα αυτού του σχήματος στην αθηναϊκή Αγορά1436. Το σχήμα εμφανίστηκε ήδη στον 6ο αι. και η παραγωγή του διήρκεσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία διαφό- ρων τύπων. Μάλιστα τα πρώιμα παραδείγματα έφεραν και ταινιωτή διακόσμηση, ενώ αργότερα στον 4ο αι. επικρατούν κυρίως οι αβαφείς λεκάνες1437. Η ποικιλομορφία του σχήματος της λεκά- νης είναι εμφανής, αν συγκρίνει κανείς για παράδειγμα τα προϊόντα του θασίτικου εργαστηρίου στον 4ο αι. π.Χ.1438. Πολλές φορές ως φθηνά κτερίσματα κατασκευάζονταν μικκύλες λεκάνες, οι οποίες άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε εντελώς άκομψα μιμούνται τα μεγαλύτερα αγγεία. Στο νεκροταφείο της Ακάνθου έχουν βρεθεί και επείσακτα παραδείγματα αλλά και αγγεία της τοπικής παραγωγής που διακρίνονται ιδιαίτερα για την ατημέλητη κατασκευή τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η 311 (Σχ. 22α). Το χείλος είναι απλό και η άνω επιφάνειά του κυρτή, το σώμα διευρυνόμενο προς τα πάνω και ελαφρώς κυρτό. Προς τη βάση, η οποία είναι επίπεδη και αμελώς κατασκευασμένη με 1426 Περιείχε και μία σιδερένια στλεγγίδα αριθ. Ι.134.24 και ένα αποσπασματικό μυροδοχείο αριθ. Ι.134.26 ΑΜΘ. 1427 Corinth XIII, σ. 290 αρ. 487.6 πίν. 78. 1428 Ένα ενεπίγραφο παράδειγμα είναι γνωστό από τη περιοχή της Βοττιαίας. Φέρει την επιγραφή «Σι- μάχω[νο]ς λύκιον», βλ. Panayotou – Chrysosotmou, σ. 381-382 εικ. 17-18. 1429 Agora XXIX, σ. 198 σημ. 1. 1430 Ό.π. σ. 198 αρ. 1309-1313 πίν. 100. 1431 Corinth VII,iii, σ. 99-101 αρ. 589-596 πίν. 20, 58. 1432 Για παραδείγματα άλλων εργαστηρίων, βλ. Agora XXIX, σ. 222, 423-4 αρ. 1770-1774 πίν. 138. Priene, σ. 425 αρ. 86 εικ. 538.6. ΑΔ 1975, Χρονικά Β2, σ. 378 πίν. 372.δ. Ζαφειροπούλου – Χατζηδάκη 1994, σ. 245 πίν. 196.201.β. Αλεξανδρή 1973/74, σ. 149 πίν. 110c. Paphos III, σ. 164 αρ. 44 εικ. 53, αρ. 16 εικ. 58. 1433 Κουσουλάκου 1992, σ. 308 εικ. 4. 1434 Corinth VII, iii, σ. 101 αρ. 591 πίν.20. 1435 Ure 1932, 18. Για τον όρο και τη διάκρισή του από τις λεκανίδες, βλ. Lioutas 1987. Επίσης βλ. Ka- nowski 1984, σ. 91. 1436 Αgora XII, σ. 211. 1437 Ό.π. σ. 211 κ.ε. 1438 Blondé 1985, σ. 326-327 εικ. 41-42 αρ. 265-286. 130 έντονα ίχνη τροχού, σχηματίζεται ένα κοντό στέλεχος. Οι λαβές είναι σχηματοποιημένες και αποτελούνται από λεπτό, ταινιωτό κομμάτι πηλού. Έχουν τοποθετηθεί λοξά και εφάπτονται στην άνω επιφάνεια του χείλους. Παρόμοια φθηνά αναθήματα από την αθηναϊκή Αγορά μας επιτρέ- πουν να χρονολογήσουμε το αγγείο, με κάθε επιφύλαξη, στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1439. Ένα όμοιο αγγείο, που χρονολογείται στα τέλη του 4ου ή αρχές του 3ου αι. π.Χ., βρέ- θηκε πολύ κοντά στην Άκανθο, σε έναν λάκκο στο χώρο του αρχαϊκού ναού στα Νέα Ρόδα Χαλ- κιδικής1440. Εξαιρετικά σπάνιο κτέρισμα στο νεκροταφείο της Ακάνθου αποτελούν οι λεκάνες φυσικού μεγέθους. Η 312 (Πίν. 53ε) αποτελούσε κτέρισμα της ταφής 3107 μαζί με ένα όστρεο. Έχει εξω- στρεφές χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια και κάθετο μέτωπο. Στο μέσο του σώματος έχουν προσαρμοσθεί οι πιόσχημες λαβές, οι οποίες ανασηκώνονται και εφάπτονται στο χείλος. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη. Ο συγκεκριμένος τύπος αρχίζει να κατασκευάζεται από Αθηναίους κεραμείς στα μέσα του 6ου αι. Η βασική διαφορά του από άλλους τύπους είναι ότι η λαβή είναι ανακαμπτόμενη και εφάπτεται στο κάθετο μέτωπο του χείλους γεγονός που την καθιστά πιο στε- ρεή και ανθεκτική. Η παραγωγή του διακόπτεται γύρω στα 480 π.Χ. ˙το σχήμα επανεμφανίζεται στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. Το κενό βέβαια ίσως είναι τυχαίο και όχι πραγματικό. Η παρα- γωγή του σταματά οριστικά στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι.1441 Πολλά αγγεία φέρουν χρώμα στο χείλος και ταινιωτή διακόσμηση στο σώμα κάτω από τις γενέσεις των λαβών1442. Το αγγείο όμως της Ακάνθου παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση από τα αττικά αγγεία κυρίως όσον αφορά στη διαμόρφωση της λαβής. Στα αττικά παραδείγματα οι λαβές είναι κυκλικής διατομής και ανακάμπτονται προς το χείλος. Μάλιστα αυτή η τάση στον 4ο αι γίνεται πιο έντονη. Η 312 έχει πιόσχημη λαβή, η οποία δεν κάμπτεται αλλά είναι λοξά τοποθετημένη έτσι ώστε να εφάπτε- ται στο χείλος και στο σώμα. Με βάση τα πλησιέστερα αττικά παραδείγματα θεωρούμε ότι χρο- νολογείται στα τέλη του 5ου αι.- πρώτο τέταρτο 4ου αι.1443. Λίγο μετά τα μέσα του 4ου αι. θα πρέπει μάλλον να χρονολογηθεί και η αποσπασματική αβαφής λεκάνη 313 (Πίν. 53στ), η οποία ανήκει σ’ έναν τύπο εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και στην Αττική1444. Έχει εξωστρεφές χείλος με κυρτό μέτωπο στο οποίο εφάπτεται η οριζόντια λαβή τριγωνικού σχήματος. Η λαβή τοποθετείται τόσο κοντά στο σώμα και κάτω από το χείλος, ώστε να μην έχει πλέον κανένα λειτουργικό ρόλο. Ίσως ο τύπος αυτός να αποτέλεσε το πρότυπο για το λεκανόσχημο αγγείο με το οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια. Είναι πιθανό να «παραλείφθη- καν» οι λαβές, καθώς η παρουσία τους δεν εξυπηρετούσε πλέον στη μεταφορά του σκεύους. Ένα βαθύ λεκανόσχημο αγγείο προέρχεται από την ταφή 3015, η οποία μας απασχόλησε και παραπάνω και όπως είδαμε ανάγεται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1445. Το 314 (Πίν. 53ζ, Σχ. 22β) είναι ένα βαθύ αβαφές αγγείο χωρίς λαβές, με εξωστρεφές πεπλατυσμένο χείλος. Το σώμα στο κάτω τμήμα είναι κυρτό και διευρύνεται προς τα πάνω, η βάση δακτυλιόσχημη. Το σχήμα του αγγείου, αν εξαιρέσουμε την απουσία των λαβών, θυμίζει πάρα πολύ τις λεκάνες. Με- γάλα βαθιά αγγεία με εξωστρεφές χείλος και δακτυλιόσχημη βάση είναι γνωστά από την αθηνα- ϊκή Αγορά1446. Την ομοιότητα του σχήματος με τη λεκάνη επισημαίνει και η Rotroff. Ωστόσο τα παραδείγματα της αθηναϊκής Αγοράς δεν φέρουν λαβές με εξαίρεση ένα μόνο παράδειγμα. Πιθα- νότατα χρησιμοποιούνταν κατά την παρασκευή του φαγητού ή ακόμη και για το σερβίρισμά του. Τα αττικά παραδείγματα χρονολογούνται κυρίως από το δεύτερο τέταρτο του 3ου αι. έως και τον 1439 Agora XXIX, πίν. 108. 1440 Βοκοτοπούλου – Τσιγαρίδα 1990, σ. 459 εικ. 16β. 1441 Agora XII, σ. 214-215. 1442 Ό.π. σ. 214-215 αρ. 1821-1834 πίν. 86. 1443 Ό.π. σ. 214-215 αρ. 1833, 1834. 1444 Agora XII, αρ. 1835 σ. 215 πίν. 87. Jones κ.α. 1973, σ. 384 αρ. 79 εικ. 9. Talcott 1935, αρ. 113 σ. 521 εικ. 25. Το τελευταίο φέρει μάλιστα και ταινιωτή διακόσμηση. Χρονολογείται στον πρώιμο 4ο αι. π.Χ. 1445 Βλ. σ. 108. 1446 Agora XXIX, σ. 167. 131 2ο αι. π.Χ. Δύο θραύσματα όμως από την «κιστέρνα του Μένονα»1447 και ένα από την αθηναϊκή Αγορά φανερώνουν ότι το σχήμα άρχισε να κατασκευάζεται στις αρχές του 3ου αι1448. Αν είναι έτσι τότε η 314 είναι μία από τις πρωιμότερες απομιμήσεις του σχήματος. Ήδη η Rotroff έχει επισημάνει ότι το σχήμα συναντάται πολύ σπάνια εκτός Αθήνας. Ένα παράδειγμα που φέρει χρώμα στο άνω τμήμα έχει βρεθεί στη Βεργίνα1449 και ένα στη Τούμπα Θεσσαλονίκης1450 που είναι και σύγχρονο με το δικό μας. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι είναι πιθανό το σχήμα να κατασκευαζόταν και νωρίτερα γιατί από τα μέσα του 4ου αι. έχουμε λεκανόσχημα αγγεία από την αθηναϊκή Αγορά με ταινιωτή γραπτή διακόσμηση1451. Ιδιαίτερα πρωτότυπο είναι το σχήμα της 315 (Πίν. 53η&θ, Σχ. 22γ) που βρέθηκε στον ίδιο χώρο με τους κλιβάνους. Εντύπωση προκαλούν οι ημικυκλικές λαβές με τις ακανθόσχημες απο- φύσεις που εξέχουν από το υπόλοιπο χείλος. Σε σχέση με το υπόλοιπο σύνολο χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.1452. Το σχήμα παρουσιάζει κοινά στοιχεία με ορισμένα πινάκια του 6ου αι. π.Χ. από την Ανατολική Ελλάδα1453. Σ’ αυτά η στεφάνη του χείλους είναι πεπλατυσμένη και σε δύο αντωπά σημεία σχηματίζονται δύο εσοχές, όπου διαμορφώνεται ένα ημικυκλικό τόξο με ακανθόσχημες αποφύσεις. Η χρονολογική διαφορά βέβαια είναι πολύ μεγάλη και μέχρι να βρούμε κάποιον ενδιάμεσο κρίκο δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιδράσεις από τα αγγεία της Ανατολής. Θ16. Κύπελλα με βαθύ σώμα Υπάρχει μία ομάδα αγγείων που έχουν αρκετά κοινά στοιχεία με τους αρυτήρες, αλλά το μι- κρό σχήμα τους και κυρίως η μικρή διάμετρος του χείλους μας οδηγούν στην άποψη ότι δεν πρό- κειται για αγγεία που χρησίμευαν στην άντληση ή στο σερβίρισμα υγρών, αλλά ότι πρόκειται για αγγεία πόσεως, δηλαδή μόνωτα κύπελλα1454. Στην άποψη αυτή συνηγορεί και η διαμόρφωση της λαβής, η οποία είναι μικρότερη, έχει μικρό άνοιγμα και μένει κοντά στο σώμα για να ανακρατεί- ται καλύτερα κατά την ώρα της πόσης. Αντίθετα οι λαβές των αρυτήρων σχηματίζουν μεγάλο άνοιγμα που βοηθά να κρατιούνται καλύτερα, με όλα τα δάκτυλα κατά την άντληση ή το σερβί- ρισμα των υγρών. Τα κύπελλα αυτά εμφανίζονται κυρίως στην ύστερη Αρχαϊκή Περίοδο. Υπάρ- χουν γνωστά παραδείγματα από διάφορα εργαστήρια, όπως από το λακωνικό1455. Όμοια κύπελλα με μόνη διαφορά ότι έχουν δύο κάθετες λαβές συναντούμε κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και στην Ταύχειρα1456. Πρωιμότερο φαίνεται ότι είναι με βάση τα συνευρήματά του το 316 (Πίν. 53ι, Σχ. 22δ) της ταφής 4277. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ενιαίο με το χαμηλό, κοίλο λαιμό, ο οποίος στο σημείο ένωσης με το σφαιρικό σώμα σχηματίζει μία εγκοπή. Η βάση είναι στρογγυλοποιημένη, αδια- μόρφωτη. Η ταινιωτή λαβή είναι πολύ μικρή σχεδόν δακτυλιόσχημη. Φύεται από το χείλος και απολήγει στο άνω άκρο του σώματος. Τα συνευρήματα της ταφής, χάλκινα ελάσματα1457, ένας σφαιρικός αρύβαλλος1458 και μία κοτύλη1459 (Πίν. 53κ) το χρονολογούν με ασφάλεια στην Πρώ- ιμη Κορινθιακή Περίοδο. 1447 Metzger 1973, σελ 57-58 αρ. 80-81 πίν. 11. 1448 Braun 1970, σ. 154 αρ. 172 πίν. 68. 1449 Ανδρόνικος 1961, σ. 46 αρ. 1εικ. 22, 25. 1450 Σουέρεφ 1996, σ. 398 εικ. 14δ. 1451 Agora XII, αρ. 1835 πίν. 87. 1452 Τρακοσοπούλου 2004α, σ. 161 κ.ε. 1453 Ireen 2002, σ. 194 εικ. 24. Δίνεται ένα παράδειγμα από την Πιτάνη. Larisa III, πίν. 34.6. 1454 Αγγεία παρόμοιου σχήματος χαρακτηρίζουμε ως οινοχόες - mugs από το Καραμπουρνάκι. Έχουν αντίστοιχα επιδράσεις από το σχήμα της όλπης. Βλ. παρακάτω σ. 184. 1455 Tocra I, σ. 89, 91 αρ. 984-986 πίν. 67. 1456 Tocra I, σ. 147 αρ. 1558 πίν. 93. 1457 Αριθ. Ι.160.811-812 ΑΜΘ. 1458 Αριθ. Ι.160.794 ΑΜΘ. 132 Αρκετά πρώιμο είναι και το 317 (Πίν.53λ, Σχ. 22ε) της ταφής 4414, η οποία περιείχε και το θήλαστρο 302 της τοπικής επίσης παραγωγής και χρονολογείται από τα υπόλοιπα κτερίσματα στον όψιμο 6ο αι. π.Χ.1460 (Πίν. 51κ-μ). Το χείλος είναι εξωστρεφές, διευρύνεται προς τα πάνω σχηματίζοντας γωνία με το σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι επίσης στρογγυλοποιημένη, αδιαμόρ- φωτη, ενώ η λαβή έχει υπερβολικά μικρό άνοιγμα. Στον ίδιο ακριβώς τύπο ανήκει και το 318 (Πίν. 54α, Σχ. 22στ), το οποίο όμως διακρίνεται για το ψηλότερο και ραδινότερο σώμα του. Προέρχεται από την ταφή 2295 στην οποία συνυπήρχαν και μία κοτύλη1461, μία κύλικα τύπου Κρακοβίας1462 (Πίν. 54β) και ένας χάλκινος κρίκος1463. Με βάση τα συνευρήματά του χρονολογείται στο τέλος του 6ου αι. π.Χ.1464. Στην ίδια εποχή ανήκει και το μοναδικό κτέρισμα της ταφής 6676, 319 (Πίν. 54γ). Διαφορετικό σχήμα έχουν δύο άλλα μεγαλύτερα κύπελλα, τα 320 (Σχ. 23α) και 321 (Πίν. 54δ, Σχ. 23β). Το χείλος στρέφεται ελάχιστα προς τα έξω και η άνω επιφάνειά του είναι επίπεδη. Είναι ενιαίο με τον ευρύ λαιμό, ο οποίος δεν ξεχωρίζει από το καμπύλο σώμα. Το πρώτο έχει επίπεδη βάση, ενώ το δεύτερο στρογγυλοποιημένη. Η κάθετη λαβή τους είναι ταινιωτή και φύεται από το χείλος απολήγοντας στο μέσο του σώματος. Το 320 της ταφής 3462 χρονολογεί- ται με βάση τα υπόλοιπα κτερίσματα του νεκρού, ένα μελαμβαφή σκύφο1465 και δύο μελαμβαφή σκυφίδια, ένα μόνωτο1466 και ένα άωτο1467 (Πίν. 54ε&στ) στα τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Το 321 προέρχεται από την ταφή 3295 στην οποία συνυπήρχαν διάφορα κτερίσματα1468. Ιδιαίτερα ένα άωτο φιαλίδιο1469 (Πίν. 54η) αποτελεί βασικό στοιχείο για να το χρονολογήσουμε στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Παρόμοια μαγειρικά σκεύη από τις Κυκλάδες χρονολογούνται στον 7ο αι. π.Χ.1470. Ίσως πρό- κειται λοιπόν για ένα σχήμα που επιβιώνει στο συντηρητικό χώρο της Χαλκιδικής, όπως συμβαί- νει και με άλλα σχήματα. Θ17. Κοτύλες Υπάρχει ένα μικρό σύνολο επτά μικρών κοτυλών οι οποίες διακρίνονται ιδιαίτερα για τον πρόχειρο τρόπο με τον οποίο έχουν κατασκευαστεί. Έχουν απλό χείλος, ελαφρά εσωστρεφές και ενιαίο με το σώμα που έχει καμπύλο περί- γραμμα και στο κάτω άκρο του κατεβαίνει κάθετα δημιουργώντας ένα είδος «ποδιού» προς την απλή επίπεδη βάση, στην κάτω επιφάνεια της οποίας διατηρούνται έντονα τα ίχνη του τροχού. Στο άνω τμήμα του σώματος, ακριβώς κάτω από το χείλος προσαρμόζονται οι οριζόντιες, ταινω- τές λαβές, τριγωνικού σχήματος. Έχουν κατασκευαστεί από κοκκινωπό, χονδρόκοκκο πηλό πλούσιο σε μίκα και προσμίξεις. Το σχήμα συναντάται στην Κόρινθο από το δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Την εποχή αυτή είναι επιμελώς κατασκευασμένο. Στον 4ο αι. όμως διακρίνεται από μεγάλη προχειρότητα και οι ταινιωτές λαβές που προσαρμόζονται άκομψα στα τοιχώματα του αγγείου. Το σχήμα επι- 1459 Ι.160.876. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, αρ. 738 πίν. 92. 1460 Βλ. σ. 127. 1461 Αριθ.Ι.30.133 ΑΜΘ. 1462 Αριθ.Ι.30.132 ΑΜΘ. 1463 Αριθ.Ι.30.134 ΑΜΘ. 1464 Για τις κύλικες «τύπου Κρακοβίας», βλ. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 188 αρ. 306. Beazley 1932, σ. 202κ.ε. 1465 Ι.166.59. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Olynthus XIII, σ. 312 αρ. 595 πίν. 199. 1466 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, αρ. 753 πίν. 31. Olynthus XIII, σ. 343 αρ. 729 πίν. 215. 1467 Αριθ. Ι.166.57-8 ΑΜΘ. 1468 Βάση σκύφου αριθ. Ι.51.294, αβαφές φιαλίδιο αριθ. Ι.51.295, χρυσή χάντρα αριθ. Ι.51.181, πήλινη γυναικεία προτομή αριθ. Ι.51.293 ΑΜΘ. 1469 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 132 αρ. 832 πίν. 33. 1470 Tocra I, σ. 135 αρ. 1412 εικ. 66. 133 βίωσε στην Κόρινθο και στον 3ο προχριστιανικό αιώνα1471. Στον 4ο αι π.Χ. αγγεία αυτού του τύπου συναντούνται και στη Θάσο1472. Η 322 (Πίν. 54θ, Σχ. 23γ) έχει απλό χείλος που στρέφεται ελάχιστα προς τα μέσα. Το άνω τμήμα του σώματος (2\3) είναι κυρτό, στη συνέχεια στενεύει και στο κάτω άκρο κατεβαίνει κά- θετα. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Προέρχεται από την ταφή 9502 (Πίν. 29β), η οποία, όπως ήδη είδαμε, περιέχει και έναν αβαφή ντόπιο ασκό, αλλά και άλλα πλούσια ευρήματα που την κατα- τάσσουν στον πρώιμο 4ο αι.1473 Στην ίδια εποχή πρέπει να ανήκει η αποσπασματικά σωζόμενη 323, η οποία βρέθηκε πάνω στον τάφο 7374 με ένα όστρακο μελαμβαφούς σκύφου με μίλτο στην κάτω επιφάνεια της βάσης1474. Η κοτύλη 324 έχει ελαφρά εσωστρεφές χείλος. Το άνω τμήμα του σώματος είναι κυρτό και στη συνέχεια συγκλίνει προς τη βάση. Στο κάτω άκρο του κατεβαίνει κάθετα. Η εξωτερική όψη των ταινιωτών λαβών είναι ελαφρώς κοίλη. Από την ίδια ταφή, 7337, προέρχεται και ένα άωτο μελαμβαφές σκυφίδιο1475 με πλατιά επιφάνεια έδρασης και απόφυση στο κέντρο της κάτω επιφά- νειά της. Καλύπτεται εξ ολοκλήρου με μαύρο γάνωμα. Τα χαρακτηριστικά αυτά οδηγούν σε μία χρονολόγηση στα μέσα του 4ου αι1476. Παρόμοιο σχήμα έχει και η 325 ( Πίν. 54ζ, Σχ. 23δ) της ταφής 2884. Από την ίδια ταφή προέρχεται και ένα μελαμβαφές φιαλίδιο1477 με εσωστρεφές χείλος και δακτυλιόσχημη βάση με πλατιά επιφάνεια έδρασης. Παρόμοιο παράδειγμα από την αθηναϊκή Αγορά βοηθά στην ένταξή του στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1478. Η διαφορά που παρατηρείται ανάμεσα στην πρωιμότερη 292 είναι ότι το κυρτό τμήμα του σώματος είναι χαμηλότερο, δηλαδή το 1\3, και το υπόλοιπο 2\3 συγκλίνει προς τη βάση. Οψιμότερες φαίνεται ότι είναι οι 326 (Σχ. 23ε) και 327 (Πίν. 54ι, Σχ. 23στ), οι οποίες διαφέρουν από τις υπόλοιπες στη διαμόρφωση του κάτω τμήματος του σώματος. Το κάθετο τμήμα του σώματος έχει μεγαλύτερο ύψος και η βάση μεγαλύτερο πάχος. Δυστυχώς για καμιά από τις δύο δεν υπάρχουν συνευρήματα. Η ομοιότητά τους όμως με ένα κορινθιακό παρά- δειγμα1479 του ύστερου 4ου – πρώιμου 3ου αι. π.Χ. τις ανάγει στην πρώιμη Ελληνιστική εποχή. Με βάση τα σωζόμενα παραδείγματα μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την εξέλιξη του σχήμα- τος, με περισσή βέβαια επιφύλαξη, καθώς το σύνολο που έχουμε στη διάθεσή μας είναι πολύ μι- κρό. Στις αρχές του 4ου αι. το μεγαλύτερο τμήμα του σώματος είναι κυρτό και το χείλος κάμπτε- ται ελάχιστα προς τα μέσα. Το σώμα κατεβαίνει «κάθετα» μόνο στο κατώτατο άκρο. Προς τα μέσα του αιώνα το χείλος στρέφεται εντονότερα προς τα μέσα και το κυρτό τμήμα του σώματος περιορίζεται μόνο στο ύψος των λαβών και στη συνέχεια στενεύει. Το κάτω άκρο του εξακολου- θεί να είναι «κάθετο». Στα τέλη του αιώνα το «κάθετο» τμήμα του σώματος γίνεται πιο ψηλό και ο πυθμένας αποκτά μεγαλύτερο πάχος. Με βάση τα παραπάνω κριτήρια θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η 328 (Πίν. 54κ), το μο- ναδικό κτέρισμα της ταφής 4946, είναι το πρωιμότερο παράδειγμα από όλα τα υπόλοιπα, πιθανόν να χρονολογείται στα τέλη του 5ου, καθώς το σώμα του σχηματίζει ενιαία καμπύλη ως το κάτω άκρο που κατεβαίνει «κάθετα» για να διαμορφώσει τη βάση. Φαίνεται ότι τα τοπικά κεραμικά εργαστήρια παράγουν το σχήμα κατά την ίδια χρονική πε- ρίοδο με την Κόρινθο, δηλ. από τα τέλη 5ου – ως τις αρχές 3ου αι. π.Χ. 1471 Corinth XIII, σ. 127. 1472 Blondé 1985, σ. 315 αρ. 196 εικ. 25. 1473 Βλ. παραπάνω σ. 124. 1474 Αριθ. Ι.115.434β ΑΜΘ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 85 αρ. 350 πίν. 16. 1475 Αριθ. Ι.115.338 ΑΜΘ. 1476 Agora XII, σ. 137 αρ. 945 πίν. 34. 1477 Αριθ. Ι.30.85 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 137 αρ. 876 πίν. 33. 1478 Agora XII, σ. 132 αρ. 887 πίν. 34. 1479 Corinth XIII, σ. 289 αρ. 485.2 πίν. 76. 134 Θ18. Μικρά κάναστρα Τα μικκύλα κάναστρα1480 είναι ένα συνηθισμένο εύρημα στις ταφές των Ακανθίων. Το σχήμα εμφανίζεται από τα αρχαϊκά χρόνια έως και τους ελληνιστικούς χρόνους. Υπάρχουν διάφοροι τύποι του σχήματος. Στους αρχαϊκούς χρόνους το τοπικό εργαστήρι δέχεται την επιρροή των ερ- γαστηρίων της Ανατολικής Ελλάδας. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις δέχεται επίδραση από την Ατ- τική. Τα περισσότερα έχουν κατασκευαστεί από κιτρινωπό κόκκινο πηλό ή καφέ με προσμίξεις και μίκα. Πολλές φορές η προχειρότητα στην κατασκευή τους είναι εμφανής, καθώς η βάση δεν έχει περιμετρικά το ίδιο ύψος ή η αφαίρεση του αγγείου από τον τροχό έγινε βιαστικά με αποτέ- λεσμα να υπάρχουν γύρω από τη βάση υπολείμματα πηλού. Ι. Με απλό χείλος και βάση Εδώ ανήκουν τα 329 - 326. Κανένα δεν είναι όμοιο με κάποιο άλλο. Υπάρχουν όμως κάποιες βασικές ομοιότητες. Το χείλος στρέφεται ελαφρά προς τα έξω, το άνω τμήμα του σώματος δια- χωρίζεται από το κάτω, η οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή και σε όλα η βάση είναι διαμορφωμένη. Στα μέσα του 5ου αι. χρονολογείται το 329 (Πίν. 54λ) της ταφής 9186 με βάση τα συνευρή- ματά του, έναν αρυτήρα1481 και έναν ερυθρόμορφο σκύφο - γλαύκα1482 (Πίν. 54μ). Έχει απλό χείλος, σώμα κυρτό, χαμηλή βάση και οριζόντια λαβή. Ορισμένα μικρά κάναστρα έχουν ελαφρά εξωστρεφές χείλος με επικλινή την άνω επιφάνειά του και σώμα καμπύλο μέχρι το ύψος της λαβής και στη συνέχεια συγκλίνων προς τη βάση. Ένα από αυτά, το 330 (Πίν. 54ν), έχει δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη βάση και ταινιωτή, υπερυψω- μένη λαβή. Το μελαμβαφές bolsal1483 (Πίν. 55α&β) της ίδιας ταφής, το οποίο στο σημείο ένωσης του άνω και κάτω τμήματος του σώματος φέρει μία χαρακτή αυλάκωση και εσωτερικά τέσσερα εμπίεστα ανθέμια σε σταυρική διάταξη που περιβάλλονται από διπλό μετάλλιο roulletting, το χρονολογεί στα τέλη του 5ου - αρχές του 4ου αι. π.Χ.1484. Σχεδόν όμοια είναι τα επόμενα μικρά κάναστρα: το 331 (Πίν. 55γ, Σχ. 23ζ) και τα 332 (Πίν. 55δ) και 333 της ίδιας ταφής (Πίν. 55ε) με καμπύλο σώμα, που στο κάτω άκρο του κατεβαίνει κάθετα διαμορφώνοντας τη βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας είναι επίπεδη. Η οριζόντια, υπε- ρυψωμένη, ταινιωτή λαβή έχει κοίλη εξωτερική επιφάνεια. Το πρώτο προέρχεται από την ταφή 3029, η οποία περιείχε ένα χάλκινο νόμισμα Ακάνθου1485 και έναν μελαμβαφή σκύφο1486, από τον οποίο διατηρείται μόνο το άνω τμήμα του και οι πεταλόσχημες λαβές. Ο τελευταίος μας επιτρέ- πει να χρονολογήσουμε το μικρό κάναστρο στο πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1487. Τα άλλα δύο ανήκουν στην ταφή 9210 όπου βρέθηκε και ένα ερυθρόμορφο αρυβαλλοειδές ληκύθιο η κύρια όψη του οποίου κοσμείται με το κεφάλι μίας ανδρικής μορφής σε κατατομή προς τα αριστερά, επηρεασμένο από τα έργα του Ζ. του Αχιλλέα (Πίν. 55στ) χρονολογούμενο γύρω στα 420 π.Χ.1488. Στο 334 (Πίν. 55ζ-θ, Σχ. 23η) το άνω τμήμα του σώματος, όπου έχει προσαρμοστεί η οριζό- ντια ταινιωτή λαβή, σχηματίζει γωνία με το κάτω τμήμα και διευρύνεται προς τα πάνω. Το χείλος είναι απλό και η άνω επιφάνειά του επικλινής. Η βάση είναι ιδιαίτερα χαμηλή, δισκόμορφη. Η 1480 Για τον όρο και τη χρήση του σχήματος, βλ. σ. 49. 1481 Αριθ. Ι.113.1 ΑΜΘ. 1482 Αριθ. Ι.113.3 ΑΜΘ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Corinth XIII, αρ. 344.9 πίν. 91. 1483 Αριθ. Ι.112.9 της ταφής 9172 ΑΜΘ. 1484 Agora XII, σ. 107 αρ. 548 πίν. 24. 1485 Αριθ. Ι.136.90 ΑΜΘ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. παραπάνω σ. 31 σημ. 312. 1486 Αριθ. Ι.136.86 ΑΜΘ. 1487 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 84 αρ. 349 πίν. 16. 1488 Μίεζα, σ. 123 αρ. Π1751. Εντάσσεται στην παράδοση του Ζωγράφου του Αχιλλέα, βλ. Oakley 1997, σ. 156-157. 135 λαβή έχει τριγωνικό σχήμα και ξεπερνά κατά πολύ το ύψος του χείλους. Προέρχεται από την πλούσια ταφή 2025. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, περιείχε αρυτήρες1489, μία λοπάδα1490, ένα πινά- κιο1491, πολλά ακόμη αγγεία1492 (Πίν. 29λ), μία στλεγγίδα1493, άνθη επιχρυσωμένου στεφανιού1494, τα οποία ανάγουν φανερά την ταφή στον 4ο αι. π.Χ. Ιδιαίτερα χρήσιμος για τη χρονολόγησή της είναι ο μελαμβαφής κάνθαρος με το εξωστρεφές χείλος, τις συμπαγείς λαβές και τα ωτία στη ράχη τους1495, ο οποίος με βάση αττικά παραδείγματα χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι.1496 Αρκετή ομοιότητα παρουσιάζει το 335 (Πίν. 55ι, Σχ. 23θ). Εδώ το άνω τμήμα του σώματος είναι ψηλότερο, το χείλος ελαφρά εξωστρεφές και η άνω επιφάνεια του επικλινής και σχηματίζει εντονότερη γωνία με το κάτω τμήμα του σώματος, το οποίο συγκλίνει εντονότερα προς τη βάση. Η βάση είναι συμπαγής και διευρυνόμενη. Η οριζόντια ταινιωτή λαβή και σε αυτό το παράδειγμα ξεπερνά κατά πολύ το ύψος του χείλους. Προέρχεται από την ταφή 5793, στην οποία συνυπήρ- χαν δύο ακόμη μελαμβαφή μικρά κάναστρα, ένα μόνωτο1497 (Πίν. 55κ) και ένα άωτο1498 και ανάγεται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Σ’ αυτήν την ομάδα ανήκουν δύο ακόμη μικρά κάναστρα με εξωστρεφές χείλος, τα οποία δι- αφοροποιούνται έντονα από τα υπόλοιπα, καθώς έχουν ψηλή, δακτυλιόσχημη βάση σε σχήμα σπείρας. Αυτά είναι το 336 (Σχ. 24α) και 337 (Σχ. 24β). Και τα δύο έχουν εξωστρεφές χείλος με επικλινή την άνω επιφάνεια, το 336 πολύ πιο έντονα, σώμα που σχηματίζει τροπίδωση και ψηλή δακτυλιόσχημη βάση. Η οριζόντια λαβή είναι κυκλικής διατομής, πιθανότατα πεταλόσχημη. Το 337 προέρχεται από την ταφή 7501 στην οποία υπήρχαν και τρεις αρυτήρες1499 (Πίν. 43α,β) με τους οποίους ασχολούμαστε στο αντίστοιχο κεφάλαιο1500. Το 336 προέρχεται από την ταφή 2099, όπου βρέθηκαν οι αρυτήρες 220 και 221 (Σχ. 14δ,ε), ο ασκός 293 (Πίν. 51α, Σχ. 20ε), ένα ειδώ- λιο σατύρου και μία σιδερένια στλεγγίδα. Το σχήμα συναντάται διακοσμημένο με τη μελαμβαφή τεχνική στην αθηναϊκή Αγορά γύρω στα 350-325 π.Χ.1501. ΙΙ. Με εσωστρεφές χείλος Τα μικρά κάναστρα αυτού του τύπου έχουν απλό χείλος, ελάχιστα εσωστρεφές, αβαθές, ημι- σφαιρικό σώμα, χαμηλή βάση και ταινιωτή λαβή. Τα 338 (Πίν. 55λ, Σχ. 24γ), 3391502 (Πίν. 55μ-ν) και 3401503 είναι σχεδόν πανομοιότυπα. Είναι και τα τρία μικρών διαστάσεων αβαθή και με χαμηλή, δισκόμορφη βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας είναι επίπεδη. Συνευρήματα που να βοηθούν στη χρονολόγηση του συγκεκριμένου τύπου διαθέτει μόνο το 338 της ταφής 2252. Το νεκρό συνόδευε ακόμη ένα μικρό μελαμβαφές κάνα- στρο1504. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. 1489 Αριθ. 255 και 256, βλ. σ. 114. 1490 Αριθ. 289 βλ. σ. 122. 1491 Αριθ. 156 βλ. σ. 98. 1492 Αριθ. Ι.75.78, 164, 244, 262, 416, 165, 192, 198 ΑΜΘ. 1493 Αριθ. Ι.75.498 ΑΜΘ. 1494 Αριθ. Ι.75.262 ΑΜΘ. 1495 Αριθ. Ι.75.531 ΑΜΘ. 1496 Agora XII, σ. 122 αρ. 714 πίν. 29. 1497 Αριθ. Ι.135.2 ΑΜΘ. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 126 αρ. 762 πίν. 31. 1498 Αριθ. Ι.135.10 ΑΜΘ. 1499 231-232, 242 (Ι.115.524-526). 1500 Βλ. σ. 112. 1501 Agora XII, σ. 126 αρ. 762 πίν. 31. 1502 Προέρχεται από την επίχωση. 1503 Είναι το μοναδικό κτέρισμα της ταφής 3810. 1504 Αριθ. Ι.52.137 ΑΜΘ. Στο ημερολόγιο αναφέρεται ότι εδώ είχε βρεθεί και ένα θήλαστρο το οποίο δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπιστεί. Για αντίστοιχο παράδειγμα με το μικρό κάναστρο, βλ. Agora XII, σ. 126 αρ. 761 πίν. 31. 136 Τα δύο επόμενα, 341 (Σχ. 24δ)1505 και 342 (Σχ. 24ε)1506, διαφοροποιούνται από τα προηγού- μενα στη μορφή της βάσης. Έχουν και αυτά χαμηλή, δισκόμορφη βάση που όμως η κάτω επιφά- νειά της είναι ελαφρώς κοίλη. Παρά την έλλειψη βοηθητικών στοιχείων θεωρούνται σύγχρονα με τα προηγούμενα. ΙΙΙ. Με απλή, επίπεδη βάση Τα κάναστρα που εντάσσονται σ’ αυτήν την ομάδα δεν παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Έτσι θα ασχοληθούμε με το κάθε ένα μεμονωμένα. Το 343 (Σχ. 24ζ) από την ταφή 2215 έχει εξωστρεφές χείλος τριγωνικής διατομής. Μία άποδη ιωνική κύλικα1507 με εδαφόχρωμη ταινία στη ζώνη των λαβών το ανάγει στις αρχές του 6ου αι.1508 Το 344 (Σχ. 24η) της ταφής 22621509 έχει εσωστρεφές χείλος, βαθύ σώμα που στενεύει προς τη βάση και στο κάτω άκρο κατεβαίνει κάθετα σχηματίζοντας την απλή, επίπεδη βάση. Η οριζό- ντια λαβή είναι ταινιωτή τριγωνικού σχήματος. Το σχήμα είναι συγγενικό με εκείνο του 343(Σχ. 24η). Παρόμοια παραδείγματα προέρχονται από την τοπική κεραμική της Ταύχειρας1510. Ο τύπος κατάγεται μάλλον από την Ανατολική Ελλάδα και τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Αντίστοιχο υστεροαρχαϊκό παράδειγμα που φέρει και γραπτή κυματοειδή ταινία στο χείλος έχει βρεθεί και στη Δύση1511. Από τη Λάρισα της Αιολίας προέρχονται παραδείγματα του 5ου αι. π.Χ. με δύο λαβές1512. Το 3451513 (Πίν. 56α, Σχ. 24στ) έχει απλό, αδιαμόρφωτο χείλος με επίπεδη άνω επιφάνεια, σώμα ημισφαιρικό και απλή βάση που η κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη. Η οριζόντια λαβή είναι ελλειψοειδούς διατομής, τριγωνικού σχήματος. Ένα παρόμοιο κάναστρο επίσης από την Άκανθο, αλλά με το χείλος εξωστρεφές χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι.1514 Παρόμοια αγγεία συναντούμαι στην Ταύχειρα1515. Ο ίδιος τύπος συναντάται και στην Αθήνα, μόνο που εκεί διαμορφώνεται και μία χαμηλή βάση1516, όπως και στην Κόρινθο1517. Το 346 (Πίν. 56β) έχει επίσης απλό χείλος, ημισφαιρικό σώμα και απλή βάση, η κάτω επιφά- νεια της οποίας είναι κοίλη. Στο άνω τμήμα του σώματος έχει προσαρμοστεί η οριζόντια λαβή ελλειψοειδούς διατομής. Προέρχεται από την ταφή 5460 στην οποία βρέθηκε ένα πλήθος άλλων κτερισμάτων: ειδώλιο ένθρονης γυναικείας μορφής, οστέινες ψήφοι, ασημένιο δακτυλίδι, χάλκι- νες εφηλίδες, χάλκινη βελόνα, ειδώλιο κάπρου, αστράγαλοι και ένα αργυρό ημιοβόλιο Ακάν- θου1518. Τόσο το αργυρό ημιοβόλιο, όσο και το ειδώλιο της ένθρονης μορφής αλλά και το ειδώλιο του κάπρου1519, σύνηθες κτέρισμα που σχετίζεται με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας1520, μας οδη- 1505 Προέρχεται από την ταφή 4521 στην οποία βρέθηκαν και μία χάλκινη κεφαλή περόνης και μία γυάλινη χάντρα. 1506 Προέρχεται από την ταφή 5897. 1507 Αριθ.Ι.52.21-22 ΑΜΘ. 1508 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Άκανθος Ι, σ. 227-228 αρ. 1002. 1509 Τ 2262. Δεν υπάρχουν συνευρήματα. 1510 Tocra II, σ. 67 αρ. 2292 πίν. 34. 1511 Juli 1979, σ. 438 πίν. 31.1. 1512 Larisa III, σ. 152 εικ. 63κ. 1513 Δυστυχώς προέρχεται από την ταφή 4998, όπου δεν υπήρχαν άλλα ευρήματα. 1514 Άκανθος Ι, σ. 257αρ. 768. 1515 Tocra II, σ. 67 αρ. 2292 πίν. 34. 1516 Agora XII, σ. 125 αρ. 743 πίν. 30. 1517 Corinth VII, ii, σ. 54 αρ. 247 πίν. 72. 1518 Αριθ. Ι.161.535-542 ΑΜΘ. 1519 Άκανθος Ι, σ. 44 αρ. 775. Kerameikos IX, σ.131 αρ. 181.8 πίν. 35.5. Μισαηλίδου, Σίνδος, σ. 38 αρ. 45, όπου και σχετική βιβλιογραφία. 1520 Άκανθος Ι, σ. 44. 137 γούν να εντάξουμε το 346 στο α’ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Παρόμοιο αγγείο, επίσης εγχώριας παραγωγής, αλλά πιο ρηχό δημοσιεύει και ο Καλτσάς1521 με του οποίου την άποψη ότι μιμείται ανατολικά πρότυπα θα συμφωνήσουμε1522. Τέλος το 347 (Πίν. 56γ) έχει εσωστρεφές χείλος, ημισφαιρικό σώμα, απλή βάση με κοίλη την κάτω επιφάνεια και οριζόντια λαβή, η οποία έχει προσαρμοστεί λίγο κάτω από το χείλος. Προέρχεται από την ταφή 3015, η οποία περιείχε και την χύτρα 209, όπως και τη λεκάνη 314. Με βάση τα υπόλοιπα ευρήματα της ταφής χρονολογούμε το κάναστρο αυτό στα ελληνιστικά χρόνια. Το σχήμα του κάναστρου με εσωστρεφές χείλος είναι εξαιρετικά σπάνιο. Το συναντούμε στην τοπική κεραμική της Ταύχειρας1523. Θ19. Φιαλίδια με βάση Υπάρχει ένα πλήθος άωτων αβαφών φιαλιδίων τα οποία βέβαια μπορούμε να τα διακρίνουμε σε δύο βασικές υποκατηγορίες: α. Με εσωστρεφές χείλος που είναι και η πολυπληθέστερη και β. Με εξωστρεφές χείλος. Ι. Μεγάλα φιαλίδια με βάση και εσωστρεφές χείλος Το φιαλίδιο με εσωστρεφές χείλος άρχισε να παράγεται με τη μελαμβαφή τεχνική στην Αθήνα στον 4ο αι. π.Χ. Οι Sparkes και Talcott θεωρούν ότι η καταγωγή του ίσως προέρχεται από αγγεία του 5ου αι1524. Το σχήμα γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα σ’ όλον τον 4ο αι. και κατασκευά- σθηκε από πολλά εργαστήρια, όπως π.χ. το κορινθιακό1525. Στη Μακεδονία υπήρχαν πολλές απομιμήσεις του σχήματος τόσο μελαμβαφείς όσο και αβαφείς. Ήδη στον πρώτο τόμο της δημο- σίευσης του νεκροταφείου της Ακάνθου παρουσιάζεται ένας μεγάλος αριθμός φιαλιδίων που άλ- λοτε φέρουν μελανό γάνωμα άλλοτε ερυθρό και άλλα είναι αβαφή1526. Όπως θα διαπιστώσουμε από την παρουσίαση των ευρημάτων της Ακάνθου, το σχήμα παρουσιάζει πολλές παραλλαγές και δεν μπορούμε να διαγράψουμε μία σταθερή εξελικτική πορεία μέσα στο χρόνο. Τα δύο αβαφή, σχεδόν όμοια, φιαλίδια, 348 (Πίν. 56δ, Σχ. 25α) και 349 (Πίν. 56ε, Σχ. 25β) προέρχονται από την ίδια ταφή, την 3514 και μάλιστα αποτελούν τα μοναδικά κτερίσματά της. Έχουν εσωστρεφές χείλος μεγάλης διαμέτρου, ενώ τα τοιχώματα του σώματος στενεύουν σταδι- ακά προς τη ψηλή δακτυλιόσχημη βάση, που έχει στενή επιφάνεια έδρασης. Ελλείψει συνευρη- μάτων αναγκαζόμαστε να τα χρονολογήσουμε, συγκριτικά με τα αντίστοιχα αττικά, στο τελευ- ταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.1527. Σχεδόν σύγχρονο με τα προηγούμενα είναι το 350 ( Πίν. 56στ, Σχ. 25γ) της ταφής 5826, η οποία περιείχε και ένα μελαμβαφές bolsal ˙ η επιφάνεια έδρασης του τελευταίου είναι στρογγυ- λοποιημένη και η κάτω επιφάνεια της βάσης κοσμείται με δύο κύκλους και στιγμή και χρονολο- γείται γύρω στα 420 π.Χ.1528. Το φιαλίδιο έχει απλό χείλος η άνω επιφάνεια του οποίου είναι πεπλατυσμένη και ημισφαιρικό σώμα. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη. Η κάτω επιφάνειά της είναι κοίλη και στο κέντρο σχηματίζει μαστοειδή απόφυση. Η στεφάνη του χείλους και το μεγαλύτερο μέρος στο εσωτερικό του αγγείου φέρουν μελανό χρώμα. 1521 Άκανθος Ι, σ. 257 αρ. 1522 σχ. 24. 1522 Άκανθος Ι, σ. 257 σημ. 897. 1523 Tocra II, σ. 92 αρ.2407-2411 εικ. 43. Παρατηρείται ότι το προφίλ του 2411, που είναι κοντύτερα στο παράδειγμα της Ακάνθου, μοιάζει το αντίστοιχο των ελληνιστικών σκυφιδίων με εσωστρεφές χείλος. 1524 Agora XII, σ. 131-132 αρ. 825- 842 πίν. 33. 1525 Corinth VII, iii, σ. 29-33. 1526 Άκανθος Ι, σ. 265 σχ. 35. 1527 Agora XII, σ. 134 αρ. 872 πίν. 33. 1528 Αριθ. Ι.135.83 ΑΜΘ. Για ανάλογο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 107 αρ. 540 πίν. 24. 138 Αρκετά αργότερα χρονολογούνται δύο φιαλίδια, τα 351 και 352, τα οποία έχουν εσωστρεφές χείλος, το άνω τμήμα του σώματος έχει μεγαλύτερο πάχος με αποτέλεσμα να είναι έντονα κυρτό και να στενεύει βαθμιαία προς τη βάση. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη, ελαφρά διευρυνόμενη και στο κέντρο του πυθμένα έχει μεγαλύτερο πάχος. Το 351 προέρχεται από την ταφή 2683 η οποία περιείχε και άλλα φιαλίδια1529 (Πίν. 56ζ,η), χάλκινα ελάσματα1530, ένα χάλκινο κρίκο1531 και μία αποσπασματική σιδερένια στλεγγίδα. Το 352 ανήκει στην ταφή 7479 από την οποία προέρχονται δύο ειδώλια καθιστών μορφών, ένα ειδώλιο Ερμαφρόδιτου και ένα αρυβαλλοειδές ληκύθιο με δικτυωτή διακόσμηση1532 (Πίν. 56θ) που βοηθά να χρονολογηθεί η ταφή στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1533. Μοναδικό είναι το σχήμα του ερυθροβαφούς φιαλιδίου με βάση 353 (Πίν. 56ι, Σχ. 25δ) της ταφής 4591. Είναι αρκετά βαθύ. Έχει σώμα ημισφαιρικό και χείλος εσωστρεφές που σχηματίζει γωνία με αυτό. Η βάση είναι ψηλή, δακτυλιόσχημη και διευρύνεται ελαφρά προς τα κάτω. Πα- ρουσιάζει πολύ μεγάλη ομοιότητα με ένα παράδειγμα από την αθηναϊκή Αγορά που χρονολογεί- ται γύρω στα 350 π.Χ.1534. Εξ’ άλλου από την ίδια ταφή προέρχεται η όλπη 401535 (Πίν. 7γ, Σχ. 4η), ένα μυροδοχείο1536 και δύο μικρά μελαμβαφή φιαλίδια1537 (Πίν. 7δ) με εσωστρεφές χείλος που φέρουν χαρακτή αυλάκωση στην επιφάνεια έδρασης και κωνική απόφυση στο κέντρο της. Χρονολογούνται, με βάση παραδείγματα της αθηναϊκής Αγοράς, στα 350-325 π.Χ.1538. Στην ίδια εποχή εντάσσεται και το μοναδικό παράδειγμα από τα μεγάλα φιαλίδια που έχει συμπαγή βάση, το 354 (Πίν. 56κ, Σχ. 25ε) της ταφής 4542. Έχει λεπτό εσωστρεφές χείλος, ημι- σφαιρικό σώμα που στο κάτω άκρο κατεβαίνει κάθετα και σχηματίζει την απλή, επίπεδη βάση. Τα συνευρήματά του, δύο χάλκινα νομίσματα Ουρανουπόλεως της ταφής, ένας αρυτήρας1539, ένα αργυρό νόμισμα1540, ένας κάνθαρος και ένα μικρό μελαμβαφές φιαλίδιο1541 (Πίν. 56λ) με χαρακτή αυλάκωση στην επιφάνεια έδρασης και μαστοειδή απόφυση στο μέσο, το χρονολογούν στα 350- 325 π.Χ. Λίγο αργότερα,προς τα τέλη του αιώνα, μπορούν να χρονολογηθούν δύο φιαλίδια με το ίδιο σχήμα, τα 355 (Πίν. 56μ, Σχ. 25στ) και 356 (Πίν. 56ν, Σχ. 25ζ). Έχουν χείλος απλό που στρέφε- ται ελάχιστα προς τα μέσα, σώμα ημισφαιρικό και βάση δακτυλιόσχημη, της οποίας το άνω τμήμα είναι διευρυνόμενο και το κάτω σχηματίζει μικρή σπείρα. Είναι και τα δύο αβαφή. Τα δύο μυροδοχεία1542 της ταφής, το ένα αβαφές με ταινιωτή διακόσμηση και το δεύτερο μελαμβαφές με διακόσμηση «Δυτικής Κλιτύος», και ο μελαμβαφής κάνθαρος (Πίν. 56ξ,ο) με εξωστρεφές χείλος, ψηλό λαιμό και συμπαγείς λαβές με ωτία1543 τα χρονολογούν στα 320-310 π.Χ. 1529 Αριθ. Ι.29.175-178 ΑΜΘ. 1530 Αριθ. Ι.29.419 ΑΜΘ 1531 Αριθ. Ι.29.530α ΑΜΘ 1532 Αριθ. Ι.115.363 ΑΜΘ 1533 Olynthus XIII, αρ. 172 κ.ε. 1534 Agora XII, σ. 132 αρ. 829 πίν. 33. 1535 Ι.164.62 ΑΜΘ. 1536 Ι.164.113 ΑΜΘ. 1537 Αριθ. Ι.164.57 και Ι.164.224 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XXIX, σ. 347 αρ. 1075 πίν. 79. Χρονολογείται γύρω στα 325 π.Χ. 1538 Agora XII, σ. 137 αρ. 949 πίν. 34. 1539 Αριθ. Ι.164.34 ΑΜΘ. 1540 Αριθ. Ι.164.278 ΑΜΘ. 1541 Αριθ. Ι.164.36 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 137 αρ. 949 πίν. 34. 1542 Αριθ. Ι.29.216-217 ΑΜΘ. Άκανθος Ι, αρ. 722. 1543 Αριθ. Ι.29.215 ΑΜΘ. Παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ.122 αρ. 714 πίν. 29. 139 ΙΙ. «Αλατιέρες» Με τον όρο αυτό έχει επικρατήσει στην έρευνα να αναφερόμαστε σε μικρά, αβαθή φιαλίδια, τα οποία πιθανότατα χρησίμευαν για τα διάφορα καρυκεύματα και διακρίνονται εύκολα από τα φιαλίδια που προορίζονταν για πόση υγρών, καθώς είναι μικρότερου μεγέθους και τα τοιχώματά τους έχουν μεγάλο πάχος1544. Υπάρχουν διάφοροι τύποι και για το λόγο αυτό διακρίνονται σε υποκατηγορίες. ΙΙ1. Με απλό χείλος Εδώ ανήκουν τέσσερα παραδείγματα τα οποία παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Το 357 (Πίν. 56π, Σχ. 25η) έχει απλό, αδιαμόρφωτο χείλος και σχεδόν «κάθετα» τοιχώματα που στενεύουν ελάχιστα προς την απλή, επίπεδη βάση, η οποία έχει λίγο μικρότερη διάμετρο από το χείλος. Φέρει θαμπό καστανό γάνωμα. Προέρχεται από την ταφή 3636, η οποία περιείχε και τον ντόπιο άβαφο αμφορίσκο 172 και το θήλαστρο 304 επίσης της τοπικής παραγωγής1545. Το σκυφίδιο έχει αττικά πρότυπα και χρονολογείται πιθανότατα στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.1546. Απλό χείλος έχει και το 358 (Σχ. 26α), το οποίο όμως διαφοροποιείται σημαντικά από τα προηγούμενο ως προς τη διαμόρφωση της βάσης. Τα τοιχώματά του κατεβαίνουν κάθετα, διευ- ρύνονται ελάχιστα προς τα κάτω. Εξωτερικά η βάση είναι απλή, επίπεδη. Εσωτερικά όμως είναι δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Φέρει ερυθρό θαμπό «γάνωμα». Δυστυχώς προέρχεται από ταφή η οποία δεν περιείχε άλλα κτερίσματα. Μιμείται αττικά παραδείγματα με τη βοήθεια των οποίων το χρονολογούμε στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.1547. Το σχήμα αυτό κατασκευάζεται γύρω στα 500-480 π.Χ. Κανένα αττικό, από τα γνωστά τουλάχιστο, παρα- δείγματα δεν χρονολογείται μετά το 480 π.Χ. Παρά τη σύντομη διάρκεια κατασκευής του, δημι- ουργούνται διάφορες παραλλαγές. Τα τοιχώματα του σώματος άλλοτε κατεβαίνουν «κάθετα» και άλλοτε είναι καμπύλα. Διαφορετική είναι και η μορφή της βάσης που συνήθως στην κάτω επιφά- νειά της φέρει διακόσμηση1548. Το σχήμα επανέρχεται στον ύστερο 5ο αι. με κοίλα τοιχώματα. Στον ίδιο τύπο ανήκουν και οι 359 (Πίν. 56ρ, Σχ. 25θ) και 360 (Σχ. 25ι), που έχουν μικρό- τερο ύψος, μεγαλύτερο εύρος και πιο καμπύλα τοιχώματα. Και αυτά έχουν τα πρότυπα τους στα αττικά παραδείγματα. Ωστόσο εσωτερικά στο κέντρο του πυθμένα τους σχηματίζεται κωνική απόφυση που δεν τη συναντούμε στα αττικά. Και τα δύο φέρουν θαμπό «γάνωμα». Προέρχονται από ταφές στις οποίες δεν υπήρχαν άλλα κτερίσματα1549. Τα αντίστοιχα αττικά παραδείγματα χρονολογούνται στα 430-400 π.Χ.1550. Δύο όμοια παραδείγματα συμπεριλαμβάνονται στον πρώτο τόμο δημοσίευσης της Ακάνθου1551. Θεωρούμε ότι ο Καλτσάς λανθασμένα τα χρονολογεί στα μέσα του 5ου αι., ιδιαίτερα από τη στιγμή που το ένα έχει βρεθεί με χάλκινα νομίσματα Ακαν- θίων1552. 1544 Agora XII, σ. 137 αρ. 939-949 σχ. 9. 1545 Βλ. σ. 102 και 128. 1546 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 136 αρ. 909 πίν. 34. Kerameikos IX, σ. 120 αρ.128.7 πίν. 32. 1547 Agora XII, σ. 135 αρ. 890-891 πίν. 34. 1548 Agora XII, σ. 135-136. 1549 Το αριθ. Ι.136.108 ΑΜΘ, προέρχεται από την ταφή 3060 και το αριθ. Ι.161.163 από την 5231. 1550 Agora XII, σ. 136 αρ. 913- 914 πίν.34. Corbett 1949, σ. 330 αρ. 69. 1551 Άκανθος Ι, σ. 265-6 αρ. 760 και 1283. 1552 Άκανθος Ι, σ. 36-37. 140 ΙΙ2. Με εσωστρεφές χείλος Υπάρχουν τέσσερα φιαλίδια μικρού μεγέθους με εσωστρεφές χείλος γεγονός που μας οδηγεί να τα κατατάξουμε στις αλατιέρες. Οι τρεις έχουν πολλά κοινά στοιχεία, ενώ η τέταρτη διαφορο- ποιείται έντονα από τις υπόλοιπες. Πρωιμότερη είναι η 361 (Σχ. 26β) που έχει ιδιαίτερα χονδρά τοιχώματα, χείλος ελαφρά εσω- στρεφές και βάση διευρυνόμενη με επίπεδη την κάτω επιφάνεια. Δεν υπάρχουν συνευρήματα που να βοηθούν στη χρονολόγησή της. Ένα αγγείο όμως από την αθηναϊκή Αγορά που παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία, χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.1553. Οι άλλες «αλατιέρες» αυτού του τύπου έχουν εσωστρεφές χείλος, αβαθές σώμα και συμπαγή, ελαφρά διευρυνόμενη βάση. Δύο, οι 362 ( Πίν. 57α, Σχ. 26γ) και 363 (Σχ. 26δ) προέρχονται από την ταφή 7394 στην οποία υπήρχε και ένα μελαμβαφές δίωτο κύπελλο1554 που τα χρονολογεί στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.1555. Αν και είναι σύγχρονες, οι δύο «αλατιέρες» παρουσιάζουν αρκετές διαφορές, γεγονός που αποδεικνύει ότι το σχήμα δεν έχει σαφή εξελικτική πορεία. Η 362 έχει εσωστρεφές χείλος που σχηματίζει γωνία με το σώμα το οποίο διευρύνεται διαγωνίως προς τα πάνω. Το δεύτερο έχει συνεχές καμπύλο προφίλ και η κάτω επιφάνεια της βάσης δεν είναι επίπεδη αλλά ελαφρώς κοίλη. Η 364 (Πίν. 57β, Σχ. 26ε) διαφέρει από τα υπόλοιπα. Έχει απλό χείλος που στρέφεται ελάχι- στα προς τα μέσα και χαμηλή δισκόμορφη βάση. Τα τοιχώματα του σώματος διευρύνονται σχε- δόν διαγωνίως προς τα πάνω. Εσωτερικά φέρει ερυθρό χρώμα. Δυστυχώς μαζί με ένα όστρεο, κυδώνι, αποτελεί το μοναδικό κτέρισμα της ταφής 2571. Ένα παρόμοιο παράδειγμα, επίσης από την Άκανθο, δημοσιεύεται από τον Καλτσά και χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.1556. Παρατηρούμε ότι κανένα από τα αγγεία που εξετάσαμε δεν έχει δακτυλιόσχημη βάση. Το σχήμα των αγγείων κατάγεται από την αττική κεραμική, όπου αλατιέρες με συμπαγή βάση κατα- σκευάζονται κυρίως στον 5ο αι.1557 Αντίθετα οι αλατιέρες με δακτυλιόσχημη βάση επικρατούν στον 4ο αι. και κυρίως στο δεύτερο και τρίτο τέταρτο. Το σχήμα παράγεται από όλα τα κεραμικά εργαστήρια της εποχής, όπως π.χ. από το κορινθιακό1558. ΙΙΙ. Με αυλακωτό χείλος Εδώ εντάσσονται μόλις δύο παραδείγματα, τα οποία είναι αβαφή κατασκευασμένα πρόχειρα από χονδρόκοκκο πηλό με αρκετές προσμίξεις και μίκα: 365 (Σχ. 26στ) και 366 (Πίν. 57γ, Σχ. 26ζ). Παρ’ όλο που είναι μικρά σε μέγεθος θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως πινάκια. Το 365 (Σχ. 26στ) έχει ελαφρώς εξέχων χείλος η άνω επιφάνεια του οποίου είναι πλατιά και διατρέχεται από δύο αυλακώσεις. Τα τοιχώματα του σώματος έχουν μεγάλο πάχος, είναι κα- μπύλα, και η βάση συμπαγής με κάθετο το εξωτερικό μέτωπο. Προέρχεται από την ταφή 2097, στην οποία υπήρχαν μία γυάλινη ψήφος, δύο ειδώλια1559 και ένας μελαμβαφής κάνθαρος με εξω- στρεφές χείλος και συμπαγείς λαβές με ωτία1560 (Πίν. 57δ), ο οποίος με βάση άλλα αττικά παραδείγματα ανάγει την ταφή στο δεύτερο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.1561. Το αγγείο, αν και μικρό στο μέγεθος, είναι όμοιο με τα πινάκια με αυλακωτό χείλος. Αβαφή πινάκια αυτού του τύπου 1553 Agora XII, σ. 138 αρ. 955 σχ. 9. 1554 Αριθ. Ι.115.468 ΑΜΘ 1555 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Agora XII, σ. 75 αρ. 226 πίν. 11. 1556 Άκανθος Ι, σ. 265 αρ. 1532 σχ. 35. 1557 Αgora XII, σ. 137 αρ. 939-941. 1558 Corinth VII, iii, σ. 32-33. 1559 Αριθ. Ι.75.414 και 264 ΑΜΘ. 1560 Αριθ. Ι.75.44 ΑΜΘ 2 1561 Agora XII, σ. 122 αρ. 706 πίν. 29. 141 αρχίζουν να κατασκευάζονται γύρω στα 375 π.Χ.1562. Πρόδρομός τους θεωρούνται τα μελαμ- βαφή πινάκια με αυλακωτό χείλος, η κατασκευή των οποίων άρχισε γύρω στα 430 π.Χ.1563. Αυτά είχαν χαμηλό και επίπεδο σώμα, το οποίο κάτω από το χείλος είναι κυρτό και εδράζεται πάνω σε χαμηλή δακτυλιόσχημη βάση μεγάλης διαμέτρου. Από το τέλος του 5ου αι. τα τοιχώματα του αγγείου γίνονται πιο χονδρά και σχηματίζουν ενιαία καμπύλη από το χείλος ως τη βάση. Πολλά από τα αγγεία αυτού του σχήματος έχουν βρεθεί σε ταφικές πυρές1564. Στα τέλη του τετάρτου αιώνα πολλά φέρουν γάνωμα μόνο στο εσωτερικό, αλλά υπάρχουν και αβαφή1565. Υπάρχουν ωστόσο και πιο πολυτελή παραδείγματα που φέρουν διακόσμηση «δυτικής κλιτύος»1566. Πολλές φορές το σχήμα αναφέρεται ως το μικρό πινάκιο των ελληνιστικών χρόνων. Όσον αφορά στο μακεδονικό χώρο, δεν συναντάται μόνο στην Άκανθο. Υπάρχουν αρκετά γνωστά παραδείγματα και από τη Σίνδο1567. Ένα μάλιστα διατηρείται κατά το ήμισυ και παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το παράδειγμα της Ακάνθου. Η μόνη διαφορά είναι ότι το 365 έχει δισκόμορφη βάση αντί για δακτυλιόσχημη. Όλα τα γνωστά αττικά παραδείγματα του 4ου αι. έχουν δακτυλιόσχημη βάση και όχι δισκό- μορφη. Στην έρευνα θεωρείτο ότι η δισκόμορφη βάση εμφανίζεται αργότερα, μετά τον 4ο αι., όταν το χείλος στρέφεται προς τα κάτω και διατρέχεται από δύο αυλακώσεις1568. Το 366 όμως από την Άκανθο, (Πίν. 57γ, Σχ. 26ζ) αποδεικνύει ότι η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Τα υπόλοιπα κτερίσματα του νεκρού το χρονολογούν με ασφάλεια στον 4ο αι.1569 Μάλιστα το αλάβαστρο το κατατάσσει στον όψιμο τέταρτο αιώνα1570. Θ20. Επίνητρο Μοναδικό για την Άκανθο και σπάνιο εύρημα όχι μόνο για το μακεδονικό χώρο είναι το επί- νητρο1571 που εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου. Ένα σκεύος, για την κατεργασία του μαλλιού στο γόνατο, δηλαδή για μία από τις γυναικείες ασχολίες που λάβαιναν χώρα στο γυναικωνίτη. Ελάχιστα παραδείγματα είναι γνωστά. Το παράδειγμα της Ακάνθου δεν φέρει εικονογραφικό διάκοσμο. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει υπόλευκο επίχρισμα και μόνο το πίσω άκρο, όπου δια- μορφώνεται ένας πλαστικός δακτύλιος φέρει κοκκινόμαυρο χρώμα. Παρόμοιο επίνητρο, του 5ου αι. π.Χ., αλλά με γραπτή φυτική διακόσμηση με άνθη λωτών προέρχεται από τη Ρόδο1572. Ένα ακόμη εκτίθεται στο Μουσείο Κομοτηνής. 1562 Agora XII, σ. 146 αρ. 1031-1034 πίν. 36. 1563 Agora XII, σ. 146 αρ. 1020-1030 πίν. 36 . Corbett 1949, σ. 324-326. Young 1951, σ. 219. Olynthus XIII, σ. 367 αρ. 846 πίν. 225. 1564 Agora XII, σ. 146 αρ. 1572-1574 πίν. 69 . Miller 1974, σ. 206. Τα αγγεία που προέρχονται από ταφικές πυρές, παρουσιάζουν μεγάλη προχειρότητα στη κατασκευή τους. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην άποψη των Sparkes και Talcott ότι δεν είχαν οικιακή χρήση αλλά ότι ήταν φθηνές κατασκευές προοριζόμενες για τέτοιες διαδικασίες. 1565 Jones - Graham - Sackett 1962, 1962, σ. 35, 59 αρ. 23-25. Για παραδείγματα από τη Θάσο, βλ. Blondé 1985, σ. 294 αρ. 60, 66-68 εικ. 8. 1566 Ό.π. αρ. 38 εικ. 6. 1567 Παντή 1999, σ. 106 κ.ε. σχ.17. 1568 Thompson 1934, σ. 395 E27-32. Gauer 1975, σ. 164 πίν. 19. 1569 Προέρχεται από την ταφή 2096 στην οποία ανήκουν και ένας αρυτήρας με τον οποίο ασχοληθήκαμε στο αντίστοιχο κεφάλαιο, ένα μελαμβαφές σκυφίδιο, ένα αλάβαστρο «φοινικικού» τύπου και ένα χάλκινο νόμισμα. 1570 Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Weinberg 1992, σ. 89 αρ. 26. 1571 Robinson 1945, σ. 480-490. Mercati 2003. Batinou 2003. Benbow 1975, σ. 291-292. 1572 Κωνσταντινόπουλος 1986, σ. 100 εικ. 92. 142 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατά την Πρώιμη Εποχή Σιδήρου, όπως απέδειξαν οι πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στην Άκανθο1573, οι συνηθείες και τα έθιμα των κατοίκων της περιοχής δεν διαφοροποιούνται από τον υπόλοιπο μακεδονικό χώρο. Γύρω στα 625 π.Χ. σηματοδοτείται μία πολύ εμφανής αλλαγή. Η κεραμική της Εποχής Σιδήρου εξαφανίζεται, αν και σε άλλες περιοχές του ίδιου χώρου, π.χ. Κα- ραμπουρνάκι, επιβιώνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, και εμφανίζεται μία νέα τάση των κατοίκων. Είναι φανερή πλέον η προτίμηση για σχήματα και διακόσμηση των αγγείων από τον ανατολικοϊωνικό και νησιωτικό κόσμο. Επείσακτα αγγεία από τον αντίστοιχο χώρο κατακλύζουν την αγορά της αρχαίας Ακάνθου, όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα του νεκροταφείου1574. Η μελέτη της τοπικής κεραμικής του 7ου και 6ου αι. π.Χ. καταμαρτυρεί τις στενές σχέσεις της Ακάνθου την εποχή αυτή με τη Σάμο1575. Κεραμική με επιδράσεις από την Ανατολική Ελλάδα Οι κάτοικοι της Ακάνθου δείχνουν ιδιαίτερα μεγάλη αγάπη στη γραπτή ταινιωτή διακόσμηση, η οποία επικρατεί την εποχή αυτή στην Ιωνία και στην Ανατολική Ελλάδα γενικότερα, επηρεα- σμένη ίσως από την κυπριακή κεραμική1576. Ιδιαίτερα συνηθισμένο σχήμα είναι ο αμφορίσκος με σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, ψηλό λαιμό σε σχήμα κλεψύδρας και εχινόμορφη βάση. Η παράγωγη τους διαρκεί όλο τον 6ο αι. και μάλλον τον ξεπερνά. Παρόμοιοι αμφορείς έχουν βρεθεί στη Θάσο, στις πόλεις της θασιακής περαίας, Οισύμη, Φάγρητα, Γάζωρο κ.α., αλλά και στη Δίκαια της Θράκης. Αντίθετα το σχήμα δεν είναι συνηθισμένο στους οικισμούς του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Την ίδια εποχή παράγονται και υδρίες και οινοχόες με ταινιωτή διακό- σμηση. Ιδιαίτερα αγαπητές όμως είναι οι όλπες με ταινιωτή διακόσμηση οι οποίες συναντούνται σε δύο τύπους: με βάση και χωρίς βάση. Το σχήμα παράγεται σ’ όλη τη διάρκεια του 6ου – αρχές 5ου αιώνα, όπως σε όλα τα εργαστήρια του ανατολικού χώρου, αλλά η παραγωγή του συνεχίζε- ται έως το τέλος του 4ου αι. (42 Πίν. 7στ, Σχ. 5β). Παρόμοια διακόσμηση, αν και δεν είναι συνη- θισμένη στον ανατολικοϊωνικό και νησιωτικό χώρο, φέρουν τα μόνωτα κύπελλα που παράγονται από τα τέλη του 7ου ως το τέλος του 6ου αι. π.Χ. Ταινιωτή διακόσμηση στο χείλος και στον πυθ- μένα του αγγείου φέρουν και τα κάναστρα, τα οποία παράγονται κυρίως στα τέλη του 7ου – αρ- χές 6ου αι. π.Χ. με σπάνιες εξαιρέσεις και στις αρχές του 5ου αι. (95 Πίν.12ε). Υπάρχουν δύο τύποι μόνωτων σκυφιδίων με βάση και χωρίς βάση. Τέλος ταινιωτή διακόσμηση φέρει και ένας σκύφος . Από τον ίδιο χώρο είναι εμπνευσμένη και η συνήθεια των κεραμέων της Ακάνθου γύρω στα 600- 525 π.Χ. να κοσμούν τα μικρά αγγεία τους, κάναστρα, όλπες και θήλαστρα με ημικυκλική κηλίδα χρώματος στο στόμιο απέναντι από τη λαβή. Φαίνεται όμως ότι όσον αφορά στα μικρά κλειστά αγγεία, όπως συνέβη και με την ταινιωτή διακόσμηση στις όλπες, η διακόσμηση ήταν πολύ αγαπητή και συνέχισε και στον 4ο αι. με μία όμως διαφορά. Τώρα τοποθετείτο στην πρό- σθια όψη του σώματος μία δισκόμορφη ακανόνιστη κηλίδα (48 Πίν. 8γ,δ, Σχ. 5ζ). 1573 Τρακοσοπούλου 2001, σ. 345-354. 1574 Άκανθος Ι, σ. 221-231. 1575 Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Σάμος και οι Ερυθρές ενήργησαν ως διαιτητές για την απόδοση της Ακάνθου στους Χαλκιδείς ή στους Ανδρίους. Οι εμπορικές σχέσεις της Σάμου με τη Χαλκιδική σε μία μεταγενέστερη εποχή και συγκεκριμένα στον 4ο προχριστιανικό αιώνα πιστοποιούνται από την ανεύρεση μίας επιγραφής στη Σάμο, όπου τιμάται ο Γύγης από την Τορώνη, ο οποίος σε μία δύσκολη εποχή για το νησί μετέφερε μία μεγάλη ποσότητα σιτηρών. Το όνομα Γύγης που έχει λυδική προέλευση ίσως υποδηλώ- νει στενές σχέσεις της περιοχής με την Ανατολή. Βλ. Papadopoulos 1996, σ. 163 όπου και η σχετική βιβλι- ογραφία για την επιγραφή. Ανιχνεύονται κάποιες ακόμη σχέσεις της Σάμου με το βόρειο Αιγαίο, π.χ. Σα- μοθράκη, περαία της Σαμοθράκης και Δίκαια, βλ. παραπάνω σ. 12. 1576 Καρδαρά 1963. Cook 1939, σ. 148-149. 143 Από την Ανατολική Ελλάδα προέρχεται ένα ακόμη διακοσμητικό μοτίβο, τα πεταλόσχημα μοτίβα συνδυαζόμενα με οριζόντιες ταινίες. Κοσμούν τον ώμο και το σώμα μικρών αγγείων, κυ- ρίως οινοχοΐσκων, αλλά και μεγάλες υδρίες. Το μοτίβο επιβιώνει σε τριφυλλόστομες οινοχόες και όλπες με σφαιρικό σώμα του πρώτου τέταρτου του 5ου αι. π.Χ. (33 Πίν. 6στ,ζ, Σχ. 4γ, 47 Πίν. 8β, Σχ. 5στ). Από το νησιωτικό χώρο και μάλιστα την Πάρο είναι επηρεασμένες κάποιες άποδες κύλικες του α’ μισού του 6ου αι. που φέρουν μελανό γάνωμα και μία εδαφόχρωμη ταινία στο ύψος της ζώνης των λαβών, η οποία ορισμένες φορές κοσμείται με μικρές στιγμές. Μάλιστα κάποιες από αυτές ίσως κατασκευάστηκαν από πλανόδιους Θάσιους τεχνίτες που ειδικεύονταν σ’ αυτό το σχήμα. Τόσο τα «θασίτικα» παραδείγματα όσο και των Ακανθίων τεχνιτών διαφοροποιούνται από τα παριανά στη διακόσμηση του κάτω μέρος του σώματός τους, το οποίο δεν φέρει γάνωμα, αλλά αφήνεται στο χρώμα του πηλού1577. Η επίδραση της Πάρου στα κεραμικά εργαστήρια της Ακάνθου επιβεβαιώνεται και από την κατασκευή μεγάλων σκύφων με υποπρωτογεωμετρική διακόσμηση (78 Πίν. 10ζ). Στον 6ο αι. οι Ακάνθιοι τεχνίτες δεν μιμούνται μόνο τη διακόσμηση των αγγείων του ανατο- λικοϊωνικού χώρου αλλά και διάφορα σχήματα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι αμφορίσκοι, στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω. Ιωνικό είναι και το σχήμα του μόνωτου κυπέλλου, όπου οι ντόπιοι κεραμείς επεμβαίνουν μόνο στον τρόπο της διακόσμησης. Συνηθισμένη είναι η ταινιωτή διακόσμηση εσωτερικά και εξωτερικά στο σώμα και οριζόντιες γραμμές ή σε χιαστί στη ράχη της λαβής. Στα νησιά και στον ανατολικό χώρο παρόμοια αγγεία καλύπτονται εξ ολοκλή- ρου με γάνωμα. Δάνειο από την Ιωνία αποτελεί και το σπάνιο σχήμα του «ψευδοκάνθαρου» που είναι συγγενικό με τα μόνωτα κύπελλα. Από τον ίδιο χώρο κατάγεται επίσης και το σχήμα της άποδης κύλικας και του σκύφου. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική Η λεγόμενη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική που αποτελεί ένα συνδυασμό της ντόπιας γεωμετρι- κής παράδοσης και της επίδρασης της Ιωνίας, της Αιολίας και γενικότερα της Ανατολικής Ελλά- δας και των νησιών στους κατοίκους της Χαλκιδικής χερσονήσου, απόλυτα δικαιολογημένη μετά την ίδρυση των αποικιών των νησιών στην περιοχή και τον πιθανό ερχομό μεταναστών από την Αιολική περιοχή, συναντάται και στην Άκανθο. Στα ευρήματα από το νεκροταφείο της Ακάνθου αντιπροσωπεύονται ελάχιστα σχήματα αγ- γείων της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Επικρατούν οι υδρίες με σαφή επιρροή από τις αντίστοι- χες σαμιώτικες1578. Υπάρχουν ακόμη διάφοροι τύποι κρατήρων, πιθαμφορείς, πυξίδες και λεκά- νες. Αν και η ποικιλία των σχημάτων είναι περιορισμένη είναι πολύ σημαντική γιατί μας προ- σφέρει σχήματα που δεν συναντούμε σε άλλες θέσεις της Χαλκιδικής. Μοναδικό είναι το παρά- δειγμα του κρατήρα (Πίν. 27α), αν και στην Τορώνη έχει βρεθεί ένα πρωιμότερο αγγείο του ίδιου σχήματος1579, και ο λέβητας 127 που ίσως είχε προχοή (Πίν. 26 ε&στ). Το δεύτερο γνωστό παρά- δειγμα του ίδιου σχήματος προέρχεται επίσης από την Άκανθο1580. Ενδιαφέρον είναι ότι στα λιγοστά παραδείγματα αυτής της κεραμικής από την Άκανθο μπο- ρούμε να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στα προϊόντα των πρώτων αποίκων ή νησιωτών πε- ριοδευόντων τεχνιτών, π.χ. πιθαμφορέας 107 (Πίν. 14) και των ντόπιων τεχνιτών1581. Όσον αφορά στα διακοσμητικά μοτίβα, στο μικρό σύνολο «χαλκιδικιώτικων» αγγείων από την Άκανθο αντιπροσωπεύονται όλες σχεδόν οι τάσεις της κεραμικής αυτής. Συναντούμε αγγεία με γεωμετρικά μοτίβα από την παλιότερη παράδοση του βορειοελλαδικού χώρου συνδυασμένα 1577 Βλ. παραπάνω σ. 47. 1578 Βλ. παραπάνω σ. 71κ.ε. 1579 Papadopoulos 1989, σ. 25 εικ. 18-19. 1580 Άκανθος Ι, σ. 256 αρ.711 πίν. 85α σχ. 23. 1581 Βλ. παραπάνω σ. 55. 144 με σιγμοειδείς γραμμές, δάνειο από τη γραπτή κεραμική του ανατολικοϊωνικού χώρου, 108 (Πίν. 15)1582, αγγεία με συνδυασμό κυματοειδούς ταινίας και σιγμοειδών γραμμών, ή ακόμη και πεταλόσχημων μοτίβων (Πίν. 19-25)1583. Τέλος υπάρχει και ένα παράδειγμα με έμβιες μορφές, ένα ζεύγος ελαφιών 109 (Πίν. 16)1584. Το θέμα και το σχήμα του αγγείου έχουν σαφείς επιρροές από την κυκλαδική τέχνη. Προς το παρόν από την Άκανθο απουσιάζει η εικονιστική απόδοση ανθρώπινων μορφών. Γνωστά παραδείγματα υπάρχουν μόνο από τα Πυργαδίκια (Πίν. 18στ&ζ)1585. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων Λιγοστές είναι και οι προσπάθειες μίμησης κορινθιακών αγγείων. Οι ντόπιοι κεραμείς αντι- γράφουν το σχήμα των κορινθιακών αγγείων και σπάνια τον τρόπο διακόσμησής τους. Συχνά οι κορινθιακές μιμήσεις μένουν άβαφες. Ενδιαφέρουσα όμως είναι η προσπάθεια να δώσουν την ίδια υφή στον πηλό με κατάλληλες συνθήκες όπτησης αν και είναι ίδιος με των αβαφών αγ- γείων1586 ή ακόμη και με τη χρήση λεπτού κιτρινωπού επιχρίσματος (143 Πίν. 28η). Εξαίρεση αποτελεί μία κοτύλη, η οποία έχει κατασκευαστεί από κοκκινωπό πηλό όμοιο με των αντίστοι- χων από το Καραμπουρνάκι και για το λόγο αυτό αποδίδεται σε κάποιο εργαστήριο του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου ή κάποιο κορινθιακό που είχε την έδρα του στην Ποτίδαια1587. Μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων Στην Άκανθο οι μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων είναι εξαιρετικά σπάνιες. Τα δυο αγγεία που αποτελούν μίμηση αττικών μελανόμορων αγγείων, μία κύλικας «τύπου Κρακοβίας» και ένας κιονωτός κρατήρας, αποδίδονται σε εργαστήρια του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου και όχι σε κάποιο τοπικό εργαστήρι της Ακάνθου1588. Το τρίτο αγγείο αποτελεί μίμηση του Ρυθμού Αιγά- γρων και αποδίδεται σε κάποιο περιοδεύον εργαστήριο1589. Τεφρόχρωμη – «Ασημίζουσα» Στο δεύτερο μισό του 7ου - πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ. συναντούμε στην Άκανθο και κά- ποια «επείσακτα» ντόπια αγγεία από άλλα εργαστήρια που λειτουργούσαν στο μυχό του Θερμαϊ- κού κόλπου και κατασκεύαζαν προϊόντα εντελώς διαφορετικά από εκείνα της Ακάνθου. Πρόκει- ται για λίγα παραδείγματα της λεγόμενης «ασημίζουσας» και τεφρόχρωμης κεραμικής. Η πρώτη εκπροσωπείται από έναν αμφορέα με λαβές στον ώμο (Πίν. 27στ) και ελάχιστα όστρακα από τον οικισμό. Η τεφρόχρωμη κεραμική εκπροσωπείται στο νεκροταφείο της Ακάνθου μόνο με ένα λέβητα, ένα μόνωτο κύπελλο, ένα πιθαράκι και μία όλπη. Η πολύτιμη συμβολή του μικρού συνόλου από την Άκανθο είναι ότι αποδεικνύει ότι τα εργαστήρια της τεφρόχρωμης κεραμικής λειτουργούν στο μακεδονικό χώρο έως και τον 4ο αι. π.Χ. αντιγράφοντας από την Αρχαϊκή εποχή και εξής τα σχήματα της αβαφούς κεραμικής άλλων εργαστηρίων χωρίς να μένουν πιστά στην παράδοση της Εποχής Σιδήρου. Μοναδικό είναι το παράδειγμα της οπισθότμητης οινοχόης (Πίν. 27γ) που έχει 1582 Βλ. παραπάνω σ. 57. 1583 Βλ. παραπάνω σ. 71κ.ε. 1584 Βλ. παραπάνω σ. 63κ.ε. 1585 Βλ. παραπάνω σ. 67κ.ε. 1586 Βλ. παραπάνω σ. 90κ.ε. 1587 Βλ. παραπάνω σ. 91. 1588 Βλ. παραπάνω σ. 88. 1589 Βλ. παραπάνω σ. 89. 145 τεφρό χρώμα και συνδυάζει τη διακόσμηση των σαμιακών αγγείων του 7ου αι. π.Χ.: χρυσίζον επίχρισμα και ταινιωτή διακόσμηση με ερυθροκάστανο χρώμα1590. Πριν αφήσουμε την Αρχαϊκή Περίοδο πρέπει να τονίσουμε ότι στην Άκανθο απουσιάζουν τα ντόπια εξάλειπτρα, τα οποία είναι σχετικά σύνηθες εύρημα στα νεκροταφεία των οικισμών του Θερμαϊκού κόλπου. Η απουσία τους φαίνεται φυσική και δικαιολογημένη αν αναλογιστούμε ότι η Άκανθος αποτελεί μία σπάνια περίπτωση πόλης στο νεκροταφείο της οποίας τα κορινθιακά εξάλειπτρα, τα οποία βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό στα νεκροταφεία όλου του τότε γνωστού κό- σμου σε Ανατολή και Δύση, αποτελούν εξαιρετικά σπάνιο εύρημα. Τα γνωστά εξάλειπτρα από την Άκανθο δεν πρέπει να είναι πάνω από δέκα σε σύνολο 11000 ταφών. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση Στα τέλη του 5ου και στον 4ο αι. π.Χ. μέσα στο πλήθος της άβαφης κεραμικής οι ντόπιοι κεραμείς πιστοί στην αγάπη τους για γραπτή διακόσμηση κατασκευάζουν κάποια μικκύλα αγγεία που φέρουν είτε ταινιωτή είτε πιο πολύπλοκη διακόσμηση. Υπάρχουν λίγοι μικκύλοι αρυτήρες με μελανό γάνωμα στο κάτω τμήμα του σώματος και γραπτή διακόσμηση με κουκκίδες ή λοξά γραμμίδια στο άνω, επηρεασμένοι από την Ομάδα των Κύκνων. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και μία πυξίδα με παρόμοια διακόσμηση και ένας μικκύλος κιονωτός κρατήρας. Επιπλέον μικρά μυροδοχεία και όλπες εξακολουθούν να φέρουν ταινιωτή διακόσμηση. Αβαφής κεραμική Το μεγαλύτερο σύνολο της ντόπιας παραγωγής αφορά στην άβαφη κεραμική. Η παραγωγή της άβαφης κεραμικής ξεκινά στον 6ο αι. αλλά γίνεται εντονότερη στον 5ο αι. και ακόμη πλου- σιότερη στον 4ο αι. π.Χ., εποχή που επιβεβαιώνεται και από την ανεύρεση κεραμικών κλιβάνων στο χώρο της αρχαίας Ακάνθου1591. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και κάποια σχήματα που φέρουν διακόσμηση, που όμως δεν θεωρείται δάνειο από τον ανατολικό χώρο. Στους αρχαϊκούς χρόνους κατασκευάζονται α) χύτρες με ψηλό σώμα και ταινιωτές λαβές που πιθανότατα προέρ- χονται από ανάλογου σχήματος αγγεία της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, αν και ο τύπος συνα- ντάται στη Χίο και στη Ρόδο. β) λεκάνες, ασκοί με χαμηλό σώμα, θήλαστρα με σώμα στον τύπο της οινοχόης, μικκύλοι πίθοι, μόνωτα κύπελλα που πλησιάζουν τον μεταγενέστερο τύπο του αρυ- τήρα, κάναστρα αλλά και ένα μοναδικό παράδειγμα που αποτελεί μίμηση από τον κορινθιακό κεραμικό, ένας απιόσχημος αρύβαλλος (138 Πίν. 28α) Το μέγεθος της παραγωγής των τοπικών εργαστηρίων όσον αφορά στην κάθε κατηγορία κε- ραμικής που αναφέρθηκε, φαίνεται στο διάγραμμα 1. 1590 Βλ. παραπάνω σ. 84. 1591 Βλ. παραπάνω σ. 18. 146 Αρχαϊκή τοπική κεραμική Ακάνθου 71,20% 70,00% 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 10,40% 13,60% 20,00% 3,20% 1,60% 10,00% 0,00% "Ιωνίζουσα" "Xαλκιδικιώτικη" Αβαφής Κορινθ.μιμήσεις Μιμήσεις μελανόμορφων Διάγραμμα 1 Στους κλασικούς χρόνους παρουσιάζεται μεγαλύτερη ποικιλία στα σχήματα. Κατασκευάζο- νται αμφορείς με ταινιωτό χείλος αλλά και μικροί αμφορίσκοι με μικρό ταινιωτό, κοίλο χείλος και απιόσχημο σώμα που αποτελούν πρωτοτυπία της Ακάνθου και της Ολύνθου. Ίσως είναι πρό- δομοι των «μακεδονικών» αμφορέων των ελληνιστικών χρόνων. Το μέγεθός τους μας οδηγεί στη σκέψη ότι ήταν ελαιοδόχα αγγεία. Η κατασκευή τους διαρκεί από το α’ τέταρτο του 5ου έως το τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Τριφυλλόστομες οινοχόες διαφόρων τύπων, με απλό ή βαθμιδωτό λαιμό ή με γάνωμα στο άνω τμήμα παράγονται από τα 425 π.Χ. έως τα 325 π.Χ. Ένας τύπος όλ- πης που φέρει γάνωμα στα 2\3 του αγγείου εμφανίζεται στον πρώιμο 5ο αι. και στο α’ μισό του 4ου αι. Είναι άγνωστο αν κατασκευάζονταν και στο μεσοδιάστημα. Χύτρες, μικρότερες από τις αρχαϊκές με δύο λαβές και σφαιρικό σώμα ή μία λαβή και πώμα, κατασκευάζονται σ’ όλη τη διάρκεια του 4ου αι. Ιδιόμορφος είναι ο τύπος ενός μικρότερου μαγειρικού σκεύους, της λοπά- δος, που φαίνεται ότι με το χαμηλό απλό ή ταινιωτό χείλος, επιχωριάζει στο βόρειο χώρο. Συνα- ντάται στην Όλυνθο και τη Σίνδο επίσης. Το συνηθέστερο αγγείο της τοπικής παραγωγής είναι οι αρυτήρες. Μοναδικό είναι ένα παράδειγμα του τρίτου τέταρτου του 6ου αι. π.Χ. με ανακαμπτό- μενο χείλος. Οι υπόλοιποι τύποι με εξωστρεφές χείλος άλλοτε επικλινές και άλλοτε πεπλατυ- σμένο και είτε σώμα με ενιαίο περίγραμμα είτε με γωνιώδες περίγραμμα κατασκευάζονται από τον 4ο αι. έως τους ελληνιστικούς χρόνους. Σφαιρικοί λήκυθοι με εχινόμορφο χείλος κατασκευά- ζονται επίσης σ’ όλο τον 4ο αι. π.Χ. Στον 5ο και 4ο αι κατασκευάζονται επίσης διάφοροι τύποι κανάστρων και φιαλιδίων. Σπάνιο εύρημα στον βορειοελλαδικό χώρο αποτελεί το ιατρικό μικρό δοχείο του δεύτερου τετάρτου του 3ου αι. π.Χ. Στο διάγραμμα 2 φαίνεται πόσο πολύ υπερτερεί η παραγωγή αβαφούς κεραμικής έναντι της «χαλκιδικιώτικης» κατά τον 5ο αι. π.Χ. 147 Τοπική κεραμική Ακάνθου στον 5ο αι. π.Χ. 89% 100% 80% 60% 40% 10,80% 20% 0% Αβαφής και με λιτό "Xαλκιδικιώτικη" διάκοσμο Διάγραμμα 2 Γενικά στον 4ο αι. υπάρχει μία αγάπη για την τοποθέτηση μικκύλων αγγείων στους τάφους. Παράλληλα με τα μικκύλα αγγεία με γραπτή διακόσμηση, όπως αρυτήρες, πυξίδες, μυροδοχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω, συναντούμε και μικκύλους πίθους, λεκάνες και άβαφα μυροδοχεία ˙ το σχήμα ενός μας ξαφνιάζει καθώς αποδίδει ένα σύκο1592. Στο διάγραμμα 3 φαίνεται η μαζική παραγωγή αβαφούς κεραμικής που παράγουν τα ακάνθια εργαστήρια. Λίγες προσπάθειες πιο επιμελημένης παραγωγής αποτελούν τα λιγοστά αγγεία με γραπτή διακόσμηση, κυρίως μικκύλα. Τοπική κεραμική Ακάνθου στον 4ο αι. π.Χ. 92,80% 100,00% 80,00% 60,00% 40,00% 7,14% 20,00% 0,00% Αβαφή Αβαφής Μ ε γραπτή διακόσμηση Διάγραμμα 3 Τέλος πρέπει να σημειώσουμε στην Άκανθο την απουσία ντόπιων ερυθρόμορφων αγ- γείων τα οποία είναι ιδιαίτερα συνηθισμένα σε άλλες θέσεις της Χαλκιδικής, π.χ. στην Όλυνθο1593. 1592 Βλ. παραπάνω σ. 129. 1593 Βλ. παραπάνω σ. 92. 148 Συνοπτικά μπορούμε να δούμε ότι από τα 327 αγγεία της τοπικής κεραμικής παραγωγής που συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα εργασία από το νεκροταφείο της Ακάνθου, τα 125 ανάγονται στους αρχαϊκούς και υστεροαρχαϊκούς χρόνους. Η αρχαϊκή δηλαδή τοπική κεραμική αποτελεί το 41% του συνόλου της τοπικής κεραμικής έως και τις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Τα 89 αγγεία, δηλ. το 71.2%, ανήκει στην κεραμική με επιδράσεις από τον ανατολικοϊωνικό χώρο, η οποία περιλαμβά- νει αγγεία με ταινιωτή διακόσμηση και ολόβαφα αγγεία. Το 13,6% της αρχαϊκής τοπικής παρα- γωγής αποτελείται από αβαφή αγγεία, πολλά από τα οποία ήταν μεγάλα κλειστά αγγεία. Δεκα- τρία παραδείγματα ανήκουν στη λεγόμενη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική με επιρροές κυρίως από τη Β. Ιωνία. Αυτά ήταν κυρίως μεγάλα αγγεία που χρησίμευσαν ως ταφικά αγγεία και όχι ως κτερίσματα. Τέλος οι κορινθιακές απομιμήσεις φθάνουν μόλις το 3,2% και οι αττικές μελανό- μορφες το 1,6%. Κατά τη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ. τα τοπικά εργαστήρια γνώρισαν μία περίοδο ύφεσης. Μό- λις 37 αγγεία προέρχονται από αυτήν την περίοδο. Τα περισσότερα (89%) είναι αβαφή και ορι- σμένα φέρουν λιτό γραπτό διάκοσμο. Εξαίρεση αποτελούν τέσσερα αγγεία (10%) της «χαλκιδι- κιώτικης» κεραμικής που χρησίμευσαν βέβαια για τον ενταφιασμό βρεφών. Η κάμψη της τοπικής κεραμικής κατά τον 5ο αι. ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι η αγορά της πόλης κατακλύζεται κυ- ρίως από τα αθηναϊκά προϊόντα. Τον επόμενο αιώνα, διάγραμμα 4, τα τοπικά κεραμικά εργαστήρια γνωρίζουν νέα άνθιση όσον αφορά στην παραγωγή όχι όμως και στην ποιότητα. Η παραγωγή φθάνει στο υψηλότερο επίπεδο (46,3%) για το χρονικό διάστημα που εξετάζουμε. Στην εποχή αυτή ανήκουν 140 αγ- γεία, η πλειονότητα των οποίων (92,8%) είναι άβαφα. Μόλις το 7,14% αποτελείται από αγγεία με γραπτό λιτό διάκοσμο, που σε κάποια από αυτά ίσως μπορούμε να διακρίνουμε επιβιώσεις της αρχαϊκής γραπτής κεραμικής1594. Η σωστική ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε κατά τα έτη 2001-2002 επιβεβαίωσε την λει- τουργία κεραμικών εργαστηρίων στην Άκανθο τουλάχιστον κατά τον 4ο αι. π.Χ., καθώς αποκα- λύφθηκαν δύο κυκλικοί κλίβανοι1595 και ένας απιόσχημος1596 σε πολύ καλή κατάσταση στους οποίους κατασκευάζονταν οι οξυπύθμενοι αμφορείς της πόλης. Η λειτουργία των κλιβάνων στον 4ο αι. π.Χ. πιστοποιείται από την ανεύρεση ενός χάλκινου νομίσματος Ουρανουπόλεως στον ένα και ενός μελαμβαφούς κανθάρου με συμπαγείς λαβές1597 στον δεύτερο. Στον τρίτο κλίβανο, τον απιόσχημο βρέθηκε μελαμβαφές λυχνάρι που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ.1598. Σημαντικό εύρημα από τους γειτονικούς βοηθητικούς χώρους των κεραμικών εργαστηριακών εγκαταστάσεων ήταν ένας θησαυρός δεκατριών νομισμάτων1599 : ένα αργυρό ημιωβόλιο Ακάνθου1600, εννέα χάλκινα νομίσματα Ακάνθου και τρία χάλκινα νομίσματα της Χαλκιδικής Συμπολιτείας1601. Η εγχώρια παραγωγή αντιπροσωπεύεται από τρεις μικκύλους αρυτήρες, μία χύτρα και μία υδρία που βρέθηκαν στο εσωτερικό του ενός κλιβάνου και στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Το δείγμα πηλού από έναν οξυπύθμενο αμφορέα που εξετά- σθηκε αποτέλεσε οδηγό για την ταυτοποίηση και των υπόλοιπων δειγμάτων της τοπικής κεραμι- κής παραγωγής. Τα κεραμικά εργαστήρια της Ακάνθου παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη παραγωγή, όπως μας δείχνει και το διάγραμμα 4 στον 4ο αι. π.Χ. Εξ ίσου μεγάλη παραγωγή και σαφώς καλύτερης ποιότητας έχουν και κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Στον 5ο αι. π.Χ., άγνωστο για ποιο λόγο, η παραγωγή είναι πολύ μικρή με ελάχιστα ενδιαφέροντα παραδείγματα. 1594 Βλ. αρ. 34 σ. 31. 1595 Τρακοσοπούλου 2004, σ. 161 κ.ε. Για ανάλογους κλιβάνους, βλ. Δεσποίνη 1982, σ. 62κ.ε. Βάλλα 1996, σ. 181. 1596 Τρακοσοπούλου 2004, σ. 161 κ.ε. Για τον τύπο αυτό, βλ. Βάλλα 1996, σ. 175. 1597 Agora XXIX, σ. 84 και 243 αρ. 10 εικ. 4 πίν. 1. 1598 Agora IV, σ. 67-69 αρ. 271-272 πίν. 9.38. 1599 Τρακοσοπούλου 2004α, σ. 161κ.ε. 1600 SNG ANS 52. 1601 SNG Cop. 247-249. 149 Κεραμική παραγωγή Ακάνθου 46,30% 50% 41% 40% 30% 20% 12% 10% 0% 7ος - 6ος αι. 5ος αι. π.Χ. 4ος αι. π.Χ. π.Χ. Διάγραμμα 4 Από τα όσα έχουμε αναφέρει ως τώρα, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις εμπορικές σχέσεις των πολιτών της Ακάνθου με τις γειτονικές περιοχές τουλάχιστον όσον αφορά στα κεραμικά προϊό- ντα. Είναι εμφανής η στενή σχέση με τη Θάσο. Εκτός από τα επείσακτα θασίτικα αγγεία, όπως άποδες κύλικες και σκύφους με υποπρωτογεωμετρική διακόσμηση1602, είναι πολύ πιθανό να εργάσθηκαν στην Άκανθο κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και ανατολίτες περιοδεύοντες τεχνίτες, όπως μας επιτρέπει ίσως να συμπεράνουμε το θραύσμα της οινοχόης 137 (Πίν.27θ) του Ρυθμού Αιγάγρων1603. Την ίδια εποχή, τα λιγοστά επείσακτα αγγεία από τα εργαστήρια του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου επιβεβαιώνουν τις άμεσες ή έμμεσες σχέσεις των δύο περιοχών. Ενδιαφέρον είναι ότι αν και εισάγουν αγγεία που αποτελούν μιμήσεις των αττικών, όπως ο κιονωτός κρατήρας 1351604, και κορινθιακών, όπως η κοτύλη 1411605, και τεφρόχρωμα, όπως το πιθαράκι 1331606, που αποτε- λούν μιμήση ανατολικών αγγείων1607, δεν εισάγουν ποτέ αγγεία της λεγόμενης «ωοκέλυφης» κεραμικής που είναι μία τοπική δημιουργία χωρίς εμφανή πρότυπα. Οι Ακάνθιοι δηλαδή πολίτες, κοσμοπολίτες άποικοι από τις Κυκλάδες, εισάγουν από τα εργαστήρια του Θερμαϊκού κόλπου μόνο εκείνα τα αγγεία της τοπικής παραγωγής που μιμούνται οικεία σ΄αυτούς πρότυπα. 1602 Βλ. παραπάνω σ. 44κ.ε. 1603 Βλ. παραπάνω σ. 89. 1604 Βλ. παραπάνω σ. 88. 1605 Βλ. παραπάνω σ. 91. 1606 Βλ. παραπάνω σ. 86. 1607 Για επείσακτα τεφρόχρωμα αγγεία στην Άκανθο, βλ. Άκανθος Ι, σ. 224 αρ. 745 και σ. 164 Ε31. 150 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΑΚΙ Ένα σημαντικό μέρος της παρούσας μελέτης αφορά στην εξέταση των ντόπιων αγγείων από το νεκροταφείο που ανασκάφηκε στο Καραμπουρνάκι κατά τα έτη 1994-1995, ενός πλήθους οστράκων που προήλθαν από 100 περίπου απορριμματικούς λάκκους, κατά τις ανασκαφικές έρευνες που διεξήχθησαν υπό την επίβλεψη της Ε. Τρακοσοπούλου και Ε. Πουλάκη-Παντερ- μαλή1608 και τα αγγεία ενός υπόσκαπτου της τομής 27-29Δ της πανεπιστημιακής ανασκαφής την επίβλεψη της οποίας έχει ο καθ. Μ. Τιβέριος σε συνεργασία με τις Ε. Μανακίδου και Δ. Τσια- φάκη. Το ακρωτήριο στο Μικρό Καραμπουρνάκι (Πίν. 58β) βρίσκεται στην απόληξη των λόφων που χωρίζουν την πεδιάδα της Θεσσαλονίκης από την πεδιάδα των Βασιλικών και ορίζει από τα νότια τον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Η θάλασσα έχει προκαλέσει αισθητές μεταβολές σ’ αυτήν την περιοχή της ακτής. Ο αρχαίος οικισμός (Πίν. 58α) εκτεινόταν πάνω στη φυσική τούμπα που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ακρωτηρίου και ίσως και στην τράπεζα1609, ένα πλατύ ύψωμα βόρεια της τούμπας που κατηφορίζει ομαλά προς το ακρωτήρι και τον βόρειο κυρίως αιγιαλό. Η τράπεζα χωρίζεται από την τούμπα με βαθύ φυσικό ρέμα που εξασφάλιζε προστασία και άμυνα. Σε απόσταση περίπου 150μ. ανατολικά της τούμπας, δηλ. του αρχαίου οικισμού εκτεινόταν το νεκροταφείο. Η συνολική έκτασή του υπολογίζεται με επιφύλαξη σε 10 περίπου στρέμματα. Ένα τμήμα του νεκροταφείου αποκαλύφθηκε επί της οδού Σοφούλη απέναντι από το Παλατάκι1610. Δυτικά και κάτω ακριβώς από την τούμπα η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε ένα χώρο όπου τα αρχαία στρώματα είχαν απομακρυνθεί με τις διάφορες επεμβάσεις στο χώρο και στο επίπεδο του φυσικού εδάφους διασώθηκε μόνο ένα πλήθος απορριμματικών λάκκων, πάνω από 100 (Πίν. 59α), που ανοίχθηκαν στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. Μέσα σ’ αυτόν το χώρο εναπόθεσης των απορριμμάτων εντοπίστηκαν και λίγες ταφές. Κάποιες από αυτές είναι σύγχρονες με τους λάκκους και κάποιες μεταγενέστερες1611. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι παράλιο τμήμα του οικισμού έχει από παλιά βυθιστεί στη θάλασσα με αποτέλεσμα σημαντικά στοιχεία να είναι κατεστραμμένα. Ανασκαφική έρευνα στο Καραμπουρνάκι διεξήγαγαν Άγγλοι, Ρώσοι και κυρίως Γάλλοι στρατιωτικοί των συμμαχικών στρατευμάτων κατά τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου1612. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στην περιοχή μονάδα του ελληνικού ιππικού. Η πα- ρουσία της στην κορυφή της Τούμπας διαπιστώνεται και σήμερα μέσα από τα ευρήματα της πα- νεπιστημιακής ανασκαφής που πραγματοποιείται στο χώρο, όπως σφαίρες, βλήματα, σκελετοί αλόγων του ιππικού και είναι έκδηλη η καταστροφή που επέφεραν σε νεότερες φάσεις του αρ- χαίου οικισμού1613. Από τα ξένα στρατεύματα ερευνήθηκαν 25 τάφοι των αρχαϊκών χρόνων, τα ευρήματα των οποίων βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου, του Λονδίνου και της Θεσσαλονί- κης. Περισυλλογή στην περιοχή διενήργησε το 1930 ο Ι. Παπαδόπουλος1614. Λίγο αργότερα τμήμα της τούμπας ερεύνησε ο καθηγητής Κ. Ρωμαίος1615 . Τα ευρήματα αυτής της έρευνας βρί- 1608 Παντερμαλή –Τρακοσοπούλου 1994, σ. 203-216, 1995, σ. 283-292. 1609 Παντερμαλή-Τρακοσοπούλου 1995, σ. 286-287 εικ. 3. 1610 Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση της Μ. Τσιμπίδου κατά την τοποθέτηση αποχετευτι- κού αγωγού στην Ανατολική Θεσσαλονίκη. 1611 Ό.π. σημ. 1608. 1612 Για τα ευρήματα των Γάλλων, βλ. Rey 1917-1920, σ. 91-109, 1927, σ. 48-57, 1928, σ. 60-66 και 1932, σ. 67-76. Για τους τρεις τάφους που ερεύνησαν οι Άγγλοι, βλ. Gardner –Casson 1918-9, σ. 39. 1613 Τιβέριος 1995, σ. 278. 1614 Την πληροφορία αυτή μας παρέδωσε ο καθ. Ρωμαίος, Ρωμαίος 1941, σ. 358. 1615 Πέτσας 1969β, σ. 358-387. 151 σκονται σήμερα στο Μουσείο Εκμαγείων της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Αρκετά ευρήματα από το χώρο που φυλάσσονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης προέρχονται από επιφανειακές έρευνες που διεξήγαγαν φοιτητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ιδιαίτερη μνεία στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει στον Κ. Τσάκο1616. Η συστηματική όμως έρευνα του χώρου άρχισε μόλις την προηγούμενη δεκαετία (1994) τόσο από την ΙΣΤ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, όπως προαναφέρθηκε, υπό την επίβλεψη της Ε. Τρακοσοπούλου και Ε. Πουλάκη-Παντερμαλή1617 όσο και από το Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ υπό την επίβλεψη του καθη- γητή Μ. Τιβέριου και σε συνεργασία με τις Ε. Μανακίδου και Δ. Τσιαφάκη1618. Η πανεπιστημι- ακή έρευνα, από το 1994 έως και σήμερα, πραγματοποιείται στην κορυφή της Τούμπας, όπου απλώνεται ο αρχαίος οικισμός. Η ανασκαφή της Εφορείας πραγματοποιήθηκε μόνο για τρεις ανασκαφικές περιόδους, 1994-1996, κατά τη διάρκεια των οποίων ερευνήθηκε η αρχαία τράπεζα, όπου τα ευρήματα ήταν λιγοστά και ο χώρος κάτω από την τούμπα. Από το 1994 και εξής πραγματοποιείται μία οριζόντια έρευνα με σκοπό να εμφανισθούν τα οικοδομικά λείψανα σε όλη την έκταση της τούμπας1619. Αποκαλύφθηκαν υπολείμματα οικιών του 6ου και 5ου αι. π.Χ., οι τοίχοι των οποίων έχουν κατασκευαστεί από αργολιθοδομή. Μέσα σ’ αυτές ανασκάφηκε σημαντικός αριθμός πιθεώνων, βασικό γνώρισμα των οικισμών του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Παράλληλα ερευνήθηκαν μεγάλοι απορριμματικοί λάκκοι κυκλικού σχήματος, οι οποίοι ανάγονται στην ίδια εποχή με τις κατοικίες. Ιδιαίτερη εντύπωση όμως προ- κάλεσαν τα κυψελόμορφα υπόσκαπτα – αργέλλες1620 - που ήρθαν στο φως1621. Αυτά με βάση την εγχώρια και εισηγμένη κεραμική που βρέθηκε στο εσωτερικό τους χρονολογούνται στον 7ο και 6ο αι. π.Χ. Η μορφή των ημιυπόγειων χώρων σε συνδυασμό με τη βέβαια παρουσία των Φρυγών στο χώρο της Μακεδονίας ακόμη και κατά τον 5ο αι π.Χ.1622 μας φέρνουν στο νου τις αρχαίες μαρτυρίες ότι οι Φρύγες κατοικούσαν κάτω από τη γη1623. Σημαντικότατο εύρημα για τη μελέτη μιας ντόπιας «ωοκέλυφης» κεραμικής αποτελεί το υπόσκαπτο της τομής 27-29δ (Πίν. 59β), το οποίο εντοπίστηκε και ερευνήθηκε το καλοκαίρι του 20011624. Η μικρή αυτή σχετικά κυψελόμορφη κατασκευή είχε βάθος 1.25μ., άνω διάμετρο μικρότερη της αντίστοιχης του πυθμένα: 0.80μ. και 1.47μ. αντίστοιχα. Σ’ αυτό βρέθηκαν άφθονα όστρακα της λεγόμενης «ωοκέλυφης» κεραμικής, τα οποία συγκολλήθηκαν και μας έδωσαν 40 σχεδόν ακέραια αγγεία. Το υπόσκαπτο περιείχε και λιγοστά ντόπια γεωμετρικά και ασημίζοντα όστρακα και ελάχιστα επείσακτα. Δεν υπήρχε ωστόσο στρωματογραφία. Όστρακα όλων των κα- τηγοριών υπήρχαν σ’ όλο το ύψος του λάκκου. Η τεχνική ιδιομορφία των ωοκέλυφων αγγείων οδήγησε τους ανασκαφείς στην άποψη ότι πρόκειται για ελαττωματικά προϊόντα ενός κεραμικού εργαστηρίου, η θέση του οποίου πρέπει να αναζητηθεί στον αρχαίο οικισμό. Υπερισχύουν οι άποδες κύλικες, ακολουθούν οι μόνωτες φιάλες με προχοή και τέλος οι όλπες. Με το υλικό του σημαντικότατου ευρήματος θα ασχοληθούμε παρακάτω. Τα ευρήματα από τον οικισμό, αν και αποσπασματικά, φανερώνουν τον κοσμοπολίτικο χα- ρακτήρα του οικισμού και ότι στο λιμάνι του προσάραζαν πλοία από σημαντικά κέντρα του αρ- χαίου κόσμου ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους. Κατά τους γεωμετρικούς χρόνους σημαντικά 1616 Πέτσας 1969γ, σ. 162 κ.ε. 1617 Βλ. υποσ. 1608-9. 1618 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1994, σ. 197-202, 1995, σ. 277-282, 1997, σ. 327-336, ομοίως και 1998, 1999 και 2000. Των ίδιων 2003, σ. 327-351. Τιβέριος 1995-2000, σ. 297-321. 1619 Ό.π. 1620 Τιβέριος – Μανακίδου –Τσιαφάκη 2001, σ. 257. 1621 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1997, σ. 329. 1622 Τιβέριος 1997, 1175 κ.ε. 1623 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1997, σ. 331-332. 1624 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2001, σ. 256κ.ε. Τιβέριος –Μανακίδου –Τσιαφάκη 2003, σ. 347- 348 εικ. 19. 152 είναι τα ευρήματα από την Εύβοια, Αττική, Ανατολική Ελλάδα και Κυκλάδες1625. Στον 7ο αι. π.Χ. είναι εμφανείς οι στενές σχέσεις του οικισμού με την Ανατολική Ελλάδα και την Κόρινθο. Στον 6ο αι. είναι φανερή όχι μόνο η επαφή με τα μεγαλύτερα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας, Αθήνα1626 και Κόρινθο1627, αλλά και με τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής της Ανατολικής Ελλάδας. Άφθονη είναι η κεραμική από τη Χίο, π.χ. βρέθηκαν όστρακα καλύκων και οξυπύθμε- νων αμφορέων που δείχνουν την προτίμηση για το χιώτικο κρασί. Υπάρχουν επίσης ιωνικές κύ- λικες, σαμιώτικα bucchero κ.ά.1628 Στον 5ο αι. π.Χ. επικρατεί κυρίως η αττική και λιγότερο η κορινθιακή κεραμική. Πλάι στα επείσακτα προϊόντα καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του οικισμού σημαντική είναι η παρουσία των προϊόντων του τοπικού κεραμικού. Υπάρχει μία κεραμική πολύ καλής ποιότητος, η «ωοκέλυφη», στην οποία ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω, όπου αντιπροσω- πεύονται κυρίως ερυθροβαφείς κύλικες και οινοχοΐσκες, αλλά και άλλη κεραμική με γραπτή δια- κόσμηση1629. Βόρεια της αρχαίας τούμπας, όπως προαναφέρθηκε1630, ανασκάφηκε το βορειοδυτικό τμήμα της τράπεζας, δηλ. το άκρο του λόφου προς την πλευρά της Θεσσαλονίκης, στα βόρεια πρανή προς την πεδιάδα και προς το γνωστό «Παλατάκι», προκειμένου να ανεγερθεί στο χώρο ανοιχτό θέατρο στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης. Η σύγχρονη επέμβαση στο χώρο διαπιστώθηκε ότι ήταν μεγάλη και συνάμα καταστροφική. Η επιφάνεια της τράπεζας απο- χωματώθηκε και ισοπεδώθηκε στην προσπάθεια του στρατού να επιχωματώσει έναν χείμαρρο και να δημιουργήσει μία μεγαλύτερη ενιαία επιφάνεια. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα αρ- χαία στρώματα να εντοπιστούν μόνο στο νότιο τμήμα της τράπεζας. Εντοπίστηκαν δύο συνεχό- μενες και σχεδόν εφαπτόμενες λαξευμένες κατασκευές που δεν αποκλείεται να είναι υπόσκα- πτα1631. Περισυλλέχθηκε άφθονη κεραμική από κάποιο ντόπιο γεωμετρικό εργαστήρι, μεγάλη ποσό- τητα κεραμικής της Εποχής του Σιδήρου και στα ανώτερα στρώματα κεραμική των αρχαϊκών χρόνων1632. Ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε, όπως προαναφέρθηκε και κάτω από την τούμπα νό- τια και δυτικά δύο παλιών κτισμάτων του στρατοπέδου που επρόκειτο να μετατραπούν σε εκθε- σιακό χώρο1633. Και στο χώρο αυτό είχαν πραγματοποιηθεί εκτεταμένες ισοπεδώσεις. Διασώ- θηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, μόνο το κάτω τμήμα ενός πλήθους απορριμματικών λάκκων και ένα ορθογώνιο υπόσκαπτο. Σχεδόν όλοι οι λάκκοι ήταν κυλινδρικοί με εξαίρεση έναν ορθογω- νίου σχήματος που στον πυθμένα σχηματιζόταν κυκλική βάθυνση. Στους περισσότερους στο κέ- ντρο των τοιχωμάτων παρουσιαζόταν μία διόγκωση. Οι λάκκοι περιείχαν αργούς λίθους, κομμά- τια πλίνθων, οστά, όστρεα και μεγάλη ποσότητα κεραμικής της Εποχής του Σιδήρου και των αρ- χαϊκών χρόνων. Πολλοί περιείχαν αντικείμενα που είχαν καεί χωρίς οι ίδιοι να είναι καμένοι και σε άλλους η καύση είχε γίνει μέσα στους ίδιους τους λάκκους. Εκτός από την πληθώρα εγχώριας κεραμικής που πρόκειται να εξεταστεί παρακάτω οι λάκ- κοι περιείχαν θραύσματα μεγάλων αγγείων, όπως πίθων, αμφορέων SOS, χιώτικων αμφορέων, τμήματα χιώτικων κάλυκων, κορινθιακών αγγείων, αλλά και σφονδύλια, αγνύθες, διάφορα μι- κροαντικείμενα, ανάμεσά τους και ένας αιγυπτιακός σκαραβαίος από φαγεντιανή. 1625 Τιβέριος 1995-2000, σ. 307. 1626 Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία αμφορέων SOS που δείχνει την προτίμηση για αττικό λάδι. Βλ. Τιβέ- ριος 1997, σ. 331. 1627 Τιβέριος 1995-2000, σ. 307. 1628 Ό.π. 1629 Ό.π. σ. 331. 1630 Τρακοσοπούλου – Πουλάκη 1995, σ. 285-286. 1631 Ό.π. σ. 285-286. 1632 Ό.π. σ. 286. Παντή 2007, (υπό έκδοση). 1633 Ό.π. σ. 287. 153 Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν και λιγοστοί τάφοι, ορισμένοι από τους οποίους είναι σύγχρονοι με τους λάκκους. Ένας τάφος των αρχών του 5ου αι. π.Χ. έχει διαταράξει ένα λάκκο που είχε ανοι- χτεί λίγο πριν1634. Το εκτεταμένο νεκροταφείο του οικισμού εντοπίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά από τα συμμαχικά στρατεύματα στις αρχές του 20ου αι. Οι Άγγλοι αξιωματούχοι ερεύνησαν 3 σαρκο- φάγους από τις οποίες οι δύο ήταν συλημένες και η μία ασύλητη, πλούσια κτερισμένη1635. Συνο- λικά 26 τάφοι ερευνήθηκαν από τους Γάλλους τόσο δυτικά, όσο και βόρεια αλλά και νοτιοδυτικά της τούμπας. Πρόκειται για λιθόκτιστους, πιθάρια και σακροφάγους από πωρόλιθο. Οι τελευταίοι ήταν πλούσια κτερισμένοι. Περιείχαν πολλά κορινθιακά εξάλειπτρα, σκύφους και κύλικες μελα- νόμορφους και ερυθρόμορφους, κρατήρες, ληκύθους, χρυσά ελάσματα, αιχμές δοράτων κ.α1636. Το νεκροταφείο άρχισε να ερευνείται συστηματικά μόλις κατά την προηγούμενη δεκαε- τία1637, ωστόσο για μία ακόμη φορά η έρευνα δεν προχώρησε, καθώς δημιουργήθηκαν ανυπέρ- βλητα προβλήματα σχετικά με την απαλλοτρίωση των οικοπέδων στην περιοχή. Το έτος 1994 ύστερα από δοκιμαστικές τομές ανάμεσα στα δημόσια κτήματα ανατολικά του οικισμού οι ανα- σκαφείς στάθηκαν τυχεροί και εντοπίστηκε ο χώρος ερευνών των συμμαχικών στρατευμάτων. Παράλληλα ερευνήθηκαν άλλοι 28 τάφοι των αρχαϊκών, υστεροαρχαϊκών και κλασικών χρό- νων1638. Μολονότι η έρευνα ήταν περιορισμένη, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το νεκροταφείο δεν παρουσιάζει αυστηρή οργάνωση και ενιαία διάταξη. Αν και μόνο δύο τάφοι από τους 28 βρέθη- καν ασύλητοι και ένας από τους 6, ωστόσο μας διασώθηκαν αρκετά κτερίσματα, κυρίως αγγεία του αττικού και κορινθιακού κεραμικού, αλλά και του ανατολικοϊωνικού, που μας γνωστοποιούν ότι το νεκροταφείο ήταν σε χρήση από το τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.1639. Σ’ αυτούς βρέθηκαν μόλις 13 εγχώρια αγγεία, με τα οποία πρόκειται να ασχοληθούμε στη συνέχεια και σε συνδυασμό με τα επείσακτα αγγεία μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες. Το 1999 400μ. από τη ΒΑ είσοδο της Ναυτικής Διοίκησης Βορείου Ελλάδος και μέχρι το ύψος του Κυβερνείου ερευνήθηκαν υπό την επίβλεψη της Μ. Τσιμπίδου – Αυλωνίτη 39 επι- πλέον τάφοι. Είναι το πρωιμότερο τμήμα του νεκροταφείου του αρχαίου οικισμού που έχει ερευ- νηθεί. Τα χάλκινα κοσμήματα (πολύσπειρα βραχιόλια, οκτώσχημη πόρπη) καθιστούν φανερή την ένταξή τους στην Εποχή Σιδήρου1640. Η σημαντικότητα της θέσης που κατέχει ο αρχαίος οικισμός που αναπτύχθηκε στο Καρα- μπουρνάκι με το φυσικό λιμάνι του, την επικοινωνία με όλα τα μεγάλα κέντρα του τότε γνωστού κόσμου και τη γειτνίασή του με τη μεταγενέστερη σημαντικότερη πόλη του Θερμαϊκού κόλπου που ίδρυσε ο Κάσσανδρος, έδωσε αφορμή στους μελετητές για να προσπαθήσουν να το συσχετί- σουν με κάποια πόλη ή πόλισμα γνωστό από τις αρχαίες γραπτές πηγές. Ο οικισμός ταυτίζεται πιθανότατα με τον πυρήνα της αρχαίας Θέρμης1641. Η θέση της αρ- χαίας Θέρμης, γνωστή από πολλούς συγγραφείς αποτέλεσε ένα γενικότερο πρόβλημα στην έρευνα με αποτέλεσμα να έχει δημιουργήσει μία έριδα ανάμεσα στους μελετητές ήδη από τον 19ο αι1642. Η Θέρμη είναι γνωστή σ’ εμάς κυρίως από τον Ηρόδοτο αλλά και άλλους συγγρα- φείς1643. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι η Θέρμη ήταν μία παραθαλάσσια πόλη που διέθετε 1634 Ό.π. σ. 288-289. 1635 Gardner-Casson 1918, σ. 39. Περιείχε τρεις σιδερένιες λάμες ξίφους, κράνος σιδερένιες στλεγγίδες, θραύσματα τεσσάρων ερυθρόμορφων αγγείων του 4ου αι. π.Χ., τμήματα λαβής από χρυσό και ελεφαντο- στό, γυάλινο αγγείο κ.ά. 1636 Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Rey 1927, σ. 48-57, 1928, σ. 60-66 και 1932, σ. 67-76. 1637 Πουλάκη – Τρακοσοπούλου 1994, 283-294. 1638 Πουλάκη – Τρακοσοπούλου 1994, σ. 205. 1639 Ό.π. σ. 206-207. 1640 Τσιμπίδου-Αυλωνίτη 1999, σ. 532. 1641 Τιβέριος 1995-2000, σ. 307 κ.ε. 1642 Πελεκίδης 1921α, σ. 541 και 1921β, σ. 274. 1643 Ηρόδοτος VII,121, 123, 124, 127, 130, 179, 183. Εκαταίος, F146. Αισχύλος, ΙΙ 27. Θουκυδίδης, Ι. 61.2, ΙΙ. 29.6. Πλίνιος, Ν. Η. IV. 10. Στράβων, VII. 21. 154 δικό της λιμάνι και όχι το επίνειο κάποιας πόλης. Μεταγενέστερες πηγές τη χαρακτηρίζουν ως «χωρίον» ή «πόλισμα»1644. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θέση της αρχαίας Θέρμης οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι αρχαίες πηγές τη συνδέουν με την ίδρυση της Θεσσαλονίκης από τον Κάσσανδρο. Ο Στράβωνας μας πληροφορεί ότι ο μακεδόνας βασιλιάς για την ίδρυση της πόλης χρειάστηκε να καταλάβει 26 πολίσματα που βρίσκονταν στην Κρουσίδα και στο Θερμαϊκό κόλπο1645. Σημαντική είναι ακόμη η πληροφορία του Πλινίου ότι η Θέρμη συνέχισε να κατοικεί- ται και μετά την ίδρυση της πόλης του Κασσάνδρου1646. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος στον 6ο αι. π.Χ. μιλά για τον ανάμικτο πληθυσμό της, θρακικό και ελληνικό1647. Με βάση αυτές τις πληροφορίες αρκετές θέσεις γύρω από το μυχό του Θερμαϊκού κόλπου δι- εκδίκησαν στο παρελθόν και διεκδικούν ακόμη, καθώς οι απόψεις των μελετητών ποικίλουν, την επωνυμία ΘΕΡΜΗ. Από παλιότερες απόψεις, αν όχι η παλιότερη, είναι αυτή του ιστορικού Δήμι- τσα, ο οποίος ταυτίζει την αρχαία Θέρμη, στηριζόμενος στην άποψη ότι η πόλη πήρε το όνομα της από τα θερμά λουτρά που θα υπήρχαν στην περιοχή με τη σύγχρονη Θέρμη, το παλιότερο Σέδες1648, καθώς σε μικρή απόσταση από το σημερινό Σέδες υπάρχουν οι θερμές πηγές. Ωστόσο η απόσταση είναι αρκετά μεγάλη από τον οικισμό που εντοπίστηκε στην περιοχή της σύγχρονης Θέρμης, γεγονός που αποδυναμώνει την άποψη αυτή1649. Μία άλλη άποψη εξίσου παλιά, η οποία επανήλθε πρόσφατα, συσχετίζει τη Θέρμη με τη ση- μερινή Τούμπα1650. Η Ι. Βοκοτοπούλου πίστευε μάλιστα ότι η αρχαία Θέρμη βρίσκονταν στην Τούμπα και είχε το λιμάνι της στο Καραμπουρνάκι1651. O Mπακαλάκης ορμώμενος από ένα σπάραγμα πήλινου αναγλύφου που το συσχετίζει με τη λατρεία ενός αμαρτύρητου Θερμαίου δαίμονα, θεωρεί ότι η αρχαία Θέρμη βρισκόταν εντός των ορίων της μεταγενέστερης πόλης του Κασσάνδρου, όπου θα υπήρχε και ο ναός του Διονύσου1652. Ο Vickers με βάση την πληροφορία του Ζώσιμου για την έλλειψη λιμανιού στη Θεσσαλονίκη μέχρι τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου, είχε αντιρρήσεις σχετικά με την άποψη αυτή1653. Τα πρό- σφατα στοιχεία της αρχαιολογικής έρευνας καταδεικνύουν ότι ο μαρμάρινος υστεροαρχαϊκός ναός, κατάλοιπα του οποίου βρέθηκαν κατά καιρούς σε διάφορα σημεία της πόλης, είχε μετα- φερθεί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης στους ρωμαϊκούς χρόνους1654 και οδήγησαν τον Ε. Βου- τυρά σε συνδυασμό με τις γραπτές πηγές στην ταύτιση του ναού αυτού με το ναό της Αφροδίτης που υπήρχε στην αρχαία Αίνεια1655. Βασικός λόγος μεταφοράς του ναού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ήταν τόσο η λατρεία της θεάς όσο και του Αινεία στα χρόνια του Αυγούστου. Πιθανότερη φαίνεται η άποψη που υποστήριξε ο καθ. Ρωμαίος1656, ότι η Θέρμη αποτελείτο από πολλές μικρές κώμες που η καθεμιά θα διατηρούσε το όνομα της και θα εκτεινόταν σε με- γάλη έκταση. Ο Τιβέριος συντάσσεται με την άποψη του Ρωμαίου και θεωρεί ότι ο πυρήνας της 1644 Αισχίνης, Περί Παραπρεσβείας 27. Αναφέρει ότι ο διεκδικητής του μακεδονικού θρόνου Παυσανίας στις αρχές δηλ. του 4ου αι. π.Χ. κατέλαβε « τον Ανθεμούντα, καί Θέρμαν και Στρέψαν και άλλ’ άττα χω- ρία». Σούδα, λ. Θέρμαν. 1645 Στράβων VII. 21. 1646 Πλίνιος, ΝΗ ΙV 10. 1647 Βλ. Λεξικό Στεφάνου του Βυζάντιου απόσπ. 116. 1648 Δημιτσάς 1874, σ. 267κ.ε. και 1879, σ. 258-268. 1649 Τιβέριος 1990α, σ. 71-81. 1650 Πελεκίδης 1921α, σ. 541. 1651 Βοκοτοπούλου 1986γ, σ. 15, 18. 1652 Μπακαλάκης 1953-54, σ. 221-229. Του ίδιου 1983, σ. 31-43 και 1963, σ. 30 κ.ε. Για την ετυμολογία της λέξης Θέρμη, βλ. Οικονόμος 1924, σ. 27 κ.ε. 1653 Vickers 1972, σ. 169, και σημ. 96. 1654 Τασιά –Λόλα –Πελτέκης 2000, σ. 227-246. 1655 Βουτυράς 1998, σ. 1329-1341. Ο ναός έχει απεικονιστεί και σε μία καρτποστάλ των αρχών του 20 ου αι. πάνω στο μεγάλο έμβολο στο Καραμπουρνάκι, όπου ο ζωγράφος τον απεικόνισε με όσα γνώριζε από τις πηγές και όχι με βάση τα όσα έβλεπε. Άλλωστε απεικονίζεται ως δωρικός, ενώ ήταν ιωνικός. Βλ. Τιβέ- ριος 1998β, σ. 222-233. 1656 Ρωμαίος 1940, σ. 1-7. 155 αρχαίας Θέρμης υπήρχε στο Καραμπουρνάκι1657. Παρόμοια είναι και η άποψη του Vickers1658 και του Σουέρεφ1659. Όπως άλλωστε σημειώνει και ο Τιβέριος, αν δεχθούμε την άποψη ότι η αρ- χαία Θέρμη ήταν χτισμένη «κωμηδόν»1660, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα και με τις λιγοστές αλλά αντικρουόμενες πηγές σχετικά με τη θέση της Θέρμης και της Θεσσαλονίκης1661. Ένα τμήμα της Θέρμης, αυτό που είχε το λιμάνι, επέζησε και μετά την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, καθώς η νέα πόλη, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν διέθετε αξιόλογο λιμάνι. Ότι ο αρχαίος οικισμός στο Καρα- μπουρνάκι συνέχισε να κατοικείται, επιβεβαιώνεται και από τα ανάλογα ευρήματα1662. Στη μελέτη της τοπικής κεραμικής από το Καραμπουρνάκι δεν ακολουθείται η δομή που ακολουθήθηκε στο κεφάλαιο της Ακάνθου, όπου το υλικό προερχόταν από το νεκροταφείο και τους κλιβάνους των οικοπέδων 205/206. Εδώ τα επιμέρους μέρη αφορούν στη μελέτη της κερα- μικής του οικισμού (απορριμματικοί λάκκοι και υπόσκαπτο) και του νεκροταφείου μεμονωμένα, προκειμένου να γίνουν φανερές οι διαφορετικές προτιμήσεις που δείχνουν οι κάτοικοι στις διά- φορες πτυχές της ζωής τους. Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε ότι στους λάκκους, όπου έχουν ριφθεί τα απορρίμματα του οικισμού, πιθανόν στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. η τοπική κεραμική υπερτερεί έναντι της επείσακτης, ιδιαίτερα όσον αφορά στα σκεύη καθημερινής χρήσης που ήταν απαραί- τητα για τον εξοπλισμό ενός νοικοκυριού. Άφθονα είναι τα όστρακα οινοχοών, όλπεων, κυλίκων αλλά και μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων, όπως πιθοειδών. Τα μαγειρικά σκεύη αντιπροσωπεύ- ονται κυρίως από χυτροειδή αγγεία της Εποχής Σιδήρου. Το μεγαλύτερο μέρος της επείσακτης κεραμικής αποτελούν τα θραύσματα χιώτικων αμφορέων που φανερώνουν βέβαια τις διατροφι- κές συνήθειες των κατοίκων του οικισμού, όπως και τα πολυάριθμα θραύσματα αττικών κυρίως αμφορέων SOS. Πολύ λιγότερα είναι τα θραύσματα επείσακτων επιτραπέζιων αγγείων, όπως σκύφοι, κύλικες, ασκοί, κυρίως του ιωνικού, κορινθιακού και αττικού εργαστηρίου. Αν και το υλικό των λάκκων μελετάται εδώ ταυτόχρονα με το υλικό του υπόσκαπτου της το- μής 27-29Δ, στον κατάλογο παρουσιάζεται το κάθε σύνολο χωριστά ώστε να καταστεί φανερό τί παρήγαγε το συγκεκριμένο εργαστήριο από το οποίο προέρχεται μέρος των «απορριμμάτων» που έχουμε την τύχη να εξετάζουμε. Τέλος η μεμονωμένη μελέτη του υλικού του νεκροταφείου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη προκειμέ- νου να φανούν οι διαφορετικές προτιμήσεις των κατοίκων όσον αφορά στα δώρα προς τα αγαπη- μένα τους πρόσωπα για την υποτιθέμενη ζωή στον Κάτω Κόσμο. Εδώ τα αγγεία της τοπικής πα- ραγωγής είναι ελάχιστα. Είναι αδιαμφισβήτητη η αγάπη τους για τα πολυτελή αττικά αγγεία, κρατήρες, κύλικες κ.ά., όπως και για τα κορινθιακά, εξάλειπτρα κ.ά. Ακόμη και τα ελάχιστα προϊόντα των τοπικών εργαστηρίων που έχουν βρεθεί στους τάφους είναι τις περισσότερες φο- ρές μιμήσεις αττικών και κορινθιακών σχημάτων με την ανάλογη μάλιστα διακόσμηση. Ακολου- θούν τα λεγόμενα «ωοκέλυφα» αγγεία, που είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, κυρίως σκεύη συ- μποσίου, κύλικες, φιάλες με προχοή, όλπες, ενώ απουσιάζουν εντελώς τα γραπτά αγγεία των το- πικών εργαστηρίων, όπως οπισθότμητες και τριφυλλόστομες οινοχόες, πινάκια κ.ά. Από τους τάφους των αρχαϊκών χρόνων, από τα έως τώρα τουλάχιστον δεδομένα, φαίνεται ότι απουσιά- ζουν και τα χειροποίητα αγγεία της Εποχής Σιδήρου. Οι κάτοικοι του οικισμού, όπως και οι κάτοικοι πολλών οικισμών της περιοχής, π.χ. Σίνδου, Αγίας Παρασκευής, Ν. Καλλικράτειας κατά τους αρχαϊκούς και πρώιμους κλασικούς χρόνους προτιμούν τα αττικά και κορινθιακά αγγεία για την «μεταθανάτια» ζωή τους παρά τα απλά και φθηνά προϊόντα του τόπου τους. 1657 Τιβέριος 1995-2000, σ. 319-320. 1658 Vickers 1981, σ. 327-333. 1659 Σουέρεφ 1997, σ. 407-420. 1660 Ρωμαίος 1940, σ. 4. 1661 Τιβέριος 1990α, σ. 80. Η άποψη αυτή συμφωνεί τόσο με τον Επιτομέα του Στράβωνα που μας λέει ότι η «Θεσσαλονίκη εστί πόλις, ή πρότερον Θέρμη εκαλείτο» (Στράβων VII, Frag.24) όσο και με τον Πλίνιο τον πρεσβύτερο που επιβεβαιώνει ότι στις μέρες του συνυπήρχε η Θέρμη με τη Θεσσαλονίκη (Πλίνιος, ΝΗ IV, 10). 1662 Τιβέριος 1995-2000, σ. 320. 156 Κριτήριο για την επιλογή της τοπικής κεραμικής αποτέλεσε και πάλι ο πηλός. Οι αναλύσεις πηλού (Παράρτημα Β) που πραγματοποιήθηκαν από τη χημικό – συντηρήτρια της ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ Σβετλάνα Βιβντένκο1663, επιβεβαίωσαν τις παρατηρήσεις που ήταν δυνατές και με γυμνό μάτι. Διακρίνονται τρεις κατηγορίες πηλών πλούσιων σε σίδηρο και ιδιαίτερα λεπτόκοκκων. Η ορυ- κτολογική σύσταση είναι ουσιαστικά η ίδια και η διαφοροποίηση του πηλού γίνεται κυρίως με βάση τη συχνότητα των προσμίξεων. Διαφορετική ήταν και η θερμοκρασία όπτησης για την κάθε ομάδα. Η πρώτη ομάδα, στην οποία ανήκουν τα μεγάλα κυρίως αγγεία με γραπτή διακόσμηση, περιέχει τις περισσότερες προσμίξεις (χαλαζίας, άστριοι, βιοτίτης, μαρμαρυγία). Τα αγγεία αυτής της ομάδας ψήθηκαν σε ιδιαίτερα οξειδωτικές συνθήκες και στην υψηλότερη θερμοκρασία (850- 950ºC). Η «ωοκέλυφη» κεραμική κατασκευάστηκε κατά κανόνα από ιδιαίτερα λεπτόκοκκο και καθαρό πηλό με πολύ μικρή παρουσία μαρμαρυγιών. Τα «ωοκέλυφα» αγγεία ψήθηκαν σε ανα- γωγικές συνθήκες με σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες που δεν ξεπερνούσαν τους 800ºC. Ο πηλός των κορινθιακών απομιμήσεων παρουσιάζει πολύ μικρή διαφορά από τον αντίστοιχο των ωοκέ- λυφων αγγείων. Ουσιαστικά η μονή διαφορά βρίσκεται στην μεγαλύτερη παρουσία μαρμαρυ- γιών. Τα αγγεία αυτά ψήθηκαν σε ήπιες οξειδωτικές συνθήκες με πιθανή θερμοκρασία 800- 850ºC. Αναλύσεις πηλού (Παράρτημα Γ) πραγματοποιήθηκαν και από τον Δρ. Νέστορα Τσιρλι- γκάνη, υπεύθυνο εργαστηρίου του Ινστιτούτου Πολιτισμού και Εκπαίδευσης (ΙΠΕΤ)1664. Μελετήθηκαν δείγματα κεραμικής, άψητων λαβών αλλά και πηλοχώματος από το υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ. Τα αποτελέσματα της χημικής ανάλυσης έδειξαν ότι πρόκειται για το ίδιο υλικό. Η ύπαρξη εργαστηρίου «ωοκέλυφης» κεραμικής στον οικισμό στο Καραμπουρνάκι είναι λοιπόν βέβαιη. Η τοπική κεραμική, όπως ήδη έχει αναφερθεί, εξετάζεται σε δύο μέρη: Α. Κεραμική των απορριμματικών λάκκων και του υπόσκαπτου της τομής 27-29δ και Β. Κεραμική από το νεκρο- ταφείο. Στο πρώτο (Ι) μέρος ασχολούμαστε αρχικά με την επείσακτη κεραμική που περιέχουν οι απορριμματικοί λάκκοι και το υπόσκαπτο της τομής 27-29δ προκειμένου να δούμε πότε χρονο- λογούνται τα συνευρήματα της τοπικής κεραμικής. Στη συνέχεια εξετάζεται η «ντόπια» κερα- μική, η οποία διαιρείται στις παρακάτω κατηγορίες: Kεραμική με γραπτή διακόσμηση ή γάνωμα. Εδώ εντάσσονται κυρίως μεγάλα αγγεία, όπως «πιθαρόσχημα», κρατηρόσχημα, οινοχόες κ.ά., τα οποία φέρουν συνήθως ταινιωτή διακόσμηση στην πλειονότητά τους και μόνο λίγα, όπως τα «πιθαρόσχημα» αγγεία και ορισμένα κρατηρό- σχημα φέρουν γραπτή διακόσμηση με γεωμετρικά μοτίβα, όπως ημικύκλια και το μοτίβο του «διπλού πέλεκυ» ή της «κλεψύδρας». «Ασημίζουσα» κεραμική. Εξετάζονται ορισμένα θραύσματα μεγάλων κλειστών αγγείων, πι- θανότατα αμφορέων, που φέρουν το χαρακτηριστικό «ασημίζον» επίχρισμα και γραπτή διακό- σμηση. «Μονόχρωμη» κεραμική. Πρόκειται για αγγεία που καλύπτονται εξ ολοκλήρου με «γάνωμα», συνήθως ερυθρό ή καφέ και γκριζόμαυρο. Με βάση το πάχος των τοιχωμάτων τους μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες: α) Με χονδρά τοιχώματα. Αυτή η κατηγορία αντιπροσωπεύεται κυ- ρίως από ανοικτά αγγεία, όπως κύλικες, κρατηρόσχημα και πινάκια, τα οποία θεωρούνται προ- βαθμίδες της δεύτερης κατηγορίας, της λεγόμενης «ωοκέλυφης» κεραμικής. β) «Ωοκέλυφη» κε- ραμική. Η ονομασία της προέρχεται από το ιδιαίτερα λεπτό πάχος των τοιχωμάτων των αγγείων. Περιλαμβάνει κυρίως ανοικτά αγγεία, όπως κύλικες και φιαλόσχημα, αλλά και οινοχόες και ορι- σμένα μικρά σκεύη, όπως π.χ. αρύταινες και υποστατά. Η κεραμική αυτή άρχισε να μελετάται για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν μεγάλη ποσότητα αυτής άρχισε να έρχεται 1663 Βλ. παρακάτω σ. 264. 1664 Βλ. παρακάτω σ. 265. 157 στο φως κατά την ανασκαφή της διπλής τράπεζας της Αγχιάλου υπό την επίβλεψη του Μ. Τιβέ- ριου1665. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Διατηρούνται μόνο δύο θραύσματα υδριών με κυματοειδή δια- κόσμηση. Το δεύτερο μέρος (ΙΙ), δηλαδή η εγχώρια κεραμική από το νεκροταφείο, περιλαμβάνει τις εξής κατηγορίες: Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων. Πρόκειται για αντιγραφές κορινθιακών κοτυλών. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση. Περιλαμβάνονται διάφορα σχήματα, όπως π.χ. κιονωτοί κρατήρες, εξάλειπτρα, κοτύλες με γραπτή διακόσμηση που τόσο στο σχήμα όσο και στη διακό- σμηση έχουν δεχθεί ποικίλες επιδράσεις, όπως π.χ. από την παλιότερη τοπική παράδοση, τον ανατολικοϊωνικό χώρο και την Κόρινθο. Μονόχρωμη «Ωοκέλυφη» κεραμική. Στο νεκροταφείο βρέθηκαν λίγα αγγεία της λεγόμενης «ωοκέλυφης» κεραμικής, κύλικες και φιαλόσχημα. Ι. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ Το σύνολο της κεραμικής που περιείχαν οι απορριμματικοί λάκκοι στο Καραμπουρνάκι εί- ναι ομοιογενές. Η πλειονότητα της κεραμικής των λάκκων προέρχεται από προϊόντα των τοπικών κεραμικών εργαστηρίων. Μεγάλη ποσότητα ανήκει σε αγγεία της Εποχής του Σιδήρου, οπισθό- τμητες πρόχους, χυτροειδή, κανθαρόσχημα και φιάλες είτε με διχαλωτή λαβή είτε με κάθετη λαβή και κομβιόσχημη απόληξη, με τα οποία δεν ασχολούμαστε στη συγκεκριμένη εργασία, καθώς αντικείμενο μας είναι μόνο η τροχήλατη κεραμική των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Τα σχήματα τα οποία εμφανίζονται, απαντώνται σχεδόν σε όλους τους λάκκους. Σημαντικό ωστόσο μέρος της κεραμικής προέρχεται από άλλα εργαστήρια, π.χ. από Ανατολική Ελλάδα, Ατ- τική, Κόρινθο. Η επείσακτη κεραμική μας βοηθά να ορίσουμε ένα terminus για τη διάνοιξη των λάκκων. Τα παλιότερα όστρακα όλων των λάκκων, όπως θα δούμε παρακάτω, ανήκουν στον 8ο αι. π.Χ., ενώ η πλειονότητα της επείσακτης κεραμικής ανάγεται στον 7ο αι. π.Χ. Πρέπει να τονί- σουμε ότι όλη η κεραμική ρίχθηκε στους λάκκους ταυτόχρονα και δεν υπάρχει στρωματογραφία που θα μπορούσε να μας προσφέρει χρονολογικά στοιχεία για την κάθε κατηγορία τοπικής κερα- μικής. Πιθανότατα οι λάκκοι ανοίχθηκαν ταυτόχρονα στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Στους λάκκους βρέθηκε μικρή ποσότητα οστράκων της γεωμετρικής περιόδου, κυρίως όστρακα σκύφων με κρεμαστά ημικύκλια και ορισμένα από μεγαλύτερα αγγεία. Οι σκύφοι με το χαμηλό, έντονα κοίλο χείλος1666 ανήκουν στον οψιμότερο τύπο (6) με βάση την κατάταξη της Κearsley, o οποίος όμως με βάση νεότερες απόψεις δεν μπορεί να κατέβει χρονολογικά κάτω από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ.1667. Ενδεικτικό των μεγαλύτερων αγγείων που αντιπροσωπεύονται είναι το όστρακο ενός υπογεωμετρικού κρατήρα1668. Όλα τα όστρακα γεωμετρικών αγγείων που βρέθηκαν στους λάκκους είναι όψιμα. Σημαντικό σύνολο αποτελούν τα θραύσματα των χιώτικων αμφορέων (Πίν. 60α-γ), οι οποίοι προσφέρουν ασφαλές χρονολογικό όριο, καθώς η εξάπλωση και ανεύρεσή τους σε έναν ευρύ χώρο βοήθησε στη μελέτη της εξέλιξής τους. Χιώτικοι αμφορείς έχουν εντοπιστεί σε μία ευρεία 1665 Τιβέριος 1990β, σ. 322 εικ. 10 και 1990α, σ. 75 κ.ε. εικ. 8. 1666 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. αρ. ΛLII\4. Coldstream 1957, σ. 40. Desborough 1952, σ.125-6, 262, 291-2. Βερδελής 1968, σ. 50-70. Lefkandi I, σ. 284-285, 297-298. Popham – Hatcher – Polland 1980, σ. 151-162 πίν. 14. D’ Agostino 1999, σ. 13 κ.ε. πίν. 1.1-3,6 εικ. 1 και 3. 1667 Kearsley 1989, σ. 101,128. Υπάρχουν όμως και ορισμένες αντιρρήσεις σχετικά με την κατάταξη της Kearsley. Βλ. Popham – Lemos 1992, σ. 152-155. Ενδεικτικό υπέρ της δεύτερης άποψης είναι για παρά- δειγμα το γεγονός ότι στους αποθέτες των Κλαζομενών δεν εμφανίζονται ΥΓ σκύφοι με κρεμαστά ημικύ- κλια, βλ. Ersoy 2004, σ. 71 σημ. 28. 1668 Αρ. ΛLIII\48. Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. BCH Suppl. 23, σ. 106 αρ. 107. 158 περιοχή από τη Δυτική Μεσόγειο ως τη βορειότερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας1669. Οι αμφορείς που βρέθηκαν στους λάκκους ανήκουν στις πρωιμότερες σειρές χιώτικων αμφορέων, βασικό χαρακτηριστικό των οποίων είναι το λευκό επίχρισμα και η διακόσμηση με ερυθρό χρώμα. Κατά μία άποψη η παραγωγή τους άρχισε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. 1670 και διήρκεσε ως το τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Τα παραδείγματα των λάκκων έχουν ημικυκλικό χείλος, κοντό λαιμό και η μέγιστη διάμετρος της κοιλιάς τους είναι μικρότερη από την αντίστοιχη των πρώι- μων παραδειγμάτων. Με βάση την εξελικτική πορεία την οποία προτείνουν οι Cook και Dupont, οι αμφορείς από το Καραμπουρνάκι χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ.1671. Tο πλούσιο σε παραγωγή κεραμικό εργαστήρι της Χίου δεν αντιπροσωπεύεται μόνο από τους οξυπύθμενους αμφορείς που μετέφεραν σ’ όλο το μεσογειακό χώρο το διάσημο κρασί του νησιού, αλλά και από κομψότερα δημιουργήματα του νησιού, όπως είναι οι χιώτικοι κάλυκες (Πίν. 60δ)1672. Mε βάση τη χρονολογική κατάταξη της Λεμού τα παραδείγματα των λάκκων χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Δεν φέρουν διακόσμηση στο χείλος, ούτε στο εσωτε- ρικό, όπου φέρουν μόνο εδαφόχρωμες ταινίες. Πολλοί λάκκοι περιείχαν θραύσματα αρχαϊκών ιωνικών κυλίκων (Πίν. 60ε-ζ). Αυτές έχουν ψηλό εξωστρεφές χείλος, καλύπτονται με μελανό γάνωμα, ενώ μόνο το χείλος και δύο ταινίες στο άνω τμήμα του σώματος έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Κύλικες αυτού του τύπου κα- τασκευάζονταν από πολλά εργαστήρια της Ιωνίας αλλά ίσως και της Αιολίας1673. Εξάγονταν στην Ανατολική και Δυτική Μεσόγειο αλλά και στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Το σχήμα και η διακόσμηση παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις1674. Τα όστρακα των λάκκων έχουν κοντό εδαφόχρωμο χείλος με εξαίρεση την άνω παρυφή του και εδαφόχρωμη ταινία στον ώμο και στο ύψος των λαβών · χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. και στο πρώτο μισό του 6ου αι. π.Χ.1675. 1669 Για άλλα παραδείγματα από το βορειοελλαδικό χώρο, βλ. Κουκούλη-Παπανικολάου 1990, σ. 492 εικ. 16. 1670 Cook – Dupont 1998, σ. 146. Στο σχέδιο 23.1 δίνεται σχηματικά η εξέλιξη του σχήματος και της διακό- σμησης. Durando 1989, 64, 80. Ο Durando χρονολογεί ορισμένους αμφορείς από τις Πιθηκούσες στην Ύστερη Γεωμετρική περίοδο και τους ονομάζει «πρωτο-χιακούς» . Επίσης o Cook χρονολογεί ορισμένους χιώτικους αμφορείς στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ., βλ. Cook 1958-1959, σ. 14. Παλιότερα θεωρούσαν ότι η έναρξη κατασκευής τους ανάγεται στον ύστερο 7ο αι. π.Χ. Βλ. Lambrino 1938, σ. 100-106 σχ. 62-70 πίν. 1. Bernard 1964, σ. 137-140 σχ. 50. 1671 Cook-Dupont 1998, σχ. 23.1 b, c. Παραδείγματα αυτού του τύπου βρέθηκαν στην Ουκρανία (βλ. σημ. 39) και στη Σικελία (βλ. σημ. 40). Στη συνέχεια παρατηρείται μία επιμήκυνση του σώματος και των λαβών ώστε το αγγείο να αποκτά ωοειδές σχήμα, βλ. Ό.π. σχ. 23.1 d. 1672 Οι χιώτικοι κάλυκες αποτελούν σύνηθες εύρημα στη Χαλκιδική και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, βλ. Torone I, σ. 315 αρ. 5.20 και 21. Σισμανίδης 1987, σ. 794 πίν. 163γ. Τσιμπίδου- Αυλωνίτη 1992, σ. 375-376 εικ. 18. Μισαηλίδου – Δεσποτίδου 1999α, σ. 308 εικ. 5. Οι χιώτικοι κάλυκες άρχισαν να παράγο- νται στο τέλος του 7ου αι. π.Χ. και συνέχισαν να κατασκευάζονται και μετά τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Οι περισσότεροι φέρουν ένα λευκό επίχρισμα καλής ποιότητας που ορισμένες φορές έχει κιτρινωπή από- χρωση. Το εσωτερικό και το πόδι φέρουν συνήθως γκριζωπό γάνωμα. Σε ορισμένους απεικονίζονται στο ψηλό χείλος μελανόμορφες μορφές είτε ζωικές είτε ανθρώπινες. Περισσότερα είναι τα παραδείγματα, όπως τα αντίστοιχα των λάκκων, που δεν φέρουν διακόσμηση, βλ. Lemos 1991. Tocra I, σ. 57. 1673 Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παραπάνω σ. 48. 1674 Cook – Dupont 1998, σχ. 18.1. 1675 Cook – Dupont 1998, σχ. 18.1 c, d. Christofani 1978, σχ. 67, 74. Tocra I, σ. 65 αρ. 830 πίν. 48. Tocra II, σ. 30 αρ. 2058 πίν. 17. Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 91 πίν. 79.5. ΑΜ 83 (1968), σ. 280 αρ. 85. CVA Gela 2. CVA Kassel 2, πίν. 53.8. Van Compernolle 1996, σ. 304, αρ. 295. Τιβέριος 1987, σ. 252. 159 Από την Ανατολική Ελλάδα1676 προέρχεται και το μοναδικό θραύσμα κύλικας με πουλιά1677 (Πίν. 60η). Διατηρείται τμήμα του χείλους και του άνω μέρους του σώματος. Από τη διακόσμηση διατηρούνται οι τρεις κάθετες γραμμές που ορίζουν την πρώτη μετόπη και τμήμα του χαρακτηρι- στικού ρόμβου που κοσμεί πάντα εκατέρωθεν τη μετόπη με το υδρόβιο πτηνό. Αν και αρκετά αποσπασματικό, φαίνεται ότι μοιάζει περισσότερο με τα παραδείγματα από την Ταύχειρα1678 και όχι από το Εμποριό της Χίου1679, τα οποία παρουσιάζουν μία εγκοπή στο χείλος. Χρονολογείται πιθανότατα στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Από το χώρο της Ανατολικής Ελλάδας και ίσως από τη Μίλητο προέρχεται το θραύσμα ανοικτού αγγείου (Πίν. 60θ) που ανήκει στο Ρυθμό Αιγάγρων1680. Ο ρυθμός αυτός εμφανίσθηκε πιθανότατα στο δεύτερο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. Στο άνω σωζόμενο τμήμα του διατηρείται αποσπασματικά ένας ρόδακας και τα άκρα ενός αιγάγρου. Χρονολογείται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.1681. Από το νησιωτικό χώρο προέρχεται και το θραύσμα ενός δακτυλιόσχημου ασκού (Πίν. 60ι) από τον οποίο διατηρείται τμήμα του σώματος και της ταινιωτής λαβής. Φέρει γραπτή διακό- σμηση καφέ χρώματος με διαγραμμισμένα τρίγωνα. Παρόμοιο ακέραιο παράδειγμα έχει βρεθεί και στη Θάσο1682. Ο τύπος αυτός είναι αρκετά συνηθισμένος και χρονολογείται γύρω στα 625 π.Χ.1683. Για την προέλευσή του έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις1684. Πολυάριθμα είναι τα θραύσματα κορινθιακών αγγείων. Από τα αρχαιότερα δείγματα του κο- ρινθιακού κεραμικού είναι δύο θραύσματα απιόσχημων αρυβάλλων της Μεταβατικής Περιόδου (Πίν. 60κ, λ) που κοσμούνται με οριζόντιες ταινίες και μία ζώνη με τρέχοντα ζώα προς τα δεξιά. Χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ.1685. Υπάρχουν ορισμένα θραύσματα 1676 Η προέλευσή τους παλιότερα αποδιδόταν στη Ρόδο, βλ. Ghali-Kahil 1960, σ. 17. Απομιμήσεις παράγο- νταν σ’ όλο το μεσογειακό χώρο, βλ. Cook 1962, σ. 148-149. Σύμφωνα με νεότερες απόψεις τα κέντρα παραγωγής τους πρέπει να αναζητηθούν έξω από τη Ρόδο, κάπου στην Ιωνία, βλ. Jones 1986, σ. 667κ.ε. Για την εξάπλωσή τους, βλ. Brommer 1979, σ. 39 κ.ε. 1677 Για κύλικες με πουλιά, βλ. Vroulia, σ. 134κ.ε., Ηistria ΙΙ,σ. 55κ.ε. JHS 60 (1940), JHS 85 (1965), Asine, 321 εικ. 219.4, Clara Rhodos III, 99 εικ. 92. Délos XV πίν. 46.4. Emporio, σ. 132-134. Ghali-Kahil 1960, σ. 17, 18 πίν. 1.1-7. Tocra II, σ. 21 αρ. 2010-2017 πίν. 12. Mégara Hyblaea II, σ. 78 πίν. 63.1-2. Ci- rene I, σ. 39-40, πίν. 10.14-15. Τιβέριος 1987, σ. 250 εικ. 7 &8 σημ. 24. Utili 1989, σ. 21 πίν. 7.3. Alt – Aegina II,1, σ. 10 πίν. 2.34 και 38. Boardman 1965, σ. 6. Cook 1949, σ. 44 εικ. 7. Kerschner 1997, Beib- latt, αρ. 22, 34, 42-3, 49-51, 71-78, 107-111. Για παραδείγματα από τον ευρύτερο βορειοελλαδικό χώρο, βλ. Κρανιώτη 1987, σ. 433 εικ. 3. Σκαρλατίδου 1992, σ. 689 εικ. 6. Για παραδείγματα από τη Χαλκιδική, βλ. Olynthus XIII, σ. 53 αρ. 1-1α πίν. 12, 131.7. Rhomiopoulou 1978, σ. 262 κ.ε. πίν. ΧΧΙΧ εικ. 6. Τρακο- σοπούλου 1996, σ. 1198-9. Σισμανίδης 1986, σ. 149. Για άλλα παραδείγματα από το Καραμπουρνάκι, βλ. Τιβέριος 1987, σ. 250 εικ. 7,8. Ρωμαίος 1941, σ. 369 εικ. 5.4. 1678 Tocra II, σ. 21. 1679 Εmporio, σ. 133. 1680 Παλιότερα ο ρυθμός αυτός αποδίδονταν στη Ρόδο. Βλ. Καρδαρά 1963. Rumpf 1933, σ. 69 κ.ε. Scier- ing 1957. Άλλοι μελετητές όπως ο H. Walter και η Ε. Walter - Karydi θεώρησαν ότι υπήρξαν και άλλα κέντρα παραγωγής, βλ. Samos V, σ. 47 κε. Samos VI.1 αντίστοιχα. Jones 1986, σ. 632κ.ε. Την εικόνα μας για την κεραμική αυτή άλλαξαν τα αποτελέσματα των ανασκαφών της Μιλήτου, Cummer 1976, σ. 35 αρ. 54-57 πίν. 7. Von Graeve1978, σ. 34-39. 1681 Καρδαρά 1963, εικ. 186, 187, 189. Όμοια διακοσμητικά μοτίβα συναντούνται και στη χιακή αγγειογραφία του α’ μισού του 6ου αι. π.Χ., βλ. Lemos 1991. Tocra I, σ. 62-63 αρ. 784-785 πίν.45. 1682 Bernard 1964, σ. 140 εικ. 51. 1683 Ένα όμοιο παράδειγμα είναι γνωστό από το Λευκαντί. Οι μελετητές το χαρακτηρίζουν ως δακτυλιό- σχημο ασκό. Βλ. Popham- Sackett 1966, σ. 234 πίν. 230.b. 1684 Αρκετά παραδείγματα έχουν βρεθεί στην Ίστρια, βλ. Histria IV, σ. 205κ.ε. αλλά και στη Δύση, βλ. De Miro 1983, σ. 92 εικ. 85. Από κάποιους μελετητές θεωρούνται ροδιακοί, βλ. Rumpf 1933, σ. 76. Délos X, σ. 34 αρ. 37-38 πίν. 16-18. Délos XVII, σ. 56-57 πίν. 47-48 και από άλλους κυκλαδικοί, βλ. Cook 1994, σ. 142. Για ανάλογη διακόσμηση, βλ. Délos XV, πίν. 44 και 53 και Τιβέριος 1987, σ. 250 σημ. 23 εικ. 6β. 1685 Neeft 1987. Délos X, αρ. 141 πίν. 21. Délos XVΙΙ, αρ. 19 πίν. 53. CVA Kassel 1, αρ. 1 πίν. 7. CVA Tübingen 1, αρ. 1 πίν. 8. Vroulia, πίν. 39 αρ. 7.2 και πίν. 42 αρ. 20.14. 160 κοτυλών (Πίν. 60μ) που διατηρούν τμήμα της δακτυλιόσχημης βάσης και του κάτω τμήματος του σώματος που φέρει ακτινωτή διακόσμηση. Σε ορισμένα άλλα όστρακα της Μεταβατικής περιό- δου αποδίδονται ζώα (Πίν. 61α-γ), όπως λιοντάρια ή αίγες με σκιαγραφία. Το κάτω τμήμα του σώματος φέρει μελανό γάνωμα1686. Μεταγενέστερο, της Μέσης Κορινθιακής Περιόδου, είναι το θραύσμα σώματος κλειστού αγ- γείου (Πίν. 61δ) που κοσμείται με λιοντάρι και εγχάρακτους ρόδακες1687. Στην ίδια περίοδο ίσως ανήκει και το δισκόμορφο χείλος σφαιρικού αρυβάλλου (Πίν. 61ε), διακοσμημένο με γλωσσωτά γραμμίδια. Διατηρούνται ακόμη κάποια θραύσματα κορινθιακών αλαβάστρων (Πίν. 61στ&ζ). Στο ένα γλωσσωτά γραμμίδια κοσμούσαν το λαιμό και στο σώμα διατηρούνται οι κεφαλές δύο αντωπών πετεινών και ανάμεσά τους ένας εγχάρακτος ρόδακας. Χρονολογείται στην Πρώιμη Κορινθιακή περίοδο, δηλ. στα τέλη του 7ου αι. – αρχές 6 ου αι. π.Χ.1688. Τέλος ορισμένα συνανήκοντα όστρακα προέρχονται πιθανότατα από οινοχόη με ψηλό λαιμό και κωνικό σώμα (Πίν. 61η) της Πρώιμης Κορινθιακής περιόδου1689. Φέρουν διακόσμηση με οριζόντιες ταινίες και ρόμβους με δικτυωτό κόσμημα. Στο σώμα φαίνεται ότι σχηματίζονταν με- τόπες με τη βοήθεια κάθετων γραμμών και ρομβοειδών κοσμημάτων. Θραύσματα εμπορικών αττικών1690 αμφορέων SOS υπήρχαν στους περισσότερους λάκκους (Πίν. 61θ&ι)1691. Έχουν μακρά διάρκεια παραγωγής από τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. έως το δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Τα παραδείγματα των λάκκων χρονολογούνται στο β’ μισό του 7ου αι. Ελάχιστα είναι κατά τα άλλα τα θραύσματα αττικών αγγείων που εμπεριέχονται στους λάκ- κους. Διατηρούνται δύο θραύσματα από το κοίλο χείλος μελαμβαφών κυλίκων τύπου C (Πίν. 61κ) του τέλους του 6ου αι. π.Χ.1692. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η παρουσία ενός αττικού οστράκου από σκύφο - γλαύκα. Είναι το οψιμότερο εύρημα από τους λάκκους και χρονολογείται στα 475 π.Χ.1693. Το υλικό που περιείχαν οι λάκκοι με βάση τα παραπάνω στοιχεία χρονολογείται στο μεγαλύ- τερο σύνολό του στα μέσα του 7ου αι. έως το τέλος του 6ου αι. π.Χ. και είναι ομοιογενές. Σε κα- μιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει διάκριση σε μεταγενέστερους ή πρωιμότερους λάκκους. Σε όλους συναντούμε πλήθος θραυσμάτων χιώτικων αμφορέων που είναι από τα πρωιμότερα δείγ- ματα και σχεδόν σε όλους θραύσματα αμφορέων SOS. Σε πολλούς συναντούμε αποσπασματικές 1686 Payne 1937, σ. 278. Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 55 πίν. 38. Technau 1929, σ. 24 εικ. 16.8,9,10. 1687 Payne 1937, σ. 299 αρ. 746 πίν. 24.2. 1688 Neeft 1977-1978, σ. 133 κ.ε. 1689 Payne 1937, σ. 279 αρ. 750 πίν. 24. Tocra I, σ. 26 αρ. 1 πίν. 3. Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 63 πίν. 48. De Miro 1983, σ. 77 εικ. 31-32. 1690 Ορισμένοι από αυτούς κατασκευάζονταν στην Εύβοια, βλ. Johnston – Jones 1978, σ. 103κ.ε. Jones 1986, σ. 707 κ.ε. Boardman 1996, σ. 21 εικ. 2. Για παράδειγμα πρώιμου ευβοϊκού αμφορέα SOS, βλ. Αν- δρεαδάκη – Βλαζάκη 2004, σ. 28 εικ. 10. Για ευβοϊκό παράδειγμα από τη Χαλκιδική, βλ. Torone I, σ. 320 αρ. 5/30. 1691 Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Τιβέριος 2000, σ. 519-527 και σχετική βιβλιογραφία κυρίως σημ. 1,6,7. Strøm 1971, σ. 112-113 και 233-236 σημ. 151-157. Gras 1987, σ. 41κ.ε. Vallet 1962, σ. 1554-1563. Rizzo 1991, σ. 45 κ. ε. Immerwahr 1990, σ. 12. Manakidou 2001, σ. 194. Για άλλα παραδείγματα, βλ. Hencken 1958, πίν. 66 εικ. 24. Brann 1961, σ. 338. Υoung 1939, σ. 179 εικ. 128-129. Johnston 1993, σ. 357 εικ. 77. Doğer 1986, σ. 467 εικ. 12. Di Sandro 1986, σ. 15-21. Στα τέλη του 8ου έχει χρονολογηθεί ένα παράδειγμα από τη Μένδη, βλ. Βοκοτοπούλου 1995, σ. 5-7. Από την ίδια περιοχή προέρχεται ένα ακόμη παράδειγμα που εντάσσεται στον πρώιμο 7ο αι. π.Χ., βλ. Μοσχονησιώτη 2004, σ. 279 εικ. 2. Mégara Hy- blaea ΙΙ, σ. 94, 95, 96 πίν. 81.6,7 και 82.1. De Miro 1983, σ. 89 εικ. 73. Orlandini 1979, σ. 317 κ.ε. εικ. 7- 10. Χρονολογούνται στα 640-630 π.Χ. Sabbione 1979, σ. 287 εικ. 12. Καραδήμα –Κουτσουμάνης 1992, σ. 679 εικ. 9. Sabbione 1979, σ. 288 εικ. 17. Για ένα θραύσμα από την Τούμπα Θεσσαλονίκης, βλ. Σουέρεφ 1994, σ. 190 εικ. 8. 1692 Agora XII, σ. 91. 1693 Johnson 1953, σ. 96-105 και 1955, σ. 119-124 πίν. 38 εικ. 38. 161 ιωνικές κύλικες και χιώτικους κάλυκες κ.α. Από το δεύτερο μισό του 7ου αι. προέρχονται και τα αντιπροσωπευτικά δείγματα του κορινθιακού κεραμικού. Το σύνολο των «ωοκέλυφων» αγγείων που μας έδωσε το υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ απο- τελεί σπάνιο εύρημα, καθώς τα άψητα τμήματα λαβών και η κακή όπτηση των αγγείων οδήγησαν τους ανασκαφείς να θεωρήσουν ότι ο λάκκος χρησίμευσε ως χώρος απόθεσης των αποτυχημένων προϊόντων του εργαστηρίου, τα οποία δεν ήταν δυνατό να διοχετευθούν στην αγορά1694. Τα λιγο- στά επείσακτα όστρακα που περιείχε ο λάκκος μπορούν να δώσουν το χρονικό πλαίσιο λειτουρ- γίας του εργαστηρίου, η παραγωγή του οποίου εξειδικευόταν στην ωοκέλυφη κεραμική. Η ανεύ- ρεση λιγοστών ακόμη οστράκων από τοπικά αγγεία άλλων κατηγοριών μπορεί να δώσει ένα ter- minus και για την χρονολόγηση αυτών. Τα περισσότερα είναι άποδες κύλικες, τα υπόλοιπα κυρίως μόνωτες φιάλες με προχοή και όλπες. Ελάχιστα είναι και τα θραύσματα κοντόχονδρων οινοχοών - mugs. Ένα σχήμα το οποίο δεν αντιπροσωπεύεται στους αποριμματικούς λάκκους είναι η οπισθότμητη οινοχόη. Σπάνιο σχήμα είναι και η αρύταινα. Αντίστοιχα στοιχεία όσον αφορά στην παραγωγή του συγκεκριμένου εργαστηρίου με το οποίο πρέπει να σχετιζόταν το υπόσκαπτο, μας δίνουν και τα όστρακα που δεν συγκολλήθηκαν1695. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα που προέκυψε και από τους απορριμματικούς λάκκους, ότι δηλ. το δημοφιλέστερο σχήμα που παρήγαγε το εργαστήριο ήταν οι άποδες κύλικες και στη συνέχεια οι μικρές οινοχόες. Εκτός από την ωοκέλυφη κεραμική στο λάκκο βρέθηκαν και λιγοστά όστρακα «ασημίζου- σας», όπως θραύσματα στάμνων αλλά και θραύσματα μίας οινοχόης διακοσμημένης με καστα- νούς ομόκεντρους κύκλους1696, που αποδεικνύουν ότι η ντόπια υπογεωμετρική παράδοση συνεχίζεται τουλάχιστον έως και τον 6ο αι. π.Χ. Η λιγοστή επείσακτη κεραμική (Πίν. 76) από το υπόσκαπτο είναι παρόμοια με την αντί- στοιχη των απορριμματικών λάκκων, στην οποία μόλις αναφερθήκαμε. Συγκεκριμένα αρκετά ήταν τα θραύσματα αμφορέων SOS1697, καθώς και χιώτικων οξυπύθμενων αμφορέων1698, ένα θραύσμα αρχαϊκής οινοχόης1699 και κυλίκων από την Ανατολική Ελλάδα1700, ένα έμβολο πρωτοθασίτικου αμφορέα των αρχών του 5ου αι. π.Χ.1701 και θραύσματα κορινθιακών κοτυ- λών1702. 1694 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2001, σ. 256 κ.ε. και 2003, σ. 347-348. Σχετικά με τις αναλύσεις του πηλού, βλ. Παράρτημα Γ. 1695 Συνολικά βρέθηκαν περίπου 600 θραύσματα ερυθροβαφών κυλίκων, ισάριθμα θραύσματα καστανοβα- φών κυλίκων και 90 οινοχοών. 1696 Θράυσμα στάμνου αρ. Κ2001Δ.530 και οινοχόης αρ. Κ2001Δ.553. 1697 Κ2001Δ.385, 390,391,392. Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παραπάνω σ. 161. 1698 Κ2001Δ.382, 394, 523. Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παραπάνω σ. 158. 1699 Κ2001Δ.399 1700 Κ2001Δ.400, 412. Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παραπάνω σ. 48. Για παρόμοιο παράδειγμα με το θραύσμα της κύλικας με ταινίες από αραιωμένο χρώμα στο χείλος του 6ου αι. π.Χ., βλ. Technau 1929, σ. 36 εικ. 28.7. Gruben 1957, σ. 49 πίν. 81.4. Kerschner 1997, σ. 163 αρ. 114 πίν. XV. 1701 Κ2001Δ.405. Cook – Dupont 1998, σ. 178κ.ε. εικ. 23.11-12. I. Zeest 1960, σ. 79-80. 1702 Κ2001Δ.410,411. 162 A. Kεραμική με γραπτή διακόσμηση ή γάνωμα A1. «Πιθαρόσχημα» με γεωμετρική διακόσμηση Πρόκειται για ένα από τα σχήματα που εμφανίζεται συχνότατα στους λάκκους που ερευνή- θηκαν. Από τα πολυάριθμα σωζόμενα θραύσματα μπορούμε να σχηματίσουμε μία σαφή εικόνα του σχήματος. Το χείλος είναι εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη και επικλινής και είναι ενιαίο με το χαμηλό, κυλινδρικό λαιμό. Η μετάβαση προς τον ώμο και το σχεδόν σφαιρικό σώμα είναι ομαλή. (367 Πίν. 62α) Στο μέσο περίπου του σώματος σχηματιζόταν δύο οριζόντιες ταινιωτές λαβές. Δυστυχώς κανένα θραύσμα δεν διατηρεί τη μορφή της βάσης. Έχουν κατα- σκευαστεί σε αργό τροχό. Ο πηλός τους είναι σχετικά καθαρός με λίγες προσμίξεις και μίκα. Η εξωτερική επιφάνεια των αγγείων φέρει συνήθως ένα ανοικτόχρωμο επίχρισμα, αρκετά πλούσιο σε μίκα. Η διακόσμηση αποδίδεται με ερυθρό ή καφέ-μαύρο χρώμα. Τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση των συγκεκριμένων αγγείων μας θυμίζει το γνωστό «πίθο» της Μένδης1703 (Πίν. 91α) αλλά και ορισμένους «οξυπύθμενους πιθαμφορείς» από τη Χίο1704. Οι δύο λαβές που φέ- ρουν τα αγγεία αυτά στον ώμο τα διαφοροποιούν από τους συνηθισμένους πίθους, καθώς είναι βασικό γνώρισμα των πιθαμφορέων. Το μικρό ύψος του λαιμού των αγγείων αυτών και η μορφή της βάσης, η οποία πιθανότατα ήταν επίπεδη και όχι δακτυλιόσχημη ή ένα ψηλό διευρυνόμενο πόδι, όπως στους πιθαμφορείς, μας οδηγούν να τα ονομάσουμε «πιθαρόσχημα» αγγεία αντί για πίθους, δεδομένου μάλιστα ότι το ύψος τους ήταν σχετικά μικρό, γύρω στα 70εκ. Εξ άλλου και τα αντίστοιχα αγγεία της Χίου και της Μένδης, που μόλις αναφέρθηκαν, έχουν ύψος γύρω στα 60εκ. Με βάση τη διακόσμηση μπορούμε να διακρίνουμε δύο ομάδες: Ι. Με ομόκεντρα ημικύκλια και ομόκεντρους κύκλους Συνήθως τα «πιθαρόσχημα» αγγεία της ομάδος αυτής φέρουν κιτρινωπό επίχρισμα και γρα- πτή διακόσμηση με ερυθρό χρώμα (Πίν. 62 γ, δ, στ). Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που το επί- χρισμα είναι υπόλευκο και τα διακοσμητικά μοτίβα αποδίδονται με καφέ-μαύρο χρώμα (Πίν. 62α, β, ζ, η). Η στεφάνη του χείλους σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ακόσμητη (367 Πίν. 62α). και άλλοτε κοσμείται με λοξές ταινίες (370 Πίν. 62β). Σε άλλες περιπτώσεις μόνο το εξωτερικό μέτωπο του χείλους φέρει μία οριζόντια ταινία (369 Πίν. 62στ). Ο λαιμός πάλι σε ορισμένα αγγεία έχει αφε- θεί ακόσμητος (369 Πίν. 62στ) και σε άλλα φέρει πλατιές οριζόντιες ταινίες, από τις οποίες ξεκι- νούν κάθετες που κοσμούν τον ώμο (367, Πίν. 62α). Γενικά η διακόσμηση του σώματος χωρίζε- ται με τη βοήθεια διπλών οριζόντιων ταινιών σε ζώνες. Στον ώμο υπάρχουν συστάδες κάθετων γραμμών που εναλλάσσονται με δέσμες κυματοειδών γραμμών, σχεδιασμένων με το πολλαπλό πινέλο. Ανάμεσά τους δίνονται είτε γραμμίδια λοξά διατεταγμένα (367 Πίν. 62α) είτε πολυπλο- κότερα μοτίβα, όπως πεταλόσχημα γραμμίδια κάτω από την ταινία στη βάση του λαιμού (373 Πίν. 64α) και χαμηλότερα ομόκεντροι κύκλοι (372 Πίν. 63στ). Στην επόμενη ζώνη, η οποία βρίσκεται στο ύψος της οριζόντιας ταινιωτής λαβής, ανάμεσα σε δέσμες κάθετων και κυματοειδών γραμμών υπάρχουν ομόκεντροι κύκλοι (369 Πίν. 62η, 370 Πίν. 62ε). Πολλές φορές πλάι στη λαβή υπάρχουν ευθείες γραμμές που ορίζουν μία μετόπη. Σε άλλα πάλι αγγεία η λαβή πλαισιώνεται από δύο ευθείες ταινίες και δίπλα σ’ αυτές υπάρχουν κυ- ματοειδείς. Οι ομόκεντροι κύκλοι είναι δυνατό να μην αποδίδονται μόνο σε μετόπες που ορίζο- νται από συστάδες κάθετων και κυματοειδών ταινιών αλλά να καλύπτουν μία ολόκληρη ζώνη 1703 Βλ. παρακάτω σ. 231. 1704 Emporio, σ. 137 πίν. 44Χ. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 222. 163 (374). Μάλιστα, όπως μας δείχνει το 372, μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους και να σχηματί- ζουν οκτώσχημες σπείρες. Η λαβή κοσμείται με λοξά γραμμίδια. (370 Πίν.62ε) Oι κάθετες και κυματοειδείς γραμμές της προηγούμενης ζώνης απολήγουν στις ευθείες ται- νίες που ορίζουν την επόμενη ζώνη, όπου συναντούμε για μία ακόμη φορά τα συγκεκριμένα γε- ωμετρικά μοτίβα, με μικρές παραλλαγές στη διάταξή τους. Κάποια κοσμούνται με κρεμαστά ημικύκλια (381 Πίν. 64γ, 372 Πίν. 63ζ) που ορισμένες φορές τέμνονται (370 Πίν. 62γ) και άλ- λοτε με ανάστροφα ημικύκλια που χωρίζονται με κάθετες (369 Πίν. 62ζ, 378 Πίν. 63γ, 379, 373) ή κυματοειδείς γραμμές (Πίν. 63δ). Από αυτήν τη ζώνη προέρχεται πιθανότατα και το θραύσμα (Πίν. 64δ) το οποίο φέρει αριστερά κάθετες γραμμές που ξεκινούν από μία οριζόντια ταινία και απολήγουν σε μία άλλη και δεξιά δέσμη ελεύθερων λοξών γραμμών. Η ίδια διακόσμηση συναντάται και στο 381 (Πίν. 64γ), από το οποίο διατηρείται και τμήμα ζώνης με κρεμαστά τεμνόμενα ημικύκλια. Η τέταρτη ζώνη κοσμείται είτε με κρεμαστά ημικύκλια είτε με ομόκεντρους κύκλους σε με- τόπες που ορίζονται από κυματοειδείς γραμμές. Οι κύκλοι ορισμένες φορές εφάπτονται στις ορι- ζόντιες ταινίες και άλλοτε όχι. Οι κύκλοι και τα ημικύκλια έχουν σχεδιαστεί με τη βοήθεια του πολλαπλού πινέλου1705. Ανεξαρτήτως της διάταξης των μοτίβων, διαπιστώνουμε ότι τέσσερα είναι τα βασικά μοτίβα που χρησιμοποιούνται: α. Κυματοειδείς γραμμές β. Κάθετες γραμμές γ. Ομόκεντροι κύκλοι δ. Κρεμαστά ημικύκλια. Το δημοφιλέστερο μοτίβο που τοποθετείται στην κύρια διακοσμητική ζώνη των «πιθαρό- σχημων» αγγείων, οι ομόκεντροι κύκλοι1706, συνδυάζονται με δέσμες όρθιων κυματοειδών γραμ- μών ή κάθετων1707. Το ίδιο διακοσμητικό σύστημα συναντήσαμε και στους πιθαμφορείς της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής με την οποία ασχοληθήκαμε με αφορμή ορισμένα πα- ραδείγματα από την Άκανθο1708. Η διάταξη των δεσμών κάθετων και κυματοειδών γραμμών έχοντας ανάμεσα τους ελαφρώς λοξές οριζόντιες γραμμές συναντάται και σε κρητικά αγγεία της ΥΓ ΙΙ περιόδου1709. Στα «πιθαρόσχημα» αυτής της ομάδας σπανιότερα απαντά το μοτίβο των ομόκεντρων κύ- κλων που συνδέονται «διαγώνια» με μία λεπτή γραμμή και δίνουν την εντύπωση ότι σχηματίζουν οκτώσχημες σπείρες ή το μοτίβο της τρέχουσας σπείρας (372). Το μοτίβο συναντάται ήδη στην ΥΜ ΙΑ περίοδο αλλά εκεί επρόκειτο για σπείρες και όχι για ομόκεντρους κύκλους συνδεόμενους μεταξύ τους1710. Στους γεωμετρικούς χρόνους αποκτά πλέον τη μορφή με την οποία συναντάται στα αγγεία από το Καραμπουρνάκι. Το συναντούμε επίσης συχνά και στη σαμιακή κεραμική. Το πλησιέστερο παράδειγμα βρίσκεται σ’ έναν αποσπασματικό κρατήρα του α’ μισού του 8ου αι. π.Χ.1711, ενώ την ίδια εποχή απαντά και στο λαιμό ενός αποσπασματικού αγγείου από τη Μί- λητο1712. Σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. στη Θήρα, το μοτίβο επιβιώνει και στα αρχαϊκά χρό- 1705 Για τη χρήση του πολλαπλού πινέλου, βλ. Boardman 1960β, σ. 85-89. Eiterjorg 1980, σ. 445-452. Papadopoulos, Vedder, Schreiber 1998, σ. 507 κ.ε. 1706 Για την καταγωγή του, βλ. Βερδελής 1958, σ. 38 κ.ε. 1707 Οι ομόκεντροι κύκλοι έχουν σχεδιασθεί με το πολλαπλό πινέλο. Προβληματική παραμένει η σχεδίαση των κυματοειδών γραμμών, οι οποίες φαίνεται να έχουν κατασκευαστεί επίσης με αυτό. Ο Boardman θεω- ρούσε ότι το πολλαπλό πινέλο δεν χρησιμοποιείτο για μοτίβα που σχεδιάζονταν με ελεύθερο χέρι. Βλ. Boardman 1960β, σ. 85-89. Διαφορετική άποψη έχει διατυπώσει ωστόσο πρόσφατα ο Catling, βλ. Catling 1998, σ. 154. 1708 Βλ. παραπάνω σ. 57. 1709 Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2004, σ. 30 εικ. 17. 1710 Μαρινάτος 1968, σ. 119 πίν. 108. Λεμπέση 1967, σ. 202 πίν. 182 α. Πλάτων 1967, σ. 175 πίν. 157. Ν. Κοντολέων 1967, σ. 118. 1711 Samos V, σ. 24 και 95 αρ. 72 πίν. 13. 1712 IstMitt 9-10, σ. 45 πίν. 33.3. 164 νια. Χαρακτηριστικός είναι ο λαιμός ενός πιθαμφορέα από τη Θήρα όπου το μοτίβο εμφανίζεται σε δύο δευτερεύουσες ζώνες που πλαισιώνουν την κεντρική1713. Στη ντόπια γεωμετρική κεραμική του μακεδονικού χώρου τα κρεμαστά και τα ιστάμενα ημι- κύκλια είναι μαζί με τους ομόκεντρους κύκλους το δημοφιλέστερο μοτίβο1714. Στα πιθαρόσχημα αγγεία όμως από το Καραμπουρνάκι παρατηρούμε μία διαφορετική διάταξη. Υπάρχουν σειρές ημικυκλίων που διακόπτονται από κυματοειδείς γραμμές. Η ίδια διάταξη απαντά και σ’ ένα απο- σπασματικό αγγείο από τον Καστανά1715 αλλά και σε αγγεία της «ασημίζουσας»1716. Ο συνδυασμός αυτό συναντάται στον 7ο αι. και σε άλλα εργαστήρια. Χαρακτηριστικό είναι το θραύσμα ενός μηλιακού αμφορέα που βρέθηκε στη Σάμο και χρονολογείται στην Ύστερη Γε- ωμετρική περίοδο, και για την ακρίβεια προς το πέρασμα στον 7ο αι. π.Χ.1717, αλλά και διάφορα αγγεία της σαμιακής1718 και χιακής1719 παραγωγής του 7ου αι. π.Χ. Τα πεταλόσχημα μοτίβα, όπως είδαμε αναφερόμενοι στην τοπική παραγωγή της Ακάνθου, αποτελούν δάνειο από τον ανατολικοϊωνικό χώρο1720. Εμφανίζονται τόσο σε αγγεία των γεωμετρικών χρόνων της Εύβοιας όσο και στη χιακή, σαμιακή κεραμική αλλά και της Ανατολι- κής Ελλάδας κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Είναι εμφανές ότι τα περισσότερα μοτίβα των αγγείων αυτών όσο και ο τρόπος που συνδυά- ζονται μεταξύ τους προέρχονται από την παλιότερη παράδοση του μακεδονικού χώρου που έχει στενή σχέση με την Εύβοια κυρίως αλλά και τη Θεσσαλία. Στους χρόνους που χρονολογούνται τα «πιθαρόσχημα» αγγεία, δηλ. μετά το 700 π.Χ., τα ίδια μοτίβα εξακολουθούν να εμφανίζονται και στο νησιωτικό και ανατολικό χώρο. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι οι κεραμείς του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου στον 7ο αι. π.Χ. επηρεαζόμενοι σε μεγάλο βαθμό από τους νη- σιώτες ομότεχνους τους, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, συνεχίζουν τη δική τους τοπική παρά- δοση. ΙΙ. Με ζώνη με δικτυωτό Δεν είναι τόσο συνήθης τύπος όσο ο προηγούμενος. Τα σωζόμενα θραύσματα δεν μας δίνουν τόσα στοιχεία όσα έχουμε για τον προηγούμενο. Ωστόσο το μοναδικό παράδειγμα του χείλους υποδεικνύει ότι έχει πολλές ομοιότητες με τον προηγούμενο τύπο (382 Πίν. 65β). Εκτός από το σχήμα όμοιος είναι και ο τρόπος κατασκευής. Έχουν κατασκευασθεί σε αργό τροχό. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει υπόλευκο γκριζωπό επίχρισμα και τα διακοσμητικά μοτίβα αποδίδονται με γκριζόμαυρο χρώμα. Η διακόσμηση χωρίζεται για μία ακόμη φορά σε οριζόντιες ζώνες, αυτή τη φορά όμως με μονές οριζόντιες ταινίες. Μία οριζόντια ταινία αποδίδεται στο σημείο ένωσης λαιμού-χείλους. Στην πρώτη ζώνη έχουμε συστάδες οριζόντιων κυματοειδών γραμμών που έχουν πεπλατυσμένη, σχεδόν «καρδιό- σχημη» απόληξη (382 Πίν. 65α). Χωρίς να έχουν αποδοθεί με επιμέλεια, πολλές φορές εν μέρει επικαλύπτονται. Μία δεύτερη, πλατύτερη ζώνη διακοσμείται με δικτυωτό (Πίν. 65γ, δ), ενώ στην αμέσως επόμενη υπάρχουν οι γνωστές δέσμες λοξών ή οριζόντιων γραμμιδίων, που τις συ- ναντήσαμε και στον προηγούμενο τύπο και θα τις δούμε και στην «ασημίζουσα». Μία οριζόντια ζώνη ή ένα ορθογώνιο που καλύπτονται με δικτυωτό από οριζόντιες και κάθε- τες τεμνόμενες γραμμές εμφανίζεται και σε άλλα αγγεία του βορειοελλαδικού χώρου, όπως σ’ 1713 Pfuhl 1903, σ. 100 A20 πίν. V2 . 1714 Βλ. παραπάνω σ. 5. 1715 Jung 2002, σ. 437 αρ. 497 πίν. 58. 1716 Τιβέριος - Γιματζίδης 2000, σ. 196 εικ. 2. 1717 Samos V, σ. 45 αρ. 292, 107 πίν. 49. 1718 Samos V, σ. 113 αρ. 384 πίν. 70. 1719 Emporio, σ. 138 αρ. 481-484 πίν. 43. 1720 Βλ. παραπάνω σ. 30. 165 έναν πίθο του Καστανά1721, στην «αμαυρόχρωμη» κεραμική1722, σε αγγεία της «ασημίζουσας»1723 αλλά και σε έναν ασκό από τη Θάσο1724. Ζώνες που καλύπτονται με δικτυωτό συναντούνται επί- σης σε κλειστά ευβοϊκά αγγεία1725. Στη Θεσσαλία το μοτίβο εμφανίζεται σε σκύφους της Υποπρωτογεωμετρικής περιόδου από την Ιωλκό1726 αλλά και σε κανθάρους από άλλες περιο- χές1727. Όσον αφορά στα θεσσαλικά αγγεία, κατά μία άποψη το μοτίβο αυτό αποτελεί δάνειο από την Αττική, όπου απαντά επαναλαμβανόμενο σε κάθετες ζώνες στον Πρωτογεωμετρικό ρυθμό1728, ενώ σύμφωνα με μία δεύτερη άποψη αποτελεί δάνειο από το βορειοελλαδικό χώρο1729. Τετράγωνα που καλύπτονται με δικτυωτό συναντούνται επίσης στην Πρωτογεωμετρική και Γεω- μετρική κεραμική της Κρήτης1730. Στους πρώιμους χρόνους συναντάται και στην Ανατολική Ελ- λάδα να καλύπτει ολόκληρες ζώνες1731. Το μοτίβο γνώρισε μεγάλη διάρκεια αν και δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές. Στην Εύβοια το συναντούμε αργότερα στην κεραμική της Ερέτριας του 8ου και 7ου αι. π.Χ.1732. Συναντάται και σ’ ένα αποσπασματικά σωζόμενο αγγείο του 8ου αι. π.Χ. από το Μεταπόντιο1733 και κάτω από τη λαβή μίας στάμνου του 7ου αι. π.Χ στη μία όψη της οποίας απεικονίζεται μία λύρα και στην άλλη ένα λιοντάρι1734. Στον πρώιμο 7ο αι. π.Χ. συναντάται και στην Αττική1735. Στην Ανατολή μάλιστα επιβιώνει ως το 600 π.Χ., όπως μας δείχνουν θραύσματα ενός κλειστού αγγείου1736. Ίσως μπορούμε να προτείνουμε ότι η εμφάνιση του μοτίβου στα αγγεία από το Καραμπουρνάκι μαρτυρεί την εμμονή στην παράδοση που επικρατεί στο μακεδονικό χώρο και ταυτόχρονα μία επίδραση άλλων σύγχρονων εργαστηρίων, όπως π.χ. της Εύβοιας, τα οποία εξακολουθούν να το χρησιμοποιούν επίσης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνηθισμένο μοτίβο και στα αγγεία αυτά αλλά και στους αμφορείς με γραπτή διακόσμηση, όπως και στην «ασημίζουσα»1737, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω, είναι οι δέσμες μικρών γραμμιδίων άλλοτε λοξών και άλλοτε ελαφρώς κυματοειδών. Στη γειτονική Θεσσαλία το μοτίβο εμφανίζεται με τη μορφή κάθετων γραμμιδίων αντί οριζοντίων ήδη από την ΠρΓ ΙΙ περίοδο1738. Στο μακεδονικό χώρο, εκτός από την «ασημίζουσα», εμφανίζεται και σ’ έναν αμφορέα από τον Καστανά του 7ου αι. π.Χ. 1739 αλλά και σε αποσπασματικά δείγματα από όλη τη Χαλκιδική1740. Oι δέσμες λοξών γραμμιδίων απαντούν και στην ευβοϊκή κεραμική και συγκεκριμένα στο εργαστήρι της Ερέτριας στον όψιμο 7ο αι. π.Χ.1741. Στη Σάμο εμφανίζονται σε μία μικρή λήκυθο που 1721 Olynthus V, σ. 23 κ.ε. Olynthus XIII, σ. 50. Βοκοτοπούλου 1985, σ. 147, 150. 1722 Heurtley 1926-1927, σ. 181 και 189 εικ. 28 και 33. 1723 Bernard 1964, εικ. 30. Γιματζίδης 1997, σ. 32. 1724 Περιστέρη 1990, σ. 396 εικ. 3. 1725 Lefkandi I, σ. 73 αρ. 561, 562, 568 πίν. 33. 1726 Sipsie – Eschbach 1991, σ. 55 και 74 πίν. 8.7, 33.4 και 4. 1727 Βερδελής 1958, πίν. 15.5&6. Heurtley - Skeat 1930-1931, σ. 45 κ.ε. εικ. 18, 19, 20. 1728 Desborough 1952, πίν. 3, 6, 7, 9, 11. 1729 Γιματζίδης 1997, σ. 32. 1730 Τζεδάκις 1969, σ. 433 πίν. 439ε. Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2004, σ. 29 εικ.12. 1731 Bernbeck – Pollock 2003, σ. 41 εικ. 19. 1732 Ανδρειωμένου 1979, σ. 187 εικ. 32 ε. 1733 Orlandini 1979, σ. 317 εικ. 1. 1734 Orlandini 1991, σ. 1. Cialafoni 1985, σ. 43-48 εικ. 1. 1735 Langdon 1976, σ. 68 αρ. 297 πίν. 25. Με πλέγμα καλύπτεται ο ώμος σφαιρικού αρυβάλλου. 1736 Cummer 1976, σ. 33 εικ. 2 αρ. 33 πίν. 8. 1737 Bernard 1964, εικ. 37 αρ. 152, 154. Χρυσοστόμου 1992, σ. 175 εικ. 11. Βοκοτοπούλου – Παππά - Τσιγαρίδα 1989, σ. 395 εικ. 15γ. Γιματζίδης 1997, σ. 36 πίν. XXV.A, XXXVIII.1, XXXIX,2. 1738 Sipsie-Eschbach 1991, σ. 210 πίν. 64. 1739 Hänsel 1979, σ. 198 εικ. 18.7. 1740 Βοκοτοπούλου 1985, σ. 148 πίν. 9.2. 1741 Boardman 1957, σ. 15-16 εικ. 2. Ίσως η οινοχόη αυτή να είναι βοιωτική απομίμηση των ερετριακών αγγείων του 7ου αι. π.Χ. Ο Γιματζίδης θεωρεί ότι το μοτίβο σχετίζεται με τις στιγμές ή τα παχιά γραμμίδια 166 χρονολογείται πριν το 700 π.Χ.1742, ενώ απαντώνται και στη νησιωτική κεραμική του δευτέρου τετάρτου του 7ου αι. π.Χ.1743. Διατεταγμένες κάθετα και όχι οριζόντια συναντούνται και στο λαιμό μίας υδρίας από τη Νάξο της Σικελίας των μέσων του 7ου αι. π.Χ.1744. Το μοτίβο πιθανό- τατα εισάγεται στο μακεδονικό χώρο από τα νησιώτικα εργαστήρια του 7ου αι. π.Χ., με τα οποία οι τεχνίτες του μακεδονικού χώρου είχαν επαφές. Ουσιαστικά και αυτό το σχήμα, ως προς τη διακόσμησή του, κοσμείται με παλιότερα μοτίβα της τοπικής παράδοσης που είναι επηρεασμένα από την αντίστοιχη θεσσαλοευβοϊκή. Αφορμή για τη συντηρητικότητα των εργαστηρίων της Κεντρικής Μακεδονίας ίσως αποτελεί η επίδραση των σύγχρονων νησιωτικών εργαστηρίων. Α2. Κρατηρόσχημα αγγεία Ένα σχήμα που συναντούμε αρκετά συχνά στους απορριμματικούς λάκκους, με εμφανείς κα- ταβολές από τη Γεωμετρική περίοδο, είναι τα κρατηρόσχημα αγγεία με μικρό χείλος, η μορφή του οποίου ποικίλει, και κοντό, κοίλο λαιμό ενιαίο με το σφαιρικό σώμα. Η μορφή της βάσης μας είναι άγνωστη. Το σχήμα του χείλους, όπως θα δούμε και από τα σωζόμενα θραύσματα, ποικίλει. Συνήθως το χείλος κοσμείται με εγκάρσια γραμμίδια και το σώμα φέρει γραπτή διακόσμηση με ποικίλα μοτίβα. Στο 384 (Πίν. 65ζ, Σχ. 27α) σχηματίζεται ένας κοντός υποτυπώδης λαιμός, που ουσιαστικά αποτελείται από μία κοίλη ταινία. Το χείλος έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και μόνο η άνω επιφάνειά του κοσμείται με εγκάρσια γραμμίδια. Ο λαιμός και η εσωτερική όψη φέρουν χρώμα. Εξωτερικά το σώμα έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμείται με γωνιώδη παχιά γραμμή. Συγγενικού σχήματος είναι το 385 (Σχ. 27β), που έχει λοξότμητο προς τα έξω χείλος, κοντό λαιμό και σφαιρικό σώμα. Το χείλος κοσμείται με εγκάρσια πλατιά γραμμίδια, ενώ ο λαιμός έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Παρόμοιου σχήματος είναι και ένα ακόμη γνωστό αποσπασματικό παράδειγμα επίσης από το Καραμπουρνάκι, το οποίο κοσμείται με σκηνή ελαφηβολίας αποδοσμένη με σκιαγραφία1745. Είναι και αυτό προϊόν της τοπικής παραγωγής και χρονολογείται στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ. Αυτός ο τύπος κρατήρα θεωρείται ότι προέρχεται από την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο1746. Συναντάται πολύ συχνά στην κεραμική της Εύβοιας, τόσο στην Ερέτρια1747 όσο και στο Λευκα- ντί1748. Απαντά και στη Θεσσαλία που έχει όμοια παράδοση κατά τους γεωμετρικούς χρόνους με την Εύβοια1749. Το σχήμα βέβαια χρησιμοποιήθηκε από όλα τα μεγάλα εργαστήρια της εποχής, όπως της Aττικής1750 και της Χίου1751, μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. Παρόμοιου σχήματος αγγεία του 7ου αι. π.Χ. συναντούμε και στη Δύση1752. Οι κεραμείς του μακεδονικού χώρου βέβαια είναι πιθανό- τερο να το δανείσθηκαν από τους Ευβοείς με τους οποίους είχαν αναπτύξει στενές σχέσεις από που φέρουν οι ευβοϊκοί σκύφοι της ΥΓ περιόδου και θεωρεί το μοτίβο δάνειο από την Εύβοια, βλ. Γιματζί- δης 1997, σ. 37. 1742 Walter – Vierneisel 1959, πίν. 21.3. 1743 Samos V, σ. 58 αρ. 457 πίν. 83. 1744 Lentini 1992, σ. 19 αρ. 21 εικ. 48, 49. 1745 Τιβέριος – Μανακίδου - Τσιαφάκη 1999, σ. 172 εικ. 10. 1746 Lefkandi I, σ. 68 αρ. 251, 256, 258. 1747 Ανδρειωμένου 1982, αρ. 102 εικ. 8.5. 1748 Lefkandi I, σ. 68 αρ. 251, 256, 258. 1749 Sipsie – Eschbach 1991, σ. 127 αρ. 79/248, 249, 250, 252 πίν. 37. 1750 Froning 1987, σ. 435-443. 1751 Emporio, σ. 114 αρ. 119 πίν. 28. Χρονολογείται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. ό.π. αρ. 44 πίν. 22. Χρονολογείται γύρω στο 660 π.Χ. 1752 Έχουν ποικίλα προφίλ και γραμμική διακόσμηση. Βλ. Mégara Hyblaea ΙΙ, πίν. 154-155. Maruggi 1996, σ. 263 αρ. 249. 167 πολύ νωρίς. Ένα θραύσμα αυτού του τύπου της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου είναι γνωστό από το λάκκο Γ της Αγχιάλου.1753 Παρόμοιο σχήμα έχει και το αγγείο 386 (Πίν. 65στ, Σχ. 27γ), το χείλος του οποίου όμως είναι διαφορετικό. Είναι κυρτό και η άνω επιφάνειά του στρογγυλοποιημένη, ενώ είναι ενιαίο με τον κοντό, υποτυπώδη λαιμό. Το σώμα του ήταν σφαιρικό. Ένα όμοιο αποσπασματικό επίσης σωζό- μενο παράδειγμα από την Ξάνθο αποδεικνύει ότι το σχήμα αυτό έφερε στον ώμο δύο λαβές κυ- κλικής διατομής, λοξά προσαρμοσμένες1754. Ένα ακόμη συγγενικό παράδειγμα είναι γνωστό από τη Δύση και χρονολογείται στο α’ μισό του 7ου αι. π.Χ.1755. Το χείλος και ο λαιμός φέρουν γκριζόμαυρο χρώμα, ενώ το σώμα φέρει γραπτή διακόσμηση που ξεκινά από μία οριζόντια ται- νία. Δημιουργείται μία ζώνη με ισοσκελή αντιθετικά εφαπτόμενα τρίγωνα, δηλ. το μοτίβο του διπλού πέλεκυ ή της κλεψύδρας. Η διακόσμησή του μόλις που διακρίνεται καθώς σ’ όλη την επι- φάνεια φέρει ομοιόχρωμο μ’ αυτήν αραιωμένο επίχρισμα. Το μοτίβο συναντάται και στη χιώτικη κεραμική των γεωμετρικών και πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Εδώ συνήθως συναντάται κάτω από τις κύριες ζώνες σε κρατήρες αλλά και στα άκρα ζωνών από κρατήρες και οινοχόες1756. Π.χ. το συναντούμε σε θραύσμα από το σώμα ενός κρατήρα1757, αλλά και ενός λέβητα1758 παρόμοιου σε προφίλ με τον δικό μας. Σε κορινθιακά αγγεία του 8ου1759 και 7ου αι. π.Χ.1760 χρησιμοποιείται ανάμεσα σε δέσμες κατακόρυφων γραμμών και ως κύριο μοτίβο, όπως στο παράδειγμα από το Καραμπουρνάκι. Μιμούμενα τα πρωτοκορινθιακά παραδείγματα υιοθέτησαν το μοτίβο και τα τοπικά εργαστήρια στα Μέγαρα Υβλαία, όπως μας δείχνει το τμήμα ενός παρόμοιου κρατήρα αλλά με πεπλατυσμένο χείλος1761. Θραύσματα παρόμοιου κρατήρα έχουν βρεθεί και στη Γέλα και θεωρείται ότι αντιγράφουν αντίστοιχο ροδιακό αγγείο1762. Συναντάται όμως συχνά και σε αγγεία της τοπικής κεραμικής της Χαλκιδικής, όπως στον πιθαμφορέα της Ακάνθου 108 (Πίν. 15) και στον λέβητα 127 (Πίν. 26ε, στ). Α3. Αμφορείς Ο αριθμός οστράκων επιτραπέζιων αμφορέων με γραπτή διακόσμηση είναι πολύ μικρός. Υπήρχαν ορισμένα όστρακα άβαφων αμφορέων, η απόδοση των οποίων σε κάποιο τοπικό εργα- στήρι είναι επισφαλής και για το λόγο αυτό δεν μας απασχολούν. Διατηρούνται ελάχιστα θραύ- σματα αμφορέων με γραπτή διακόσμηση. Τα περισσότερα όστρακα διατηρούν μόνο τμήμα του σώματος. Μόνο ένα, το 387 (Πίν. 66α), διατηρεί και τμήμα της χαμηλής, υποτυπώδους δισκόμορφης βάσης. Το σώμα είναι ωοειδές. Το 387 είναι πανομοιότυπο τόσο στη σύσταση όσο και στη διακόσμηση με το 388 (Πίν. 66β). Έχουν κατασκευαστεί από κιτρινωπό ερυθρό πηλό, σχετικά καλής ποιότητας με μίκα. Φέρουν γραπτή διακόσμηση με καφέ χρώμα. Και στα δύο διατηρείται στο άνω σωζόμενο τμήμα μία ζώνη που ορίζεται από δύο οριζόντιες ταινίες και ανάμεσα τους δέσμες κάθετων γραμμών. Στο κάτω τμήμα του σώματος διατηρείται τμήμα μίας οριζόντιας ταινίας. Και στα δύο διακρίνεται η αμελώς απο- δοσμένη απόληξη του χρωστήρα. Παρόμοια διακόσμηση, όπως είδαμε παραπάνω, έφεραν και τα «πιθαρόσχημα» αγγεία. Θραύσματα δύο ακόμη αμφορέων, τα 389 (Πίν. 66γ) και 390 (Πίν. 66δ), παρουσιάζουν με- γάλη ομοιότητα μεταξύ τους. Έχουν κατασκευαστεί ομοίως από τον ίδιο πηλό, πλουσιότερο σε 1753 Παντή 1999, σ. 17. 1754 Xanthos IV, σ. 63 αρ. 104 πίν. 24. 1755 Maruggi 1996, σ. 263 αρ. 251. 1756 Emporio, σ. 105. 1757 Ό.π. σ. 113 αρ. 99 πίν. 27. 1758 Ό.π. αρ. 141, σ. 115 πίν. 29. 1759 Kleine 1979, σ. 140 αρ. 4 εικ. 12 πίν. 32.4. 1760 Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 27 εικ. 11 πίν. 6.8. 1761 Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 151-152 πίν. 153.6. 1762 De Miro 1983, εικ. 83. 168 μίκα από τον προηγούμενο και φέρουν γραπτή διακόσμηση με σκούρο καφέ-ερυθρό χρώμα. Η διακόσμηση χωρίζεται για μία ακόμη φορά σε ζώνες με τη βοήθεια οριζόντιων ταινιών. Στην άνω ζώνη φέρει συστάδες ομόκεντρων κύκλων. Στην δεύτερη ζώνη, στο 389 (Πίν. 66γ) υπάρχουν συστάδες μικρών κυματοειδών γραμμιδίων και στο άλλο (390) συστάδες μικρών ευθέων γραμμι- δίων, ελαφρώς λοξά διατεταγμένων. Και τα τρία διακοσμητικά μοτίβα τα συναντήσαμε και στα πιθαρόσχημα (382), όπου έγινε λόγος για την πιθανή προέλευσή τους. Θραύσματα ενός όμοιου αγγείου διατηρήθηκαν και στο υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ. Ενδι- αφέρον είναι το 591 (Πίν. 76ζ). Διατηρεί τμήμα και της κατώτερης ζώνης του αγγείου, η οποία θα μας ήταν άγνωστη αν διαθέταμε μόνο τα αντίστοιχα όστρακα των απορριμματικών λάκκων. Στην άνω ζώνη υπάρχουν τα γνωστά λοξά γραμμίδια σε συστάδες. Στο μέσο φέρει δύο οριζόντιες ταινίες, η κάτω στα δεξιά γίνεται λοξή και στο κάτω τμήμα υπάρχει το γνωστό ορθογώνιο που καλύπτεται με δικτυωτό και που συναντήσαμε ήδη στα «πιθαρόσχημα» αγγεία. Α4. Οπισθότμητοι πρόχοι - Οινοχόες Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει μία επιμέρους διάκριση, βασιζόμενη στη διαμόρφωση του χείλους, σε οπισθότμητες πρόχους και οινοχόες. Α4.Ι. Οπισθότμητοι πρόχοι Αγαπητό σχήμα στην κεραμική του βορειοελλαδικού χώρου από πολύ νωρίς είναι η οπισθό- τμητη πρόχους. Συναντάται ήδη από την Εποχή του Χαλκού1763 και ιδιαίτερα συχνά στην κερα- μική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, όπου η κάθετη διπλή λαβή, το κάθε στέλεχος έχει κυ- κλική διατομή, εμφανίζεται πολύ συχνά ως τον 6ο αι. π.Χ.1764. Το σχήμα ωστόσο φαίνεται να επιβιώνει στη Μακεδονία ως και τον 5ο αι. π.Χ.1765. Τα τροχήλατα αγγεία που θα εξετάσουμε παρακάτω έχουν επηρεασθεί σίγουρα από τα αντίστοιχα σχήματα της Εποχής του Σιδήρου, που, όπως φαίνεται και από το υλικό των λάκκων, απαντώνται και στον 6ο αι. π.Χ. Το χείλος των πρόχων είναι απλό, ο λαιμός κυλινδρικός, το σώμα ωοειδές και η βάση επί- πεδη. H λαβή αποτελείται από δύο στελέχη κυκλικής διατομής. Στο 391 (Πίν. 66ε) αποτελείται από τρία στελέχη κυκλικής διατομής1766. Τα περισσότερα παραδείγματα έχουν κατασκευασθεί από πορτοκαλόχρωμο εύθρυπτο πηλό, πλούσιο σε μίκα και προσμίξεις ή από σκούρο γκριζό- χρωμο πηλό που περιείχε επίσης μίκα και προσμίξεις. Φέρουν λιτή γραπτή διακόσμηση.1767 Τα αγγεία που έχουν κατασκευασθεί από πορτοκαλόχρωμο πηλό φέρουν συνήθως διακόσμηση καφέ χρώματος (392, 393, 394 Πίν. 66ζ). Αντίστοιχα τα αγγεία από γκρίζο πηλό φέρουν διακόσμηση σκούρου ερυθρού χρώματος (395 Πίν. 66η, 396 Πίν. 66θ, 397 Πίν. 66ι) ή σκούρου γκρίζου, σχε- δόν ομοιόχρωμου με τον πηλό (397 Πίν. 66ι). Στο μοναδικό θραύσμα (585 Πίν. 77ζ) που εντοπίστηκε στο υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ, διαπιστώνουμε ότι και στις οπισθότμητες οινοχόες γίνεται χρήση μίας τεχνικής την οποία συναντούμε πολύ συχνά στις όλπες. Η επιφάνεια αρχικά καλύπτεται από ένα υπόλευκο επίχρισμα και αυτό στη συνέχεια από ένα σκουρόχρωμο χρώμα. Μάλιστα στο συγκεκριμένο παράδειγμα μία ταινία γύρω από το στόμιο έχει αφεθεί μόνο με το επίχρισμα. Βέβαια υπάρχουν και αβαφή παραδείγματα (401 Πίν. 67α, 402 Πίν. 67β, 403 Πίν. 67γ, 404, 405 Πίν. 67δ, 406 Πίν. 67ε). 1763 Heurtley – Skeat 1930-1931, σ. 43. Heurtley 1939, σ. 103κ.ε. 1764 Heurtley 1939, σ. 103. 1765 Andronikos 1961, σ. 95 πίν. VII, 14. 1766 Η διπλή αυτή λαβή συναντάται και σε άλλα εργαστήρια κατά τον 7ο αι. π.Χ., όπως π.χ. στο χιώτικο εργαστήρι, βλ. Emporio, σ. 165 αρ. 819 πίν. 62. 1767 Γραπτή διακόσμηση φέρουν αγγεία αυτού του σχήματος ήδη από τα πρωτογεωμετρικά χρόνια. Βλ. Andronikos 1961, σ. 96 πίν. VIII, 16. 169 Συνήθως κοσμούνται με μία πλατιά ταινία στο χείλος (407 Πίν. 67στ) και μία στη βάση του λαιμού (414 Πίν. 68β) ή καλύπτονται εξ ολοκλήρου με χρώμα (408 Πίν. 67η). Σε ορισμένες πε- ριπτώσεις υπήρχε πιο επιμελημένη διακόσμηση. Για παράδειγμα στο 410 κάτω από το χείλος σχηματίζονται τέσσερις αυλακώσεις. Στην πλειονότητα των σωζόμενων παραδειγμάτων η μετά- βαση από το λαιμό στον ώμο είναι ομαλή, το 411 (Πίν. 67η) όμως μας φανερώνει ότι είναι δυνα- τόν να σηματοδοτείται και με ανάγλυφη «ζώνη». Η κάθετη λαβή έφερε ποικίλους τρόπους δια- κόσμησης, αν και σε πολλές περιπτώσεις καλύπτεται απλά η εξωτερική της επιφάνεια με χρώμα (416 Πίν. 68α, 413 Πίν. 67ι, 412 Πίν. 67θ). Μπορούσε να φέρει μία κάθετη ταινία κατά μήκος (414 Πίν. 68β, 415 Πίν. 68γ) είτε λοξά γραμμίδια κατά πλάτος σ’ όλο της το ύψος (417, 418, 397 Πίν. 66ι). Τα τελευταία τα συναντούμε στην ευβοϊκή κεραμική ήδη κατά τους γεωμετρικούς χρό- νους1768. Παρόμοια διακόσμηση συναντούμε και σε διπλές λαβές άλλων εργαστηρίων κατά τους πρώιμους αρχαϊκούς χρόνους1769. Μπορούσε ακόμη να φέρει περισσότερες ταινίες κατά μήκος, που στο ύψος της κάτω γένεσής της τεμνόταν από μία οριζόντια ταινία. Το ίδιο διακοσμητικό μοτίβο συναντούμε και σε ένα όστρακο που βρέθηκε στη Θάσο και ο Bernard το χρονολογεί στον 7ο αι.1770 Πολλές φορές οι κάθετες ταινίες τέμνονταν από λοξές (419, 420). Διατηρούνται αρκετά θραύσματα από το σώμα και το λαιμό κλειστών αγγείων, τα οποία δεν μπορούμε να τα αποδώσουμε με ασφάλεια σε απλές οινοχόες ή οπισθότμητες πρόχους. Το γεγο- νός όμως ότι τα θραύσματα από χείλος οπισθότμητων πρόχων είναι πολυάριθμα σε σχέση με τα αντίστοιχα των απλών οινοχοών, μας οδηγεί να τα εντάξουμε στην πρώτη κατηγορία. Σε ορι- σμένα από αυτά στο σημείο μετάβασης από το λαιμό στον ώμο σχηματίζεται μία εγκοπή. (421, 422 Πίν. 68δ, 423 Πίν. 68ε). Αυτά διακοσμούνται συνήθως με επάλληλες οριζόντιες, ελαφρώς καμπύλες ταινίες. Μάλιστα σ’ ένα από τα όστρακα αυτά με χαρακτές γραμμές σχηματίζονται δύο τρίγωνα 422 (Πίν. 68δ). Ολόκληρο το σώμα μπορεί να φέρει παρόμοιες ταινίες (424 Πίν. 68στ, 423 Πίν. 68ε). Η συνήθεια να φέρει χρώμα είτε μόνο το χείλος και το σημείο ένωσης λαιμού – σώματος είτε να φέρει χρώμα όλος ο λαιμός συναντάται παρακάτω και στις απλές οινοχόες, αλλά και στις τρι- φυλλόστομες. Στα αγγεία αυτά οριζόντιες ταινίες, ελαφρά καμπύλες είναι δυνατόν να καλύπτουν όλη την επιφάνεια του αγγείου ή μόνο ένα μέρος του. Στην στρωματογραφική τομή Α.Ο που ανοίχθηκε στην άνω τράπεζα της Αγχιάλου το 2000 παρόμοιες πρόχοι, κυρίως οπισθότμητες, εμφανίζονται από τα στρώματα των υστερογεωμετρι- κών χρόνων μέχρι και το β’ μισό του 6ου αι. π.Χ.1771. Ήδη στα τέλη του 8ου αι. πολλά εργαστήρια διακρίνονται για τη διακόσμηση διαφόρων σχη- μάτων και κυρίως κλειστών αγγείων, όπως οινοχοών και υδριών, με απλές ταινίες, που μόνο στον ώμο μπορεί να διακόπτονται από μία στενή ζώνη με λιτό διάκοσμο. Η τάση αυτή αποδίδε- ται γενικά στην επίδραση των υστερογεωμετρικών και πρωτοκορινθιακών εργαστηρίων1772. Αν και αγγεία αυτού του τύπου δεν έχουν βρεθεί στο Λευκαντί και στην Ερέτρια, ευβοϊκά επείσακτα αγγεία και τοπικές μιμήσεις αυτών στις Πιθηκούσες αποδεικνύουν την επίδραση που έχουν δε- χθεί από τη σύγχρονη κορινθιακή κεραμική. Πολλές φορές μάλιστα τα ευβοϊκά αγγεία φέρουν κυματοειδή ταινία στον ώμο ή στο λαιμό ή ακόμη και στο κάτω τμήμα του σώματος, όπως δη- λαδή και στα παραδείγματα από το μακεδονικό χώρο1773. Ευβοϊκά αγγεία της ΥΓ περιόδου έφτα- σαν και στο βορειοελλαδικό χώρο, όπως μας δείχνει το χαρακτηριστικό ακέραιο παράδειγμα τρι- 1768 Lefkandi I, σ. 71 αρ. 630 πίν. 35. 1769 Tocra II, σ. 67 αρ. 2289 πίν. 34. To συγκεκριμένο παράδειγμα χρονολογείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Για λαβή ντόπιου αμφορέα που μιμείται πρωτοκορινθιακά αγγεία, βλ. Mégara Hyblaea ΙΙ, σ. 150 πίν. 142.5. Για λαβή αγγείου ιωνικού εργαστηρίου, βλ. Ghali-Kahil 1960, σ. 33 αρ. 42 πίν. ΧΙ. 1770 Bérnard 1964, σ. 125 αρ. 154 εικ. 37. 1771 Τιβέριος - Γιματζίδης 2000, σ. 197-199. 1772 Coldstream 1995, σ.255. Ridgway – Buchner 1993. Johansen 1923. Payne 1933. Weinberg 1941, σ. 30-40. Cook 1969, σ. 13 κ.ε. Corinth VII.1. Robertson 1948, σ. 60 κ.ε. Benton 1953, σ. 260 κ.ε. Για πρωτοκορινθιακούς αρυβάλλους με ταινιωτή διακόσμηση, βλ. Sabbione 1979b, σ. 299 κ.ε. 1773 Coldstream, σ. 255 αρ. 14, 15, 18. Του ίδιου 1982, σ. 21κ.ε. 170 φυλλόστομης οινοχόης από τη Σίνδο1774. Αντίστοιχα παραδείγματα κορινθιακών οινοχοών με ταινιωτή διακόσμηση του 9ου και 8ου αι. π.Χ. αλλά και τοπικές απομιμήσεις ενός τοπικού ερ- γαστηρίου του 7ου αι. π.Χ. που τοποθετείται στην περιοχή της σημερινής κωμόπολης στο Γαλα- ξείδι, έχουν βρεθεί και στους Δελφούς1775. Κλειστά αγγεία με ταινιωτή και κυματοειδή διακό- σμηση παρήγαγε και το εργαστήρι της Νάξου1776. Παρόμοιο σύστημα διακόσμησης συναντάται στη σαμιακή κεραμική στις τριφυλλόστομες1777 και στις απλές οινοχόες1778. Πολλές φορές στα σαμιακά αγγεία, όπως και σ’ αυτά από το Καρα- μπουρνάκι, στο σημείο ένωσης λαιμού – ώμου υπάρχει κυματοειδής ταινία1779. Σε παραδείγματα με πολυπλοκότερη διακόσμηση στο σώμα, π.χ. με ομόκεντρους κύκλους στον ώμο, ο λαιμός κα- λύπτεται ολόκληρος με χρώμα1780. Πολλές μάλιστα οινοχόες φέρουν διπλή λαβή1781. Χρονολογούνται στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. και σ’ όλη τη διάρκεια του 7ου αι. π.Χ.1782. Χαρακτηριστικά είναι και τα παραδείγματα του τελευταίου τετάρτου του 7ου αι. π.Χ. από τη Μί- λητο1783, οι οποίες μάλλον συνεχίζουν τη γεωμετρική παράδοση1784. Ταινιωτή διακόσμηση φέ- ρουν, όπως ήδη έχουμε δει, τριφυλλόστομες οινοχόες και λήκυθοι των ΥΓ χρόνων του εργαστη- ρίου της Νάξου1785. Αλλά και στο αττικό εργαστήρι κατασκευάζονται τριφυλλόστομες οινοχόες με γάνωμα στο λαιμό και ταινιωτή διακόσμηση στο σώμα στον πρώιμο 7ο αι. π.Χ.1786. Ταινιωτή διακόσμηση σε τριφυλλόστομες οινοχόες συναντούμε και στην Ανατολική Ελλάδα ως το 600 π.Χ.1787. Παρόμοια διακόσμηση φέρει και μία οπισθότμητη πρόχου από τη Νάξο της Σικελίας, η οποία θεωρείται ότι έχει ευβοϊκά πρότυπα και χρονολογείται στα 630-600 π.Χ.1788. Με απλές ται- νίες κοσμούνται και άλλα κλειστά αγγεία, όπως υδρίες1789, αρυβαλλοειδείς λήκυθοι1790 κ.ά. διαφόρων εργαστηρίων κατά την ΥΓ περίοδο1791. Τα τοπικά εργαστήρια λοιπόν ακολουθούν τη γενικότερη τάση που παρατηρείται σε πολλά εργαστήρια του αρχαιοελληνικού κόσμου ως προς τη διακόσμηση των κλειστών αγγείων, και 1774 Τιβέριος κ.α. 1995, σ. 226 εικ. 4. 1775 Θέμελης 1983, σ. 212-255 εικ.17-19, 22 και 31. 1776 Ζαφειροπούλου 1983α, εικ. 3-5. 1777 Walter – Vierneisel 1959, πίν. 17 αρ. 1, 2 και 6. 1778 Walter – Vierneisel 1959, πίν. 17 αρ. 3 και 4 πίν. 18.1, πίν. 36 αρ. 4, πίν. 37 αρ. 3, πίν. 39 αρ.2. 1779 Walter – Vierneisel 1959, πίν. 17 αρ. 6. 1780 Ό.π. πίν. 52.2. Samos V, σ. 121 αρ. 523 πίν. 99. 1781 ό.π. πίν. 18 αρ.1. 1782 ό.π. σ. 12 κ.ε. 1783 Von Grave 1973-74, σ. 110 αρ. 130-133 πίν. 31. 1784 ΙstMitt 9-10 σ. 55 πίν. 54. 1785 Βλ. παραπάνω οπισθότμητη πρόχους αριθ. 131 σ. 84. 1786 Young 1939, σ. 39 αρ. ΙΧ.17 εικ. 24. Langdon 1976, σ. 62 αρ. 254 πίν. 22. Αγγεία με το ίδιο διακοσμη- τικό σύστημα παράγονται στην Αθήνα ήδη από τη ΜΓ περίοδο, βλ. Papadopoulos 1998, πίν. 15. 1787 Cummer 1976, σ. 33 αρ. 6-8 πίν. 8. 1788 Lentini 1990, 72,76 εικ. 17-18. Lentini 1998, σ. 379 εικ. 2 και 3. Κατάλογος: Από τη Νάξο του Αι- γαίου στη Νάξο της Σικελίας. Μία οδός επικοινωνίας, (Αθήνα 2001), αρ. 44. 1789 Θραύσμα υδρίας με παρόμοια ταινιωτή διακόσμηση είναι γνωστό από τον Τάραντα και χρονολογείται επίσης στον 7ο αι. π.Χ. Βλ. Maruggi 1996, αρ. 26 σ. 266. Αντίστοιχα παραδείγματα υδριών είναι γνωστά και από τις Μύλαι της Σικελίας, βλ. Mylai, σ. 108-110 πίν. 47. Αντίστοιχα αγγεία είναι γνωστά και από το παριανό εργαστήρι, βλ. Coldstream, αρ. 113, 117 πίν.32c. Dugas 1925. 1790 Lo Porto 1974, σ. 172-188. 1791 Το ίδιο διακοσμητικό στυλ διακρίνει και το αργείτικο εργαστήρι, βλ. Courbin 1966 και 1974, σ. 47 αρ. C 825-827 πίν. 34. Coldstream 1968b, σ. 235 -237. Στον 7ο αι. π.Χ. εντάσσεται πρόχους με γραμμική δια- κόσμηση και μικρά τρίγωνα με δικτυωτό στον ώμο, βλ. Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη 1979, σ. 33-47 εικ. 14 (πρόχους) εικ. 22 (αμφορίσκοι). Και τα αγγεία της «ομάδας Θάψου» κοσμούνται με απλές οριζόντιες ται- νίες, βλ. Neeft 1981, σ. 7 κ.ε. Kourou 1983, σ. 257-289. 171 μάλιστα οινοχοών. Κυριαρχεί η ταινιωτή διακόσμηση και σπάνια αφήνουν μία ζώνη που κοσμεί- ται με άλλα μοτίβα. Α4.ΙΙ. Οινοχόες Είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει η διάκριση ανάμεσα σε όστρακα οπισθότμητων πρόχων και οινοχοών, όταν δεν διατηρείται τμήμα του χείλους. Η απόδοση οστράκων που διατηρούν τμήμα του λαιμού και του ώμου ή του σώματος και της κάθετης λαβής ή τμήμα της βάσης σ’ έναν από τους δύο παραπάνω τύπους οινοχοών είναι επισφαλής. Θραύσματα που μπορούν να αποδοθούν σε οινοχόες προέρχονται κυρίως από τους απορριμματικούς λάκκους. Υπάρχουν όμως και λιγο- στά όστρακα από το υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ. Το χείλος είναι ενιαίο με τον ελαφρώς κοίλο λαιμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο λαιμός στο άνω άκρο του παρουσιάζει μία διόγκωση και είναι ελαφρά κυρτός. (425 Πίν. 68ζ, Σχ. 27δ, 427-428). Το χείλος σπανιότερα είναι απλό χωρίς καμιά διαμόρφωση (429, 432, 433 Πίν. 68η, 434 Πίν. 69γ) και ακόμη πιο σπάνια εξωστρεφές (435, 436 Πίν. 69δ). Πολλές φορές οι οινοχόες κοσμούνται με αραιές (437 Πίν. 69ε) ή πυκνές (438 Πίν. 69στ, 439 Πίν. 69ζ, Σχ. 27ε) αυλακώσεις στο άνω και κάτω άκρο του λαιμού (578 Πίν. 77β, 581 Πίν. 77δ). Η μετάβαση από το λαιμό στον ώμο γίνεται συνήθως με μία λεπτή εσοχή και ένα έξεργο πλα- στικό δακτυλίδι (440) ή με αυλακώσεις (441). Μπορεί να είναι και διβαθμιδωτή (442). Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή (443, 444), και ορισμένες φορές ελαφρώς κοίλη εξωτερικά (445 Πίν. 69η). Η μορφή της βάσης ποικίλει. Ορισμένα θραύσματα έχουν απλή, επίπεδη βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας αφήνεται στο χρώμα του πηλού (448 Πίν. 69θ, 449 Πίν. 70α) είτε φέρει όμοιο χρώμα με το σώμα (446, 447). Άλλα όστρακα πάλι έχουν χαμηλή δισκόμορφη βάση (436 Πίν. 69δ, 450 Πίν. 70β). Οι οινοχόες φέρουν σκούρο χρώμα, καφέ, μαύρο ή ερυθρό, το οποίο εσωτερικά συνεχίζεται και γύρω από τη στεφάνη του χείλους (439 Σχ. 27ε). Η επάλειψη του χρώματος στην εξωτερική επιφάνεια γινόταν πρόχειρα με αποτέλεσμα άλλοτε το άνω τμήμα της λαβής και άλλοτε το κάτω να μην φέρει χρώμα. Πολλές φορές μένει στο χρώμα του πηλού το κάτω άκρο του σώματος, στο οποίο διακρίνονται και ίχνη του χρωστήρα (448 Πίν. 69θ) και η εξωτερική όψη της βάσης (436 Πίν. 69δ). Ορισμένες φορές χρώμα μπορεί να φέρει μόνο το χείλος και το άνω άκρο του σώματος (451 Πίν. 70γ). Στο σημείο μετάβασης στο λαιμό είναι δυνατό να υπάρχει μία πλατιά ταινία (452 Πίν. 70δ, 579 Πίν. 77γ). Υπάρχουν όμως και παραδείγματα με γραπτή διακόσμηση, όπως τα 453 Πίν. 70ε, 454, τα οποία κοσμούνται με κυματοειδή ταινία. Σε ελάχιστες περιπτώσεις κυματοειδείς ταινίες φέρει και το σώμα, είτε μόνο μία ψηλά (430 Πίν. 69α) είτε περισσότερες ανάμεσα σε οριζόντιες (431 Πίν. 69β). Για το μοτίβο των κυματοειδών ταινιών θα γίνει λόγος παρακάτω στην «ασημίζουσα». Ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το 454, από το οποίο διατηρούνται θραύσματα του λαιμού, του ώμου και του σώματος. Στο λαιμό διακρίνονται μετόπες με ομόκεντρους κύκλους που περιμε- τρικά περικλείονται από στιγμές. Υπάρχουν και μικρότερες μετόπες που κοσμούνται με ορθογώ- νια, οι διαγώνιες των οποίων δίνονται σε χιαστί. Σε άλλα θραύσματα διατηρούνται οριζόντιες ταινίες (455 Πίν. 70στ). Το μοτίβο των ομόκεντρων κύκλων που περιβάλλονται από στιγμές σε αγγεία της ΥΕΙΙΙβ πε- ριόδου συναντάται ως παραπληρωματικό μοτίβο1792, ενώ σε αγγεία των ύστερων γεωμετρικών χρόνων χρησιμοποιείται ως κύριο μοτίβο. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της ερετριακής κεραμικής του 8ου και 7ου αι. π.Χ., τη ναξιακής1793, της υστερογεωμετρικής κεραμικής από τη Μίλητο1794 και της υπογεωμετρικής από τη Λάρισα της Αιολίας1795. Σε μεταγενέστερους χρόνους 1792 Πολυχρονάκου – Σγουρίτσα 1988, σ. 37 σχ. 11δ. 1793 Lambrinoudakis 1983, σ. 117 εικ. 4. 1794 Von Grave 1973-74, αρ. 46 πίν. 19. 1795 Larisa III, σ. 63 πίν. 17.3. 172 το μοτίβο συναντάται σε μικρότερο μέγεθος, ως παραπληρωματικό, π.χ. σε αγγεία του Ρυθμού Αιγάγρων1796. Όσον αφορά στις μετόπες με ταινίες σε χιαστί έγινε λόγος στο πρώτο κεφάλαιο με αφορμή τον πιθαμφορέα από τη Μένδη (Πίν. 17γ)1797. Πρόκειται μάλλον για επιβίωση ενός μοτίβου των γεωμετρικών χρόνων που το συναντούμε στην ευβοϊκή κεραμική που ήταν οικεία στους κατοί- κους του χώρου όσο και στη σαμιακή1798. Οι σαμιακές τριφυλλόστομες οινοχόες στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω1799 έχουν ένα ακόμη κοινό στοιχείο με τα αγγεία από το Καραμπουρνάκι: έχουν χαμηλή δακτυλιόσχημη βάση. Τα αγγεία από το Καραμπουρνάκι αποτελούν λοιπόν συνδυασμό της παλιότερης τοπικής παρά- δοσης και των σύγχρονων ιωνικών προτύπων1800. Α5. Αρύταινα Το 456 (Πίν. 70ζ) διατηρεί το άνω τμήμα της διπλής λαβής, τα δύο μέλη της οποίας στο άνω τμήμα διαχωρίζονται και σχηματίζουν μία θηλιά για την ανάρτηση του σκεύους. Η λαβή έφερε πιθανότατα ερυθρό χρώμα. Πρόκειται για επιβίωση του σχήματος από τις αρύταινες της Εποχής Σιδήρου. Ακέραια παραδείγματα του ίδιου τύπου είναι γνωστά από την Όλυνθο1801 αλλά και από την αθηναϊκή Αγορά1802. Β. «Ασημίζουσα» Κεραμική Β1. Αμφορείς Είναι αρκετά πιθανό τα λιγοστά θραύσματα αγγείων της λεγόμενης «ασημίζουσας» κεραμι- κής1803 που περιείχαν τόσο οι λάκκοι όσο και το υπόσκαπτο να προέρχονται από μεγάλους αμφο- ρείς, τουλάχιστον σαφώς μεγαλύτερους από τα αγγεία της προηγούμενης κατηγορίας, καθώς το πάχος των τοιχωμάτων τους φθάνει τα 0.8εκ. Διατηρούνται μόνο τμήματα του σώματος από ερυ- θρό ανοικτόχρωμο πηλό πλούσιο σε μίκα και προσμίξεις. Για τη διακόσμηση, η οποία στο μεγα- λύτερο τμήμα της έχει απολεπιστεί, χρησιμοποιήθηκε ιώδες χρώμα. Πλατιές οριζόντιες ταινίες διαιρούν την εξωτερική επιφάνεια σε ζώνες. Συναντούμε και εδώ τα μοτίβα που είδαμε και στα «πιθαρόσχημα» αγγεία. Συστάδες ευθέων και λοξών γραμμιδίων (457 Πίν. 70η, Σχ. 27στ, 583 Πίν. 76ζ, 77α), κυματοειδών γραμμιδίων (458 Πίν. 70ι, Σχ. 27ζ), ομόκεντρους κύκλους (459 Πίν. 70θ,71α, Σχ. 27ζ) και ρόμβοι με δικτυωτό κόσμημα (577 Πίν. 77α) . Οι κυματοειδείς ταινίες εμφανίζονται πολύ συχνά σε πρωτογεωμετρικά αγγεία διαφόρων ερ- γαστηρίων. Στα δύο μεγάλα κέντρα της πρωτογεωμετρικής κεραμικής, την Αθήνα και την Εύ- βοια1804 είναι φανερό ότι το μοτίβο έχει τις καταβολές του στο θεματολόγιο της Υπομυκηναϊκής Περιόδου.1805 To ίδιο ισχύει και για τις κυματοειδείς ταινίες που εμφανίζονται στα αγγεία του 1796 ό.π. σ. 74 πίν. 24. Samos V, σ. 124 αρ. 576-578 πίν. 112. Χρονολογούνται στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ. 1797 Βλ. παραπάνω σ. 61. 1798 Βλ. παραπάνω σ. 62. 1799 Βλ. σ. 171. 1800 Gruben 1957, σ. 45-46 πίν. 66. 1801 Olynthus XIII, σ. 419 αρ. 1047-1049 πίν. 253. Χρονολογούνται στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ. 1802 Agora XII, σ. 143 αρ. 999, 1000 πίν. 35. Χρονολογούνται στον 5ο και 4ο αι. π.Χ. αντίστοιχα. Ένα παράδειγμα της Ολύνθου εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου. 1803 Για το όνομα της κεραμικής αυτής, τον χώρο παραγωγής και «κυκλοφορίας», βλ. παραπάνω σ. 86. 1804 Για την Αθήνα, βλ. Desborough 1952, πίν. 4. Για την Εύβοια, βλ. Lefkandi I, σ. 297 κε. Lefkandi II, σ. 16κε, 21 κε. 1805 Desborough 1952, σ.1ε πίν. Ι. Desborough 1997, σ. 31 κε. Lefkandi I, σ. 283-284. 173 θεσσαλικού Πρωτογεωμετρικού Ρυθμού1806. Το μοτίβο συναντάται και σε αγγεία του Πρωτογεωμετρικού Ρυθμού στη Μακεδονία1807. Οι πυκνές δέσμες επάλληλων κυματοειδών ται- νιών συναντούνται στην Εύβοια1808, στη Θεσσαλία1809 αλλά και στις Κυκλάδες1810, στη Χίο1811, στη Σμύρνη1812, καθώς και στη Δύση, όπως π.χ. σε υδρία της σικελικής Νάξου του 7ου αι. π.Χ.1813. Ο τρόπος με τον οποίο οι δέσμες πυκνών κυματοειδών ταινιών αποδίδονται στα αγγεία της «ασημίζουσας» βρίσκεται κοντύτερα στο λαιμό ενός χιακού αμφορέα1814 και στο λαιμό ενός αμφορέα με λαβές στον ώμο από τη Σμύρνη της τελευταίας δεκαετίας του πρώτου μισού του 6ου αι. π.Χ. 1815. Σε ορισμένα αγγεία όμως της «ασημίζουσας» από το Καραμπουρνάκι, ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται οι κυματοειδείς ταινίες (Πίν. 70η, Σχ. 27ζ) διαφοροποιείται από το συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο αποδίδεται το μοτίβο στα περισσότερα εργαστήρια του αρχαιοελληνικού κό- σμου. Πρόκειται ουσιαστικά για μεμονωμένα πρόχειρα κυρτά γραμμίδια που εφάπτονται μεταξύ τους και έχουν κατεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά και όχι για κυματοειδείς ταινίες με ρέουσα πορεία. Πολλές φορές μάλιστα τα άκρα τους κρέμονται ελεύθερα και η εφαπτόμενη ταινία προ- σαρμόζεται ψηλότερα. Το μοτίβο με τη μορφή αυτή είναι γνωστό από την Εύβοια και συγκεκρι- μένα από το Λευκαντί1816 αλλά και από την Ιωλκό της Θεσσαλίας1817 και τον Ωρωπό της Βοιω- τίας1818 που εντάσσονται στη λεγόμενη θεσσαλοευβοϊκή κεραμική παράδοση. Το συγγενέστερο παράδειγμα με τα παραδείγματα της «ασημίζουσας» από το Καραμπουρνάκι είναι το τελευταίο το οποίο είναι και το οψιμότερο και χρονολογείται στους ΥπΠρΓ ΙΙ/ΙΙΙ χρόνους. Αποτελεί λοιπόν πιθανότατα δάνειο από τη θεσσαλοευβοϊκή κοινή. Το μοτίβο που συναντούμε στον 458 (Πίν. 70ι) αποτελείται από δέσμες λοξών ταινιών που τέμνονται μόνο στο άνω τμήμα τους σχηματίζοντας δικτυωτό, ενώ στο κάτω τμήμα τα άκρα τους αφήνονται ελεύθερα. Πρόκειται για ένα σπάνιο μοτίβο της «ασημίζουσας»1819 το οποίο συναντά- ται και σε άλλα αγγεία της τοπικής κεραμικής, π.χ. σ’ έναν πίθο του Καστανά1820. Εμφανίζεται 1806 Βερδελής 1958, σ. 57. 1807 Ανδρόνικος 1969, σ. 176-178. 1808 Lefkandi I, σ. 297κ.ε. Lefkandi II, σ. 16 κ.ε. Aνδρειωμένου 1981, αρ. 225 πίν. 31. Στον όψιμο 7ο αι. π.Χ. συναντούνται στο πόδι ενός κάλυκα και στο λαιμό μίας οινοχόης σε δύο ζώνες, βλ. Boardman 1957, σ. 17 πίν. 2c και 2d. 1809 Βερδελής 1958, σ. 57. 1810 Buschor 1929, σ. 155 εικ. 8. 1811 Emporio, σ. 112 αρ. 62 πίν. 23. Χρονολογείται στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. 1812 Cook 1985, πίν. 2b.c. Το μοτίβο εμφανίζεται εδώ στο λαιμό ενός πιθαμφορέα των μέσων του 6ου αι. π.Χ. 1813 Lentini 1992, σ.19 αρ. 22 εικ. 50, 51. 1814 Anderson 1954, σ. 136 αρ.22. 1815 Ο αμφορέας αυτός φέρει και άλλα μοτίβα που συναντήσαμε στους πίθους με γραπτή διακόσμηση και στα αγγεία της «ασημίζουσας», π.χ. κάθετες κυματοειδείς ταινίες, ομόκεντρους κύκλους. Βλ. Cook 1985, πίν. 5b-c. 1816 Lefkandi I, πίν. 13 αρ. 227, πίν. 15 αρ. 309. 1817 Το μοτίβο αποδίδεται σε έναν σκύφο που μπορεί να χρονολογηθεί από την ΜΠΓ έως την ΥΠΓ και ΥπΠρΓ Ι περίοδο. Sipsie-Eschbach 1991, σ. 25-26 και 38-39 πίν. 2, αρ. 2 και 5 αρ. 10. 1818 Mazarakis Ainian 1998, σ.186 εικ. 5.5. Απεικονίζεται ένα πινάκιο της ΥπΠρΓ ΙΙ/ΙΙΙ περιόδου. 1819 Γιματζίδης 1997, σ. 33 πίν. Χ. Α. 1820 Hänsel 1979, σ. 197 εικ. 18.7. 174 ιδιαίτερα συχνά στη θεσσαλική κεραμική1821 ενώ είναι σπάνιο στην αντίστοιχη ευβοϊκή1822. Θεωρείται δάνειο της Θεσσαλίας προς την Κεντρική Μακεδονία1823. Συνηθισμένο μοτίβο της «ασημίζουσας»1824 που απαντά και σε αγγεία της τοπικής κεραμικής χωρίς το χαρακτηριστικό ασημίζον επίχρισμα1825 είναι επίσης το λοξό δικτυωτό που σχηματίζει λοξά πλαγιαστά παραλληλόγραμμα. Συνήθως κοσμεί το λαιμό πιθαμφορέων και το χείλος πιθοειδών αγγείων1826. Κατά τους πρωτογεωμετρικούς χρόνους το μοτίβο εμφανίζεται στην κεραμική της Αττικής1827, της Κρήτης1828, της Τίρυνθας1829, της Λακωνίας1830 καθώς και της Εύβοιας1831, Θεσσαλίας1832 και Σκύρου1833 που εντάσσονται στην ίδια παράδοση. Στα γεωμετρικά χρόνια εξακολουθεί να εμφανίζεται στον ευβοϊκό κεραμικό1834 αλλά είναι πολύ πιο δημοφιλές στη θεσσαλική κεραμική1835. Η «ασημίζουσα» όμως γνωρίζει μεγαλύτερη διάρκεια και το μοτίβο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και σε μεταγενέστερους χρόνους. Παρατηρούμε ωστόσο ότι αυτή η συντηρητικότητα δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο του μακεδονικού χώρου. Το πλάγιο δι- κτυωτό εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και στον 6ο αι. π.Χ. στη χιακή κεραμική1836 αλλά και στην Ανατολή1837. Στο μακεδονικό χώρο έφτασε ίσως μέσα από επείσακτα αγγεία των γεωμετρι- κών χρόνων τόσο από την Εύβοια όσο και από τη Θεσσαλία, με τις οποίες οι εμπορικές σχέσεις των κατοίκων του μακεδονικού χώρου είναι βέβαιες1838. Ίσως διατηρήθηκε σε ένα συντηρητικό χώρο, όπως είναι ο βορειοελλαδικός, με αφορμή την επιβίωσή του και σε άλλα εργαστήρια κε- ραμικής με τα οποία οι αγγειοπλάστες του χώρου αυτού έρχονταν σε επαφή. Αγαπητό μοτίβο της «ασημίζουσας» ήταν ακόμη οι ρόμβοι που καλύπτονται με δικτυωτό, όπως π.χ. 578 (Πίν. 77α)1839. Το κόσμημα αυτό το συναντήσαμε ήδη στον πιθαμφορέα 107 της Ακάνθου1840, όπου είδαμε ότι ήταν πολύ διαδεδομένο κατά τους Πρωτογεωμετρικούς και 1821 Heurtley-Skeat 1930-1931, σ. 45 εικ. 18 πίν. 5. Βερδελής 1958, σ. 17 και 68 εικ. 7 και 23. Sipsie- Eschbach 1991, σ. 203 εικ. 25b. 1822 Lefkandi I, σ. 314-315 εικ. 14.Ε και Lefkandi IΙ, σ.48 πίν. 72. Popham – Touloupa – Sackett 1982, σ. 222-223 και 231 πίν. 22.5 και 9. 1823 Γιματζίδης 1997, σ. 34. Θεωρείται ότι το κόσμημα πέρασε στην «αμαυρόχρωμη» κεραμική της Ύστε- ρης Εποχής του Χαλκού του βόρειου χώρου από την αντίστοιχη Μεσοελλαδική της κεντρικής Ελλάδας, από όπου διαδόθηκε στη Θεσσαλία και επέστρεψε στην Κεντρική Μακεδονία. 1824 Για όστρακα με αυτό το μοτίβο, βλ. Τιβέριος 1990α, εικ. 11. 1825 Rhomiopoulou 1978 1826 Γιματζίδης 1997, σ. 28. 1827 Desborough 1952, πίν. 3, 6, 10-14. 1828 Ό.π. πίν. 33. 1829 Ό.π. πίν. 28. 1830 Ό.π. πίν. 38. 1831 Lefkandi II, σ. 28 πίν. 21, 22, 25, 33. 1832 Sipsie-Eschbach 1991, πίν. 4.9, 16.4, 38.10.11. 1833 Βλαβιάνου 1997, σ. 121 αρ. 666, 727 πίν. 35. 1834 Lefkandi I, σ. 64 πίν. 48. Ανδρειωμένου 1981, σ. 101 πίν. 31. 1835 Coldstream 1968α, σ. 160. Heurtley-Skeat 1930-1931, σ. 28 εικ. 109. 1836 Anderson 1954, αρ. 86, 95 πίν. 7b. 1837 Cummer 1976, σ. 34 αρ. 40-42 εικ. 33 πίν. 8. Χρονολογούνται στα 600 π.Χ. 1838 Οι σχέσεις των κατοίκων του μακεδονικού χώρου με τη Θεσσαλία αρχίζουν να διαφαίνονται σιγά σιγά στην έρευνα τα τελευταία χρόνια, βλ. Τιβέριος 1993β, σ. 554 εικ. 3. Του ίδιου 1990α, σ. 75. Παντή 1999, σ. 14. Πρόκειται για αποσπασματικά σωζόμενους μονόχρωμους σκύφους. Χαβέλα 1999, σ. 146. Τιβέριος- Γιματζίδης 2001, σ. 300. Αναφέρονται δύο θραύσματα θεσσαλικών κανθάρων που χρονολογούνται στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. Η Carigton-Smith επισημαίνει επίσης ότι τα τροχήλατα αγγεία από τη θέση Κούκος Συκιά στη Χαλκιδική ακολουθούν την παράδοση της Εύβοιας και ίσως και της Θεσσαλίας, βλ. Carigton- Smith 1989, σ. 431. Εκτός από επείσακτη θεσσαλική κεραμική, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκε και η εισαγωγή μεταλλικών αντικειμένων, όπως πορπών που χρονολογούνται στα τέλη του 8ου – αρχές 7ου αι. π.Χ. Βλ. Μπιλούκα – Γραικός 2001, σ. 282 εικ. 2. 1839 Γιματζίδης 1997, σ. 30. 1840 Βλ. σ. 56. 175 γεωμετρικούς χρόνους τόσο στην Εύβοια και στη Θεσσαλία όσο και σε άλλα εργαστήρια, αλλά κατά την Ανατολίζουσα και Αρχαϊκή περίοδο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από διάφορα ανατολικοϊωνικά εργαστήρια, γεγονός το οποίο ίσως οδήγησε τους τεχνίτες της «ασημίζουσας» να εξακολουθούν να το χρησιμοποιούν. Γ. Μονόχρωμη κεραμική Στο σύνολο της κεραμικής που μας προσέφεραν οι απορριμματικοί λάκκοι υπήρχε και ένας μεγάλος αριθμός μονόχρωμων οστράκων, τα οποία μπορούν να διακριθούν με βάση το πάχος των τοιχωμάτων τους σε δύο κατηγορίες: ι. με σχετικά χονδρά τοιχώματα και ιι. με πολύ λεπτά τοιχώματα, ή όπως συνηθίζεται να ονομάζονται στην έρευνα, «ωοκέλυφα». Γι. Μονόχρωμη κεραμική με σχετικά χονδρά τοιχώματα Τα αγγεία αυτής της ομάδας έχουν σχετικά μεγάλο πάχος και καλύπτονται συνήθως εξωτε- ρικά αλλά και εσωτερικά με χρώμα, το οποίο τις περισσότερες φορές είναι ερυθρό και σπανιό- τερα καφέ ή γκριζόμαυρο. Τα περισσότερα σωζόμενα όστρακα αυτής της ομάδας προέρχονται από κύλικες. Ορισμένα ανήκουν σ’ έναν ιδιόμορφο τύπο κρατηρόσχημου αγγείου με συμπαγείς λαβές και αρκετά σε πινάκια. Τα αγγεία αυτά είναι πιθανό να αποτελούν προβαθμίδες της λεγό- μενης «ωοκέλυφης» κεραμικής που επιχωριάζει στους οικισμούς του Θερμαϊκού κόλπου. Γι. 1. Κρατηρόσχημα αγγεία Μπορούμε με βάση το σχήμα της λαβής να διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες Ι. Με συ- μπαγή λαβή και ΙΙ. Με ταινιωτή λαβή. Ι. Με συμπαγή λαβή Τρία ιδιόμορφα όστρακα συστήνουν μία μοναδική κατηγορία αγγείων που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν μόνο ως κρατηρόσχημα. Από τα δύο παραδείγματα που διατηρούν τμήμα του χείλους, 460 (Πίν. 71β, Σχ. 27η) και 461 μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είχαν απλό χείλος που εξείχε ελάχιστα από το σώμα εξωτερικά και η άνω επιφάνειά του ήταν πεπλατυσμένη, είτε επί- πεδη (461 Πίν. 71γ) είτε λοξότμητη προς τα μέσα (460). Το σώμα ήταν μάλλον βαθύ, ημισφαι- ρικό, ενώ η μορφή της βάσης παραμένει άγνωστη, αν και το πιθανότερο είναι να ήταν επίπεδη. Εντύπωση μας προκαλεί το σχήμα της λαβής. Δύο ταινίες πηλού είτε πεπλατυσμένες (461) είτε ημικυκλικής διατομής (460, 462 Σχ. 27θ) ξεκινούν από χαμηλά εφαπτόμενες στο σώμα και στο άνω άκρο καμπυλώνονται σχηματίζοντας ένα κυρτό πλακίδιο με κυκλική διαμπερή οπή. Το πι- θανότερο είναι ότι είχαν δύο λαβές για τη σταθερότερη μετακίνησή τους, όπως μας δείχνει η μεγάλη διάμετρος του χείλους τους (34εκ.). Το πάχος των τοιχωμάτων είναι αρκετά μεγάλο (0.6εκ.). Ο πηλός από τον οποίο κατασκευάστηκαν είναι λεπτόκοκκος και περιέχει προσμίξεις. Και τα τρία σωζόμενα παραδείγματα φέρουν γάνωμα και μόνο η εσωτερική όψη της λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις της αφήνονται στο χρώμα του πηλού. Στο σημείο αυτό διακρίνο- νται πινελιές από το χρωστήρα. Το χρώμα είτε είναι απλό σκούρο (461), είτε εσωτερικά σχηματί- ζει πιο σκούρες γραμμές (460). Το 462 φέρει γραπτή διακόσμηση. Η εξωτερική του επιφάνεια καλύπτεται με σκούρο χρώμα πάνω στο οποίο έχει τοποθετηθεί ένα εύθρυπτο κιτρινωπό επίχρι- σμα και στο πλακίδιο της λαβής φέρει γραπτά λοξά γραμμίδια. Η εσωτερική όψη της λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις της αφήνονται στο χρώμα του πηλού, ενώ στην άνω επιφάνεια φέ- ρει λοξά γραμμίδια. 176 Ένα παρόμοιο παράδειγμα προέρχεται από τον αιολικό χώρο και συγκεκριμένα από την Ηφαιστία της Λήμνου. Πρόκειται για μία βαθιά λεκάνη με οριζόντιο πεπλατυσμένο χείλος, βαθύ, ημισφαιρικό σώμα και στενή δακτυλιόσχημη βάση. Αν και το χείλος διαφέρει από τα δικά μας παραδείγματα, ωστόσο οι λαβές είναι πανομοιότυπες. Το σχήμα είναι σπάνιο και στην Αιολία και θεωρείται ότι έχει υπόψη του κάποιο μεταλλικό πρότυπο. Χρονολογείται στα τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.1841. Ένας αποσπασματικός τεφρόχρωμος λέβης και ένας, επίσης αποσπασματικός, τεφρόχρωμος κρατήρας1842 από τη Λάρισα της Αιολίας φέρουν παρόμοιες λαβές. Μία παρόμοια λαβή φέρει και μία αποσπασματική λεκάνη από το Εμποριό της Χίου που χρονολογείται γύρω στα 630-600 π.Χ.1843. Συγγενικά παραδείγματα έχουν βρεθεί στα Μέγαρα Υβλαία1844 αλλά και στην Ιθάκη1845. Με βάση τα λιγοστά παράλληλα διαφαίνεται ότι τα τοπικά εργαστήρια δανείζονται το σχήμα από την Ανατολή, όπου αν και σπάνιο, συναντάται σε διάφορες θέσεις στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Πιθανότατα κατασκευαζόταν συχνότερα σε μέταλλο. ΙΙ. Με ταινιωτή λαβή Συνηθισμένος τύπος αγγείου είναι το κρατηρόσχημο με πεπλατυσμένο χείλος τριγωνικής δι- ατομής. Διατηρούνται αρκετά θραύσματα που σώζουν τμήμα του χείλους και του σώματος. Ένα αποσπασματικό αγγείο όμως που διατηρεί και τη μία λαβή και τμήμα της βάσης μας προσφέρει μία σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος. Το χείλος σχηματίζει πεπλατυσμένη στεφάνη εξέχοντας από το σώμα εσωτερικά και εξωτε- ρικά και αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τριγωνική διατομή (463 – 466, Πίν. 71δ-ε, Σχ. 27ι-κ). Η μετάβαση από το χείλος στο σώμα άλλοτε είναι απλή και άλλοτε σηματοδοτείται από μία χα- ρακτή γραμμή (463-4 Πίν. 71δ-ε, Σχ. 27ι-κ). Το σώμα ήταν πιθανότατα σφαιρικό. Τη μορφή της βάσης μας διασώζει το 463. Είναι δακτυλιόσχημη και εξωτερικά έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Τα αγγεία αυτού του τύπου έφεραν δύο οριζόντιες λαβές, προσαρμοσμένες ψηλά στο σώμα. Το μοναδικό σωζόμενο παράδειγμα έχει ταινιωτή λαβή με πεπλατυσμένα άκρα (463). Το σχήμα κατάγεται από τους υπογεωμετρικούς χρόνους, όπως δείχνουν γνωστά παραδείγματα από την τούμπα στο Περιβολάκι και την Τούμπα Θεσσαλονίκης που κοσμούνται μάλιστα στο σώμα με κρεμαστά ημικύκλια1846. Η άνω επιφάνεια του χείλους αφήνεται συνήθως στο χρώμα του πηλού. Σπάνια σε παραδείγ- ματα, όπως το 463 και 464 (Πίν. 71δ-ε, Σχ. 27ι-κ), κοσμείται με σκουρόχρωμα εγκάρσια γραμμί- δια. Το σώμα και η εξωτερική όψη της λαβής έφεραν συνήθως χρώμα. Ορισμένες φορές όμως αφηνόταν μία εδαφόχρωμη ταινία στο άνω άκρο του εσωτερικά ή εξωτερικά (463-464). Η διακόσμηση του χείλους με τα εγκάρσια γραμμίδια, που συναντάται και σε άλλα σχήματα, όπως στα κρατηρόσχημα με γραπτή διακόσμηση, φανερώνει σαφείς επιδράσεις από τους γεωμε- τρικούς χρόνους. Το σχήμα του χείλους, του σώματος και η διακόσμηση του χείλους παρουσιά- ζουν μεγάλη ομοιότητα με τα «ωοκέλυφα» φιαλόσχημα αγγεία, στα οποία θα αναφερθούμε πα- ρακάτω, και αποδεικνύεται ότι η μονόχρωμη κεραμική με «χονδρά» τοιχώματα αποτελεί προ- βαθμίδα της «ωοκέλυφης». 1841 Di Vita 1977, σ. 348 πίν. VI.c. 1842 Larisa III, σ. 109 πίν. 46.18, 22. 1843 Emporio, σ. 117 αρ. 156 εικ. 71 . 1844 Μégara Hyblaea ΙΙ, σ. 156 πίν. 165. Το συγκεκριμένο αγγείο έχει όμοιο σχήμα με τα αγγεία από το Καραμπουρνάκι. Φέρει γραπτή διακόσμηση που αποτελείται από ομόκεντρους κύκλους σε ζώνες και δέ- σμες κυματοειδών γραμμών. Διατηρείται και ένα θραύσμα κρατήρα με διαφορετική διαμόρφωση του χεί- λους σε σχέση με τα δικά μας παραδείγματα, αλλά με παρόμοια λαβή εφαπτόμενη στο σώμα, βλ. Μégara Hyblaea ΙΙ, σ. 26 πίν. 4.8 σχ. 10. 1845 Robertson 1948, αρ. 383 πίν. 24. 1846 Heurtley 1939, σ. 238 A32 εικ. 3.Σουέρεφ 1999, σ. 181 εικ. 7. 177 Γι.2. Κύλικες Με βάση το σχήμα των λαβών μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαφορετικούς τύπους: Ι. Με εξωστρεφές χείλος και λαβές ταινιωτές ή κυκλικής διατομής Οι κύλικες αυτού του τύπου έχουν ψηλό σχετικά εξωστρεφές-κοίλο χείλος ενιαίο με το ημι- σφαιρικό σώμα (467, 468 Πίν. 71στ, Σχ. 28α). Στο σημείο ένωσης χείλους-σώματος σε λιγοστές περιπτώσεις σχηματίζεται βαθιά αυλάκωση (469 Σχ. 28β). Στο άνω τμήμα του σώματος, λίγο κάτω από το χείλος προσαρμόζονται οι οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής (470 Πίν. 71ζ, Σχ. 28γ, 471, 472 κ.α.) Υπάρχουν και αγγεία με ταινιωτή λαβή, ελαφρά κοίλη στην εξωτερική της επιφάνεια (473 Σχ. 28δ). Με επιφύλαξη μπορούμε να αποδώσουμε στον τύπο αυτό και κάποιες ταινιωτές λαβές με ακανθόσχημες αποφύσεις (474). Αγγεία με παρόμοιες λαβές χρονολογούνται γύρω στα 580-550 π.Χ.1847. Στο σύνολο της κεραμικής των λάκκων βρέθηκε πλήθος οστράκων από βάσεις ανοικτών αγ- γείων δακτυλιόσχημες-διευρυνόμενες, το σχήμα των οποίων ποικίλει και δεν είναι σταθερό. Ορι- σμένες από αυτές εξωτερικά έχουν γωνιώδες περίγραμμα, υποτυπώδη επιφάνεια έδρασης και ελαφρά κυρτό πυθμένα (475 Σχ. 28ε, 476 Σχ. 28στ, 477 Σχ. 28ζ). Άλλες πάλι στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζουν μία αυλάκωση και στη συνέχεια διευρύνονται (478) έχοντας στενή, επί- πεδη επιφάνεια έδρασης ή σχηματίζουν μία λεπτή ανάγλυφη ταινία (479 Πίν. 71η,2). Δεν λείπουν και κάποιες απλά διευρυνόμενες (481 Πίν. 72α, Σχ. 28η), 482 ( Πίν. 71η, Σχ. 28θ), 483 (Πίν. 71η.1, Σχ. 28ι). Σε κάποια αγγεία η εσωτερική όψη του δακτυλίου της βάσης είναι λοξότμητη και διακρίνεται από τον πυθμένα με μία αυλάκωση (484 Πίν. 71η.3, Σχ. 28κ, 485). Ολοκληρωμένη εικόνα αυτού του τύπου μας δίνουν κάποια παραδείγματα από την Τούμπα Θεσσαλονίκης1848, που δυστυχώς δεν συνοδεύονται από ευρήματα ασφαλώς χρονολογημένα. Η διάμετρος του χείλους ξεπερνά τα 17εκ., ενώ η διάμετρος της βάσης φαίνεται ότι είναι αρ- κετά μεγάλη και κυμαίνεται συνήθως γύρω στα 8εκ.1849. Είναι δηλαδή λίγο μικρότερη από το ήμισυ της διαμέτρου του χείλους. Από τα σωζόμενα παραδείγματα φαίνεται ότι το σώμα διευρύ- νεται έντονα από τη βάση προς το άνω κυρτό τμήμα του. Συνήθως εξωτερικά φέρουν ομοιόχρωμο «γάνωμα» ερυθρού, καφέ ή σκούρου χρώματος (486). Το «γάνωμα» πολλές φορές έχει τοποθετηθεί πρόχειρα με αποτέλεσμα να αφήνει ακανόνι- στα κενά (487). Πολλές φορές το κάτω άκρο του σώματος δεν φέρει «γάνωμα» (488, 485). Τα πολυάριθμα θραύσματα παρόμοιων κυλίκων που έχουν βρεθεί στη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου φανερώνουν ότι η εξωτερική επιφάνεια είναι μονόχρωμη ή αφήνεται μία εδαφόχρωμη ταινία κάτω από το χείλος1850. Εσωτερικά στο μέσο του χείλους αφήνεται μία εδαφόχρωμη γραμμή, όπως δηλαδή και στους σκύφους των γεωμετρικών χρόνων. Στο σώμα σχηματίζονται εδαφόχρω- μες γραμμές ποικίλου πάχους (489 Σχ. 28λ). Στα θραύσματα των βάσεων αντίστοιχα πολλές φο- ρές εναλλάσσονται ταινίες σκούρες και ανοικτές του ίδιου χρώματος που στο κέντρο του πυθ- μένα σχηματίζουν σπειροειδή διαμόρφωση (476 Σχ. 28στ, 477 Σχ. 28ζ, 517) και απολήγουν σε λογχόσχημα φυλλάρια (Σχ. 28στ-ζ). H κάτω επιφάνειά τους αφήνεται πάντα στο χρώμα του πη- λού. Αν έχουμε αποκαταστήσει σωστά το σχήμα, τότε αυτό φαίνεται να επηρεάζεται από τους σκύφους των γεωμετρικών χρόνων οι οποίοι στο μακεδονικό χώρο επιβιώνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα1851. Στον 9ο, και ιδιαίτερα στον 8ο αι. αι. π.Χ., μονόχρωμα βαθιά αγγεία πό- 1847 Tocra I, σ. 109 αρ. 1162 εικ. 103. 1848 Σουέρεφ 1998α, σ. 198-199 εικ. 19. Σουέρεφ 2000α, σ. 216 εικ. 3. 1849 Η βάση, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, είναι πολύ ευρύτερη από την αντίστοιχη των ωοκέλυφων κυλίκων. Βλ. σ. 197κ.ε. 1850 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 196 εικ. 3 και 2001, σ.302. 1851 Τιβέριος 1987, σ. 250 εικ. 2. 178 σεως συγγενικά των ερυθροβαφών άποδων κυλίκων με εξωστρεφές χείλος κατασκευάζονται από διάφορα εργαστήρια, όπως π.χ. το αττικό1852. Στην Κόρινθο κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αι. κατασκευάζονται ολόβαφες κοτύλες οι οποίες στο ύψος των λαβών φέρουν μόνο ένα κό- σμημα από επίθετο λευκό χρώμα1853. Στο ευβοϊκό εργαστήρι κατασκευάζονταν επίσης ολόβαφοι σκύφοι με εξωστρεφές χείλος και μία μόνο εδαφόχρωμη ταινία στο εσωτερικό του χείλους1854. Ορισμένοι από αυτούς έχουν φτάσει και στο βορειοελλαδικό χώρο και συγκεκριμένα στην ερε- τριακή αποικία της Μένδης1855. Υπάρχουν αρκετά αντίστοιχα παραδείγματα και από το ναξιακό εργαστήρι. Τα ναξιακά αγγεία του 9ου αι. είναι σχετικά ρηχά και έχουν κοντό σχεδόν κάθετο χείλος1856. Στα αγγεία του 8ου αι. το χείλος αρχίζει να στρέφεται προς τα έξω και έχουν χαμηλή δακτυλιόσχημη βάση1857. Τα θραύσματα κυλίκων αυτού του τύπου από την τομή Α.0 της Διπλής Τράπεζας της Αγχιάλου προέρχονται από στρώμα των ύστερων γεωμετρικών χρόνων1858, εποχή που μπορούμε να χρονολογήσουμε και τα θραύσματα από το Καραμπουρνάκι. Ίσως μπορούν να θεωρηθούν προβαθμίδες των ωοκέλυφων κυλίκων με απλό χείλος που θα εξεταστούν παρακάτω. ΙΙ. Με ελαφρά εξωστρεφές χείλος και διχαλωτή λαβή Πρόκειται για έναν αρκετά σπάνιο τύπο, από τον οποίο ελάχιστα παραδείγματα είναι γνωστά και δυστυχώς κανένα ακέραιο. Όλα τα σωζόμενα παραδείγματα προέρχονται από τους λάκκους και κανένα δεν εντοπίστηκε στο υπόσκαπτο. Το καλύτερο σωζόμενο παράδειγμα 491 (Πίν. 72β, Σχ. 28μ) διατηρεί τμήμα του χείλους, του σώματος και τη μία οριζόντια λαβή, όπως και τα άλλα δύο 492, 493 (Σχ. 28ν), 494 (Πίν. 72γ). Το χείλος είναι απλό και εξέχει ελάχιστα από το σώμα. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη και οι ακμές του αποστρογγυλεμένες. Οι οριζόντιες λαβές είναι ταινιωτές-διχαλωτές και προσαρμόζονται λίγο κάτω από το χείλος. Η διάμετρος του χείλους στα τρία σωζόμενα παραδείγματα κυμαίνεται από 16 ως 23εκ. Το πάχος των τοιχωμάτων τους είναι σχετικά μεγάλο. Το σχήμα της βάσης είναι άγνωστο. Οι εμφανείς επιρροές του σχήματος από τις φιάλες της Εποχής του Σιδήρου1859 μας οδηγούν να τις αποκαταστήσουμε με απλή, επί- πεδη βάση. Η διάμετρός της ίσως κυμαίνονταν στο 1\4 της διαμέτρου του χείλους. Και τα τρία σωζόμενα παραδείγματα φέρουν μελανό γάνωμα καλής ποιότητας με εξαίρεση την εσωτερική όψη της λαβής που αφέθηκε στο χρώμα του πηλού. Είναι εμφανές ότι το σχήμα της λαβής έχει επηρεασθεί από τις λαβές των φιαλόσχημων αγ- γείων Εποχής Σιδήρου που κατασκευάζονταν στο μακεδονικό χώρο1860. Ανοικτά αγγεία με διχαλωτές λαβές κατασκευάζονταν και από άλλα εργαστήρια. Μία αττική κύλικα που βρέθηκε στην Ταύχειρα, έχει απλό χείλος, ημισφαιρικό σώμα και απλή επίπεδη βάση1861. Οι οριζόντιες ταινιωτές λαβές απολήγουν στο κέντρο σε μία κατακόρυφη τριγωνική προεξοχή. Εσωτερικά φέ- 1852 Kerameikos IX, πίν. 89. Coldstream 1968α, πίν. 3b. 1853 Williams 1979, σ. 139 εικ. 1.8, 2.26-27, 3.29-30. 1854 Andreiomenou 1984, αρ. 84 εικ. 30. 1855 Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 412. 1856 Ζαφειροπούλου 1983α, εικ. 13. 1857 Ό.π. εικ. 19 σ. 126. 1858 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 196 εικ. 3 και 2001, σ. 302. 1859 Heurtley 1939, σ. 103. Casson 1923-25, σ. 15-17 πίν. 6β. Ανδρόνικος 1969, σ. 208. Hochstetter 1984, σ. 82,83. Heurtley-Hutschinson 1925-19126, σ. 27-28 πίν. 14, 18, 19. Rey 1917-19, σ. 195 εικ. 11-13. Olynthus V, σ. 22 εικ. 21b,c. 1860 Casson 1918-1919, πίν. ΙΙΙ αρ. 2. Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη 1991, σ. 477 εικ. 2. Wardle 1996, εικ. 1.2, 5,6. Χαβέλα 1999, σ. 30. Η κατασκευή των πρώτων διχαλωτών λαβών ανάγεται στη Νεολι- θική Εποχή, όπως μας φανερώνουν τα ευρήματα από το Καστρί της Θάσου, βλ. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1973, σ. 444 εικ. 397δ, από το Εμποριό της Χίου, βλ. Hood 1981, σ. 205 208-209 εικ. 106-7 και την Πο- λιόχνη της Λήμνου, βλ. Poliochni, πίν. CXVIf, CXXh, CLIII. 1861 Tocra I, σ. 106 αρ. 1162 εικ. 53 πίν. 86. Θεωρείται ότι προέρχεται από το εργαστήριο του Εργότιμου του οποίου ένα αγγείο με παρόμοιες λαβές είναι γνωστό στο Βερολίνο (ABV 79). 179 ρει ερυθρό «γάνωμα» και εξωτερικά ταινιωτή διακόσμηση κάτω από τις λαβές. Δύο παρόμοια παραδείγματα με διχαλωτή λαβή από την αθηναϊκή Αγορά έχουν συσχετιστεί με το εργαστήριο του Σωτάδη1862. Χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Η επιβίωση του σχήματος της διχαλωτής λαβής σε εργαστήρια πολύ πιο προοδευτικά από τα αντίστοιχα του μακεδονικού χώρου μας δείχνει ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε ευθύς εξαρχής μία όψιμη χρονολόγησή τους. Το σχετικά μεγάλο πάχος των τοιχωμάτων μας οδηγεί να τα εντάξουμε σε μία πρώιμη εποχή όπως και τον προηγούμενο τύπο. Το πολύ καλό όμως γάνωμα που έχει σχεδόν την μεταλλική υφή των μεταγενέστερων ωοκέλυφων αγγείων1863 μας οδηγεί να τα εντάξουμε με επιφύλαξη στον όψιμο 7ο αι. π.Χ. ΙΙΙ. Με απλό χείλος Διατηρούνται τρία μικρά θραύσματα μεγάλων ανοικτών αγγείων με απλό χείλος, ελαφρώς λοξότμητο εσωτερικά και βαθύ σώμα (495-497 Πίν. 72δ). Φέρουν και στις δύο όψεις σκούρο καφέ γάνωμα. Αγνοούμε τη μορφή της βάσης. Το πιθανότερο είναι να είχαν δύο οριζόντιες λα- βές. Το σχήμα του χείλους και του σώματος θυμίζει τις άποδες «ωοκέλυφες» κύλικες, απλά τα τοιχώματά τους είναι λίγο πιο χονδρά, οπότε μπορούν να θεωρηθούν οι άμεσες προβαθμίδες τους. Γι 3. Πινάκια Αν και τα θραύσματα που μπορούν να αποδοθούν σε πινάκια είναι περιορισμένα, ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους: Ι. Με εξωστρεφές χείλος Πρόκειται για αβαθή αγγεία με εξωστρεφές χείλος η άνω επιφάνεια των οποίων είναι πεπλα- τυσμένη. Η διάμετρος του χείλους είναι αρκετά μεγάλη, 24-33εκ. Ο πηλός τους δεν είναι τόσο καλής ποιότητας. Είναι σχετικά χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Τα τοιχώματά τους έχουν σχετικά μεγάλο πάχος, 0.4εκ. Συνήθως φέρουν ερυθρό ή πορτοκαλέρυθρο χρώμα, όχι καλής ποιότητος, π.χ., 498 (Πίν. 72ε), 499 (Πίν. 72στ) και 500. Στα καλύτερα παραδείγματα π.χ. 501, 498 (Πίν. 72ε), η στεφάνη του χείλους κοσμείται με πλατιά λοξά γραμμίδια. Το χείλος σε ορι- σμένα παραδείγματα εξωτερικά είναι διβαθμιδωτό 501 (Σχ. 28ξ), ενώ αγνοούμε τη μορφή της βάσης. Τα πινάκια με εξωστρεφές πεπλατυσμένο χείλος είναι αγαπητά στον ανατολικοϊωνικό χώρο κατά τον 6ο αι. π.Χ.1864, όπου την ίδια περίοδο υπάρχουν και παραδείγματα με διβαθμιδωτό χεί- λος1865. Το σχήμα συναντάται και στην κεραμική με μελανή διακόσμηση πάνω σε ερυθρό φό- ντο1866. 1862 Agora XII, σ. 56 αρ 67-68 πίν. 4. 1863 Βλ. σ. 182. 1864 Τocra I, σ. 44 αρ. 701 εικ. 26. Tocra II, σ. 17- 19 αρ. 1978-1987 πίν.10. 1865 Emporio, σ. 164 αρ. 164 εικ. 112. 1866 Arslan 2001, σ. 176 εικ. 5. 20. Η κεραμική αυτή, black on red, θεωρείται ότι κατάγεται από την Παλαιστίνη όπου η παραγωγή της ανάγεται στον 10 ο – 8ο αι. π.Χ. και με το πέρασμα του χρόνου επικρά- τησε στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ανατολής. Στον 8ο αι. π.Χ. θεωρείται ότι είναι χαρακτηριστική για την κεραμική του νοτιοδυτικού τμήματος της Ανατολής, βλ. Mellaart 1955, σ. 123. 180 ΙΙ. Με πόδι Διατηρούνται μόνο δύο θραύσματα, τα 502 (Πίν. 72ζ, Σχ. 29α) και 503. Και τα δύο διατη- ρούν μόνο τμήμα της βάσης και του σώματος. Το πόδι είναι κοίλο και το εξωτερικό μέτωπο της βάσης λοξότμητο. Το 502 (Πίν. 72ζ, Σχ. 29α) το οποίο διατηρείται σε καλύτερη κατάσταση, φέ- ρει στο κέντρο της βάσης μαστοειδή απόφυση. Φαίνεται ότι η διάμετρος του χείλους ήταν αρ- κετά μεγάλη κρίνοντας από τη διάμετρο της βάσης η οποία κυμαίνεται γύρω στα 12-16εκ. Τα τοιχώματά τους είναι σχετικά χοντρά και ο πηλός μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Και τα δύο φέρουν ερυθρό γάνωμα που σε μεγάλο βαθμό έχει απολεπιστεί. Το πιο επιμελημένο, 503 φέρει μάλιστα στο εξωτερικό μέτωπο της βάσης κυματοειδή διακόσμηση. Το σχήμα εμφανίζεται στην κεραμική του ανατολικοϊωνικού και νησιωτικού χώρου1867. Στο χιώτικο εργαστήρι συναντούνται δύο τύποι: α) με κυρτό σώμα, βαρύ χείλος και τέσσερις κυλιν- δρικές λαβές, πηνιόσχημα ωτία, προσαρμοσμένες στο χείλος. Το πόδι είναι ψηλό και φέρει ρά- βδωση στην απόληξή του. Εμφανίζεται γύρω στα 630 π.Χ., γύρω στα 600 όμως το πόδι γίνεται χαμηλότερο, όπως στα δικά μας παραδείγματα και το χείλος χάνει το βαρύ σχήμα του. Τα χιώ- τικα παραδείγματα συνήθως φέρουν ταινιωτή διακόσμηση ή χαρακτές γραμμές κάτω από το χεί- λος1868. β) Έχει ρηχότερο σώμα και χείλος ελαφρά εσωστρεφές ή πιο χονδρό στην απόληξή του. Φέρει διακόσμηση σπανιότερα από τον προηγούμενο τύπο. Οι δύο τύποι είναι σύγχρονοι1869. Το σχήμα συναντάται και σε πολλά άλλα εργαστήρια1870, όπως για παράδειγμα στη Ρόδο στο δεύ- τερο μισό του 7ου αι. π.Χ1871, τη Σάμο1872, στην Καρία1873, επίσης στο πρώτο και δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., στην Ξάνθο της Λυκίας1874, στη Βρουλιά1875, στην Άσσο1876, στη Δήλο1877 αλλά και στη Γέλα1878. Αρκετά πινάκια από τον ιωνικό χώρο φέρουν γραπτή διακόσμηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό με μαύρο γάνωμα πάνω σε ερυθρή επιφάνεια1879. Στο μακεδο- νικό χώρο το σχήμα αποτελεί δάνειο από την Ανατολή. Αποδόθηκε όμως με χρώμα, ολόβαφο, χωρίς διακόσμηση. Χαρακτηριστικό είναι εξάλλου ότι στην παριανή αποικία της Θάσου συνα- ντούμε πινάκια με πόδι με εικονιστικές, πιθανότατα μυθολογικές παραστάσεις1880. 1867 Πολλές φορές για το σχήμα αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «υψίποδη φιάλη», βλ. Μπακαλάκης 1938α, σ. 118 και αλλού ο όρος «καρποδόχη», βλ. Tocra II, σ. 17. 1868 Emporio, σ. 129-130 πίν. 40. 1869 Ό.π. σ. 130. 1870 Iren 2002, σ. 195, 198 αρ. 94 εικ. 25. Χρονολογείται στο α’ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Για επιπλέον παραδείγματα, βλ. Arslan 2001, σ. 176 εικ. 5. Χρονολογούνται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. 1871 Rhomiopoulou 1978, σ.67 πίν. 31 εικ. 2. 1872 Ένα πινάκιο με πολύ ψηλό πόδι είναι γνωστό από το Ηραίο της Σάμου, βλ. Technau 1929, σ. 30 εικ. 24.1. Isler 1978, πίν. ΧΧΧΙΙ εικ. 2 και LXXVIII εικ. 17. Μ. Martelli Cristofani, La ceramica Greco-orien- tale in Etruria, πίν. LXXIX εικ. 20. 1873 Lenz 1997, σ. 56-57 αρ. 9 εικ. 38-40. 1874 Xanthos IV, πίν. 8 αρ.36. 1875 Vroulia, σ. 129 κ.ε. πίν. 5.1a, 6.1a, 7,1b, 8.1b. 1876 Utili 1999, σ. 27κ.ε. αρ. 247, 249 εικ. 14 και 1993, σ. 53-72. 1877 Délos X, σ. 35 αρ.62-67 πίν. 13. 1878 Orladini 1978, σ. 94 πίν. 53.1. 1879 Arslan 2001, σ. 175. Για χαρακτηριστικό παράδειγμα επιρροής στη διακόσμηση από τη Συρία, βλ. Isler 1978, σ. 67 εικ. 2 πίν. 31. Κυπριακά προϊόντα που ήρθαν στο φως σε πρόσφατες ανασκαφές στη Σάμο δι- καιολογούν προφανώς τις επιδράσεις που δέχθηκαν οι Ίωνες από τους Κύπριους, βλ. Kyrieleis 1989, σ. 52- 55. Τέλος για την κεραμική της νοτιοδυτικής Ανατολης, βλ. Mellaart 1955, σ. 123. 1880 Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από τη Θάσο που ανήκει στη λεγόμενη «μηλιακή» κεραμική που πλέον αποδίδεται στην Πάρο και στην αποικία της Θάσο. Βλ. Salviat –Weil 1960, σ. 384-386 πίν. 4-6. 181 Γι.4. Μικκύλη οινοχόη Μοναδικό παράδειγμα αποτελεί η αδρή μικκύλη οινοχόη 504 (Πίν. 72η), η οποία φέρει εξω- τερικά καφέ σκούρο χρώμα και έχει γωνιώδες περίγραμμα στο σώμα και απλή επίπεδη βάση. Παρόμοιο παράδειγμα από τη Σάμο με γραπτή διακόσμηση και δύο ζώνες στιγμών στο σώμα χρονολογείται στο τέλος του 7ου αι. π.Χ.1881. Γιι. Μονόχρωμη «ωοκέλυφη» Κεραμική Το βασικό γνώρισμα των αγγείων που εντάσσονται στην «ωοκέλυφη» κεραμική είναι το ιδιαίτερα λεπτό τοίχωμά τους και η μεταλλική υφή, ο μεταλλικός σχεδόν ήχος που προκαλείται, όταν «χτυπούν» πάνω σε κάποια επιφάνεια. Πολλές φορές χαρακτηρίζεται και ως «πορτοκαλέρυθρη» χάρη στο συνηθέστερο «γάνωμα» που φέρουν τα αγγεία της1882. Σπανιότερο είναι το καστανό, γκρίζο, μαύρο «γάνωμα». Το γά- νωμα καλύπτει συνήθως όλη την εξωτερική επιφάνειά του. Σε ελάχιστες περιπτώσεις μόνο, π.χ. δίωτα φιαλόσχημα αγγεία, δημιουργείται ταινιωτή διακόσμηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις στο εσωτερικό δημιουργούνται σκουρόχρωμες παράλληλες ταινίες και ανάμεσά τους δίνεται αραιωμένο «γάνωμα». Δεν μπορεί βέβαια να θεωρηθεί διακόσμηση. Ουσιαστικά οφείλεται στο γεγονός ότι ο τεχνίτης «βουτά» το πινέλο του στο χρώμα και αυτό σταδιακά αραιώνει. Στα πιο επιμελημένα όμως παραδείγματα εσωτερικά δημιουργούνται ομόκεντροι κύκλοι από ομοιόχρωμο σκουρότερο «γάνωμα» με εκείνο που καλύπτει όλη την επιφάνεια και πολλές φορές στο κέντρο του πυθμένα απολήγει σε ελικοειδή διαμόρφωση. Μόνο η κάτω επιφάνεια της βάσης και η επιφάνεια ανάμεσα στις γενέσεις των λαβών αφήνονται στο χρώμα του πηλού. Τα βασικότερα σχήματα κατά σειρά δημοτικότητας είναι οι άποδες κύλικες, οι όλπες, οι μό- νωτες φιάλες, οι λεκανόσχημες φιάλες, ενώ ιδιαίτερα σπάνια είναι οι κοντόχονδρες οινοχόες (mugs), οι τριφυλλόστομες οινοχόες, οι αρύταινες και τα υποστατά που σχετίζονται κυρίως με κεραμικές εργασίες. Τα σχήματα δέχονται κυρίως επιρροές από το χώρο της ανατολικοϊωνικής Ελλάδας αλλά δεν αντιγράφουν ούτε το σχήμα με ακρίβεια ούτε τη διακόσμηση με αποτέλεσμα να δημιουργείται ουσιαστικά μία νέα κατηγορία κεραμικής, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρι- σθεί, με την πρώτη τουλάχιστο ματιά, πρωτότυπη. Γιι.1. Οπισθότμητοι πρόχοι - Τριφυλλόστομες οινοχόες – Όλπες - Οινοχόες (mug) Γιι.1.Ι. Οπισθότμητοι πρόχοι Ένα σχήμα που εμφανίζεται μόνο στο υπόσκαπτο και όχι στους απορριμματικούς λάκκους είναι αυτό των ωοκέλυφων οπισθότμητων πρόχων. Διατηρούνται δύο παραδείγματα (584 Πίν. 77ε,στ, 585 Πίν. 77ζ) σχεδόν ακέραια. Είναι βέβαια μικρότερου μεγέθους από τα αγγεία στα οποία προαναφερθήκαμε. Το ύψος τους είναι γύρω στα 15εκ., η διάμετρος του στομίου 7εκ. και η διάμετρος της βάσης 6εκ. Το στόμιο της 584, το οποίο διατηρείται σε καλύτερη κατάσταση, «κό- βεται» στο πίσω τμήμα του λαιμού σχηματίζοντας δύο τριγωνικές προεξοχές. Το «κόψιμο» δεν είναι βαθύ. Αντίθετα θα λέγαμε ότι ο τεχνίτης προσπαθεί να δώσει την εντύπωση της οπισθότμη- της πρόχου προβάλλοντας ψηλότερα τις δύο μικρές τριγωνικές «αποφύσεις». Υπάρχουν αρκετά υπολείμματα του πηλού που δεν λειάνθηκε, όταν αφαιρέθηκε το αγγείο από τον τροχό. Το σώμα είναι σφαιρικό και η βάση επίπεδη χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. 1881 Technau 1929, σ. 29 εικ. 21.4. Αναφέρεται ως αρύβαλλος. 1882 Αίνεια, σ. 101. 182 Εδώ αξίζει να αναφέρουμε για μία ακόμη φορά μία πρόχου από τη Νάξο της Σικελίας με το μικρό κόψιμο στο πίσω μέρος που χρονολογείται στα 630-600 π.Χ.1883 αλλά και μία οινοχόη της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω1884 και μία από την Τορώνη που χρονολογείται στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.1885. Παρόμοια οινοχόη με μικρό κόψιμο στο πίσω μέρος του λαιμού και με γραπτή διακόσμηση προέρχεται από την Ανατο- λική Ελλάδα1886. Τα τέσσερα αυτά αγγεία μας δείχνουν μάλλον ότι το μικρό κόψιμο του πίσω μέρους υποδεικνύει μία όψιμη χρονολόγηση στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Τα παραδείγματα από το υπόσκαπτο φέρουν αντίστοιχα η μία ερυθρό και η άλλη καστανό χρώμα. Έντονα είναι τα ίχνη του χρωστήρα. Στο εσωτερικό του στομίου υπάρχει «γάνωμα» ακανόνιστα απλωμένο. Αντί- στοιχο παράδειγμα από το μακεδονικό χώρο είναι γνωστό από τη Βεργίνα1887. Γιι. 1.ΙΙ. Τριφυλλόστομες οινοχόες Στο πλούσιο υλικό που μας προσφέρουν οι απορριμματικοί λάκκοι για τη μελέτη της ωοκέ- λυφης κεραμικής, δεν εντοπίστηκαν θραύσματα «ωοκέλυφων» τριφυλλόστομων οινοχοών. Ωστόσο το υλικό του υπόσκαπτου της τομής 27-29Δ, απορρίμματα πιθανόν κάποιου γειτονικού εργαστηρίου, μας βεβαιώνει την παραγωγή του σχήματος. Διατηρούνται θραύσματα δύο αγγείων. Το 588 (Πίν. 77β.2) διατηρείται πολύ αποσπασματικά. Σώζει μόνο τμήμα του στομίου και του λαιμού. Από το δεύτερο 589 (Πίν. 77θ) διατηρούνται αρκετά θραύσματα ώστε να μας προσφέ- ρουν μία ικανοποιητική εικόνα του σχήματος. Το τριφυλλόσχημο στόμιο ενώνεται με το σφαι- ρικό σώμα ουσιαστικά χωρίς τη μεσολάβηση του λαιμού, ο οποίος είναι ανύπαρκτος. Η κάθετη ταινιωτή λαβή είναι κοίλη εξωτερικά και η βάση επίπεδη, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Φέρει καφέ-μαύρο μεταλλικό γάνωμα και η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα του πη- λού. Το σχήμα είναι γνωστό στο μακεδονικό χώρο ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους, όπως μας φανερώνει ένα αγγείο που βρέθηκε στη Σίνδο και χρονολογείται στο τέλος του 8ου αι. π.Χ.1888. Προέρχεται επίσης από κάποιο τοπικό εργαστήριο. Φέρει γραπτή διακόσμηση, καθώς οριζόντιες ταινίες καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του σώματος και του λαιμού. Από το λαιμό ξεκινούν λοξές ταινίες που τέμνουν τις οριζόντιες. Παρόμοιες τριφυλλόστομες οινοχόες με ται- νιωτή επίσης διακόσμηση είναι γνωστές από τη Σάμο και χρονολογούνται στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. και στις αρχές του 7ου αι. π.Χ.1889. Μάλιστα σε πολλά αγγεία της Σάμου συναντούμε το διακοσμητικό μοτίβο που βρίσκουμε στο παράδειγμα από τη Σίνδο που προαναφέρθηκε, δηλ. οριζόντιες ταινίες καλύπτουν το σώμα και κατακόρυφες ταινίες ξεκινούν από το χείλος και επι- καλύπτουν τις οριζόντιες1890. Το σχήμα εμφανίζεται και στην κεραμική της ΥΓ περιόδου στη Ρόδο1891. Το συναντούμε επίσης στην τεφρή κεραμική της Τενέδου1892, της Πιτάνης1893 και της Νεάνδρειας1894. Παρόμοιο σχήμα αλλά με πιο ωοειδές σώμα από τα αγγεία της «ωοκέλυφης» κεραμικής έχουν δύο οινοχόες με ομόκεντρους κύκλους στον ώμο και ταινιωτή διακόσμηση από το νεκροταφείο των Αρκάδων στην Κρήτη1895 και ένα επίσης κρητικό παράδειγμα που βρέθηκε 1883 Βλ. παραπάνω σ. 84. 1884 Βλ. παρακάτω σ. 234. 1885 Paspalas 1995, σ. 148 αρ. 57 πίν. 16. 1886 Arslan 2001, σ.170 εικ.3.5. 1887 Πέτσας 1963, σ. 222 πίν. 262β. 1888 Δεσποίνη 1982, σ. 64 πίν. 48β. 1889 Walter – Vienreisel 1959, σ. 14 πίν. 16.8-9 και πίν. 32,1-2. 1890 Ό.π. πίν.44.5. 1891 Johansen 1958, 19.36-37 εικ. 69 α. 1892 Arslan – Seving 2003, σ. 243 αρ. 6.8 εικ. 16. 1893 Bayne 2000, σ. 194 εικ. 55.7-8. 1894 Koldeway, σ. 14 εικ. 20. 1895 Levi 1927-1929, σ. 224 εικ. 253 και σ. 281 εικ. 357. 183 στη Γέλα1896. Τριφυλλόστομες οινοχόες με στενό στόμιο και ευρύ σώμα αλλά ευρύτερο και πιο χαμηλό από τα ωοκέλυφα παραδείγματα συναντούμε και στην Αττική στον 7ο αι. π.Χ.1897. Πρόκειται λοιπόν για ένα παλιότερο σχήμα με ιωνικά πρότυπα που χρησιμοποιείται από τα εργα- στήρια της «ωοκέλυφης» κεραμικής κατά τον 7ο αι. π.Χ., όπως συμβαίνει και με άλλα σχήματα, όπως π.χ. με την οπισθότμητη πρόχου. Γιι.1.III. Όλπες Η όλπη έχει σε γενικές γραμμές τα βασικά χαρακτηριστικά του σχήματος, όπως αυτά είναι γνωστά από αγγεία όλων των γνωστών εργαστηρίων. Τα τέσσερα σχεδόν ακέραια παραδείγματα, δύο από τους λάκκους (505 Πίν. 73α, 506) και δύο από το υπόσκαπτο (595 Πίν. 78α, 596 Πίν. 78β), δίνουν σαφή εικόνα του σχήματος. Έχουν εξωστρεφές χείλος ενιαίο με το λαιμό, ο οποίος έχει ενιαίο σιγμοειδές προφίλ με το ωοειδές σώμα. Σπάνια το χείλος είναι δυνατόν να σχηματίζει εξωτερικά λοξότμητο μέτωπο (507 Πίν. 73γ και 514 Σχ. 29δ). Σε ορισμένες περιπτώσεις στο ση- μείο μετάβασης από το λαιμό στον ώμο υπάρχει ένα ανάγλυφο δακτυλίδι (508 Πίν.73δ). Λίγο κάτω από το χείλος φύεται η κάθετη ταινιωτή λαβή, που απολήγει λίγο πάνω από το μέσο του σώματος. Η κάθετη λαβή σε ορισμένες περιπτώσεις έχει εξωτερικά ελαφρά κοίλη επιφάνεια (509 Πίν. 73ε, 510 Πίν. 73στ). Η βάση είναι αδιαμόρφωτη, επίπεδη (511 Πίν. 73ζ, Σχ. 29β) και έχει λίγο μικρότερη διάμετρο από τη μέγιστη διάμετρο του σώματος. Σπανιότερος είναι ο τύπος της όλπης με δακτυλιόσχημη διευρυνόμενη βάση (512 Πίν. 73η, Σχ. 29γ). Όσον αφορά στο σχήμα, οι όλπες από το Καραμπουρνάκι παρουσιάζουν μία ιδιαίτερη διαφοροποίηση από το γνωστό ατ- τικό τύπο που συναντούμε σε όλα τα εργαστήρια: η κάθετη λαβή δεν φύεται από το χείλος αλλά λίγο πιο κάτω, από το λαιμό. Το σχήμα παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα και με αντίστοιχα αγγεία από τον ιωνικό χώρο όπου είναι γνωστό ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους1898. Παρόμοια αγ- γεία έχουν βρεθεί και σε άλλες θέσεις στο χώρο της Κεντρικής Μακεδονίας1899. Η πλειονότητα των αγγείων αυτού του σχήματος φέρει «γάνωμα», το χρώμα του οποίου πα- ρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Άλλοτε είναι ερυθρό ή το σύνηθες πορτοκαλέρυθρο της «ωοκέλυ- φης» κεραμικής (505 Πίν. 73α, 513), άλλοτε γκρίζο ανοικτό, ή σκούρο σχεδόν μαύρο (514 Σχ. 29δ, 509 Πίν. 73ε), είτε καστανό. Το ίδιο «γάνωμα», αραιωμένο, φέρει και το άνω τμήμα του λαιμού εσωτερικά. Στο χρώμα του πηλού αφήνεται η εσωτερική όψη της λαβής, το τμήμα του σώματος κάτω από αυτήν (516) και η κάτω επιφάνεια της βάσης. Πολλές φορές στα σημεία αυτά υπάρχουν άτακτες πινελιές από το χρωστήρα (508). Σε ελάχιστα παραδείγματα υπάρχει γραπτή διακόσμηση. Για παράδειγμα στο 507 διατηρούνται δύο οριζόντιες ταινίες, μία στο σημείο γένε- σης της λαβής και μία στο κάτω άκρο του λαιμού. Στο 517, το οποίο φέρει μαύρο «γάνωμα», στο άνω τμήμα του σώματος διακρίνονται δύο γωνιώδεις ταινίες ίδιου χρώματος. Γιι.1.ΙV. Οινοχόες - mugs Σπάνιο σχήμα της «ωοκέλυφης» κεραμικής κρίνοντας από τα τρία μοναδικά σωζόμενα πα- ραδείγματα (518 Πίν. 72β, 599 Πίν. 78δ, 600 Πίν. 78ε) τόσο στο σύνολο των απορριμματικών λάκκων όσο και στο υπόσκαπτο είναι ο τύπος αυτός της οινοχόης. Το μοναδικό ακέραιο παρά- δειγμα των λάκκων και τα δύο αποσπασματικά από το υπόσκαπτο μας δίνουν ολοκληρωμένη την εικόνα του σχήματος. Η οινοχόη-mug που παράγεται από τα εργαστήρια της «ωοκέλυφης» κερα- μικής είναι σαφώς διαφορετική από το ανάλογο σχήμα που παράγουν τα σύγχρονα εργαστήρια 1896 De Miro 1983, σ. 67 εικ. 13. 1897 Young 1939, σ. 40 αρ. ΙΧ.13 εικ. 24. CVA Athens I, πίν. 4,6. ΠΑΕ 1911, πίν. 116.1. ΑΔ 1920-21, σ. 134 εικ. 8 και σ. 138 εικ. 12. 1898 Ό.π. σ. 19 πίν. 31. 1899 Λιούτας – Κώτσος 2001, σ. 193 εικ. 54. Χρυσοστόμου 2000, σ. 239 εικ. 15 (όπου και σχετική βιβλιογραφία). 184 των πόλεων της Χαλκιδικής επηρεασμένα από τα κυκλαδικά και ιωνικά εργαστήρια1900. Θα λέ- γαμε ότι είναι κοντύτερα στα κύπελλα των αρχαϊκών χρόνων που μοιάζουν με τους αρυτήρες, καθώς αυτά συγγενεύουν με το σχήμα της όλπης που μόλις εξετάσαμε. Πρόκειται ουσιαστικά για κοντόχονδρες όλπες. Το χείλος είναι απλό, ευρύτερο από της όλπης (διάμ. 6εκ. αντί για 4εκ. που έχουν συνήθως οι όλπες) ενιαίο με το λαιμό, που έχει ίση περίπου διάμετρο και είναι ενιαίος με το κοντό κυρτό σώμα που κάμπτεται στο σημείο μετάβασης προς τη βάση. Η βάση, όπως συμ- βαίνει στην πλειονότητα των αγγείων της ωοκέλυφης κεραμικής, είναι επίπεδη χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Η κάθετη λαβή ξεπερνά ελάχιστα το ύψος του χείλους, φύεται από το λαιμό, όπως στην όλπη και έχει κοίλη την εξωτερική επιφάνεια. Είναι πιθανόν το σχήμα να προέρχεται από κάποια μόνωτα κύπελλα της Εποχής Σιδήρου1901. Εξ άλλου είναι εμφανής η ομοιότητά του με μία οπισθότμητη πρόχου των ύστερων γεωμετρικών χρόνων1902. Φέρουν καφέ «γάνωμα» κακής ποιότητος, το οποίο καλύπτει και το στόμιο εσωτερικά, όπου έχει «τρέξει» ακανόνιστα. Η κάτω επιφάνεια της βάσης είναι εδαφόχρωμη ως συνήθως. Ένα αγγείο αυτού του τύπου είναι γνωστό από την Τούμπα Θεσσαλονίκης. Βρέθηκε με μία άποδη ωοκέλυφη κύλικα1903. Ένα δεύτερο παράδειγμα, πιθανώς του 7ου αι., είναι γνωστό από τη Φιλαδέλφεια1904. Γιι.2. Άποδες κύλικες Με τον όρο άποδη κύλικα αναφερόμαστε σε ανοικτά αγγεία με απλό χείλος, δύο οριζόντιες λαβές και με επίπεδη ή δακτυλιόσχημη βάση. Δύο ακέραια παραδείγματα και ένα αποσπασμα- τικό προέρχονται από την ανασκαφή του νεκροταφείου1905. Το καλύτερα σωζόμενο παράδειγμα από τους λάκκους, όπου φαίνονται όλα τα χαρακτηριστικά του σχήματος, είναι το 519 (Πίν. 74α). Ένα ακόμη παράδειγμα μπορεί να αποκατασταθεί σε κατατομή (520 Σχ. 29ε). Ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος μας δίνει επίσης η 654 (Πίν. 85δ) αν και διατηρείται αποσπασματικά. Σαφέστερη εικόνα του σχήματος μας δίνουν τα σχεδόν ακέραια αγγεία από το υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ, αν και έχουν πολλές κατασκευαστικές ατέλειες, γεγονός που οδήγησε και στη ρίψη τους στο λάκκο που ανευρέθηκαν, αντί να διοχετευθούν στην αγορά. Το στόμιο των περισ- σότερων κυλίκων δεν σχηματίζει κύκλο, αλλά έχει παραμορφωθεί εξαιτίας της κακής όπτησης και έχει σχήμα ελλειψοειδές (602 Πίν. 78στ, 604 Πίν. 78θ). Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις σχη- ματίζονται κάποιες επιπλέον παραμορφώσεις, όπως εσοχές, ζουλήγματα (606 Πίν. 79α-γ). Η αποτυχημένη όπτηση φαίνεται και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν μεγάλες διογκώσεις στην εξωτερική επιφάνεια (φυσαλίδες, σκασίματα του πηλού), (Πίν. 82ζ). Αυτές εμφανίζονται κυρίως κοντά στις γενέσεις των λαβών (608 Πίν. 79ε-στ). Αποτέλεσμα της κακής όπτησης είναι και η διαφορά στο χρώμα του γανώματος, το οποίο σε πολλά σημεία έχει διαφορετική απόχρωση (603 Πίν. 78ζ,η, 609 Πίν. 79ζ,η). Στα ίδια αγγεία διακρίνουμε και ατέλειες που οφείλονται στο πλάσιμο του αγγείου και όχι στην όπτηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι ορισμένες κύλικες δεν έχουν το ίδιο ύψος περιμετρικά (603 Πίν. 78ζ,η). Σε αρκετές περιπτώσεις οι δύο λαβές δεν έχουν το ίδιο ύψος με αποτέλεσμα το αγγείο να είναι ασταθές (606 Πίν. 79α-γ, 619 Πίν. 80θ,ι, 621 Πίν. 81α-β). Υπάρχουν επίσης περι- πτώσεις, όπως η 606 (Πίν. 79β), όπου οι γενέσεις της ίδιας λαβής δεν έχουν προσαρμοσθεί στο ίδιο ύψος. Σε άλλες δε περιπτώσεις, όπου η λαβή έχει τριγωνικό σχήμα, η κορυφή δεν είναι στο κέντρο αλλά έκκεντρα και το ένα σκέλος είναι μακρύτερο (622 Πίν. 81γ, 619). Τέλος σε λίγα 1900 Βλ. παραπάνω σ. 31κ.ε. 1901 Radt 1974, σ. 121 πίν. 36.32. 1902 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 197 εικ. 4. 1903 Σουέρεφ 2000α, σ. 218 εικ. 7. 1904 Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1998, σ. 265 εικ. 12. 1905 Βλ. σ. 197. 185 αγγεία η βάση δεν έχει πλαστεί σωστά με αποτέλεσμα να μην είναι επίπεδη αλλά να διογκώνεται προς τα έξω οπότε η επιφάνεια έδρασης να είναι ασταθής (Πίν. 82ζ). Όσον αφορά στο σχήμα, τα αγγεία του υπόσκαπτου παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα των λάκκων και για το λόγο αυτό εξετάζονται ταυτόχρονα. Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, ενιαίο με το σώμα. Η άνω επιφάνειά του άλλοτε παρουσιάζει μικρή κλίση προς τα μέσα (602 Πίν. 78στ, 603 Πίν. 78ζ,η), άλλοτε είναι στρογγυλοποιημένη (527 Πίν. 74γ), και σε ορισμένα παραδείγματα απλή, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση (608 Πίν. 79ε-στ, 619 Πίν. 80θ,ι, 522 Πίν. 74γ, 528 Πίν. 74γ, 529 Πίν. 74γ, Σχ. 29στ). Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες το χείλος είναι υποτυπωδώς εξωστρεφές (609 Πίν. 79ζ,η, 611 Πίν. 79ι, 613, 622 Πίν. 81γ). Εξαιρετικά σπάνια όμως είναι η προσπάθεια να σχηματιστεί στο χείλος ένα μικρό κάθετο μέτωπο (631 Πίν. 82β). Σε δύο μόνο περιπτώσεις από τα σωζόμενα παραδείγματα διακρίνεται η προσπά- θεια να διακριθεί το σώμα από το χείλος με μία εγκοπή, που όμως δεν διαγράφεται σε όλη την περιφέρεια του αγγείου. Το βαθύ σώμα είναι ημισφαιρικό και εδράζεται σε απλή, επίπεδη βάση. Η διάμετρος του χείλους σε όλα τα σωζόμενα παραδείγματα ξεπερνά τα 15εκ. Συνήθως κυμαίνε- ται στα 15-19εκ. Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα μεγαλύτερα παραδείγματα, στα οποία φθάνει τα 22-23εκ., ενώ σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που πλησιάζει τα 30εκ. Η διάμετρος της βάσης είναι πολύ μικρότερη, συνήθως φθάνει τα 4εκ. Η βάση είναι στις περισσότερες κύλικες επίπεδη, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Σε δύο μόνο σωζόμενα παραδείγματα είναι δακτυλιόσχημη (519 Πίν. 74α, 628 Πίν.81η.1)1906. Στο άνω τμήμα του σώματος, πριν αρχίσει να στενεύει προς τη βάση τοποθετούνται οι οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής, οι οποίες έχουν άλλοτε τοξωτό σχήμα (612 Πίν. 80α-γ, 610 Πίν. 79θ, 608 Πίν. 79ε-στ, 620 Πίν.80η) και άλλοτε τριγωνικό (606, Πίν. 79α-γ, 614 Πίν. 80δ), που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχει αποδοθεί επιτυχώς, όπως προαναφέρθηκε, και ξεπερνούν το ύψος του χείλους (530). Οι λαβές παρουσιάζουν ορισμένες κατασκευαστικές διαφοροποιήσεις. Σε πολλά αγγεία η κάτω επιφάνεια της λαβής και η εσωτερική είναι πεπλατυσμένες, σαν να έχουν «κοπεί» λωρίδες πηλού με κάποιο εργαλείο (602 Πίν. 78στ). Σε άλλες περιπτώσεις το τεχνικό αυτό χαρακτηρι- στικό παρατηρείται στις τρεις πλευρές της λαβής, πλην της εξωτερικής (606 Πίν. 79α-γ). Οι «ωοκέλυφες» άποδες κύλικες φέρουν συνήθως ερυθρό, πορτοκαλέρυθρο ή καστανό «γά- νωμα». Δεν λείπουν βέβαια και πιο σκούρα χρώματα, όπως καφέ-μαύρο ή μαύρο (Πίν. 79). Κατά κανόνα εξωτερικά το γάνωμα έχει τοποθετηθεί προχειρότερα από ό,τι στο εσωτερικό (612 Πίν. 80α-γ). Ειδικά στο κάτω τμήμα του σώματος υπάρχουν πολλές φορές έντονα ίχνη του χρωστήρα (622 Πίν. 81γ). Στο 608 (Πίν. 79ε-στ) γίνεται η προσπάθεια στο άνω μέρος του σώματος να αφε- θεί μία εδαφόχρωμη ταινία, η οποία όμως δεν περιτρέχει όλη την περιφέρεια του αγγείου. Η αδυ- ναμία του τεχνίτη φαίνεται και σε περιπτώσεις όπως το 622 (Πίν. 81γ) όπου στην εξωτερική επι- φάνεια υπάρχουν ίχνη από τα αποτυπώματά του. Στο χρώμα του πηλού αφήνεται η εσωτερική όψη των λαβών (625 Πίν. 81ε, 544 Πίν. 75γ, Σχ. 29θ), ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις τους (606 Πίν. 79α-γ) και η κάτω επιφάνεια της βάσης (621-623). Εν τούτοις πρέπει να τονίσουμε ότι ο καλλιτέχνης δεν αφήνει το χώρο των λαβών συνειδητά στο χρώμα του πηλού αλλά η τακτική αυτή οφείλεται στην αδυναμία και στην προχειρότητα που τον διακρίνει. Σε πολλά αγγεία, όπως στο 612 (Πίν. 80α-γ), ο χώρος αυτός γεμίζεται με άτακτές πινελιές. Είναι σαφής η διαφορά από τα αγγεία άλλων αρχαϊκών εργαστηρίων, όπως το αττικό, όπου ο κεραμέας ανάμεσα στις γενέ- σεις των λαβών αφήνει μία καλά σχεδιασμένη μετόπη στο χρώμα του πηλού. Σε ορισμένα αγγεία του υπόσκαπτου το «γάνωμα» σε κάποια σημεία «έφυγε», όταν το αγγείο ακούμπησε σε κάποιο άλλο αντικείμενο, ενώ ήταν ακόμη υγρό. Στο εσωτερικό εναλλάσσονται συνήθως ανοικτές και σκούρες ταινίες που στον πυθμένα σχηματίζουν σπείρα, οι οποίες σπάνια αποτελούν διακόσμηση (525 Πίν. 74δ) και συνήθως οφείλονται στη συχνότητα με την οποία «βουτά» το πινέλο του ο κεραμέας στο χρώμα (614 Πίν. 80δ, 628 Πίν. 81η.1, 538). Παρόμοια διαμόρφωση της βαφής στο 1906 Αποσπασματικά παραδείγματα με δακτυλιόσχημη βάση έχουν βρεθεί και στη Σίνδο, βλ. Τιβέριος 1990β, εικ. 10. 186 εσωτερικό κυλίκων 1907 αλλά και άλλων αγγείων1908 παρατηρείται και στην ιωνική κεραμική των αρχαϊκών χρόνων, όπου πρωτοεμφανίζεται στο εσωτερικό των ανοικτών αγγείων ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους και συγκεκριμένα την ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο1909. Στην 633 (Πίν. 82δ) έγινε η προσπάθεια εσωτερικά γύρω από τη στεφάνη του χείλους να αφεθεί μία ταινία στο χρώμα του πηλού, η οποία όμως δεν κατάφερε να επεκταθεί περιμετρικά. Οι κύλικες του τύπου αυτού έχουν επηρεαστεί από τις ιωνικές κύλικες1910, οι οποίες διαφορο- ποιούνται κυρίως στο σχήμα της βάσης, καθώς έχουν χαμηλή διευρυνόμενη βάση, και σπάνια επίπεδη, όπως μας δείχνουν τόσο παραδείγματα από τον ιωνικό χώρο και τον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Ελλάδος1911, π.χ. Μίλητος1912, Κλαζομενές1913, των νησιών1914 όσο και άλλων αποι- κιών1915, τα οποία φέρουν ταινιωτή διακόσμηση και σε ορισμένες περιπτώσεις και στιγμωτούς ρόδακες1916. Υπάρχουν ορισμένα παραδείγματα χωρίς βάση, τα οποία φέρουν γάνωμα μόνο στις λαβές1917. Συγγενικό είναι και το σχήμα κάποιων ροδιακών σκύφων του 6ου αι. π.Χ. από το Μονόλιθο που έχουν χαμηλή δακτυλιόσχημη βάση και στη ζώνη των λαβών κοσμούνται με τρί- γωνα που φέρουν δικτυωτό1918. Ιωνικές κύλικες βρίσκονται σε αφθονία στο βορειοελλαδικό χώρο1919. Στη Μακεδονία οι «ωοκέλυφες» κύλικες με απλό χείλος και επίπεδη βάση είναι γνωστές από διάφορες θέσεις. Συναντούνται κυρίως στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου1920 αλλά και στο εσωτε- ρικό της μακεδονικής γης, όπως στην αρχαία Λητή1921. Σπανιότερα τις βρίσκουμε και στη Χαλκι- δική, π.χ. δύο ακέραια παραδείγματα είναι γνωστά από τη Σάνη1922. Όσον αφορά στη χρονολόγησή τους εκτός από το χρονολογικό πλαίσιο που μας παρέχει η επείσακτη κεραμική των λάκκων και του υπόσκαπτου, τα μόνα ασφαλή στοιχεία μας προσφέ- ρουν η 654 που προέρχεται από τάφο επίσης από το Καραμπουρνάκι1923 και ένα παράδειγμα από έναν τάφο της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη1924, που βρέθηκε μαζί με ένα σφαιρικό αρύβαλλο με 1907 Για ανάλογα ακέραια παραδείγματα, βλ. Τιβέριος - Μανακίδου – Τσιαφάκη 2001, σ. 257-258 εικ. 5. Για ιωνικές κύλικες με παρόμοια διακόσμηση, βλ. Cook 1985, εικ. 2. Samos VI, σ. 128 αρ. 382-418 πίν. 44. Alt – Smyra I, πίν. 40. Χρονολογείται 600 – 575 π.Χ. 1908 Για παρόμοια διακόσμηση σε άωτα σκυφίδια, βλ. Clara Rhodos VI-VII, εικ. 61, 91 και 105. Emporio, σ. 128 αρ. 380.1 πίν. 39. 1909 Meric –Mountjoy 2002, σ. 89 εικ. 4 αρ. 20, 21 και σ. 94 εικ. 6 αρ. 56-57. 1910 O Heurtley παλιότερα είχε θεωρήσει ότι είναι παραλλαγή των γεωμετρικών σκύφων. Heurtley 1925/26, σ. 28 D5. 1911 Graeve 1991, σ. 132 πίν. 22.1. 1912 Von Graeve – Senff 1991, σ. 132 πίν. 22.1. 1913 Ersoy 2004, σ. 49-55 εικ. 6,8.12. 1914 Clara Rhodos VI-VII, εικ. 91 και 183.3. 1915 Tocra I, σ. 55 αρ. 733-736 πίν. 38. Υπάρχουν διάφοροι τύποι οι οποίοι χρονολογούνται γύρω στα 590- 530 π.Χ. Tocra II, σ. 23-24αρ. 2015-2025 πίν. 12-13. Πρόκειται για τον πρωιμότερο τύπο, που συγγενεύει περισσότερο με τα παραδείγματα των λάκκων. Φέρουν ταινιωτή διακόσμηση και χρονολογούνται στα τέλη του 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. 1916 Ο Dupont απέδωσε πρώτος τις κύλικες αυτές στη Β. Ιωνία, βλ. Dupont 1983, σ. 24-26. 1917 Tocra II, σ. 34 αρ. 2082 εικ. 14. 1918 Αρχοντίδου 1983, σ. 27 εικ. 14. Αναφέρεται ότι παρόμοια αγγεία έχουν βρεθεί επίσης στην Κάμιρο και στη Βρουλιά. Άποδη κύλικα με πανομοιότυπη διακόσμηση έχει βρεθεί και στη Θέρμη. 1919 Καλλιντζή 1990, σ. 563 εικ. 4 όπου μάλιστα διατυπώνονται και κάποιες υποψίες ότι το σχήμα επιβιώ- νει ως τον 4ο αι. π.Χ. 1920 Ένα σχεδόν ακέραιο παράδειγμα είναι γνωστό από το Αρχοντικό Γιαννιτσών, βλ. Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 1993, σ. 163 σχ.3. 1921 Τζαναβάρη – Φίλης 2003, σ. 156 εικ. 1. Οι ανασκαφείς πιστεύουν ότι το σχήμα έχει διάρκεια παραγω- γής από τον 8 έως τον 6ο αι. π.Χ. Η αρχή τους είναι μάλλον υψηλή. 1922 Βοκοτοπούλου 1985, σ. 148 πίν. 9.3. 1923 Βλ. παρακάτω σ. 198. 1924 Σουέρεφ 2000α, σ. 219 εικ. 9. 187 ταινιωτή διακόσμηση, ο οποίος χρονολογείται στον 6ο αι. π.Χ.1925. Η ασφαλής χρονολόγηση φιά- λης με προχοή, που έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτές τις κύλικες, από το νεκροταφείο της σύγχρονης Θέρμης και χρονολογείται γύρω στα 475 π.Χ.1926 μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η κατασκευή τους έφθασε σίγουρα ως το τέλος του 6ου αι. π.Χ., εάν όχι ως τις αρχές του 5ου αι. Τα ευρήματα από τη στρωματογραφική τομή Α και Α.0 της διπλής τράπεζας της Αγχιάλου υπο- δεικνύουν ότι τα «ωοκέλυφα» αγγεία κατασκευάζονται στο β΄ μισό του 6ου αι. και το τοίχωμα του σώματος γίνεται ολοένα πιο λεπτό1927. Γιι.3. Λεκανόσχημες φιάλες Υπάρχει μεγάλη ποικιλία μεγάλων ανοικτών αγγείων της λεγόμενης «ωοκέλυφης» κεραμι- κής. Το χείλος παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις, όπως και το σχήμα των λαβών. Δίχως να αποτελούν πιστή αντιγραφή των ανατολικοϊωνικών αγγείων, είναι εμφανείς οι επιρροές που έχουν δεχθεί από το χώρο αυτό. Ι. Με ωτία Ένας ιδιόμορφος τύπος αγγείου που συναντάται στους απορριμματικούς λάκκους στο Καρα- μπουρνάκι είναι οι λεκανόσχημες φιάλες με ωτία. Δεν διατηρείται κανένα ακέραιο παράδειγμα. Δύο όμως αγγεία, τα 540 (Πίν. 75α, Σχ. 29ζ) και 541 (Πίν. 75α, Σχ. 30α), διατηρούνται αποσπα- σματικά σε θραύσματα και από αυτά μπορούμε να αποκομίσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος. Πρόκειται για βαθιά ανοικτά αγγεία με ημισφαιρικό σώμα. Η μέγιστη διάμετρός τους κυμαί- νεται από 14 έως 26εκ. (542, 543) και βρίσκεται στο ύψος του χείλους, το οποίο σχηματίζει μία πεπλατυσμένη στεφάνη που εξέχει από το σώμα εσωτερικά και εξωτερικά. Από τη στεφάνη φύο- νται δύο ωτία με οξείες απολήξεις, τα οποία φέρουν δύο (544 Πίν. 75γ, Σχ. 29θ, 545 Πίν. 75δ) ή μία οπή (540 Πίν. 75α, Σχ. 29ζ). Η βάση σχηματίζει έναν υποτυπώδη χαμηλό δακτύλιο με πλα- τιά επιφάνεια έδρασης (540) ή είναι απλή, επίπεδη χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση (541). Τα αγγεία αυτά έχουν κατασκευαστεί από λεπτόκοκκο πηλό που πολλές φορές μάλιστα δίνει μία μεταλλική υφή. Συνήθως εσωτερικά και εξωτερικά φέρουν «γάνωμα» ερυθρό ή μαύρο. Στο μέσο του σώματος εξωτερικά μπορεί να αφήνεται μία εδαφόχρωμη ταινία (541). Το «γάνωμα» στο εσωτερικό πολλές φορές μπορεί να σχηματίζει σπείρα (541, 547, 548 Σχ. 30β). Το καλύτερο όμως παράδειγμα, 540 (Πίν. 75α, Σχ. 29ζ), φέρει και στις δύο όψεις ταινιωτή διακόσμηση ερυ- θρού χρώματος. Η στεφάνη του χείλους σπάνια φέρει «γάνωμα» (541). Συνήθως αφήνεται στο χρώμα του πηλού και κοσμείται με πλατιά γραμμίδια (Πίν. 549, 550). Εδαφόχρωμη παραμένει η βάση και στους δύο τύπους που προαναφέρθηκαν. Παρόμοια αγγεία προέρχονται τόσο από το νησιωτικό χώρο, την κυρίως Ελλάδα αλλά και τη Δύση. Τα πλησιέστερα παραδείγματα ωστόσο είναι εκείνα της Σάμου1928 και της Μιλήτου1929. Αρκετά συγγενικά είναι και τα παραδείγματα από την Κω1930, τη Ρόδο1931, τη Λάρισα της Αιο- 1925 Necrocorinhtia, σ. 291. 1926 Σκαρλατίδου 1994, σ. 450-1 πίν. 144β. Βρέθηκε με μία κύλικα τύπου C. Βλ. επίσης παρακάτω σ. 198. 1927 Τιβέριος 1990β, σ. 315κε. 1928 Samos V, σ. 100-101 αρ. 178-184 πίν. 34-35. 1929 Kleine 1979, σ. 143 αρ. 14 πίν. 34.2 εικ. 17. 1930 Τα αγγεία από την Κω διαφέρουν στο σχήμα των ωτίων, τα οποία σχηματίζουν τρεις οξυκόρυφες απολήξεις αντί για δύο και έχουν μία οπή ανάρτησης στο κέντρο. Βλ. Morricone 1978, σ. 256 εικ. 536, 537. 1931 Τα περισσότερα αγγεία αυτού του σχήματος από τη Ρόδο είναι άωτα. Το χείλος τους εξέχει εντονό- τερα από το σώμα και το τελευταίο είναι ρηχότερο σε σύγκριση με τα σωζόμενα αγγεία από το Καρα- μπουρνάκι. Βλ. Clara Rhodos III, πίν.1 CLXXXI.1, 2, 3,4. 188 λίας1932, το νεκροταφείο των Αρκάδων στην Κρήτη1933, το Άργος1934. Δύο αγγεία αυτού του σχήματος από τη Δύση, το ένα ιωνικής προελεύσεως1935 και το άλλο της τοπικής κεραμικής παραγωγής1936, και ένα από την Κόρινθο1937, μας φανερώνουν ότι οι λεκανόσχημες φιάλες μπορούσαν να έχουν και περισσότερα από δύο ωτία, όπως π.χ. έξι. Η λεκανόσχημη φιάλη από την Κόρινθο διατηρήθηκε με το πώμα της. Ένα ακόμη παράδειγμα από τη Δύση φέρει οπή στο χείλος, πιθανόν για την προσάρτηση πώματος1938. Είναι λοιπόν πιθανό και οι «ωοκέλυφες» λεκανόσχημες φιάλες από το Καραμπουρνάκι να έφεραν επίσης πώμα. Η διακόσμηση με εγκάρ- σια γραμμίδια στο χείλος, ταινιωτή διακόσμηση εξωτερικά και ομόκεντρους κύκλους στο εσωτε- ρικό είναι επίσης επηρεασμένη από αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας1939. Η ταινιωτή διακόσμηση στα μικρά ανοικτά αγγεία των ύστερων γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων είναι συνήθης και σε άλλα εργαστήρια, όπως φανερώνουν αντίστοιχα τα αττικά πινάκια της ΥΓ Ι (750-730 π.Χ.) αλλά και της Υπογεωμετρικής περιόδου1940 και οι βοιωτικές κύλικες των αρχαϊκών χρόνων1941. ΙΙ. Με χείλος τριγωνικής διατομής Πρόκειται για ανοικτά, σχετικά βαθιά αγγεία που εντάσσονται στη λεγόμενη «ωοκέλυφη» κεραμική, καθώς το πάχος των τοιχωμάτων τους κυμαίνεται από 0,15εκ. έως 0.3εκ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματός τους. Η άνω επιφάνεια του χείλους είναι πεπλατυσμένη και εξέχει από το σώμα εσωτερικά και εξωτερικά, δίνοντάς του τριγωνικό σχήμα σε τομή. Το σώμα φαίνεται ότι θα ήταν σχετικά βαθύ, καθώς στο σωζόμενο τμήμα του κατεβαίνει σχεδόν κάθετα. Σπάνια στο σημείο μετάβασης από το σώμα στο χείλος σχηματίζεται μία εσοχή (551 Σχ. 30γ) ή ο διαχωρισμός αυτός γίνεται με ένα πολύ λεπτό ανάγλυφο δακτυλίδι (553). Αν δεν είχε σωθεί το 556 (Σχ. 30στ), το μοναδικό παράδειγμα που διασώζει λαβή, θα θεωρούσαμε ότι πρόκειται για άωτα αγγεία. Το μοναδικό αυτό παράδειγμα έχει ταινιωτή-διχαλωτή λαβή. Θεωρούμε ότι είχαν μόνο μία λαβή γιατί η διάμετρος του χείλους είναι συνήθως μικρή. Κυμαίνεται γύρω στα 11- 15εκ. και μόνο σε ένα παράδειγμα φθάνει τα 22εκ. Φυσικά ως προϊόντα της «ωοκέλυφης» κεραμικής φέρουν πάντα «γάνωμα», το οποίο σε πολλές περιπτώσεις κάλυπτε ολόκληρο το αγγείο με εξαίρεση βέβαια την εσωτερική όψη της λαβής (556). Το σκουρόχρωμο «γάνωμα» μπορεί να είχε διαφορετική απόχρωση εσωτερικά και εξωτερικά (557 Σχ. 30ζ, 558 Σχ. 30η). Σε άλλα παραδείγματα η στεφάνη του χείλους αφήνεται στο χρώμα του πηλού και κατά τόπους κοσμείται με συστάδες εγκάρσιων γραμμιδίων (559 Σχ. 30θ). Πολλές φορές είναι δυνατό στο άνω άκρο του αγγείου, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά, να αφήνεται μία εδαφόχρωμη ταινία (559) και μάλιστα μπορεί να φέρει και υπόλευκο επίχρισμα (553). 1932 Το αποσπασματικά σωζόμενο παράδειγμα χρονολογείται στον 7ο αι. π.Χ. Η άνω επιφάνεια του χείλους του διατρέχεται από αβαθείς αυλακώσεις. Larisa III, σ. 93 πίν. 40.10. 1933 Levi 1927-1929, σ. 288 εικ. 374. 1934 Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη 1979, σ. 46 εικ. 25. 1935 Το συγκεκριμένο αγγείο φέρει έξι ωτία, από τα οποία μόνο τα δύο, φέρουν οπές. De Juli 1981, σ. 304 πίν. 52. Φέρει ταινιωτή διακόσμηση και χρονολογείται στον 6ο αι. π.Χ. 1936 Αυτή φέρει τέσσερα ωτία, από τα οποία τα δύο μόνο, φέρουν οπές. Bontini 1981, σ. 254 εικ. 56 αρ. 221. 1937 Αυτό φέρει τέσσερα ωτία αντί για δύο. Corinth XIII, σ. 261 αρ. 392.6 πίν. 90. 1938 Giardino 1996, σ. 41. 1939 Clara Rhodos III, πίν. 1. CLXXXI.2. 1940 Για αττικά πινάκια των ΥΓ χρόνων, βλ. Kition IV, σ. 18 πίν. XVII.1, XVIII.2. Για παραδείγματα των υπογεωμετρικών χρόνων, βλ. Young 1939, σ. 165 αρ. C83 εικ. 109, 116 και C85 σ. 165 εικ. 117. 1941 Ανδρειωμένου 1994, σ. 180 εικ. 31. 189 ΙΙΙ. Με λοξότμητο χείλος Υπάρχει μία ομάδα φιαλόσχημων αγγείων (560 Σχ. 30ι, 561) με εσωστρεφές, λοξότμητο χείλος που εξέχει από το ημισφαιρικό σώμα. Πρόκειται για ευρύστομα αγγεία που η διάμετρός τους κυμαίνεται γύρω στα 30εκ. Τα λεπτά τοιχώματά τους έχουν συνήθως πάχος 0.3εκ. Φέρουν πορτοκαλέρυθρο χρώμα. Στο εσωτερικό το χρώμα μπορεί να σχηματίζει πιο σκούρες επιφάνειες (560). Η μορφή της βάσης είναι άγνωστη. Παρόμοιο σχήμα, μικρότερων διαστάσεων, έχει βρεθεί στο Εμποριό της Χίου και χρονολο- γείται στον 6ο αι. π.Χ.1942 αλλά και στην Ταύχειρα1943. ΙV. Με απλό χείλος και ταινιωτή λαβή Διατηρούνται 4 σχεδόν ακέραια αγγεία από το υπόσκαπτο (634, 635, 636 Πίν. 83γ-δ, 637 Πίν. 83α&β) και αρκετά θραύσματα (563-567) από τους απορριμματικούς λάκκους. Το ακέραιο παράδειγμα από το νεκροταφείο (657 Πίν. 86γ-ε, Σχ. 32δ,ε) μας δίνει ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος και μας βοηθά να διακρίνουμε τα αποσπασματικά σωζόμενα θραύσματα αυτού του σχήματος από τις «ωοκέλυφες» άποδες κύλικες. Όλα φέρουν απλό χείλος χωρίς ιδιαίτερη δια- μόρφωση εξωτερικά, ενώ το σώμα είναι ημισφαιρικό και στο άνω τμήμα του προσαρμόζεται μία οριζόντια ταινιωτή λαβή, η εξωτερική επιφάνεια της οποίας είναι συνήθως κοίλη. Η βάση είναι απλή, επίπεδη χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Το μοναδικό στοιχείο που μας βοηθά να διακρίνουμε τα αγγεία αυτού του σχήματος από τις άποδες κύλικες στην περίπτωση που σώζονται αποσπα- σματικά είναι η διαμόρφωση της άνω επιφάνειας του χείλους, η οποία στα μόνωτα λεκανόσχημα φιαλίδια είναι λοξότμητη. Το πάχος των τοιχωμάτων τους κυμαίνεται από 0.2-0.4εκ. Το μέγεθός τους ποικίλει, όπως φαίνεται από τη διάμετρο του χείλους που κυμαίνεται από 14 έως 40εκ. Συνήθως όμως φθάνει τα 25-30εκ. Συνήθως φέρουν και στις δύο όψεις πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Η εξωτερική επιφάνειά τους διακρίνεται από μεγαλύτερη προχειρότητα (634), η εσωτερική όψη της λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις της αφήνεται στο χρώμα του πηλού, όπως και η κάτω επιφάνεια της βά- σης. Εσωτερικά διακρίνουμε πάλι την προσπάθεια να αφεθεί γύρω από τη στεφάνη του χείλους μία εδαφόχρωμη ταινία, η οποία και πάλι όμως δεν επιτυγχάνεται. V. Με μικρό κάθετο χείλος Σπανιότερος τύπος λεκανόσχημης φιάλης της «ωοκέλυφης» κεραμικής είναι αυτός που σχη- ματίζεται πολύ χαμηλό χείλος με κάθετο μέτωπο εξωτερικά και επίπεδη άνω επιφάνεια. Στο ση- μείο μετάβασης από το χείλος στο σώμα σχηματίζεται βαθιά εγκοπή. (568 Σχ. 30κ) Η διάμετρος του χείλους φθάνει τα 34εκ. Πρόκειται για μεγάλα ανοικτά αγγεία που φέρουν «γάνωμα» και στις δύο όψεις. Αγνοούμε αν έφεραν λαβή και ποιο ήταν το σχήμα της βάσης. Γιι.4. Μόνωτες λεκανόσχημες φιάλες με προχοή Κοινό και αγαπητό σχήμα στην «ωοκέλυφη» κεραμική αποτελούν οι μόνωτες φιάλες με προ- χοή. Έχουμε στη διάθεσή μας δύο ακέραια αγγεία από το υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ (638 Πίν. 83ε,στ, 639) και αρκετά όστρακα τόσο από το υπόσκαπτο (640-643 Πίν. 83ζ-η) όσο και από τους 1942 Emporio, σ. 165 αρ. 817 εικ. 113. 1943 Tocra I, σ. 44 αρ.715 εικ. 27. Tocra II, σ. 95 αρ. 2414 εικ. 43. 190 απορριμματικούς λάκκους (569 Πίν. 75ε, 570-572). Ένα ακέραιο παράδειγμα υπάρχει και ανάμεσα στα κτερίσματα του νεκροταφείου1944. Πρόκειται για ευρύστομα αγγεία με απλό χείλος, ελαφρά εσωστρεφές, βαθύ ημισφαιρικό σώμα, επίπεδη βάση και μία οριζόντια ταινιωτή λαβή με κοίλη εξωτερική επιφάνεια συνήθως. Απέναντι της βρίσκεται η προχοή με μικρή κυκλική οπή εκροής. Η διάμετρος του χείλους κυμαί- νεται γύρω στα 13-19εκ. και η διάμετρος της βάσης γύρω στα 6εκ. Καλύπτονται με πορτοκαλέρυθρο ή καφέ χρώμα και παρουσιάζουν τα ίδια τεχνικά χαρακτη- ριστικά με τις άποδες κύλικες και τις μόνωτες λεκανόσχημες φιάλες με απλό χείλος. Το χρώμα πολλές φορές, λόγω της όπτησης, αποκτά μεταλλική υφή. Η εσωτερική όψη της λαβής και ο χώ- ρος ανάμεσα στις γενέσεις αφήνεται στο χρώμα του πηλού, όπου σχηματίζονται άτακτες πινε- λιές, τις οποίες ξανασυναντούμε και στις δύο όψεις της προχοής. Στο χρώμα του πηλού αφήνεται και η κάτω επιφάνεια της βάσης. Παλιότερα είχε προταθεί ότι το σχήμα κατασκευαζόταν στον 8ο – 7ο αι. π.Χ.1945. Το υλικό των λάκκων αλλά και του υπόσκαπτου μας φανερώνει ότι μία χρονολόγηση στον 8ο αι. είναι μάλλον υψηλή. Στο μακεδονικό χώρο το σχήμα συναντάται και με διακόσμηση κρεμαστών τε- μνόμενων ημικυκλίων1946. Παρόμοια παραδείγματα προέρχονται από τη σύγχρονη Θέρμη από τάφους του 7ου αι. π.Χ. Άλλοτε είναι άβαφα και άλλοτε φέρουν διακόσμηση με ομόκεντρους κύκλους1947. Στο ίδιο νεκροταφείο ένα όμοιο αγγείο βρέθηκε με μία κύλικα τύπου C που χρονολογείται στα 475 π.Χ.1948. Το σχήμα άρχισε να κατασκευάζεται πιθανότατα ταυτόχρονα με τις άποδες κύλικες στα μέσα του 7ου αι. π.Χ., και η μακρά διάρκεια παραγωγής του ίσως φθάνει ως τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Το σχήμα είναι γνωστό και από άλλα εργαστήρια π.χ. από τη χιώτικη κεραμική του α’ μισού του 6ου αι. π.Χ.1949, όπου συνήθως φέρει ταινιωτή διακόσμηση πάνω στο χαρακτηριστικό λευκό επίχρισμα. Το σχήμα με ταινιωτή διακόσμηση και χαμηλή δισκόμορφη βάση, άγνωστη στα πα- ραδείγματα του μακεδονικού χώρου, συναντάται και στο τοπικό εργαστήρι στο Φαρί της Θά- σου1950. Παρόμοιο παράδειγμα με χρώμα και στις δύο όψεις αλλά με χαμηλή βάση, όπως στη Θάσο, έχει βρεθεί και στη Σαμοθράκη1951. Γιι.5. Αρύταινες Το σχήμα παρήγαγαν και τα εργαστήρια της «ωοκέλυφης», όπως φανερώνει το μοναδικό πα- ράδειγμα του υπόσκαπτου (644 Πίν. 83θ,ι). Το σώμα είναι ημισφαιρικό με στρογγυλοποιημένη αδιαμόρφωτη βάση και η λαβή ταινιωτή με διαμπερή οπή για την ανάρτησή της. Τα εργαστήρια της «ωοκέλυφης» κεραμικής ειδικευόταν κυρίως σε σχήματα που είχαν σχέση με το συμπόσιο: κύλικες, όλπες. Είναι λοιπόν φυσικό να κατασκευάζουν και σκεύη για την άντληση του κρασιού από τους κρατήρες και το σερβίρισμά του. Και το πρώτο, αδρότερο παράδειγμα1952, που είδαμε, και η 644 αναρτούνταν, γεγονός που δείχνει ότι στο λιγοστό διαθέσιμο χώρο των αρχαϊκών νοι- κοκυριών οι αρύταινες ήταν πάντα κρεμασμένες στους τοίχους. 1944 Βλ. παρακάτω σ. 198. 1945 Σκαρλατίδου 1993, σ. 332 πίν. 100α. 1946 Heurtley 1937, αρ. 491 εικ. 111b. 1947 Αλλαμανή 1998, σ. 571 πίν. 217α. 1948 Σκαρλατίδου 1994, σ. 450-1 πίν. 144β. 1949 Emporio, σ. 115 αρ. 145-146 σχ. 71 πίν. 29. 1950 Blondé 1992, σ. 34 αρ. 21-22 εικ. 15-16. 1951 Samothrace III, σ. 742-743 αρ. S13.2. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη. 1952 Βλ. παραπάνω σ. 173. 191 Γιι.6. Υποστατά Δύο μοναδικά παραδείγματα «ωοκέλυφης» κεραμικής από τους λάκκους είναι τα 573, 574 (Πίν. 75στ, Σχ. 30λ). Πρόκειται για χαμηλά διάτρητα σκεύη με κοίλο τοίχωμα εξωτερικά διευρυ- νόμενο προς τα πάνω και προς τα κάτω. Εξωτερικά φέρουν ερυθρό χρώμα, όπως και εσωτερικά στο ήμισυ. Το πολύ λεπτό τοίχωμά τους φανερώνει ότι υποβάσταζαν μικρά ωοκέλυφα επίσης αγγεία, χωρίς επιφάνεια έδρασης και μεγάλο βάρος. Τα υποστατά αυτά θα χρησίμευαν πιθανό- τατα σε διάφορες κεραμικές εργασίες, όπως τουλάχιστον υποδεικνύει το 573 το οποίο φέρει έντονα ίχνη καύσης. Κανένα από τα σχήματα που μελετήσαμε δεν ταιριάζει σ’ αυτά τα υπο- στατά. Άρα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα εργαστήρια παρήγαγαν κάποιο ακόμη σχήμα, το οποίο δυστυχώς δεν έχει γίνει προς το παρόν γνωστό σ’ εμάς. Παρόμοιου σχήματος μικρά υποστατά συναντούμε στους κεραμικούς κλιβάνους της Σίνδου. Χρονολογούνται στον 4ο αι. π.Χ.1953. Δ. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική Δ1. Υδρίες Τα μόνα δείγματα «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής από τους απορριμματικούς λάκκους είναι τα όστρακα δύο υδριών, τα οποία κοσμούνται στο λαιμό με τη χαρακτηριστική κυματοειδή ταινία (575-6 Πίν. 76α, β). Δυστυχώς το σωζόμενο τμήμα τους είναι πολύ μικρό ώστε να επιχειρήσουμε να τις χρονολογήσουμε. Ήδη έχουμε αναφερθεί σε κάποια συγγενικά παραδείγματα από την Άκανθο1954. ΙΙ. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ Στους απορριμματικούς λάκκους η εγχώρια κεραμική υπερτερεί έναντι της επείσακτης. Δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα ευρήματα που μας προσέφερε το μικρό τμήμα του νεκροταφείου, που έχει ερευνηθεί ως τώρα. Στις ταφές που ερεύνησαν οι Γάλλοι αξιωματικοί, αν και ήταν πλούσια κτερισμένες, υπήρχαν ελάχιστα αγγεία της τοπικής παραγωγής ως προσφορά στο νεκρό1955. Τα περισσότερα αγγεία είναι αττικά. Στο σύνολο των ταφών που ερευνήθηκαν υπό την επίβλεψη της ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ τα πε- ρισσότερα αγγεία ήταν αττικά, (κύλικες, κρατήρες κ.α.) και κορινθιακά, (εξάλειπτρα και κοτύ- λες). Μόλις 13 αγγεία είναι προϊόντα των κεραμικών εργαστηρίων του μακεδονικού χώρου. Πρόκειται για κοτύλες, φιάλες, εξάλειπτρα, οινοχόες και κρατήρες. Τα περισσότερα από αυτά είναι μιμήσεις σύγχρονων κορινθιακών αγγείων, άλλα φέρουν γραπτή διακόσμηση και λι- γότερα είναι τα «ωοκέλυφα». 1953 Δεσποίνη 1982α, εικ. 5, πίν. 8.α-β. 1954 Βλ. παραπάνω σ. 71κ.ε. 1955 Rey 1992, σ. 67 αρ. 1, σ. 69 αρ.3. 192 Α. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων Α1. Κοτύλες Η κοτύλη είναι το συνηθέστερο σχήμα της τοπικής παραγωγής που συναντούμε στο νεκρο- ταφείο. Φυσικά αποτελεί δάνειο από την Κόρινθο1956, όπου ήταν ιδιαίτερα αγαπητό σχήμα ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους, εποχή που πολλά σημαντικά εργαστήρια, όπως της Εύβοιας1957, το δανείζονται από αυτήν. Σε σύνολο 13 ντόπιων αγγείων από το νεκροταφείο τα 6 είναι κοτύλες διαφόρων μεγεθών. Υπάρχουν πάρα πολύ μεγάλες, οι οποίες ήταν δύσχρηστες, κάποιες μεσαίου μεγέθους και ορισμένες μικκύλες. Μεταξύ τους παρατηρούμε βασικές διαφορές τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση. Με βάση τη διακόσμηση μπορούμε να τις χωρίσουμε στις παρακάτω ομάδες: I. Με γραμμίδια στο χείλος Μοναδικό παράδειγμα αυτής της ομάδας είναι η 645 (Σχ. 31α), η οποία προέρχεται από τον τάφο 39. Σ’ αυτή την ταφή βρέθηκαν μία ακόμη ντόπια κοτύλη με κυματοειδή διακόσμηση, με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω, και ένα κορινθιακό εξάλειπτρο1958. Η 645 είναι μία μικ- κύλη κοτυλίσκη με απλό χείλος, έντονα καμπύλα τοιχώματα και βάση δακτυλιόσχημη - διευρυ- νόμενη. Στο ύψος τη ζώνης των λαβών υπάρχει μία σειρά κάθετων γραμμιδίων. Το κάτω τμήμα του σώματος, όπως και η εσωτερική επιφάνεια του αγγείου, κοσμούνται με οριζόντιες γραπτές ταινίες. Παρόμοια παραδείγματα από την Κόρινθο χρονολογούνται στην Ύστερη Κορινθιακή Ι Περίοδο, δηλαδή στα 560/555 - 535 π.Χ.1959. Στην ίδια εποχή εντάσσεται και το εξάλειπτρο του τάφου που κοσμείται με στικτούς ρόδακες1960. II. Με γάνωμα στο μεγαλύτερο μέρος του σώματός τους Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται δύο παραδείγματα: 646 (Σχ. 31β), 647 (Πίν. 84α, Σχ. 31γ). Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι το μελαμβαφές γάνωμα που καλύπτει τα ¾ του αγγείου εξω- τερικά αφήνοντας στο χρώμα του πηλού το κάτω άκρο του σώματος και τη βάση. Τα αγγεία αυτά είναι ευρέως γνωστά ως semi-glazed1961. Η 646 (Σχ.31β) έχει χείλος ενιαίο με το σώμα, ελαφρά εσωστρεφές. Το σώμα είναι βαθύ και σχηματίζει μικρή καμπύλη προς τη βάση. Στο κάτω άκρο του σώματος σχηματίζεται μικρή εγκοπή. Η βάση είναι χαμηλή, δισκόμορφη. Το άνω τμήμα του σώματος και η λαβή φέρουν ερυ- θρό γάνωμα. Κάτω από τη ζώνη αυτή υπάρχει μία πλατιά ζώνη μελανού χρώματος. Το αγγείο προέρχεται από τον τάφο 1, όπως και η κοτύλη 651 με την κυματοειδή ταινία που θα μας απα- σχολήσει παρακάτω. Αν και η διαμόρφωση του χείλους και του σώματος είναι όμοια στα δύο αγγεία, παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση στη διαμόρφωση της βάσης. Η κοτύλη 651 έχει ψηλή δακτυλιόσχημη βάση, η οποία είναι βασικό χαρακτηριστικό των αντίστοιχων κορινθιακών αγγείων, ενώ η 646 έχει χαμηλή δισκόμορφη, η οποία είναι άγνωστη στο κορινθιακό εργαστήριο. 1956 Payne 1937, σ. 294. 1957 Coldstream 1968α, σ. 191. Ύστερες γεωμετρικές κοτύλες έχουν βρεθεί και στις Πιθηκούσες, βλ. Cold- stream 1968α, πίν.41h και στην Al Mina, βλ. Boardman 1957,σ. 6 πίν. 2a,c,e. Παρόμοιες κοτύλες έχουν βρεθεί και σε άλλες περιοχές της Εύβοιας εκτός από το Λευκαντί, π.χ. στην Ερέτρια, βλ. Eretria V, FK 713 πίν. 7, σχ.9 και Boardman 1952, σ. 2 πίν. Ι,11. 1958 ΚΝ176, βλ. παρακάτω σ. 195. 1959 Corinth XIII, σ. 191 αρ. 172b πίν. 26. Άκανθος Ι, αρ. 1093 πίν. 165δ. 1960 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 224 αρ. 360, Corinth VII, ii, σ. 35 αρ. 104 πίν. 17. 1961 Corinth XIII, σ. 220 αρ. 274.2 πίν. 79. 193 Παρόμοια διακόσμηση απαντάται σε κορινθιακές κοτύλες των αρχών του 5ου αι. π.Χ.1962. Η διαμόρφωση του χείλους και του σώματος της 646 βρίσκει αντιστοιχία σε κορινθιακά αγγεία της εποχής1963. Ο συνδυασμός της χρονολόγησης των υπόλοιπων κτερισμάτων της ταφής, με τα οποία θα ασχοληθούμε εκτενέστερα παρακάτω1964, και η σύγκριση με κορινθιακές κοτύλες, μας οδηγεί να χρονολογήσουμε την 646 στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Παρόμοιες κορινθιακές μιμήσεις από το- πικά εργαστήρια του τέλους του 6ου αι. και των αρχών του 5ου αι. π.Χ. συναντούμε και σε άλλες θέσεις, π.χ. στο νεκροταφείο της Μίεζας1965. Η 647 (Πίν. 84α, Σχ. 31γ) προέρχεται από τον τάφο 24, στον οποίο συνυπήρχε και η επίσης ντόπια 648 (Πίν. 84β, Σχ. 31δ), με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω, όπως και άλλα μεταλ- λικά αντικείμενα1966. Η απουσία επείσακτων κτερισμάτων από την ταφή καθιστά τη χρονολό- γησή της επισφαλή. Έχει λεπτό τοίχωμα και εσωστρεφές χείλος. Τα 2\3 του σώματός της και οι οριζόντιες λαβές καλύπτονται με μελανό γάνωμα. Το κάτω άκρο του σώματος, όπως και η βάση, έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμείται στο μέσο με μία ταινία ερυθρού χρώματος. Κοτύλες αυτού του τύπου παράγονται στην Κόρινθο κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. Η βάση, όπως και στο δικό μας παράδειγμα, είναι πάντα δακτυλιόσχημη, διευρυνόμενη του γνωστού κο- ρινθιακού τύπου. Στα κορινθιακά παραδείγματα εκτός από το γάνωμα στο άνω μέρος του σώμα- τος και την ταινία στο κάτω, φέρει γάνωμα και η παρυφή της βάσης. Δύο ερυθρές γραμμές περι- τρέχουν το αγγείο κάτω από τις λαβές1967. Τα πρωϊμότερα παραδείγματα χαρακτηρίζονται από το μεγάλο τους μέγεθος. Είναι αρκετά ψηλά, τα τοιχώματά τους παρουσιάζουν μικρή μείωση προς τα κάτω και η διάμετρος της βάσης δεν έχει μεγάλη διαφορά από την αντίστοιχη του χείλους1968. Σε μεταγενέστερα παραδείγματα οι διαστάσεις μικραίνουν. Το ύψος του αγγείου γίνεται μικρό- τερο και τα τοιχώματα συγκλίνουν εντονότερα προς τη βάση. Η 647 πλησιάζει περισσότερο πα- ραδείγματα του τελευταίου τετάρτου του 5ου αι. π.Χ.1969. Στον 4ο αι. το σχήμα εκφυλίζεται1970. Αντίστοιχες μιμήσεις κορινθιακών κοτυλών του τέλους του 6ου αι. – αρχών του 5ου αι. π.Χ. προέρχονται επίσης από τη Χαλκιδική1971 και τη Μίεζα1972. ΙΙΙ. Μελαμβαφής Η 648 (Πίν. 84β, Σχ. 31δ) προέρχεται από τον τάφο 24, όπως και η 647. Σημαντική είναι η ιδιαιτερότητα του σχήματός της. Η βάση εξωτερικά είναι δισκόμορφη, αττικό χαρακτηριστικό. Στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζεται έξεργος δίσκος, όπως και στις κορινθιακές κοτυλίσκες1973, χαρακτηριστικό άγνωστο στο αττικό εργαστήρι. Η κοτύλη παρουσιάζει λοιπόν επιδράσεις και από τα δύο μεγάλα κεραμικά εργαστήρια της εποχής, την Αθήνα και την Κόρινθο. Από την πρώτη δανείζεται τη δισκόμορφη βάση και από τη δεύτερη τη διαμόρφωση της κάτω επιφάνειάς της. Το σχήμα του αγγείου εξωτερικά θυμίζει αττικούς σκύφους του τελευταίου τετάρτου του 1962 Ό.π. 1963 Corinth XIII, σ. 125-126, 216 αρ. 263.1 πίν. 37. 1964 Βλ. παρακάτω σ. 195. 1965 Μίεζα, σ. 40 αρ. Π 6748. 1966 Αριθ. ΚΝ 95 ξίφος, ΚΝ 96 λεπίδα, ΚΝ 97 και ΚΝ 99 αιχμή δόρατος και ΚΝ 98 σιδερένιο έλασμα. ΑΜΘ. 1967 Corinth XIII, σ. 124-125. Υπάρχει και σχηματική εξέλιξη του σχήματος. 1968 Ό.π. αρ. 263.2 πίν. 37 1969 Ό.π. αρ. 405.2, 407.7, πίν. 65 και 66 αντίστοιχα. 1970 Corinth XIII, σ. 124-125. 1971 Βλ. παραπάνω σ. 91. 1972 Μίεζα, σ. 40 Π 6748. Βοκοτοπούλου 1988, σ. 320 εικ. 7 και 8. 1973 Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 58 αρ. 77, 78. Οι κοτυλίσκες αυτές εντάσσονται σον τύπο C του Payne, βλ. Payne 1937, σ. 334 κ.ε. 194 5ου αι. π.Χ.1974. Εξ’ άλλου η κοτύλη διακοσμήθηκε με την τεχνική της εμβάπτισης, η οποία χρησιμοποιείτο στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.1975. Β. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση Β1. Κιονωτός κρατήρας Ο 649 (Σχ. 31ε,στ) της πλούσιας ταφής 341976, χρονολογείται με βάση την κύλικα «τύπου Κρακοβίας»1977 της ίδιας ταφής στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. Έχει εξωστρεφές χείλος, η άνω επιφάνεια του οποίου είναι καμπύλη και το εξωτερικό του μέτωπο κάθετο. Κοσμείται με εγκάρσια γραμμίδια και μικρές στιγμές αντίστοιχα. Ο κυλινδρικός λαιμός κοσμείται με μία ταινία που είναι σε κάποια σημεία κυματοειδής και σε άλλα τείνει να γίνει γωνιώδης. Το σώμα στο άνω τμήμα του είναι κυρτό και στη συνέχεια συγκλίνει προς τη βάση, η οποία έχει ενιαίο περίγραμμα μ’ αυτό, εξωτερικά είναι κάθετη και η κάτω επιφάνειά της επίπεδη. Στο άνω τμήμα του σώματος, στο ύψος της απόληξης της λαβής, υπάρχουν όρθια ακα- νόνιστα γραμμίδια που απολήγουν σε μία οριζόντια ταινία. Στη ζώνη των λαβών έχουμε μία κυματοειδή ταινία, ένα παλιό αλλά ιδιαίτερα αγαπητό μο- τίβο στην «μακεδονική» κεραμική. Τη συναντούμε σε διάφορα σχήματα, και όπως θα δούμε πα- ρακάτω, είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο μοτίβο για τις κοτύλες. Από το νεκροταφείο της Μίεζας προέρχεται μία κοτύλη με παρόμοια διακόσμηση και χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.1978. Παρόμοια διακόσμηση συναντούμε σε πολλά αγγεία του «χαλκιδικιώτικου» εργαστη- ρίου1979. Οι κεραμείς του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ένα μοτίβο οικείο σ’ αυτούς που την ίδια εποχή είναι αγαπητό και στα εργαστήρια της Χαλκιδικής. Και τα δύο εργαστήρια διατήρησαν το μοτίβο επηρεασμένα μάλλον από τα ανατολικοϊωνικά ερ- γαστήρια, προϊόντα των οποίων έφθαναν και στο χώρο τους. Β2. Εξάλειπτρα Αν και η πλειονότητα των ανδρικών ταφών συνοδευόταν από ένα εξάλειπτρο1980, αυτά ήταν ως επί το πλείστον κορινθιακά και μόνο ένα αποδίδεται σε εργαστήριο του μακεδονικού χώρου, το 650 (Πίν. 84 γ, δ, Σχ. 31ζ) της ταφής 40, η οποία περιείχε και μία κορινθιακή κοτύλη1981 των αρχών του 5ου αι. π.Χ.1982. Το άνω τμήμα του σώματός του είναι κυρτό, ενώ το κάτω συγκλίνει έντονα προς τη βάση, η οποία είναι δακτυλιόσχημη και στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζεται μικρή βάθυνση. Το άνω και κάτω τμήμα του σώματος κοσμείται αντίστοιχα από δύο πλατιές ορι- ζόντιες ταινίες μαύρου χρώματος. Στο κέντρο, στο ύψος τη λαβής, υπάρχει μία σειρά ακανόνι- στων λοξών γραμμιδίων. 1974 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 66 αρ. 94. Agora XII, σ. 85 αρ. 344 πίν. 16. 1975 Agora XII, σ. 18. 1976 Ο τάφος 34 περιείχε μία κύλικα αριθ, ΚΝ 175, ένα κορινθιακό εξάλειπτρο αριθ. ΚΝ 146, μία αιχμή δόρατος αριθ. ΚΝ 147, ένα σιδερένιο εγχειρίδιο αριθ. ΚΝ 148, δύο σιδερένια ελάσματα αριθ. ΚΝ 149,150 και ένα σιδερένιο στέλεχος αριθ. ΚΝ 151 ΑΜΘ. 1977 Τιβέριος 1988α, σ. 299 εικ. 7. 1978 Μίεζα, σ. 58 Π 1580. Jones 1990, σ. 177-189. 1979 Olynthus V, πίν. 35 και 4. Βλ. παραπάνω σ. 71κ.ε. 1980 Για την ετυμολογία του όρου και τη χρήση του σχήματος, βλ. Scheibler 1964, σ. 90. 1981 Αριθ. ΚΝ 180, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Κοσμείται με τεθλασμένη ταινία στη ζώνη των λαβών και οριζόντιες ταινίες εσωτερικά και εξωτερικά. 1982 Για αντίστοιχο παράδειγμα, βλ. Corinth XIII, σ. 214 αρ. 258.1 πίν. 34. Payne 1937, σ. 334-335. 195 Η γωνιακή διατομή που παρατηρείται στο προφίλ του σώματος είναι χαρακτηριστική για μία σειρά εξαλείπτρων των τοπικών εργαστηρίων1983, τα οποία με βάση την κατάταξη της Scheibler θεωρείται ότι έχουν ιωνικές επιδράσεις1984. Τα «ιωνίζοντα» εξάλειπτρα συνηθίζεται να αποκαλούνται και «αρτόσχημα»1985. Ο «ιωνίζον» τύπος διαφέρει σημαντικά από το 650. Ο ώμος είναι πολύ πιο ευρύς και η μετάβαση στο κάτω τμήμα του σώματος είναι πιο απότομη1986. Ελάχιστα είναι τα παραδείγματα τοπικών εξαλείπτρων με γραπτή διακόσμηση από το μακε- δονικό χώρο και τη Χαλκιδική σε αντίθεση με τα κορινθιακά που κατακλύζουν τις τότε αγορές. Τα εξάλειπτρα των τοπικών εργαστηρίων από την Όλυνθο διαφέρουν από το 650. Έχουν σαφείς επιδράσεις στο σχήμα από τα κορινθιακά και κοσμούνται με τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής1987. Στην ίδια παράδοση ανήκει και ένα εξάλειπτρο από τα Ν. Σύλ- λατα1988 αλλά και δύο παραδείγματα από τη συλλογή Λαμπροπούλου1989. Από το χώρο της κεντρικής Μακεδονίας αρκετά παραδείγματα είναι γνωστά από τη Σίνδο1990, την περιοχή του Αγ. Βασιλείου1991 , το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής1992 αλλά και ορισμένα μεταγενέστερων χρόνων από τη Μίεζα1993. Η κοτύλη των αρχών του 5ου αι. π.Χ. από την ίδια ταφή και η μεγάλη ομοιότητα του 650 με ένα εξάλειπτρο από τη Σίνδο1994 που χρονολογείται με βεβαιότητα στο τέλος του 6ου αι. π.Χ., μας οδηγεί να το χρονολογήσουμε στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. Β3. Κοτύλες με κυματοειδή ταινία Τα δύο παραδείγματα αυτής της ομάδας, 651 (Πίν. 84ε, Σχ. 31η) και 652 (Σχ. 32α), διατη- ρούνται αποσπασματικά. Ωστόσο η δεύτερη μας δίνει ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος. Το χείλος είναι ενιαίο με το σώμα, ελαφρά εσωστρεφές. Το σώμα είναι βαθύ και έχει ενιαίο καμπύλο περίγραμμα προς τη δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη βάση με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Η διακόσμηση διέπεται από ορισμένα κοινά βασικά χαρακτηριστικά. Η στεφάνη του χείλους κοσμείται με μία λεπτή ταινία. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχει μία εδαφόχρωμη πλατιά ζώνη που φέρει μία κυματοειδή ταινία. Η διακόσμηση διαφοροποιείται στο κάτω τμήμα του σώ- ματος αν και αποτελείται και στα δύο παραδείγματα από οριζόντιες ταινίες. Στην 652 εναλλάσ- σονται πλατιές και λεπτές ταινίες, ενώ στην 636 δημιουργείται μία δεύτερη ζώνη, όπου ανάμεσα σε δύο λεπτές ταινίες υπάρχει μία πλατιά. Η 651 (Πίν. 84ε, Σχ. 31η) προέρχεται από τον τάφο 1, ο οποίος μεταξύ άλλων1995 περιείχε μία κορινθιακή κοτυλίσκη1996 του τελευταίου τετάρτου του 6ου αι. π.Χ., μία κορινθιακή κοτύλη1997 1983 Mίεζα, σ. 86 αρ. Π1645. 1984 Scheibler 1964, σ. 90 αρ. 25. Επισημαίνεται ότι ο τύπος (25) επιχωριάζει στη Β. Ελλάδα. Για αντί- στοιχα παραδείγματα βλ. ΑΕ 1936. Ο δεύτερος ιωνίζων τύπος (26) παράγεται στον ύστερο 6ο αι. π.Χ. Για αντίστοιχα παραδείγματα, βλ. Sieveking – Hackl 1912, πίν. 12, 339. Clara Rhodos IV, 96 εικ. 81. 1985 Μίεζα, σ. 24. 1986 Μίεζα, σ. 85 Π1645, σ. 101 Π1691, σ. 121Π1746. Το Π 1652 (Μίεζα, σ. 88) ίσως είναι εισηγμένο παράδειγμα του ίδιου τύπου. 1987 Olynthus XIII, σ. 317 αρ. 613-614 πίν. 203. Χρονολογούνται στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. 1988 Παπαδοπούλου 1964, σ. 107 αρ. 27 πίν. 63α. 1989 Paspalas 1995, σ. 163. 1990 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 278 αρ. 455. Χρονολογείται γύρω στα 500 π.Χ. Επίσης βλ. Κεφάλαιο 3, σ. 214. 1991 Gardner – Casson 1915-1919, σ. 20,22 πίν. 5.2. 1992 Σισμανίδης 1987, σ. 793 πίν. 160.1. 1993 Μίεζα, σ. 119 Π1740 μέσα 5ου αι. π.Χ., σ. 127 Π1758 τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. 1994 Βλ. παρακάτω σ. 214. 1995 Εκτός των αγγείων περιείχε δύο σιδερένιες αιχμές δοράτων, αριθ. ΚΝ7 και αριθ. ΚΝ8 και ένα σιδερέ- νιο εγχειρίδιο αριθ. ΚΝ9. ΑΜΘ. 196 που εντάσσεται στην α’ δεκαετία του 5ου αι. π.Χ. και δύο σύγχρονα εξάλειπτρα1998 όμοιας προέλευσης, το ένα μικκύλο1999 (Πίν. 84 ζ-θ). Η 652 (Σχ. 32α) συνυπήρχε στον τάφο 39 με ένα κορινθιακό εξάλειπτρο της Ύστερης Κοριν- θιακής ΙΙ Περιόδου, την ντόπια κοτύλη (645) στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω και έναν αυλό δόρατος. Το σχήμα τους πλησιάζει περισσότερο τα κορινθιακά παραδείγματα του ύστερου 6ου αι. π.Χ.2000, βασικό χαρακτηριστικό των οποίων αποτελεί η ευρεία βάση και το γεγονός ότι τα τοιχώματα του σώματος «κατεβαίνουν» σχεδόν κάθετα χωρίς να συγκλίνουν προς τη βάση. Ο συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων μας οδηγεί να τις εντάξουμε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Οι σύγχρονες κορινθιακές κοτύλες, του πρώτου τετάρτου του 5ου αι. π.Χ. κοσμούνται με πλατιές και λεπτές οριζόντιες ταινίες στο σώμα, αλλά στο ύψος της ζώνης των λαβών φέρουν γωνιώδη ταινία αντί για την κυματοειδή των αντίστοιχων «μακεδονικών». Πιθανότατα οι ντόπιοι καλλιτέχνες αντικατέστησαν το συγκεκριμένο μοτίβο με ένα πιο οικείο και αγαπητό σ’ αυτούς, όπως είναι η κυματοειδής ταινία. Γ. Μονόχρωμη « ωοκέλυφη» κεραμική Γ1. Οινοχόη Από τον τάφο 37 προέρχονται μία «ωοκέλυφη» ερυθροβαφής άποδη κύλικα και μία «ωοκέ- λυφη» επίσης οινοχόη. Η τελευταία, 653 (Πίν. 85γ, Σχ. 32β), φέρει γκρίζο αραιωμένο γάνωμα και το προφίλ της είναι συνεχόμενο. Το χείλος είναι ελαφρώς διογκωμένο, «εχινόμορφο», ο λαιμός διευρύνεται προς το σώμα, το οποίο στο μέσο είναι κυρτό και συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση. Παρόμοια αγγεία έχουν βρεθεί και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας, όπως στα Γιαννι- τσά2001, την Κοζάνη2002, τη Βεργίνα2003 αλλά και την Τσαουσίτσα2004. Μάλιστα παρόμοιο αγγείο βρέθηκε και στο νεκροταφείο της Σίνδου2005 μαζί με έναν κορινθιακό αρύβαλλο που φέρει παρά- σταση οπλιτών. Ο αρύβαλλος χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ή λίγο αργότερα. Γ2. Άποδες κύλικες Από το νεκροταφείο προέρχονται τρεις άποδες κύλικες. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται η 654, μοναδικό κτέρισμα της ταφής 23 (Πίν. 85δ, Σχ. 32γ). Το χείλος είναι απλό, η βάση επί- πεδη και οι οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής. Έφερε ερυθρό «γάνωμα» απολεπισμένο σήμερα κατά το μεγαλύτερο τμήμα του. Η 655 (Πίν. 84ε) του τάφου 14 διατηρείται αποσπασματικά. Δι- 1996 Έχει αριθμό καταγραφής ΚΝ5. Στο χείλος κοσμείται με μία σειρά γραμμιδίων και στο σώμα ανάμεσα σε λεπτές ταινίες δίνονται πλατύτερες. Παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 58 αρ. 78-79, όπου και σχετική βιβλιογραφία. 1997 Αριθμός καταγραφής ΚΝ4 ΑΜΘ. Για παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Corinth XIII, σ. 214 αρ. 258.1 πίν. 34. 1998 Αριθμός καταγραφής αριθ. ΚΝ3 ΑΜΘ. Παρόμοιο παράδειγμα, βλ. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 297 αρ. 489. Χρονολογείται 500-470 π.Χ. 1999 Αριθ. ΚΝ6 ΑΜΘ. 2000 Corinth XIII, σ. 210 αρ. 248.1 εικ.11. 2001 Χρυσοστόμου 2000. Θεωρεί ότι η έμφαση στους γκρίζους πηλούς στα τροχήλατα αγγεία είναι μία ένδειξη χρονολόγησης στη Μακεδονική ΙΙ περίοδο, τέλος 7ου – α’ μισό του 6ου αι. π.Χ. 2002 Καλλιπολίτης 1973, σ. 140 πίν. 70γ. 2003 Πέτσας 1961-62, σ. 279. 2004 Kilian 1975, σ. 76. 2005 Τιβέριος 1988α, σ. 299 εικ. 10. Θεωρεί ότι το σχήμα αποτελεί δάνειο από την Αθήνα, βλ. π.χ. Αgora XII, αρ. 262, πίν. 13. Βλ. επίσης Κεφάλαιο 3, σ. 210. 197 αφέρει τόσο ως προς το σχήμα του χείλους, το οποίο είναι ελαφρά κοίλο όσο και ως προς τη λαβή, η οποία είναι ταινιωτή. Δεν υπάρχουν ασφαλή χρονολογικά στοιχεία, καθώς ο νεκρός συ- νοδευόταν μόνο από ένα ρομβόσχημο επιστόμιο και μία αμφικωνική ψήφο. Η αποσπασματική 656 (Πίν. 85στ) της ταφής 37 έχει όμοια χαρακτηριστικά. Με βάση την τοπική οινοχόη 653 της ίδιας ταφής χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Γ3. Μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη με προχοή Το μοναδικό παράδειγμα μόνωτης φιάλης με προχοή από το νεκροταφείο, η 656β (Πίν. 86α, Σχ. 32στ, ζ) καθιστά εμφανή τη συγγένεια του σχήματος με την άποδη κύλικα. Προέρχεται από τον τάφο 19, στον οποίο βρέθηκε και ένα αβαφές αρυβαλλοειδές ληκύθιο2006 (Πίν. 86β) με το άνω και κάτω μέρος του σώματός του να συγκλίνει και με το κεντρικό να είναι κυλινδρικό. Γ4. Μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη Μοναδικό ως προς το σχήμα του από το νεκροταφείο είναι το αγγείο 657 (Πίν. 86γ-ε, Σχ. 32δ, ε) της ταφής 18. Τον νεκρό συνόδευε και ένας κορινθιακός σφαιρικός αρύβαλλος2007 (Πίν. 86στ) με φάλαγγα οπλιτών προς τα αριστερά, ενός ευρέως διαδεδομένου τύπου2008. Στον αρύ- βαλλο του τάφου 18 η έλλειψη εγχάραξης στη μορφή του μοναδικού οπλίτη που διασώζεται, μας επιτρέπει να τον χρονολογήσουμε γύρω στα 580 – 560/555 π.Χ.2009. Τα ευρήματα του νεκροτα- φείου της σύγχρονης Θέρμης πιστοποιούν τη μακρά διάρκεια παραγωγής του σχήματος ήδη από τον 7ο αι. π.Χ.2010. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κεραμική με γραπτή διακόσμηση Κατά τον 7ο και 6ο αι. π.Χ. στη συντηρητική Μακεδονία εξακολουθεί να κατασκευάζεται κεραμική με γεωμετρικά μοτίβα είτε κατευθείαν πάνω στην εξωτερική επιφάνεια των αγγείων είτε πάνω σ’ ένα ασημίζον επίχρισμα που της δίνει τον χαρακτηρισμό «ασημίζουσα»2011. Τα περισσότερα διακοσμητικά μοτίβα που συναντούμε εδώ ομόκεντροι κύκλοι, ομόκεντρα ημικύ- κλια, δέσμες κυματοειδών και κατακόρυφων γραμμών, είναι γνωστά ήδη από τα γεωμετρικά χρόνια αλλά εξακολουθούν να εμφανίζονται και στη νησιωτική κεραμική και κατά τους αρχαϊ- κούς χρόνους. Οι καλλιτέχνες του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, με έντονο το στοιχείο του συντηρητισμού, εφαρμόζουν ως προς τη διακόσμηση την παράδοση των υπομυκηναϊκών και γεωμετρικών χρό- νων και στην κεραμική των αρχαϊκών χρόνων. Παραμένουν πιστοί στην τοπική γεωμετρική πα- ράδοση, σε όσα διδάχθηκαν οι πρόγονοί τους από τους Ευβοείς. Έντονη πρέπει να ήταν και η επίδραση των επείσακτων θεσσαλικών αγγείων στο χώρο της Κ. Μακεδονίας, όπως αρχίζει να διαφαίνεται τα τελευταία χρόνια στην έρευνα2012 και θεωρούμε ότι επιπλέον στοιχεία θα έρθουν 2006 Αριθ. ΚΝ89 ΑΜΘ. 2007 Αριθ. ΚΝ86 ΑΜΘ. 2008 Για τον τύπο, βλ. Ure 1934, σ. 22-39 πίν. IX. Corinth XIII, πίν. 28. Ο τύπος εμφανίζεται στο τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. και συνεχίζεται έως το πρώτο τέταρτο του 6ου αι. 2009 Corinth XIII, σ. 195 αρ. 182.5 και 182.6 πίν. 28. Délos X, αρ. 281 πίν. 24. Ure 1934, σ. 22, 39. CVA Tübingen I, αρ. 32 πίν. 26. 2010 Αλλαμανή 1998, σ. 571 πίν. 217α. 2011 Βλ. σ. 86. 2012 Βλ. σ. 175 υποσ. 1838. 198 στο φως με τη δημοσίευση νέου υλικού από τις θέσεις που ανασκάπτονται. Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους η εμμονή στην παλιότερη παράδοση ίσως οφείλεται στις επαφές που έχουν οι ντόπιοι κεραμείς με άλλα συντηρητικά εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού χώρου χάρη στον αποικισμό και στο ιωνικό εμπόριο. Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους συνεχίζεται η παραγωγή παλιότερων σχημάτων και ιδιαίτερα της οπισθότμητης πρόχου. Κατασκευάζονται ακόμη τριφυλλόστομες και απλές οινοχόες. Τα αγ- γεία αυτά φέρουν συνήθως λιτή γραπτή (ταινιωτή) διακόσμηση. Πολλές φορές η εξωτερική επι- φάνεια φέρει ένα λεπτό αλείφωμα, πρόχειρα τοποθετημένο2013 ˙ σε πολλές περιπτώσεις δεν καλύ- πτει το κάτω μέρος του σώματος. Σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως στις όλπες, η αρχική επιφάνεια καλύπτεται με ένα υπόλευκο αλείφωμα και στη συνέχεια έχουμε από πάνω ένα σκουρόχρωμο «γάνωμα». Η διακόσμηση είναι συνήθως καφέ χρώματος σε αγγεία που κατασκευάστηκαν από πορτοκαλόχρωμο πηλό2014 και ιώδους χρώματος αντίστοιχα σε αγγεία από γκρίζο πηλό2015. Πολ- λές φορές συναντούμε μία ταινία γύρω από το χείλος και μία άλλη στο σημείο ένωσης λαιμού- ώμου, ενώ στο σώμα ο αριθμός των ταινιών ποικίλει και η εξωτερική όψη της λαβής κοσμείται είτε με κάθετες ταινίες είτε με λοξά γραμμίδια. Παρόμοια ταινιωτή διακόσμηση στον 7ο αι. π.Χ. συναντούμε κυρίως σε οινοχόες και υπο- στατά ιωνικών εργαστηρίων και ιδιαίτερα της Σάμου και της Μιλήτου, που συχνά φέρουν και επίχρισμα στην εξωτερική τους επιφάνεια2016. Η ταινιωτή διακόσμηση, πάνω σε επίχρισμα, είναι γνωστή και σε λυδικά αγγεία2017, όπως και σε αιολικά2018. Ανάλογα επείσακτα αγγεία από την Ιωνία έχουν βρεθεί στη Θάσο2019 και επομένως μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι στάθηκαν τα πρότυπα για τους ντόπιους κεραμείς. «Χαλκιδικιώτικη κεραμική» Δείγματα της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής είναι γνωστά από τον οικισμό στο Καραμπουρνάκι. Από τους λάκκους διατηρούνται δύο θραύσματα υδριών με κυματοειδή διακό- σμηση. Από την ανασκαφή της τούμπας είναι γνωστοί λέβητες που μιμούνται τους αιολικούς2020, καθώς και μία οπισθότμητη οινοχόη2021. Εξ άλλου αντίστοιχα δείγματα της λεγόμενης «κυματοει- δούς» κεραμικής έχουν εισαχθεί και εδώ2022. «Μονόχρωμη» κεραμική με χονδρά τοιχώματα Με την ονομασία αυτή αναφερόμαστε στα αγγεία των υστερογεωμετρικών χρόνων και του 7ου αι. π.Χ., τα οποία φέρουν συνήθως ερυθρό και άλλοτε καφέ ή μαύρο «γάνωμα» και στις δύο όψεις. Πρόκειται για ανοικτά αγγεία, κύλικες, λεκανόσχημες φιάλες, πινάκια κ.ά. σχετικά μεγά- λου μεγέθους. Η κάλυψή τους με «γάνωμα» και στις δύο όψεις οφείλεται στη γενικότερη τάση της εποχής για μονόχρωμα αγγεία2023. Το σχήμα τους έχει δεχθεί επιδράσεις τόσο από τους ευβοϊ- 2013 Βλ. σ. 169κ.ε. 2014 Ό.π. 2015 Ό.π. 2016 Samos V, σ. 56 αρ. 409 πίν. 74, σ. 56 αρ. 417, 418 πίν. 76, σ. 57 αρ. 426 πίν. 77, σ. 58 αρ. 466, 468 πίν. 84, σ. 48 αρ. 523 πίν. 99. 2017 Butler 1914, σ. 435 εικ. 7. 2018 Di Vita 1977, σ. 347 εικ. 2. 2019 Ghali-Kahil 1960, σ. 48 πίν. XVII. 12. 2020 Tsiafakis 2000, σ. 423. 2021 Τιβέριος – Μανακίδου - Τσιαφάκη 2003, σ. 345 εικ. 16. 2022 Τιβέριος 1995-2000, σ. 311 εικ. 11. 2023 Βλ. παραπάνω σ. 170. 199 κούς σκύφους και τις κύλικες του 8ου αι. π.Χ.2024, όσο και από την τοπική κεραμική της Εποχής Σιδήρου2025, αλλά και την ανατολικοϊωνική κεραμική2026. Μονόχρωμη «ωοκέλυφη» κεραμική Το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής των τοπικών εργαστηρίων στο Καραμπουρνάκι σχετί- ζεται με την «ωοκέλυφη» κεραμική, τα αγγεία της οποίας καλύπτονται συνήθως με «γάνωμα». Η μελέτη αυτής της κεραμικής άρχισε, όπως ήδη έχει αναφερθεί, μετά την έναρξη των ανασκαφι- κών ερευνών στη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου υπό την επίβλεψη του Τιβέριου, ο οποίος μάλιστα πρότεινε και την ονομασία «ωοκέλυφη»2027. Μάλιστα το εργαστήριο παραγωγής αυτής της κεραμικής μετά την ανεύρεση του συνόλου του υπόσκαπτου της τομής 27-29δ και τις αναλύσεις πηλού που πραγματοποιήθηκαν τόσο από τα δείγματα πηλού, τις άψητες λαβές όσο και από τα ίδια τα αγγεία τοποθετείται σχεδόν με απόλυτη βεβαιότητα στο Καραμπουρνάκι2028. Το χρώμα του «γανώματος» ποικίλει: άλλοτε είναι ερυθρό, άλλοτε καστανό και άλλοτε μαύρο. Το ερυθρό χρώμα όμως υπερτερεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε πολλές φορές να γίνεται λόγος για ερυθροβαφή ή πορτοκαλέρυθρη κεραμική2029. Το «γάνωμα» δεν τοποθετείται προσε- κτικά πάνω στην επιφάνεια του αγγείου, όπου συνήθως διακρίνονται άτακτες πινελιές του χρω- στήρα. Τις τελευταίες τις διακρίνουμε κυρίως στο κάτω τμήμα των αγγείων που πολλές φορές μάλιστα αφήνεται και στο χρώμα του πηλού ή στο χώρο ανάμεσα στις γενέσεις των λαβών2030. Φαίνεται ότι η πρόθεση των ντόπιων κεραμέων δεν ήταν να αφήσουν το χώρο αυτόν άβαφο, γιατί στην περίπτωση αυτή θα σχημάτιζαν μια άβαφη μετόπη, όπως δηλαδή έκαναν οι Αθηναίοι κερα- μείς στα μελαμβαφή αγγεία. Εδώ πολλές φορές γίνεται προσπάθεια με άτακτες πινελιές να γεμί- σει ο χώρος. Διαφορετική είναι η εικόνα του εσωτερικού των ανοικτών αγγείων. Στις περισσότε- ρες περιπτώσεις δημιουργούνται ζώνες με «πυκνό» «γάνωμα» και πιο κάτω αραιωμένο «γά- νωμα», ανάλογα με τη συχνότητα που ο κεραμέας βουτάει το πινέλο του στο χρώμα. Σε λίγες περιπτώσεις ο ντόπιος κεραμέας μιμείται τους ομόκεντρους κύκλους που σχηματίζουν οι καλλι- τέχνες της Ανατολικής Ελλάδας στα δικά τους αγγεία. Οι ομόκεντροι κύκλοι συνήθως καταλή- γουν σε ελικοειδή διαμόρφωση στον πυθμένα. Προβληματική παραμένει η προέλευση του «γανώματος» των μονόχρωμων αγγείων. Η Βο- κοτοπούλου είχε θεωρήσει ότι το πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα» οφείλεται στα μονόχρωμα υπογε- ωμετρικά «glazed-ware»2031 που αποτελούν επιβίωση των μονόχρωμων υστερομυκηναϊκών και υπομυκηναϊκών σκύφων, που διακρίνονται από το σκούρο ερυθρό - πορτοκαλί «γάνωμα» και τον ερυθρό πηλό2032. Στη Μακεδονία είχαν εισαχθεί ολόβαφες κύλικες και σκύφοι με πόδι2033 και χωρίς πόδι2034 από την Εύβοια και τη Θεσσαλία κατά τους υστερογεωμετρικούς και υπογεωμετρι- κούς χρόνους και τα τοπικά εργαστήρια είχαν αντιγράψει τόσο το σχήμα όσο και τη διακό- σμηση2035. Την προέλευση του «γανώματος» από τα επείσακτα αγγεία των γεωμετρικών χρόνων αποδεικνύουν οι πρωιμότερες κύλικες με εξωστρεφές χείλος που χρονολογούνται στον 8ο αι. 2024 Βλ. παρακάτω σ. 170κ.ε. 2025 Ό.π. 2026 Ό.π. 2027 Βλ. παραπάνω σ. 157. 2028 Βλ. παραπάνω σ. 157. 2029 Βλ. παραπάνω σ. 182. 2030 Βλ. παραπάνω σ. 185. 2031 Podzuweit 1979, σ. 213 εικ. 21.9 και 1986, σ. 467-484. 2032 Αίνεια, σ. 96 σημ. 215. 2033 Lefkandi I, αρ. 102-104. Sipsie – Escbach 1991, αρ. 73 πίν. 9. Βερδελής 1968, σ. 101, 166. Για επείσα- κτα και ντόπια παραδείγματα από τη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου, βλ. Παντή 1999, σ. 13-17. 2034 Βοκοτοπούλου-Μοσχονησιώτη 1990, σ. 412. 2035 Isler 1978, πίν. 32 εικ. 5 και πίν. 39 εικ. 35. 200 π.Χ. και το σχήμα των οποίων είναι κοντύτερα στους σκύφους των γεωμετρικών χρόνων2036. Τα αγγεία αυτά αποτελούν πιθανότατα τις προβαθμίδες των μεταγενέστερων «ωοκέλυφων» αγ- γείων2037. Εκτός από την Εύβοια και τη Θεσσαλία και άλλα εργαστήρια, όπως της Σάμου, της Νάξου, της Κορίνθου εκδηλώνουν μία προτίμηση για μικρά μονόχρωμα αγγεία2038. Ειδικά όμως αγαπητή είναι η κατασκευή μονόχρωμων αγγείων με καστανέρυθρο «γάνωμα» στον 8ο και 7ο αι. στη Σάμο με την οποία οι κάτοικοι του βορειοελλαδικού χώρου πρέπει να είχαν στενές επαφές στον 7ο και 6ο αι.2039. Τα σαμιακά μονόχρωμα αγγεία είναι κυρίως μόνωτα κύπελλα, χωρίς να λείπουν ωστόσο και οι κύλικες. Μονόχρωμα αγγεία κατασκευάζονταν στον ανατολικοϊωνικό χώρο και στον 6ο αι. π.Χ., όπως φανερώνει μία ερυθροβαφής κύλικα του 6ου αι. π.Χ. από τα Δί- δυμα2040. Στον 7ο και 6ο αι. οι κεραμείς των ντόπιων ωοκέλυφων εργαστηρίων επηρεάζονται από το σχήμα της ιωνικής κύλικας με το χαμηλό πόδι. Διατηρούν το ερυθρό «γάνωμα» ίσως υπό την επίδραση και πάλι της νησιώτικης κεραμικής και κυρίως της Σάμου. Στη Σάμο κατασκευάζο- νταν επίσης στους ίδιους χρόνους και ολόβαφες όλπες2041 που ίσως επηρέασαν τις ντόπιες ωοκέλυφες. Ορισμένα μικρά ανοικτά αγγεία φέρουν κάτω από το χείλος σε μικρή απόσταση μεταξύ τους δύο μικρές οπές2042. Παρόμοιες οπές, για την συγκράτηση του πώματος, συναντούμε συχνά σε αγγεία του ανατολικοϊωνικού χώρου κατά τους αρχαϊκούς χρόνους2043. Στα ανοικτά αγγεία επικρατούν οι άποδες κύλικες με απλό χείλος, ένα σχήμα δανεισμένο από το χώρο της Ανατολικής Ελλάδας, αν και δεν λείπουν και κάποιες παραλλαγές επηρεασμένες από σχήματα της παλιότερης παράδοσης των γεωμετρικών χρόνων, π.χ. κύλικες με εξωστρεφές κοίλο χείλος, ή της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, κύλικες και λεκανόσχημες φιάλες με διχαλωτές λα- βές. Υπάρχουν διάφοροι τύποι λεκανόσχημων αγγείων, που το σχήμα τους είναι δανεισμένο επί- σης από την Ανατολή. Παραλλαγή της άποδης κύλικας αποτελεί και η μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη με προχοή, ένα σχήμα γνωστό και στο νησιωτικό κόσμο των αρχαϊκών χρόνων, αλλά στο μακεδονικό χώρο ίσως να αποτελεί επιβίωση παρόμοιων αγγείων της Εποχής Σιδήρου. Αντί- στοιχα και οι ωοκέλυφοι οπισθότμητοι πρόχοι αποτελούν επιβίωση ενός παλιότερου σχήματος, του πιο αγαπητού στο «μακεδονικό» χώρο. Ενδιαφέροντα είναι και τα στατιστικά στοιχεία που μπορούμε να συγκεντρώσουμε για την κάθε ομάδα κεραμικής μεμονωμένα από τον οικισμό και το νεκροταφείο. Σε σύνολο 198 οστράκων που συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα εργασία από τους απορ- ριμματικούς λάκκους (σε αναλογία πάντα με το συνολικό υλικό των λάκκων) υπερτερεί η μονό- χρωμη κεραμική με ποσοστό 53,03% και ακολουθεί η κεραμική με γραπτή διακόσμηση (44,9%). Η «ασημίζουσα» μία παλιότερη κατηγορία κεραμικής που επιβιώνει έως τους αρχαϊκούς χρόνους αντιπροσωπεύεται σε ποσοστό μόλις 2,02%. Η μονόχρωμη κεραμική διακρίνεται σε δύο κατηγο- ρίες: α. με χονδρά τοιχώματα και β. με πολύ λεπτά τοιχώματα, που ονομάζεται συνήθως «ωοκέ- λυφη». Τα σχήματα της πρώτης ομάδας και κυρίως οι κύλικες φανερώνουν επιδράσεις από την επείσακτη γεωμετρική κεραμική των υστερογεωμετρικών χρόνων2044 και της παλιότερης παράδο- σης της κεραμικής της Εποχής Σιδήρου2045. Τα κρατηρόσχημα όμως αγγεία με τις συμπαγείς λα- 2036 Βλ. σ. 178. 2037 Βλ. σ. 179. 2038 Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. σ. 178. 2039 Μικρά μονόχρωμα αγγεία του 8ου και 7ου αι. π.Χ. με καστανέρυθρο συνήθως «γάνωμα» είναι γνωστά από το Ηραίο της Σάμου. Κopcke 1968, σ. 269 κ.ε. αρ. 50, 54. Για το γάνωμα των σαμιακών αγγείων, βλ. Eilmann 1983, σ. 49κ.ε. 2040 Tuchet 1973-1974, σ. 151 αρ. 19 πίν. 50. 2041 Gruben 1957, πίν. 57. 2042 Βλ. παραπάνω σ. 190. 2043 Tocra I, σ. 71 αρ. 870 εικ. 27. Kopcke 1968, σ. 269 αρ. 52 εικ. 19. 2044 Βλ. παραπάνω σελ. 179. 2045 Βλ. παραπάνω σελ. 179. 201 βές και τα πινάκια με πόδι δείχνουν φανερές επιδράσεις από τον ανατολικοϊωνικό χώρο2046. Συνολικά στην μονόχρωμη κεραμική οι κύλικες με εξωστρεφές χείλος φθάνουν το 19% και με διχαλωτές λαβές το 3.7%. Τα πινάκια με πόδι και χωρίς φθάνουν το 5.6%, και τα κρατηρόσχημα αγγεία το 2,8%. Στην «ωοκέλυφη» κεραμική υπερτερούν πάλι τα ανοικτά σχήματα. Επικρατούν οι κύλικες με απλό χείλος που φθάνουν το 19%. Ακολουθούν τα φιαλόσχημα αγγεία με ποσοστό 14%. Υψηλή παραγωγή που φθάνει στο 13,08% έχουν και οι όλπες. Οι φιάλες με προχοή φθά- νουν το 3,7%, τα δε υποστατά το 1,8%. Τέλος το σπανιότερο σχήμα της ωοκέλυφης φαίνεται ότι είναι η κοντόχονδρη οινοχόη-mug (0,93%). Και στην ωοκέλυφη κεραμική, όπως και στην προηγούμενη κατηγορία με χονδρά τοιχώματα, υπάρχουν σαφείς επιδράσεις από την Εποχή Σιδήρου σε σχήματα, όπως οι όλπες και οι οπισθό- τμητοι πρόχοι2047. Τα ανοικτά σχήματα όμως, όπως οι κύλικες, οι φιάλες με προχοή και τα λεκανόσχημα αγγεία επηρεάζονται σαφώς από τον ανατολικοϊωνικό χώρο2048. Ακόμη και οι τριφυλλόστομες οινοχόες φαίνεται ότι έχουν ανατολικές και νησιωτικές επιδράσεις2049. . Τοπική κεραμική απορριματικών λάκκων (198 δείγματα) 60,00% 53,03% 50,00% 44,90% 40,00% 30,00% 20,00% 10,00% 2,02% 0,00% ωοκέλυφη γραπτή "ασημίζουσα" Διάγραμμα 1 Στο υπόσκαπτο βρέθηκαν 49 σχεδόν ακέραια αγγεία (διάγραμμα 3). Ορισμένα σχήματα είναι κοινά με τα σχήματα που αντιπροσωπεύονται και στους λάκκους, ενώ άλλα συναντούνται μόνο σε ένα από τα δύο σύνολα. Η συχνότητα ανεύρεσης των κοινών σχημάτων είναι περίπου η ίδια: 53,2% οι κύλικες, 10,2% οι φιάλες, 8% οι όλπες, 8,1% τα λεκανόσχημα φιαλίδια, 4,08 τα κύ- πελλα. Εδώ εμφανίζονται για πρώτη φορά οι τριφυλλόστομες οινοχόες και οι οπισθότμητες πρό- χοι σε ποσοστό αντίστοιχα 4,08% και οι αρύταινες αντίστοιχα σε 2,04%. 2046 Βλ. παραπάνω σ. 176 και 181. 2047 Βλ. παραπάνω σ. 182-185. 2048 Βλ. παραπάνω σ. 188κ.ε. 2049 Βλ. παραπάνω σ. 183. 202 Ύστερα από συνδυασμό των στοιχείων που μας παρέχουν οι τομές Α και Α.0 της Σίνδου2050 με τα στοιχεία από τα νεκροταφεία των οικισμών του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου2051 μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η μονόχρωμη κεραμική με χονδρά τοιχώματα εμφανίζεται στον 8ο αι. π.Χ. και συνεχίζεται και στον 7ο αι. π.Χ., εποχή που εμφανίζεται η «ωοκέλυφη», η οποία εξακολουθεί να κατασκευάζεται και σε όλη τη διάρκεια του 6ου αι. π.Χ. και ίσως και στις αρχές του 5ου. Ωοκέλυφη κεραμική υπόσκαπτου τομής 27-29Δ 70,00% 63,20% 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 20,00% 10,20% 8,00% 8,10% 4,08% 4,08% 2,04% 10,00% 0,00% τριφυλλόστομες λεκανόσχημα αρύταινα κύλικες φιάλες κύπελλα όλπες μόνωτα οινοχόες Διάγραμμα 2 Στο τμήμα του νεκροταφείου που έχει ερευνηθεί, βρέθηκαν μόλις 13 ντόπια αγγεία, όλα της αρχαϊκής περιόδου. Το μεγαλύτερο ποσοστό (38,4%) καταλαμβάνει η ωοκέλυφη κεραμική. Η κεραμική με γραπτή διακόσμηση και οι κορινθιακές μιμήσεις φθάνουν αντίστοιχα στο 30.7%. 2050 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 196 εικ. 3 και 2001, σ. 302. 2051 Σουέρεφ 2000α, σ. 218 εικ. 7. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1998, σ. 265 εικ. 12. Τζαναβάρη – Φίλης 2003, σ. 156 εικ. 1. Σκαρλατίδου 1994, σ. 450-1 πίν. 144 β. Βρέθηκε με μία κύλικα τύπου C. 203 Τοπική κεραμική από το νεκροταφείο στο Καραμπουρνάκι (13 αγγεία) 70,00% 63,60% 60,00% 50,00% 38,40% 40,00% 30,70% 30,70% 30,00% 20,00% 10,00% 0,00% γραπτή ωοκέλυφη γραπτή μιμήσεις κορινθιακών Διάγραμμα 3 Τέλος αξιοσημείωτη είναι η ιδιαίτερα μικρή παρουσία της τεφρόχρωμης κεραμικής τόσο από το νεκροταφείο2052 όσο και από τον οικισμό2053, αν και είναι δημοφιλής στους οικισμούς του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. 2052 Είναι γνωστά δύο εξάλειπτρα, βλ. Rey 1992, σ. 67 αρ. 1, σ. 69 αρ. 3. 2053 Από τον οικισμό προέρχεται ένας μεγάλος τεφρόχρωμος λέβητας με τέσσερις οριζόντιες λαβές, ο οποίος μάλιστα στην άνω επιφάνεια του χείλους του φέρει επιγραφές με στιλβωτήρα με γράμματα του ελ- ληνικού αλφαβήτου αλλά σε άγνωστη γλώσσα. Τιβέριος 1995-2000, σ. 311 εικ. 9. 204 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΣΙΝΔΟΣ Στη B’ βιομηχανική ζώνη της σημερινής Σίνδου, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσα- λονίκη, ανασκάφτηκε τμήμα ενός σημαντικού αρχαίου οικισμού, που έχει ταυτιστεί με την αρ- χαία Σίνδο2054 και αποσπασματικά, τμήματα του νεκροταφείου του. Ο οικισμός απλώνεται στη διπλή τράπεζα, η οποία συναντάται 23χλμ. δυτικά της Θεσσαλο- νίκης, αριστερά της εθνικής οδού και πολύ κοντά στο Γαλλικό ποταμό, τον αρχαίο Εχέδωρο. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του Γάλλου αξιωματούχου Rey, ο οποίος μας έχει δώσει το μοναδικό έως σήμερα τοπογραφικό της τράπεζας, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα η τράπεζα αυτή είχε μέγιστο ύψος 20μ. και μέγιστη διάμετρο 300μ.2055. Η ατυχής επιλογή του φυσικού αυτού υψώματος το 1964 από τον ελληνικό στρατό για την εγκατάσταση δεξαμενών καυσίμων, επέφερε σημαντική καταστροφή στον αρχαίο οικισμό, όπως επισημαίνει η Α. Σακελλαρίου, που έσπευσε τότε να ερευνήσει το χώρο.2056 Στα νότια της τράπεζας ερευνήθηκε το 1980-1981 ένα ιδιαίτερα σημαντικό τμήμα του αρχαϊ- κού και κλασικού νεκροταφείου του οικισμού από την Αικ. Δεσποίνη2057. Το νεκροταφείο αποκα- λύφθηκε σε βάθος 3.5μ. κάτω από τις επιχώσεις του Γαλλικού ποταμού, όταν γινόταν εκσκαφή για την τοποθέτηση αποχετευτικών αγωγών. Η ανασκαφή έφερε στο φως 121 ταφές που εκτείνο- νταν πάνω σ’ ένα χαμηλό φυσικό λόφο. Οι πλούσια κτερισμένες ταφές περιείχαν άφθονα επεί- σακτα αγγεία, αττικά, κορινθιακά αλλά και ανατολικοϊωνικά, καθώς και πλήθος μεταλλικών αντικειμένων, όπως χρυσά κοσμήματα, χρυσές μάσκες, ασημένια κοσμήματα, χάλκινα σκεύη, όπλα και σιδερένια ομοιώματα αμαξών κ.ά. Μέσα στο πλούσιο αυτό σύνολο ευρημάτων υπάρ- χουν και λιγοστά αγγεία τοπικών εργαστηρίων2058. Το νεκροταφείο παύει να λειτουργεί στον 4ο αι.π.Χ. οπότε εγκαθίστανται εδώ κεραμικά εργαστήρια2059. Τα ευρήματα του νεκροταφείου προκάλεσαν μεγάλη έκπληξη στους ερευνητές, καθώς αποκάλυψαν μια διαφορετική εικόνα για τους οικισμούς της Μακεδονίας. Λίγο αργότερα με αφορμή οικοδομικές εργασίες στο εργοστάσιο της Henninger και της Good Year αντίστοιχα, ερευνήθηκε ένα άλλο τμήμα υστεροκλασικού και ρωμαϊκού νεκροτα- φείου2060, ενώ το 1988 με αφορμή την εγκατάσταση και νέων δεξαμενών στην περιοχή γύρω από τη διπλή τράπεζα ερευνήθηκε από την Σ. Μοσχονησιώτη ένα ακόμη τμήμα του νεκροταφείου, η λειτουργία του οποίου ανάγεται στο δεύτερο μισό του 5ου αι. ως τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Εκτείνεται σε απόσταση 600μ. νοτιοανατολικά του νεκροταφείου που βρέθηκε στο χώρο της Henninger. Στο χώρο βρέθηκαν και αποθηκευτικοί λάκκοι, ανοιγμένοι στο φυσικό έδαφος, με λαξευμένα σκαλοπάτια για την πρόσβαση σ’ αυτούς. Η πλειονότητα των τάφων (49 συνολικά) ανήκει στον τύπο του πλινθόκτιστου-κιβωτιόσχημου. Ως προς τα ευρήματα επικρατούν οι με- λαμβαφείς σκύφοι, τα αρυβαλλοειδή ληκύθια και οι γυναικείες προτομές2061. Η ανασκαφή του αρχαίου οικισμού άρχισε το 1990 υπό την επίβλεψη του καθηγητή Μ. Τιβέ- ριου. Το γεγονός ότι η ανασκαφή διεξαγόταν μέσα σ’ ένα στρατόπεδο δημιουργούσε από μόνο 2054 Σχετικά με την ταύτιση της πόλης και τη σχέση της με τους Ευβοείς, βλ. Τιβέριος 1992, σ. 357 κ.ε., 1996, σ. 404 κ.ε. και 1997, σ. 301. Παλιότερα η θέση είχε ταυτιστεί με την αρχαία Χαλάστρα, βλ. Hat- zopoulos – Loukopoulou 1989, σ. 87-91. 2055 Rey 1917-1919, σ. 74κ.ε. Picard 1918-1919, σ. 4. 2056 Σακελλαρίου1965, σ. 421-422. 2057 Ι. Βοκοτοπούλου, Αικ. Δεσποίνη, Β. Μισαληλίδου, Μ. Τιβέριος, Σίνδος, Κατάλογος της έκθεσης, 1985 και ΕΑΑ, Suppl., Sindos. 2058 Τιβέριος 1988α, σ. 283-296. 2059 Δεσποίνη 1982, σ. 61 κ.ε. 2060 Μισαηλίδου-Δεσποτίδου Β. και Μπέσιος Μ. 2061 Μοσχονησιώτου 1988, σ. 283-296. 205 του πολλά προβλήματα και έντονο προβληματισμό για τη συνέχιση της έρευνας. Αρχικά ανοί- χθηκε μόνο ένα μικρό σκάμμα (2Χ4μ.), η λεγόμενη Τομή Α, η οποία διερευνήθηκε για αρκετές χρονικές περιόδους και έδωσε μία συνολική στρωματογραφία της θέσης από τον 12-11 ο αι. π.Χ. ως τους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους2062. Στην άνω τράπεζα ερευνήθηκαν και άλλα σκάμ- ματα. Από το 1992 με αφορμή την τυχαία ανεύρεση ενός απορριμματικού λάκκου στην κάτω τράπεζα, άρχισε η έρευνα και στο χώρο αυτό2063. Τα περισσότερα οικοδομικά λείψανα ανήκουν στους γεωμετρικούς χρόνους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κτίριο, κατασκευασμένο από ωμά πλινθιά2064. Ελάχιστα ήταν τα οικοδομικά λείψανα που διατηρήθηκαν από τον 6ο και 5ο αι. π.Χ.2065. Στα στρώματα του 6ου και 5ου αι. π.Χ. βρέθηκε άφθονη ποσότητα ντόπιας ωοκέλυ- φης κεραμικής2066. Πρόκειται για έναν οικισμό που άνθισε ιδιαίτερα στους γεωμετρικούς χρόνους. Η πληθώρα της επείσακτης ευβοϊκής κεραμικής, αλλά και ντόπιας «μακεδονικής» κεραμικής που βρέθηκε στην ίδια την Εύβοια αποδεικνύουν τις στενές σχέσεις των κατοίκων των δύο περιοχών. Ο οικι- σμός αυτός μάλιστα θεωρήθηκε ένα «εμπορείο» των θαλασσοπόρων Ευβοέων στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου2067. Πιθανότατα το ενδιαφέρον των Ευβοέων κέντρισε ο χρυσοφόρος γειτονι- κός ποταμός Εχέδωρος2068. Ο οικισμός εγκαταλείπεται όταν ο Κάσσανδρος ιδρύει τη Θεσσαλο- νίκη2069. Η μελέτη της τοπικής κεραμικής διακρίνεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται συνοπτικά η τοπική κεραμική του οικισμού κυρίως μέσα από το υλικό που ανεβρέθηκε στο λάκκο Γ στην κάτω τράπεζα το 19922070. Στο δεύτερο μέρος ασχολούμαστε με την τοπική κερα- μική από το αρχαϊκό νεκροταφείο που ανέσκαψε η Αικ. Δεσποίνη. Το κάθε μέρος χωρίζεται σε μικρότερα τμήματα. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται συνοπτικά η κεραμική κατά χρονικές περιόδους και κατά κατηγορίες: κεραμική των γεωμετρικών χρόνων, «ασημίζουσα», «ωοκέλυφη» των αρ- χαϊκών χρόνων και κεραμική των κλασικών χρόνων (μελαμβαφής και αβαφής). Το δεύτερο μέ- ρος, που αφορά στη μελέτη της κεραμικής του νεκροταφείου, χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα: κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή «γάνωμα», τεφρόχρωμη, μελαμβαφής και αβαφής. Βασικό κριτήριο για τη διάκριση της τοπικής κεραμικής ήταν και πάλι ο πηλός. Στην πα- ρούσα φάση δεν έγινε καμιά ανάλυση πηλού από το υλικό της Σίνδου. Έχει ωστόσο ήδη δημοσι- ευθεί από τις Μ. Δ. Κεσίσογλου και Ε. Α. Μήρτσου2071 μία μελέτη δειγμάτων κεραμικής από τους κλιβάνους της Σίνδου που ανέσκαψε στη δεκαετία του 1980 η Αικ. Δεσποίνη. Επίσης στο πλαίσιο της μεταπτυχιακής μου εργασίας είχαν γίνει κάποιες αναλύσεις δειγμάτων από το λάκκο Γ από τον επίκουρο καθηγητή του ΑΠΘ Σ. Δημητριάδη. Ο πηλός της Σίνδου είναι πλούσιος σε χαλαζία, άστριους και μαρμαρυγία. Τα χρώματα συνήθως είναι καστανά και καστανέρυθρα. Η σύνθεσή του είναι συνήθως μεσαία και σπανιότερα χονδρόκοκκη και λεπτόκοκκη. 2062 Τιβέριος 1996, σ. 404 κ.ε. 2063 ό.π. 2064 Τιβέριος κ.α. 1997, σ. 299-300. 2065 Ό.π. σ. 301. 2066 Ό.π. σ. 301. 2067 Τιβέριος 1992, σ. 357 κ.ε., 1996, σ. 404 κ.ε. και 1997, σ. 301. 2068 Έχει γίνει η σκέψη ότι ο χρυσός που έχει βρεθεί στην Ερέτρια των γεωμετρικών χρόνων ή ακόμη και στο Λευκαντί κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο προέρχεται από τον ποταμό Εχέδωρο. Βλ. Τιβέριος 1998α, σ. 249. 2069 Τιβέριος 1996, σ. 404 κ.ε. 2070 Παντή 1999. 2071 Κεσίσογλου – Μήρτσου 1987, σ. 405-408. 206 I. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ Στην τομή Α που διερευνήθηκε στην άνω τράπεζα από το 1990 έως και το 1994 και έφθασε σε βάθος 16μ., αλλά και στις υπόλοιπες δοκιμαστικές τομές ήρθαν στο φως πολλά όστρακα τοπι- κής κεραμικής διαφόρων εποχών και κατηγοριών. Η ανασκαφή και η διερεύνηση ενός πλινθό- κτιστου κτιρίου των γεωμετρικών χρόνων στην κάτω τράπεζα από το 1993 και εξής προσέφερε επίσης μεγάλη ποσότητα κεραμικής της εποχής αλλά και σημαντικό αριθμό οστράκων των αρ- χαϊκών χρόνων στα ανώτερα στρώματα. Το μεγαλύτερο σύνολο της τοπικής κεραμικής των χρόνων που εξετάζουμε, προήλθε από τη διερεύνηση του λάκκου Γ στην κάτω τράπεζα το καλοκαίρι του 1992. Η άφθονη κεραμική που ανευρέθηκε, καλύπτει σχεδόν όλο το χρονικό διάστημα εγκατοίκησης του οικισμού2072. Κατά τους γεωμετρικούς χρόνους ο οικισμός έχει τόσο στενή σχέση με τους Ευβοείς, ώστε να επικρα- τεί στον οικισμό η επείσακτη ευβοϊκή κεραμική2073. Κυριαρχούν κυρίως οι σκύφοι με κρεμαστά ημικύκλια και οι σκύφοι με συστάδες κάθετων γραμμών ως κύρια διακόσμηση2074. Η επιρροή της επείσακτης κεραμικής στους ντόπιους καλλιτέχνες ήταν αναπόφευκτη, όταν μάλιστα είναι πολύ πιθανόν Ευβοείς κεραμείς να εργάσθηκαν στα μέρη αυτά2075. Εργαζόμενοι λοιπόν οι ντόπιοι κεραμείς πλάι σε δημιουργούς ενός από τα μεγαλύτερα κεραμικά εργαστήρια της εποχής στον ελλαδικό χώρο ήταν αναμενόμενο να μιμηθούν τους μεγάλους δασκάλους τόσο στα σχήματα που κατασκεύαζαν όσο και στα διακοσμητικά μοτίβα που χρησιμοποιούσαν. Συνηθέστερη είναι η μίμηση ενός καθαρά ευβοϊκού δημιουργήματος, του σκύφου με τα κρε- μαστά ημικύκλια2076. Η παραγωγή του αρχίζει στην Εύβοια στην Ύστερη Πρωτογεωμετρική Περίοδο2077. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε δύο όστρακα από το λάκκο Γ που χρονολογούνται στην ΥπΠρΓ ΙΙ, δηλαδή στο πρώτο μισό του 8ου αι. π.Χ.2078. Παράλληλα υπάρχουν ντόπια παρα- δείγματα που μιμούνται και άλλους τύπους σκύφων ΥΓ Περιόδου, όπως είναι οι σκύφοι με δέ- σμες λοξών γραμμών στο άνω τμήμα του σώματος και ανάμεσά τους διάφορα διακοσμητικά μο- τίβα2079. Οι μιμήσεις δεν περιορίζονται μόνο στα ανοικτά αγγεία. Χαρακτηριστική είναι η διακό- σμηση των γνωστών υποπρωτογεωμετρικών εμπορικών αμφορέων για κρασί ή για λάδι που κο- σμούνται με συστάδες ομόκεντρων κύκλων στο σώμα2080. Αρκετά καλή εικόνα του σχήματός τους μας δίνει ένα από τα καλύτερα σωζόμενα παραδείγματα που βρέθηκε στο σκάμμα Δ κατά την τέταρτη ανασκαφική περίοδο στην κάτω τράπεζα2081. Η διακόσμηση αποτελείται από οριζό- ντιες ταινίες που τονίζουν την διάρθρωση του αγγείου και στον ώμο υπάρχουν συστάδες ομόκε- ντρων κύκλων. Η λαβή διατρέχεται από δύο ταινίες τα κάτω άκρα των οποίων ενώνονται. Το αγ- 2072 Με ένα μέρος του υλικού του συγκεκριμένου λάκκου ασχολήθηκα στη μεταπτυχιακή μου εργασία. 2073 Τιβέριος 1990β, σ. 322 εικ.7. 2074 Τιβέριος 1998α, σ. 246. Πρόκειται κυρίως για κεραμική της ΥΓ περιόδου. 2075 Τιβέριος κ.α. 1997, σ. 327. 2076 Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για τη δημιουργία αυτού του σχήματος και τις καταβολές του. Αρχικά θεωρήθηκε ότι προέρχεται από τον αττικό πρωτογεωμετρικό σκύφο με το ψηλό πόδι και τους ομόκε- ντρους κύκλους, βλ. Coldstream 1957, σ. 40. Στη συνέχεια ο Βερδελής θεώρησε ότι είναι συνδυασμός των θεσσαλικών τοπικών στοιχείων με τα μυκηναϊκά κατάλοιπα, βλ. Βερδελής 1968, σ. 50-70. Ο Desborough συμφώνησε με την τελευταία άποψη αλλά θεωρούσε ότι η χρήση του πολλαπλού πινέλου και του διαβήτη ήταν δάνειο από τους Αθηναίους, βλ. Desborough 1952, σ. 262. Μετά τις ανασκαφές στο Λευκαντί αποδεί- χθηκε ότι πρόκειται για ευβοϊκό δημιούργημα που αποτελεί εξέλιξη του μυκηναϊκού βαθύ σκύφου, βλ. Lefkandi I, σ. 284-285 και 297-298. 2077 Lefkandi I, σ. 22-23. Kearsley 1989, σ. 84-104. 2078 Για αντίστοιχα ευβοϊκά παραδείγματα, βλ. Κearsley 1989, πίν. 41. 2079 Lefkandi I, σ. 64. 2080 Τιβέριος 1990β, σ. 322 εικ. 9. Για τους αμφορείς αυτούς και την εξάπλωσή τους, βλ. παραπάνω σ. 58. 2081 Τιβέριος 1993γ, σ. 245 εικ. 6. 207 γείο ανάγεται στη ΜΓ Περίοδο. Ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος μας δίνει ένας ακόμη αμ- φορέας που έχει συμλπηρωθεί2082. Κατά τους γεωμετρικούς χρόνους οι ντόπιοι τεχνίτες επηρεάζονται και από τους ομότεχνους τους Θεσσαλούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιρροής αποτελούν δύο όστρακα μο- νόχρωμων σκύφων που βρέθηκαν στο λάκκο Γ2083. Οι καταβολές του σχήματος των μονόχρω- μων σκύφων μπορούν να αναζητηθούν στα μονόχρωμα βαθιά αγγεία της ΥΕΙΙΙΓ περιόδου. Το σχήμα συναντάται σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου, όπως στο Λευκαντί2084, στην Ασίνη2085, στο Άργος2086, στη Σκύρο2087 κ.α. Τα παραδείγματα της Σίνδου συγγενεύουν περισσό- τερο με παραδείγματα από την Ιωλκό2088, όπου το χείλος είναι απλό και δεν στρέφεται έντονα προς τα έξω, όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα ευβοϊκά. Χρονολογούνται στην ΥπΠρΓ Ι Περί- οδο2089. Δημιούργημα ντόπιων κεραμέων αποτελεί η λεγόμενη «ασημίζουσα» κεραμική, η οποία εντοπίζεται σε πολλούς οικισμούς του βορειοελλαδικού χώρου. Πουθενά όμως δεν είναι τόσο δημοφιλής όσο στον οικισμό της Σίνδου. Οι υποψίες του ανασκαφέα ότι το εργαστήριο παραγω- γής της πρέπει να τοποθετηθεί στον οικισμό, επιβεβαιώθηκαν από την πετρολογική ανάλυση, που πραγματοποιήθηκε σ’ ένα όστρακο της κεραμικής αυτής, και έδειξε ότι ο πηλός προέρχεται από τις ιζηματογενείς αποθέσεις του ποταμού Γαλλικού2090. Πολλά θραύσματα της κεραμικής αυτής ήρθαν στο φως ήδη κατά την πρώτη ανασκαφική περίοδο στη Σίνδο2091. Λίγα βρέθηκαν και στο λάκκο Γ2092. Από τα ανώτερα στρώματα όλων των τομών προήλθε και άφθονη ποσότητα «ωοκέλυφης» κεραμικής2093, από όπου και άρχισε να γίνεται κυρίως γνωστή, πριν αρχίσουν οι έρευνες στο Καραμπουρνάκι. Και στη Σίνδο το δημοφιλέστερο σχήμα είναι η άποδη κύλικα2094. Ένα μεγάλο σύνολο ντόπιας κεραμικής κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων μελε- τήθηκε με αφορμή το υλικό του λάκκου Γ2095. Περιείχε άφθονη ποσότητα μελαμβαφούς, αβα- φούς αλλά και γραπτής κεραμικής που έφερε ταινιωτή διακόσμηση ερυθρού χρώματος. Κατά τη μελέτη της μελαμβαφούς κεραμικής διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν όλα τα όστρακα τον ίδιο πηλό. Υπήρχαν κάποια που είχαν κατασκευασθεί από το γνωστό καθαρό αττικό πηλό ερυθρού χρώμα- τος, ενώ άλλα είχαν κατασκευασθεί από γκρίζο λεπτόκοκκο πηλό που περιέχει μίκα. Η παρατή- ρηση αυτή μας οδήγησε να καταφύγουμε στη μικροσκοπική μελέτη της σύστασης του πηλού σ’ ένα από αυτά. Αποδείχθηκε ότι ο πηλός ήταν όμοιος με τον αντίστοιχο ενός οστράκου της γεω- μετρικής εποχής, που επίσης τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του μας οδηγούσαν στην άποψη ότι πρόκειται για προϊόν τοπικού εργαστηρίου2096. Η παραγωγή άβαφων και μελαμβαφών αγγείων στην περιοχή επιβεβαιώνεται και από τη μελέτη των κεραμικών κλιβάνων που ανέσκαψε και με- λέτησε η Αικ. Δεσποίνη το 19822097. 2082 Τιβέριος 1996, σ. 416-417 εικ. 7. Για τη διάδοση και χρονολόγηση αυτών των εμπορικών αμφορέων, βλ. παραπάνω σ. 58. 2083 Παντή 1999, σ. 9. 2084 Lefkandi I, σ. 46. Lefkandi II, σ. 19-20. 2085 Asine II, αρ. 164-168. 2086 Courbin 1953, εικ. 55, 81. 2087 Dawkins 1904-1905, σ. 79. 2088 Sipsie-Eschbach 1991, σ. 49 πίν. 9.3. 2089 Ό.π. σ. 56. 2090 Γιματζίδης 1997. Τιβέριος 1996, σ. 416 σημ. 47. 2091 Τιβέριος 1990β, εικ. 11. Τιβέριος 1991α, εικ.6 2092 Παντή 1999, σ. 28. 2093 Τιβέριος 1990β, εικ. 10. Τιβέριος 1991α, εικ.11 2094 ό.π. 2095 Καλλιγά 1999. Παντή 1999, σ. 36-136. 2096 Παντή 1999, σ. 46. 2097 Δεσποίνη 1982α, σ. 61-84. 208 Το υλικό του λάκκου προσφέρει πολύ σημαντικά στοιχεία για τη μελαμβαφή και άβαφη κε- ραμική της τοπικής παραγωγής στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Το δημοφιλέστερο αγγείο της τοπικής αβαφούς κεραμικής των κλασικών χρόνων είναι ο αρυτήρας2098. Υπάρχουν ακόμη όστρακα τριφυλλόστομων οινοχοών διαφόρων τύπων, μικκύλες όλπες, υδρίες, ιγδία κ.ά. που έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τα αγγεία άλλων εργαστηρίων της εποχής, όπως π.χ. ορισμένα από τη Ν. Ελλάδα2099. H παραγωγή τους στην περιοχή της Σίνδου επιβεβαιώνεται από την ανεύ- ρεση παρόμοιων οστράκων στο εσωτερικό των κεραμικών κλιβάνων της περιοχήςi2100. Τα μικρότερα ανοικτά αγγεία μιμούνται κυρίως σχήματα που καθιερώθηκαν στην Αθήνα αρ- χικά στη μελαμβαφή κεραμική και έπειτα κατασκευάστηκαν και στην άβαφη κεραμική. Τα ντό- πια, μελαμβαφή και αβαφή, αγγεία αντιγράφουν πιστά τα αττικά προϊόντα, τα οποία άλλωστε κυκλοφορούσαν ευρέως στην περιοχή2101. Υπάρχουν όμως και σχήματα που έχουν τη «σφραγίδα» των τοπικών εργαστηρίων. Ένα τέ- τοιο αγγείο είναι οι λεκανίδες με τροπίδωση2102. Το σχήμα συναντάται και στην Κόρινθο και στην Αθήνα, όμως τα παραδείγματα της Σίνδου παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγγένεια με παρα- δείγματα του θασίτικου εργαστηρίου του 4ου αι. π.Χ.2103. Ομοίως και οι λοπάδες που βρίσκουμε στη Σίνδο, αν και κατάγονται από την αττική αβαθή χύτρα, διαφοροποιούνται στη διαμόρφωση του χείλους και έχουν μικρότερο ύψος. Παρόμοια αγγεία συναντούμε και σε άλλες περιοχές του βορειοελλαδικού χώρου, όπως στην Όλυνθο και στην Άκανθο2104. II. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ Τα ευρήματα του νεκροταφείου της Σίνδου άλλαξαν την εικόνα μας για τους οικισμούς στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Τα χρυσά κοσμήματα, τα οποία τα διακρίνει άριστη τεχνική και υψηλή ποιότητα, αποτελούν αδιαμφισβήτητους μάρτυρες του πλούτου και του υψηλού βιοτικού επιπέδου των κατοίκων του αρχαίου οικισμού που θέλησαν να κατευοδώσουν τους νεκρούς τους στον Άδη με ό,τι πιο πολύτιμο. Ακόμη και τα αγγεία που συ- νοδεύουν τους νεκρούς είναι από τα καλύτερα των κεραμικών εργαστηρίων της εποχής. Πρόκει- ται κυρίως για αττικά και κορινθιακά αγγεία χωρίς να λείπουν και ιωνικά, βοιωτικά κ.ά.2105 Μελανόμορφες λήκυθοι, κύλικες, σκύφοι-κύλικες, μελανόμορφοι και ερυθρόμορφοι κρατήρες, σκύφοι, μελαμβαφείς σκύφοι και κύλικες, πλημοχόες, αντιπροσωπεύουν κυρίως τα αττικά κερα- μικά εργαστήρια. Η Κόρινθος αντιπροσωπεύεται κυρίως από τα εξάλειπτρα διαφόρων τύπων και τις κοτύλες. Αρκετές είναι οι ιωνικές κύλικες, αλλά και άλλα αγγεία από την ανατολικοϊωνική Ελλάδα2106. Τα αγγεία των τοπικών εργαστηρίων είναι λίγα συγκριτικά με τον αριθμό των τάφων και τον αριθμό των επείσακτων αγγείων. Στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. φθάνουν μόλις το 17%2107. Φαίνεται ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι του πολίσματος της αρχαίας Σίνδου, όπως και οι κάτοικοι και άλλων οικισμών του Θερμαϊκού κόλπου, δεν θεωρούσαν τα αγγεία της τοπικής παραγωγής «κα- τάλληλα» να συντροφεύουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα στον Κάτω Κόσμο. Εκτιμούσαν περισ- 2098 Ό.π. σ. 116-117. 2099 Παντή 1999, σ. 104. 2100 Δεσποίνη 1982α, σ. 61-82. 2101 Παντή 1999, σ. 106-111. 2102 Παντή 1999, σ. 112. 2103 Ό.π. σ. 111-113. 2104 Ό.π. σ. 113-114. 2105 Όπως έχει αναφερθεί, μέρος της κεραμικής του νεκροταφείου έχει δημοσιευθεί από τον καθηγητή Μ. Τιβέριο στον κατάλογο της έκθεσης της Σίνδου. Βλ. Τιβέριος, Σίνδος, Κατάλογος της Έκθεσης (1985). 2106 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 53, 256 κ.ά. 2107 Τιβέριος 1986, σ. 81. 209 σότερο τα αττικά και κορινθιακά αγγεία, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιοχές του αρχαίου κό- σμου. Συνολικά υπάρχουν 25 ντόπια αγγεία. Αρκετά από αυτά έχουν συμπεριληφθεί στον κατά- λογο της Σίνδου και ορισμένα άλλα σ’ ένα άρθρο του Τιβέριου για την εγχώρια κεραμική της2108 . Α. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή «γάνωμα» Α1. Οινοχόες - Πρόχοι Α1.Ι. Οινοχόες Η 660 της ταφής 94 έχει συνεχές προφίλ, εχινόμορφο χείλος, ωοειδές σώμα και γκρίζο γά- νωμα (Πίν. 87β, Σχ. 33α). Το σώμα στο κάτω τμήμα του συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση. Η ταφή περιείχε και έναν κορινθιακό σφαιρικό αρύβαλλο που κοσμείται με οπλίτες. Με τη βοή- θεια του αρυβάλλου που χρονολογείται στα 560-550 π.Χ.2109 μπορούμε να εντάξουμε και την οινοχόη στα μέσα του 6ου αι. Παρόμοια αγγεία έχουν βρεθεί σε αρκετές περιοχές του βορειοελ- λαδικού χώρου. Ένα παρόμοιο παράδειγμα συμπεριλαμβάνεται στην παρούσα εργασία και από το νεκροταφείο στο Καραμπουρνάκι2110. Άλλα παραδείγματα βρέθηκαν στα Γιαννιτσά, στη Βερ- γίνα2111 κ.α. Ο Τιβέριος θεώρησε ότι το σχήμα αποτελεί δάνειο από την Αθήνα2112. Όμως η ανεύ- ρεση τόσων παραδειγμάτων στο βορειοελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι όλα φέρουν γκρίζο γάνωμα και η λαβή δεν φύεται από το χείλος αλλά από το λαιμό, όπως και στις ωοκέλυφες όλπες2113, μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι μία παραλλαγή του γνωστού αττικού τύπου από τους ντόπιους κεραμείς. Α1.ΙΙ. Πρόχοι Η πρόχους, δημιούργημα των τοπικών εργαστηρίων, είναι το πλέον αγαπητό σχήμα τους. Αναμενόμενο ήταν κατά τη μακραίωνη παραγωγή του σχήματος να δημιουργηθούν διάφοροι τύποι: α. οπισθότμητη, β. με ισοϋψές χείλος, γ. με τριφυλλόσχημο στόμιο και δ. ραμφόστομη. Στο νεκροταφείο της Σίνδου αντιπροσωπεύονται δύο τύποι: η οπισθότμητη 662 (Πίν. 87δ, Σχ. 33β) και η ραμφόστομη 661 (Πίν. 87γ). Η ραμφόστομη 661 (Πίν. 87γ) με σχεδόν σφαιρικό σώμα και αδιαμόρφωτη βάση φέρει ερυ- θρό χρώμα στο λαιμό και στη λαβή, ενώ στο σώμα διακρίνεται στίλβωση2114. Προέρχεται από τον τάφο 97, ο οποίος περιείχε και ένα μελανόμορφο κιονωτό κρατήρα του Ζωγράφου του Λού- βρου F6, ένα κορινθιακό εξάλειπτρο, μία βοιωτική κύλικα κ.ά., που μας βοηθούν να τη χρονο- λογήσουμε στα 540 π.Χ.2115. Το σχήμα έχει μακρά ιστορία στο χώρο της Μακεδονίας2116. Ανά- λογα παραδείγματα είναι γνωστά από αρκετές περιοχές του βορειοελλαδικού χώρου, π.χ. από την Όλυνθο2117, την Αγία Παρασκευή2118, την Πύδνα και τη σημερινή Θέρμη. Δύο τέτοια αγγεία από 2108 Τιβέριος 1988α, σ. 288-296. 2109 Τιβέριος 1988α, σ. 299 εικ. 11. 2110 Βλ. αρ. 653 σ. 197. 2111 Βλ. σ. 197. 2112 Τιβέριος 1988α, σ. 299. 2113 Βλ. παραπάνω σ. 184. 2114 Για την εξέλιξη του σχήματος, βλ. Heurtley 1939, σ. 370 και 438. Για τη συγκεκριμένη, βλ. Τιβέριος 1986, σ. 70-87 πίν. 2b. 2115 Τιβέριος 1988α, σ. 299. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 224-231. 2116 Ανδρόνικος 1969, σ. 194 κ.ε. και Καλλιπολίτης 1977, σ. 126. 2117 Olynthus V, σ. 21 πίν. 20. 2118 Σισμανίδης 1987, πίν. 162.2. 210 τη σημερινή Θέρμη μπορούν να χρονολογηθούν με σχετική βεβαιότητα στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. Το ένα βρέθηκε με έναν μελανόμορφο σκύφο και μία ντόπια λεκανόσχημη φιάλη2119 και το δεύτερο με ένα κορινθιακό εξάλειπτρο2120. Στην ίδια εποχή χρονολογείται με βάση το κορινθιακό εξάλειπτρο που περιείχε ο τάφος και ένα παράδειγμα από τη Μίεζα2121. Το σχήμα αντιπροσωπεύεται και στα ευρήματα του οικισμού στο Καραμπουρνάκι2122. Η οπισθότμητη 662 (Πίν. 87δ, Σχ. 33β) έχει σχεδόν σφαιρικό σώμα, δακτυλιόσχημη βάση και φέρει γραπτή διακόσμηση ερυθρού χρώματος, η οποία καλύπτει το χείλος και το κάτω μέρος του σώματος. Στο μέσο του σώματος υπάρχουν τρεις οριζόντιες ταινίες, ενώ δύο ανάλογες ται- νίες σε χιαστί συναντούνται στην εξωτερική όψη της λαβής. Προέρχεται από τον τάφο 97, ο οποίος περιείχε και μία ιωνική κύλικα όπως και ένα κορινθιακό εξάλειπτρο, που χρονολογούνται στα 535 π.Χ.2123. Στο μακεδονικό χώρο παρόμοιες πρόχοι με την 662 τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση επιβιώνουν έως και τον 4 o αι. π.Χ. Υπάρχουν γνωστά παραδείγματα από την Κοζάνη2124, τη Βέ- ροια2125 και τη Χαλκιδική2126. Μία οπισθότμητη πρόχου με ταινιωτή διακόσμηση από τον Τάρα- ντα που χρονολογείται στο α’ μισό του 5ου αι. π.Χ., φανερώνει ότι τo σχήμα δεν επιβιώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα μόνο στο βορειοελλαδικό χώρο2127. Α2. Κιονωτός κρατήρας Το σχήμα του κιονωτού κρατήρα2128 παράγεται σπάνια από τα ντόπια εργαστήρια. Ο 658 (Πίν. 87α) φέρει γραπτή διακόσμηση με ερυθρό χρώμα που καλύπτει το χείλος, το λαιμό εσωτε- ρικά και τις λαβές, ενώ το σώμα διατρέχεται από δύο οριζόντιες πλατιές ταινίες. Η διακόσμησή του είναι επηρεασμένη από τη γραπτή ταινιωτή διακόσμηση που επικρατεί στον ανατολικοϊωνικό χώρο κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και είχε ευρεία επίδραση στα τοπικά εργαστήρια της Χαλκι- δικής και της Κεντρικής Μακεδονίας2129. Το σχήμα μπορεί να συγκριθεί με τον αττικό μελανόμορφο κρατήρα του Ζ. του Λούβρου F6 από τη Σίνδο που χρονολογείται στα 540 π.Χ.2130. Η διαφορά τους σημειώνεται στη διαμόρφωση των λαβών· στο αττικό παράδειγμα επικαλύπτονται από το πλακίδιο, ενώ στο δικό μας απλά «κολλάνε» στο χείλος του. Η διευρυνόμενη βάση στο αττικό παράδειγμα είναι πιο διογκωμένη. Από το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής2131 είναι γνωστοί κάποιοι αττικίζοντες μελανόμορ- φοι κρατήρες χωρίς πλακίδιο που αποδίδονται σε ένα εργαστήριο του Λυδού, το οποίο είναι πι- θανό να ιδρύθηκε στην περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου κατά τη διάρκεια της παραμονής του Πεισίστρατου στο βορειοελλαδικό χώρο2132. Παρόμοια διαμόρφωση του χείλους, του λαιμού και των λαβών αλλά με πιο διευρυμένο σώμα συναντούμε σ’ έναν ανάλογο κρατήρα που βρέθηκε 2119 Σκαρλατίδου 1994, σ. 450-451 πίν. 144δ. 2120 Σκαρλατίδου 1996, σ. 436-441 πίν. 116δ. 2121 Μίεζα, σ. 55 Π1570. 2122 Τιβέριος 1995-2000, σ. 309 εικ.8. 2123 Τιβέριος 1988α, σ. 299. 2124 ΠΑΕ 1950, σ. 290-291 αρ. 10 εικ. 6. Η λαβή διαμορφώνεται ως συστραμμένο σχοινί. Η ίδια διαμόρφωση στον 4ο αι. συνναντάται και σε απλές οινοχόες. Βλ. Μίεζα, σ. 115 Π1730. Cook 1951, σ. 244 εικ. 5. 2125 Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, σ. 80 πίν. 55 αρ. Π1475. Πρόκειται για τυχαίο εύρημα. 2126 Olynthus V, πίν. 34, 36. Olynthus XIIΙ, πίν. 7. 2127 Marucci 1990, σ. 384 πίν. CXCII.1. 2128 Για τον όρο και τη χρήση του αγγείου, βλ. παραπάνω σ. 96 υποσ. 1038. 2129 Βλ. σ. 21κ.ε. και σ. 195κ.ε. 2130 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 230-231. 2131 Σισμανίδης 1998β, σ. 90, 93, 95 αρ. 64, 70 και 75. Υπάρχει και ένας μελαμβαφής κιονωτός κρατήρας χωρίς πλακίδια, βλ. CVA Greece, Thessaloniki, Archaeological Museum, πίν. 66.2. 2132 Τιβέριος 1993β, υποσ. 19. και 1988β, σ. 102 κ.ε., 105 κ.ε. 211 στη Λυκία και έχει πιθανότατα σαμιακή προέλευση2133. Αυτός φέρει γραπτή ταινιωτή διακό- σμηση και τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα στον ώμο. Κιονωτός κρατήρας με γραπτή ταινιωτή διακόσμηση του τέλους του 6ου αι. π.Χ. έχει βρεθεί και στο Μεταπόντιο2134. Στη Δύση γενικά συναντούμε πολύ συχνά κρατήρες με ταινιωτή διακοσμηση. Το σχήμα τους όμως διαφέρει από το αντίστοιχο της κυρίως και Ανατολικής Ελλάδας. Επικρατεί ο κρατήρας με λοξές λαβές προ- σαρμοσμένες στον ώμο που φτάνουν στο ύψος του χείλους αλλά δεν εφάπτονται σ’ αυτό. Το σχήμα του χείλους ποικίλει2135. Είναι λοιπόν πιθανό ο κρατήρας 658 να έχει ανατολικά πρότυπα ως προς τη διακόσμηση αλλά ως προς το σχήμα είναι πιθανό να επηρεάζεται είτε από την Ανα- τολή είτε από τους ντόπιους μελανόμορφους κρατήρες. Α3. Σιπύη Η 659 (Πίν. 87η) του τάφου 42136 είναι η μοναδική σιπύη της τοπικής κεραμικής που βρέθηκε στο νεκροταφείο της Σίνδου2137. Το σχήμα της σιπύης εμφανίζεται στα υστεροαρχαϊκά χρόνια2138 και εξακολουθεί να παράγεται ως και τα ρωμαϊκά2139. Πρόκειται για αποθηκευτικό σκεύος που όχι σπάνια χρησιμοποιήθηκε και ως τεφροδόχο αγγείο2140. Έχει κάθετο χείλος, ωοειδές σώμα και δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη βάση. Στον ώμο έχουν προσαρμοστεί κάθετα οι δύο λαβές κυκλι- κής διατομής. Διατηρείται και το πώμα του αγγείου. Φέρει γραπτή ταινιωτή διακόσμηση με μαύρο χρώμα. Τα πεταλόσχημα μοτίβα που κοσμούν τη ζώνη των λαβών τα συναντήσαμε ήδη σε πολλά αγγεία από την Άκανθο2141, σε όμοιου σχήματος αγγεία από την Όλυνθο2142 αλλά και στα πιθαρόσχημα αγγεία από το Καρμαπουρνάκι2143. Πρόκειται για δάνειο από την ανατολικοϊω- νική κεραμική των αρχαϊκών χρόνων2144. Τα συνευρήματα της 659, μία λήκυθος του εργαστηρίου του Ζ. της Μέγαιρας και ένας αττι- κός μελαμβαφής σκύφος2145, επιτρέπουν με ασφάλεια τη χρονολόγησή της στα 460-440 π.Χ. Παρόμοιου σχήματος αγγεία από την Ανατολή με όμοια μάλιστα διακόσμηση είναι πολύ συνηθι- σμένα. Ορισμένα παραδείγματα που βρέθηκαν στην Ξάνθο της Λυκίας προέρχονται μάλλον από τη Σάμο2146. Άλλα είναι γνωστά από την Ταρσό2147, τη Ναύκρατη2148, τη Ρόδο2149, τη Θήρα2150 κ.α. 2133 Xanthos IV, αρ. 52 σ. 54 πίν. 13. O Metzger προτιμά να τον ονομάζει στάμνο. 2134 Lo Porto 1973, σ. 123 πίν. 16.1. 2135 Ciancio 1985, αρ. 79, 83, 90 και 123 πίν. XXVI-XXX. Συναντούμε τόσο τις γνωστές σ’ εμάς κυματοει- δείς ταινίες όσο και τα πεταλόσχημα μοτίβα. 2136 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 48-49 αρ. 67. Το αγγείο αναφέρειται ως προϊόν κάποιου εργαστηρίου του βόρειου ή ανατολικού Αιγαίου. 2137 Για την ονομασία και τη χρήση του σχήματος γίνεται λόγος παρακάτω, σ. 245. 2138 Agora XII, σ.196 αρ. 1527 πίν. 67. Olynthus V, σ. 38. 2139 Agora V, σ. 88 πίν.18. 2140 Wolters 1893, πίν.ΙΧ, 2-3. Χαριτωνίδης 1958, σ. 93, 99. 2141 Βλ. σ. 30. 2142 Olynthus V, σ. 37αρ. P60. Olynthus XIII, σ. 207 αρ. 256 πίν. 147. 2143 Βλ. παραπάνω σ. 163. 2144 Βλ. σ. 30 και σ. 163. 2145 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 49-50 αρ. 68 και 69. 2146 Xanthos IV, αρ. 53, 55, 54 πίν. 14-15. 2147 Τarsus III, αρ. 1603. 2148 Naukratis I, πίν. 60. 2149 Clara Rhodos IV, σ. 210 εικ. 223. Κωνσταντινόπουλος 1969, σ. 478 -πίν. 473β. 2150 Ζαφειρόπουλος 1981, πίν. 235. Pfuhl 1903, σ. 106 πίν. VII. 212 Α4. Κανθαροειδείς κοτύλες Πρόκειται για σχετικά μεγάλα ανοικτά αγγεία με ευρύ χείλος και βαθύ σώμα. Το χείλος είναι ψηλό, κάθετο, ελαφρά διευρυνόμενο προς τα πάνω και συνήθως χωρίζεται από το σώμα με μία υποτυπώδη αυλάκωση. Το άνω τμήμα του σώματος είναι κυρτό και στη συνέχεια συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι χαμηλή και δισκόμορφη. Από το χείλος φύονται δύο κάθετες ταινιωτές λαβές οι οποίες απολήγουν ψηλά στο σώμα. Συνήθως φέρουν «γάνωμα» στην εξωτερική επιφά- νεια, για παράδειγμα η 663 (Πίν. 87ε), άλλοτε φέρουν γραπτή διακόσμηση, όπως π.χ. η 664 (Πίν. 87στ, Σχ. 33γ) και άλλοτε είναι τεφρόχρωμες και φέρουν διακόσμηση με στίλβωση, όπως π.χ. η 674 (Πίν. 90α). Το σχήμα έχει μακρά παράδοση στο βορειοελλαδικό χώρο ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου2151 και επιβιώνει έως τον 4ο αι. π.Χ.2152. Υπάρχουν αρκετά γνωστά παραδείγματα από το χώρο που εξετάζουμε, όπως π.χ. από τον Άγιο Αθανάσιο2153, τη Θέρμη2154, το Αρχοντικό Γιαννι- τσών2155, αλλά και από το νεκροταφείο της Μίεζας2156. Είναι όμως αγαπητό και σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου, όπως στην Τήνο, όπου στο νεκροταφείο της Καρδιανής2157 συναντούμε ένα τεφρόχρωμο παράδειγμα των γεωμετρικών χρόνων, τη Σάμο2158 και τη Χίο2159. Μάλιστα από τη Σάμο είναι γνωστά και πρώιμα παραδείγματα του τελευταίου τετάρτου του 8ου αι. π.Χ.2160, το σχήμα των οποίων ποικίλει. Τα πρωιμότερα φέρουν μαύρο στιβωμένο γάνωμα και τα νεότερα γραπτή διακοσμηση με οριζόντιες και κυματοειδείς ταινίες. Το σχήμα είναι γνωστό και στην Κρήτη, όπου εξακολουθεί να παράγεται αδιάκοπα από το 600 έως το 400π.Χ. Στους πρώιμους χρόνους συνήθως φέρει διακόσμηση με κυματοειδείς ταινίες. Υπάρχουν όμως και πολυτελέστερα παραδείγματα διακοσμημένα με άνθη, ψάρια κ.α. Υπάρχει και μία παραλλαγή του σχήματος με στενή διευρυνόμενη βάση που αναφέρεται ως κρατήρας2161. Η μόνη διαφορά από τα αγγεία του βορειοελλαδικού χώρου είναι ότι τα κρητικά αγγεία έχουν μία μόνο λαβή και αποκαλούνται «high-necked cups». Με την πάροδο του χρόνου το σχήμα γίνεται όλο ψηλότερο και ραδινότερο. Τα παραδείγματα που συγγενεύουν με αυτά του βορειοελλαδικού χώρου χρονολογούνται στα 600 π.Χ.2162. Τα κορινθιακά εργαστήρια στην Ύστερη Πρωτοκορινθιακή περίοδο παράγουν το σχήμα μονόχρωμο - ολόβαφο2163. Γενικά στην έρευνα θεωρείται ότι τα βορειοελλαδικά παραδείγ- ματα «ιωνίζουν»2164. Καθώς όμως διαπιστώνουμε ότι το σχήμα ήταν κοινό στα περισσότερα εργαστήρια του 7ου και 6ου αι. π.Χ. και ειδικά στη Μακεδονία έχει μακρά ιστορία, δεν μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται αποκλειστικά για επίδραση της κεραμικής του ανατολικοϊωνικού χώρου. Η 663 (Πίν. 87ε) της ταφής 102 φέρει στην εξωτερική επιφάνεια «γάνωμα» καφέ χρώματος. Ο ερμογένιος σκύφος και το κορινθιακό εξάλειπτρο της ίδιας ταφής την χρονολογούν στο τελευ- ταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.2165. 2151 Ανδρόνικος 1969, σ. 211κ.ε. 2152 Μισαηλίδου – Δεσποτίδου 1999β, σ. 778. 2153 Τσιμπίδου – Αυλωνίτη 1992, σ. 375, 382. Χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. 2154 Σκαρλατίδου 1993, σ. 330 πίν. 98 α. 2155 Χρυσοστόμου –Χρυσοστόμου 2000, σ. 483, 489 εικ. 19. 2156 Μίεζα, σ. 54, 55, 57, 58, 84, 111, 125. Χρονολογούνται από τα τέλη 6ου έως το α’ μισό του 5ου αι. π.Χ. 2157 Levi 1925\1926, σ. 224 εικ. 26. 2158 Walter – Vierneisel 1959, σ. 12 κ.ε. πίν. 15,5 2159 Emporio, σ. 119 αρ. 215 πίν. 32. Χρονολογείται γύρω στα 630-600 π.Χ. 2160 Walter – Vierneisel 1959, σ. 13 πίν. 15.2-6, πίν. 36.7. ΑΜ 58 (1933), πίν. 28.1. 2161 Seidaraki 1960, σ. 22 πίν. 10α εικ. 14.5. Για άλλα κρητικά παραδείγματα, βλ. Johnston 1993, σ. 343 εικ. 2 α. Cyrene II, σ. 10-14, 97-98. 2162 Erickson 2000, εικ. 10. 2163 Williams II –Fischer 1971, σ. 28 πίν. 7.15. 2164 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 248 αρ. 404. 2165 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 246-248. Τιβέριος 1988α, σ. 297-298. 213 Η 664 (Πίν. 87στ, Σχ. 33γ) της ταφής 88 φέρει γραπτή διακόσμηση που συνίσταται από ορι- ζόντιες ταινίες και μία κυματοειδή στο άνω τμήμα του σώματος. Η μελανόμορφη ανθεμωτή κύ- λικα που επίσης συνόδευε το νεκρό τη χρονολογεί γύρω στα 510 π.Χ.2166. Παρόμοια βαθιά αγγεία με οριζόντιες όμως λαβές και όμοια διακόσμηση είναι γνωστά από διάφορες βορειοελλαδικές θέσεις ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους2167 και εξακολουθούν να κατασκευάζονται από τα εργαστήρια του βορειοελλαδικού χώρου έως τις αρχές του 5ου αι. π.Χ.2168. Μία άλλη γραπτή κανθαροειδής κοτύλη, η 665 (Πίν. 87ζ) προέρχεται από τον τάφο 101, ο οποίος με βάση το κορινθιακό εξάλειπτρο που περιείχε, χρονολογείται γύρω 510-480 π.Χ.2169. Αν και έχει μικρή χρονολογική διαφορά από την προηγούμενη το σχήμα είναι διαφορετικό. Το κάθετο χείλος είναι ενιαίο με τον σπάνια, για τα αγγεία αυτού του σχήματος, τονισμένο ώμο ο οποίος σχηματίζει γωνία με το αβαθές ημισφαιρικό σώμα. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρ- χει μία κυματοειδής ταινία, ενώ μία οριζόντια κοσμεί το κάτω τμήμα του σώματος. Α4. Εξάλειπτρα Ι. Με γραπτή διακόσμηση Το πρωιμότερο εξάλειπτρο, το 666 (Πίν. 87θ,ι) προέρχεται από τον τάφο 105. Το σώμα είναι αμφικλινές και απολήγει σε χαμηλή βάση, η οποία εξωτερικά κατεβαίνει κάθετα. Στο μέσο του ύψους του σώματος έχει προσαρμοσθεί η οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής, ελαφρά υπερυψωμένη, ενώ η εξωτερική επιφάνειά της φέρει χρώμα. Η διακόσμηση αποτελείται από οριζόντιες ανισοπαχείς ταινίες χρώματος μαύρου και καστανού και μόνο γύρω από το στόμιο υπάρχει μία σειρά γραμμιδίων που έχουν αποδοθεί τόσο βιαστικά, ώστε πολλές φορές να καταλήγουν σε κουκκίδες και να μην έχουν την ίδια φορά. Άλλοτε αποδίδονται οριζόντια και άλλοτε λοξά επικαλύπτοντας τμήμα της οριζόντιας ταινίας που διατρέχει εδώ το σώμα του αγγείου. Το αγγείο αυτό έχει ίσως κάποια στοιχεία από τον «ιωνίζοντα» τύπο εξαλείπτρων, στον οποίο αναφερθήκαμε στο σχετικό κεφάλαιο για το Καραμπουρνάκι2170. Ο τάφος 105 περιείχε και μία κορινθιακή κοτύλη2171, ένα χάλκινο λέβητα2172, ένα χρυσό επιστόμιο, χάλκινο κράνος και πολλά όπλα2173 και χρονολογείται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.2174. Η μεγάλη ομοιότητά του με το εξάλειπτρο 650 από το Καραμπουρνάκι, τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση, καθιστά ουσιαστικά βέβαιη την απόδοσή τους στο ίδιο εργαστήριο2175. Τα δύο επόμενα εξάλειπτρα, 667 (Πίν. 88α&β, Σχ. 33δ), 668 (Πίν. 88γ&δ, Σχ. 33ε) προέρχο- νται από τους τάφους 1 και 3 αντίστοιχα. Και οι δύο ταφές περιείχαν και μία αττική μελανό- μορφη κύλικα-σκύφο του εργαστηρίου του Ζωγράφου του Αίμονα2176 και χρονολογούνται γύρω στα 470-460 π.Χ. Εμφανείς είναι οι ομοιότητες των δύο εξαλείπτρων τόσο στα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά τους όσο και στη διακόσμησή τους. Ο πηλός τους είναι χρώματος ανοικτού ερυ- θρού, λεπτόκοκκος, καλής ποιότητας με αρκετή μίκα γεγονός που φανερώνει την κοινή προέ- λευσή τους. Και τα δύο έχουν αμφικλινές σώμα στο μέσο του ύψους του οποίου έχει προσαρμο- σθεί η οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής, που φέρει γάνωμα και περιβάλλεται από δύο ατροφικά 2166 Τιβέριος 1988α, σ. 298 εικ. 4 και 5. 2167 Wardle 2001, σ. 639 εικ. 3. 2168 Για παρόμοια βαθιά κύλικα, βλ. Μίεζα, σ. 58 Π 1580. 2169 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 288-291. Είχε διατυπωθεί η άποψη μήπως η κοτύλη είναι προϊόν βοιωτικού εργαστηρίου. Τιβέριος 1988α, σ. 298. 2170 Βλ. σ. 196. 2171 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 278 αρ. 453. 2172 Ό.π. σ. 278 αρ. 454. 2173 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 280-281. 2174 Τιβέριος, Σίνδος, σ. 280. 2175 Για ανάλογα εξάλειπτρα, βλ. Casson 1918-19, αρ. 2 πίν. 5. 2176 Βλ. Τιβέριος 1988α, σ. 298-299 εικ. 12 και 13 αντίστοιχα. 214 ωτία που έχουν μαστοειδές σχήμα. Η βάση αποτελείται από ένα πολύ χαμηλό «πόδι», το άνω τμήμα της είναι διευρυνόμενο και σχηματίζει σπείρα. Η κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη σχημα- τίζοντας στο κέντρο μικρή βάθυνση. Η διαφορά τους από το 666 (Πίν. 87θ), με το οποίο ασχολη- θήκαμε παραπάνω, έγκειται στη διαμόρφωση της βάσης, η οποία στα 667 και 668 είναι σχεδόν δισκόμορφη. Η διακόσμηση έχει αποδοθεί με ερυθρό χρώμα. Αποτελείται από οριζόντιες ταινίες, ενώ στην κύρια ζώνη, στην άνω επιφάνεια του σώματός τους, υπάρχουν λοξά ακανόνιστα γραμμίδια. Τα κοινά στοιχεία που διακρίνονται τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση με το 667 μας οδηγεί να θεωρήσουμε τα δύο τελευταία παραδείγματα μια εκλεπτυσμένη εξέλιξη του προηγούμενου τύπου. Το σχήμα αυτών των εξαλείπτρων αποτελεί δάνειο από την Κόρινθο2177. Παρόμοιου σχήμα- τος κορινθιακά εξάλειπτρα έχουν βρεθεί αρκετά στο βορειοελλαδικό χώρο2178. Η διακόσμηση όμως επηρεάζεται κυρίως από τα ιωνικά εργαστήρια2179. Το σχήμα του τελευταίου εξαλείπτρου αυτής της ομάδας, 669 (Πίν. 88ε&στ, Σχ. 33στ), πα- ρουσιάζει μεγάλη διαφορά από το αντίστοιχο των προηγουμένων. Το σώμα σχηματίζει ενιαία καμπύλη από το στόμιο ως τη χαμηλή βάση, η οποία εξωτερικά είναι δακτυλιόσχημη. Η κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη και διατρέχεται από μία αυλάκωση. Η κυκλικής διατομής λαβή πλαι- σιώνεται από δύο ατροφικά ωτία μαστοειδούς σχήματος. Η διακόσμηση έχει αποδοθεί πολύ βια- στικά. Αποδίδεται με ερυθρό χρώμα που σε κάποια σημεία γίνεται μαύρο. Αποτελείται από τέσ- σερις οριζόντιες ταινίες που διατρέχουν όλο το σώμα. Στο άνω τμήμα του σώματος, ως το ύψος της λαβής, υπάρχουν κάθετες, πλατιές, ακανόνιστες «πινελιές» οι οποίες επικαλύπτουν τις οριζό- ντιες και δημιουργούν διάχωρα, στα οποία υπάρχουν ακανόνιστες κουκκίδες. Παρόμοια εξάλειπτρα έχουν δημοσιευθεί και από το νεκροταφείο της Μίεζας2180, τα συνευρήματα των οποίων οδηγούν σε μία χρονολόγηση αυτού του τύπου προς τα τέλη του 5ου αι. Στα χρόνια του Αμύντα Γ’ χρονολογείται αντίστοιχο παράδειγμα με πώμα από τη Βεργίνα2181. Σύμφωνα με τους Ρωμιοπούλου – Τουράτσογλου η διακόσμησή τους θυμίζει την αντίστοιχη πα- ραδειγμάτων από τη Βοιωτία και την Αθήνα που σχετίζονται με τη λεγόμενη Ομάδα των Κύ- κνων2182, στην οποία αναφερθήκαμε με βάση τα παρόμοια παραδείγματα από την Όλυνθο και την Άκανθο2183. ΙΙ. Καστανοβαφές Το εξάλειπτρο 670 (Πίν. 89α&β, Σχ. 33κ) της ταφής 73 είναι ελαφρά διογκωμένο στο άνω τμήμα του σώματος, ενώ στο κάτω σχηματίζει καμπύλη και συγκλίνει προς τη βάση. Η τελευ- ταία φέρει εξωτερικά κάθετα τοιχώματα και η κάτω επίπεδη επιφάνειά της σχηματίζει μικρή βά- θυνση στο κέντρο. Η οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή και χαμηλά περιβάλλεται από δύο ατροφικά ωτία, σχεδόν τριγωνικά. Από τον ίδιο τάφο προέρχεται ένας καλαθίσκος, με τον οποίο θα ασχοληθούμε παρακάτω2184, και ένα ακόμη εξάλειπτρο, που μπορεί να μας βοηθήσει στη χρονολόγησή του. Πρόκειται για το κορινθιακό εξάλειπτρο αριθ. ΜΘ8378, το οποίο έχει συνεχές καμπύλο προφίλ. Η διακόσμησή 2177 Τιβέριος 1988α, σ. 299-300. 2178 Για αντίστοιχο κορινθιακό παράδειγμα, βλ. Καλλιπολίτη 1983, σ. 121 εικ. 6. Χρονολογείται στο α’ μισό του 5ου αι. π.Χ. 2179 Παρόμοιο εξάλειπτρο με γραπτή διακόσμηση βρέθηκε και στη Βέροια και μιμείται μάλλον αγγείο ιωνι- κού εργαστηρίου. Στο στόμιο, ανάμεσα σε δύο οριζόντιες ταινίες, υπάρχουν κουκκίδες και στο σώμα μία κυματοειδής γραμμή. Πρόκειται για τυχαίο εύρημα. Βλ. Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, σ. 80 πίν. 55. 2180 Μίεζα, σ. 90 αρ. Π1655 και σ. 114 Π1727. 2181 Κοτταρίδη 1998, σ. 407 εικ. 3. 2182 Agora XII, πίν. 45. 2183 Βλ. παραπάνω σ. 94. 2184 Βλ. παρακάτω σ. 219. 215 του αποτελείται από λεπτές καστανόχρωμες ταινίες γύρω από το στόμιο και στο κάτω τμήμα του σώματος. Πάνω από τη λαβή σχηματίζεται μία ζώνη από δύο μελανές ταινίες ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν τρεις ανοικτόχρωμες και δύο σειρές μελανών στιγμών. Ανάλογα παραδείγματα, το χρονολογούν γύρω στα 550-520 π.Χ.2185. Α6. Μόνωτα φιαλίδια με βάση Στο σύνολο της τοπικής κεραμικής από το νεκροταφείο της Σίνδου υπάρχουν μόνο δύο πα- ραδείγματα μόνωτου φιαλιδίου με βάση, τα 671 και 672. Το 671 (Πίν. 89ε) έχει απλό ελαφρά εσωστρεφές χείλος ενιαίο με το ημισφαιρικό, βαθύ σώμα. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη, διευρυνόμενη. Φέρει γραπτή διακόσμηση ερυθρού χρώμα- τος. Υπάρχουν δύο οριζόντιες ταινίες εξωτερικά, μία εσωτερικά και δύο ομόκεντροι κύκλοι στον πυθμένα. Προέρχεται από τον τάφο 65, ο οποίος περιείχε και ένα τεφρόχρωμο εξάλειπτρο. Πα- ρουσιάζει πολλές ομοιότητες τόσο στο προφίλ όσο και στη διακόσμηση με τα αθηναϊκά ταινιωτά φιαλίδια της Ύστερης Αρχαϊκής Περιόδου2186. Μάλιστα το γεγονός ότι από το ύψος του χείλους ως τη βάση το σώμα παρουσιάζει συνεχές προφίλ αποτελεί στοιχείο πρωιμότητας και το κατα- τάσσει στα πρωϊμότερα παραδείγματα αυτού του σχήματος2187, καθώς σε μεταγενέστερα παραδείγματα σχηματίζεται γωνία στο σημείο ένωσης του άνω και κάτω μέρους του σώματος. Το 672 (Σχ. 33λ) αποτελεί ένα τυχαίο εύρημα από τις επιχώσεις του νεκροταφείου, οπότε για τη χρονολόγησή του μπορούμε να στηριχθούμε μόνο σε συγκρίσεις με παρόμοια αγγεία. Έχει ταινιωτό, ελαφρώς κοίλο χείλος και ημισφαιρικό σώμα. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη και στο σημείο ένωσης με το σώμα υπάρχει διπλή αυλάκωση. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού, εσωτερικά όμως κοσμείται με δύο πλατιές ταινίες ερυθρού χρώμα- τος. Τόσο η διαμόρφωση του χείλους όσο και η διακόσμησή του μας παραπέμπει στα ιωνίζοντα μόνωτα φιαλίδια που παράγονται στο βορειοελλαδικό χώρο κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Πα- ρόμοιο ντόπιο παράδειγμα είναι γνωστό από την Άκανθο, όπου όμως η βάση δεν είναι δακτυλιό- σχημη αλλά δισκόμορφη.2188 Αγγεία αυτού του σχήματος του τελευταίου τετάρτου του 6ου αι. π.Χ. είναι γνωστά από όλον τον ανατολικοϊωνικό χώρο2189. Α7. Άωτα φιαλίδια Το 673 (Πίν. 89στ, Σχ. 33μ) της ταφής 83 ανεβρέθηκε με την κανθαροειδή κοτύλη 674 και ένα κορινθιακό εξάλειπτρο του τελευταίου τετάρτου του 6ου αι. π.Χ. Έχει εσωστρεφές χείλος, ημισφαιρικό σώμα και δακτυλιόσχημη βάση, ενώ στο σημείο μετάβασης από το σώμα στη βάση υπάρχει κοίλη διαμόρφωση. Έφερε μελανό «γάνωμα» που στο μεγαλύτερο τμήμα του έχει απο- λεπιστεί. Πιθανά πρότυπα του αγγείου μας αποτελούν αττικά φιαλίδια του τέλους του 6ου αι. π.Χ., τα οποία ανάμεσα στο σώμα και στη βάση σχηματίζουν ένα κοντό κοίλο στέλεχος2190. 2185 Scheibler 1964, σ. 72κ.ε. Mingazzini 1967, σ. 344-361. CVA Frankfurt 1, πίν. 19,8. Campbel 1938, σ. 592 εικ. 18 αρ. 136 και σ. 594 αρ. 135-138. 2186 Agora XII, σ. 125-6. 2187 Αντίστοιχο παράδειγμα ό.π. αρ. 725 πίν. 30. 2188 Άκανθος Ι, σ. 211 αρ. Ε305 σχ.24, πίν. 219γ. 2189 Clara Rhodos VIII, σ. 152 εικ. 138. Tocra I, σ. 53 αρ. 714-716 πίν. 37. Tocra II, σ. 69 αρ. 2325 πίν. 36. 2190 Agora XII, σ. 130 αρ. 812 πίν. 32. Το σχήμα αρχίζει να παράγεται στο τέλος του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. και συνεχίζει ως το τέλος του αιώνα χωρίς να γίνεται ιδιαίτερα αγαπητό. 216 Β. Τεφρόχρωμη κεραμική Β1. Κανθαροειδείς κοτύλες Πολλές φορές οι κανθαροειδείς κοτύλες, για το σχήμα των οποίων έγινε λόγος παραπάνω, έφεραν στην εξωτερική επιφάνειά τους στίλβωση, τεχνική που είναι συνηθισμένη για τα αγγεία του βορειοελλαδικού χώρου. Άλλοτε έφερε στίλβωση απλά όλη η εξωτερική επιφάνεια και άλ- λοτε με το στιλβωτήρα σχηματιζόταν μόνον μία κυματοειδής ή γωνιώδης ταινία στο χείλος. Η 674 (Πίν. 90α) της ταφής 83 χρονολογείται με βάση το κορινθιακό εξάλειπτρο της ίδιας ταφής γύρω στα 520 π.Χ.2191. Η εξωτερική επιφάνειά της φέρει στίλβωση, ενώ με στιλβωτήρα έχει αποδοθεί και η κυματοειδής γραμμή στο χείλος. Το σχήμα της κοτύλης είναι διαφορετικό από των δύο προηγούμενων, 663 και 6642192. Το αγγείο είναι πιο στενό, το χείλος είναι κάθετο και το σώμα λιγότερο ανοικτό και πιο σφαιρικό. Η βάση εδώ είναι χαμηλότερη και οι λαβές έχουν μικρότερο άνοιγμα. Η ράχη της λαβής είναι σχεδόν επίπεδη με το ύψος του χείλους, ενώ στις 663 και 664 χαμηλώνει και η γωνία σχηματίζεται περίπου στο μέσο. Παρόμοιο σχήμα με την 674 έχει η 675 (Σχ. 33ζ) του τάφου 106, η οποία φέρει επίσης στίλ- βωση στην εξωτερική επιφάνειά της. Μία ακόμη στιλβωμένη κοτύλη είναι η 676 (Πίν. 90γ, Σχ. 33η) της ταφής 86, η οποία πε- ριείχε και μία αττική κύλικα του τύπου Κρακοβίας της πρώτης δεκαετίας του 5ου αι. π.Χ. 2193. Το σχήμα της συγκεκριμένης κοτύλης πλησιάζει το αντίστοιχο των δύο προηγούμενων, αν και δια- φοροποιείται στη διαμόρφωση του σώματος. Δεν είναι τόσο σφαιρικό και συγκλίνει εντονότερα προς τη βάση. Τα παραδείγματα που έχουμε στη διάθεσή μας είναι λίγα οπότε είναι κάπως δύσκολο να κα- ταλήξουμε σε συμπεράσματα σχετικά με την εξελικτική πορεία του σχήματος. Ίσως όμως μπο- ρούμε να θεωρήσουμε την τάση της κοτύλης 676 για να ένα πιο ψηλόλιγνο σώμα, ως στοιχείο εξέλιξης που παρατηρείται στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. Τα κοινά χαρακτηριστικά του σχήματος και των τριών αυτών αγγείων μας επιτρέπουν να τα αποδώσουμε στο ίδιο εργαστήριο. Β2. Εξάλειπτρα Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα εξάλειπτρα 677, 678. Βασικό χαρακτηριστικό της ομάδας είναι το σκούρο γκρίζο χρώμα που οφείλεται στην αναγωγική όπτηση. Ο πηλός περιέχει άφθονη μίκα. Το 677 (Πίν. 90δ) προέρχεται από τον τάφο 110. Η άνω επιφάνειά του είναι ελαφρώς κυρτή και το κάτω τμήμα του σώματος συγκλίνει προς τη βάση, η οποία είναι δακτυλιόσχημη με επί- πεδη επιφάνεια έδρασης. Η λαβή είναι οριζόντια, ταινιωτή και πλαισιώνεται από δύο τετρά- πλευρα ωτία. Το 678 (Πίν. 90ε&στ, Σχ. 33ι) της ταφής 65 χρονολογείται με βάση το βαθύ μόνωτο φιαλίδιο 671 με γραπτή διακόσμηση, με το οποίο ασχοληθήκαμε παραπάνω2194, γύρω στα 500 π.Χ. Το άνω τμήμα του σώματος είναι χαμηλό και επικλινές σχηματίζοντας γωνία με το κάτω, το οποίο είναι κυρτό, έντονα διογκωμένο. Η βάση είναι χαμηλή δακτυλιόσχημη με λοξότμητη επιφάνεια έδρασης, ενώ η οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή. Ενδιαφέρουσα είναι η διαμόρφωση του στομίου, 2191 Τιβέριος 1988α, σ. 298 εικ. 3. Για παρόμοιο παράδειγμα του τέλους του 6ου αι., βλ. Μίεζα, σ. 54 αρ. 1567. 2192 Βλ. παραπάνω σ. 213. 2193 Τιβέριος 1988α, σ. 299 εικ. 7. 2194 Βλ. σ. 216. 217 όπου περιμετρικά σχηματίζονται δύο ανάγλυφες ταινίες και ανάμεσα τους μία αυλάκωση. Πρό- κειται προφανώς για μία διαμόρφωση κατάλληλη για την υποδοχή πώματος2195. Τεφρόχρωμα εξάλειπτρα με «ιωνικές» επιδράσεις είναι γνωστά και από τη Μίεζα και από τη σύγχρονη Θέρμη. Χρονολογούνται στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι.π.Χ.2196. Γ. Μελαμβαφής κεραμική Γ1. Κοτύλες Η κοτύλη 679 (Σχ. 33ν) μιμείται αντίστοιχες κορινθιακές κοτύλες. Έχει αδιαμόρφωτο χεί- λος, ψηλό σώμα και δακτυλιόσχημη βάση. Η εσωτερική όψη του δακτυλίου της βάσης είναι λο- ξότμητη. Φέρει μελανό «γάνωμα» και διακοσμήθηκε με την τεχνική της εμβάπτισης. Γι’ αυτό το κάτω τμήμα του σώματος έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και το «γάνωμα» έχει «τρέξει» ακανόνιστα. Αντίστοιχο παράδειγμα συναντήσαμε και στο Καραμπουρνάκι2197. Εκεί όμως η βάση είχε σχήμα σπείρας, δάνειο από το αττικό εργαστήρι. Η 679 προέρχεται από την ταφή 73, η οποία περιείχε και το επίσης ντόπιο εξάλειπτρο 6702198 αλλά και ένα κορινθιακό που τη χρονολο- γεί γύρω στα 550-520 π.Χ.2199. Δ. Αβαφής κεραμική Δ1. Χύτρες Στις επιχώσεις του νεκροταφείου βρέθηκε και μία άβαφη χύτρα, η 680 (Πίν. 90ζ) από την οποία λείπει μεγάλο τμήμα του σώματος και του χείλους που έχουν συμπληρωθεί. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ο λαιμός πολύ κοντός, ενιαίος με το σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι απλή, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, ενώ η κάθετη λαβή ταινιωτή. Το σχήμα αποτελεί δάνειο από την Αττική όπου παράγεται για μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς να διαφοροποιείται ουσιαστικά. Η παραγωγή του σχήματος αρχίζει στον 6ο αι. και φθάνει ως τον 4ο. αι. π.Χ. Η διαφορά ανάμεσα στα πρώιμα και όψιμα παραδείγματα βρίσκεται κυρίως στη διαμόρφωση της λαβής, η οποία στον 4ο αι. αρχίζει να σχηματίζει γωνία στο ύψος της ράχης της και δεν έχει ενιαίο καμπύλο σχήμα, όπως στα παραδείγματα του 6ου αι2200. Το παράδειγμα της Σίνδου, με βάση τη διαμόρφωση της λαβής, ανάγεται γύρω στα 575-535 π.Χ.2201. Δ2. Αρυτήρες Αν και το σχήμα του αρυτήρα είναι το δημοφιλέστερο στον οικισμό κατά τους κλασικούς χρόνους, στο νεκροταφείο βρέθηκε ένας μόνος αρυτήρας, ο 681 (Πίν. 90η), και μάλιστα στην επίχωση. Το χείλος του είναι ενιαίο με το λαιμό και εξέχει ελάχιστα, ενώ ο λαιμός είναι ψηλός και ενιαίος με το σφαιρικό σώμα του. Η βάση είναι αδιαμόρφωτη και η κάθετη λαβή ταινιωτή. Ο 2195 Για εξάλειπτρο με πώμα, βλ. Κοταρίδη 1997, σ. 135 εικ. 3. 2196 Μίεζα, σ. 54 Π1568. Σκαρλατίδου – Ινδατιάδου 1996, σ. 483 εικ. 10. Αλλαμανή κ.α 1999, σ. 157 εικ. 3. Το τελευταίο με βάση το σύνολο της ταφής εντάσσεται με ασφάλεια στο β’ μισό του 6ου αι.π.Χ. 2197 Βλ.σ. 193 αρ. 646-7. 2198 Βλ. παραπάνω σ. 215. 2199 Βλ. σ. 215. 2200 Agora XII, σ. 224. 2201 Ό.π. αρ. 1923 πίν. 93. 218 λαιμός και το άνω τμήμα του σώματος φέρουν ερυθρό «γάνωμα» τοποθετημένο με την τεχνική της εμβάπτισης. Η σαφής διαμόρφωση του λαιμού με το κοίλο περίγραμμα του και τη διάκριση του ώμου του μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε το αγγείο στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.2202. Δ3. Δίωτη λεκανόσχημη φιάλη Το 682 (Πίν. 90θ) διακρίνεται από μεγάλη προχειρότητα. Παρόλα αυτά είναι ένα μάλλον πρωτότυπο σχήμα, που δεν συναντάται αλλού. Το σώμα είναι αβαθές και ευρύ, το άνω τμήμα του είναι κάθετο και το κάτω συγκλίνει προς τη βάση. Η εξωτερική όψη της βάσης είναι κάθετη, ενώ η κάτω επιφάνειά της επίπεδη. Η σωζόμενη οριζόντια ταινιωτή λαβή είναι τριγωνικού σχήματος. Εσωτερικά στον πυθμένα και στην κάτω επιφάνεια της βάσης διακρίνονται έντονα ίχνη τροχού. Θεωρούμε ότι πρόκειται για μία πειραματική προσπάθεια του κεραμέα, όχι επιτυχής, βασιζόμενοι στο γεγονός ότι όλα τα χαρακτηριστικά του, με εξαίρεση την ύπαρξη της δεύτερης λαβής, θυμίζουν περισσότερο μόνωτο φιαλίδιο. Βρέθηκε στον τάφο 61 μαζί με τον καλαθίσκο 683 (Πίν. 90ι) και ένα κορινθιακό εξάλειπτρο, η κύρια διακόσμηση του οποίου αποτελείται από μία ζώνη με μαύρα σχηματοποιημένα πυραμι- δοειδή μοτίβα. Το τελευταίο μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τον τάφο στο πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.2203. Δ4. Καλαθίσκος Ο καλαθίσκος 683 (Πίν. 90ι) της ταφής 61 έχει βάση σε σχήμα σπείρας και τα τοιχώματά του διευρύνονται σχεδόν διαγωνίως προς τα πάνω. Με τη βοήθεια ενός κορινθιακού εξαλείπτρου2204 της ίδιας ταφής χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ.2205. Το σχήμα, γνωστό ήδη από τους μινωικούς χρόνους2206, είναι συχνό τόσο στην Κόρινθο όσο και στην Ανατολική Ελ- λάδα. Πρώιμα κορινθιακά παραδείγματα της πρώτης δεκαετίας του 7ου αι., με το χείλος να σχη- ματίζει λοξότμητο μέτωπο εξωτερικά, συναντούμε στην Ταύχειρα2207 και λίγο μεταγενέστερα στην ίδια την Κόρινθο2208. Το σχήμα κατασκευαζόταν και στην Αθήνα με κάθετο μέτωπο εξωτε- ρικά2209. Αττικά παραδείγματα του β’ μισού του 6ου αι. π.Χ. που πλησιάζουν το σχήμα του αγ- γείου της Σίνδου είναι γνωστά από την Ταύχειρα2210. Και στη Δύση όμως έχουν βρεθεί αγγεία αυτού του σχήματος2211. 2202 Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, σ. 122. αρ. 2094 (όπου και σχετική βιβλιογραφία) και αρ. 2011 πίν. 56 και 57. 2203 Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Τιβέριος, Σίνδος, σ. 296-7 αρ. 489 όπου και σχετική βιβλιογραφία. 2204 Βλ. παραπάνω σ. 217. 2205 Για κορινθιακά παραδείγματα, βλ. Siris e l’ Influenza Ionica in Occidente. Atti del Ventesimo Convegno di Studi sulla Magna Grecia, Taranto, 12-17 Ottobre 1980, πίν. 45.1 και 2. 2206 Seidaraki 1960, σ. 11 εικ. 7 πίν. 3d, 4 a-c. 2207 Tocra I, σ. 26 αρ. 265-268 εικ. 17 πίν. 18. 2208 Williams-Fischer 1971, σ. 28 πίν. 18. Χρονολογούνται στην Ύστερη Πρωτοκορινθιακή περίοδο. 2209 Ό.π., σ. 106 αρ. 1161 εικ. 53 πίν. 86. 2210 Tocra II, σ. 50 αρ. 2195-2196 εικ. 21. 2211 De Juli 1979, σ. 439 πίν. 32.1. Χρονολογούνται στον 5ο αι. π.Χ. 219 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα ευρήματα των γεωμετρικών και υπογεωμετρικών χρόνων από τον οικισμό καταδεικνύουν τη στενή σχέση του πολίσματος που είχε ιδρυθεί εδώ τόσο με τους Ευβοείς όσο και με τους εγγύς γείτονες, τους Θεσσαλούς. Στους αρχαϊκούς χρόνους είναι εμφανής η επίδραση πλέον από τα εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού χώρου και τα μεγάλα κέντρα του κυρίως ελλαδικού χώρου και συγκεκριμένα της Αττικής και της Κορίνθου. Στους κλασικούς χρόνους είναι πλέον αναμφισβή- τητη η στείρα αντιγραφή των αττικών σχημάτων, όπως άλλωστε συμβαίνει στα περισσότερα κέ- ντρα παραγωγής κεραμικών προϊόντων. Συγκεκριμένα στην αρχαία Σίνδο απαντούν οι εξής κα- τηγορίες τοπικής κεραμικής: «Ασημίζουσα» Αν και στο υλικό που παρουσιάζεται στην συγκεκριμένη εργασία δεν συμπεριλαμβάνεται κανένα παράδειγμα της «ασημίζουσας» κεραμικής από τη Σίνδο πρέπει να επισημάνουμε ότι το μεγαλύτερο σύνολο αυτής της κεραμικής προέρχεται από τη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου όπου μάλιστα βρισκόταν και το εργαστήριο παραγωγής της2212. Κεραμική με ταινιωτή διακόσμηση Από τη Σίνδο τα αγγεία με γραπτή διακόσμηση, που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μας, είναι τα εξάλειπτρα, τα οποία με βάση την κατάταξη των εξαλείπτρων που έχει προτείνει η Scheibler έχουν κάποια χαρακτηριστικά του λεγόμενου «ιωνίζοντος» τύπου. Φέρουν διακόσμηση με οριζόντιες ταινίες και άτακτα γραμμίδια. Πιθανότατα προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο με ένα παρόμοιο εξάλειπτρο από το Καραμπουρνάκι2213. «Ιωνικά» στοιχεία μαζί με ντόπια χαρακτηριστικά διακρίνονται ίσως σ’ έναν κιονωτό κρατήρα των μέσων του 6ου αι. π.Χ.2214 και μία οπισθότμητη πρόχου2215. Η διακόσμησή τους είναι επηρεασμένη από τον ανατολικοϊωνικό χώρο. Το σχήμα του πρώτου είναι δάνειο από την Ανατολική Ελλάδα2216 ενώ της δεύτερης επιβίωση από την παλιότερη τοπική παράδοση. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική Ελάχιστα δείγματα είναι γνωστά από την περιοχή της Σίνδου2217. Μονόχρωμη κεραμική Στα ανώτερα στρώματα του οικισμού βρίσκονται πολυάριθμα όστρακα μονόχρωμων αγγείων τόσο με σχετικά χονδρά τοιχώματα όσο και ωοκέλυφων, κυρίως κυλίκων. Στο νεκροταφείο ωστόσο δεν βρέθηκαν δείγματα αυτής της κεραμικής, εκτός αν εντάξουμε σ’ αυτήν κατηγορία, την γκριζόχρωμη οινοχόη 660 (Πίν. 87β, Σχ. 33α). Τεφρόχρωμη κεραμική Η τεφρόχρωμη κεραμική κατά τους αρχαϊκούς χρόνους συναντάται συχνά στα πολίσματα του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου2218. Τα τεφρόχρωμα αγγεία έχουν ψηθεί σε αναγωγική ατφό- 2212 Βλ. παραπάνω σ. 86κ.ε. 2213 Βλ. παραπάνω σ. 195. 2214 Βλ. παραπάνω σ. 195. 2215 Βλ. παραπάνω σ. 210. 2216 Βλ. παραπάνω σ. 195. 2217 Τιβέριος 1994, σ. 229 εικ. 3. 2218 Βλ. παραπάνω σ. 81. 220 σφαιρα όπου οφείλουν το γκρίζο χρώμα τους2219. Δεν φέρουν γραπτή ή χαρακτή διακόσμηση, παρά μόνο κάποια από αυτά στίλβωση. Συχνά έχουμε στιλβωμένες κυματοειδείς γραμμές στο χείλος. Κατά την αρχαϊκή περίοδο ανακόπτεται η παραγωγή των σχημάτων της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου πλην λίγων εξαιρέσεων2220. Τα δημοφιλέστερα σχήματα στο νεκροταφείο της Σίνδου είναι κυρίως τα εξάλειπτρα και οι κανθαροειδείς κοτύλες. Μελαμβαφής – αβαφής κεραμική Κατά τη διάρκεια του 5ου και 4ου αι. π.Χ. τα κεραμικά εργαστήρια της Σίνδου προχώρησαν στην κατασκευή μελαμβαφών αγγείων. Το ό,τι τα αγγεία αυτά είναι «ντόπια» επιβεβαιώθηκε και από τις αναλύσεις του πηλού που πραγματοποιήθηκαν2221. Τα περισσότερα σχήματα είναι κοινά σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο και πολλά εξ αυτών είναι επηρεασμένα από την Αττική. Ελάχιστα σχή- ματα φέρουν τη «σφραγίδα» των τοπικών εργαστηρίων, όπως για παράδειγμα οι λεκανίδες με τροπίδωση που όμοιες τους είναι γνωστές μόνο από τη Θάσο2222 και οι λοπάδες που όμοιες συνα- ντούνται στην Άκανθο και στην Όλυνθο2223. Η λειτουργία κεραμικών εργαστηρίων την εποχή αυτή στη Σίνδο επιβεβαιώθηκε και από την ανεύρεση κεραμικών κλιβάνων, στο εσωτερικό των οποίων βρέθηκαν υδρίες, αρυτήρες και σιπύες παρόμοια με αυτά του λάκκου Γ2224. Τέλος αξίζει να δούμε τα ποσοστά της τοπικής κεραμικής σε σχέση με το σύνολο κεραμικής που αποκαλύφθηκε στο αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου. Βρέθηκαν 22 συνολικά ντόπια αγγεία των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Δεκατέσσερα από αυτά (63,6%) φέρουν γραπτή διακό- σμηση με επιδράσεις κυρίως από τον ανατολικοϊωνικό χώρο, πέντε (22,7%) είναι τεφρά, τρία είναι άβαφα (13,6%) και ένα μελαμβαφές (4,5%), μίμηση αττικού, και ένα μελαμβαφές μίμηση κορινθιακού. Εντύπωση μας προκαλεί η απουσία ωοκέλυφων αγγείων από το νεκροταφείο της Σίνδου, τα οποία ωστόσο συναντώνται στους τάφους της ίδια περιόδου στο Καραμπουρνάκι2225. Τοπική κεραμική από το αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου (22 αγγεία) 70,00% 63,60% 60,00% 50,00% 40,00% 30,00% 22,70% 13,60% 20,00% 4,50% 10,00% 0,00% γραπτή τεφρή αβαφής μελαμβαφής Διάγραμμα 1 2219 Εξάρχου 2004, σ. 59. 2220 Βλ. παρακάτω σ. 250κ.ε. 2221 Παντή 1999, σ. 46 και 106. 2222 Παντή 1999, σ. 112. 2223 Βλ. παραπάνω σ. 113, 209. 2224 Παντή 1999, σ. 104 κ.ε. 2225 Βλ. παραπάνω σ. 197κ.ε. 221 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συνοπτική εικόνα της τοπικής κεραμικής στη Χαλκιδική και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου Εξετάζοντας τα «ντόπια» κεραμικά προϊόντα από την Άκανθο, το Καραμπουρνάκι και τη Σίνδο, αναφερθήκαμε πολλές φορές και στα «ντόπια» αγγεία που συναντούμε σε άλλες περιοχές του ευρύτερου χώρου της χαλκιδικής χερσονήσου και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου. Μία καθαρότερη εικόνα της εξάπλωσης του κάθε είδους της τοπικής κεραμικής μπορούμε να έχουμε από τις ελάχιστες δημοσιεύσεις και τις σχετικά λιγοστές αναφορές που γίνονται στο ΑΕΜΘ και στο ΑΔ και που στην πλειονότητά τους δεν συνοδεύονται από φωτογραφίες των αντικειμένων και αναφέρονται σε χρονικά ανασκαφών πόλεων και οικισμών του βορειοελλαδικού χώρου. Ελ- πίζουμε ότι θα μπορέσουμε να σκιαγραφήσουμε τις τοπικές προτιμήσεις κατά εποχή και τις τυ- χόν ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στις διάφορες περιοχές. Βασικός στόχος μας είναι να δούμε εάν η τοπική κεραμική της Χαλκιδικής διαφοροποιείται από την αντίστοιχη των πολισμά- των του Θερμαϊκού κόλπου. Επίσης γίνεται μία προσπάθεια να σκιαγραφηθεί το μέγεθος της ανατολικοϊωνικής επιρροής και ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται στην κεραμική της κάθε περιοχής. Τέλος, θα προσπαθήσουμε να δούμε κατά πόσο ο διαφορετικός τρόπος εφαρ- μογής των ανατολικοϊωνικών και νησιωτικών επιδράσεων οφείλεται στη διαφορετική παράδοση των πολισμάτων του Θερμαϊκού κόλπου και των πόλεων της Χαλκιδικής και στις διαφορετικές καταβολές του πληθυσμού των δύο περιοχών. Έχοντας ξεκινήσει τη μελέτη μας από την Άκανθο, μία αποικία της Χαλκιδικής, θα συνεχί- σουμε και στο κεφάλαιο αυτό από τις χαλκιδικές πόλεις πλησιάζοντας σταδιακά προς το μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Λίγο νοτιότερα της Ακάνθου, κοντά στην Τρυπητή Χαλκιδικής, στον ισθμό που βλέπει προς το Σιγγιτικό κόλπο τοποθετείται η αρχαία Σάνη της Ακτής, αποικία που ιδρύθηκε από τους Αν- δρίους κατά τον 7ο αι. π.Χ.2226. Δυστυχώς από την ανασκαφή του ναού έχουμε στη διάθεσή μας μόνο λίγες πρόχους και φιαλίδια του τέλους του 4ου αι. π.Χ. και των αρχών του 3ου. Ίσως τα μοναδικά ως προς το σχήμα τους οκταεδρικά αγγεία με προχοή και ταινιόσχημη λαβή να αποτε- λούν προϊόντα της τοπικής παραγωγής2227 και προορίζονται για λατρευτικούς σκοπούς. Ανύπαρκτα σχεδόν είναι και τα στοιχεία για την τοπική κεραμική της Σταγείρου, αποικία επίσης των Ανδρίων2228 και πατρίδα του φιλοσόφου Αριστοτέλη, λίγο βορειότερα της Ακάνθου στο Στρυμονικό κόλπο. Δεν υπάρχει καμία αναφορά για «ντόπια» κεραμική των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Ωστόσο κάποια αποσπασματικά αγγεία που εκτίθενται στο Μουσείο Πολυγύ- ρου, ίσως θα μπορούσαν να συσχετισθούν με το θασιακό μελανόμορφο εργαστήρι. Μία ακόμη αποικία της Άνδρου απαντά βορειότερα της Σταγείρου, η αρχαία Άργιλος2229. Ανασκάφηκε και δημοσιεύθηκε τμήμα του νεκροταφείου των κλασικών χρόνων2230, ενώ έχει αρχίσει και η συστηματική ανασκαφή της πόλης2231. Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους πλούσια είναι 2226 Σχετικά με τις γραπτές πηγές για την ίδρυση της πόλης και τις ανασκαφικές έρευνες, βλ. σ. 8 υποσημ. 65. 2227 Τσιγαρίδα 1998, σ. 92 εικ. 11. 2228 Για την ίδρυση της πόλης και τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, βλ. παραπάνω σ. 8 υποσ. 66. 2229 Βλ. παραπάνω σ. 8 υποσ. 67. 2230 Τιβέριος – Γραμμένος 1984, σ. 1-47. Τιβέριος 1983, σ. 595-605. 2231 Perreault – Μπόνιας 1994, σ. 317-324, Μπόνιας – Perreault 1996, σ. 663-680, 1993, 465-473, 1997, σ. 539-547, 2002, σ. 109-114. 223 τα ευρήματα της τοπικής και επείσακτης κεραμικής από την Ανατολική Ελλάδα. Στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ. ανήκει μία εντυπωσιακή ποσότητα οστράκων από τα τοπικά εργαστήρια της Χαλκι- δικής. Οι ανασκαφείς ονομάζουν την κεραμική αυτή «θρακομακεδονική»2232. Αλλά και σ’ όλο τον 6ο αι. κυριαρχούν τα προϊόντα των εργαστηρίων της Χαλκιδικής και της Θάσου. Ιδιαίτερα μάλιστα στα πρώτα τρία τέταρτα του 6ου αι. π.Χ. υπάρχουν πολλές απομιμήσεις των προϊόντων της Ανατολικής Ελλάδος, Κορίνθου και Αττικής2233. Από τον 5ο αι. και εξής, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιοχές, η αττική κεραμική έχει κυρίαρχη θέση. Αν και δεν έχουμε στη διάθεσή μας καθόλου φωτογραφημένο υλικό της τοπικής παραγωγής, από τις πληροφορίες που μας δίνουν οι ανασκαφείς μπορούμε να πούμε ότι η Άργιλος έχει όμοια τοπική κεραμική με τις γειτονικές της πόλεις. Προχωρώντας από την ΄Ακανθο προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς τη Σιθωνία, κοντά στη σημερινή περιοχή Πυργαδίκια στο Σιγγιτικό κόλπο, συναντούμε ίσως την αρχαία πόλη της Πιλώρου2234, όπου ήρθε στο φως μία πολύ σημαντική ομάδα μεγάλων αγγείων, τα οποία έχουν ενταχθεί στη λεγόμενη Ομάδα Πυργαδίκια. Σ’ αυτά και στο πρόβλημα χρονολόγησής τους έχουμε ήδη αναφερθεί2235, αλλά θα μας απασχολήσουν και παρακάτω2236. Στο νότιο άκρο της Σιθωνικής χερσονήσου, κοντά στο σημερινό χωριό Τορώνη, έχει ανα- σκαφεί μερικώς η αρχαία πόλη της Τορώνης με το μεγάλο λιμάνι της, γνωστό ως Κωφός λι- μήν2237. Στην περιοχή ανασκάφηκε ένα νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (1100- 900 π.Χ.)2238. Η διερεύνηση των καταλοίπων της αρχαίας πόλης βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 20 χρόνια2239. Από την πρώιμη εποχή βρέθηκαν πολλά αγγεία του τοπικού Υποπρωτογεωμετρικού ρυθμού, όμοια με τα αντίστοιχα της κεντρικής Μακεδονίας2240. Η ύπαρξη «ντόπιων» κεραμικών εργαστηρίων αποδεικνύεται από τον κλίβανο που αποκαλύφθηκε2241. Τα μεταγενέστερα προϊόντα των ντόπιων κεραμικών εργαστηρίων, ανήκουν στη λεγόμενη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Το σύνολο των δειγμάτων αυτής της κεραμικής συμπεριλαμβάνεται στη διδακτορική διατριβή ενός από τους ανασκαφείς της πόλης, του Σ. Πασπαλά2242. Το υλικό χρονολογείται από τους αρχαϊ- κούς χρόνους έως το α’ μισό του 5ου αι. π.Χ. Στην κορυφή του Τορωναίου κόλπου βρίσκεται η αρχαία Μηκύβερνα, το όνομα της οποίας μας παραδίδεται από τον Ηρόδοτο2243. To όνομα της πόλης αλλά και τα ανασκαφικά ευρήματα δηλώνουν εγκατοίκηση ήδη από την προϊστορική εποχή2244. Από τις ανασκαφικές έρευνες2245, όπως ήδη έχει αναφερθεί, έχουν έρθει στο φως αγγεία και όστρακα με γραπτή διακόσμηση που σχετίζονται με την υποπρωτογεωμετρική παράδοση της κεντρικής Μακεδονίας2246. Ανατολικότερα στο στενότερο σημείο του ισθμού της Παλλήνης, στο σημείο ένωσης του Θερμαϊκού και του Τορωναίου κόλπου ιδρύθηκε από τους Κορίνθιους γύρω στα 600 π.Χ. η Πο- 2232 Perreault – Μπόνιας 1994, σ. 323-324. Μπόνιας – Perreault 1998, σ. 178-179. 2233 Μπόνιας – Perreault 1993, σ. 474 και 1998, σ. 182-183. 2234 Zahrnt 1971, σ. 212-213. Βοκοτοπούλου 1986α, σ. 127-128 σημ. 58. Hatzopoulos – Loukopoulou 1992, σ. 126-127. 2235 Βλ. παραπάνω σ. 67 και 77. 2236 Βλ. παρακάτω σ. 233. 2237 Για τις γραπτές πηγές σχετικά με την ίδρυση της Τορώνης, βλ. παραπάνω σ. 8 υποσ. 69. 2238 Cambitoglou 1984, σ. 44-50. Μακαρόνας 1960, σ. 212. 2239 Cambitoglou – Papadopoulos 1988, σ. 180-217, 1990, σ. 93-142 και 1991, σ. 147-171. 2240 Papadopoulos 1989, σ. 9-44, 1990, σ. 13 κ.ε. και 1994, σ. 437-507. Στην περιοχή ανασκάφηκε κεραμικός κλίβανος. Τα δείγματα, που δόθηκαν για πετρογραφική ανάλυση, χρονολογούνται από την Υπομυκηναϊκή περίοδο έως το 850 π.Χ. και έχουν παρόμοια σύσταση με τα δείγματα που μελετήθηκαν από την Άκανθο. Βλ. Whitbread - Jones – Papadopoulos 1997, σ. 88-91. 2241 Βλ. παραπάνω σ. 18 και 149. 2242 Paspalas 1995. 2243 Ηρόδοτος VII, 122. 2244 Heurtley 1939, σ. 10-17. 2245 Mylonas 1943, σ. 78 κ.ε. Zahrnt 1971, σ. 203-204. Χανιώτης 1988, σ. 102-109. 2246 Βλ. παραπάνω σ. 60. 224 τίδαια2247. Κατά την αρχαϊκή περίοδο εξυπηρετούσε πιθανότατα τις ανάγκες της μητρόπολης για εισαγωγή διαφόρων προϊόντων, κυρίως ξυλείας2248. Δεν έχουν αποκαλυφθεί οικιστικά κατάλοιπα των αρχαϊκών χρόνων αλλά μόνο οικίες των κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων2249. Σε ένα στρώμα καταστροφής εντοπίστηκαν αρκετά δείγματα «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Σε μικρή απόσταση από την Ποτίδαια βρίσκεται το σημερινό χωριό Άφυτος που ταυτίζεται με την αρχαία Άφυτις2250, αποικία κατά πάσα πιθανότητα της Ερέτριας σύμφωνα με την πληροφορία του Στράβωνα2251. Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ το ιερό του Άμμωνος Διός σε από- σταση 3 χλμ νότια της πόλης2252. Σημαντικά ευρήματα απέδωσε και η διερεύνηση του νεκροτα- φείου της πόλης2253. Τα λιγοστά εκθέματα του Μουσείου Πολυγύρου από την πόλη και το νεκροταφείο της Άφυτης, φανερώνουν ότι κατά τους αρχαϊκούς χρόνους οι κάτοικοί της δείχνουν προτίμηση στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μίας λεκανί- δας με ταινιωτή και κυματοειδή διακόσμηση του β’ τετάρτου του 6ου αι. π.Χ.2254. Στη δυτική πλευρά της Κασσάνδρας προς τον Τορωναίο κόλπο, στο νότιο τμήμα της χερσο- νήσου της Παλλήνης, βρίσκεται το σύγχρονο χωριό Πολύχρονο, που μπορεί ίσως να ταυτιστεί με την αρχαία Νεάπολη, αποικία της Μένδης2255. Στη θέση Γηρομοίρι εντοπίστηκαν δύο κατοι- κίες του 6ου αι. π.Χ.2256. Ερευνήθηκε επίσης τμήμα του νεκροταφείου του οικισμού κοντά στη θέση «Παναγούδα». Τα ταφικά αγγεία, με τα οποία ασχοληθήκαμε στο πρώτο κεφάλαιο2257, είναι χαρακτηριστικά δείγματα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής που η διακόσμησή τους στηρίζεται στην υπογεωμετρική παράδοση2258. Τμήμα νεκροταφείου εντοπίσθηκε και στη θέση «Νύφη», έξω από τα ΝΔ όρια της αρχαίας πόλης2259. Αυτό το τμήμα του νεκροταφείου είναι σε συνεχή χρήση από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ως τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Τα ταφικά αγγεία και αυτού του τμήματος του νεκροταφείου δίνουν σημαντικές πληροφορίες για τη ντόπια κεραμική. Αντίστοιχα εντυπωσιακά ευρήματα της τοπικής κεραμικής, με τα οποία ασχοληθήκαμε επί- σης παραπάνω2260, μας προσέφερε η ανασκαφή του νεκροταφείου της αρχαίας Μένδης. Η ταύ- τιση της αρχαίας πόλης νότια από το χωριό Καλάνδρα με την αρχαία Μένδη2261, αποικία της Ερέ- τριας, είχε γίνει ήδη στον 19ο αιώνα2262 και είναι βέβαιη στηριζόμενη στις πληροφορίες του Θου- κυδίδη και του Λιβίου2263, αλλά και στο γεγονός ότι το γειτονικό ακρωτήριο της αρχαίας Μένδης, σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες, Ποσειδώνιον ή Ποσείδιον, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να διατηρεί την ονομασία αυτή, Ποσείδι. 2247 Alexander 1963. Zahnrt 1971, σ. 214-218. 2248 Βοκοτοπούλου 2001, σ. 749. 2249 Πελεκίδης 1929, σ. 234κ.ε. Σισμανίδης 1989, σ. 357-365. Σισμανίδης 1990, σ. 373-375. Κουσουλάκου 1994α, σ. 306-312 και 2000, σ. 321-327. 2250 Βλ. παραπάνω σ. 9 υποσ. 73. 2251 Ό.π. 2252 Πέτσας 1969β, σ. 312 πίν. 326α, 1970, 354-361 πίν. 305-307, 1975, σ. 237-244. Γιούρη 1971β, σ. 356- 366, 1974, σ. 135-150. Καλτσάς 1988, σ. 21-28. 2253 Πέτσας 1975, σ.244 πίν. 169-171. Γιούρη 1971α, 395-396 πίν. 392ε. Ρωμιοπούλου 1979, σ. 279 πίν. 117α-β. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1979, σ. 70-84 πίν. 20-28, 1999, σ. 305-313. 2254 Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1999, σ. 308 εικ. 3. 2255 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 415. 2256 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 282-284, 1987β, σ. 369-370. Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα 1989, σ. 391-392 και ΑΔ 44 (1989), Χρονικά Β2, σελ 326-327. 2257 Βλ. παραπάνω σ. 60κ.ε. 2258 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 283-284 και Βοκοτοπούλου - Παππά – Τσιγαρίδα 1988α, σ. 332 και 1988β, σ. 364. 2259 Βοκοτοπούλου 1989, σ. 395-397. 2260 Βλ. παραπάνω σ. 54κ.ε. 2261 Ο Γ. Οικονόμος υποστηρίζει ότι αρχικά το όνομα της πόλης ήταν Μίνδη και προέρχεται από το φυτό Μίνθη, βλ. Οικονόμος 1924, σ. 27-40. 2262 Leake 1835, σ. 156-157 (επανέκδοση 1967). 2263 Θουκυδίδης Ι, 4, 129. Λίβιος Ι, 44, 11 και Ι, 31, 45. 225 Σε χώρο της αρχαίας Μένδης έγινε κάθετη στρωματογραφική τομή και εντοπίστηκαν αρχικά δύο οικοδομήματα γνωστά ως Α και Β, που είχαν αλλεπάλληλες φάσεις από τον 8ο έως τον 4ο αι. π.Χ.2264. Ερευνήθηκαν ακόμη και αρκετοί απορριμματικοί λάκκοι, ορισμένοι από τους οποί- ους στη συνέχεια απέκτησαν χαρακτήρα αποθέτη2265. Οι δύο αυτοί χώροι έδωσαν σημαντικά ευρήματα κεραμικής και ιδιαίτερα το οικοδόμημα Β. Βρέθηκαν τουλάχιστον 30 αγγεία εγχώριας κεραμικής 2266. Ένα κορινθιακός σφαιρικός αρύβαλλος χρονολογεί το σύνολο στο τέλος του 7ου αι. π.Χ. Αποκαλύφθηκε ακόμη ένα δάπεδο πάνω στο οποίο βρέθηκαν όστρακα ντόπιων αμφο- ρέων και κανθάρων με διακόσμηση ομόκεντρων κύκλων και δικτυωτών μοτίβων2267. Ανατολικά του αρχαίου οικισμού και σε μικρή απόσταση από την πόλη, εντοπίστηκε το νε- κροταφείο2268. Η πλειονότητα των τάφων ήταν εγχυτρισμοί για τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν διάφορα σχήματα μεσαίου μεγέθους αγγείων: χειροποίητοι μικροί πίθοι, συνήθως ακόσμητοι, κομψοί πιθαμφορείς με κάθετες στους ώμους λαβές και στενή βάση ή κωνικό διάτρητο πόδι, σταμνοειδείς κρατήρες, υδρίες και απλοί αμφορείς κρασιού. Χρονολογούνται στα τέλη του 8ου ή αρχές 7ου αι. π.Χ. ενώ λίγοι ανήκουν και στα τέλη του 6ου με αρχές 5ου αι. π.Χ. 2269. Ψηλότερα από τη Μένδη επίσης προς την πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου βρίσκουμε την Σάνη, γνωστή από τον Ηρόδοτο (VII.123.1). Οι ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή βοήθησαν στην ταύτισή της2270. Η γραπτή παράδοση δεν την αναφέρει ως αποικία κάποιας πόλης. Η Βοκοτοπούλου παρατηρεί πως η κεραμική των υπομυκηναϊκών και πρωτογεωμετρικών χρόνων παρουσιάζει ομοιότητες με την τοπική παραγωγή της ερετριακής αποικίας της Μένδης. Η επεί- σακτη κεραμική του 8ου και α’ μισού του 7ου αι. είναι ιωνική2271. Η ίδια θεωρώντας ότι η λα- τρεία της Άρτεμης στο χώρο έχει ομοιότητες με την αντίστοιχη της θεάς στην Έφεσο, θεώρησε ότι ίσως έχουμε συνύπαρξη Ιώνων και Ευβοέων σε έναν θρακικό οικισμό2272. Είναι γνωστά κά- ποια όστρακα με γεωμετρική διακόσμηση2273 που όμοια τους συναντούμε και στους οικισμούς του Θερμαϊκού κόλπου, όπως π.χ. στη Σίνδο, αλλά και στην Όλυνθο2274. Πριν προχωρήσουμε, προς τους οικισμούς του Θερμαϊκού κόλπου, είναι απαραίτητο να ανα- φερθούμε και στην Όλυνθο, η οποία βρίσκεται στην ενδοχώρα της Χαλκιδικής. Η Όλυνθος δεν ήταν αποικία κάποιου μεγάλου κέντρου του νότου, αλλά κατοικήθηκε από γηγενή πληθυσμό, τους Βοττιείς. Εξαιτίας όμως της θέσης της είχε στενές επαφές με όλες τις αποικιακές πόλεις της Χαλκιδικής. Στην τοπική κεραμική αντανακλώνται τόσο η καταγωγή των κατοίκων όσο και οι 2264 Βοκοτοπούλου 1987β, σ. 368-369. 2265 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 281-282. Απορριμματικοί λάκκοι ανασκάφηκαν στα 1986 από τον Σισμανίδη, βλ. 1986, σ. 147-149. Περιείχαν χειροποίητη ντόπια κεραμική, υστερογεωμετρικά όστρακα διαφόρων προ- ελεύσεων. Σύμφωνα με τους ανασκαφείς υπήρχαν ακόμη ιωνικοί, ροδιακοί και ερετριακοί σκύφοι. Εντοπί- στηκαν επίσης και μυκηναϊκά όστρακα και άλλα εγχώριων εργαστηρίων με πλούσια διακόσμηση σε αμαυ- ρόχρωμη τεχνική. 2266 Από το ίδιο στρώμα συλλέχθηκαν όστρακα δύο ντόπιων κρατήρων με υπογεωμετρική ανατολίζουσα διακόσμηση, βλ. Βοκοτοπούλου 1988α, σ. 331 κ.ε. εικ. 1. Η Βοκοτοπούλου υποστηρίζει ότι πρόκειται για «ερετριακή» εγχώρια παραγωγή, με έντονη κυκλαδική και κορινθιακή επίδραση, φαινόμενο που παρατη- ρείται και σε άλλα σημεία της Μεσογείου, π.χ. στη Μεγάλη Ελλάδα. 2267 Παρόμοια κεραμική βρέθηκε στην Τορώνη, βλ. Αρχαία Μακεδονία. Κατάλογος της έκθεσης στην Αυ- στραλία (1988). 2268 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 414-417 και Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 411-424 και ΑΔ 44 (1989) σ. 327 και ΑΔ 45 (1990), Χρονικά Β2, σ. 314-317. Και στη Μένδη, όπως και σε άλλες πόλεις της Χαλκιδικής, το νεκροταφείο είναι παραθαλάσσιο. Εκτεταμένη καταστροφή στο νεκροταφείο προκάλεσε η κατασκευή του ομώνυμου ξενοδοχείου, «Μένδη», στα θεμέλια του οποίου βρέθηκαν εγκλωβισμένοι πολ- λοί τάφοι. 2269 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 414-417. Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 411-424. 2270 Βοκοτοπούλου 1986β, σ. 147, 1987β, σ. 367-368, 1987α, σ. 279-280. Zahrnt 1971, 221. 2271 Ρωμιοπούλου 1973/74, σ. 674-696. Rhomiopoulou 1978, πίν. 29 εικ. 5 (ευβοϊκός κρατήρας). 2272 Βοκοτοπούλου 2001, σ. 756. 2273 Rhomiopoulou 1978, πίν. 29 εικ. 4. 2274 Olynthus XIII, πίν. 9. 226 σχέσεις που αναπτύχθηκαν με τις ελληνικές αποικίες. Στην Όλυνθο έχει βρεθεί κεραμική που παραγόταν τόσο στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, π.χ. «ασημίζουσα», ντόπια γεωμετρική, αλλά και πλήθος αγγείων της λεγόμενης «προ-περσικής» κεραμικής που κατά ένα μεγάλο μέρος της ανήκει στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Τα αγγεία της τελευταίας ομάδος πρέπει να τα εξετά- σουμε πιο προσεκτικά. Oι πρόσφατες αναλύσεις πηλού υποδεικνύουν ότι κατασκευάστηκαν από πηλό της Χαλκιδικής. Η διαφορετική ωστόσο τεχνική κατασκευής ορισμένων, καθιστά πιθανό να μην κατασκευάστηκαν από ντόπιους τεχνίτες αλλά από περιοδεύοντες. Από την Όλυνθο απου- σιάζει τόσο η τεφρόχρωμη όσο και η «ωοκέλυφη» κεραμική. Στην ανατολική ακτή του Θερμαϊκού κόλπου βρίσκεται η Ν. Καλλικράτεια Χαλκιδικής, η οποία ιδρύθηκε ως προσφυγικός οικισμός το 1924. Ο χώρος διερευνήθηκε αποσπασματικά κατά τη δεκαετία του 19702275, αλλά τα τελευταία χρόνια, λόγω της μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητος, έχει αρχίσει μία πιο συστηματική διερεύνησή του2276. Μερικά ονόματα αρχαίων πόλεων που έχουν προταθεί για την πόλη είναι Αίσα, Λίπαξος, Δίκαια, Βέροια-Βρέα2277. Έχουν βρεθεί τρεις αρχαϊκές ταφές με χαρακτηριστικά ντόπια αγγεία αλλά σημαντικότερο σύνολο κε- ραμικής μας έδωσε η έρευνα του οικισμού, από όπου προήλθε μεγάλος αριθμός οστράκων «χαλ- κιδικιώτικης» κεραμικής. Γενικά η εικόνα των ευρημάτων της πόλης είναι ενδεικτική της θέσης της. Υπάρχουν πολλά επείσακτα αγγεία των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων, ιωνικά, αττικά, κορινθιακά. Υπάρχει πληθώρα τοπικής κεραμικής από τους γεωμετρικούς χρόνους και την Εποχή Σιδήρου, ενώ από τους αρχαϊκούς χρόνους είναι πλούσια τα ευρήματα της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής και λιγοστά της «ωοκέλυφης»2278. Με το πέρασμα του χρόνου παρατηρείται μία σημαντική αλλαγή. Ενώ κάποιες ταφές του 8ου αι. π.Χ. περιείχαν μονόχρωμες κύλικες με εξωστρεφές χείλος και πορτοκαλέρυθρο ή μαύρο «γάνωμα», η «ωοκέλυφη» κεραμική των αρχαϊκών χρόνων δεν συναντάται στο νεκροταφείο. Κάποια όστρακα μόνο είναι γνωστά από τις επιχώσεις του οικισμού2279. Από τις ανασκαφικές έρευνες προήλθαν πολλά νομίσματα χάλκι- νων κοπών Δικαίας2280. Αν ταυτίσουμε τον αρχαίο οικισμό της Ν. Καλλικράτειας με την αρχαία Δίκαια, το όνομα της οποίας έχουν διεκδικήσει πολλές αρχαιολογικές θέσεις στο νοτιοανατολικό τμήμα του Θερμαϊκού κόλπου2281, τότε τα κεραμικά ευρήματα των αρχαϊκών χρόνων, που βρέθηκαν εδώ, δικαιολογούνται καλύτερα καθώς η Δίκαια2282, σύμφωνα με τις επιγραφικές μαρτυρίες, ήταν αποικία της Ερέτριας. Βορειότερα έχουμε την περιοχή του Ανθεμούντα, όπου, όπως γνωρίζουμε από τις γραπτές πηγές, για μεγάλο διάστημα κατοικούσαν οι Θράκες2283. Στη συνέχεια η περιοχή κατακτάται από τους Μακεδόνες βασιλείς στους οποίους προσφέρει τη δυνατότητα επέκτασής τους ακόμη δυτι- κότερα2284. Στην περιοχή έχουν ερευνηθεί πολλές αρχαιολογικές θέσεις, κυρίως τμήματα νεκροταφείων, με αφορμή την έντονη οικοδομική δραστηριότητα που έχει αναπτυχθεί εδώ τα τελευταία χρόνια. 2275 Μπορούμε να δούμε κάποιες σύντομες αναφορές στο ΑΔ από το 1973\4 έως το 1982. 2276 Μπιλούκα – Βασιλείου – Γραικός 2000, σ. 299-307, Μπιλούκα – Γραικός 2001, σ. 279-289 και 2002, σ. 375-384. 2277 Μπιλούκα – Βασιλείου – Γραικός 2000, σ. 306. 2278 Μπιλούκα – Γραικός 2002, σ. 378, 380. 2279 Μπιλούκα – Γραικός 2004, 115κ.ε. 2280 Μπιλούκα – Βασιλείου – Γραικός 2000, σ. 306. 2281 Για μία σύντομη επισκόπηση των όσων σύγχρονων οικισμών έχουν προταθεί για τη θέση της αρχαίας Δίκαιας, βλ. Βοκοτοπούλου 2001, σ. 745. 2282 Zahrnt 1971, σ. 181-182. 2283 Ζαγκλής 1956, σ. 25 κ.ε. Zahrnt 1971, σ. 206. 2284 Ηρόδοτος V.94,1. Για το πρόβλημα σχετικά με τον έλεγχο του Ανθεμούντα από τους Μακεδόνες, βλ. παραπάνω σ. 12. 227 Στη δεκαετία του 1980 ανασκάφηκε το αρχαϊκό νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής2285, η οποία ήταν μία από τις θέσεις που «φλέρταρε» για την ταύτιση της με την αρχαία Δίκαια. Η πλειονότητα των ταφών εντάσσεται στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ.2286. Ως ένα βαθμό η εγχώρια κεραμική είναι όμοια με εκείνη που συναντούμε στο Καραμπουρνάκι και στη σύγχρονη Θέρμη. Βρίσκουμε για παράδειγμα πολλούς σκύφους και κοτύλες, άλλοτε άβαφους και άλλοτε με γά- νωμα σε ένα μέρος του σώματος και άλλοτε κοσμημένους με κυματοειδή ταινία. Το σχήμα αυ- τών των κοτυλών μιμείται το αντίστοιχο κορινθιακό. Ένας κιονωτός κρατήρας φέρει παρόμοια διακόσμηση με τον αντίστοιχο από το Καραμπουρνάκι2287. Μεγάλος σχετικά είναι και ο αριθμός των μικρών ραμφόστομων πρόχων με ερυθρό ή μελανό «γάνωμα» στο λαιμό που απαντώνται και σε άλλους οικισμούς του Θερμαϊκού2288. Αρκετά είναι και τα παραδείγματα άβαφων κλειστών αγγείων, όπως αμφορέων, οινοχοών απλών ή τριφυλλόστομων. Το μεγαλύτερο όμως σύνολο της τοπικής παραγωγής εντάσσεται στην τεφρόχρωμη κεραμική. Υπάρχουν κανθαροειδείς κοτύλες με στίλβωση ή και χωρίς, κιονωτοί κρατήρες και εξάλειπτρα, σχήματα που δεν τα συναντούμε στο Καραμπουρνάκι αλλά τα γνωρίζουμε από τη Σίνδο και τη Θέρμη2289. Ενδιαφέροντες είναι κάποιοι κιονωτοί κρατήρες και σκύφοι που εντάσσονται στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική και με τους οποίους ασχολούμαστε παρακάτω. Αντίστοιχοι είναι γνωστοί και από τη σύγχρονη Θέρμη2290. Οι πρώτοι φέρουν ταινιωτή διακόσμηση και κλαδί με λογχόσχημα φύλλα στο ύψος των λαβών και οι άλλοι είτε ρόδακες σε μετόπες είτε άνθη λωτού. Ανάλογα ευρήματα από τη Χαλκιδική είναι γνωστά μόνο από την Όλυνθο2291. Στο νεκροταφείο που ανασκάπτεται στη σύγχρονη Θέρμη, εδώ και 22 χρόνια αδιάκοπα, είναι πλούσια τα ευρήματα της μονόχρωμης με χονδράς τοιχώματς και ωοκέλυφης κεραμικής, η οποία όμως απουσιάζει ολότελα από την Αγία Παρασκευή. Φαίνεται ότι για την ωοκέλυφη κεραμική το όριο εξάπλωσής της ήταν η βόρεια πλευρά του Ανθεμούντα και ότι ποτέ δεν έγινε αγαπητή στους αποίκους από τη νότια Ελλάδα που κατοικούσαν στη Χαλκιδική. Παρόμοια ευρήματα με την Αγία Παρασκευή και τη Θέρμη έχει και ο οικισμός που βρίσκεται στην περιοχή της σημερινής Σουρωτής2292 και οι ανασκαφείς επιφυλακτικά τον ταυτίζουν με την πόλη του αρχαίου Ανθεμούντα2293. Στην εγχώρια κεραμική αντιπροσωπεύονται σε αρκετά μεγάλο βαθμό και οι ωοκέλυφες άποδες κύλικες2294, οι οποίες λίγο δυτικότερα εκλείπουν εντελώς. Στην τράπεζα Γκόνα, στην περιοχή του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης, όπου πραγματο- ποιήθηκε πρόσφατα δοκιμαστική έρευνα η εικόνα είναι όμοια με την αντίστοιχη της γειτονικής Θέρμης· πλούσια είναι τα ευρήματα της τεφρόχρωμης, «ασημίζουσας» και μονόχρωμης κεραμι- κής, τόσο με χονδρά όσο και με ωοκέλυφα τοιχώματα, καθώς και των αγγείων της Εποχής Σιδή- ρου2295. Η αρχαία Αίνεια ταυτίστηκε με βεβαιότητα με την πόλη πάνω στην τράπεζα κοντά στο Με- γάλο Έμβολο, στην περιοχή της Ν. Μηχανιώνας2296. Από το πλούσιο νεκροταφείο της πόλης, το οποίο, όπως τα περισσότερα στο Θερμαϊκό κόλπο, περιείχε ως επί το πλείστον κυρίως αττικά 2285 Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ανασκαφέα κ. Κ. Σισμανίδη για τη δυνατότητα που μου έδωσε να κάνω κάποιες παρατηρήσεις στο υλικό της τοπικής κεραμικής από τις ανασκαφές του στην Αγ. Παρασκευή. Σισμανίδης 1981, σ. 282-283, 1983, σ. 200, 1984, σ. 216-217, 1985, σ. 234-235, 1986, σ. 138-139, 1987, σ. 787 κ.ε. CVA Greece 5, 1988 και 2000, σ. 453-459. 2286 Σισμανίδης 1987, σ. 787 κ.ε. 2287 Σισμανίδης 1987, σ. 793. 2288 Για παρόμοια παραδείγματα, βλ. παραπάνω σ. 210. 2289 Για παρόμοια παραδείγματα, βλ. σ. 213. 2290 Βλ. παρακάτω σ. 238. 2291 Olynthus V, σ. 29 αρ. Ρ38 πίν. 27. Olynthus XIII, σ. 50 αρ. Ρ6, 7 πίν. 6. 2292 Σουέρεφ – Χαβέλα 1999, σ. 123-127. 2293 Ό.π. σ. 127. Hammond I, σ. 190-191. 2294 Σουέρεφ – Χαβέλα 2002, σ. 266-274. 2295 Σκαρλατίδου-Κωνσταντινίδου 2003, σ. 221 εικ. 16-21. 2296 Για περισσότερες πληροφορίες για την πόλη, βλ. Αίνεια, σ. 112-114. Zahrnt 1971, σ. 142κ.ε. 228 αγγεία, προέρχονται δύο ντόπια «χαλκιδικιώτικα» αγγεία, ένας «κυπριακός» αμφορίσκος και μία σταμνοειδής πυξίδα για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω2297. Ειδικά το δεύτερο παράδειγμα πιστοποιεί τη συνέχεια του λεγόμενου «φυτικού» ρυθμού2298 από τα εργαστήρια της Χαλκιδικής και στον 4ο αι. π.Χ. Ο τελευταίος επιβίωσε ίσως επειδή την ίδια εποχή και άλλα εργαστήρια, όπως π.χ. στη Ρόδο ή την Εύβοια, αναπτύσσουν έναν αντίστοιχο ρυθμό κεραμικής2299. Στον οικισμό που αναπτύχθηκε στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης υπάρχει πλήθος ωοκέλυφων αγγείων αλλά και τεφρόχρωμων, καθώς και «χαλκιδικιώτικων», κυρίως πυξίδες που χρονολο- γούνται στον 4ο αι. π.Χ.2300. Βέβαια πολλά από τα αγγεία του λεγόμενου «φυτικού ρυθμού» δεν είναι επείσακτα από τη Χαλκιδική αλλά τοπικές δημιουργίες. Τα ευρήματα από μία ακόμη τούμπα στη βορειοδυτική πλευρά της πεδιάδας της Θεσσαλονί- κης αυτή τη φορά, τη τούμπα Λεμπέτ, η οποία σήμερα εντάσσεται στο δήμο Πολίχνης εντυπώ- νουν στο νου μας την ίδια γνωστή εικόνα των οικισμών του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου2301. Στον 8ο αι. συνυπάρχει η χειροποίητη κεραμική και γεωμετρική διακοσμημένη με κρεμαστά ημι- κύκλια, κυματοειδείς γραμμές, ρόμβους, δικτυωτό. Από τον 8ο έως και τον 6ο αι. π.Χ. κάνουν επίσης την εμφάνισή τους οι μονόχρωμες κύλικες τόσο με χονδρά τοιχώματα όσο και ωοκέλυφα. Ενώ από τον 6ο αι. τα τοπικά εργαστήρια αρχίζουν να μιμούνται τα αττικά σχήματα. Παρόμοια εικόνα με τη σύγχρονη Θέρμη και την Τούμπα Θεσσαλονίκης παρουσιάζει και ο οικισμός στην Ν. Φιλαδέλφεια2302. Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, όπως θα δούμε και στη συνέ- χεια2303, επιβιώνουν τα τεφρά τροχήλατα αγγεία με σαφείς επιδράσεις από παλιότερα σχήματα και τα σχήματα της Εποχής Σιδήρου, ενώ έντονη είναι και η παρουσία της ωοκέλυφης κεραμι- κής. Δεν είναι σπάνια και τα ευρήματα της «ασημίζουσας». Ωοκέλυφη κεραμική συναντούμε και στην αρχαία Λητή σε ταφή των μέσων του 6ου αι π.Χ.2304. Τα ως τώρα ανασκαφικά δεδομένα, παρά την αποσπασματικότητά τους, καθιστούν φανερή τόσο την ομοιότητα στην εγχώρια κεραμική παραγωγή των τοπικών εργαστηρίων κατά τον 8ο αι. π.Χ. όσο και τη διαφορετικότητά της κατά τους αρχαϊκούς χρόνους ανάμεσα στα εργαστήρια των πολισμάτων του Θερμαϊκού κόλπου2305 και των αποικιών της Χαλκιδικής. Στα κλασικά πλέον χρόνια υπάρχει μία σχετική ομοιομορφία που οφείλεται στην επικράτηση της αθηναϊκής κεραμι- κής με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις που οι ντόπιοι δείχνουν εμμονή στην παλιότερη παράδοση. Στις αποικίες που ιδρύθηκαν στη Χαλκιδική αλλά και στη θασιακή περαία από τα τέλη του 7ου αι. υπάρχει ομοιότητα στην τοπική κεραμική παραγωγή, καθώς αυτή παρουσιάζει σαφείς επιδράσεις τόσο από την Ιωνία, Αιολία, Κυκλάδες και Εύβοια. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για αντιγραφές των αγγείων της Ανατολικής Ελλάδας, ελάχιστα αντιγράφουν κορινθι- ακά και αττικά αγγεία. Ακόμη και κάποια χαρακτηριστικά που θυμίζουν την παλιότερη πρωτο- γεωμετρική παράδοση του χώρου, θα τολμούσαμε να πούμε ότι δεν οφείλονται μόνο στην εμ- μονή σ’ αυτήν την παράδοση αλλά στο γεγονός ότι τα κεραμικά εργαστήρια που λειτουργούσαν στις αποικίες, επηρεάζονται από εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού χώρου που διακρίνονται για παρόμοια εμμονή σε παλιότερα διακοσμητικά μοτίβα και σχήματα αγγείων. Οι επιρροές που δέ- χονται από την Ανατολή και το νησιωτικό χώρο είναι εμφανείς τόσο στα σχήματα όσο και στα 2297 Βλ. παρακάτω σ. 233. 2298 Βλ. παραπάνω σ. 67. 2299 Βλ. παραπάνω σ. 68 υποσ. 709. 2300 Σουέρεφ 1996, σ. 399. 2301 Τζαναβάρη – Λιούτας 1993, σ. 271-272. 2302 Rey 1921, σ. 64 και 67. French 1967, σ. 29, 42, 64. Μισαηλίδου – Δεσποτίδου 1995, σ. 311 – 320, 1998β, σ. 161-175, 1998α, σ. 259-266, 1998γ, Chr., 861-862 και 1999, σ. 771-785. 2303 Βλ. παρακάτω σ. 250. 2304 Τζαναβάρη – Φίλης 2003, σ. 156 εικ. 1. 2305 Πολλοί μελετητές έχουν ήδη επισημάνει ότι τα ευρήματα των νεκροταφείων από τη Σίνδο, Τούμπα Θεσσαλονίκης, Πολίχνη, Καραμπουρνάκι, σύγχρονη Θέρμη, Αγία Παρασκευή, υποδηλώνουν συγγενείς πληθυσμούς, βλ. Τιβέριος 1990α, σ. 79. Σουέρεφ 2000, σ. 478. 229 διακοσμητικά μοτίβα που προτιμούν. Για παράδειγμα στην Άκανθο, αποικία των Ανδρίων, είναι αγαπητές οι υδρίες με κυματοειδείς ταινίες και σιγμοειδείς γραμμές που συνηθίζονται στη Σάμο, ενώ οι αποικίες των ευβοϊκών πόλεων, όπως π.χ. η Μένδη και η Τορώνη, δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση στο σχήμα του πιθαμφορέα που ήταν αγαπητός στην ίδια την Εύβοια από τους γεωμετρικούς χρόνους. Οι Ευβοείς έφθασαν από νωρίς και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, όπου μάλιστα ίσως ίδρυσαν και έναν εμπορικό σταθμό στη διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου2306. Όμως αν και τα προϊό- ντα τους και ακόμη και οι τεχνίτες τους που εργάστηκαν στο γεωγραφικό αυτό χώρο, επηρέασαν βαθιά τις προτιμήσεις των κατοίκων του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, δεν κατάφεραν να επι- σκιάσουν την τοπική παράδοση, η οποία εδώ είχε βαθιές ρίζες. Την ίδια εποχή οι ντόπιοι κάτοι- κοι της περιοχής γνωρίζουν και τα θεσσαλικά προϊόντα, τα οποία όπως αποδεικνύουν οι πρόσφα- τες μελέτες του ανασκαφικού υλικού των οικισμών του Θερμαϊκού κόλπου εισάγονται επίσης στην περιοχή2307. Στον 8ο αι. μέσα από τη γενικότερη τάση όλου του ελλαδικού χώρου και ιδιαί- τερα του ευβοϊκού και θεσσαλικού εργαστηρίου για μονόχρωμα αγγεία δίνεται η ώθηση στην παραγωγή μονόχρωμης κεραμικής με σχετικά χονδρά τοιχώματα και από τα εργαστήρια του βο- ρειοελλαδικού χώρου. Μάλιστα η «ντόπια» κεραμική είχε επίδραση και στην ίδια την Εύβοια, όπως και στη Θεσσαλία2308. Ο λίγο μεταγενέστερος ερχομός των ιωνικών προϊόντων δεν ανέκοψε την πορεία των τοπικών εργαστηρίων. Οι ντόπιοι κεραμείς δημιούργησαν τότε μία νέα πρωτό- τυπη και πολύ καλής ποιότητος μονόχρωμη κεραμική, τη λεγόμενη «ωοκέλυφη», η οποία για κάποιο διάστημα θα συνυπήρξε με την παλιότερη μονόχρωμη κεραμική με χονδρά τοιχώματα. Αυτή ποτέ δεν έγινε αποδεκτή στις αποικίες της Χαλκιδικής. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ συνα- ντάται σε μεγάλη ποσότητα στη Σουρωτή, είναι σπάνια στην Ν. Καλλικράτεια που απέχει λίγες δεκάδες χιλιόμετρα και εκλείπει νοτιότερα. Τέλος τα τοπικά εργαστήρια συνεχίζουν την κατα- σκευή τεφρόχρωμων αγγείων μέχρι και τον 4ο αι. εφαρμόζοντας την τεχνική σε νέα σχήματα δανεισμένα από την Αττική. Πρέπει να πούμε ότι η «χαλκιδικιώτικη» κεραμική, η οποία έχει μο- τίβα γνωστά σ’ αυτούς από την παλιότερη παράδοση, όπως π.χ. ομόκεντρους κύκλους, κυματοει- δείς ταινίες, φαίνεται να εισάγεται σε περιορισμένες ποσότητες στους οικισμούς του Θερμαϊκού κόλπου, όπου πιθανότατα υπήρχαν και κάποια εργαστήρια κατασκευής παρόμοιων αγγείων. Με βάση όσα είδαμε ως τώρα από την τοπική κεραμική της Ακάνθου, της Σίνδου και του αρ- χαίου οικισμού στο Καραμπουρνάκι, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένες κατηγορίες ντόπιας κεραμικής για τις οποίες τα ευρήματα άλλων ανασκαφών τόσο της Χαλκιδικής όσο και του Θερ- μαϊκού κόλπου, μπορούν να μας δώσουν μία πιο σφαιρική εικόνα τόσο για τα σχήματα που πα- ράγονταν όσο και για τα μοτίβα που χρησιμοποιούσαν οι κεραμείς τους: Κεραμική με επιδράσεις από τον ανατολικοϊωνικό χώρο Η μελέτη του υλικού από το νεκροταφείο της Ακάνθου καταδεικνύει ότι οι άποικοι από τα νησιά όταν εγκαταστάθηκαν στη Χαλκιδική, όπως συνέβη την ίδια περίπου εποχή στη Θάσο και την περαία της, έθεσαν ουσιαστικά τέλος στην παλιότερη κεραμική παράδοση. Εκλείπουν τα σχήματα και οι τεχνικές κεραμικής της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου και αντιγράφονται πιστά τόσο τα σχήματα όσο και η διακόσμηση του ανατολικοϊωνικού χώρου, από όπου εξ άλλου γινό- ταν πολλές εισαγωγές την εποχή αυτή, όπως μαρτυρούν τα επείσακτα αγγεία που έχουν έρθει στο φως. Σχήματα όπως οι αμφορίσκοι, τα μόνωτα κύπελλα, τα θήλαστρα, τα κάναστρα κ.ά. αποτε- λούν αντιγραφές των ανατολικών προτύπων και απαντώνται σ’ όλη τη Χαλκιδική από την Άκανθο ως την Καλλικράτεια, αλλά και στη Θάσο, τη Θασιακή περαία και στα παράλια της Θράκης, όπως στα Άβδηρα και τη Μεσήμβρια2309. Τις περισσότερες φορές η διακόσμηση είναι 2306 Βλ. παραπάνω σ. 206κ.ε. 2307 Βλ. παραπάνω σ. 175 υποσ. 1838. 2308 Βλ. παραπάνω σ. 166 υποσ. 1729. 2309 Βλ. παραπάνω σ. 31. 230 ταινιωτή και σε λίγες περιπτώσεις συνδυάζεται με πεταλόσχημα μοτίβα. Τα μόνωτα κύπελλα μι- μούνται το ερυθρό ή μελανό «γάνωμα» των αντίστοιχων νησιωτικών. Σε ορισμένες περιπτώσεις ημικυκλική κηλίδα χρώματος φέρουν τα αγγεία πόσεως, οι όλπες και υδρίσκες στην πρόσθια όψη τους. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική Ορισμένα εργαστήρια της Χαλκιδικής κατασκεύασαν εντυπωσιακά αγγεία, μεγάλου κυρίως μεγέθους που δεν αποτελούν πιστές μιμήσεις των ανατολικών αγγείων ούτε στο σχήμα ούτε στη διακόσμηση. Χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό στοιχείων από εργαστήρια του ανατολικο- νησιωτικού χώρου εμπλουτισμένων με χαρακτηριστικά από την παλιότερη παράδοση του χώρου που έχει εμφανείς επιδράσεις από την ευβοϊκή κεραμική. Όμοια τους φυσικά, δεν υπάρχουν στην Ανατολή, την Ιωνία ή τα νησιά. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τα πολυπλοκότερα μο- τίβα που χρησιμοποιούνται για τη διακόσμησή τους σε αντίθεση με την απλή ταινιωτή διακό- σμηση της προηγούμενης κατηγορίας, τα διαφοροποιεί από την πρώτη ομάδα. Έτσι διαμορφώ- νεται μία δεύτερη ενδιαφέρουσα κατηγορία κεραμικής, η λεγόμενη «χαλκιδικιώτικη». Δείγματά της έχουν βρεθεί στη Χαλκιδική, στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, στην Άργιλο και στο Φά- γρητα στο Στρυμονικό κόλπο. Εξετάζοντας το υλικό της Ακάνθου ασχοληθήκαμε με μερικά από τα σημαντικότερα σχή- ματα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Πολλά ωστόσο σχήματα της κεραμικής αυτής γνωστά από άλλες πόλεις της Χαλκιδικής και των οικισμών του Θερμαϊκού κόλπου, δεν συναντούνται στην Άκανθο. Με αυτά ασχολούμαστε παρακάτω: Ι. «Πιθαρόσχημα» αγγεία Δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο σχήμα. Στη Μένδη ωστόσο έχουν βρεθεί αρκετά αγγεία αυ- τού του σχήματος. Έχει δημοσιευθεί μόνο ένα2310 (Πίν. 91α), από το νεκροταφείο. Έχει εξωστρε- φές χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια, κοντό κυλινδρικό λαιμό και ψηλό ωοειδές σώμα. Στον ώμο έχουν προσαρμοστεί λοξά οι οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής. Φέρει διακό- σμηση σε ζώνες που ορίζονται από πλατιές ταινίες. Στο λαιμό υπάρχουν συστάδες μικρών κυματοειδών γραμμιδίων. Στο άνω τμήμα του σώματος εναλλάσσονται συστάδες κάθετων γραμμών και κυματοειδών. Την επόμενη ζώνη κοσμούν ανάστροφα τεμνόμενα «ημικύκλια». Τέλος στις λαβές φέρει λοξές ταινίες. Παρόμοια διακόσμηση συναντούμε και στα πιθαρόσχημα αγγεία από το Καραμπουρνάκι2311 αλλά και σε άλλες περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας2312. Ωστόσο η όλη διακόσμηση στο αγγείο της Χαλκιδικής είναι πιο απλοποιημένη. Βασική διαφορά είναι ότι στα παραδείγματα από το Καραμπουρνάκι υπάρχουν περισσότερες ζώνες τόσο με κρεμαστά «ημικύκλια» όσο και με ανάστροφα. Επιπλέον στο αγγείο της Μένδης δεν έχουμε συστάδες τεμνόμενων ημικυκλίων αλλά μονά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το συγκεκριμένο «πιθάρι», επίσης του 7ου αι. π.Χ. έχει τα ίδια πρότυπα με τους πίθους και τα πιθαρόσχημα αγγεία της κεντρικής Μακεδονίας. Μιλώντας για τους πιθαμθορείς με λαβές στον ώμο αναφερθήκαμε2313 στις δέσμες κάθετων κυματοειδών γραμμών που συναντούμε στην κεντρική ζώνη του πίθου αυτού. Το μοτίβο είναι γνωστό στους καλλιτέχνες της περιοχής τόσο από την ευβοϊκή κεραμική όσο και από την κερα- μική της νησιωτικής και Ανατολικής Ελλάδας που εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί και κατά τους 2310 Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 413 εικ. 10. 2311 Bλ. παραπάνω σ. 163. 2312 Petsas 1964, σ. 255 κ.ε. 2313 Βλ. παραπάνω σ. 55κ.ε. 231 αρχαϊκούς χρόνους. Οι δέσμες των μικρών γραμμιδίων που κοσμούν το λαιμό του αγγείου συνα- ντούνται επίσης στη νησιωτική κεραμική του δεύτερου τέταρτου του 7ου αι. π.Χ.2314. Ιδιαίτερα σπάνιο είναι το σχήμα ενός ταφικού λεβητοειδούς πίθου από το Πολύχρονο Χαλκι- δικής2315 (Πίν. 91β). Το αγγείο φαίνεται ότι κατασκευάστηκε σε τέσσερα μέρη που εν συνεχεία συνενώθηκαν. Το χείλος είναι απλό, ενώ ο ώμος σχεδόν επίπεδος. Στο άνω άκρο του σώματος έχουν προσαρμοστεί οι οριζόντιες τριπλές λαβές κυκλικής διατομής. Το σώμα είναι ευρύ, τα τοι- χώματά του κατεβαίνουν σχεδόν κάθετα και μόνο στο κάτω άκρο συγκλίνουν προς την απλή, επίπεδη βάση. Η δομή της διακόσμησης είναι όμοια με αυτή του προηγουμένου σχήματος. Δημι- ουργούνται τέσσερις ζώνες με τη βοήθεια οριζόντιων ταινιών. Στην κύρια ζώνη, στο ύψος των λαβών, υπάρχει μία σειρά τεμνόμενων τόξων, από τα οποία φύονται άνθη λωτού. Η δεύτερη ζώνη χωρίζεται σε δύο τμήματα. Στο άνω έχουμε τεμνόμενα τόξα με λογχόσχημα φύλλα, στο κάτω σιγμοειδείς γραμμές. Το αγγείο, χωρίς αμφιβολία, έχει σαφείς επιδράσεις από τον ανατολι- κοϊωνικό χώρο. Τα υπόλοιπα κτερίσματα της ταφής το ανάγουν στους πρώιμους κλασικούς χρό- νους, 470-460 π.Χ.2316. Η αρχή του σχήματος μπορεί να τοποθετηθεί στα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια. Τα μοναδικά συγ- γενικά παραδείγματα, ανατολίτικης προέλευσης, χρονολογούνται στα 640-610 π.Χ. · προέρχονται από τα νεκροταφεία των Αρκάδων2317 και της Κνωσού2318 στην Κρήτη. Το ένα μάλιστα εξ αυτών φέρει διακόσμηση με λευκή κυματοειδή ταινία. Ο Πασπαλάς θεωρεί ότι η μεγάλη χρονολογική διαφορά που χωρίζει το αγγείο της Μένδης από αυτά της Κρήτης είναι καθοριστική, παραβλέπει τις ομοιότητες που παρουσιάζουν και τα αποσυσχετίζει. Ο ίδιος συνδέει το αγγείο της Μένδης με ορισμένες μεγάλες πυξίδες από τη Ρόδο που έχουν γωνιώδες περίγραμμα και χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., όπως και με ένα αγγείο από τη Λυκία που χρονολογείται στα 625-550 π.Χ. μη λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αγγεία της Κρήτης θεωρούνται από τους ανασκαφείς ανατολικής προέλευσης και όχι κρητικής2319. Τα ανατολικής προέλευσης αγγεία από την Κρήτη και ιδιαίτερα αυτά της Κνωσού έχουν σαφώς μεγαλύτερη ομοιότητα με το αγγείο της Μένδης ως προς το σχήμα και τη διακόσμηση. Εξάλλου και τα αγγεία από τη Ρόδο και τη Λυκία έχουν μεγάλη χρο- νολογική διαφορά από το αγγείο της Μένδης. ΙΙ. Αμφορείς με κωνικό πόδι Είναι γνωστά δύο μόνο παραδείγματα από την Μένδη2320. Πρόκειται για μεγάλα αγγεία με εξωστρεφές χείλος που η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. Έχουν κοντό κυλινδρικό λαιμό ενιαίο με το ψηλό σχεδόν σφαιρικό σώμα που εδράζεται πάνω σε ψηλή κωνική βάση, η οποία φέρει κάθετες σχισμές. Στον ώμο προσαρμόζονται λοξά οι δύο μικρές λαβές κυκλικής διατομής. Στο άνω τμήμα του αγγείου υπάρχει εγχάρακτη διακόσμηση που αποτελείται από οριζόντιες και κάθετες γραμμές. Το σχήμα είναι επηρεασμένο από τους κυκλαδικούς αμφορείς του 7ου αι. π.Χ.2321. Παρόμοιου σχήματος αμφορείς συναντούμε και στο βοιωτικό εργαστήρι κατά τον 7ο αι. π.Χ. επίσης2322, ενώ συγγενικού σχήματος είναι και κάποια ερετριακά αγγεία2323. 2314 Samos V, σ. 117 αρ. 457 πίν. 83. 2315 Βοκοτοπούλου 1987α, σ. 284 εικ. 19. 2316 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 82. 2317 Levi 1927-1929, σ. 119 εικ. 99, σ. 402 εικ. 518 (με ανθρώπινες μορφές και πτηνά), σ. 403 εικ. 519 (με φυτική διακόσμηση και έλικες). Του ίδιου 1969, σ. 21-22 πίν. ΙΧ, Χ. 2318 Coldstream – Sackett 1978, σ. 56 πίν. 12.25. 2319 Paspalas 1995, σ. 127-128. 2320 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 415 εικ. 14. Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 412 εικ. 6. Μοσχονη- σιώτη 2004, σ. 280 εικ. 3. Η πετρογραφική ανάλυσή τους διαφοροποιείται από των υπόλοιπων δειγμάτων με αποτέλεσμα να μην θεωρούνται με βεβαιότητα προϊόντα της τοπικής παραγωγής. 2321 Ζαφειρόπουλος 1967, σ. 3-18 πίν. 5. 2322 Ανδρειωμένου 1994, σ. 160 και 1995, σ. 150 κ.ε. σημ. 20 εικ. 8 πίν. 10. Ruckert 1976, πίν. 10 και 30.12. 232 ΙΙΙ. Αμφορίσκοι με οριζόντιες λαβές Στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική, πρέπει κατά την άποψη μου να ενταχθούν και οι αμφορί- σκοι με οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής, που στην έρευνα είναι γνωστοί ως «κυπριακοί» αμφορείς2324, γιατί αποτελούν απομιμήσεις κυπριακών προτύπων2325. Το χείλος τους εξέχει από το λαιμό και εξωτερικά είναι κυρτό. Ο λαιμός διευρύνεται προς τα πάνω, ενώ το σώμα είναι αμ- φικωνικό και η βάση δακτυλιόσχημη. Το πρωιμότερο παράδειγμα είναι γνωστό από την Όλυνθο2326 (Πίν. 91γ). Στην εξωτερική επιφάνεια υπάρχει το χαρακτηριστικό λευκό επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση καστανέρυθρου χρώματος. Στο μέσο του σώματος έχει αφεθεί μία πλα- τιά ζώνη που κοσμείται με φυτικό μοτίβο που έχει λογχόσχημα φύλλα. Αρκετά συγγενικός είναι και ο πολύ μικρός αμφορίσκος από τα Πυργαδίκια2327. Εγχώριο χαρακτηρίζεται και ένα παρά- δειγμα που έχει βρεθεί στη Θέρμη.2328 Δύο παραδείγματα είναι γνωστά και από τη Βεργίνα2329. Τα αγγεία αυτά ανάγονται πιθανότατα στον 4ο αι. Παρόμοια μεταγενέστερα αγγεία, του τρίτου τέταρτου του 4ου αι. π.Χ, προέρχονται από τους τάφους του Δερβενίου2330 (Πίν. 91δ) και της Αίνειας2331 (Πίν. 91ε). Ιδιαίτερα στο αγγείο από την Αίνεια παρατηρούμε και μία βασική αλλαγή στη διαμόρφωση του λαιμού, ο οποίος έχει γίνει πολύ στενός. Η βασική διαφορά ανάμεσα στα πρώιμα και ύστερα παραδείγματα έγκειται στη διαμόρφωση του χείλους. Το χείλος στα με- ταγενέστερα παραδείγματα είναι λοξότμητο. Η αλλαγή που σηματοδοτείται στον 4ο αι. π.Χ. προς ένα ραδινότερο σχήμα, ίσως οφείλεται σε μία επίδραση από το αντίστοιχο σχήμα των σύγχρο- νων μυροδοχείων2332. Η διακόσμηση παραμένει ουσιαστικά σταθερή. Στην κεντρική ζώνη αποδίδεται το ίδιο σχη- ματοποιημένο φυτό με τα λογχόσχημα φύλλα. Η μόνη διαφορά βρίσκεται στη διακόσμηση του λαιμού, ο οποίος φέρει λίγες ταινίες στο κάτω μέρος του και δεν καλύπτεται με χρώμα αφήνο- ντας μόνο μερικές εδαφόχρωμες ταινίες. Τολμούμε να εντάξουμε τους αμφορείς με οριζόντιες λαβές στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική εξαιτίας της ομοιότητάς του πηλού τους με τον αντίστοιχο των υπολοίπων της ίδιας ομάδας2333. Θεωρούμε ότι τα χαλκιδικιώτικα εργαστήρια αντιγράφουν το σχήμα αυτό εξαιτίας της τυποποιημένης φυτικής διακόσμησης που φέρει, η οποία ήταν αγα- πητή γενικότερα στη Χαλκιδική. Δεν πρέπει εξ άλλου να παραβλέψουμε ότι και τα εργαστήρια της ανατολικής Ελλάδας, τα οποία αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τα εργαστήρια της Χαλκιδι- κής, αντέγραψαν τους κυπριακούς αμφορείς και ότι προϊόντα των τελευταίων έχουν βρεθεί και στον ελλαδικό χώρο, όπως π.χ. στην Κόρινθο2334. Για μία ακόμη φορά διαπιστώνουμε το 2323 Κουρουνιώτης 1903, σ. 28-38 εικ. 11-14. Boardman 1952, σ. 13-20 εικ. 16. 2324 Andronikos 1961, σ. 97. Karageorghis 1979, σ. 682 εικ. 38. 2325 Πρόκειται για τη λεγόμενη Ομάδα Αμαθούντος, βλ. H. Walters, BMC, Vases I, II, σ. 191-197. 2326 Olynthus V, σ. 34-35 αρ. Ρ 52 πίν. 32. Βρέθηκε κοντά στον αποθέτη G και κάτω από το στρώμα καύ- σης που προκάλεσε η περσική εισβολή, οπότε χρονολογείται μάλλον πριν το 479 π.Χ. 2327 Γιούρη 1972, σ. 11 πίν. 6.2. 2328 Σκαρλατίδου 1993, σ. 333, πίν. 100 β. 2329 Andronikos 1961, σ. 97 εικ. 5. Δρούγου 2003, σ. 534 εικ. 1. 2330 Τουράτσογλου – Θέμελης 1997, σ. 37-38 αρ. Α16 πίν. 45 και σελ 131 Η3 πίν. 147. 2331 Αίνεια, σ. 25 αρ. 7567 σχ. 7 πίν. 16 α. 2332 Θεωρείται μάλιστα ότι τα αγγεία αυτά με τη μορφή και τη διακόσμησή τους προανήγγειλαν το σχήμα του μυροδοχείου με τις δύο ψευδολαβές στο τέλος του 4ου αι. π.Χ., βλ. Καλλιπολίτου – Feytmans 1948- 49, σ. 107-108 εικ. 26. 2333 Ο Robinson τους είχε εντάξει στην «προ-περσική» κεραμική. Βλ. Olynthus V, σ. 34. 2334 Williams II 1969, σ. 57-59. 233 συντηρητικό χαρακτήρα της κεραμικής αυτής καθώς επιβιώνει σχεδόν αναλλοίωτη για δύο περί- που αιώνες2335. IV. Οινοχόες Οινοχόες της λεγόμενης «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής έχουν προς το παρόν δημοσιευθεί μόνο από την Όλυνθο2336. Ορισμένα ακόμη παραδείγματα συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή Λαμπροπούλου και στη δωρεά Κότσιανου που εκτίθενται στο Μουσείο Πολυγύρου. Τα τελευ- ταία εμπεριέχονται στη διατριβή του Πασπαλά2337. Το καλύτερο παράδειγμα «χαλκιδικιώτικης» οινοχόης προέρχεται από την Όλυνθο (Πίν. 91στ) και χρονολογείται με βεβαιότητα πριν το 479 π.Χ.2338. Το χείλος έχει σχετικά μεγάλη διάμετρο και στρέφεται έντονα προς τα έξω. Κατ’ απρό- σμενο τρόπο κόβεται απότομα στο πίσω μέρος, πλησιάζοντας προς το σημείο πρόσφυσης της ταινιωτής λαβής. Ο λαιμός είναι ψηλός, κυλινδρικός, ενώ το σώμα παρουσιάζει διόγκωση στο άνω τμήμα του και συγκλίνει προς τη δακτυλιόσχημη βάση που έχει μικρή διάμετρο. Οι οπισθό- τμητες οινοχόες του βορειοελλαδικού χώρου έχουν πολύ πιο έντονο κόψιμο στο πίσω μέρος του λαιμού. Παρόμοια διαμόρφωση του χείλους συναντούμε και σε μία οινοχόη από την Ανατολική Ελλάδα, η οποία όμως έχει διαφορετική διαμόρφωση στη λαβή που ανυψώνεται και ξεπερνά το ύψος του χείλους2339. Μικρό κόψιμο συναντούμε και σε κάποιες οινοχόες από τη σικελική Νάξο που χρονολογούνται στις τελευταίες δεκαετίες του 7ου αι. π.Χ. και θεωρείται ότι έχουν ευβοϊκές επιδράσεις2340. Ο Πασπαλάς συγκρίνει την ολυνθιακή οινοχόη με μία οπισθότμητη πρόχου της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τορώνη2341 και τη χρονολογεί στα τέλη του 6ου - αρχές 5ου αι. Η χρήση των διακοσμητικών μοτίβων της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής σε ένα καθαρά βορειοελλαδικό σχήμα, όπως είναι η οπισθότμητη πρόχους, παρατηρείται και σε ένα αποσπα- σματικό παράδειγμα από το Καραμπουρνάκι. Διατηρείται ο λαιμός, η κάθετη λαβή και ο ώμος. Στο λαιμό και στον ώμο υπάρχει μία κυματοειδής ταινία και στο σημείο ένωσης λαιμού-ώμου μία οριζόντια ταινία2342. Η ολυνθιακή οπισθότμητη οινοχόη κοσμείται με μία κυματοειδή ταινία στο λαιμό ενώ από μία ταινία στο σημείο ένωσης λαιμού – ώμου ξεκινούν οι γνωστοί μας «μύστακες» ανάμεσα στους οποίους αποδίδεται ένα κρεμάμενο ανθέμιο2343. Παρόμοια διακόσμηση φέρει και ένα παράδειγμα της συλλογής Λαμπροπούλου2344. Σ’ αυτήν απουσιάζει η κυματοειδής ταινία στο 2335 Για αντίστοιχα παραδείγματα, βλ. Αίνεια, σ. 25 αρ. 1. Γιαννικουρή – Πατσιαδά – Φιλήμονος 1989, σ. 63-64 πίν. 45. Παπαχριστοδούλου 1980, σ. 543 πίν. 343 α. Γραβάνη 1988\89, σ. 103. Για σχετικά παρα- δείγματα από την Αμβρακία, βλ. ΑΔ 10 (1926), σ. 73 εικ. 5, 6. ΑΔ 20 (1965) Χρονικά Β2, σ. 357, από τη Θήβα, βλ. Έργον 1966, σ. 118 εικ. 140. Όμοιο παράδειγμα έχει βρεθεί και στην αθηναϊκή Αγορά, βλ. Agora XII, σ. 339 αρ. 1484 πίν. 63. Morgan II 1937, σ. 547. Broneer 1962, σ. 16-18, 25 αρ. 22 πίν. 11b. Για παραδείγματα από τη Θήρα, βλ. Daux 1967, σ. 761 εικ. 7. Για παραδείγματα από την Άρτα, βλ. Αγγέλη 1996, σ. 387 πίν. 104α-β. 2336 Olynthus V, σ. 32 Ρ 45 πίν. 20. 2337 Paspalas 1995, σ. 142-144 πίν. 14-15, 36-38. Ο Πασπαλάς εντάσσει στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική τόσο τις οινοχόες που κοσμούνται μόνο με πεταλόσχημα μοτίβα και οριζόντιες ταινίες όσο και αυτές με απλή ταινιωτή διακόσμηση. Εδώ οι οινοχόες με απλή ταινιωτή διακόσμηση δεν εξετάζονται στο πλαίσιο της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής αλλά στο κεφάλαιο της κεραμικής με ανατολικοϊωνικές επιδράσεις, κα- θώς θεωρείται ότι στη «χαλκιδική» κεραμική εντάσσονται παραδείγματα με πιο σύνθετη διακόσμηση. 2338 Olynthus V, σ. 32 P45 πίν. 29. 2339 Arslan 2001, σ.170 εικ.3.5. 2340 Lentini 1990, 72,76 εικ. 17-18. Κατάλογος: Από τη Νάξο του Αιγαίου στη Νάξο της Σικελίας. Μία οδός επικοινωνίας, (Αθήνα 2001), αρ. 44. 2341 Paspalas 1995, σ. 147. 2342 Τιβέριος –Μανακίδου –Τσιαφάκη 2003, σ. 345 εικ. 16. 2343 Σε αγγεία της Χίου ανάμεσα στους μύστακες (tendrils) αντί για ανθέμιο δίνονται ομόκεντροι κύκλοι, βλ. Anderson 1954, σ. 136 αρ. 29 πίν. 7 α. 2344 Paspalas 1995, αρ. 57 σ. 148 πίν.16. 234 λαιμό αλλά στο μέσο του σώματος υπάρχουν δύο λεπτές οριζόντιες ταινίες που πλαισιώνουν μία πλατύτερη. Από τα τρία παραδείγματα που δημοσιεύονται από την Ολύνθο μπορούμε να κατα- λάβουμε ότι συχνό, αν όχι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο λαιμό των οινοχοών αυτών, ήταν η κυματοειδής ταινία. Το σώμα, όπως και στα προηγούμενα σχήματα διαιρείται με τη βοήθεια ορι- ζόντιων ταινιών που ο αριθμός τους ποικίλει, σε τρεις ή δύο ζώνες. Διακόσμηση φέρει μόνο η ανώτερη ζώνη στο ύψος του ώμου. Η μία φέρει πεταλόσχημα μοτίβα2345 και οι άλλες δύο κρεμα- στά ανθέμια από δύο ταινίες που καμπυλώνονται και έχουν ελεύθερα άκρα, οι γνωστοί «μύστα- κες»2346. Ο Robinson είχε θεωρήσει ότι το συγκεκριμένο διακοσμητικό μοτίβο κατάγεται από τη διακόσμηση των μυκηναϊκών αγγείων2347. Πράγματι συναντάται σε απομιμήσεις μυκηναϊκών αγγείων του βορειοελλαδικού χώρου2348. Φαίνεται όμως ότι για μία ακόμη φορά οι ντόπιοι καλλιτέχνες μιμούνται τη νησιώτική κεραμική παραμένοντας συγχρόνως πιστοί και στη δική τους παράδοση. Το μοτίβο αυτό συναντάται πάρα πολλές φορές στην αρχαϊκή κεραμική της Χίου2349. Το ίδιο ακριβώς συναντάται και σε έναν σκυφοειδή κρατήρα που βρίσκεται στο Μου- σείο Θεσσαλονίκης2350. Ο Τιβέριος έχει διατυπώσει την άποψη ότι το αγγείο ίσως είναι προϊόν ενός χιώτικου περιοδεύοντος εργαστηρίου στη Μακεδονία2351. Τόσο τα πεταλόσχημα μοτίβα στον ώμο της μίας οινοχόης, για τα οποία έχει γίνει λόγος παραπάνω, όσο και τα κρεμαστά ανθέ- μια καθιστούν αδιαμφισβήτητη την έντονη επιρροή που ασκούν οι καλλιτέχνες της νησιωτικής Ελλάδας είτε με τα έργα τους που φτάνουν στη Μακεδονία είτε εργαζόμενοι στο χώρο αυτό μα- κριά από την πατρίδα τους στους ντόπιους καλλιτέχνες της Χαλκιδικής που είναι ανοιχτοί σε κάθε επίδραση. V. Κρατήρες Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους κρατήρων: α. σταμνοειδείς β. κιονωτοί. γ. σκυφοει- δείς. V1. Mε πόδι Σταμνοειδείς κρατήρες είναι γνωστοί από τη xαλκιδική χερσόνησο προς το παρόν από την Όλυνθο2352, την Τορώνη2353 και τα Πυργαδίκια2354. Τα αγγεία αυτού του τύπου έχουν κοντό κά- θετο χείλος. Το ψηλό σώμα στο άνω τμήμα του είναι σχεδόν σφαιρικό και στο κάτω συγκλίνει προς τη βάση. Ανάμεσα στο σώμα και στη δισκόμορφη βάση υπάρχει ένα κυλινδρικό πόδι. Στον ώμο τοποθετούνται λοξά οι δύο οριζόντιες λαβές. Το σχήμα τους κατάγεται από τους κρατήρες με τη ψηλή βάση που είναι γνωστοί από την υπομυκηναϊκή περίοδο2355 και συνεχίζονται στους πρωτογεωμετρικούς2356 και γεωμετρικούς χρόνους2357. Στον 7ο αι. π.Χ. υπάρχουν παραδείγματα 2345 Olynthus V, σ. 33 P47 πίν. 30. 2346 Olynthus V, σ. 33 P46 πίν. 30. 2347 Olynthus V, σ. 32 Ρ45. 2348 Wardle 1996, σ. 455 εικ. 3.1. 2349 Vaphopoulou – Richardson 1986, σ. 237 εικ. 7. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν μόνο ταινίες, βλ Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 218, 221 και αλλού μόνο ανθέμια, σ. 222. Οι «μύστα- κες» συναντούνται και σε αγγεία της Σάμου ήδη από το τέλος του 8ου –αρχές 7ου αι. π.Χ., βλ. Walter – Vierneisel 1959, πίν. 42.2. 2350 Ι. Βοκοτοπούλου, Η Μακεδονία από τα Μυκηναϊκά χρόνια ως το Μέγα Αλέξανδρο. Κατάλογος της έκθεσης στη Bologna, (1988), αρ. 128 σ. 120. 2351 Τιβέριος 1989β, σ. 620 εικ. 3. 2352 Olynthus V, σ. 40 αρ. Ρ69 πίν. 37, 38. 2353 Jones 1990, σ. 177-189. 2354 Γιούρη 1972, σ. 11 κ.ε. 2355 Morricone 1950, σ. 323 εικ. 97. 2356 Bass 1963, εικ. 8 πίν. 82. 235 με εικονιστικά θέματα από το πρωτοαττικό εργαστήρι2358 αλλά και από τη Βοιωτία2359. Στους αρχαϊκούς χρόνους το σχήμα συναντάται στην Ηφαιστία της Λήμνου2360. Η διακόσμηση τους διέπεται από τις σταθερές αρχές που παρατηρήσαμε μιλώντας και για τα άλλα σχήματα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής. Τα σημαντικότερα μέρη του αγγείου τονίζονται με γραπτές ται- νίες. Χρώμα φέρει το χείλος, η βάση, το σημείο ένωσης ανάμεσα στο σώμα και στο πόδι, οι λα- βές και το σημείο του σώματος που έχει τη μέγιστη διάμετρο. Η διακόσμηση με τη βοήθεια ορι- ζόντιων ταινιών χωρίζεται σε ζώνες. Πολλές φορές η κύρια όψη εξαίρεται2361. Στο καλύτερο αγγείο αυτού του τύπου2362 (Πίν. 92α), το οποίο προέρχεται από έναν αποθέτη της Ολύνθου και χρονολογείται με ασφάλεια πριν το 479 π.Χ., οι τρεις ανώτερες ζώνες φέρουν πλούσια διακόσμηση, ενώ η τέταρτη παραμένει ακόσμητη. Κάτω από τις λαβές τοποθετούνται σιγμοειδείς σπείρες από τις οποίες φύεται ένα καρδιόσχημο φύλλο. Η κύρια ζώνη, που βρίσκεται στο ύψος του ώμου, κοσμείται στο κέντρο με ελισσόμενους βλαστούς από τους οποίους φύονται κισσόφυλλα εκατέρωθεν και πλαισιώνονται από ένα περίπλοκο και εντυπωσιακό μοτίβο: από ένα κέντρο φύονται τέσσερις έλικες που μοιάζει να σχηματίζουν μία σβάστικα. Κάτω από τις λαβές έχουμε επίσης οκτώσχημες σπείρες. Η δεύτερη ζώνη κοσμείται με σειρά τρισκελών σίγμα που εφάπτονται στο πάνω και κάτω μέρος στις οριζόντιες ταινίες. Την επόμενη ζώνη κοσμούν για μία ακόμη φορά βλαστός με κισσόφυλλα. Το «χαλκιδικιώτικο» αγγείο είναι επηρεασμένο μάλλον από την Αιολία. Είναι χαρακτηρι- στικό ότι τα διακοσμητικά μοτίβα που χρησιμοποιούνται, συναντούνται σε αγγεία από την Ηφαιστία τόσο του ίδιου σχήματος όσο και σε άλλα σχήματα2363. Το μοτίβο των ελισσόμενων σπειρών αποδίδεται, πολύ πιο σύνθετο, όχι μόνο σε έναν κρατήρα με πόδι αλλά και σε έναν κρατήρα με κομβιόσχημες λαβές από την Ηφαιστία2364. Οι οκτώσχημες σπείρες που υπάρχουν κάτω από τις λαβές, απαντούν και σε έναν κρατήρα με κομβιόσχημες λαβές σε διαφορετική όμως θέση˙ εδώ αποδίδονται στο κέντρο της κύριας ζώνης για να τη διαιρέσουν σε δύο ίσα μέρη που φέρουν όμοια διακόσμηση2365. Τα μικρά τρισκελή σίγμα που κοσμούν τη δεύτερη ζώνη του αγγείου της Ολύνθου συναντούνται με αντίθετη φορά σε έναν λέβητα, επίσης από την Ηφαιστία2366. Το μοτίβο είναι πολύ συνηθισμένο γενικότερα σε αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας, όπως σε οινοχόες αλλά και στο εσωτερικό σκυφιδίων2367. Ο πηλός και ο τρόπος κατασκευής του συγκεκριμένου ολυνθιακού κρατήρα διαφέρουν από τα αντίστοιχα των υπόλοιπων «χαλκιδικιώτικων» αγγείων. Πιθανότατα είναι έργο περιοδευόντων τεχνιτών2368. Με βεβαιότητα ανάγονται στο α’ μισό του 5ου αι. π.Χ. τρία παρόμοια αγγεία από την Το- ρώνη2369, δημοσιευμένα από την O. T. Jones. Το πρώτο (Πίν. 92β) δεν διατηρείται σε καλή κατά- σταση. Κοσμείται με μία ζώνη ανθεμίων και μία ζώνη λωτών, που φέρνουν στο νου τα σύγχρονα 2357 Poulsen – Dougas 1911, σ. 376 εικ. 36. 2358 Young 1939, B64 εικ. 92-93 σ. 128-130. CVA Cambridge I.IV. πίν. ΙΙ.7. 2359 CVA Denmark II, πίν. 67.5. 2360 Della Seta 1937, σ. 631κ.ε. πίν. 1. Τα αγγεία της Λήμνου χρονολογούνται με βάση τα υπόλοιπα ευρή- ματα στο τέλος του 7ου – αρχές 5ου αι. π.Χ., βλ. Di Vita 1977, σ. 348. Caputo 1974, σ. 189-195. Ο Beschi τα χρονολογεί στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ., βλ. Beschi 1992, σ. 136. 2361 Olynthus V, σ. 40 αρ. Ρ69 πίν. 38. 2362 Olynthus V, σ. 40-41. Έχει ύψος 0.69μ. και μέγιστη διάμετρο 1.90μ. 2363 Beschi 1995-2000, σ. 173 εικ. 18, 19. 2364 Della Seta 1937, σ. 639 εικ.1 και πίν. 1. Σχετικά με το μοτίβο αυτό ο Della Seta είχε υποστηρίξει ότι πρόκειται για μυκηναϊκή επιβίωση. Ο Beschi όμως θεωρεί ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς απίθανο, βλ. Beschi 1995-2000, σ. 176. Ο Della Seta είχε χρονολογήσει τα συγκεκριμένα αγγεία στον 8ο αι. π.Χ., ενώ ο Beschi πρότεινε μία υστερότερη χρονολόγηση στον 7ο αι. π.Χ., βλ. Beschi 1992, σ. 132-138. 2365 Ό.π. 2366 Della Seta 1937, σ. 641 εικ. 3. 2367 Arslan 2001, σ. 168 εικ. 1.1 και 2, σ. 175 εικ. 4.15. 2368 Γενικότερα για τις εξαγωγές της Λήμνου τόσο στη Λέσβο όσο στην Καβάλα, τη Σαμοθράκη, τη Θάσο και τη Σκύρο, βλ. Beschi 1985, σ. 53-64. 2369 Jones 1990, σ. 177κ.ε. 236 βοιωτικά και ευβοϊκά αγγεία που προαναφέρθηκαν2370. Το δεύτερο (Πίν. 92γ-στ) φέρει σε κάθε όψη του διαφορετική διακόσμηση. Στον ώμο έχουμε αλυσίδα από άνθη λωτού και πιο κάτω μικρές σιγμοειδείς γραμμές. Στο κέντρο του σώματος αποδίδονται υδρόβια πτηνά με την τεχνική της σκιαγραφίας, τα οποία τα συναντήσαμε και σε αμφορέα από τη Μένδη2371 και σε υδρία της συλλογής Λαμπροπούλου2372. Κάτω υπάρχουν περιμετρικά οι γνωστές σιγμοειδείς γραμμές, οι οποίες όμως φαίνεται να έχουν εκφυλιστεί, καθώς τα άκρα τους δεν καμπυλώνονται αλλά σχηματίζουν μία ενιαία σειρά. Στο άνω τμήμα του σώματος στην πίσω όψη έχουμε αλυσίδα λωτών, ενώ στο χώρο κάτω από τις λαβές κυριαρχεί ένα ανάστροφο ανθέμιο. Αξίζει να παρατη- ρήσουμε τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αποδίδονται τα υδρόβια πτηνά στο αγγείο της Μένδης (Πίν. 17ε) και στο αγγείο της Τορώνης. Τα πρώτα είναι άκαμπτα και θυμίζουν έντονα τους προδρόμους τους των γεωμετρικών χρόνων. Τα πτηνά του αγγείου της Τορώνης έχουν απο- δοθεί πολύ πιο φυσιοκρατικά. Ιδιαίτερα ο τρόπος που αποδίδονται τα δύο στα δεξιά, αντωπά με ένα φυτικό κόσμημα ανάμεσά τους, θυμίζει έντονα μελανόμορφες συνθέσεις του αττικού κεραμι- κού2373. Βέβαια η τεχνική δεν είναι η ίδια καθώς εδώ αποδίδονται με σκιαγραφία, χωρίς εγχά- ραξη. Μελανόμορφα αγγεία με παρόμοια σύνθεση είναι γνωστά από το βορειοελλαδικό χώρο2374. Ίσως οι Χαλκιδικιώτες κεραμείς επηρεάστηκαν στον τρόπο απόδοσης ενός αγαπητού σ’ αυτούς μοτίβο2375 από τη σύγχρονη αττική μελανόμορφη αγγειογραφία, όπως πιστεύει ο Πασπα- λάς2376. Εξ’ άλλου ντόπια μελανόμορφα αγγεία είναι γνωστά και από άλλες θέσεις του βορειοελλαδικού χώρου, όπως π.χ. από την Αγία Παρασκευή2377 και τη Θάσο2378. Ο τρίτος σταμνοειδής κρατήρας από την Τορώνη διατηρείται αποσπασματικά. Στον ώμο έχουμε εραλδικά τοποθετημένα μυθικά όντα, σφίγγες και σειρήνες, ενώ πιο κάτω μικρές σιγμοειδείς γραμμές. Μά- λιστα στις μυθικές μορφές που αποδίδονται στο αγγείο αυτό υπάρχει και εγχάραξη, η οποία έλειπε από αυτό με τα πουλιά και επομένως εδώ μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της μελανό- μορφης τεχνικής. Δύο ακόμη παρόμοιοι σταμνοειδείς κρατήρες είναι γνωστοί, ένας από τα Πυργαδίκια και ένας από τη συλλογή Λαμπροπούλου2379. Το σχήμα του πρώτου είναι κοντά στους προηγούμε- νους (Πίν. 92ζ-ι). Του δεύτερου όμως διαφέρει. Το σώμα είναι πιο καμπύλο και το πόδι ψηλό- τερο (Πίν. 92κ), ενώ οι λαβές του πλαισιώνονται από δύο μικρές ατροφικές μαστοειδείς αποφύ- σεις. Σο πρώτο αγγείο έχουμε στην κύρια όψη δύο γυναικείες κεφαλές, μία μεγάλη και μία μικρή, αντιθετικά τοποθετημένες ανάμεσα σε πλούσιο φυτικό διάκοσμο. Την πίσω όψη κοσμούν δύο αντωποί κύκνοι (Πίν. 92θ). Στη δεύτερη ζώνη και στις δύο όψεις υπάρχουν πλούσια φυτικά μο- τίβα. Στην τρίτη ζώνη έχουμε τη γνωστή αλυσίδα σιγμοειδών γραμμιδίων που επικαλύπτονται. Ο τρόπος που έχουν αποδοθεί τα διακοσμητικά αυτά μοτίβα θυμίζει πολύ τη διακόσμηση του αμφορέα (Πίν. 18δ-ζ) και των υδριών (Πίν. 26α-β) επίσης από την Ομάδα Πυργαδίκια, που ήδη έχουμε αναφέρει παραπάνω2380. Ο δεύτερος κρατήρας από αυτήν την ομάδα κοσμείται στη ζώνη των λαβών επίσης με δύο αντωπές κεφαλές, ενώ ανάμεσά τους έχουμε ένα ανθέμιο. Στην πίσω 2370 Βλ. παραπάνω σ. 68 υποσ. 709. 2371 Βλ. παραπάνω σ. 67 πίν. 17ε. 2372 Βλ. παραπάνω σ. 77 πίν. 26β. 2373 Πασπαλάς 1995, σ. 98. Beazley, ABV, σ. 117 αρ. 24. CVA Münich πίν. 4.2. 2374 Ζαphiropoulou 1970, αρ. 5 σ. 380 εικ. 18. Αποδίδεται σε τοπικό εργαστήρι, ίσως της Χαλκιδικής. 2375 Αντωπούς κύκνους και ανάμεσα τους ένα διακοσμητικό μοτίβο συναντούμε και σε μία σταμνοειδή πυξίδα – σιπύη από τη συλλογή Λαμπροπούλου, που εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Πολυγύρου. 2376 Paspalas 1995, σ. 98. 2377 Για έναν μελανόμορφο κρατήρα, βλ. Βοκοτοπούλου 1985, σ. 134-166. Σισμανίδης 1987, σ. 793, πίν. 160.2. 2378 Coulié 1996, σ. 825-834. Από τη Θάσο προέρχεται και τμήμα ενός τοπικού πήλινου μελανόμορφου πίνακα που έχει επιδράσεις τόσο από το αττικό όσο και το κλαζομενιακό εργαστήρι, βλ. Περιστέρη 1990, σ. 397 εικ.6. Weill 1959, σ. 430-454. 2379 Γιούρη 1972, σ. 12 ΜΘ 10604 και Λ 321 πίν. 4 -6.1. 2380 Βλ. παραπάνω σ. 77. 237 όψη έχουν αποδοθεί δύο ανθέμια πλαισιωμένα με κουκκίδες. Στη δεύτερη ζώνη έχουμε και στις δύο όψεις ανθέμια τα πέταλα των οποίων περιβάλλονται από στιγμές. Στην κύρια όψη τα ανθέμια αυτά αποδίδονται με κίτρινο χρώμα πάνω σε καστανό φόντο, ενώ στην πίσω όψη καστανά ανθέ- μια προβάλλονται πάνω σε κίτρινο φόντο. Η Γιούρη είχε χρονολογήσει την ομάδα αυτή στον 4ο αι. π.Χ., ενώ η Βοκοτοπούλου στον 5ο αι.2381. Θεωρούμε ότι, καθώς ο λεγόμενος «φυτικός ρυθμός» από την Αιολία, διατηρήθηκε από τα χαλκιδικιώτικα εργαστήρια σ’ όλο τον 5ο αι. π.Χ., για μεγαλύτερο δηλ. διάστημα από το αρχικό κέντρο παραγωγής του, όταν στον 4ο αι. π.Χ., ή και λίγο νωρίτερα2382, έφθασαν στη Χαλκιδική επείσακτα αγγεία του ευβοϊκού μελανόμορφου «φυτικού» ρυθμού, που είχε πολλά κοινά στοιχεία από τον παλιότερο αιολικό, οι Χαλκιδικιώτες κεραμείς δημιούργησαν αγγεία με στοιχεία και από τους δύο. Κατασκεύασαν τα ίδια σχήματα με τη νέα όμως εξελιγμένη μορφή τους, όπως π.χ. οι υδρίες που έχουν το νέο σχήμα των αντίστοιχων αττικών του τέλους του 5ου – αρχών 4ου αι. π.Χ. Η ζώνη με τα ανθέμια σε διαφορετικό χρώμα και φόντο στις δύο όψεις στον δεύτερο κρατήρα μας θυμίζει τόσο τον τρόπο που αποδίδονται φυτικά μοτίβα στα αγγεία της αιολικής Λάρισας αλλά και σε αγγεία του 4ου αι. π.Χ.2383. Τα γραπτά ανθέμια θυμίζουν, όπως είπαμε και πιο πάνω2384, τα αντίστοιχα των ευβοϊκών μελανόμορφων αγγείων. Η απόδοση των πτηνών, όπως έχει ήδη υποστηρίξει η Γιούρη, θυμίζει τα αντίστοιχα παραδείγματα της ροδιακής αγγειογραφίας του 4ου αι. π.Χ.2385. Όσον αφορά τέλος το συνδυασμό των παραπάνω στοιχείων με ανθρώπινες μορφές είναι κάτι που συναντούμε, όπως ήδη έχει αναφερθεί2386, σε βοιωτικά και ευβοϊκά μελανόμορφα αγγεία2387. Ένα απλούστερο παράδειγμα το οποίο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε μαζί με τα παραπάνω αγγεία, αν και δεν έχει πόδι και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως σταμνοειδής πυξίδα, είναι γνωστό από τον ταφικό τύμβο Γ της Αίνειας2388. Στον ώμο και στο άνω τμήμα του σώματος έχουμε δύο ζώνες με ενάλληλες γωνίες και κάτω οριζόντιο κλαδί με φύλλα ελιάς. Χρονολογείται πιθανότατα στον 4ο αι. π.Χ. με βάση τα συνευρήματά του. Το φυτικό μοτίβο, κλαδί ελιάς, είναι αγαπητό την ίδια εποχή και στα βοιωτικά και ευβοϊκά μελανόμορφα αγγεία με φυτική διακό- σμηση αλλά και σε αγγεία του ίδιου σχήματος στη Ρόδο2389. Είναι πασιφανής η αγάπη των περιφερειακών εργαστηρίων κατά τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ. για φυτικά μοτίβα2390. Αγγεία του ευβοϊκού μελανόμορφου ρυθμού έφτασαν στη Μακεδονία, όπως μας δείχνει μία πυξίδα από τη συλλογή Ι. Λαμπρόπουλου που εκτίθεται στο Μουσείο Πο- λυγύρου2391 και μπορεί να επηρέασαν τους ντόπιους τεχνίτες. Παρόμοια διακόσμηση συναντούμε και σε ορισμένες οπισθότμητες οινοχόες της τοπικής παραγωγής στην Αιανή χρονολογούμενες επίσης στον 5ο αι. π.Χ.2392. Ένα παλιό τοπικό σχήμα του βορειοελλαδικού χώρου επιβιώνει και διακοσμείται με τη μελανόμορφη φυτική διακόσμηση, που τείνει να γίνει μόδα στα χρόνια αυτά. V2. Κιονωτοί Ελάχιστα παραδείγματα «χαλκιδικιώτικων» κιονωτών κρατήρων έχουν δημοσιευθεί. Πρόκει- ται για το γνωστό κιονωτό κρατήρα, όπως τον γνωρίζουμε από τον αττικό και κορινθιακό κερα- 2381 Βλ. σ. 67. 2382 Βλ. παραπάνω σ. 68. 2383 Agora XXIX,σ. 126 αρ. 475-482 πίν. 47 σχ. 35. 2384 Βλ. παραπάνω σ. 68κ.ε. 2385 Γιούρη 1972, σ. 11 κ.ε. 2386 Βλ. παραπάνω σ. 68 υποσ. 709. 2387 Ure 1960, σ. 216-217. 2388 Αίνεια, σ. 89 αρ. 9209 σχ. 45 πίν. 57α. 2389 Γιαννικούρη κ.α. 1990, σ. 179- 180 πίν. 98-99. 2390 Ure 1970, σ. 263 κ.ε. 2391 Αρ. Λ572 Μουσείο Πολυγύρου. 2392 Καραμήτρου-Μεντεσίδη / Κεφαλίδου 1999, σ. 544 εικ. 3, 8, 9, 10. Οι ερευνήτριες συσχετίζουν τα αγ- γεία με τον αθηναϊκό μελανόμορφο ρυθμό. 238 μικό2393, και το δανείσθηκαν στη συνέχεια εργαστήρια του ανατολικοϊωνικού χώρου, όπως το ροδιακό2394, το χιακό2395 και το κλαζομενιακό2396. Αντίστοιχα παραδείγματα προέρχονται και από την Ίστρια2397. Οι ντόπιοι κεραμείς χρησιμοποιούν το σχήμα για να κατασκευάσουν μιμήσεις μελανόμορφων αττικών αγγείων2398 αλλά και ακόσμητα τεφρόχρωμα αγγεία2399. Πολλές φορές όμως εφαρμόζουν στο σχήμα αυτό διακοσμητικά μοτίβα από την Ανατολική Ελλάδα. Κιονωτοί κρατήρες που εντάσσονται στη λεγόμενη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική προέρχονται από τη Θέρμη, την Όλυνθο και την Αγ. Παρασκευή. Αποσπασματικά παραδείγματα από την Τορώνη συμπεριλαμβάνονται στην εργασία του Πασπαλά2400. Ο τελευταίος μάλιστα θεωρεί ότι τα «χαλκιδικιώτικα» αγγεία επηρεάζονται κυρίως από αντίστοιχα της Σάμου, της Καύνου και της Μιλήτου2401. Υπάρχει ένα παράδειγμα από τη Θέρμη2402 (Σέδες) όπου το χείλος, ο λαιμός, οι λαβές και η βάση του φέρουν «μελανό» αραιωμένο χρώμα. Το σώμα διαιρείται σε δύο ζώνες, από τις οποίες η δεύτερη έχει αφεθεί ακόσμητη. Στο ύψος του ώμου υπάρχει ένα κλαδί μυρτιάς, που πρέπει να είναι δανεισμένο από τον ιωνικό κεραμικό. Το μοτίβο αυτό συναντάται κυρίως στο χείλος ή στο σώμα αιολικών σκύφων2403 και ιωνικών ταινιωτών κυλίκων2404 στον 6ο και 5ο αι. π.Χ. Το αγγείο από τη Θέρμη χρονολογείται με βάση τα συνευρήματά του γύρω στα 500 π.Χ.2405. Στην ίδια εποχή χρονολογούνται και δύο ακόμη πανομοιότυποι κρατήρες επίσης από τη Θέρμη2406 (Πίν. 93α). Τα θραύσματα της Τορώνης έχουν διαφορετική διακόσμηση από τα υπόλοιπα. Κοσμούνται με κυματοειδείς ταινίες και πεταλόσχημα μοτίβα, αγαπητά επίσης μοτίβα της «χαλκιδικιώτικης»κεραμικής. Κιονωτός κρατήρας πρέπει να είναι και ένα αποσπασματικά σωζόμενο αγγείο από την Όλυνθο2407, το οποίο έχει όμοια διακόσμηση με τα θραύσματα της Τορώνης. Έχει τα βασικά χαρακτηριστικά του κιονωτού κρατήρα αλλά οι λαβές, οι οποίες δεν διατηρούνται ακέραιες, ίσως δεν προσκολλούνταν στο χείλος. Ο Robinson το χαρακτήρισε ως deep bowl. Στο λαιμό υπάρχει μία κυματοειδής ταινία, ενώ το σώμα χωρίζεται σε δύο ζώνες από τις οποίες η δεύτερη ήταν πι- θανόν ακόσμητη. Ο ώμος κοσμείται με πεταλόσχημα μοτίβα που αποδίδονται ανά τέσσερα. Το ίδιο μοτίβο υπάρχει και στην άνω επιφάνεια του χείλους, μόνο που εδώ τα πεταλόσχημα μοτίβα αποδίδονται ανά δύο. Τα πεταλόσχημα φύλλα αποτελούν ένα μοτίβο που δανείζονται οι ντόπιοι καλλιτέχνες, όπως ήδη έχουμε αναφέρει2408, από το ανατολικοϊωνικό εργαστήρι. Μία χρονολό- γηση του αγγείου στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. φαίνεται πολύ πιθανή όταν και ένα παράδειγμα από τη Λυκία, το μόνο που μπορούμε να συγκρίνουμε με το ολυνθιακό αγγείο, χρονολογείται στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ.2409. Πρέπει να επισημάνουμε ότι το συγκεκριμένο θραύσμα της Ολύνθου παρουσιάζει διαφορε- τική τεχνική από τα υπόλοιπα αγγεία της Ολύνθου που με βεβαιότητα μπορούμε να τα χαρακτη- 2393 Payne 1937, σ. 300-301. Τιβέριος 1988β, σ. 125-127. 2394 Για ροδιακά παραδείγματα, βλ. Tocra I, σ. 49 αρ. 695 πίν. 31. 2395 Lemos 1991, σ. 217 πίν. 221-225. 2396 Cook 1952, σ. 265 αρ. 30. 2397 Histria IV, σ. 97 αρ. 637 εικ. 20. 2398 Σισμανίδης 1987, σ. 793. 2399 Βλ. παρακάτω σ. 253. 2400 Paspalas 1995, σ.129κ.ε. Για τα αγγεία της Μιλήτου, βλ. Hommel 1959-1960, σ. 206 αρ. 3 εικ. 3. 2401 Ό.π. σ. 133-134. 2402 Σισμανίδης 1988, σ. 179 εικ. 194. 2403 Larisa III, σ.154 - πίν. 32.14-16. Είναι τα υστερότερα παραδείγματα σκύφων της αιολικής παραγωγής και χρονολογούνται στην υποαρχαϊκή περίοδο. 2404 Τocra I, αρ. 1292-1297 πίν. 87. 2405 Σισμανίδης 1988, σ. 179. 2406 Μοσχονησιώτου 1988, σ. 285 εικ. 8. Αλλαμανή 1998, σ. 573 πίν. 219α. 2407 Olynthus V, αρ. Ρ33 πίν. 26. 2408 Βλ. παραπάνω σ. 30. 2409 Xanthos IV, σ. 47-48 αρ. 52 πίν. 13. 239 ρίσουμε ως ντόπια. Το συγκεκριμένο αγγείο είναι πιθανότατα έργο ενός περιοδεύοντος εργαστη- ρίου από την Ανατολική Ελλάδα που δρούσε στο χώρο της Χαλκιδικής. (βλ. παράρτημα Α). V3. Σκυφοειδείς Το μόνο ακέραιο γνωστό παράδειγμα είναι αυτό που βρίσκεται στο Μουσείο Πολυγύρου (Πίν. 93β)2410. Έχει εξωστρεφές χείλος, βαθύ σώμα και δακτυλιόσχημη βάση. Το σχήμα αυτό κατά την αρχαϊκή περίοδο είναι γνωστό από την Ανατολική Ελλάδα 2411, την Κόρινθο2412 και την Αθήνα2413. Κοντινά παραδείγματα του σχήματος συναντούμε και στη Σάμο2414 και στη Θήρα2415. Κατάγεται πιθανόν από ανάλογα αγγεία της Γεωμετρικής Εποχής που πολλές φορές είχαν ψηλό πόδι2416 και σπανιότερα χαμηλό2417. Παρόμοιες ταινίες, «μύστακες», όπως χαρακτηριστικά τις ονομάζει ο Boardman, που ξεκινούν από μία πλατιά οριζόντια ταινία συναντούμε σε ένα απο- σπασματικό χιώτικο αγγείο από τη Σμύρνη που χρονολογείται γύρω στα 700 π.Χ.2418 αλλά και σε ένα πίθο και μία υδρία από το ναό της Αθηνάς στο Εμποριό της Χίου2419. Το μοτίβο πρωτοεμφανίζεται γύρω στα μέσα του 7ου αι. και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και στον 6ο αι.2420 Αγγεία όμοιου σχήματος με παρόμοια μάλιστα διακόσμηση, χωρίς το ανθέμιο, είναι γνωστά από την Ταρσό και τη Σάμο και χρονολογούνται στο β’ μισό του 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.2421. Μπορούμε να πούμε ότι τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση του συγκεκριμένου αγ- γείου μιμείται ανατολίτικα πρότυπα. Ωστόσο πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το σχήμα αυτό ήταν δημοφιλές στο βορειοελλαδικό χώρο από πολύ νωρίς, ήδη από τα γεωμετρικά χρόνια2422. Ένα δεύτερο παράδειγμα από το οποίο διατηρείται μόνο τμήμα του σώματος και η μία λαβή συμπεριλαμβάνεται στον πρώτο τόμο της δημοσίευσης του νεκροταφείου της Ακάνθου2423. Η ζώνη στο ύψος των λαβών καλύπτεται με επαναλαμβανόμενο καρδιόσχημο κόσμημα, του οποίου το περίγραμμα αποδίδεται με παχιές γραμμές και το εσωτερικό είναι γεμισμένο με στιγ- μές. Η διακόσμησή του θυμίζει παρά πολύ έναν πιθαμφορέα από τη Μένδη που χρονολογείται μάλλον στο β’ μισό του 7ου αι. π.Χ.2424. 2410 Τιβέριος 1989β, σ. 620 εικ. 3. Η Μοσχονησιώτη θεωρεί ότι ένας ακόμη σκυφοειδής κρατήρας από τη Μένδη, το σχήμα του οποίου διαφέρει από το δικό μας, ανήκει επίσης στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Βλ. Μοσχονησιώτη 2004, σ. 284 εικ.10. Θεωρούμε όμως ότι η κάλυψη της εξωτερικής επιφάνειας του αγγείου με «γάνωμα» αντί να αφεθεί στο χρώμα του πηλού, το αποσυνδέει από τη «χαλκιδικιώτικη» κερα- μική. Χρονολογείται πιθανότατα στην ΥπΓ πιθανότατα περίοδο. 2411 Hanfmann 1956, σ. 182. Walter 1968, 32-33 και 52-55. Kyrieleis 1985, σ. 422-427 εικ. 58. Emporio, σ. 115 αρ.144α εικ. 71. Von Graeve 1973-1974, σ. 110 αρ. 128 πίν. 31. 2412 Weinberg 194), σ. 42 αρ. 135 πίν. 18. 2413 Brann 1962, σ. 43 αρ. 98 πίν. 6. Thompson 1940, σ. 11 εικ. 9α. Χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Φέρει ταινιωτή διακόσμηση και κυματοειδή ταινία στη ζώνη των λαβών. Διαφορετικό είναι το σχήμα του χείλους, το οποίο είναι έντονα κυρτό στην άνω επιφάνειά του. 2414 Samos III, σ. 94-95. 2415 Thera II, σ. 149 αρ. 80 εικ. 360. 2416 Για ευβοϊκά αγγεία, βλ. Lefkandi I, 113 εικ. 12. Για παραδείγματα του αργίτικου εργαστηρίου, βλ. Courbin 1966, σ. 204-205 πίν. 30-32. Για παραδείγματα από τις Κυκλάδες, βλ. Pfuhl 1903, σ. 188 αρ. J26 πίν. 31.6. Λαμπρινουδάκης 1983, σ. 113 εικ. 12. 2417 Zagora II, σ. 205-208 πίν. 165 και 233. 2418 Cook 1965, σ. 139 εικ. 18. 2419 Emporio, πίν. 44. Για τα ίδια αγγεία, βλ. Lemos 1986, σ. 233-249 εικ. 7 και 8. 2420 Ό.π. σ. 105. Ο Boardman θεωρεί ότι προέρχεται από την Ύστερη Μυκηναϊκή περίοδο. 2421 Hanfmann 1956, σ. 182-183 εικ. 26-29. Μάλιστα θεωρείται ότι και τα παραδείγματα της Σάμου δεν είναι σαμιακά και ότι ίσως προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο με τα «προπερσικά» της Ολύνθου. 2422 Για ανάλογα σχήματα των γεωμετρικών χρόνων από την Τορώνη και τη Σίνδο, βλ. παραπάνω σ. 5 υποσ. 28. 2423 Άκανθος Ι, σ. 147 αρ. 1028 πίν. 161 δ. 2424 Βοκοτοπούλου 1989α, σ. 423 εικ. 15. 240 VI. Στάμνοι Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής αποτελεί ένα ακόμη αγγείο από τη Μένδη2425 (Πίν. 93γ), το οποίο χαρακτηρίζεται ως στάμνος, αν και έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τη σιπύη με την οποία ασχολούμαστε αμέσως παρακάτω. Προτιμάται η ονομασία στάμνος γιατί το σώμα του αγγείου είναι πιο σφαιρικό και έχει ευρύτερο στόμιο που υποδεικνύει τη διαφορετική χρήση του αγγείου, δηλ. για τη μείξη κρασιού και νερού. Χρονολογείται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Το χείλος είναι απλό, το σώμα σφαιρικό. Κοσμείται με οριζόντιες ταινίες ποικίλου πάχους. Στη ζώνη των οριζόντιων λαβών έχουμε μία σειρά υδρόβιων πτηνών. Τα πτηνά της στάμνου αποδίδονται με περίγραμμα και διαγράμμιση. Θυμίζουν περισσότερο πτηνά που συναντούμε σε αγγεία της ευβοϊκής και κυκλαδικής κεραμικής των υστερογεωμετρικών χρόνων2426. Μοναδικό παρόμοιο αγγείο που στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί είναι ένα αποσπασματικό ιωνικό παράδειγμα που βρέθηκε στη Δύση και κοσμείται στον ώμο με τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα2427. VIΙ. Σιπύες Από την Όλυνθο και τη Μένδη είναι γνωστά μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία με κάθετο χείλος, σχεδόν σφαιρικό σώμα, δακτυλιόσχημη διευρυνόμενη βάση και λαβές κυκλικής διατομής προ- σαρμοσμένες λοξά στον ώμο ώστε να ξεπερνούν το ύψος του χείλους, για τα οποία έχει επικρα- τήσει στην έρευνα ο όρος «σιπύη»2428 . Το σχήμα πρωτοεμφανίζεται στα γεωμετρικά χρόνια και συνεχίζεται έως τη Ρωμαϊκή Εποχή2429. Το σχήμα είναι γνωστό στην Ανατολική Ελλάδα. Ορι- σμένα παραδείγματα που βρέθηκαν στην Ξάνθο της Λυκίας προέρχονται μάλλον από τη Σάμο2430. Άλλα είναι γνωστά από την Ταρσό2431, τη Ναύκρατη2432, τη Ρόδο2433 και από αλλού. Ίσως το πρωιμότερο παράδειγμα από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. μπορούμε να το δούμε στη Σάμο2434. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει το χαρακτηριστικό λευκό επίχρισμα που σε πολλές περιπτώσεις έχει απολεπιστεί και μόλις που διακρίνεται. Παρόμοιου σχήματος αγγεία με ταινι- ωτή διακόσμηση είναι γνωστά και από την αθηναϊκή Αγορά, όπου χαρακτηρίζονται ως αποθη- κευτικά2435. Μάλιστα το ένα από αυτά είναι ερετριακής προέλευσης και το άλλο κορινθιακής. Φαίνεται λοιπόν ότι πρόκειται για ένα κοινό σχήμα που παραγόταν από πολλά εργαστήρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα παράδειγμα από την Όλυνθο κοσμείται με οριζόντιες ταινίες στον ώμο και λοξά γραμμί- δια στην εξωτερική όψη των λαβών2436. Ένα δεύτερο φέρει στο ύψος του ώμου μία κυματοειδή ταινία πολύ ελεύθερα σχεδιασμένη. Περιβάλλεται από κουκκίδες και σχηματοποιημένα λογχό- 2425 ΜΘ 12725, Έκθεση Αρχαία Μακεδονία, Από τους Μυκηναϊκούς χρόνους ως τον Μέγα Αλέξανδρο. 8 Ιανουαρίου – 30 Απριλίου 1992, αρ. 237. 2426 Buschor 1929, σ. 135 εικ. 7. Samos V, σ. 97 αρ. 111 πίν. 19, αρ.155 πίν. 30, αρ. 168 πίν. 31. 2427 De Juli 1979, πίν. 23.1. 2428 Amyx 1958, σ. 195-197. Sparkes 1962, σ. 124. 2429 Αgora V, σ. 88 πίν. 18. 2430 Xanthos IV, αρ. 53, 55, 54 πίν. 14-15. 2431 Τarsus III, αρ. 1603. 2432 Naukratis I, πίν. 60. 2433 Clara Rhodos IV, σ. 210 εικ. 223. Κωνσταντόπουλος 1969, σ. 473 πίν. 473β. 2434 Walter – Vierneisel 1959, σ. 21 πίν. 48.1. 2435 Agora XII, σ. 195-196 αρ. 1527-1531 πίν. 67. Χρονολογούνται από τα υστεροαρχαϊκά χρόνια έως τον 4ο αι. π.Χ. 2436 Olynthus V, σ. 121 αρ. Ρ 64 πίν. 36. 241 σχημα φύλλα, ενώ το κάτω τμήμα του σώματος χωρίζεται σε δύο ακόσμητες ζώνες2437. Δύο άλλα παραδείγματα φέρουν πανομοιότυπη διακόσμηση. Κοσμούνται με δύο οριζόντιες ταινίες στο κάτω τμήμα του σώματος και μία κυματοειδή στο ύψος των λαβών, η οποία μάλιστα συνεχίζει και στην εξωτερική επιφάνεια των λαβών2438. Η συνήθεια να συνεχίζεται η ταινία από το σώμα και στις λαβές εφαρμόσθηκε και σε άλλα αγγεία, όπως σε υδρίες2439. Ένα τελευταίο αγγείο φέρει παρόμοια διακόσμηση με τα δύο προηγούμενα. Κοσμείται με τρεις οριζόντιες ταινίες και μία κυ- ματοειδή, όπως και οι δύο προηγούμενες2440. Εντυπωσιακή τόσο ως προς τη διακόσμηση όσο ως προς τις διαστάσεις είναι μία σιπύη από τη Μένδη2441 (Πίν. 93δ). Το αγγείο χωρίζεται σε ζώνες. Στο πάνω μέρος του ώμου σχηματίζεται μία μικρή ζώνη που κοσμείται με μικρές ομάδες πεταλόσχημων μοτίβων2442. Η δεύτερη ζώνη, που βρίσκεται στο ύψος των λαβών, είναι η πιο εξέχουσα. Ουσιαστικά σχηματίζεται μία μετόπη η οποία ορίζεται στην κάθε πλευρά από δύο κάθετες γραμμές που περικλείουν ανάμεσά τους μία κυματοειδή. Στη συνέχεια έχουμε εκατέρωθεν μία γραμμή σε σχήμα μαιάνδρου και πεταλόσχημα μοτίβα. Στο κέντρο της μετόπης υπάρχουν τρία πέταλα ανθεμίου εκατέρωθεν των οποίων υπάρ- χει μία κυματοειδή γραμμή ανάμεσα σε κάθετες και ένα σκιαγραφημένο τρίγωνο μέσα σε πλαί- σιο. Ο χώρος κάτω από αυτά καλύπτεται από πεταλόσχημα μοτίβα που δίνονται για μία ακόμη φορά ανά τρία. Στην τρίτη ζώνη δίνονται σιγμοειδείς σπείρες. Οι δύο τελευταίες ζώνες αφήνο- νται ακόσμητες. Τέλος η εξωτερική όψη των λαβών κοσμείται με γραμμίδια. Τα περισσότερα από τα μοτίβα που φέρει το αγγείο αυτό αποτελούν μιμήσεις διακοσμητικών θεμάτων από τον ιωνικό και νησιώτικο χώρο. Για παράδειγμα το μοτίβο της απλής γραμμής σε σχήμα μαιάνδρου συναντάται στη χιώτικη κεραμική ήδη από τις αρχές του 6ου αι.2443. Τα σκιαγραφημένα τρίγωνα τα συναντούμε και σε ένα ακόμη αγγείο από τη Μένδη, τον αμφορέα με τα υδρόβια πτηνά που εξετάσαμε παραπάνω (Πίν. 17ε)2444 και όπως είπαμε τα τρίγωνα αυτά τα συναντούμε στην κερα- μική της Ανατολικής Ελλάδας του ύστερου 7ου και του 6ου αι. π.Χ. Ωστόσο στα παραδείγματα από τη Σάμο δεν αποδίδονται εγγεγραμμένα μέσα σε άλλο τρίγωνο. Τα σχηματοποιημένα ανθέ- μια σε συνδυασμό με σκιαγραφημένα ενάλληλα τρίγωνα συναντούνται στη ροδιακή κεραμική της αρχαϊκής περιόδου2445, ενώ ως παραπληρωματικά μοτίβα που περιβάλλουν την κεντρική μετόπη απαντώνται σε μία στάμνο από την Ηφαιστία της Λήμνου2446. Στο αγγείο της Λήμνου τα τρίγωνα στο άνω μέρος απολήγουν σε έλικες. Απλά σκιαγραφημένα και ενάλληλα τρίγωνα συνα- ντούνται και σ’ έναν κρατήρα του α’ μισού του 7ου αι. π.Χ. από τη Χίο2447. Παρόμοιο παράδειγμα με απλή ταινιωτή διακόσμηση, που χρονολογείται πριν τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., είναι γνωστό από το Φάγρητα2448. VIIΙ. Σκύφοι- Κοτύλες Αν και οι δημιουργοί της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση στα με- γάλα κλειστά αγγεία, επιδόθηκαν και στην κατασκευή σκύφων – κοτυλών με ανάλογη διακό- 2437 Ό.π. σ. 121 αρ. Ρ 65 πίν. 37. 2438 Ό.π.σ. 122 αρ. Ρ 66, 67 πίν. 36. 2439 Βλ. παραπάνω αρ. 112 σ. 73. 2440 Olynthus V, σ. 122 αρ. Ρ 68 πίν. 36. 2441 Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, σ. 413 εικ. 8. Ο Πασπαλάς θεωρεί ότι το σχήμα του συγκεκριμένου αγγείου βρίσκεται ανάμεσα στους πιθαμφορείς και τους σταμνοειδείς κρατήρες, βλ. Paspalas 1995, σελ 95-96. 2442 Βλ. παραπάνω σ. 30. 2443 Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, σ. 222. 2444 Βλ. παραπάνω σ. 64. 2445 Tocra I, σ. 47 αρ. 589, 590, 597 πίν. 29-30. 2446 Della Seta 1937, σ. 644 εικ. 4. 2447 Emporio, αρ. 45 πίν. 22. σ.112. 2448 Νικολαΐδου – Πατέρα 1987, εικ. 8. 242 σμηση. Πρόκειται για σχετικά μεγάλα, βαθιά αγγεία με ευρύ σώμα που στενεύει ελάχιστα προς τη δακτυλιόσχημη βάση, αδιαμόρφωτο χείλος και δύο οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής. Το σχήμα βέβαια έχει τις αρχές του στην Κόρινθο2449 από όπου το δανείσθηκαν πολλά άλλα εργαστήρια. Στη Χαλκιδική και συγκεκριμένα στην Άκανθο συναντούμε και αβαφή παραδείγ- ματα2450. Στον υπόλοιπο βορειοελλαδικό χώρο είναι πολύ συνηθισμένες οι πιστές μιμήσεις των κορινθιακών κοτυλών τόσο ως προς το σχήμα όσο και ως προς τη διακόσμηση2451. Το σχήμα παρήγαγαν και τα αιολικά εργαστήρια, τα οποία μάλιστα τοποθετούν φυτικά μοτίβα στη ζώνη των λαβών και ταινιωτή διακόσμηση χαμηλότερα2452. Αν και τα λίγα αποσπασματικά σωζόμενα αιολικά παραδείγματα έχουν διαφορετικά μοτίβα από τα αντίστοιχα χαλκιδικιώτικα μπορούμε να υποθέσουμε ότι αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τα τελευταία. Τα αγγεία αυτού του σχήματος είχαν μεγάλη διάδοση. Αρκετά παραδείγματα είναι γνωστά από την Όλυνθο2453 και το Πολύ- χρονο2454. Το σχήμα δεν συνηθιζόταν μόνο στη Χαλκιδική αλλά και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, όπως δείχνουν τα παραδείγματα από τη Θέρμη2455. Ένα ακόμη παράδειγμα προέρχεται από τη συλλογή Ρίτσου και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης2456, ενώ ένα άλλο ήρθε στο φως από την ανασκαφή ενός νεκροταφείου στην περιοχή Ν. Σύλλατα κοντά στη Ν. Καλλικράτεια2457. Συνήθως η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου διαιρείται σε τρεις ζώνες που ορίζονται με τη βοήθεια ταινιών. Όλα φέρουν φυτική διακόσμηση. Σε πρώιμα παραδείγματα, που χρονολογού- νται με τη βοήθεια των συνευρημάτων τους στο τρίτο τέταρτο του 6ου αι.2458, συναντούμε στην άνω ζώνη τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα (Πίν. 93στ). Στον όψιμο 6ο αι. π.Χ. εμφανίζεται στο χείλος το μοτίβο των τεμνόμενων τόξων από τα οποία φύονται άνθη λωτού2459 (Πίν. 93ζ). Το μοτίβο των τεμνόμενων τόξων εμφανίζεται και στην κεραμική της αιολικής Λάρισας του α’ μι- σού του 5ου αι. π.Χ.2460, ενώ τα μικρά άνθη λωτών συναντούνται σε πινάκια ήδη από το τελευ- ταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.2461. Σε μία κοτύλη από τη Θέρμη (Πίν. 93ε), των πρώτων δεκαετιών του 5ου αι., για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, σχηματίζονται στην ανώτερη ζώνη τέσσερις μικρές μετόπες με τη βοήθεια διπλών κάθετων γραμμών. Στις δύο κεντρικές απαντώνται γραπτοί ρόδακες, ενώ στις πλάγιες υπάρχει από ένα σχηματοποιημένο φυτό οι τέσσερις βλαστοί του οποίου απολήγουν σε καρδιόσχημα φύλλα στις γωνίες της μετόπης και ο κεντρικός στο μέσο της άνω πλευράς της. Ο Πασπαλάς συγκρίνει το χωρισμό της κύριας ζώνης σε μετόπες με την παρόμοια διάταξη που απαντάται στη ζώνη των λαβών μίας ομάδας αττικών σκύφων της αρχαϊκής περιόδου που θεωρείται ότι συνεχίζουν την παράδοση των Ερμογένειων σκύφων2462. Τη διάκριση όμως σε μετόπες συναντούμε και σε νησιώτικα αγγεία, όπως είναι ένας κάδος από τη Σάμο στον οποίο ήδη έχουμε αναφερθεί2463. Ο Πασπαλάς συσχετίζει τους ρόδακες των κεντρικών μετοπών με τους 2449 Payne 1937, σ. 294. 2450 Βλ. παραπάνω σ. 133. 2451 Βλ. παραπάνω σ. 193κ.ε. 2452 Larisa III, πίν. 52. 2453 Olynthus V, σ. 122 αρ. Ρ38 πίν. 27. Olynthus XIII, αρ. Ρ6, 7 πίν. 6. 2454 Βοκοτοπούλου – Παππά – Τσιγαρίδα 1989, σελ 403 εικ. 14. 2455 Μοσχονησιώτη 1988, σ. 293 εικ. 8. Σισμανίδης 1988, σ. 180 εικ. 195. 2456 Zαphiropoulou 1970, σ. 410 αρ. 18 εικ. 54. 2457 Παπαδοπούλου 1964, σ. 105 αρ. 26 πίν. 59β. 2458 Μοσχονησιώτου 1988, σ. 285 εικ. 9. 2459 Olynthus XIII, σ. 50 αρ. Ρ6. Ο Robinson θεωρεί το συγκεκριμένο αγγείο κορινθιακό, πρέπει όμως να είναι ντόπιο. 2460 Larisa III, σ. 160 πίν. 5514, 15, 19. 2461 Larisa III, σ. 154 πίν. 51.4 και 12. 2462 Tocra I, σ. 106 αρ. 1158 πίν. 86. Paspalas 1995, σ. 151-152. 2463 Samos V, σ. 125 αρ. 591 πίν. 115. 243 αντίστοιχους της κορινθιακής αγγειογραφίας2464. Παρόμοιοι όμως ρόδακες απαντώνται και σε οινοχόες της Ανατολικής Ελλάδας. Η μόνη διαφορά είναι ότι εκείνοι έχουν περισσότερα πέταλα2465. Στις πλάγιες μετόπες του κάδου από τη Σάμο που μνημονεύσαμε παραπάνω, εκατέρωθεν της κεντρικής αποδίδεται ένα φυτικό μοτίβο παρόμοιο με της κοτύλης που εξετάζουμε. Έχουμε δηλαδή ελισσόμενους βλαστούς που απολήγουν σε άνθη λωτού που καλύπτουν τις γωνίες του τετραγώνου της μετόπης αλλά και το μέσο κάθε πλευράς του. Σε μία κοτύλη του τέλους του 8ου αι. – αρχών 7ου αι. π.Χ. από την Κρήτη στη ζώνη των λαβών που ορίζεται από κυματιστές γραμμές, στα πλάγια δίνονται ρόδακες και ανάμεσά τους μικρά γραμμίδια που σχηματίζουν γωνία2466. Παρόμοια διακόσμηση έχει μία ακόμη κρητική κοτύλη της ύστερης Ανατολίζουσας περιόδου2467. Διαφορετική διακόσμηση φέρει το αγγείο της συλλογής Ρίτσου (Πίν. 93η). Στη ζώνη των λαβών αποδίδονται σιγμοειδή μοτίβα που εν μέρει επικαλύπτονται, ενώ στο μέσο του σώματος έχουμε το μοτίβο του «σπασμένου» μαιάνδρου. Το μοτίβο των επικαλυπτόμενων σιγμοειδών γραμμών που έχει μακρά ιστορία, συναντάται και σε ένα όστρακο από την αιολική Λάρισα2468 και όπως είδαμε στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική χρησιμοποιήθηκε και σε άλλα σχήματα ως δευτερεύον μοτίβο, στο κάτω μέρος του σώματος μεγάλων αγγείων, όπως π.χ. πιθαμφορέων2469. Η παραγωγή του σχήματος αρχίζει στο τελευταίο τρίτο του 6ου αι. και συνεχίζεται ως και τις πρώτες δεκαετίες του 5ου και ίσως και αργότερα, χωρίς ωστόσο να εξελίσσεται ούτε το σχήμα ούτε η διακόσμηση, γεγονός που επιβεβαιώνει το συντηρητικό πνεύμα που διέπει τα αγγεία του χαλκιδικού εργαστηρίου. ΙΧ. Λεκανίδες Από την Όλυνθο προέρχονται και λιγοστά μεγάλα ανοικτά αγγεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως λεκανίδες2470, αν και δεν φέρουν πώμα. Αυτά φέρουν συνήθως δύο οριζό- ντιες ταινιωτές λαβές ψηλά στο σώμα και δακτυλιόσχημη βάση. Στο εσωτερικό έχουμε ταινιωτή διακόσμηση με ερυθρό θαμπό χρώμα. Εξωτερικά το αγγείο χωρίζεται σε ζώνες και ανάμεσά τους απαντώνται άλλοτε τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα και άλλοτε κλαδί μυρτιάς. Χρονολογούνται πιθανότατα στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. X. Επίνητρα Ένα επίνητρο2471 είναι γνωστό από την ΄Ολυνθο2472 και φέρει περιμετρικά μελανή ταινία που εν μέρει επικαλύπτεται από τα γνωστά πεταλόσχημα μοτίβα. Χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. Αναφέρεται ένα ακόμη παράδειγμα αποσπασματικά σωζόμενο από τη Μηκύβερνα, το οποίο κο- σμείται με φυτική διακόσμηση. Το μόνο παράδειγμα με φυτική διακόσμηση που στάθηκε δυ- νατό να εντοπιστεί προέρχεται από τη Ρόδο και χρονολογείται στους κλασικούς χρόνους2473. Στην Άκανθο βρέθηκε, ένα τρίτο επίνητρο, που φέρει απλή ταινιωτή διακόσμηση περιμε- τρικά2474. 2464 Paspalas 1995, σ. 152. 2465 Arslan 2001, σ. 168 εικ. 1.5. 2466 Πλάτωνος 1945-1947, αρ. 85/86 σ. 64. εικ. 13. 2467 Coldstream et al 1981, σ. 154 αρ. 82 εικ. 7. 2468 Larisa III, πίν. 49.20. 2469 Βλ. παραπάνω σ. 55κ.ε. 2470 Olynthus V, Ρ 28, 29, 30 πίν. 25 και Ρ 31 α πίν. 26. Olynthus XIII, πίν. 127. 2471 Για την ονομασία και τη χρήση του σκεύους, βλ. σ. 143. 2472 Olynthus XIII, σ. 192 αρ. 216 πίν. 136. 2473 Κωνσταντινόπουλος 1986, σ. 100 εικ. 92. 2474 Βλ. παραπάνω σ. 142. 244 Διακόσμηση Στα αγγεία της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής συναντούμε ουσιαστικά πέντε συστήματα δια- κόσμησης: Α) Στο πρώτο η διακόσμηση είναι αμιγώς γεωμετρική (Πίν. 17β, γ). Β) Στο δεύτερο έχουμε γεωμετρικά μοτίβα συνδυασμένα με τις αγαπητές στην Ανατολική Ελλάδα σιγμοειδείς γραμμές (Πίν. 15) ή τα μικρά σιγμοειδή μοτίβα των αγγείων της Αιολίας (Πίν. 26στ). Γ) Στο τρίτο απαντώνται οριζόντιες ταινίες στα σημεία άρθρωσης του αγγείου σε συνδυασμό με κυματοειδείς ταινίες και σιγμοειδείς γραμμές (Πίν. 21). Συχνά εμφανίζονται και τα πεταλό- σχημα μοτίβα που συναντήσαμε και στην απλή «ιωνίζουσα» κεραμική (Πίν. 93ε) αλλά και οι λεγόμενοι «μύστακες» (ή tendrils) (Πίν. 93β), γνωστοί σε πολλά εργαστήρια του ανατολικού χώρου. Στα οψιμότερα παραδείγματα συναντούμε και φυτικά μοτίβα, π.χ. ανθέμια. Δ) Στο τέταρτο έχουμε ένα συνδυασμό του Β και Γ διακοσμητικού συστήματος με φυτικά μοτίβα, όπως π.χ. ανθέμια, άνθη λωτού κ.ά. (Πίν.17ζ). Ε) Το πέμπτο είναι ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω μοτίβων, γεωμετρικών και φυτι- κών μαζί με εικονιστικές παραστάσεις (Πίν. 16, 92θ,ι). Η παραγωγή της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής διαρκεί από τον πρώιμο 7ο αι. π.Χ. έως τον 4ο αι. π.Χ. Η «χαλκιδικιώτικη» κεραμική, όπως ήδη έχουμε αναφέρει πολλές φορές, αποτελεί ένα κράμα επιδράσεων αιολικών, σαμιακών, χιακών, κυκλαδικών, ενώ διακρίνεται και από μία εμμονή στην παλιότερη παράδοση του βορειοελλαδικού χώρου. Αρχικά τα μοτίβα ήταν καθαρά γεωμετρικά, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν οι σιγμοειδείς γραμμές και οι κυματοειδείς ταινίες. Στο β’ μισό του 6ου αι. - αρχές του 5ου αι. εμφανίσθηκε ο λεγόμενος «φυτικός» ρυθμός, ο οποίος διήρκησε έως τον 4ο αι. Ίσως η μεγάλη διάρκειά του να οφείλεται στο γεγονός ότι και σε άλλα εργαστήρια την εποχή αυτή αναπτύσσεται ένας ανάλογος ρυθμός, όπως για παράδειγμα στην Εύ- βοια ή τη Ρόδο. Δεν λείπουν μάλιστα και σε άλλα εργαστήρια, όπως της Εύβοιας, παραστάσεις με ανθρώπινες και ζωικές μορφές αποδοσμένες με περίγραμμα ή σκιαγραφία, όπως δηλαδή και στα «χαλκιδικιώτικα» αγγεία. Στις αρχές του 5ου αι. διακρίνουμε στα τελευταία και κάποιες επι- δράσεις από το αττικό εργαστήρι2475. Μπορούμε να αναφερθούμε εν συντομία στο χρονικό διάστημα που χρησιμοποιείται το κάθε μοτίβο στη «χαλκιδικιώτικη» κεραμική. Οι ομόκεντροι κύκλοι είτε ως επιβίωση από τα παλιότερα επείσακτα και τοπικά αγγεία των μυκηναϊκών και γεωμετρικών χρόνων είτε ως επίδραση των συντηρητικών επίσης εργαστηρίων του ανατολικού χώρου εμφανίζονται στα πρώιμα παραδείγ- ματα της κεραμικής αυτής. Ως κύριο μοτίβο, όπως π.χ. σε αμφορέα με οριζόντιες λαβές από την Άκανθο (Πίν. 15) και σε αμφορείς από το Πολύχρονο (Πίν. 17 δ&ζ), οι οποίοι χρονολογούνται στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. και στις αρχές του 5ου και ως δευτερεύον μοτίβο σε μεταγενέστερα αγγεία (Πίν 17β). Από τα πρωιμότερα μοτίβα είναι και οι κάθετες κυματοειδείς γραμμές που εμ- φανίζονται τόσο σε αμφορέα της Ακάνθου2476, όσο και στο αγγείο της Μηκύβερνας (Πίν. 17β)2477. Το μοτίβο εμφανίζεται και στη γεωμετρική κεραμική του βορειοελλαδικού χώρου αλλά και των Κυκλάδων. Σε πρώιμα παραδείγματα της «χαλκιδικιώτικης» κεραμικής από τη Μένδη χρησιμοποιείται ακόμη το μοτίβο των γραπτών θηλιών στην πίσω δευτερεύουσα όψη των αγ- γείων, εμπνευσμένο ίσως από τους ερετριακούς αμφορείς που εισάγονταν στην ευβοϊκή αποικία ή από ερερτιείς κεραμείς που δούλευαν εδώ. Η «χαλκιδικιώτικη» κεραμική χρησιμοποιεί και άλλα γεωμετρικά μοτίβα σε πρώιμα παρα- δείγματα του τέλους του 7ου αι και του 6ου αι. π.Χ, όπως είναι για παράδειγμα ο μαίανδρος 2475 Βλ. παραπάνω σ. 239. 2476 Βλ. παραπάνω σ. 68κ.ε. 2477 Robinson 1939, σ. 226 εικ. 23. Οlynthus XIII, σ. 5, 46 P1 πίν. 1. 245 (Πίν. 16)2478, το μοτίβο των επάλξεων (Πίν. 16)2479, τα γραπτά ημικύκλια (Πίν. 16), το μοτίβο των εφαπτόμενων τριγώνων ή του διπλού πέλεκυ2480 (Πίν. 26ε&στ). Όλα τα παραπάνω κατά τους αρχαϊκούς χρόνους χρησιμοποιούνται και στην Ανατολική Ελλάδα και στις Κυκλάδες2481. Μεγάλη δημοτικότητα και διάρκεια γνώρισαν δύο άλλα μοτίβα: οι κυματοειδείς ταινίες και οι σιγμοειδείς γραμμές. Εμφανίζονται σε αγγεία του 6ου αι., όπως π.χ. σε αμφορέα και υδρίες από την Άκανθο, στο α’ μισό του 5ου αι. , όπως μας δείχνει η λεκάνη 129 από την Άκανθο (Πίν. 23 ε) και στις αρχές του 4ου αι., όπως βλέπουμε π.χ. σ’ έναν αμφορέα με οριζόντιες λαβές από το Πο- λύχρονο (Πίν. 17α). Από το χώρο της Ανατολικής Ελλάδας προέρχονται δύο άλλα διακοσμητικά θέματα: τα πετα- λόσχημα μοτίβα και οι ταινίες με ελεύθερα άκρα, γνωστές ως μύστακες (ή tendrils). Και τα δύο εμφανίζονται σε αγγεία του 6ου αι. π.Χ. Συχνά εμφανίζονται και τα μικρά τρισκελή γραμμίδια, όπως π.χ. στον λέβητα της Ακάνθου 127 (Πίν. 26 ε&στ), που χρησιμοποιούνται από τα περισσό- τερα εργαστήρια της εποχής. Οι μικρές σιγμοειδείς γραμμές που επικαλύπτονται μεταξύ τους, εμφανίζονται σε πρώιμα παραδείγματα, όπως π.χ. στο σκύφο της συλλογής Ρίτσου αλλά και σε οψιμότερα, όπως π.χ. σ’ έναν αμφορέα από τα Πυργαδίκια. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εμφανίζεται ο φυτικός ρυθμός εμπνευσμένος από την αντίστοιχη αιολική και γενικότερα ανατολικοϊωνική κεραμική. Σε συνδυασμό με παλιότερα μοτίβα, όπως π.χ. ομόκεντρους κύκλους και κυματοειδείς ταινίες, κάνουν την εμφάνιση τους ρόδακες, άνθη λωτού, κλαδιά ελιάς. Ο ρυθμός αυτός συνεχίζεται και στον 4ο αι., όπως δείχνει ένα αγγείο από το Πολύχρονο (Πίν. 17α), ίσως υπό επίδραση του αντίστοιχου ευβοϊκού και ροδίτικου κεραμικού. Τα ανθέμια εμφανίζονται σε «χαλκιδικιώτικα» αγγεία του 6ου αι., όπως π.χ. σε οινοχόη από την Όλυνθο2482 και είναι επηρεασμένα από διάφορα εργαστήρια του ανατολικού χώρου2483. Στην υδρία της συλλογής Λαμπροπούλου (Πίν. 26α) ωστόσο είναι πιθανότερο να έχουν επηρεαστεί από το σύγχρονο «φυτικό ρυθμό» άλλων εργαστηρίων, όπως π.χ. του ευβοϊκού ή ροδιακού. Στον 6ο και 5ο αι. σε «χαλκιδικιώτικους» σκύφους και κιονωτούς κρατήρες (Πίν. 93α) εμφα- νίζεται και το κλαδί μυρτιάς, γνωστό την ίδια εποχή στην Αιολία και την Ιωνία2484. Αν και το φολιδωτό κόσμημα μας είναι γνωστό μόνο από παραδείγματα των αρχών του 4ου αι. π.Χ., όπως π.χ. σε υδρίες της συλλογής Λαμπροπούλου και Ρίτσου, υποψιαζόμαστε ότι οι ντόπιοι κεραμείς το δανείσθηκαν πολύ νωρίς από ανατολικά εργαστήρια, όπως εκείνο των Φι- κελλούρων ή των Κλαζομενών και συνέχισαν να το χρησιμοποιούν και στον 4ο αι., όταν αυτό έκανε την επανεμφάνιση του σε αγγεία και άλλων εργαστηρίων της εποχής, όπως π.χ. στα ληκύ- θια της Ομάδας Bulas2485. Το συνηθέστερο εικονιστικό θέμα στα «χαλκιδικιώτικα» αγγεία είναι τα υδρόβια πτηνά. Σε πρώιμα παραδείγματα, όπως σ’ έναν αμφορέα (Πίν. 17ε) του 6ου αι. π.Χ. και σε μία στάμνο (Πίν. 93γ) των αρχών του 7ου αι. π.Χ. από τη Μένδη, έχουμε σχεδόν συρμάτινα πουλιά αποδο- σμένα με περίγραμμα και εσωτερικές λεπτομέρειες. Σ’ έναν μεταγενέστερο σταμνοειδή κρατήρα από την Τορώνη (Πίν. 92δ) η απόδοση των πουλιών έχει επηρεασθεί από ανάλογα θέματα των αττικών μελανόμορφων αγγείων, μιμήσεις των οποίων είχαν αρχίσει να κατασκευάζονται και στο βορειοελλαδικό χώρο. Τα όψιμα ωστόσο υδρόβια πτηνά της υδρίας της συλλογής Λαμπροπούλου (Πίν. 26β) και του κρατήρα της Ομάδας Πυργαδίκια (Πίν. 92θ) ίσως να έχουν επηρεαστεί από τον σύγχρονο ροδιακό κεραμικό. Εντύπωση προκαλεί και το ζευγάρι των ελαφιών που κοσμεί έναν αμφορέα από την Άκανθο (Πίν. 16). 2478 Βλ. παραπάνω σ. 63. 2479 Βλ. παραπάνω σ. 63. 2480 Βλ. παραπάνω σ. 78. 2481 Για σχετική βιβλιογραφία, βλ. παραπάνω σ. 63κ.ε. 2482 Olynthus V, σ. 32-33 αρ. Ρ 45-47 πίν. 20-21. 2483 Βλ. παραπάνω σ. 66. 2484 Larisa III, αρ. 14-16 πίν. 52. 2485 Beazley 1940-45, πίν. 4, 15a-b. 246 Από τα «χαλκιδικιώτικα» αγγεία δεν λείπουν και άλλα εικονιστικά θέματα, όπως μορφές μυ- θικών όντων και γυναικεία κεφάλια σε περίγραμμα2486. Η τεχνική των τελευταίων θα ήταν μάλ- λον γνωστή στους Χαλκιδικιώτες κεραμείς από έργα των ομοτέχνων τους από την Αιολία, Μί- λητο κ.α. Πιθανόν να επηρεάστηκαν και από ανάλογες αποδόσεις που απαντώνται πάνω σε βοιω- τικά αγγεία και αττικά ερυθρόμορφα αγγεία στιλ Kertch, απομιμήσεις των οποίων κατασκευάζο- νταν και από χαλκιδικιώτικα εργαστήρια. Οι μιμήσεις των «κυπριακών» αμφορέων που συνεχίζονται και στον 4ο αι. π.Χ. και φέρουν το γνωστό φυτικό μοτίβο στο κέντρο τους και οι πυξίδες που κοσμούνται με φύλλα κισσού, ελιάς, διαγραμμισμένα τρίγωνα και ενάλληλες γωνίες2487 σκιαγραφούν την εξέλιξη του «φυτικού ρυθμού» στον 4ο αι. στη Χαλκιδική, μία εξέλιξη που παρουσιάζει σαφείς επιδράσεις από τους σύγχρονους «φυτικούς ρυθμούς» της Ρόδου και της Εύβοιας. Διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα μοτίβα έχουν μακρά διάρκεια χρήσης και πολλές φορές εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμη και για δύο ολόκληρους αιώνες. Με εξαίρεση τις υδρίες της Ακάνθου2488, οι οποίες θα λέγαμε ότι αντιγράφουν σαμιακές υδρίες, όχι τόσο στο σχήμα όσο στη διακόσμηση, κανένα άλλο προϊόν των «χαλκιδικιώτικων» εργαστηρίων δεν αποτελεί πιστή μίμηση των αγγείων του ιωνικού και νησιωτικού χώρου και γε- νικότερα της Ανατολικής Ελλάδας. Οι κεραμείς είχαν την ελευθερία να συνδυάζουν μοτίβα από διάφορες περιοχές και να δημιουργούν ενδιαφέρουσες συνθέσεις, όπως π.χ. βλέπουμε στον πι- θαμφορέα της Ακάνθου 109 (Πίν. 16). Εξ’ άλλου, όπως έδειξε και ο Πασπαλάς εξετάζοντας το ευρύτερο πλαίσιο της «κυματοειδούς» κεραμικής («waveline koine»), τα διάφορα μοτίβα που απαντώνται εδώ στην πλειονότητά τους συναντούνται και στα περισσότερα εργαστήρια της Ανα- τολικής Ελλάδος και Δύσης, στον αποικισμό της οποίας πήραν μέρος και τεχνίτες από την Ιω- νία2489. Αν και τα αρχαϊκά «χαλκιδικιώτικα» αγγεία του λεγόμενου «φυτικού» ρυθμού παρουσιά- ζουν σαφείς επιδράσεις από την κεραμική της Αιολίας δεν αντιγράφουν ουσιαστικά τα αιολικά αγγεία. Στα τελευταία υπάρχει καθαρά διακόσμηση με φυτικά μόνο μοτίβα και όχι συνδυασμός με γεωμετρικά, όπως π.χ. με ομόκεντρους κύκλους, που παρατηρούμε στα αγγεία από τη Μένδη και το Πολύχρονο2490. Χρονολόγηση Αν και η αφετηρία παραγωγής των «χαλκιδικιώτικων» αγγείων τοποθετείται αναμφισβήτητα στις αρχές του 7ου αι., βλ. π.χ. τους πιθαμφορείς της Μηκύβερνας (Πίν. 17β) και της Ακάνθου (Πίν. 14), προβληματικός παραμένει στην έρευνα ο καθορισμός του χρόνου παύσης της παραγω- γής παρόμοιων αγγείων. Το σύνολο της κεραμικής που μας προσέφεραν οι αποθέτες της Τορώ- νης2491, πιστοποιεί τη διάρκεια της παραγωγής της λεγόμενης «waveline» κεραμικής από τα χαλκιδικιώτικα εργαστήρια μέχρι το τέλος του α’ μισού του 5ου αι. π.Χ. ή και λίγο αργότερα2492. Την επιβίωση της waveline κεραμικής στο α’ μισό του 5ου αι. π.Χ. πιστοποιούν και τα ευρήματα της Χίου2493. Ακόμη και αν η Ι. Βοκοτοπούλου είχε δίκιο για τη χρονολόγηση των αγγείων από τα Πυργαδίκια στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.2494, φαίνεται ότι η παραγωγή συνεχίζεται και στον 4ο αι. π.Χ. Αδιάψευστοι μάρτυρες για τη συνέχεια της παραγωγής, με πιο λιτό βέβαια διάκοσμο, απο- τελούν τα λιγοστά παραδείγματα «κυπριακών» αμφορέων και πυξίδων2495. Άλλωστε στον 4ο αι. 2486 Βλ. παραπάνω σ. 237κ.ε. 2487 Βλ. παραπάνω σ. 233. 2488 Βλ. σ. 71κ.ε. 2489 Paspalas 1995, σ. 276κ.ε. 2490 Βλ. παραπάνω σ. 65κ.ε. 2491 Torone I. 2492 Paspalas 1995, σ. 32-56. 2493 Κουρουνιώτης 1916, σ. 205. 2494 Βοκοτοπούλου 1990γ, σ. 79-86, πίν. 15-18. 2495 Αίνεια, αρ. 9209 σχέδ. 45 πίν. 57 α και αρ. 7567 σχ. 7 πίν. 16 α. 247 π.Χ. ο «φυτικός ρυθμός» ακμάζει και σε άλλες περιοχές, όπως για παράδειγμα στην Εύβοια και τη Βοιωτία, όπου αναπτύσσεται ο λεγόμενος μελανόμορφος φυτικός ρυθμός2496, με συνδυασμό ανθεμίων κυρίως και μορφών αποδοσμένων με σκιαγραφία ή περίγραμμα. Στην επιβίωση του «φυτικού ρυθμού» και στη Χαλκιδική έως τον 4ο αι. π.Χ. ίσως συνέβαλε και το γεγονός ότι ευ- βοϊκά παραδείγματα αυτού του ρυθμού έφτασαν στα μέρη αυτά. Είναι γνωστά κάποια παραδείγ- ματα από την Όλυνθο2497, ενώ ένα άλλο συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Λαμπροπούλου και εκτίθεται στο Μουσείο Πολυγύρου. Την ίδια εποχή φυτική γραπτή διακόσμηση φέρουν και τα αγγεία των ροδίτικων εργαστηρίων συνεχίζοντας την παράδοση των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Η διακόσμηση αποδίδεται συνήθως με μαύρη ή κόκκινη βαφή πάνω στην άβαφη επιφά- νεια του αγγείου. Κυριαρχούν κυρίως φυτικά μοτίβα όπως οι γιρλάντες, κλαδιά κισσού, δάφνης και ελιάς αλλά δεν λείπουν και γεωμετρικά μοτίβα, όπως διαγραμμισμένα τρίγωνα, ενάλληλες γωνίες κ.α.2498. Στην Εύβοια δεν λείπουν και παραδείγματα με λευκό επίχρισμα2499. Άλλωστε και σε άλλα εργαστήρια, όπως π.χ. αυτό της Θήρας, βλέπουμε ότι παρόμοια αγγεία με ταινιωτή και κυματοειδή διακόσμηση συνεχίζουν να κατασκευάζονται και στον 4ο αι. π.Χ.2500. «Μονόχρωμη» κεραμική Ι. Με χονδρά τοιχώματα Κατά τους υστερογεωμετρικούς χρόνους και τον 7ο αι. π.Χ. τα κεραμικά εργαστήρια που λειτουργούσαν στην περιοχή του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου κατασκεύαζαν διάφορα ανοικτά αγγεία, όπως π.χ. κύλικες με εξωστρεφές χείλος, κρατηρόσχημα με συμπαγή ή ταινιωτή λαβή, πινάκια με πόδι ή χωρίς κ.ά., τα οποία καλύπτονταν με ερυθρό ή σπανιότερα καφέ «γάνωμα» και στις δύο όψεις τους2501. Οι ντόπιοι κεραμείς επηρεάστηκαν από άλλα μονόχρωμα αγγεία που κατασκευάζονταν από τα περισσότερα εργαστήρια του 8ου αι. π.Χ. και ιδιαίτερα τα ευβοϊκά που είχαν εισαχθεί στο βορειοελλαδικό χώρο. Τα σχήματα των αγγείων αυτής της κεραμικής παρου- σιάζουν επιρροές διαφόρων εργαστηρίων της εποχής. Οι κύλικες με εξωστρεφές χείλος ίσως έχουν επηρεασθεί από τα αντίστοιχα γεωμετρικά αγγεία της θεσσαλοευβοϊκής κεραμικής. Οι κύ- λικες με διχαλωτή λαβή παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με τα ντόπια αγγεία της Εποχής Σιδήρου, ενώ στα πινάκια με πόδι και στα κρατηρόσχημα αγγεία με συμπαγείς λαβές είναι εμφανής η επί- δραση της ανατολικοϊωνικής κεραμικής. Τα τοιχώματα των αγγείων αυτών είχαν σχετικά μεγάλο πάχος. Το γεγονός ότι τα αγγεία αυτά είναι μονόχρωμα και δύο τουλάχιστον σχήματα, η κύλικα με απλό χείλος και το λεκανό- σχημο με χείλος τριγωνικής διατομής εμφανίζονται και στις δύο κατηγορίες, μας κάνει να τα θε- ωρήσουμε προβαθμίδες της λεγόμενης «ωοκέλυφης» κεραμικής, στην οποία αναφερόμαστε αμέ- σως παρακάτω. Θεωρούμε μάλιστα ότι για κάποιο χρονικό διάστημα μέσα στον 7ο αι. πρέπει να συνυπήρχαν και οι δύο κατηγορίες μονόχρωμης κεραμικής. ΙΙ. «Ωοκέλυφη» κεραμική Η «ωοκέλυφη» κεραμική εμφανίζεται στους οικισμούς του μυχού του Θερμαϊκού κόλ- που2502. Μάλιστα τα ευρήματα του υπόσκαπτου της τομής 27-29Δ στο Καραμπουρνάκι και οι 2496 Ure 1960, σ. 211-217 πίν. 52-57. Tης ίδιας 1963, σ. 16-19. 2497 Olynthus XIII, αρ. 9, 10 πίν. 13. Αναφέρονται ως βοιωτικά γιατί στην έρευνα αρχικά θεωρούνταν τό- πος καταγωγής τους η Βοιωτία. 2498 Γιαννίκουρη – Πατσιάδα – Φιλήμονος 1989, σ. 172. 2499 Βλ. παραπάνω σ. 68 σημ. 709. 2500 Ζαφειρόπουλος 1965, σ. 185 πίν. 228 α,β. 2501 Βλ. παραπάνω σ. 176κ.ε. 2502 Η κεραμική αυτή έγινε γνωστή πρώτη φορά μετά τις έρευνες στη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου. Βλ. παραπάνω σ. 157. 248 αναλύσεις του πηλού που πραγματοποιήθηκαν απέδειξαν ότι το εργαστήριο παραγωγής της βρι- σκόταν εκεί2503. Ελάχιστα δείγματα είναι γνωστά από την Καλλικράτεια2504 ενώ απουσιάζει από το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής και το νεκροταφείο στα Ν. Σύλλατα που ανασκάφηκε κοντά στην Καλλικράτεια. Προκύπτει λοιπόν ότι δεν έγινε ποτέ δημοφιλής στις πόλεις της Χαλ- κιδικής και μπορούμε να θεωρήσουμε ουσιαστικά ως όριο εξάπλωσής της τη Σουρωτή. Οι άπο- δες κύλικες, οι τριφυλλόστομες οινοχόες, οι λεκανόσχημες φιάλες ως σχήμα αποτελούν δάνειο από τον ανατολικοϊωνικό χώρο2505. Η όλπη όμως με τη λαβή που φύεται από το λαιμό και όχι το χείλος, παρουσιάζει στοιχεία από την παλιότερη παράδοση της Εποχής Σιδήρου. Η εξωτερική μονόχρωμη επιφάνεια ίσως διατηρήθηκε στο χώρο ως επιβίωση των μονόχρωμων κυλίκων και σκύφων με πόδι και χωρίς από τη Γεωμετρική περίοδο αλλά η χρήση του μονόχρωμου γανώμα- τος και στα αρχαϊκά χρόνια ίσως οφείλεται σε επίδραση της Ιωνίας και των νησιών, όπου παρα- σκευάζονται κύπελλα και κύλικες με όμοιο γάνωμα2506. Η ταινιωτή διακόσμηση στο εσωτερικό, η οποία συναντάται σε ελάχιστα παραδείγματα πάνω σε σκούρο φόντο2507, συναντάται σε θεσσα- λικά μονόχρωμα αγγεία τα οποία πιθανότατα ήταν γνωστά και στους Μακεδόνες αλλά προϋ- πήρχε στο μακεδονικό χώρο με σπειροειδή μάλιστα μορφή από τους υπομυκηναϊκούς χρόνους. Το ίδιο σύστημα διακόσμησης για το εσωτερικό των ανοικτών αγγείων συναντάται κατά την αρ- χαϊκή περίοδο και στον ιωνικό χώρο, όπου επίσης συναντάται ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια. Στο σημείο αυτό αξίζει να κάνουμε μία παρατήρηση σχετικά με την «μονόχρωμη» κεραμική και τα ταφικά έθιμα. Παρατηρούμε ότι η μονόχρωμη κεραμική με «χονδρά» τοιχώματα, η οποία κατασκευάζεται από τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. εμφανίζεται αρκετά συχνά στα νεκροταφεία των οικισμών του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, όπως για παράδειγμα την Τούμπα Θεσσαλονί- κης2508, το Καραμπουρνάκι2509, τη Θέρμη2510 αλλά και τη Ν. Καλλικράτεια2511. Η «ωοκέλυφη» όμως κεραμική, η παραγωγή της οποίας αρχίζει αργότερα στον 7ο αι. π.Χ., δεν συναντάται σε όλα τα νεκροταφεία. Τη συναντούμε σε μικρή ποσότητα στο νεκροταφείο στο Καραμπουρ- νάκι2512, και σε μεγαλύτερη στο νεκροταφείο στη σύγχρονη Θέρμη, στην Τούμπα Θεσσαλονί- κης2513, στην αρχαία Λητή2514, στη Ν. Φιλαδέλφεια2515 και στο Αρχοντικό Γιαννιτσών2516. Αντί- θετα δεν εμφανίζεται στο νεκροταφείο της Σίνδου, ούτε στης Ν. Καλλικράτειας και Αγ. Παρα- σκευής. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι στις πιο κοσμοπολίτικες περιοχές, οι οποίες είτε ήταν αποικίες είτε ανέπτυξαν από πολύ νωρίς σχέσεις με τους νότιους Έλληνες, η χρήση της «ωοκέ- λυφης» κεραμικής περιορίζεται μόνο στις καθημερινές ανάγκες και δεν επιλέγεται ως «δώρο» για τους νεκρούς. Εξαιρείται ίσως το νεκροταφείο στο Καραμπουρνάκι επειδή ήταν ο τόπος παραγω- γής της. 2503 Βλ. παραπάνω σ. 157. 2504 Μπιλούκα - Γραικός 2004, σ. 167. 2505 Βλ. παραπάνω σ. 184κ.ε. 2506 Βλ. παραπάνω σ. 201κ.ε. 2507 Βλ. παραπάνω σ. 189. 2508 Σουέρεφ 1998α, σ. 198-199 εικ. 19. Σουέρεφ 2000α, σ. 216 εικ. 3. 2509 Τσιμπίδου 1999, σ. 532. 2510 Με βάση την προσωπική μου εμπειρία από τη συμμετοχή στην ανασκαφή του νεκροταφείου της Θέρ- μης. 2511 Μπιλούκα-Γραικός 2004, σ. 105 κ.ε. 2512 Βλ. παραπάνω σ. 197κ.ε. 2513 Σουέρεφ 2000α, σ. 218 εικ. 7. 2514 Τζαναβάρη – Φίλης 2003, σ. 156 εικ. 1. 2515 Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1998, σ. 265 εικ. 12. 2516 Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου1993, σ. 163 σχ.3. 249 Γραπτή κεραμική Στον 7ο και 6ο αι. π.Χ., την ίδια δηλαδή εποχή που στη Χαλκιδική έχουμε πιστές αντιγραφές αγγείων του ανατολικοελληνικού χώρου, αγγεία με γραπτή ταινιωτή διακόσμηση κατασκευάζο- νται και στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Κάποια από αυτά είναι κοντύτερα στην παράδοση του ιωνικού και αιολικού χώρου τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση ενώ για κάποια άλλα είναι δύσκολο να εντοπιστούν τα πρότυπά τους. Το σχήμα των εξαλείπτρων από τη Σίνδο2517, το Καραμπουρνάκι2518, τη Μίεζα2519 αλλά και τα Ν. Σύλλατα2520 έχει στοιχεία κυρίως από τα κορινθιακά εξάλειπτρα και λιγότερο από τον «ιωνίζοντα» τύπο2521. Η διακόσμησή τους με πεταλόσχημα μοτίβα θυμίζει περισσότερα αγγεία του ανατολικοϊωνικού χώρου2522. Το σχήμα της κανθαροειδούς κοτύλης υπάρχει στην περιοχή από την Εποχή Σιδήρου αλλά εμφανίζεται την ίδια περίοδο και σε νησιωτικά εργαστήρια2523. Η κυματοειδής ταινία, που συναντάται πολλές φορές, ίσως είναι επιβίωση της υπομυκηναϊκής πα- ράδοσης, η οποία είναι ισχυρή στο χώρο2524, αλλά ίσως και να οφείλεται σε επίδραση της κεραμι- κής με κυματοειδή διακόσμηση που αναπτύσσεται την εποχή αυτή στον Ανατολικοελλαδικό χώρο2525 και αντιγράφεται και στη Δύση2526. Η απλή ταινιωτή διακόσμηση που καλύπτει ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια των απλών και τριφυλλόσχημων οινοχοών του 7ου αι. π.Χ. από το Καραμπουρνάκι2527, ίσως μιμείται αντί- στοιχα αγγεία των ύστερων γεωμετρικών χρόνων και κυρίως τα σαμιακά του 7ου αι. π.Χ.2528. Τα πιθαρόσχημα αγγεία με τη γεωμετρική διακόσμηση: ομόκεντρους κύκλους, ημικύκλια, δέσμες κατακόρυφων και κυματοειδών γραμμών, πεταλόσχημα μοτίβα μένουν πιστά στην τοπική υπογεωμετρική παράδοση που οφείλει πολλά στους θαλασσοπόρους Ευβοείς και στους εγγύς γείτονες Θεσσαλούς, αλλά επηρεάζονται και από τα συντηρητικά νησιώτικα εργαστήρια που επίσης διατηρούν τα ίδια μοτίβα. Τεφρόχρωμη κεραμική Όπως ήδη έχει αναφερθεί, η τεφρόχρωμη κεραμική έχει μία πολύ παλιά παράδοση2529. Στην περίοδο που εξετάζουμε τα εργαστήρια τεφρόχρωμης κεραμικής λειτουργούν πιθανόν μόνο στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου και ελάχιστα προϊόντα τους έφθασαν στη Χαλκιδική, όπως μας δεί- χνουν λίγα ευρήματα από την Άκανθο και τη Ν. Καλλικράτεια2530. Ορισμένα σχήματα της τεφρόχρωμης κεραμικής επιβιώνουν από την Εποχή του Σιδήρου, αλλά τα περισσότερα είναι μιμήσεις σχημάτων από την Κόρινθο, την Αττική και τον ανατολι- κοϊωνικό χώρο. Η εξωτερική επιφάνειά τους είναι ορισμένες φορές στιλβωμένη. Η διακόσμηση περιορίζεται συνήθως σε μία κυματοειδή ταινία που έχει γίνει με το στιλβωτήρα κυρίως στο χεί- λος κανθαροειδών κοτυλών και κρατήρων. 2517 Βλ. παραπάνω σ. 214. 2518 Βλ. παραπάνω σ. 195. 2519 Mίεζα, σ. 86 αρ. Π1645. 2520 Παπαδοπούλου 1964, σ. 107 αρ. 27 πίν. 63α. 2521 Scheibler 1964, σ. 90 αρ. 25. 2522 Βλ. παραπάνω σ. 30. 2523 Βλ. παραπάνω σ. 213. 2524 Wardle 2001, σ. 639 εικ. 3. 2525 Βλ. παραπάνω «χαλκιδικιώτικη» κεραμική, σ. 52κ.ε. 2526 Βλ. παραπάνω σ. 72 υποσ. 764. 2527 Βλ. παραπάνω σ. 170κ.ε. 2528 Βλ. παραπάνω σ. 171 υποσ. 1777 και 1778. 2529 Βλ. παραπάνω σ. 81κ.ε. 2530 Ό.π. 250 Στο αρχαϊκό νεκροταφείο της Σίνδου συναντήσαμε μόνο τεφρόχρωμες κανθαροειδείς κοτύλες και εξάλειπτρα, που είναι μάλλον τα πιο αγαπητά σχήματα των ντόπιων εργαστηρίων τεφρόχρω- μης κεραμικής αυτής της περιόδου. Απαντώνται σε όλες τις θέσεις στις οποίες συναντούμε γκρίζα κεραμική, όπως π.χ. στην Αγία Παρασκευή2531, Θέρμη2532, Μίεζα2533. Στο νεκροταφείο της Ιερισσού ανεβρέθηκε ένας λέβης, ένα μικρογραφικό πιθαράκι, ένα μόνωτο κύπελλο και μία όλπη. Τα παραπάνω ευρήματα από τη Σίνδο και την Άκανθο, αν και αποδεικνύουν τη μακρόχρωνη πα- ραγωγή γκρίζων αγγείων στο βορειοελλαδικό χώρο, έως τον 4ο αι. π.Χ, εν τούτοις δεν μας δί- νουν πλήρη εικόνα της παραγωγής των εργαστηρίων τους. Για το λόγο αυτό στη συνέχεια θα αναφερθούμε και στα υπόλοιπα σχήματα τεφρόχρωμης κεραμικής, γνωστά από άλλες θέσεις του βορειοελλαδικού χώρου. I. Υδρίες Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τεφρόχρωμης υδρίας (Πίν. 94β) που μιμείται αττικά πρό- τυπα προέρχεται από την Κοζάνη2534. Φέρει μάλιστα εγχάρακτη διακόσμηση με ιχθυάκανθα, κλαδί με φύλλα και κυματοειδή γραμμή. Το αγγείο με βάση τα υπόλοιπα συνευρήματά του μπορεί να χρονολογηθεί γύρω στο 300 π.Χ.2535. Από την Τράγιλο είναι γνωστή και μία άλλη υδρία η οποία μιμείται επίσης παρόμοια αττικά αγγεία (Πίν. 94δ)2536. Από την Κοζάνη είναι γνω- στή μία ακόμη υδρία (Πίν. 94γ) των αρχών του 4ου αι. π.Χ. 2537 που όμως τα σχήμα της μένει πιστό σε παλιότερα πρότυπα2538, γεγονός που επιβεβαιώνει τις δύο τάσεις που επικρατούν στα εργαστήρια της ντόπιας τεφρόχρωμης κεραμικής. ΙΙ. Οινοχόες - Τριφυλλόστομες οινοχόες – Οπισθότμητοι πρόχοι Από την Τράγιλο είναι γνωστές και δύο τεφρόχρωμες οινοχόες με απλό χείλος. Η μία έχει απλή, επίπεδη βάση και είναι αξιοσημείωτο ότι η λαβή δεν φύεται, όπως συνήθως από το χείλος, αλλά από το λαιμό2539, ένα χαρακτηριστικό που συναντήσαμε και στα αγγεία από το Καραμπουρ- νάκι2540. Η δεύτερη έχει δακτυλιόσχημη βάση (Πίν. 94α). Υπάρχουν και τεφρόχρωμες τριφυλλόστομες οινοχόες (Πίν. 95α), όπως βεβαιώνει ένα τέτοιο αγγείο από την Σουρωτή, το οποίο με τη βοήθεια ενός αργυρού νομίσματος Ακάνθου, που βρέ- θηκε μαζί του, χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ.2541. Ένα παρόμοιο αγγείο από τον Άγιο Αθανά- σιο2542 διαφέρει σημαντικά από τις παραπάνω, καθώς έχει στενό στόμιο και ευρύ σώμα και θυμί- ζει πρωιμότερα παραδείγματα της ωοκέλυφης κεραμικής με τα οποία ασχοληθήκαμε παρα- πάνω2543. 2531 Βοκοτοπούλου1985, σ. 133-166, πίν. X-XV. 2532 Αλλαμανή 1999, σ. 158 εικ. 5. 2533 Μίεζα, σ. 39 Π 1533, σ. 61 Π 1590. 2534 Καλλιπολίτης 1983, σ. 120 εικ. 5 Για το σχήμα της υδρίας, βλ. Καλλιπολίτου – Feytmans 1948-1949, σ. 109 αρ. 41 εικ. 29. 2535 Από τον ίδιο τάφο που βρέθηκε η υδρία αυτή, προέρχεται χρυσή δραχμή Αλεξάνδρου Γ’. 2536 Κουκούλη 1977, εικ. 36. Για αττικά παράλληλα που χρονολογούνται στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., βλ. Agora XII, αρ. 1586-1588 πίν. 70. 2537 Καλλιπολίτης 1983, σ. 120. 2538 Καλλιπολίτης 1983, σ. 120 εικ. 3. Για παρόμοιου σχήματος υδρία με γραπτή διακόσμηση που χρονολογείται στην Πρώιμη ή Μέση Πρωτογεωμετρική περίοδο, βλ. Sipsie – Escbach 1991, αρ. 74/27 πίν. 19.1. 2539 Κουκούλη 1977, σ. 130-131 εικ. 11. 2540 Βλ. παραπάνω σ. 172. 2541 Σουέρεφ –Χαβέλα 1999, σ. 123 εικ. 4. 2542 Πέτσας 1969γ, σ. 168 πίν. 71. 2543 Βλ. σ. 183κ.ε. 251 Συχνά κατασκευάζονταν και οπισθότμητοι τεφρόχρωμοι πρόχοι. Ένα καλά διατηρημένο πα- ράδειγμα (Πίν. 95β) προέρχεται από τη Μίεζα και χρονολογείται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.2544. Το μικκύλο ανάλογο παράδειγμα από τη Φιλαδέλφεια με το βαθύ κόψιμο του στομίου στο πίσω μέρος του χρονολογείται στο α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.2545. Στη χρονολόγηση αυτών των αγγείων πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, καθώς το σχήμα έχει μία ανεπαίσθητη εξέλιξη και επιβιώνει έως και τον 4ο αι. π.Χ.2546. Ανάλογο παράδειγμα βρέθηκε σε τάφο στην περιοχή της Βέροιας και χρονολογείται με βάση τα συνευρήματά του πιθανότατα στα τέλη του 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ.2547. Το αγγείο από την Αιανή της Κοζάνης του α’ μισού του 4ου αι. π.Χ. δείχνει μία σχεδόν αναλλοίωτη παραγωγή του σχήματος έως και τους ύστερους κλασικούς χρόνους2548. ΙΙΙ. Λέβητες Διαφορετικοί τεφρόχρωμοι λέβητες από τον αντίστοιχο της Ακάνθου2549, είναι τα δύο γνω- στά πανομοιότυπα παραδείγματα από τον Άγιο Αθανάσιο (Πίν. 95γ) 2550. Έχουν οριζόντιο πεπλατυσμένο χείλος, επικλινή ώμο που σχηματίζει γωνία με το ημισφαιρικό σώμα και διευρυ- νόμενη βάση. Χρονολογούνται μάλλον στο τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Αντίστοιχο παρά- δειγμα του τέλους του 6ου αι. π.Χ. είναι γνωστό και από το νεκροταφείο της Μίεζας το οποίο φέρει τέσσερα πηνιόσχημα ωτία2551 (Πίν. 95δ). Το σχήμα είναι γνωστό τόσο στο βόρειο χώρο2552 όσο και στο νότο2553. Τα πηνιόσχημα ωτία που συναντούνται στο λέβητα της Μίεζας είναι γνω- στά κυρίως από αγγεία του ανατολικοϊωνικού χώρου. Ένα μικρό θραύσμα παρόμοιου τεφρόχρω- μου λέβητα με πηνιόσχημο ωτίο προέρχεται από την αιολική Λάρισα2554. Το σχήμα με γραπτή διακόσμηση συναντάται και στις Σάρδεις στον ύστερο 7ο αι. π.Χ2555 και στη Σάμο2556. Ένα ανατολικής προελεύσεως αγγείο με γραπτή διακόσμηση έφτασε και στην κοσμοπολίτικη Άκανθο2557. Τα πηνιόσχημα ωτία συναντούνται και σε άλλα σχήματα, όπως π.χ. σε πινάκια με πόδι2558. Ένα θασιακό-παριανό πινάκιο με ωτία φαίνεται ότι έχει κατασκευαστεί στη Θάσο και χρονολογείται στα 660 π.Χ.2559. Τα πηνιόσχημα ωτία διατηρούνται σε αγγεία του βορειοελλαδι- κού χώρου ως τους κλασικούς χρόνους, όπως μας δείχνει ένα παράδειγμα από την περιοχή της Κοζάνης2560. Υπάρχουν παρόμοιοι λέβητες οι οποίοι φέρουν ψευδολαβές που εφάπτονται στο 2544 Μίεζα, σ. 70 Π 1613. 2545 Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1998, σ. 265 εικ. 12. 2546 Για ανάλογα παραδείγματα, βλ. Ανδρόνικος 1966, σ. 194 κ.ε. Καραμήτρου – Μεντεσίδου 1999, σ. 544. Parović- Pesikan 1993, σ. 1239 κ.ε. 2547 Κουκουβού 2000, σ. 570 εικ. 10. 2548 Κατάλογος έκθεσης Αρχαία Μακεδονία. Από τους Μυκηναϊκούς χρόνους ως τον Μέγα Αλέξανδρο, (1992), σ. 367 αρ. 329. 2549 Βλ. παραπάνω σ. 84. 2550 Τσιμπίδου 1993, σ. 252 εικ. 4. Πέτσας 1969γ, σ. 168 πίν. 71. 2551 Μίεζα, σ. 39 Π1533. 2552 Mikulčić 1964-1965, σ. 214 εικ. 5α. 2553 Gauer 1921, σ. 4 πίν.88. 2554 Larisa III, σ. 109 πίν. 46.21. 2555 Mellink 1964, σ.163 εικ. 21 πίν. 52. 2556 Eilmann 1933, πίν. 3.3. 2557 Άκανθος Ι, αρ. 1281 σ. 225 εικ. 8. Χρονολογείται στο β’ μισό του 7 υο αι. π.Χ. 2558 Arslan 2001, σ. 175 εικ. 4.17. Για παραδείγματα από τη Σάμο, βλ. CVA Cassel 2, πίν. 56.6-7 και Samos VI.1, σ. 15 κ.ε. πίν. 34. Για παράδειγμα από τη Μίλητο, βλ. Villing 1999, σ. 194 κ.ε. Θεωρείται ότι ίσως έχουν πρότυπα από τη φρυγική και λυδική τορευτική τέχνη, βλ. Villing 1999, σημ. 45. 2559 Salviat – Weil 1960, σ. 347-386 πίν. 4-6. 2560 Ζιώτα – Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1988, σ. 27 εικ. 2. 252 σώμα και δεν έχουν λειτουργικό ρόλο.2561 Αυτές αναρτούνται είτε από πηνιόσχημα ωτία είτε απ’ ευθείας από το χείλος. Οι τελευταίες είναι εμφανές ότι έχουν μεταλλικά πρότυπα, όπως έχουν επισημάνει και οι Vallet – Villard2562. Μία παραλλαγή του σχήματος με ψηλό πόδι, σφαιρικό σώμα και τέσσερα ωτία σε δύο από τα οποία είναι αναρτημένες ψευδολαβές παράγεται στη Δύση στα τέλη του 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.2563. Διαφορετικού σχήματος είναι ο λέβητας από το Καραμπουρνάκι, με το εξωστρεφές χείλος τριγωνικής διατομής, ψηλό ωοειδές σώμα και τέσσερις οριζόντιες ταινιωτές λαβές προσαρμο- σμένες στο ύψος του ώμου. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου είναι στιλβωμένη2564. ΙV. Κρατήρες ΙV.1. Κιονωτοί Αγαπητό σχήμα της τεφρόχρωμης κεραμικής είναι ο κιονωτός κρατήρας. Υπάρχουν πολλά γνωστά παραδείγματα από τα νεκροταφεία του βορειοελλαδικού χώρου, όπως π.χ. από την Αγία Παρασκευή2565, την Τράγιλο2566 (Πίν. 94δ), το Αρχοντικό Γιαννιτσών2567, τη Μίεζα2568 (Πίν. 95ε) και την Αιανή2569. Οι περισσότεροι γνωστοί κιονωτοί κρατήρες ανάγονται στην αρχαϊκή περί- οδο. Το αγγείο της Μίεζας με τη βοήθεια των αττικών αγγείων που υπήρχαν στην ίδια ταφή με αυτό χρονολογείται στο α’ τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.2570. Για μία ακόμη φορά τα εργαστήρια του βορειοελλαδικού χώρου μας εκπλήσσουν με τη συντηρητικότητά τους. Τα δύο παραδείγματα, από την Τράγιλο και τη Μίεζα φανερώνουν ότι χρησιμοποιούνταν τόσο ο κορινθιακού τύπου κρατήρας με τα ορθογωνίου σχήματος πλακίδια που καλύπτουν τις λαβές, όσο και ο τύπος που συναντάται στην Ανατολική Ελλάδα, στη Σίνδο και στην Αγία Παρασκευή με ταινιωτή και με- λανόμορφη διακόσμηση με τις λαβές να εφάπτονται στο χείλος και να μην καλύπτονται από πλα- κίδια2571. ΙV.2. Σκυφοειδείς Το μοναδικό γνωστό παράδειγμα προέρχεται από τη Φιλαδέλφεια2572. Έχει ψηλό εξωστρεφές χείλος με καμπύλη την άνω επιφάνεια, ημισφαιρικό σώμα, δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη βάση και δύο οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής προσαρμοσμένες ακριβώς κάτω από το χείλος. Το σώμα διατρέχεται από οριζόντιες αυλακώσεις. Με βάση τα υπόλοιπα συνευρήματα μπορεί να χρονολογηθεί στον 7ο αι. π.Χ. 2573. 2561 Mégara Hyblaea II, σ. 156 πίν. 165. Για όμοιο λέβητα με γραπτή διακόσμηση από ομόκεντρους κύ- κλους σε ζώνες και δέσμες κυματοειδών γραμμών, βλ. Οrlandini 1991, σ. 4 πίν. ΙΙ. Παρόμοιο άβαφο πα- ράδειγμα βρέθηκε και στην Ιθάκη, βλ. Robertson 1948, αρ. 383 πίν. 24. 2562 Mégara Hyblaea II, σ. 156. 2563 Lyons 1996, αρ. 4-112 και 18-10 πίν. 54. Sabbione 1979, σ. 322 εικ. 14. Χρονολογείται στα 640-630 π.Χ. 2564 Τιβέριος 1995-2000, σ. 311 εικ.9 . Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του περιοδικού μας δίνει μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα του σχήματος. 2565 Βοκοτοπούλου 1985, σ. 133-166, πίν. X-XV. 2566 Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1983, σ. 138-139 εικ. 36. 2567 Χρυσοστόμου 2000, σ. 483. Μιμείται κορινθιακό κιονωτό κρατήρα, βλ. Corinth VII, I, σ. 63 αρ. 233 πίν. 32. 2568 Μίεζα, σ. 61 Π1590. 2569 Καραμήτρου – Μεντεσίδου 1999, σ. 542 και 560 εικ. 15. 2570 Μίεζα, σ. 61 Π1590. 2571 Βλ. σ. 211 όπου και σχετική βιβλιογραφία. 2572 Μισαηλίδου - Δεσποτίδου 1998, σ. 265 εικ. 9. 2573 Μισαηλίδου - Δεσποτίδου 1998, σ. 265. 253 V. Μόνωτα κύπελλα Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους συνεχίζεται η κατασκευή μόνωτων κυπέλλων - κυάθων (Πίν. 94ε) με υπερυψωμένη λαβή και τροπιδωτό σώμα. Το ψηλό χείλος διακρίνεται με σαφήνεια από το ψηλό επίσης σώμα και διευρύνεται ελάχιστα προς τα έξω. Η βάση του αγγείου είναι σχετικά στενή και έντονα διευρυνόμενη. Ένα παράδειγμα από την Τούμπα Θεσσαλονίκης2574 βρέθηκε με μία άποδη ωοκέλυφη κύλικα οπότε μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη 7ου – 6ο αι. π.Χ. Το σχήμα συναντάται στη Βεργίνα2575, τη Τσαουζίτσα2576, το Αξιοχώρι2577, την Άσσηρο2578, το Γυναικόκα- στρο2579, τη Φιλαδέλφεια2580 και τη Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης2581. Σε πολλές περιπτώσεις η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου περιτρέχεται από οριζόντιες αυλακώσεις. Σχετικά με την κατα- γωγή του σχήματος ο Heurtley2582 και ο Ανδρόνικος2583 πίστευαν ότι έχει μεταλλικά πρότυπα. Εκτός της Κ. Μακεδονίας το σχήμα δεν έχει καλά παράλληλα. Τα συγγενέστερα παραδείγματα προέρχονται από τη Θερμή της Λέσβου2584, τα οποία στην πλειονότητά τους δεν φέρουν λαβή και όταν υπάρχει αυτή δεν ξεπερνά το ύψος του χείλους. Χρονολογούνται στη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Στην Σίνδο το σχήμα εμφανίζεται από τον 11ο αι έως το α’ μισό του 8ου αι. π.Χ.2585. Το παράδειγμα όμως της Τούμπας Θεσσαλονίκης αποδεικνύει τη συνέχειά του ως και τους αρχαϊ- κούς χρόνους τουλάχιστον. Το συντηρητικό χαρακτήρα των εργαστηρίων της τεφρόχρωμης κε- ραμικής αποδεικνύει και ένα παράδειγμα από την Κοζάνη (Πίν. 94στ), το οποίο χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.2586. VI. Κέρνος Μοναδικό γνωστό παράδειγμα είναι ένας κέρνος2587 από τη Θέρμη2588 που με βάση τα υπό- λοιπα κτερίσματα της νεαρής γυναίκας που συνόδευε, πρέπει να χρονολογείται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Πάνω σ’ ένα δακτυλιόσχημο στέλεχος ελλειπτικής διατομής είναι προσαρμοσμένες δύο οπισθότμητες οινοχοΐσκες, ένας αμφορίσκος και δύο μικκύλες κύλικες με οπή στον πυθμένα τους για την ανάμειξη μάλλον των προσφορών. Παρόμοια σκεύη είναι γνωστά από το Θεσμοφόριο της Θάσου2589 και το ιερό της Δήμητρας στο Δίο2590. 2574 Σουέρεφ 1999, σ. 183 εικ. 17. 2575 Ανδρόνικος 1969, εικ. 18κ13. 2576 Heurtley 1927, σ. 59 εικ. 22a,b. 2577 Heurtley 1927, εικ. 22c. 2578 Wardle 1980, σ. 260 εικ. 19.54. 2579 Σαββοπούλου 1987, εικ. 8. 2580 Μισαηλίδου - Δεσποτίδου 1998, σ. 265 εικ. 9. 2581 Λαμπροθανάση-Κοραντζή – Παπαγιάννη – Πολουκίδου 2002, σ. 250 εικ. 6. 2582 Heurtley 1927, σ. 53. 2583 Ανδρόνικος 1969, σ. 217. 2584 Lamb 1936, εικ. XVIII αρ. 633, 635. 2585 Χαβέλα 1999, σ. 131. 2586 Καλλιπολίτης, σ. 120 εικ.4. 2587 Ο κέρνος είναι ένα τελετουργικό σκεύος που σχετίζεται με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας. Πρβλ. Αθή- ναιος ΙΙ, 476. Shear 1938, σ. 344-348 εικ. 29. Μόρτζος 1985, σ. 62. Kopcke 1968, σ. 279 αρ. 79-81 πίν. 108.5-7. 2588 Αλλαμανή 1999, σ. 158 εικ. 5. 2589 Rolley 1965, σ. 472 κ.ε. εικ. 32-33,36. 2590 Πινγιάτογλου 1991, σ. 147 εικ. 5. 254 Από τα όσα είδαμε, διαφαίνεται η προσκόλληση των κεραμέων των εργαστηρίων του χώρου της κεντρικής Μακεδονίας ακόμη και κατά τους αρχαϊκούς χρόνους στην παλιά τεχνική κατα- σκευής τεφρόχρωμων αγγείων. Εξακολουθούν να την εφαρμόζουν σε σχήματα που κατάγονται από την παλιότερη εποχή, όπως π.χ. σε μόνωτα τροπιδωτά κύπελλα ή ακόμη και σε σχήματα συγγενικά, όπως π.χ. σε κανθαροειδείς κοτύλες, αλλά και σε σχήματα που είναι δημοφιλή αυτήν την εποχή, όπως είναι τα εξάλειπτρα και οι κιονωτοί κρατήρες. Το βασικό εργαστήριο της τεφρόχρωμης κεραμικής θα πρέπει μάλλον να το αναζητήσουμε κοντά σε κάποιον οικισμό του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου, καθώς τα περισσότερα ευρήματα προς το παρόν έχουν έρθει στο φως από τον οικισμό στη θέση της σύγχρονης Θέρμης και την Αγία Παρασκευή. Βέβαια πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε τέτοιου είδους προτάσεις γιατί οι μελλοντικές ανασκαφές και η δημισίευση των παλαιότερων μπορεί να ανατρέψουν τα ως σήμερα γνωστά σε μας δεδομένα2591. «Ασημίζουσα» Κεραμική Η λεγόμενη «ασημίζουσα» κεραμική, που οφείλει το όνομά της στο χαρακτηριστικό επίχρι- σμα που καλύπτει την εξωτερική επιφάνειά της παράγεται από τον 8ο αι. π.Χ. και εξής και επι- βιώνει έως το τέλος του 6ου αι. π.Χ., όπως φάνηκε από τη στρωματογραφία της τομής Α της δι- πλής τράπεζας της Αγχιάλου2592, όπου κατά πάσα πιθανότατα βρισκόταν και το εργαστήριο παραγωγής της2593. Διακρίνεται κυρίως για την κατασκευή κλειστών αγγείων μεγάλων διαστά- σεων2594: πίθοι2595, πιθαμφορείς2596, αμφορείς με κάθετες λαβές2597, πρόχοι2598, λέβητες2599, αλλά σπανιότερα συναντούμε και ανοικτά αγγεία, όπως π.χ. λεκάνες2600, μόνωτες φιάλες2601. Διακόσμηση Η «ασημίζουσα» κεραμική έφερε πλούσιο γραπτό διάκοσμο. Τα περισσότερα μοτίβα έχουν αποδοθεί στους δύο πίθους από τον Καστανά2602 και τη Βεργίνα2603. Η διακόσμηση των αγγείων της «ασημίζουσας» αποτελείτο από οριζόντιες ζώνες, οι οποίες τις περισσότερες φορές διαχωρί- ζονταν μεταξύ τους με δύο ή και περισσότερες ευθείες γραμμές. Χρησιμοποιείτο κυρίως βιολετί χρώμα. Για τα περισσότερα μοτίβα και την καταγωγή τους έγινε λόγος στο Κεφάλαιο 2. Τα πε- ρισσότερα μοτίβα της προέρχονται από τον Υποπρωτογεωμετρικό ρυθμό του βόρειου χώρου. Η 2591 Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τα στοιχεία των περισσότερων ανασκαφών που έχουν πραγματοποιηθεί στο χώρο της Κεντρικής Μακεδονίας είναι αδημοσίευτα. 2592 Βλ. παραπάνω σ. 86κ.ε. 2593 Ό.π. 2594 Τιβέριος 1990β, σ. 322. Για τα σχήματα της «ασημίζουσας», βλ. αναλυτικά Γιματζίδης 1997. 2595 Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, σ. 196 εικ. 2. Γιματζίδης 1997, σ. 9 πίν. XXVI,2. Μοσχονησιώτη 2004, σ. 283 εικ. 7. Ηänsel 1979, σ.197 εικ. 18.7. 2596 Γιματζίδης 1997, ΣΑ 132-136. 2597 Heurtley 1925-1926, σ. 27-28 εικ14.7. Βοκοτοπούλου 1985, σ. 147, πίν. ΙΧ,1. Heurtley 1939, σ. 236 αρ. 485. 2598 Γιματζίδης 1997. 2599 Χρυσοστόμου - Χρυσοστόμου 1992, σ. 171,175 εικ. 10-11. 2600 Heurtley 1925-1926, σ. 28. Cuttle 1926-1927, σ. 110. Rey 1917-1919, πίν. XLIX 3. Heurtley 1939, σ. 235 αρ. 475. 2601 Αντίστοιχα παραδείγματα, βλ. Heurtley 1925-1926, σ. 27-28 εικ.14 πίν. XX. Cuttle 1926-1927, σ. 210. Casson 1919-1921, σ. 23-24. 2602 Hänsel 1979, σ. 197. 2603 Petsas 1964, σ. 255κ.ε. Δεν εντάσσεται στην «ασημίζουσα», καθώς δεν φέρει το χαρακτηριστικό λα- μπερό επίχρισμα αυτής της κεραμικής. 255 μακρά διάρκεια επιβίωσής της ίσως οφείλεται σε επιδράσεις από τον νησιωτικό και ιωνικό χώρο, όπου τα επίσης συντηρητικά κεραμικά εργαστήρια εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τα ίδια μο- τίβα. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στην Ανατολή την ίδια περίοδο εμφανίζεται η λεγό- μενη “marbled ware”, η οποία φέρει επίσης λαμπερό επίχρισμα2604. Οι τεχνίτες του Θερμαϊκού κόλπου μένουν πιστοί στη δική τους παράδοση, όπως τη διδά- χθηκαν από τους Ευβοείς συναδέλφους τους και τους γείτονες τους Θεσσαλούς αλλά επηρεάζο- νται και από τα σύγχρονα, επίσης συντηρητικά εργαστήρια της Ανατολικής Ελλάδας και των νη- σιών. Μιμήσεις κορινθιακής κεραμικής Σ’ όλο το χώρο που εξετάζουμε, βρίσκουμε μιμήσεις κορινθιακών αγγείων. Τα παραδείγματα από τη Σίνδο2605, το Καραμπουρνάκι2606, τη Μίεζα2607, τη Χαλκιδική2608 αποτελούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πιστά αντίγραφα των κορινθιακών προτύπων τους. Πρόκειται κυρίως για κοτύλες με ταινιωτή διακόσμηση και ημιμελαμβαφείς. Οι τελευταίες στην Κόρινθο κοσμούνται στην άνω ζώνη συχνά με μία τεθλασμένη ταινία. Τα τοπικά εργαστήρια την αντικαθιστούν με κυματοειδή, επειδή ίσως είναι κοντύτερα στη δική τους παράδοση. Ίσως τα αγγεία των παραπάνω θέσεων έχουν επηρεαστεί από ένα κορινθιακό εργαστήριο που έδρευε πιθανότατα στην Ποτίδαια2609. Οι κορινθιακές μιμήσεις από την Άκανθο, αν και ελάχιστες, διαφέρουν. Ορισμένες φορές είναι άβαφα αγγεία που μιμούνται απλώς το σχήμα και τον πηλό των κορινθιακών αγγείων. Άλλοτε πάλι, όπως π.χ. σ’ ένα θραύσμα λεκάνης2610, γίνεται προσπάθεια μίμησης του κορινθιακού πηλού με την επάλειψη ενός λεπτού επιχρίσματος κίτρινου χρώματος στην εξωτερική επιφάνεια του αγγείου. Οι ακάνθιοι κεραμείς τολμούν επιπλέον να μιμηθούν και σχήματα του κορινθιακού κεραμικού, όπως π.χ. απιόσχημους αρυβάλλους, αλάβαστρα κ.α., που άλλα μεγαλύτερα εργαστήρια σπάνια το επιχειρούν. Μιμήσεις αττικών μελανόμορφων αγγείων Σε διάφορες περιοχές τόσο της Χαλκιδικής όσο και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου συνα- ντούμε μιμήσεις αττικών μελανόμορφων αγγείων. Τέτοια αγγεία είναι γνωστά τόσο από την Άκανθο2611, το Καραμπουρνάκι2612, όσο και από το νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής2613, τη Θέρμη2614 και το Αρχοντικό Γιαννιτσών2615. Μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων κατασκευάζονταν και στη Θάσο2616. Ορισμένα παραδείγματα αυτού του εργαστηρίου εισήχθηκαν στη Χαλκιδική από ορισμένες πόλεις, όπως η Στάγειρος2617 και η Σάνη της Ακτής. 2604 Πληροφορίες για τη συγκεκριμένη κεραμική, βλ. παραπάνω σ. 84. 2605 Βλ. παραπάνω σ. 218. 2606 Βλ. παραπάνω σ. 193. 2607 Μίεζα, σ. 40 αρ. Π 6748. 2608 Παπαδοπούλου 1964, σ. 107 αρ. 27 πίν. 63α. 2609 Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2002, σ. 262 και 2003, σ. 195. 2610 Βλ. παραπάνω σ. 92. 2611 Βλ. σ. 88. 2612 Ζαφειροπούλου 1970, σ. 361-392. Τιβέριος 1988β. 2613 Σισμανίδης 1987, σ. 787 κ.ε. 2614 Σκαρλατίδου 1999, σ. 1036 κε. 2615 Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 2002, σ. 471 εικ. 18. 2616 Coulié 2002. 2617 Τα αποσπασματικά θραύσματα που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό το εργαστήριο εκτίθενται στο Μουσείο Πολυγύρου. 256 Μιμήσεις αγγείων Ρυθμού Αιγάγρων Το μοναδικό θραύσμα οινοχόης Ρυθμού Αιγάγρων από της Άκανθο (Πίν. 27θ) πρέπει να αποδοθεί πιθανότατα σε κάποιο περιοδεύον εργαστήρι της Ανατολικής Ελλάδας. Ανάλογη παρα- γωγή ίσως έχει και η Τορώνη. Εξ’ άλλου στην κοντινή Θάσο υπήρχε ένα μεγάλο τοπικό εργα- στήρι κατασκευής παρόμοιων αγγείων2618 που εισήχθηκαν και στη Χαλκιδική. Μιμήσεις αττικών ερυθρόμορφων αγγείων Αν και στο σύνολο του υλικού που εξετάσαμε δεν συναντήσαμε κανένα ντόπιο ερυθρόμορφο αγγείο η ύπαρξη εργαστηρίων στη Χαλκιδική που κατά τον 4ο αι. π.Χ. μιμούνταν τα αθηναϊκά ερυθρόμορφα αγγεία είναι γνωστή από παλιά. Μάλιστα ο McPhee προσπάθησε να διακρίνει και αγγειογράφους2619. Πρόκειται κυρίως για σκύφους, λεκανίδες, υδρίες, οινοχόες. Μελαμβαφής κεραμική Η παραγωγή μελαμβαφών αγγείων που μιμούνται κυρίως σχεδόν πιστά τα αττικά προϊόντα είναι κοινή για όλο τον χώρο που εξετάζουμε κυρίως στον 4ο αι. π.Χ. και λιγότερο στον 5ο αι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα έχουμε από την Όλυνθο και τη Σίνδο, όπου βρέθηκαν και κερα- μικοί κλίβανοι. Αβαφής κεραμική Τα άβαφα αγγεία των αρχαϊκών χρόνων, όπως προκύπτει τουλάχιστον από το υλικό της Ακάνθου έχουν τα πρότυπά τους κυρίως στον ανατολικό και νησιωτικό χώρο. Από τον 5ο αι. όμως και εξής η αττική κεραμική επικρατεί και υποσκελίζει όλους τους «τοπικούς ρυθμούς» όχι μόνο στο χώρο που εξετάζουμε αλλά και εκτός αυτού. Τα τοπικά εργαστήρια κατασκευάζουν κυρίως αβαφή αγγεία χαμηλής ποιότητας για τις καθημερινές ανάγκες των νοικοκυριών. Οι κε- ραμικοί κλίβανοι της Ακάνθου τόσο του 4ου αι. όσο και των ελληνιστικών χρόνων πιστοποιούν αυτήν την παραγωγή των τοπικών εργαστηρίων. Κεραμική με επικασσιτέρωση Μελετώντας τη τοπική κεραμική της Χαλκιδικής και του Θερμαϊκού κόλπου δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε και στην τεχνική της «επικασσιτέρωσης» που συναντούμε στις περιοχές αυτές στον 5ο αι. π.Χ. κυρίως σε μικρά αγγεία, όπως υδρίσκες, με την οποία τα μικρά πήλινα αγγεία έδιναν την εντύπωση αργυρών αγγείων. Αρκετά παραδείγματα αυτής της κεραμι- κής συναντούμε στη δυτική περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου, στην Πιερία2620. 2618 Ό.π. 2619 Mc Phee 1981, σ. 298- 308 πίν. 49 - 53. 2620 Kotitsa –Schüssler 2002/2, σ. 65-84. Vickers 1974, σ. 197 κ.ε. πίν. 17α. 257 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α Μικροσκοπική μελέτη δειγμάτων Κεραμικής της αρχαίας Ακάνθου (από τη χημικό – συντηρήτρια έργων τέχνης Σβέτλανα Βιβντένκο) Χρησιμοποιήθηκαν 20 δείγματα οστράκων από το νεκροταφείο αλλά και από τους κλιβάνους 5 και 6 των οικοπέδων 205/206. Ο τελευταίος χρονολογείται με βεβαιότητα στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Η εργασία πραγματοποιήθηκε με μικροσκοπική εξέταση των δειγμάτων σε στερεομικρο- σκόπιο Leica MZ6 και σε πολωτικό μικροσκόπιο ΠΟΛΑΜ Λ-211. Το πορώδες των δειγμάτων μετρήθηκε με τη μέθοδο της απορροφητικότητας νερού, ενώ για τον προσδιορισμό της σκληρότητας των δειγμάτων χρησιμοποιήθηκε η 10/βάθμια σκληρομε- τρική κλίμακα Mohs. Κατά την εξέταση των δειγμάτων σε στερεομικροσκόπιο ορίστηκαν οι τρεις κύριες ομάδες. Βασικό κριτήριο διαχωρισμού ήταν η παρουσία των προσμίξεων και πιο συγκεκριμένα, η συχνό- τητα και το μέγεθος των κόκκων τους. Η πρώτη ομάδα2621 (εικ. 1-4) χαρακτηρίζεται από σημα- ντική συχνότητα προσμίξεων και ποικιλία μορφών και μεγεθών κόκκων. Στις εικόνες 10α, 10β παράλληλα με τα εγκλείσματα των ορυκτών και πετρωμάτων φαίνονται και τα ίχνη των οργανι- κών φυτικών υλικών. Στη δεύτερη ομάδα2622 οι προσμίξεις είναι ελάχιστες και ιδιαίτερα λεπτόκοκκες (εικ.5-7). Μία ενδιάμεση εικόνα παρουσιάζουν τα δείγματα της τρίτης ομάδας2623, η οποία είναι πιο πολυάριθμη και, όπως φαίνεται, αντανακλά την πιο διαδεδομένη σύνθεση του κεραμικού συνό- λου της Ακάνθου (εικ. 8-14). Η τέταρτη ομάδα2624 διαφέρει από τις υπόλοιπες τόσο στη σύσταση του πηλού όσο και στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Κατά την πετρογραφική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια στάθηκε δυνατό να καθοριστούν τα χαρακτηριστικά της κάθε ομάδας. Στην πρώτη ομάδα η συχνότητα των προσμί- ξεων (μη- πλαστικών στοιχείων) είναι 20-25%. Το μέγεθος των κόκκων ποικίλει: οι πιο μεγάλοι κόκκοι μεγέθους 3 - 4mm σπανίζουν, αρκετά συχνοί είναι οι γωνιώδεις και υπογωνιώδεις κόκκοι μεγέθους 350-650μ και υπερτερούν οι γωνιώδεις και υπογωνιώδεις κόκκοι μεγέθους 10-60μ (εικ. 15-24). Στη δεύτερη ομάδα η συχνότητα των προσμίξεων είναι 5-7% και στη σύσταση υπερτε- ρούν οι γωνιώδεις και υπογωνιώδεις κόκκοι μεγέθους 10-40μ (εικ. 25, 26). Οι λεπτές τομές των δειγμάτων της πρώτης ομάδας με τη μικρή μόνη διαφορά στη συχνότητα 15-20% και στην απου- σία κόκκων μεγαλύτερων 1mm (εικ. 27,28). Στην τέταρτη ομάδα το μέγεθος των κόκκων είναι 120-600mm. Τις περισσότερες φορές το μέγεθος των κόκκων δεν υπερβαίνει τα 50-60mm. Η πετρογραφική ανάλυση έδειξε ότι οι συστάσεις των δειγμάτων διακρίνονται πιο πολύ στις ποσοτικές αναλογίες των μη- πλαστικών στοιχείων παρά στην ποιοτική ορυκτολογική σύνθεση, η οποία παρουσιάζει ένα σταθερό συνδυασμό ορυκτών. Τα κύρια μη – πλαστικά στοιχεία που εντοπίστηκαν είναι τα εξής: χαλαζίας, άστριοι, μαρμαρυγίες, κεροστίλβη και σπάνια επιδότης, 2621 Εδώ εντάσσονται τα εξής αγγεία, αριθ.302 – θήλαστρο, αριθ.198– χύτρα, αριθ.109 – αμφορέας με οριζόντιες λαβές της «χαλκιδικιώτικης»κεραμικής, αριθ.179 υδρία, οξυπύθμενος αμφορέας που δε συμπε- ριλαμβάνεται στην εργασία αριθ. Ι.205.13. 2622 Σ’ αυτήν την ομάδα εντάσσονται τα παρακάτω αγγεία: α) ο αμφορίσκος 1 με επιδράσεις από την Αν. Ελλάδα, κύλικα αριθ. 89, όλπες αριθ. 41 και 45, β) η «χαλκιδικιώτικη» υδρία αριθ. 113 και γ) ο μικκύλος αρυτήρας αριθ. 146. 2623 Στη μεσαία ομάδα ανήκουν α) ιωνίζοντα αγγεία κύπελλο αριθ.75, κύλικα 88 β) αβαφή αγγεία αμφο- ρέας αριθ.173, όλπη αριθ.201, αλλά και γ) αγγεία με διακόσμηση, υδρία αριθ. 110. 2624 Εδώ ανήκουν ο πιθαμφορέας αριθ.107, η υδρία αριθ.120 και η οπισθότμητη πρόχους αριθ.131. 259 θραύσματα ανθρακικών πετρωμάτων, χαλαζίτη και ψαμμίτη. H τέταρτη ομάδα διαφέρει από τις υπόλοιπες. Τα μη πλαστικά υλικά είναι σπάνια και εκπροσωπούνται κυρίως από χαλαζία και χα- λαζίτη. Εντοπίστηκαν άστριοι, μαρμαρυγίας και εγκλείσματα ανθρακικών. (Ιδιαίτερα διαφορο- ποιείται η οπισθότμητη πρόχους 131 2625 πολύ σημαντικό μέρος της σύστασης της οποίας αποτελείται από εγκλείσματα πηλού με ιδιαίτερα μικροκρυσταλλική μορφή των μη πλαστικών.) Ο χαλαζίας είναι μονοκρυσταλλικός και πολυκρυσταλλικός, συχνά με ελαφρή κυματοειδή κατάσβεση με τομές καθαρές ή με τα εγκλείσματα επιδότου, κεροστίλβης κ.α. Τα πλαγιόκλαστα εντοπίζονται με συχνή κυματοειδή κατάσβεση, επικρατέστερη αλβιτική διδυμία και φορές με σαφείς πολυδυμίες. Στους περισσότερους κρυστάλλους πλαγιοκλάστων παρατηρούνται εγκλεί- σματα επιδότου, κεροστίλβης, μαρμαρυγιών. Από τους αλκαλιούχους αστρίους τις περισσότερες φορές στη σύσταση συμμετέχει ο μικροκλινής, κάποιες φορές σερικιτιωμένος ή με εγκλείσματα αργιλικών ενώσεων. Η κεροστίλβη είναι πράσινη, καστανή ή άχρωμη, με υποπαράλληλη διάταξη των κρυστάλλων και σε κάποιες περιπτώσεις με εγκλείσματα σαλικών ορυκτών, απατίτη ή αδια- φανών ορυκτών. Ο έγχρωμος μαρμαρυγίας, ο βιοτίτης και ο λευκός μαρμαρυγίας, πιθανόν, ο μοσχοβίτης (με χαρακτηριστική αλλαγή του αναγλύφου με στροφή της τράπεζας του μικροσκο- πίου) συμμετέχουν στη σύσταση σε μεγάλη αναλογία. Σε μερικά δείγματα, π.χ. στο μικρογρα- φικό αρυτήρα 146 αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της σύστασης. Γενικά η αξιοσημείωτη συχνότητα των μαρμαρυγιών έγινε το διακριτικό γνώρισμα των εξε- ταζόμενων δειγμάτων. Τα ανθρακικά, εκτός από τα θραύσματα πετρωμάτων, εμφανίζονται και ως κελύφη μικροοργανισμών. Οι κόκκοι ψημένου, τριμμένου κεραμικού, μεγέθους 300-700μ εντοπίζονται συχνά στη σύσταση των δειγμάτων. Δεν παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις στη σχετική συχνότητα των παραπάνω συστατικών. Πιθανόν ο συγκεκριμένος συνδυασμός ορυκτών να αντιπρορσωπεύει τις πρώτες ύλες της περιοχής της Ακάνθου. Το αντιπροσωπευτικό σύνολο των ορυκτών της κεραμικής της Ακάνθου σχετίζεται καλά με τη γενική γεωλογική εικόνα του ελληνικού τμήματος της Σερβομακεδονικής μάζας (χάρτης 1) και πιο συγκεκριμένα της νοτιοανατολικής περιοχής της σειράς Βερτίσκου2626. Επομένως, με κάποια επιφύλαξη, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κεραμικό σύνολο που εξετάσθηκε από την Άκανθο έχει τοπική προέλευση. 2625 Βλ. παραπάνω σ. 84. 2626 Α. Κασώλη – Φουρναράκη, Συμβολή στην ορυκτολογική και πετρολογική μελέτη αμφιβολιτικών πετρωμάτων της Σερβομακεδονικής μάζας, (Διδακτορική διατριβή Θεσσαλονίκη 1981), σ. 41-44 (από όπου και ο χάρτης που παρατίθεται). 260 Χάρτης 1. Πετρογραφικό σκαρίφημα Πιο τεκμηριωμένη ταξινόμηση των πηλών απαιτεί ένα συμπληρωματικό σύνολο φυσικο-χη- μικών αναλύσεων, π.χ. περίθλαση ακτινών Χ για ταυτοποίηση αργίλων, η οποία είναι αδύνατη κατά την πετρογραφική ανάλυση ή φασματοσκοπικές τεχνικές (ατομικής απορρόφησης, εκπο- μπής, μαγνητικού πυρηνικού συντονισμού κ.ά.) για τον προσδιορισμό της χημικής σύστασης. Όσον αφορά στην όπτηση η εξέταση των δειγμάτων σε στερεομικροσκόπιο έδειξε ότι όλα τα αγγεία είναι οξειδωτικά ψημένα και έχουν καστανά ή ερυθροκάστανα χρώματα. Εξαίρεση απο- τελεί μία ομάδα δειγμάτων με πιο ανοικτό καφέ χρώμα (εικ. 29-31). Περίπου 30% των δειγμάτων εμφανίζει τεφρό πυρήνα, και αυτό οφείλεται στον ανεπαρκή χρόνο ψησίματος (εικ.1, 2). Για τον προσδιορισμό της θερμοκρασίας όπτησης κεραμικής υπάρχουν πολλές τεχνικές : η εξέταση της συμπεριφοράς των δειγμάτων με επανόπτηση (με μέτρηση απορροφητικότητας νε- ρού και συντελεστή διαστολής πριν και μετά από επανόπτηση), θερμική ανάλυση, περίθλαση ακτινών Χ, φασματοσκοπία Moss Bauer με ακτίνες γ, οπτικές τεχνικές κ.ά. Ο προσδιορισμός της θερμοκρασίας όπτησης κατά την παρατήρηση σε πολωτικό μικροσκό- πιο βασίζεται στις μεταβολές που υφίστανται τα ορυκτά του πηλού με την άνοδο της θερμοκρα- σίας, όπως είναι η απώλεια της κρυσταλλικής δομής των αργίλων, αποσύνθεση ανθρακικών, δη- μιουργία νέων ορυκτών φάσεων κ.ά. Οι βασικές μεταβολές στα δείγματα που επιλέχθηκαν για πετρογραφική ανάλυση δείχνουν εικόνες χαρακτηριστικές για ενεργή και μέτρια ενεργή πηλιτική μάζα. Πιο συγκεκριμένα, η κύρια κεραμική ύλη είναι απλοθλαστική, η αποσύνθεση των ανθρακικών στα περισσότερα δείγματα ολοκληρώθηκε, μόνο σε λίγες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στον πυρήνα παρατηρούνται κόκκοι αν- θρακικών. Η κυματοειδής κατάσβεση και εγκλείσματα στους κόκκους χαλαζία και αστρίων, το καστανό χρώμα της κεροστίλβης, η εμφάνιση των γραμμών αντιδράσεων γύρω από τους κόκκους αστρίων και μαρμαρυγιών και άλλες χαρακτηριστικές μεταβολές μας οδηγούν στις πιθανές θερ- μοκρασίες όπτησης 850-900º C. 261 Όσον αφορά στην τέταρτη ομάδα η κατάσταση των ανθρακικών, της κεροστίλβης και της κύριας κεραμικής ύλης μας αφήνει να υποθέσουμε ότι η θερμοκρασία όπτησης ήταν πάνω από 850º C2627. Σημαντικό ρόλο στη διαδικασία ψησίματος παίζει ο χρόνος ψησίματος. Για να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα η πρακτική όπτησης απαιτεί ταυτόχρονη δημιουργία της συγκεκρι- μένης ατμόσφαιρας και κατάλληλης θερμοκρασίας σε κάθε φάση ψησίματος και ορισμένης διάρ- κειας εκθέσεως αντικειμένου σε σταθερή θερμοκρασία. Για τη σωστή ρύθμιση των συνθηκών εντός κλιβάνου ήταν απαραίτητη η τεχνολογική εξειδίκευση και εμπειρία. Στα εξεταζόμενα δείγματα οι ατέλειες του ψησίματος, σε μορφή μη καλά ψημένου πυρήνα, συχνότερα εμφανίζονται στα αγγεία μεγάλων διαστάσεων. Αν υποθέσουμε ότι για την πλήρη εκ- μετάλλευση του χώρου στον κλίβανο στοιβάζονταν τα αγγεία των μικρών και των μεγάλων δια- στάσεων κατασκευασμένα από τον παρόμοιο πηλό, είναι λογικό, να περιμένουμε κάποιες ατέ- λειες ψησίματος στα μεγάλα αγγεία επειδή απαιτούσαν μεγαλύτερη διάρκεια όπτησης. Το φαινόμενο του σκουρόχρωμου πυρήνα από τη μία συνηγορεί για κάποιες ατέλειες στη γε- νική οργάνωση της εργασίας, από την άλλη όμως μας παραπέμπει στην αρχική σύσταση της πρώτης ύλης με αντιπροσωπευτικά ορυκτά, το μεγάλο μέρος των οποίων (ενώσεις σιδήρου, αν- θρακικά, μαρμαρυγίες, άστριοι) μπορεί να λειτουργήσει ως ευτηκτικά, δηλαδή ως υλικά που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την υαλοποίηση των πηλών. Μη ελεγχόμενη επιτάχυνση, όμως, μπορεί να προκαλέσει καταστροφή του αγγείου. Για την αποτροπή της ατυχίας στη διαδικασία ψησίματος περιορίζεται υποχρεωτικά ο χρόνος και ή θερ- μοκρασία όπτησης. Προκειμένου να εξασφαλίζουν τη συμπεριφορά των αγγείων στο ψήσιμο, η συνιστώμενη συχνότητα των ευτηκτικών σε λεπτό κλάσμα πηλιτικού υλικού με κρυστάλλους μικρότερους 0,001mm (το μέρος σύστασης του πηλού που πραγματοποιούνται οι βασικές αρχικές αντιδράσεις της ωρίμανσης της κεραμικής μάζας) εδώ πρέπει να ήταν πάνω από το 3-5%. Μεταξύ των ευτη- κτικών του λεπτού κλάσματος στους πηλούς της Ακάνθου είναι τα οξείδια και υδροξείδια σιδή- ρου, υδρομαρμαρυγίες, κρυπτοκρυσταλλικός ασβεστίτης του μικρίτη, μικρά φυλλάρια μαρμαρυ- γιών κ.α. Έχοντας υπ’ όψιν τη σημαντική συχνότητα προσμίξεων – ευτηκτικών στον πηλό της Ακάνθου, είναι λογικό να αναμένουμε και την αυξημένη τους συχνότητα σε λεπτό κλάσμα του πηλιτικού υλικού. Έτσι, ορίζεται ο παράγοντας που εύκολα μπορούσε να οδηγήσει στην κατα- στροφή του αγγείου κατά το ψήσιμο. Όσον αφορά στη διαδικασία της κατεργασίας της πρώτης ύλης, η οποία ακολούθως πρέπει να εκτεθεί στην όπτηση, σημαντικό ρόλο στην αναφερόμενη φάση παίζει η σωστή επιλογή της συχνότητας προσμίξεως και του μεγέθους των κόκκων της. Και οι δύο αυτοί παράμετροι μπο- ρούσαν να ρυθμιστούν είτε με διάφορες φυσικές διεργασίες (απομάκρυνση μεγάλων κόκκων με κοσκίνισμα, κατεργασία με νερό κ.α.) είτε με ανάμιξη με άλλα υλικά (πιο λεπτόκοκκο ή πιο χον- δρόκοκκο πηλό, άμμο, θραύσματα πετρωμάτων, τριμμένο κεραμικό κ.α.). Αναμιγνύοντας πηλό με διάφορα υλικά επεμβαίνουμε είτε στην πλαστικότητα είτε στο σημείο ωρίμανσης της πρώτης ύλης. Η μεγάλη συχνότητα χαλαζία στον πηλό αυξάνει τη σταθερότητα του αγγείου στην όπτηση. Επομένως η σχετικά μεγάλη περιεκτικότητα της πρώτης ύλης της Ακάνθου σε χαλαζία (ιδιαί- τερα στα μεγάλα αγγεία) δεν ήταν τυχαία, αλλά εξασφάλιζε τη συμπεριφορά των αγγείων κατά το ψήσιμο. Το αρκετά μεγάλο μέγεθος κόκκων της προσμίξεως (3-4mm) και η σπάνια στατι- στική εμφάνιση της στο κεραμικό σύνολο της Ακάνθου μας επιτρέπει να θεωρήσουμε την πρό- σμιξη του χονδρόκοκκου χαλαζία ως τεχνητή. 2627 Ο χρόνος ψησίματος δεν ήταν αρκετός. Ιδιαίτερα στην πρόχου 131 η απλοθλαστική κεραμική ύλη παραμένει μόνο στις εξωτερικές στρώσεις του δείγματος. Η ατμόσφαιρα του ψησίματος διαφέρει από δείγμα σε δείγμα. Ήταν ιδιαίτερα οξειδωτική στην περίπτωση των αγγείων 107 και 120 και ήπια οξειδω- τική στην περίπτωση της πρόχου 131. 262 Οι μαρμαρυγίες, εκτός από την ευτηκτική τους λειτουργία, έχουν την ιδιότητα να επιφέρουν γρήγορα αύξηση της παραμόρφωσης των πηλών κατά την περιστροφή του τροχού. Για την απο- φυγή της παραμορφώσεως των αγγείων κατά τη μορφοποίηση τους θεωρείται απαραίτητη η πα- ρουσία στον πηλό των κόκκων προσμίξεων (χαλαζία, τριμμένου κεραμικού) προτιμητέου μεγέ- θους 0,5 – 1mm, ενώ οι κόκκοι μικρότερων μεγεθών χαμηλώνουν τις συνδετικές ιδιότητες του πηλού. Οι κόκκοι προσμίξεων των παραπάνω μεγεθών επίσης, χαμηλώνοντας τη συρρίκνωση του πηλού, αυξάνουν τη σταθερότητα των αγγείων κατά το στέγνωμα, επιταχύνοντας συγχρόνως τη διαδικασία αυτή. Οι παράμετροι που αναφέρθηκαν σχετίζονται καλά με την ταξινόμηση κόκκων προσμίξεων στα εξεταζόμενα δείγματα της Ακάνθου. Έτσι, η σημαντική συχνότητα προσμίξεων με κόκκους μεγέθους 350-650μ πιθανόν υποδηλωνόταν με την υψηλή αναλογία των μαρμαρυγιών στη σύ- σταση του πηλού. Αξιοσημείωτη είναι στα δείγματα που εξετάστηκαν και η σταθερότητα του μεγέθους των μεγαλύτερων κόκκων στις «μεσαίες», πιο διαδεδομένες συνθέσεις της Ακάνθου. Με την παραπάνω παράμετρο, σταθερότητα μεγέθους μεγαλύτερων κόκκων, αξιοποιείται συνή- θως η ομοιομορφία του πηλού και κατά συνέπεια ο βαθμός της κατεργασίας πρώτων υλών. Ολοκληρώνοντας την εξέταση των λεπτών τομών προς την κατανομή και κοκκομετρία των προσμίξεων μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι κεραμείς της Ακάνθου είχαν κάποιες δυσκολίες με τις πρώτες ύλες (αξιοσημείωτες συχνότητες μαρμαρυγιών, ευτηκτικών), όμως τις αντιμετώπισαν με την εμπειρία τους, χρησιμοποιώντας φυσικές και τεχνητές προσμίξεις και επιλέγοντας σωστά και ελέγχοντας τις συνθήκες όπτησης. Στο κεραμικό σύνολο της Ακάνθου, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπάρχει μία ομάδα αγγείων με ανοικτό καφέ χρώμα (μερικά από αυτά αποτελούν απομιμήσεις κορινθιακών αγγείων) που δια- κρίνεται για την αυξημένη συχνότητα μαρμαρυγιών (ο μοσχοβίτης υπερτερεί) και ανθρακικών (λευκοκρατικών συστατικών τα οποία δίνουν ανοικτή απόχρωση στο κεραμικό) και σχετικά χα- μηλή θερμοκρασία όπτησης στους 800-850º C. Στις εικ. 33, 34 παρουσιάζονται οι εικόνες σύ- στασης ενός κορινθιακού αγγείου με ιδιαίτερα λεπτόκοκκο και καθαρό πηλό και της απομίμησης με ποικιλομορφία προσμίξεων. Φαίνεται πως η σύσταση πλούσια σε μαρμαρυγίες και ανθρακικά επέτρεπε στους κεραμείς σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες όπτησης να αποκτήσουν το επιθυ- μητό ανοικτό καφέ χρώμα. Μελετώντας τη διαφοροποίηση της πρώτης ύλης ως προς το μέγεθος του αγγείου και τη χρήση του, για την οποία προοριζόταν, διαπιστώσαμε ότι η χονδρόκοκκη σύνθεση είναι χαρα- κτηριστική για τα μαγειρικά σκεύη (σπάνιοι κόκκοι πρόσμιξης μεγέθους 3-4mm). Η λεπτόκοκκη σύνθεση είναι χαρακτηριστική για την πιο επιμελημένη κεραμική (μικρότερων διαστάσεων) που φέρει «ιωνίζουσα» διακόσμηση. Το πορώδες και η σκληρότητα της κεραμικής έχει άμεση σχέση με τη θερμοκρασία όπτησης, η σημαντική αύξηση της οποίας (με κατάλληλη πρώτη ύλη) έχει ως αποτέλεσμα μία συμπαγή, χαμηλού πορώδους κεραμική μάζα. Τα δείγματα της Ακάνθου χαρακτηρίζονται από σκληρότητα 13 και πορώδες 22-24%. Ίδιες τιμές σκληρότητας 1-3 και λίγο πιο αυξημένες του πορώδους 24- 28% σημειώνουν και οι ερευνητές της κεραμικής της Σίνδου2628, η οποία συγχρόνως χαρακτηρίζεται με θερμοκρασία όπτησης στους 850-1000º C. Οι χαμηλότερες τιμές πορώδους, που δεν ξεπέρασαν το 19% και υψηλότερες της σκληρότητας καθορίσθηκαν για την κεραμική της Ολύνθου σε μία προκαταρκτική εξέταση 4 μόνο δειγμάτων2629. Η κεραμική της Ολύνθου διακρίνεται για τον ιδιαίτερα λεπτόκοκκο πηλό. Πολύ σπάνια στη σύσταση συναντούμε κόκκους μη πλαστικούς μεγέθους 60-120mm. Η βασική κοκκομετρία κυ- μαίνεται στα 10-40mm. Στα μη πλαστικά υλικά εντοπίστηκαν ο χαλαζίας μόνο- και πολυκρυ- σταλλικός, άστριοι, άφθονοι μαρμαρυγίες. Παρατηρείται αυξημένη συχνότητα ανθρακικών και ίχνη κελύφων. Η αποσύνθεση των ανθρακικών, η έντονη καστανή απόχρωση της κεραμικής και 2628 Κεσίσογλου – Μήρτσου 1987, σ. 408. 2629 Από την Όλυνθο εξετάσθηκαν τα ακόλουθα δείγματα, βλ. Olynthus V, αριθ. Ρ31-Α πίν. 26, αριθ. Α πίν. 31, αριθ. Ρ56Β πίν. 34 και αριθ. Β πίν. 41. 263 η κατάσταση της κύριας απλοθλαστικής κεραμικής ύλης μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι η θερμοκρασία όπτησης ήταν πάνω από 850º C σε ιδιαίτερα οξειδωτική ατμόσφαιρα. Τέλος χωρίς να θεωρούμε ότι έχει ολοκληρωθεί η μελέτη εξ’ αιτίας της έλλειψης των απα- ραίτητων πληροφοριών, αλλά μόνο γενικεύοντας τις πρώτες παρατηρήσεις, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι οι κεραμείς της Ακάνθου χρησιμοποιώντας τις πρώτες ύλες πιθανόν τοπικών κοιτασμάτων ήταν ικανοί να διαφοροποιήσουν την πλαστικότητα τους και να ρυθμίζουν τις συν- θήκες όπτησης για την επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β Μικροσκοπική Μελέτη δειγμάτων κεραμικής από το Καραμπουρνάκι (από τη χημικό – συντηρήτρια έργων τέχνης Σβέτλανα Βιβντένκο) Για τη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οκτώ δείγματα οστράκων, τέσσερα από το νεκροταφείο και τέσσερα από τους απορριμματικούς λάκκους. Κατά τη μικροσκοπική εξέταση ορίστηκαν τρεις βασικές ομάδες πηλών. Βασικά κριτήρια διαχωρισμού αποτελούν τα χαρακτηριστικά των προ- σμίξεων και η διαδικασία όπτησης. H πρώτη ομάδα, η οποία αποτελείται από ένα όστρακο πιθαρόσχημου αγγείου με γραπτή δι- ακόσμηση (378 εικ. 48), μία οπισθότμητη πρόχου (393), μία ωοκέλυφη οινοχόη(653), μία όλπη (515 εικ. 47) και μία ωοκέλυφη κύλικα (654 εικ. 44-46), χαρακτηρίζεται από συχνότητα προσμί- ξεων 7-10% με μέγεθος κόκκων 10 - 60μ. και σπάνια έως 200μ. και σχετική ποικιλία ορυκτών που αποτελούν τα μη πλαστικά στοιχεία. Με σειρά συχνότητας είναι τα εξής: χαλαζίας (μονο- κρυσταλλικός και πολυκρυσταλλικός), άστριοι (μικροκλινής και πλαγιόκλαστα), βιοτίτης και λευκός μαρμαρυγίας, κεροστίλβη άχρωμη και καστανή, θραύσματα ανθρακικών πετρωμάτων και σπάνια χαλαζίτης. Οι κόκκοι των μη- πλαστικών έχουν αρκετά υψηλό βαθμό στρογγυλότητας. Ο πηλός της δεύτερης ομάδας, η οποία αποτελείται από δύο κοτύλες απομιμήσεις κορινθια- κών αγγείων (651 εικ. 49-50, 652 αντίστοιχα), περιέχει ελάχιστες προσμίξεις 5-7% με μέγεθος κόκκων 10-60μ. με σπάνιους κόκκους μεγέθους έως 300. Τα μη- πλαστικά στοιχεία που εντοπί- στηκαν είναι τα εξής: χαλαζίας (μονοκρυσταλλικός και πολυκρυσταλλικός), άστριοι, λευκός μαρμαρυγίας, βιοτίτης και θραύσματα ανθρακικών πετρωμάτων. Το χαρακτηριστικό των δειγμά- των είναι τα εγκλείσματα που αποτελούνται από τριμμένο ψημένο κεραμικό, μεγέθους 350-700μ. Τα αγγεία της τρίτης ομάδας, δύο σπάνια λεκανόσχημα (460 εικ. 51, 461 εικ. 52-55), κατα- σκευάστηκαν από ιδιαίτερα λεπτόκοκκο και καθαρό πηλό. Η σύσταση τους παρουσιάζει σχεδόν την ίδια εικόνα με τα δείγματα της δεύτερης ομάδας με μία μόνο μικρή διαφορά στην παρουσία μαρμαρυγιών, η οποία είναι πολύ περιορισμένη στην τρίτη ομάδα Εντοπίστηκαν και τα εγκλεί- σματα ψημένου κεραμικού. Οι κόκκοι των μη- πλαστικών έχουν πολύ υψηλό βαθμό στρογγυλό- τητας. Οι κόκκοι των αργίλων είναι στρογγυλοί και στις τρεις ομάδες. Οι πηλοί είναι πλούσιοι σε ενώσεις σιδήρου. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι πηλοί που ανήκουν στη δεύτερη ομάδα χρησιμοποιούνταν στα αγ- γεία που αποτελούν μίμηση κορινθιακών αγγείων, ενώ οι πηλοί της τρίτης ομάδας στην κατα- σκευή της ωοκέλυφης κεραμικής. Ευδιάκριτη είναι η σημαντική διαφοροποίηση της θερμοκρασίας όπτησης για κάθε αναφερό- μενη ομάδα. Για την όπτηση της ωοκέλυφης κεραμικής – ομάδα 3 – χρησιμοποιήθηκαν αναγωγι- κές συνθήκες με σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες που δεν ξεπερνούσαν τους 800º C (στις λεπτές τομές παρατηρούνται οι αρκετοί κόκκοι ανθρακικών). Κατά την αναγωγική όπτηση των πηλών πλούσιων σε σίδηρο η υαλοποίηση επιταχύνεται εξ’ αιτίας της έντονης δράσης ως ευκτητικό του οξειδίου σιδήρου (Ομάδα 2). Αξιοσημείωτο είναι ότι οι συνθήκες ψησίματος δεν ήταν ιδιαίτερα 264 σταθερές – μικροσκοπικά στις τομές των οστράκων διακρίνονται οι γραμμές διαφόρων αποχρώ- σεων. Οι απομιμήσεις των κορινθιακών αγγείων (Ομάδα 2) ψήθηκαν σε ήπιες οξειδωτικές συνθή- κες με πιθανή θερμοκρασία 800-850º C. H κεραμική της πρώτης ομάδας έχει ψηθεί σε ιδιαίτερα οξειδωτικές συνθήκες και υψηλότερη θερμοκρασία στους 850-950º C (στο πολωτικό παρατηρούνται οι κόκκοι της κεροστίλβης καστα- νού χρώματος). Όσον αφορά στη διαφοροποίηση των πρώτων υλών σε εξάρτηση από το μέγεθος και το σχήμα του αγγείου, αξιοσημείωτη είναι η πολύ λεπτή σύνθεση των πηλών, την οποία παρακο- λουθούμε σε όλα τα δείγματα από το Καραμπουρνάκι, στα οποία περιλαμβάνονται και αρκετά μεγάλα αγγεία, όπως είναι ο αποθηκευτικός πίθος (αριθ. ΛΙΙ\19). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ Ανασκαφή στο Καραμπουρνάκι: Χημική ανάλυση κεραμικών οστράκων με φασματοσκοπία ατομικής απορρόφησης και φλογοφωτομετρία (Ινστιτούτο Πολιτιστικής & Εκπαιδευτικής Κληρονομιάς. Μονάδα Πολιτιστικής Κληρονο- μιάς - Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, Υπεύθυνοι Δρ. Δ. Τσιαφάκη και Δρ. Ν. Τσιρλιγκάνης) 1. Περιγραφή των δειγμάτων Όλα τα κεραμικά όστρακα που προέρχονται από την ανασκαφή στο Καραμπουρνάκι και που αναλύθηκαν2630 στην παρούσα εργασία ταξινομήθηκαν σε δύο ομάδες: (α) στα ψημένα όστρακα και (β) στα άψητα ή κακώς ψημένα. Η ταξινόμηση αυτή έγινε με οπτική εξέταση των οστράκων αλλά και με τη μελέτη της συμπεριφοράς τους όταν πλύθηκαν με νερό. Στην ανάλυση συμπερι- λήφθηκε επίσης και ένα δείγμα χώματος (S) το οποίο προέρχεται από τον ίδιο λάκκο στον οποίο βρέθηκαν τα κεραμικά όστρακα. Το δείγμα χώματος κοσκινίστηκε και απομονώθηκαν τέσσερα διαφορετικά κοκκομετρικά κλάσματα. Αναλυτικότερα, τα κοκκομετρικά κλάσματα που απομο- νώθηκαν ήταν (α) <23 μm (S1), (β) 23-63 μm (S2), (γ) 63-150 μm (S3), (δ) 150-250 μm (S4). Όλα τα δείγματα που αναλύθηκαν στην παρούσα εργασία περιγράφονται στον Πίνακα 1. Επι- πλέον, στην χημική ανάλυση συμπεριλήφθηκε και ένα δείγμα από το αρχικό χώμα πριν αυτό υποστεί κοσκίνηση. Στη συνέχεια η εξωτερική επιφάνεια των κεραμικών οστράκων απομακρύνθηκε με ένα τρυ- πάνι έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση της πιθανής εξωτερικής επιμόλυνσης των οστρά- κων. Ειδικότερα, τα δείγματα Κ8 και Κ21 αναλύθηκαν με και χωρίς απομάκρυνση τη εξωτερικής επιφάνειας. Κάθε δείγμα λειοτριβήθηκε σε γουδί από αχάτη πριν την εφαρμογή της χημικής δια- λυτοποίησης. 2630 Αναλύθηκαν συνολικά 36 δείγματα κεραμικών οστράκων (Κ) 265 Πίνακας 1:Περιγραφή των δειγμάτων No Δείγμα Περιγραφή 1 S1 <25 μm 2 S2 25-63 μm 3 S3 63-150 μm 4 S4 150-250 μm 5 S5 Χώμα 6- K2, K4, K6, K3, Άψητα 13 K5, K8A, K8B, K15 14- K21A, K21B, K16, K17, Ψημένα 23 K18B, K14, K23B, K24, K19, K25 24- K26, K27, K28, K30, K31, K33, K34, K35, K36, Μη ταξινο- 41 K37, K38, K39, K41, K42, K43, K44, K46, K48 μημένα 2. Προκατεργασία και χημική ανάλυση Η προκατεργασία των δειγμάτων πραγματοποιήθηκε με την επίδραση μικροκυμάτων. Τα δείγματα ξηράθηκαν πριν την ανάλυση τους, για 24h στους 105oC. Στη συνέχεια, 0.2 g λειοτρι- βημένου δείγματος τοποθετήθηκαν σε δοχεία υψηλής πίεσης από Teflon. Στο κάθε δοχείο προ- στέθηκε ένα μίγμα από πυκνό HCl (36% v/v) και HF (40% v/v) σε αναλογία 1:1. Τα δοχεία υψηλής πίεσης αφού κλείστηκαν τοποθετήθηκαν σε ένα φούρνο μικροκυμάτων (μοντέλο MARS 5, CEM). Η μέγιστη πίεση που εφαρμόστηκε ήταν 200psi για 15 min. Τα δοχεία αφέθηκαν να κρυώσουν πριν εκτονωθεί η πίεση μέσω της βαλβίδας ασφαλείας κάτω από απαγωγό αερίων. Το περιεχόμενο κάθε δοχείο μεταφέρθηκε σε ογκομετρικές φιάλες και ο όγκος ρυθμίστηκε στα 100 ml με προσθήκη υπερκαθαρού νερού (Millipore 18.2 MΩ). Η τελική συγκέντρωση οξέος στα διαλύματα ήταν σε όλες τις περιπτώσεις 0.5 mol.L. Η μέθοδος διαλυτοποίησης που εφαρμόστηκε στο φούρνο μικροκυμάτων ήταν ελεγχόμενες ως προς την μέγιστη πίεση, κάτι που ήταν εφικτό με τη χρήση ειδικού αισθητήρα πίεσης (ΕΡ 1500). Η μέγιστη θερμοκρασία που επιτεύχθηκε ήταν 210oC. Λευκά δείγματα (blank) προετοιμάστηκαν και αναλύθηκαν με ανάλογο τρόπο όπως και τα δείγματα των κεραμικών οστράκων και χρησιμοποιήθηκαν για την τελική διόρθωση των απο- τελεσμάτων. Τα χημικά στοιχεία που προσδιορίστηκαν ήταν τα: Mg, Ca, Mn, Fe και Zn με την εφαρμογή της φασματοσκοπίας ατομικής απορρόφησης (AAS). Επιπλέον προσδιορίστηκαν τα στοιχεία Na και K με εφαρμογή της φασματοσκοπίας ατομικής εκπομπής με φλόγα (φλογοφωτομετρία, FAAS). Για τη βαθμονόμηση του φασματόμετρου ατομικής απορρόφησης και ατομικής εκπο- μπής, χρησιμοποιήθηκαν μονο-στοιχειακά πρότυπα. Ο προσδιορισμός των χημικών στοιχείων Mg, Fe, Ca έγινε με τη χρήση λυχνιών κοίλης καθόδου, ενώ μία λυχνία χωρίς ηλεκτρόδιο χρησι- μοποιήθηκε για τον προσδιορισμό του Zn. Η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων πραγματοποιήθηκε με την εφαρμογή του πακέτου SΤAΤISTICA ’99. 3. Χημική σύσταση των κεραμικών οστράκων Η χημική σύσταση των κεραμικών οστράκων που αναλύθηκαν στην παρούσα εργασία παρουσιάζεται στον Πίνακα 2, ενώ στο Σχήματα 1-5 παρουσιάζονται υπό μορφή γραφικής ανα- παράστασης η διακύμανση των συγκεντρώσεων των στοιχείων που προσδιορίστηκαν. 266 Πίνακας 2: Χημική σύσταση κεραμικών οστράκων Δείγμα Συγκέντρωση οξειδίου % m/m ± s.d. ppm ± s.d. K2O Na2O MgO Ca2O Fe2O3 MnO Zn S1 2.62 0.73 0.38 0.40 2.92 0.149 916 S2 2.64 1.32 2.82 3.16 5.05 0.185 998 S3 2.67 1.34 2.70 3.00 4.88 0.158 978 S4 2.59 1.41 2.49 2.82 4.88 0.136 988 S5 2.80 1.29 2.37 2.77 4.27 0.111 795 K2 2.90 1.07 2.48 3.45 5.57 0.128 950 K4 2.77 1.14 2.50 3.62 5.34 0.102 949 K6 2.61 1.11 2.70 3.09 5.66 0.096 960 K3 3.08 0.87 2.95 3.61 6.11 0.073 1246 K5 2.87 1.02 3.12 3.12 6.77 0.109 1221 K8A 2.94 1.08 3.07 3.22 6.45 0.143 897 K8B 2.97 1.07 3.00 3.22 6.50 0.144 1128 K21A 2.84 0.96 2.89 3.18 6.31 0.152 1071 K21B 2.92 0.98 3.07 3.18 6.37 0.120 867 K16 2.58 1.36 2.89 3.90 7.06 0.160 1130 K17 2.76 1.41 3.13 3.50 7.40 0.163 1083 K18 2.79 1.05 2.91 3.18 6.16 0.067 1038 K14 2.76 1.12 2.91 3.27 6.22 0.137 884 K23 2.53 1.17 2.81 3.14 6.26 0.127 1024 K24B 2.54 1.13 2.82 3.89 5.95 0.080 986 K15 1.99 0.85 1.53 2.34 5.43 0.116 830 K19 2.07 2.49 1.17 2.59 4.93 0.094 925 K25 2.49 0.79 1.77 2.79 5.66 0.064 1043 Κ26 3.27 5.05 6.00 0.111 890 Κ27 3.48 5.38 6.28 0.090 930 Κ28 3.20 4.55 5.49 0.082 830 Κ30 2.84 4.08 5.19 0.094 800 Κ31 2.58 4.15 4.93 0.069 840 Κ33 2.80 4.11 5.39 0.073 840 Κ34 3.12 4.83 5.79 0.065 840 Κ35 2.84 4.64 5.57 0.084 820 Κ36 2.46 4.90 5.19 0.072 930 Κ37 2.89 4.71 5.36 0.081 750 Κ38 1.99 3.70 4.30 0.066 760 Κ39 2.71 4.89 5.12 0.066 800 Κ41 3.09 4.45 5.31 0.079 830 Κ42 2.42 3.89 4.59 0.064 700 Κ43 2.97 2.18 5.77 0.056 930 Κ44 2.51 4.02 4.86 0.073 770 Κ46 3.22 4.53 5.42 0.085 830 Κ48 3.10 4.57 5.69 0.114 840 267 268 Συγκέντρωση CaO % w/w Συγκέντρωση MgO % w/w 0 1 2 3 4 5 0.0 0.5 1.0 1.5 2.0 2.5 3.0 3.5 S1 S1 S2 S2 S3 S3 S4 S4 S5 S5 K2 K2 K4 K4 K6 K6 K3 K3 K5 K5 K8A K8A K8B K8B K21A K21A K21B K21B K16 K16 K17 K17 K18 K18 K14 K14 K23 K23 K24B K24B K15 K15 K19 K19 Δείγμα Δείγμα K25 K25 K26 K26 K27 K27 K28 K28 K30 K30 K31 K31 K33 K33 K34 K34 K35 Σχήμα 2: Συγκέντρωση CaO στα κεραμικά όστρακα Σχήμα 1: Συγκέντρωση MgO στα κεραμικά όστρακα K35 K36 K36 K37 K37 K38 K38 K39 K39 K41 K41 K42 K42 K43 K43 MgO K44 K44 K46 CaO K46 K48 K48 Συγκέντρωση MnO % w/w Συγκέντρωση Fe2O3 % w/w 0 1 2 3 4 5 6 7 0.00 0.02 0.04 0.06 0.08 0.10 0.12 0.14 0.16 0.18 S1 S1 S2 S2 S3 S3 S4 S4 S5 S5 K2 K2 K4 K4 K6 K6 K3 K3 K5 K5 K8A K8A K8B K8B K21A K21A K21B K21B K16 K16 K17 K17 K18 K18 K14 K14 K23 K23 K24B K24B K15 K15 K19 Δείγμα Δείγμα K19 K25 K25 K26 K26 K27 K27 K28 K28 K30 K30 K31 K31 K33 K33 K34 K34 K35 Σχήμα 4: Συγκέντρωση MnO στα κεραμικά όστρακα Σχήμα 3: Συγκέντρωση Fe2O3 στα κεραμικά όστρακα K35 K36 K36 K37 K37 K38 K38 K39 K39 K41 K41 K42 K42 K43 K43 K44 K44 K46 Fe2O3 K46 K48 MnO 269 K48 Zn 1200 1000 Συγκέντρωση Zn ppm 800 600 400 200 0 K8A K21A K8B K21B K24B S1 S2 S3 S4 S5 K2 K4 K6 K3 K5 K16 K17 K18 K14 K23 K15 K19 K25 K26 K27 K28 K30 K31 K33 K34 K35 K36 K37 K38 K39 K41 K42 K43 K44 K46 K48 Δείγμα Σχήμα 5: Συγκέντρωση Zn στα κεραμικά όστρακα Στο Σχήμα 6 δίνονται τα τριαδικά διαγράμματα (α) CaO-MgO-Fe2O3 και (β) Κ2Ο- Νa2Ο-ΜnΟ όπου είναι προφανές πως όλα τα δείγματα εντοπίζονται σε μία συγκεκριμένη περι- οχή με εξαίρεση κυρίως το δείγμα S1. 270 0.00 1.00 0.25 0.75 w Mg w/ O % % 3 O 0.50 w/ 0.50 2 Fe w 0.75 0.25 1.00 0.00 0.00 0.25 0.50 0.75 1.00 CaO % w/w (α) 0.00 1.00 0.25 0.75 w Na 2 w/ O % % O 0.50 Mn w/ 0.50 w 0.75 0.25 1.00 0.00 0.00 0.25 0.50 0.75 1.00 K2O % w/w (β) Σχήμα 6: Τριαδικά διαγράμματα (α) CaO-MgO-Fe2O3 και (β) Κ2Ο-Νa2Ο-ΜnΟ για όλα τα δείγματα που αναλύθηκαν 4. Στατιστική επεξεργασία αποτελεσμάτων Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από τη χημική ανάλυση των κεραμικών οστράκων, επεξεργάστηκαν στατιστικά έτσι ώστε να διερευνηθεί εάν επιβεβαιώνονται και στατιστικά οι δύο ομάδες που είχαν αρχικά θεωρηθεί: τα ψημένα και τα άψητα ή κακώς ψημένα κεραμικά (Πίνακας 1) και επίσης να διαπιστωθεί πως κατανέμονται τα υπόλοιπα δείγματα 24-41 καθώς και τα δείγ- 271 ματα χώματος. Συγκεκριμένα εφαρμόστηκε η ανάλυση κατά ομάδες (cluster analysis) για τις συ- γκεντρώσεις όλως των στοιχείων ταυτόχρονα. Τα δενδρογράμματα που προέκυψαν με βάση τον υπολογισμό της Ευκλείδεια απόστασης παρουσιάζονται στα Σχήμα 7. Tree Diagram for 41 Variables Complete Linkage Euclidean distances 600 500 400 Linkage Distance 300 200 100 0 S4 S3 S2 S5 S1 K5 K3 K6 K4 K2 K8B K8A K17 K16 K23 K25 K18 K42 K44 K38 K37 K48 K34 K33 K31 K35 K41 K46 K28 K15 K39 K30 K26 K14 K43 K36 K27 K19 K21A K24B K21B Σχήμα 7: Δενδρόγραμμα για τα 41 δείγματα λαμβάνοντας υπ’όψιν τις συγκεντρώσεις όλων των στοιχείων 5. Συμπεράσματα Ο αρχαιολογικός προβληματισμός και τα ερωτήματα που τέθηκαν από την Δρ. Δ. Τσια- φάκη2631 σε σχέση με τα κεραμικά δείγματα που αναλύθηκαν, αφορούν στα εξής: α) σύσταση πηλοχώματος, β) σύσταση πηλών άψητων δειγμάτων, γ) σύσταση πηλών ψημένων δειγμάτων, δ) σύγκριση των συστάσεων των παραπάνω πηλών με στόχο να φανεί αν πρόκειται για κεραμικά προϊόντα του ίδιου εργαστηρίου. Τα δείγματα κεραμικής που δόθηκαν ανήκουν στην κατηγορία της ιωνίζουσας ωοκέλυφης, η οποία εντοπίζεται σε μεγάλες ποσότητες στο Καραμπουρνάκι. Το σύνολο των παραπάνω δειγμάτων (πηλόχωμα, άψητα, ψημένα κεραμικά αγγεία) προέρχονται από λάκκο απορριμμάτων που εντοπίστηκε στον αρχαίο οικισμό στο Καραμπουρνάκι, ο οποίος ανήκε πιθανώς σε κεραμικό εργαστήριο που παρήγε την κατηγορία αυτής της κεραμικής. Η ανά- λυση της σύστασης των πηλών καλείται να επιβεβαιώσει την υπόθεση στην οποία οδηγούν τα αρχαιολογικά δεδομένα, ότι δηλ. η ιωνίζουσα ωοκέλυφη κεραμική παραγόταν στο Καραμπουρ- νάκι. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και με βάση τη μορφή του δενδρογράμματος του σχήμα- τος 7 όπου οι αποστάσεις μεταξύ των δειγμάτων είναι μικρές, δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση στη χημική σύσταση μεταξύ των δειγμάτων. Το ότι τα δείγματα που αναλύθηκαν 2631 Υπεύθυνη της Μονάδας Πολιτιστικής Κληρονομιάς του ΙΠΕΤ και Επιστημονική Συνεργάτης της πανεπιστημιακής ανασκαφής στο Καραμπουρνάκι. 272 αποτελούν μία ομάδα με παρόμοια χημική σύσταση υποδηλώνεται και από τα τριαδικά διαγράμ- ματα του σχήματος 6. Σχετικά μικρές διακυμάνσεις γύρω από μία μέση τιμή συγκέντρωσης πα- ρατηρείται επίσης στις κατανομές των σχημάτων 1-5. Οι ανωτέρω παρατηρήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δείγματα της αυτής χημικής σύστασης επομένως κατά πάσα πιθα- νότητα προέρχονται από το ίδιο υλικό. Η διαφοροποίηση του δείγματος S1 (λεπτοί κόκκοι χώματος) μπορεί να αποδοθεί στην δια- φορετική σύσταση του συγκεκριμένου κοκκομετρικού κλάσματος η οποία δεν εμφανίζεται στα υπόλοιπα δείγματα όπου αποτελεί μικρό ποσοστό του συνολικού δείγματος. Οι δύο ομάδες κεραμικών που είχαν αρχικά θεωρηθεί (ψημένα-άψητα, Πίνακας 1) δεν ανα- γνωρίζονται ως ευδιάκριτες ομάδες με βάση την παραπάνω ανάλυση (βλέπε σχετικά διαγράμ- ματα). Στο σχήμα παρατηρείται μία τάση της πλειοψηφίας των χαρακτηρισμένων ως ψημένων δειγμάτων να αποτελούν μια ξεχωριστή υπο-ομάδα μαζί με τα μεγαλύτερα σε μέγεθος κόκκων δείγματα του χώματος, ενώ η πλειοψηφία των άψητων δειγμάτων διαφοροποιείται και φαίνεται να αποτελεί μία διαφορετική υπο-ομάδα με το κλάσμα λεπτών κόκκων του χώματος. Με βάση την παρατήρηση αυτή μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει μία μικρή διαφοροποίηση ανάμεσα στα ψη- μένα και τα άψητα δείγματα. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη ευδιάκριτων ομάδων διαφορετικής χημικής σύστασης γεγονός που οδηγεί στην αιτιολόγηση όποιων διαφορών σε διεργασίες που υφίστανται κατά την όπτηση του υλικού παρά σε διαφορε- τικό υλικό. Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα των αναλύσεων της χημικής σύστασης των δειγμάτων υποδηλώνουν ότι πρόκειται για δείγματα (χώμα, άψητα και ψημένα όστρακα) προερχόμενα από το ίδιο υλικό. Για τη διεξαγωγή μιας πληρέστερης μελέτης προτείνεται οι παρούσες χημικές ανα- λύσεις να συμπληρωθούν από ανάλογες ορυκτολογικές, ώστε να επιβεβαιωθούν πλήρως τα ανω- τέρω συμπεράσματα. 273 ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ Ι = Ιερισσός (τα αντικείμενα φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης) ΚΝ= Καραμπουρνάκι Νεκροταφείο (τα αντικείμενα φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης) Λ= Καραμπουρνάκι Λάκκοι (τα αντικείμενα φυλάσσονται στο Παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο) ΜΘ= Μουσείο Θεσσαλονίκης AA Archaeologischer Anzeiger ΑΔ Αρχαιολογικό Δελτίο AE Αρχαιολογική Εφημερίδα AEMΘ Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη AJA American Journal of Archaeology AM Mitteilungen des Deutchen Archäologischen Instituts Athenische Abteilung ASAtene Annuario della Scuola Archaeologica di Athene BCH Bulletin de Correspondance Hellénique BICS British Institut of Classical Studies BSA Annual of the British School at Athens CIQu Classical Quarterly JdI Jahrbuch des deutchen archäeologischen Instituts JHS Journal of Hellenic Studies JRGZM Jahrbuch des römisch-germanischen Zentralmuseums Mainz OJh Jahreshefte des österreichen archäologischen Instituts in Wien ΠΑΕ Πρακτικά της Aρχαιολογικής Eταιρείας ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Agora IV, Howland, R. H., The Atheninan Agora IV. Greek Lamps and their Survivals, (1958). Agora XII, Sparkes, B.A. – Talcott, L., Black and Plain Pottery of the 6th, 5th and 4th centuries B.C., Athenian Agora XII (Princeton, New Jersey 1970). Agora XXIII, Moore, Μ. Β. – Phillipides, M. Z. P., Attic Black-Figured Pottery. Agora XXIII, (1986). Agora XXIX, Rotroff, S.I., Hellenistic Pottery: Athenian and Imported Wheelmade Tableware and Related Material, The Athenian Agora XXIX, (Princeton 1997). Αίνεια, Βοκοτοπούλου, Ι., Οι ταφικοί τύμβοι της Αίνειας, (Αθήνα 1990). Άκανθος Ι, Καλτσάς, Ν., Άκανθος Ι. Η ανασκαφή στο νεκροταφείο κατά το 1979, (Αθήνα 1998). Alt – Smyrna I, Akurgal, Ε., Alt – Smyrna I, Wohnschiehten und Athenatempel, (Ankara 1983). Cirene I, Stucchi, S., L’ Agorà di Cirene I, (1965). Clara Rhodos III, G. Jacobi, Scavi nella necropoli di Jalisso, 1924-1928. Clara Rhodos III, (Rhodes 1929). Clara Rhodos IV, Jacobi, G., Scavi nella necropoli di Camiresi, 1929-1930. Clara Rhodos IV, (Rhodes 1929). Clara Rhodos VI - VII,1, Jacobi, G., Esplorazione archeologica di Camiro. Clara Rhodos VI - VII,1, (Bergamo 1933). Corinth VII.1, Weinberg, S., The Geometric and Orientalizing Pottery. Corinth VII.1, (1943). Corinth VII, iii, Edwards, G. R., Corinthian Hellenistic Pottery. Corinth VII, iii, (Princeton 1975). Corinth XIII, Blegen, G. – Palmer, H. – Young, R., Corinth XIII. The North Cemetery, (Princeton, New Jersey 1964). Corinth XV, III, Stilwell, A. N. – Benson, J. L., Corinth XV, III, The Potter’s Quarter. The pottery, (Princeton, New Jersey 1964). Délos X, Dugas, Ch., Les vases de l’ Heraion, Délos X, (Paris 1928). Délos XV, Dugas, Ch. – Rhomaios, C., Les vases préhelléniques et géometriques. Délos XV, (Paris 1934). Délos XVII, Dugas, Ch., Les vases orientalisants de style non mélien. Délos XVII, (Paris 1935). Emporio, Boardman, J., Excavations in Chios 1952-1955. Greek Emporio, BSA Suppl. 6, (Oxford 1967). Eretria V, Descouendres, J. P., “Die Vorklassische Keramik aus dem Gebiet des Westtors”, Etetria V, (Bern 1976). Εretria VI, Metzger, Ι., Eretria. Erforschungen und Ausgrabungen VI, (1973). 275 Histria II, Alexandrescu, P., Necropola tumulara. Săpături 1955-1961,dans Histria II, (Bucarest 1966). Histria IV, Alexandrescu, P., Histria IV, La céramique d’ époque archaïque et classique VIIe – Ives, (Bucureşti 1978). Κeramikos VI2, Κübler, Κ., Kerameikos VI.2. Die Nekropolen des späten 8 bis frühen 6 Jahrhunderts, (Berlin 1970). Kerameikos IX, Knigge, U., Der Südhügel. Kerameikos IX, (Berlin 1976). Kition Bamboula II, Salles, F. G., Les égouts de la ville classiqué. Kition-Bamboula II, (Paris 1983). Kition IV, Karageorghis, V. – Cοldstream, J. N. – Bikai, P. M. – Johnston, A. W. – Robertson, M. – Jehasse, L., Excavations at Kition IV. The non Cypriote pottery, (Nicosia 1981). Larissa III, Boehlau, J. – Schefold, K., Larisa am Hermos III, Die Ergebnisse der Ausgrabungen 1902- 1936 III, (Berlin 1942). Lefkandi I, Popham, M.R. - Sackett, L. H. Themelis, P. G., Lefkandi I. The Iron Age, (London 1979- 1980). Lefkandi II, Catling, R. W .V. – Lemos, I. S., Lefkandi II. The protogeomentric Building at Toumba Part I, The pottery, BSA Suppl. v. 22, (1991). Mégara Hyblaea ΙΙ, Vallet, G. –Villard, F., Mégara Hyblaea II. La céramique archaïque, (Paris 1964). Mégara Hyblaea V, Vallet, F. – Villard, G., Mégara Hyblaea V: Lamps du VIIème s. et chronologie des coupes ioniennes, MEFRA 67 (1955). Mylai, Brea, B. –Cavalier, M., Mylai, (Novara 1959). Μίεζα, Ρωμιοπούλου, Κ. – Τουράτσογλου, Γ., Μίεζα, Νεκροταφείο υστεροαρχαϊκών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, (Αθήνα 2002). Naukratis I, Petrie, W. M. F., Naukratis I, 1884-1885, (London 1886). Naukratis II, Gardner, E. A., Naukratis II, (London 1888). Olynthus V, Robinson, D.M., Mosaics, Vases and Lamps of Olynthus found in 1928 and 1931, Excavations at Olynthus, Part V, (London 1933). Olynthus X, Robinson, D. M., Mosaics, Vases and Lamps of Olynthus found in 1928 and 1931, Excavations at Olynthus, Part V, (London 1933). Olynthus IX, Robinson, D. M. – Clement, P., The Chalkidic Mint and the Excavation Coins Found in 1928-1934, Olynthus IX, (1938). Olynthus XIII, D. M. Robinson, Vases Found in 1934 and 1938, Excavations at Olynthus, Part XIII, (London 1950). Olynthus XIV, Robinson, D. M., Olynthus XIV. Terracotas, Lamps and Coins found in 1934 &1938, (Baltimore 1952). Paphos III, Hayes, J. W., Paphos III. The Hellenistic and Roman pottery, (1991). Paradimi, Bakalakis, G. – Sakellariou, A., Paradimi, (Mainz 1981). Perachora II, Dubandin, T. J. Perachora II. The sanctuaries of Hera Akraia and Limenia, (Oxford 1962) Poliochni, Benrabò-Brea, L., Poliochni: Città preistorica nell’ isola di Lemnos, (Roma 1964). Priene, Wiegand, T. – Scrader, H., Priene. Ergebnisse des Ausgrabungen und Untersuchungen in den Jahren 1895-1898, (Berlin 1904). Salamine VΙΙΙ, Jehasse, L., La ceramiqué à vernis noir du rampart meridional, Salamine de Chypre VIII, (Paris 1978). Samos III, Furtwängler, A. E. – Kienast, H. J., Der Nordbau im Heraion von Samos. Samos III, (Bonn 1989). Samos V, Walter, H., Frühe Samische Gefässe, Samos V, (Bonn 1968). Samos VI, Walter – Karydi, Ε., Samische Gefässe des 6. Jahrhunderts v. Chr. Landschafts-stile ostgriechischer Gefässe. Samos VI.1, (1973). Samos XI, Freyer-Schauenburg, B., Archaischen Zeit und des Strengen Stils. Samos XI, (1974). Samothrace III, Lehmann, P. W., Samothrace III, The Hieron, (Princeton 1968). Samotrace II, Dusenbery, EL. B., Samotrace II. The necropolis. Sciatbi, Breccia, La Necropoli di Sciatbi,(Βuçuresti 1912). Σίνδος, Βοκοτοπούλου, Ι. – Δεσποίνη, Α. – Τιβέριος, Μ. – Μισαηλίδου, Β., Σίνδος. Κατάλογος Έκθεσης, (Αθήνα 1985) Tarsus III, Goldman, H. (επιμ.), Excavations at Gozlu Kale. Tarsus III, (1953). Thera II, H. Dragendorf (επιμ.), Thera II. Untersuchungen Vermessungen und Ausgrabungen in den Jahren 1895-1902. Theraischer Graeber, (Berlin 1903). 276 Zagora 2, Cambitoglou, A. – Birchall, A. – Coulton, J. J. – Green, J. R., Zagora 2. Excavation of a Geometric Town on the Island of Andros, Tocra I, Boardman, J. – Hayes, J., Excavations at Tocra 1963-1965. The Archaic Deposits I, (1966). Tocra II, Boardman, J. – Hayes, J., Excavations at Tocra 1963-1965. The Archaic Deposits II and Later Deposits, (1973). Torone I, Cambitoglou, A. – Papadopoulos, J. K. – J ones, O. T., (επιμ.), Torone I. The excavations of 1975, 1976 and 1978, (Athens 2001). Troy I, Blegen, C. – Caskey, J. – Rawson, M. – Sperling, J., Troy Ι. Τhe first and the second settlement, (1950). Troy II, Blegen, C. – Caskey, J. - Rawson, M., Troy II . The third, fourth and fifth settlement, (1951). Troy III, Blegen, C. W. - Caskey, J. L. - Rawson, M., Troy III. The sixth settlement, (1953). Troy IV, Blegen, C. W. - Caskey, J. L. - Rawson, M., Troy IV. Settlements VIIa, VIIb, VIII, (1958). Vroulia, Kinch, K.F., Vroulia (Berlin 1914). Xanthos IV, Metzger, H., Fouilles de Xanthos ΙV. Les céramiques archaÏques et classiquesde l’ acropole lycienne, (Paris 1972). Abel 1874, Abel, O., Makedonien vor König Phillip, (Leipzig 1874). Αγγέλη 1996, Αγγέλη, Α., ΑΔ 51 (1996), Χρονικά Β1, σ. 387. D’ Agostino 1999, Agostino, D’ Br., “La ceramica greca e di tipo Greco dale necropoli della I Età del Ferro di Ponte Cagnano”, G. Bailo – P. Gastaldi (επιμ.), Prima di Pithecusa I piu antichi materiali greci del golfo di Salerno. Catalogo della mostra – 29 Aprile 1999, Pontecagnano Faiano, Museo Nazionale dell’ Agro Picentino, Napoli 1999, σ. 13κ.ε. Akurgal 1962, Akurgal, Ε., “The Early Period and the Golden Age of Ionia”, AJA 66 (1962), σ. 369-379. Αλεξανδρή 1973/74, Αλεξανδρή, Ο., ΑΔ 29 (19173/74), Χρονικά , σ. 149. Alesio 1996, Alesio, A., “Ceramica di imitazione corinzia dal sanctuario di Saturo”, Greci in Occidente. Arte e artigianato in Magna Grecia, (Napoli 1996), σ. 293 κ.ε. Alexander 1963, Alexander, J. A., Potidaea. Its History and Remains, (Αθήνα 1963). Αλεξίου 1967, Αλεξίου, Σ., «Μικραί ανασκαφαί και περισυλλογή αρχαίων εις Κρήτην», ΠΑΕ 1967, σ. 210-219. Αλλαμανή 1988, Αλλαμανή, Β., Οδός Ηρώων Πολυτεχνείου (οικ. 375α, Ο.Τ. 76), ΑΔ 53 (1998), Χρονικά Β2, σ. 571. Αλλαμανή – Αποστόλου 1992, Αλλαμανή, Β. – Αποστόλου, Μ., «Σωστικές ανασκαφές στην πόλη της Βέροιας», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 92-103. Αλλαμανή κ.α. 1999, Αλλαμανή, Β. –Χατζηνικολάου, Κ. –Τζανακούλη, Β.- Γκαλλινίκη, Σ., «Θέρμη 1999: Η ανασκαφή στο νεκροταφείο», ΑΕΜΘ 13 (1999), σ. 153-166 Allen 1990, Allen, S. H., Northwest Anatolian Grey Ware in the Late Bronze Age: Analysis and Distribution in the Eastern Mediterranean, Ph. D., Brown University 1990. Allen 1991, Allen, S. H., Late Bronze Grey Wares in Cyprus, Cypriot Ceramics reading the prehistory record, Museum Monograph 74, (Pensylvania 1991). Amyx, D.A., “The Attic Stelai”, Hesperia 27 (1958), 164-254. Αναγνώστου κ.α 1990, Αναγνώστου, Ι. – Κυριακού, Δ. – Κυριατζή, Ε. – Vargas, Α., «Ανασκαφή Τούμπας Θεσσαλονίκης 1990. Οι εργασίες στην πλαγιά της Τούμπας», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 277- 284. Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη 1991, Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη, Η., «Ανασκαφικές έρευνες στο Ληνό Ν. Ροδόπης», ΑΕΜΘ 5 (1991), σ. 477-481. Αναγνωστοπούλου 1996, Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη, Η., «Οι αρχαιολογικές έρευνες στο Παλατιανό», ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 189 κ.ε. Αναγνωστοπούλου 2001, Αναγνωστοπούλου – Χατζηπολυχρόνη, Η., «Παλατιανό Ν. Κιλκίς. Η πρώιμη κατοίκηση.», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 149-156. Ανδρεαδάκη - Βλαζάκη 2004, Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, Μ., «Η Κυδωνιά της Δυτικής Κρήτης στα Πρώιμα χρόνια του Σιδήρου», Ν. Χρ. Σταμπολίδης – Α. Γιαννικούρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου. Ρόδος, 1-4 Νοεμβρίου 2002, (Αθήνα 2004), σ. 21-34. 277 Ανδρέου – Κωτσάκης 1996, Ανδρέου, Στ. – Κωτσάκης, Κ., «Η προϊστορική τούμπα της Θεσσαλονίκης. Παλιά και νέα ερωτήματα», ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 369-386. Ανδρέου 2003, Ανδρέου, Σ., «Η μυκηναϊκή κεραμική και οι κοινωνίες της Κ. Μακεδονίας κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού», », Η περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου. Λαμία 1999. Β’ Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο, (Αθήνα 2003), σ. 218-202. Anderson 1954, Anderson, J. K., “Excavation on the Kofina Ridge, Chios”, BSA 49 (1954), σ. 123-182. Anderson, J. K., “Old Smyrna: The Corinthian Pottery”, BSA 53-54 (1958-59), σ. 138-151. Ανδρειωμένου 1972, Ανδρειωμένου, Α., «Έρευναι και τυχαία ευρήματα εν τη πόλει και τη επαρχία Χαλκίδος», ΑΔ 27 (1972), Μελέται, σ. 170-184. Ανδρειωμένου 1973\4, Ανδρειωμένου, Α., ΑΔ 29 (1973\4), Χρονικά Β2, σ. 424-430. Ανδρειωμένου 1975, Ανδρειωμένου, Α., «Γεωμετρική και Υπογεωμετρική Κεραμική εξ Ερετρίας Ι», ΑΕ 1975, σ.206-229. Ανδρειωμένου 1977, Ανδρειωμένου, Α., «Γεωμετρική και Υπογεωμετρική Κεραμική εξ Ερετρίας ΙΙ», ΑΕ 1977, σ.128-163. Ανδρειωμένου 1979, Ανδρειωμένου, Α., «Αψιδωτά οικοδομήματα και κεραμική του 8 ου και 7 ου αι. π.Χ. εν Ερέτρια», ASAtene 59 (1979), σ. 187 κ.ε. Ανδρειωμένου 1981, Ανδρειωμένου, Α., «Γεωμετρική και Υπογεωμετρική Κεραμική εξ Ερετρίας ΙΙΙ (Σκύφοι)», ΑΕ 1981, σ. 84-113. Ανδρειωμένου 1982, Ανδρειωμένου, Α., «Γεωμετρική και Υπογεωμετρική κεραμική εξ Ερετρίας IV, (Κάνθαροι, Κοτύλαι Κύπελλα, Κρατήρες-Δίνοι)», ΑΕ 1982, σ. 161-186. Ανδρειωμένου 1983, Ανδρειωμένου, Α., «Γεωμετρική και Υπογεωμετρική κεραμική εξ Ερετρίας V,(Κλειστά αγγεία , λαβαί, Υπογεωμετρική και χειροποίητος κεραμική)», ΑΕ 1983, σ. 161-192. Ανδρειωμένου 1984, Andreiomenou, A., “Skyphoi de l’ atelier de Chalkis (Fin Xe-Fin VIIIIe S. Av. J.C.)”, BCH 108 (1984), σ. 37-69. Ανδρειωμένου 1985α, Andreiomenou, A., “Skyphoi de l’ atelier de Chalkis (Fin Xe-Fin VIIIIe S. Av. J.C.)”, BCH 109 (1985), σ. 49-75. Ανδρειωμένου 1985β, Andreiomenou, A., “Keramik aus Eretria im Stil: A. Von Attisch Mittelgeometrisch II. B. Von Eubosch Subprotogeometrisch III, I”, AM 100 (1985), σ. 23-38. Ανδρειωμένου 1986, Andreiomenou, A., “Keramik aus Eretria im Stil: A. Von Attisch Mittelgeometrisch II. B. Von Eubosch Subprotogeometrisch III, I”, AM 101 (1986), σ. 97-111. Ανδρειωμένου 1988, Ανδρειωμένου, Α., «Βοιωτικά αγγεία από το νεκροταφείο της Ακραίφιας», Πρακτικά του ΧΙΙ Διεθνούς Συνεδρίου της Κλασικής Αρχαιολογίας 1983, (Αθήνα 1988), σ. 12 κ.ε. Ανδρειωμένου 1994, Ανδρειωμένου, Α., «Το νεκροταφείο της Ακραιφίας», ΑΕ 1994, σ. 155 κ.ε. Ανδρειωμένου 1995, Ανδρειωμένου, Α., «Εν αρχαϊκόν νεκροταφείον της ευρύτερης περιοχής των Θηβών. Αγία Ελεούσα. Πυρίον Ι», Β’ Διεθνές Συνέδριον Βοιωτικών Μελετών, Λιβαδειά 6-10 Σεπτεμβρίου 1992. Επετηρίς Εταιρείας Βοιωτικών Μελετών, Τομ. Β’ τευχ. Α’, (Αθήνα 1995), σ. 150 κ.ε. Ανδρόνικος 1955, Ανδρόνικος, Μ., «Ελληνιστικός Τάφος Βέροιας», ΑΕ 1955, 22-50. Andronikos 1961, Andronikos, Μ., “ An Early Iron Age Cemetery at Vergina, near Beroea”, Balkan Studies 2 (1961), σ. 85-98. Ανδρόνικος 1969, Ανδρόνικος, Μ., Βεργίνα Ι, Το νεκροταφείο των τύμβων, (1969). Ανδρόνικος 1989, Ανδρόνικος, Μ., «Ανασκαφή Βεργίνας», ΠΑΕ 1989, σ. 185-198. Ανδρόνικος 1987-1990, Ανδρόνικος, Μ., Θρακική Επετηρίδα 7 (1987-1990), σ. 32-33. Αραπογιάννη 1999, Αραπογιάννη, Ξ., «Νεκροταφείο κλασικών χρόνων στο Σταφιδόκαμπο Ηλείας», ΑΕ 1999, σ. 156-217. Αρβανίτου-Μεταλληνού 1998, Αρβανίτου-Μεταλληνού, Γ., Η ηπειρωτική Θεσσαλία κατά τους πρωτοϊστορικούς χρόνους, (διδ. διατ. Αθήνα 1998) Arslan 2001, Arslan, N., “Die Funde des Kicikişla Höyük”, Ist. Mitt. 51 (2001), σ.167κ.ε. Arslan – Seving 2003, Arslan, N. – Seving, N., “Eisenzeitliche Gräber von Tenedos” IstMitt 53 (2003), σ. 223-250. Αρχοντίδου 1983, Αρχοντίδου – Αργύρη, Α., «Γεωμετρικά σχήματα στο Βατί της Ρόδου», ASAtene 61 (N.S. 45),1983, σ. 9-29. Αρχοντίδου 1996, Αρχοντίδου, Α., «Άντισσα», ΑΔ 51 (1996), Χρονικά Β2, σ. 602. Αρχοντίδου-Αργύρη - Κυριακοπούλου 2000, Αρχοντίδου-Αργύρη, Α. – Κυριακοπούλου, Θ. (επιμ.), Χίος τ’ έναλος πόλις Οινοπίωνος, (Χίος 2000). Αρχοντίδου 2004, Αρχοντίδου, Α. (επιμ.), Αρχαίο θέατρο Ηφαιστίας, (Λήμνος 2004) 278 Αytaçlar 2004, Αytaçlar, Ν., “The Early Iron Age at Klazomenes”, A. Moustaka, E. Skarlatidou, M. C. Tzanes and Y. Ersoy (edit.), Klazomenai, Teos and Abdera : Proceedings of the International Symposium held at the Archaeological Museum of Abdera, Abdera, 20-21 October 2001, (Thessaloniki 2004), σ. 17-41. Βαβρίτσας 1981, Βαβρίτσας, Α. , «Ανασκαφή Μεσήμβριας», ΠΑΕ 1981, σ. 1-6. Bacci 1998, Bacci, G. M., “Zancle: un aggiornamento”, M. Bats – B. d’ Agostino (επιμ.), Euboica. L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 387-392. Bakhuizen 1976, Bakhuizen, S. C., Chalcis in Euboea. Iron and Chalcidians abroad, (Leiden 1976). Bakir 1974, Bakir, Τ., Der Kolonnettenkrater in Korinth und Attika zwischen 626 und 550 v. Chr., (1974). Balker 1988, Balker, J. M., Historia 37 (1988), σ. 1.κ.ε. Βάλλα, Μ., Κεραμικοί κλίβανοι, (μετ. εργασία ΑΠΘ, 1996). Βάλλα 2003, Βάλλα, Μ., Παρατηρήσεις για τη χρήση του χώρου στα όρια της αρχαίας πόλης του Νέου Σκοπού Σερρών», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 111-121. Barde 1998, Barde, L., “Late Bronze and Iron Age Imported Pottery from the Archaeological Excavations of Urban Beirut”, Ν. Stambolidis (επιμ.) Eastern Mediterranean. Cyprus, Dodecanese, Crete 16th – 6th cent. B. C. Proceedings of the Inernational Symposium held at Rethymnon – Crete in May 1997, (Athens 1998), σ. 83κ.ε. Basci – Spigo 1978, Basci – Spigo, G., “Ceramica dell’ VIIIe e VII secolo a.C. a Messina”, Indesiamenti coloniali greci in Sicilia nell’ VIII e VII secolo a.C. Atti della 2a Riunione Scientifica della scuola di Perfezionamento in Archeologia Classica dell’ Universita di Catania, Siracusa, 24-26 Novembre (Cronache 1978), σ.103. Bass 1963, Bass, G. F., “Mycenaean and Protogeomentric Tombs in the Halicarnassus Peninsula”, AJA 67 (1963), σ. 353-361. Batinou 2003, Batinou, P., La baine et le parfum. Épinetra et alabasters. Forme, iconographie et jonetion, (2003). Βατάλη 2004, Βατάλη, Μ., «Πολύμυλος Κοζάνης : Ταφικό σύνολο ελληνισατικών χρόνων», ΣΤ’ Επιστημονική Συνάντηση για την ελληνιστική κεραμιή, Βόλος 17-23 Απριλίου 2000, (Αθήνα 2004), σ. 219-236. Bayne 2000, Bayne, Ν., “The Grey Wares of North – West Anatolia”, Asia Minor Studies 37 (2000). Beazley 1921, Beazley, J.D., “An askos by Makron”, AJA 25 (1921), σ. 325-326. Beazley 1932, Beazley, J., “The Cracow Class”, JHS 52 (1932), σ. 202 κ.ε. Beazley 1940-45, Beazley, J. D., “Miniature Panathenaics”, BSA 41 (1940-45), σ. 10-21. Beazley 1986, Beazley, J.D., The Development of Attic Black-Figure, (1986). Bean – Cook 1955, Bean, G. E. – Cook, J. M., “The Halicarnassus Peninsula”, BSA 50 (1955), σ. 119- 172. Belardelli 1994, Belardelli, C., La ceramica grigia. In Peroni & Trusco (επιμ.) Enotri e Micenei nella Sibaritide, I Broglio di Trebisacce, Taranto 1994. Benbow 1975, Benbow, P., Epinetra, (Ph. D., Harward University 1975). Benton 1953, Benton, S., “Further Excavations at Aetos”, BSA 48 (1953), σ. 260κ.ε. Βερδελής 1958, Bερδελής, Ν. Μ., Ο Πρωτογεωμετρικός ρυθμός της Θεσσαλίας, (Αθήνα 1958). Bernard 1964, Bernard, P. “Céramiques de la première moitiè du VIIe siècle a Thasos”, BCH 88 (1964), σ. 77-146. Bernbeck – Pollock 2003, Bernbeck, R. – Pollock, S., “Fistikli Höyük 1999 – 2000. The Biography of an Ealry Halaf Village”, IstMitt 53 (2003), σ. 9κ.ε. Beschi 1985, Beschi, L., “Materiali subgeometrici e arcaici nel Nord-Egeo: esportazioni da Lemno”, Quaderni de ‘La ricerca scientifica’ 112 (1985), σ. 53-64. Beschi 1992, Beschi, L., “Una deadella musica a Lemnos arcaica”, Kotinos (Festschr. E. Simon), (Mainz 1992), σ. 132-138. Beschi 1995-2000, Beschi, L., «Τέχνη και πολιτισμός της αρχαϊκής Λήμνου», Εγνατία 5 (1995-2000), σ. 151-179. Βetancourt – Μαρινάτος 2000, Βetancourt, P. P. – Μαρινάτος, N. κ.α., «Το σπήλαιο της Αμνισού: Η έρευνα του 1992», ΑΕ 2000, σ. 179-227. Bikakis 1985, Bikakis, Μ. Η., Archaic and Classical Imported Pottery in the museums of Paros and Naxos (αδημ. διδ. διατρ. University of Cincinnati, 1985). 279 Bitrakova-Grozdanova 1990, Bitrakova – Grozdanova, V., “Les caractéristiques de la céramique hellénistique de la region d’ Ohrid et de Prespe”, στο Β’ Επιστημονική συνάντηση για την ελληνιστική κεραμεική, (Αθήνα, 1990). Βλαβιάνου – Τσαλίκη 1997, Βλαβιάνου – Τσαλίκη, Κ., «Πρωτογεωμετρικοί τάφοι στη Σκύρο», ΑΔ 52 (1997), Χρονικά Β3, σ. 120 κ.ε. Bloesch 1940, Bloesch, H., Formen attischer Schalen, (1940). Blondé 1985, Blondé, F., “Un Remblai Thasien du IVe siècle: La céramique”, BCH 109 (1985), σ. 290- 344. Blondé - Perreault – Péristéri 1992, Blondé, F. - Perreault, J. Y. et Péristéri, C., “Un atelier de potier archaique à Phari (Thasos), BCH Suppl. XXIII (1992), σ. 21-23. Boardman 1952, Boardman, J., “Pottery from Eretria”, BSA 47 (1952), σ. 14 Boardman 1957, Boardman, J., “Early Euboean Pottery and History”, BSA 52 (1957), σ. 1-29. Boardman 1960α, Boardman, J., “Protogeometric graves at Aghios Ioannis near Knossos (Knossos Survey 3)”, BSA 55 (1960), σ. 128-148. Boardman 1960β, Boardman, J., “The multiple-brush”, Antiquity 34 (1960), σ. 85-89. Boardman 1965, Boardman, J., “Tarsus, Al Mina and Greek chronology”, JHS 85 (1965), σ. 5-15. Boardman 1966, Boardman, J, “Evidence for the Dating of Greek Settlements in Cyrenaica”, BSA 61 (1966), σ. 149-156. Boardman 1967, Boardman, J., “The Khaniale Tekke tombs, II”, BSA 62 (1967), σ. 57-74. Boardman 1980, Boardman, J., Αθηναϊκά Μελανόμορφα Αγγεία, (ελλ. μτφ. Όλγα Χατζηαναστασίου, Αθήνα 1980). Boardman 1995, Boardman, J., Αθηναϊκά ερυθρόμορφα αγγεία, Κλασική Περίοδος, (ελλ. μτφρ. Ε. Παπουτσάκη – Σερμπέτη, 1995). Boardman 1996, Boardman, J., Οι αρχαίοι Έλληνες στην υπερπόντια εξάπλωση τους. Οι πρώτες αποικίες και το εμπόριο τους, (μτφ. Ηλέκτρα Ανδρεάδη, Αθήνα 1996). Boardman 2001, Boardman, J., Πρώιμη ελληνική αγγειογραφία, (ελλην. μτφ. Λ. Μπουρνιάς, Αθήνα 2001). Boehlau 1898, Boehlau, J., Aus Ionischen und Italischen Nekropolen, (1898). Βοκοτοπούλου 1985, Vokotopoulou, J., “La Macedoine de la protohistoire à l’ époque archaïque”, Magna Grecia, Epiro e Macedonia. Atti del ventiquattresimo convegno di studi sulla Magna Grecia. Taranto, 5-10 Octobre 1984, (Napoli 1985), σ. 134-166. Βοκοτοπούλου 1986α, Βοκοτοπούλου, Ι., «Νέα Τοπογραφικά στοιχεία για τη χώρα των Χαλκιδέων», Μνήμη Λαζαρίδη, Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη. Πρακτικά αρχαιολογικού Συνεδρίου, Καβάλα 9 – 11 Μαΐου 1986 (Θεσσαλονίκη), σ. 111-131. Βοκοτοπούλου 1986β, Βοκοτοπούλου, Ι., ΑΔ 41 (1986), Χρονικά, σ. 147. Βοκοτοπούλου 1986γ, Βοκοτοπούλου, Ι., στο Θεσσαλονίκη. Από τα προϊστορικά μέχρι τα χριστιανικά χρόνια, (1986), σ. 15, 18. Βοκοτοπούλου 1987α, Βοκοτοπούλου, Ι., «Ανασκαφικές έρευνες στη Χαλκιδική», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 279-294. Βοκοτοπούλου 1987β, Βοκοτοπούλου, Ι, ΑΔ 42 (1987), Χρονικά Β2, σ. 368-371. Βοκοτοπούλου 1988α, Βοκοτοπούλου Ι., «Ανασκαφή Μένδης», ΑΕΜΘ 2(1988), σ. 331-346. Βοκοτοπούλου 1988β, Βοκοτοπούλου Ι., ΑΔ 43 (1988), Χρονικά, σ. 361. Βοκοτοπούλου 1988γ, Βοκοτοπούλου, Ι., Η Μακεδονία από τα Μυκηναϊκά χρόνια ως το Μέγα Αλέξανδρο. Κατάλογος της έκθεσης στη Bologna, (1988). Βοκοτοπούλου 1989, Βοκοτοπούλου, Ι., «Ποσείδι», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 416 κ.ε. Βοκοτοπούλου 1989α, Βοκοτοπούλου Ι., «Ανασκαφή Μένδης 1989», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 409-424. Βοκοτοπούλου 1989β, Βοκοτοπούλου Ι., ΑΔ 44 (1989), Χρονικά Β2, σ. 326-327. Βοκοτοπούλου 1990α, Βοκοτοπούλου, Ι., «Μένδη – Ποσείδι 1990», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 399-410. Βοκοτοπούλου 1990β, Βοκοτοπούλου Ι., «Μένδη-Ποσείδι», ΑΔ 45 (1990), Χρονικά Β2, σ. 314-317. Βοκοτοπούλου 1990γ, Vokotopoulou, J., “Polychrono: A new archaeological site in Chalkidike”. Εμουσία. Ceramic and Iconographic Studies in Honour of Alexander Cambitoglou, Sydney 1990, σ. 79-86, πίν. 15-18. Βοκοτοπούλου 1991, Βοκοτοπούλου Ι., «Ποσείδι», ΑΔ 46 (1991), Χρονικά Β2, σ. 284-288. Βοκοτοπούλου1992β, Βοκοτοπούλου Ι., «Ποσείδι», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 443-450. 280 Βοκοτοπούλου 1993α, Βοκοτοπούλου, I., «Αρχαϊκό Ιερό στη Σάνη Χαλκιδικής», Αρχαία Μακεδονία V, I. Ανακοινώσεις κατά το πέμπτο Διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 10-15 Οκτωβρίου 1989, (Θεσσαλονίκη 1993), σ. 685-719. Βοκοτοπούλου1993β, Βοκοτοπούλου Ι., «Ποσείδι», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 401-412. Βοκοτοπούλου 1993γ, Βοκοτοπούλου, Ι., «Μακεδονικά Συμπόσια», στο Αμπελοοινική Ιστορία στο χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, Νάουσα 1993, σ. 21-29. Βοκοτοπούλου 1993δ, Βοκοτοπούλου, Ι., «Πληροφορίες για την αρχιτεκτονική δύο αρχαίων πόλεων της Παλλήνης». Παράρτημα. Πολιτιστική κληρονομιά και αρχιτεκτονική παράδοση στη Χαλκιδική και στο Άγιο Όρος. Πρακτικά του Τρίτου Διεθνούς Συμποσίου. Ουρανούπολη Χαλκιδικής, 14-16 Σεπτεμβρίου 1990, Θεσ\νίκη 1993, σ. 119-133. Βοκοτοπούλου 1993ε, Vokotopoulou, J., “Nouvelles donnees sur l’ architecture archaique en Macedoine centrale et en Chalcidique”, Les grands ateliers d’ architecture dans le monde égéen du Vie siècle av. J. –C. Actes du collogne d’ Instabul, 23-25 mai 1991 (Varia Anatolica III), Istanbul, 1993, σ. 89-95 πίν. 12-14. Βοκοτοπούλου 1994α, Vokotopoulou, J., “Calicidica”, Enciclopedia dell’ Arte Antica, Secondo Supplemento 1971-1994, I, σ. 814. Βοκοτοπούλου 1994β, Vοkotopoulou, J., “Ancienne Nécropoles de la Chalcidique”, Nécropoles et sociétés. Actes du Collogne International de Lille (1991). Naples 1994 (Cahiers du Centre de Jean Bérard, XVIII), σ. 96κ.ε. Βοκοτοπούλου 1994γ, Βοκοτοπούλου, Ι., (επιμ.), Μακεδόνες – Οι Έλληνες του Βορρά. Κατάλογος Έκθεσης 11.3.1994-19.6.1994 Βοκοτοπούλου 1994δ, Βοκοτοπούλου, Ι., “Anciennes nécropoles de la Chalkidique”, Nécropoles et societés antiques (Gréce, Italie, Languedos). Actes de International de Lille (1991), Naples 1994, (Cahiers CJB XVIII), σ. 79-88. Βοκοτοπούλου 1995, Vokotopoulou, J., “A Cypriot Graffito on an SOS Amphora from Mende, Chalcidice”, Kadmos 34, (1995), σ. 5-7. Βοκοτοπούλου 1996, Vokotopoulou, J., “Archaic cities and sanctuaries in Chalkidike. The Excavations at Mende and Polychrono, Chalikidike”, BSA 91 (1996), σ. 323. Βοκοτοπούλου 1997α, Βοκοτοπούλου, Ι., «Τοπογραφικά Κασσάνδρας», Αφιέρωμα στον N. G. L. Hammond, Παράρτημα Μακεδονικών αρ. 7, (Θεσσαλονίκη 1997),σ. 65-77. Βοκοτοπούλου 1997β, Βοκοτοπούλου, Ι., «Ποσείδι. Το ιερό του Ποσειδώνα στη Χαλκιδική», Θεσσαλονικέων Πόλις 2, 1997, σ. 18-23. Βοκοτοπούλου 2001, Βοκοτοπούλου, I., “Greek colonization in the littoral of Chalcidice and lower Macedonia”, Ηπειρωτικά και Μακεδονικά Μελετήματα ΙΙ, (Αθήνα 2001), σ. 739-762. Βοκοτοπούλου - Παππά – Τσιγαρίδα 1988α, Βοκοτοπούλου Ι. – Παππά Μ. – Τσιγαρίδα Ε., «Aνασκαφές στο Πολύχρονο Χαλκιδικής 1988», ΑΕΜΘ 2 (1988), σ. 317-330. Βοκοτοπούλο υ- Παππ ά- Τσιγαρίδα 1988β, Βοκοτοπούλου Ι. – Παππά Μ. – Τσιγαρίδα Ε., «Πολύχρονο», ΑΔ 43(1988), Χρονικά Β2, σ. 364. Βοκοτοπούλου - Παππά –Τσιγαρίδα 1989, Βοκοτοπούλου Ι. – Παππά Μ. – Τσιγαρίδα Ε., «Aνασκαφές στο Πολύχρονο Χαλκιδικής 1989», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 391-408. Βοκοτοπούλου - Μοσχονησιώτη 1990, Βοκοτοπούλου Ι. – Μοσχονησιώτη Σ., «Το παράλιο νεκροταφείο της Μένδης», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 411-424. Βοκοτοπούλου – Μπέσιος – Τρακοσοπούλου 1990, Βοκοτοπούλου, Ι. – Μπέσιος, Μ. – Τρακοσοπούλου, Ε., «Παρθενώνας Χαλκιδικής : Ιερό σε κορυφή του Ιτάμου», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 425-429. Βοκοτοπούλου – Τσιγαρίδα 1990, Βοκοτοπούλου, I. – Τσιγαρίδα, Μπ., «Ανασκαφική έρευνα στα Νέα Ρόδα Χαλκιδικής», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 455-468. Βοκοτοπούλου – Τσιγαρίδα 1992, Βοκοτοπούλου, I. – Τσιγαρίδα, Μπ., «Ανασκαφική έρευνα στα Νέα Ρόδα Χαλκιδικής», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 467-477. Βοκοτοπούλου – Τσιγαρίδα 1993, Βοκοτοπούλου, I. – Τσιγαρίδα, Μπ., «Ανασκαφική έρευνα στα Νέα Ρόδα Χαλκιδικής», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 445-454. Βοκοτοπούλου 1996, Βοκοτοπούλου, Ι., “Cities and Sanctuaries of the Archaic Period in Chalkidike”, BSA 91 (1996), σ. 319-328, πίν. 46-49. Bontini 1981, Bontini. Α., “Ruvo del Monte (Potenza) – Necropoli in Contrada S. Antonio: scavi 1977”, ASAtene 1981, σ. 254. Borza 1987, Borza, E. N., PAPS 131 (1987), σ. 32-52. 281 Boulter 1953, Boulter, C., “Pottery of the Mid-fifth Century from a Well in the Athenian Agora”, Hesperia 22 (1953), σ. 59-129. Βουτυράς 1998, Βουτυράς, Ε., «Η λατρεία της Αφροδίτης στην περιοχή του Θερμαίου Κόλπου», Αρχαία Μακεδονία VI,ii (1999), σ. 1329-1341. Bouzek 1969, Bouzek, J., “The beginning of the Protogeometric Pottery and the Dorian invasion”, OpAth 9 (1969), σ. 41-57. Bradeen 1952, Bradeen, D. W., “The Chalkcidians in Thrace”, American Journal of Philology 73 (1952), σ. 356-380. Brann 1961, Brann, E. T.H., “Protoattic Well groups from the Athenian Agora”, Hesperia 30 (1961), σ. 338. Brann 1962, Brann, E. T.H., Late Geometric and Protoattic pottery. Agora VIII, (Princeton 1962). Brock 1949, Brock, J. K., “Excavations in Siphnos”, BSA 44 (1949), σ. 50. Brock 1957, Brock, J. K., Fortetsa. Early Greek Tombs near Knossos, (Cambridge 1957). Brommer 1979, Brommer, F., Studies in Honour of Arthur Dale Trendall, (1979), σ. 39κ.ε. Broneer 1962, Broneer, Ο., “Excavations at Isthmia, 12959-1961”, Hesperia 31 (1962), σ. 16κ.ε. Buchner - Ridgway 1993, Buchner, G. – Ridgway, D., Pithekoussai I. La Necropoli Q Tombe 1-723 scavate dal 1952 al 1961, (Rome 1993). Buchholz 1975, Buchholz, H. – G., Methymna, (1975). Buschor 1929, Buschor, Ε., AM 54 (1929), σ. 143κ.ε. Busolt 1928, Busolt, G., Giechische Staatskunde II, (Munich 1928). Butler 1914, Butler, H.C., “Fifth Preliminary Report on the American Excavations at Sardes in AsiaMinor”, AJA 18 (1914), σ. 425-437. Buttler 1935-1936, Buttler, W., “Nachträge in Vorgescichtliches in der Stadt Samos”, AM 50\51 (1935- 1936), σ. 119-174. Cambitoglou 1984, Cambitoglou, Α., ΠΑΕ 1984, σ. 44-50. Cambitoglou - Papadopoulos 1988α, Cambitoglou, Α. - Papadopoulos, J. K., “Excavations at Torone, 1986: A preliminary report” , Meditterenean Archaeology 1 (1988), σ. 180-217. Cambitoglou – Papadopoulos 1988β, Cambitoglou, A. – Papadopoulos, J. K., “The early Iron Age Cemetery”, Αρχαία Μακεδονία (1988), σ. 26κ.ε. Cambitoglou – Papadopoulos 1990, Cambitoglou, Α. – Papadopoulos, J. K., “Excavations at Torone, 1989”, Meditterenean Archaeology 3 (1990), σ. 93-142. Cambitoglou – Papadopoulos 1991, Cambitoglou, Α. – Papadopoulos, J. K., “Excavations at Torone, 1990”, Meditterenean Archaeology 4 (1991), σ. 147-171. Cambitoglou – Papadopoulos 1993, Cambitoglou, Α. –Papadopoulos, J., “The earliest Myceneneans in Macedonia”, C. W. Zerner, P. C. Zerner, J. Winder, (επιμ.), Wace and Blegen, Pottery as evidence for trade in the Aegean Bronze Age, 1939-1989. Proceedings of the international conference held at the American School at Athens. December 2-3 1989, (Amsterdam 1993), σ. 289 κε. Campbel 1938, Campbel, Th. M., “A well of the Black-figured period at Corinth”, Hesperia 7 (1938), σ. 557-611. Caputo 1974, Caputo, G., “Uno Stamnos di Hephaistia di Lemnos e il peana Cretese”, Antichità Cretesi. Studi in Onore di Doro Levi, Vol. II, (Università di Catania – Instituto di Archeologia. Cronache di Archeologia – 13, 1974), σ. 189-195. Carigton-Smith 1989, Carigton-Smith, J., «Ανασκαφή στον Κούκο Χαλκιδικής», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 431. Carington-Smith – Vokotopoulou 1992, Carington-Smith, J. –Vokotopoulou, J., “Excavations at Koukos, Sykia”, ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 496κ.ε. Casson 1919-1921, Casson, S., “Excavations in Macedonia”, BSA 24 (1919-1921), σ. 23-24. Catling 1983, Catling, H. W., “New light on Knossos in the 8 th and 7 th Centuries B.C.”, ASAtene 61 (1983), σ. 31-43. Catling 1996, Catling, R. W. V., “A Tenth century Trade-Mark from Lefkandi”, E. Doniert, I.S. Lemos, S. Sherratt (edit.), Minotaur and Centaur, Studies in Archaeology of Crete and Euboea presented to Mervyn Porham, (1996). Catling 1998, Catling, R. W. V., “The Typology of the Protogeomentric and and Subprotogeometric Pottery from Troia and its Aegean Context”, Studia Troica 8 (1998), σ. 151-187. Cessel 1995, Cessel, G.C., “Excavations at Kavousi, Crete, 1989 and 1990”, Hesperia 64 (1995), σ. 67-120. 282 Christofani 1978, Christofani, Μ. Μ., “La ceramica Greco – Orientale in Etruria”, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ.150-212. Christou 1998, Christou, D., “Cremations in the Western Necropolis of Amathus”, Ν. Stambolidis (επιμ.) Eastern Mediterranean. Cyprus, Dodecanese, Crete 16th – 6th cent. B. C. Proceedings of the International Symposium held at Rethymnon – Crete in May 1997 , (Athens 1998), σ. 211 εικ. 15α. Cialafoni 1985, Cialafoni, D., “Stamnoi a decorazione geometrica dall’ incoronata di Metaponto”, BdA 30 (1985), σ. 43-48. Ciancio 1985, Ciancio, A., “Tombe arcaico – classiche nei terrritori di Naicataro e di Valenzano”, Taras. Rivista di Archeologia V,1, (1985), σ. 56 κ.ε. Γιαννικουρή – Πατσιαδά – Φιλήμονος 1989, Γιαννικουρή, Α. – Πατσιαδά, Β. – Φιλήμονος, Μ., «Ταφικά σύνολα από τις νεκροπόλεις της αρχαίας Ρόδου», στο Α’ Συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμική, Δεκέμβρης 1986, (Ιωάννινα 1989), σ. 56-95. Γιαννικουρή – Πατσιαδά – Φιλήμονος 1990, Γιαννίκουρη, Α. – Πατσιάδα, Β. – Φιλήμονος, Μ., «Χρονολογικά προβλήματα κεραμικής από τη Ρόδο», Β’ Επιστημονική Συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμεική, Χρονολογικά προβλήματα της ελληνιστικής κεραμεικής. Πρακτικά Ρόδος 22-25 Μαρτίου 1989, (Αθήνα 1990), σ. 172-184. Γιματζίδης 1997, Γιματζίδης Στ., «Ασημίζουσα» Κεραμική, Μία υποπρωτογεωμετρική εγχώρια κεραμική του βορειοελλαδικού χώρου, (Μεταπτ. Εργ. , ΑΠΘ 1997). Γιματζίδης 2002, Γιματζίδης, Σ., «Ο αποικισμός της Θάσου : η επανεξέταση της κεραμικής πρώιμων φάσεων της αρχαίας πόλης», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 73-78. Γιούρη 1965, Γιούρη,Ε., ΑΔ 20 (1965), Χρονικά, σ. 447κ.ε. Γιούρη 1967, Γιούρη, Ε., Πυργαδίκια, ΑΔ 22 (1967), Χρονικά, σ. 403-405. Γιούρη 1971α, Γιούρη, Ε., ΑΔ 26 (1971), Χρονικά Β2, σ. 394. Γιούρη1971β, Γιούρη, Ε., ΑΑΑ 4 (1971), σ. 356-366. Γιούρη 1972, Γιούρη, Ε., «Η κεραμική της Χαλκιδικής στον 4 ο αι. π.Χ.», Κέρνος. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Μπακαλάκη, (1972), σ. 11 κ.ε. Γιούρη1974, Γιούρη, Ε., «Το εν Αφύτει ιερόν του Διονύσου και το ιερόν του Άμμωνος Διός», Neue Forschungen in griechischen Heiligtumern, (1974), σ. 135-150. Γιούρη 1990, Γιούρη Ε., «Κλαζομενιακή λάρνακα από την Άκανθο», Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη, Πρακτικά αρχαιολογικού Συμποσίου, Καβάλα 9-11 Μαΐου, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 151-154. Γιούρη – Κουκούλη 1987, Γιούρη, Ε. – Κουκούλη, Χ., «Ανασκαφή στην αρχαία Οισύμη», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 363-375. Coldstream 1968α, Coldstream, J. N., Greek Geometric Pottery, (1968). Coldstream 1968β, Coldstream, J. N., “Review of P. Courbin, La céramique géométrique de l’ Argolide, (Paris 1966)”, JHS 88 (1968), σ. 235 -237. Coldstream 1972, Coldstream, J. N., “Knossos 1951-1961: Protogeometrnic and Geometric Pottery from the Town”, BSA 67 (1972), σ. 63-98. Coldstream 1973, Coldstream, J. N., “Knossos 1951-1961: Orientalizing and Archaic Pottery from the Town”, BSA 68 (1973), σ. 33-63. Coldstream 1982, Coldstream, J.N., “Some Problems of Eighth –Century Pottery in the West, seen from the Greek Angle”, La céramique grecque ou de tradition grecque au VIII siècle en Italie Meridionale,. Cahiers du Cnetre J. Bérard III, (Napoli 1982), σ. 21κ.ε. Coldstream 1983, Coldstream, J.N., The Meaning of Regional Styles in the Eighth Century B.C.”, R. Hägg (επιμ.),The greek Renaissance of the Eighth Century B. C. :Tradition and Innovation (Proceedings of the Second International Symposium at the Swedish Institute at Athens, 1-5 June 1981, (Stockholm 1983), σ. 7-15. Coldstream 1995, Coldstream, J. N., “Euboean Imports to Pithekoussai”, BSA 90 (1995), σ.252κ.ε. Coldstream 1997, Coldstream, J. N., Γεωμετρική Ελλάδα, (ελλ. μτφ. Ε. Κεφαλίδου, Αθήνα 1997). Coldstream 1999, Coldstream J. N., “Knossos 1951-1961: Classical and Hellenistic Pottery from the town”, BSA 94 (1999), σ. 321-343. Coldstream – Sackett 1970, Coldstream, J.N. –Sackett, L. H., “Knossos: Two deposits of orientalising pottery”, BSA 65 (1970), σ. 46-60. 283 Coldstream – Sackett 1978, Coldstream, J.N. – Sackett, L. H., “Knossos: Two deposits of orientalizing pottery”, BSA 73 (1978), σ. 45-60. Coldstream et al., 1981, Coldstream, J. N. et al., “Knossos: An early greek tomb on lower Gypsadhes hill”, BSA 76 (1981), σ. 141-164. Colsdstream – Hatzaki 2003, Colsdstream J. N. – Hatzaki E. M., “Knossos: Early Greek occupation under the Roman villa Dionysos”, BSA 98 (2003), σ. 279-346. Coleman 1986, Coleman, J. E., “Excavations at Pylos in Elis”, Hesperia Suppl. XXI (1986). Consolo - Langher 1994, Consolo - Langher, S., “Dall’ alleanza con la Persia all’ egemonia di Olinto: Vicende e forma politica dei Calcidesi di Tracia”, Federazioni e Federalismo nell’ Europa antica. (Milan 1994). Cook 1949, Cook, J.M., “Archaeology in Greece, 1946-47”, JHS 67(1949), σ. 34-45. Cook 1950, Cook, J. M., “Archaeology in Greece 1948-1949”, JHS 70 (1950), σ. 1-15. Cook 1951, Cook, J. M., “Archaeology in Greece, 1949-1950”, JHS 71 (1951), σ. 234-244. Cook 1958-9, Cook, J. M., “Old Smyrna 1948-1951”, BSA 53-54 (1958-9), σ. 1-36. Cook 1965, Cook, J. M., “On the date of Alyattes’ sack of Smyrna”, BSA 80, (1965), σ. 26-28 πίν. 5. Cook 1933-34, Cook, R. M., “Fikellura pottery”, BSA 34 (1933-34), σ. 1-98. Cook 1939, Cook, R. M., “Review of Lambrino, M. F., Les vases archaiques d’ Histria, (Bucurest 1938)”, JHS 59 (1939), σ. 148-149. Cook 1946, Cook, R. M., “Ionia and Greece in the Eighth and Seventh Centuries B. C.”, JHS 66 (1946), σ. 67-78. Cook 1952, Cook, R. M., “A list of Clazomenian Pottery”, BSA 47 (1952), σ. 123- 152. Cook 1960, Cook, R. M., Greek Painted Pottery, (1960). Cook 1965, Cook, R. M., “Review of Kardara, Ch., Ροδιακή Αγγειογραφία,(Αθήνα 1963), Gnommon 37 (1965), σ. 502-507. Cook 1969, Cook, R. M., “A note on the absolute chronology of the 8th and 7th centuries”, BSA 64 (1969), σ. 13 κ.ε. Cook – Dupont 1998, Cook, R. M. – Dupont, P., East Greek Pottery, (London 1998). Corbett 1949, Corbett, P.E., “Attic Pottery of the later Fifth Century from the Athenian Agora”, Hesperia 18 (1949), 298-351. Cosi 1978, Cosi, l., Gli askoi a figure rosse nei corredi funerary delle necropoli di Spina, (Milano 1978). Coulié 1996, Coulié, Α., «Το θασιακό εργαστήρι μελανόμορων αγγείων· γιατί θασιακό;», ΑΕΜΘ 10Β (1996), σ. 825-834. Coulié 2002, Coulié, Α., La céramique thasienne à figures noires. Études Thasiennes XIX, (2002). Courbin 1953, Courbin, P., “Cronique de fouilles et découvertes archéologiques en Gréce en 1952: Nécropole géometrique”, BCH 77 (1953), εικ. 55, 81. Courbin 1966, Courbin, P., La céramique géometrique de l’ Argolide, (1966). Courbin 1974, Courbin, P., Tombes géometriques d’ Argos, I (1952-1958), Étudés Péloponnésiennes VII, (1974). Courbin 1978, Courbin, P., “La céramique de la Gréce del’ Est à Ras el Bassit”, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 41 Cousinéry 1831, Cousinéry, A. M., “Voyage dans la Macédoine II”, (1831). Γραβάνη 1988\89, Γραβάνη, Κ., «Κεραμική ελληνιστικών χρόνων από την Ήπειρο», ΗπΧρ 29 (1988\89), σ. 103. Γραμμένος 1979, Γραμμένος, Δ., ΑΔ 34 (1979), Χρονικά Β2, σ. 332-333. Γραμμένος- Σκουρτοπούλου 1992, Γραμμένος, Δ. - Σκουρτοπούλου, K., Μεσημεριανή Τούμπα Τριλόφου Νομού Θεσσαλονίκης . Ανασκαφική περίοδος 1992, ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 344. Γραμμένος – Τιβέριος 1984, Γραμμένος, Δ. – Τιβέριος, Μ., «Ανασκαφή ενός νεκροταφείου του 5 ου αι. π.Χ. στην αρχαία Άργιλο», ΑΔ 39 (1984), σ. 1-47. Cummer 1976, Cummer, W. W., “Iron Age Pottery from Akalan”, IstMitt 26 (1976), σ. 31-39. Cuttle 1926-7, Cuttle, W.L.,”Report on Excavations at the Toumba and Tables of Vardaròftsa, Macedonia, 1925-1926, II”, BSA 28 (1926-7), σ. 210. Δανάλη 1994, Δανάλη, Κ., «Η ελληνιστική κεραμική από το πρόπυλο του «Γυμνασίου» στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου», ΑΕ 1994, σ. 255-297. Daux 1967, Daux, G., “Chronique des fouilles et decouvertes archéologiques en Gréce”, BCH 91 (1967), σ. 761κ.ε. 284 Daux 1968, Daux, G., “Chronique des fouilles et decouvertes archéologiques en Gréce”, BCH 92, 1968, σ. 903κ.ε. Dawkins 1904-1905, Dawkins, R.M., “A visit to Skyros”, BSA 11 (1904-1905), σ. 79. Deger-Jalkotzy 1999, Deger-Jalkotzy, S., “Elateia and Problems of Pottery Chronology”, The Mycenaean Periphery. Papers presented at the Lamia Symposium, 25-29 September 1994, (Lamia 1999), σ. 195-202. De Juli 1979, De Juli, E. M., “L’ epos Greco in occidente.”, Atti del diciannovesimo convegno di studi sulla Magna Grecia. Taranto, 7-12 Ottobre 1979, σ. 439. De Juli 1981, De Juli, E., “L’ attività archeologica in Puglia. Megale Hellas, nome e imagine.”, Atti del ventunessimo convegno di studi sulla Magna Grecia. Taranto, 2-5 Ottobre 1981, σ. 304. Della Seta 1937, Della Seta, Α., “Arte Tirrenica di Lemno”, AE 1937, σ. 629-654. De Miro 1983, De Miro, E., “Gela Protoarcaica”, ASAtene 61 (N. S. 45) (1983), σ. 52-104. De Palma, G., “La ceramica dorata in area apula. Contributo al problema delle ceramiche di imitazione metallica”, Taras. Rivista di Archeologia IX, 1-2 (1989), σ. 7-98. De Salvo 1968, De Salvo, L., “Le origini de Koinon dei Calcidesi di Tracia”, Athenaeum 46 (1968), σ. 47- 53. Desborough 1952, Desborough, R. V. d’ A, Protogeometric Pottery, (Oxford 1952). Desborough 1997, Desborough, R. V. d’ A., Ελληνικοί Σκοτεινοί Αιώνες, (Αθήνα 1997,μτφ. Σ. Κόρτη- Κόντη). Desneux 1949, Desneux, J., Les tétradrachmes d’ Akanthos, (Βρυξέλλες 1949). Δεσποίνη 1981α, Δεσποίνη, Αικ., Έργον 1981, σ. 18 κ.ε. Δεσποίνη 1981β, Δεσποίνη, Αικ., ΠΑΕ 1981, σ. 40 κ.ε. Δεσποίνη 1982a, Δεσποίνη, Αικ. , «Κεραμικοί κλίβανοι Σίνδου», ΑΕ 1982, σ. 61-84. Δεσποίνη 1982β, Δεσποίνη, Αικ., ΠΑΕ 1982, σ. 63 κ.ε. Δεσποίνη 1982γ, Δεσποίνη, Αικ., Έργον 1982, σ. 21 κ.ε. Δεσποίνη 1985, Α., Σίνδος, Κατάλογος της έκθεσης, (1985). Δεσποίνη 1986, Δεσποίνη, Αικ., «Χρυσά σκουλαρίκια Σίνδου», Αρχαία Μακεδονία IV, (Θεσσαλονίκη 1986), σ. 159-169. Δημιτσάς 1874, Δημιτσάς Μ., Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας, (1874), σ. 267κ.ε. Δημιτσάς 1879, Δημιτσάς Μ., «Κριτική Μελέτη περί της Διαφοράς της Θεσσαλονίκης από της Θέρμης», Αθήναιον 8 (1879), σ. 258-268. Δήμιτσας 1896, Δήμιτσας, Μ., Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις ΙΙ, (Αθήνα 1896). Diehl 1964α, Diehl, E., Die Hydria. Formgeschichte und Verwendung im Kult des Altertums, (Mainz 1964). Diehl 1964β, Diehl, E., “Fragmente aus Samos”, AA 1964, σ. 493-612. Di Sandro 1986, Di Sandro, N., “Le anfore arcaische dallo scarico gosetti Pithecusa. Cahiers des Anfores arcaiques et classiques,2. Cahiers du Centre de Jean Berard XII, (Naples 1986). Di Stefano 1976, Di Stefano, C. A., I. Vechi scavi nelle necropoli di Himera. Himera II. Campagne di scavo 1966-1973, (Roma 1976). Di Vita 1977, Di Vita, Α., “Atti della Scuola”, ASAtene 55, 1977 (1980), σ. 344-348. Doğer 1986, Doğer, E., “Premièrs remarques sur les amphores de Clazomènes”, BCH Suppl. 13 (1986), σ. 4671-471. Dolunay 1973, Dolunay, N., Ιstanbul Arkeoloji Müzeleri, (Istanbul 1973). Δρελιώτη 1997, Δρελιώτη, Α., «Μουσείο Λέρου», ΑΔ 52 (1997), Χρονικά Β3, σ. 1074. Δρούγου 1991, Δρούγου, Σ., Ελληνιστική Κεραμική από τη Μακεδονία, (Θεσ\νίκη 1991). Δρούγου 2000, Δρούγου, Σ., «Ο εφήμερος πηλός και ο αιώνιος χρυσός», στη Μύρτο, Μνήμην Ιουλίας Βοκοτοπούλου (2000), σ. 309. Δρούγου 2003, Δρούγου, Σ., «Βεργίνα 2003. Χρονολογικά θέματα. Η κεραμική», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 533-538. Δρούγου – Τουράτσογλου 1980, Δρούγου, Σ. – Τουράτσογλου Γ., Ελληνιστικοί λαξευτοί τάφοι Βεροίας, (Αθήνα 1980). Dugas 1925, Dugas, Ch., La céramique des Cyclades, (1925). Durando 1989, Durando, F., Annali. Archaeologica e Storia Antica XI, (1989), 64, 80. Dupont 1983, Dupont, P., “Classification et Determination de provenance des céramiques greques orientales archaiques d’ Istros.Rapport préliminaire”, Dacia 27 (1983), σ. 19-46. 285 Εγγλέζου 1997, Εγγλέζου, Μ., «Δύο μελανόμορφες υδρίες του τύπου Hadra από ένα ελληνιστικό νεκροταφείο στην περιοχή Καμηλάρου Μεσσσαράς», Ελληνιστική Κεραμική από την Κρήτη, (Χανιά 1997), σ. 62-71. Εγγλέζου 2005, Εγγλέζου, Μ., Ελληνιστική Κεραμική Κρήτης, (Αθήνα 2005). Edson 1980, Edson, Ch., Φίλιππος, βασιλεύς Μακεδόνων, (επιμ. Λ. Λουκοπούλου - Μ. Χατζόπουλος) (1980), σ. 15. Ekschmitt 1986, Ekschmitt, W., Kunst und Kultur der Kykladen II, (1986) Eiterjorg 1980, Eiterjorg, Η., “The Fast Wheel, the Multiple Brush Compass and Athens as Home of the Protogeometric Style”, AJA 84 (1980), σ. 445-452. Εξάρχου 2004, Εξάρχου, Ο., Η τεφρή τροχήλατη κεραμική από τον προϊστορικό οικισμό της Τούμπας Θεσσαλονίκης, (αδημ. μεταπτ. Εργ., ΑΠΘ 2004). Eilmann 1933, Eilmann, R., “Frühe Griechische Keramik im Samischen Heraion”, AM 58 (1933), σ. 47- 145. Erickson 2000, Erickson, B. L., Late Archaic and Classical Crete. Island Pottery in an Age of Historical Transition ca. 600-400 B.C., (2000). Ersoy 2004α, Ersoy, Y., “Klazomenai in the Archaic period”, J. Gobet, V. von Graeve, D. Niemeier and K. Zimmermann (edit), Frühes Ionien: eine Bestandaufnahme. Akten des Internationalen Kolloquiums zum einhundertjährigen Jubiläum der Ausgrabungen in Milet, Panion/Güzelçamli, 26.9.-1.10.1999, (2004). Ersoy 2004b, Ersoy, Y. E., “Klazomenai: 900-500 BC. History and Settlement Evidence”, A. Moustaka, E. Skarlatidou, M. C. Tzanes and Y. Ersoy (edit.), Klazomenai, Teos and Abdera : Proceedings of the International Symposium held at the Archaeological Museum of Abdera, Abdera, 20-21 October 2001, (Thessaloniki 2004), σ. 43-75. Ευαγγελίδης 1918, Ευαγγελίδης, Δ., «Προϊστορικά αγγεία και τάφοι μεταγεωμετρικών αγγείων», ΑΔ 4 (1918), σ. 43 κ.ε Feissel - Séve 1831, Feissel, D. et Séve, M., “La Chalkidique vue par Charles Avezou”, BCH 103 (1979), αρ. 76-78 σ. 229-320. Felsch 1996, Felsch, R. C. S., Kalapodi. Ergebnisse der Ausgrabungen im Heiligtum der Artemis und des Apollon von Hyampolis in der Antiken Phokis I, (Mainz 1996). Ferrari 1994, Ferrari, Α., I Vasi Calcidesi. Problemi di pittura greca del VI secolo a. C., (Torino 1978). M. Iozzo, Cramica”calicidese”: Nuovi documenti e problemi riproposti, Atti e Memorie della Società Magna Grecia, Terza Serie II (1993), (Roma 1994). Forrer 1924, Forrer, L., The Weber Collection II, Greek Coins, Macedon- Thrace – Thessaly – North Western, Central and Southern Greece, (London 1924). Φρεαρίτης 1861, Φρεαρίτης, K., αποσπάσματα του «Περίπλους Μακεδονίας και Ελάσσονος Ασίας» στο Πανδώρα ΙΒ’ (1861). French 1967, French, D., Index of praehistoric sites in central Macedonia, (1967). Froning 1987, Froning, H., “Eine geometrische Krater – Pyxis “, AA 1987, σ. 435-443. Furtwängler 1980, Fürtwangler, A. E.,”Heraion von Samos: Grabungen im Südtemenos 1977, Schcht – und Baunefund, Keramik”, AM 95 (1980), σ. 141-224. Gabrici 1913, Gabrici, E., Cuma, Monum. Ant XXII, (1913). Gaebler 1935, Gaebler, Η., Die antiken Münzen Nordgriechenlands, Band III: Die antiken Münzen von Macedonia und Paionia, 2. Abteilung, (Berlin 1935), Gardner – Casson 1915-1919, Gardner, E. A. – Casson, S., “Macedonia II. Antiquities found in the British Zone 1918-1919”, BSA 23 (1915-1919), σ. 10-41. Gardner – Casson 1918-9, Gardner E.A. – Casson S., “Antiquities found in the british zone”, BSA 23 (1918-9), σ. 10-39. Gauer 1975, Gauer, W., Die Tongefässe aus den Brunnen unter dem Stadion – Nordwall und im Südost – Gebiet. Olympische Forschungen VIII, (Berlin 1975). Ghali – Kahil 1960, Ghali – Kahil, L., Études thasiennes VII. La céramique grecque. Fouilles 1911-1956, (Paris 1960). Gialanella 1994, Gialanella, C., “Pithekusa: Gli isediamenti di punta chiarito. Relazione preliminare”, B. d’ Agostino – D. Ridgway (επιμ.), ΑΠΟΙΚΙΑ. Scritti in onore di Giorgio Buchenr (Napoli, Ostituto Universitario Orientale, 1994), σ. 168-204. Giannatasio 1993, Giannatasio, B.M., “Gli Eubei, la querra lelantina e la colonizzazione dell’ occidente”, S. Feraboli (επιμ.), Mosaico. Studium Onore di Umberto Albini, (1993), σ. 87-91. 286 Giardino 1996, Giardino, L., “Herakleia”, I. Greci in Occidente. Arte e artigianato in Magna Grecia, (Napoli 1996), σ. 35 κ.ε. Gilotta 1985, Gilotta, F., Gutti e askoi a rilievo italioti ed etrusci, (Rona 1985). Graham 1969, Graham, A.J., “X=10”, Phoenix 23 (1969), σ. 347 κ.ε. Graham 1971, Graham, A.J., “Patterns in the early Greek Colonisation”, JHS 91 (1971), σ. 46-47. Graham 1978, Graham, A. J., “The Foundation of Thasos”, BSA 73 (1978), σ. 61-98. Graham, J. W., “Olynthos”, στο R. Stillwell et al. (επιμ.), The Princeton Encyclopedia of Classical Sites, σ. 651-652. Gras 1987, Gras, Μ., DdA 5 (1987) (2), σ. 41κ.ε. Greenewalt 1979, Greenewalt, Jr., C. H., Lydian Pottery of the Sixth Century B.C.: the Lydion and Marbled Ware”, (αδημ. διδ. διατ.Uni. of Pensylvania 1979). Gruben 1957, Gruben, G., “Die Südhalle”, AM 72(1957), σ. 52-151. Güngör 2004, Güngör, Ü., “The History of Klazomenai in the Fifth Century and the Settlement on the Island”, A. Moustaka, E. Skarlatidou, M. C. Tzanes and Y. Ersoy (επιμ.), Klazomenai, Teos and Abdera : Proceedings of the International Symposium held at the Archaeological Museum of Abdera, Abdera, 20-21 October 2001, (Thessaloniki 2004), σ. 121-131. Θέμελης 1983, Θέμελης, Π. Γ. , «Δελφοί και περιοχή τον 8 ο και 7 ο αι. π.Χ.», ΑSAtene 61 (N.S.45) 1983, σ. 212-255. Hammond 1967, Hammond, N.G.L., A History of Greece to 322 B.C., (Oxford 1967). Hammond I, Hammond, N. G. L., A History of Macedonia, Volume I, (1972). Hammond II, Hammond, N. G. L. – Griffith, G. T., A History of Macedonia, Volume II, (1979). Hammond 1995, Hammond, N., “The Chalkidians and “Apollonia of the Thraceward Ionians”, BSA 90 (1995), σ. 307-315. Hammond 1980, Hammond, N. G. L., Chiron 10 (1980), σ. 54-61. Hanfmann 1956, Hanfmann, G. M. A., “On some eastern greek wares found at Tarsus”, The Aegean and the Near East. Studies presented to Hetty Goldman, on the occasion of her seventy – fifth birthday, (New York 1956), σ. 165-184. Hanschmann – Milojčić 1969, Hanschmann, H. – Milojčić, V., Die Funde der fruehen Dimini-Zeit aus der Arapi-Magula Thessalien, (1969). Hänsel 1979, Ηänsel, B., “Ergebnisse der Grabungen bei Kastanas in Zentralmakedonien, 1975-1978”, JRGZM 26 (1979). Harnecker 1982, Harnecker, J., “Keramik aus Nordgriechenland in Gevertsberg”, Boreas 5 (1982), σ. 300- 303. Harrison 1912, Harrison, E., “Chalkidike”, CIQu 6(1912), σ. 93 – 103. Hartley 1930-1931, Hartley, Μ., “Early Vases from Crete”, BSA 31 (1930-1931), σ. 56-114. Hassel 1967, Hassel, F. J., “Ein archaischer Grabfund von der Chalkidike”, JRGZM 14 (1967), σ. 201-205. Hatzopoulos1996a, Hatzopoulos, Μ. Β., “Royaume de Macédoine et colonies greques : langue et institutions”, Cahiers du Centre Glotz 7 (1996), σ. 25-38. Hatzopoulos 1996b, Hatzopoulos, Μ. B., Macedonian institutions under the kings I. A historical and epigraphic study, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 22 (1996). Hatzopoulos 1988, Hatzopoulos, M., “Actes de vente de la chalcidique centrale”, MΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 6, (Αθήνα 1988), σ. 40κ.ε. Hatzoppoulos – Loukopoulou 1987, Hatzoppoulos, Μ. Β.– Loukopoulou, L. D.,“Two studies in ancient Macedonian Toρography”, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 3 (Αθήνα 1987), σ. 39-40. Hatzopoulos – Loukopoulou 1989, Hatzopoulos, M. B. – Loukopoulou, L. D., “Morrylos cite de la Chrestonie”, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 7 (Αθήνα 1989), σ. 87-91. Hatzopoulos – Loukopoulou 1992, Hatzopoulos, M. B. – Loukopoulou, L. D., “Recherches sur les marches orientales des Téménides I”, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 11 (1992), σ. 126 κ.ε. Hatzopoulos – Marigo-Papadopoulos 1990, Hatzopoulos, M. – Marigo-Papadopoulos, V., “Deux sits pour Méthone de Macédoine”, BCH 114 (1990), σ. 639-668. Hencken 1958, Hencken, Η., “Syracuse, Etruria and the North: Some comparisons”, AJA 62 (1958), σ. 259κ.ε. Heurtley – Hutchinson 1925/1926, Heurtley, W. A. – Hutchinson, R.W., “Report on excavations at the Toumba at Tables of Vardaroftsa I”, BSA 27 (1925-26), 1-66. Heurtley 1923-1925, Heurtley, W. A., “Pottery from Macedonian Mounds”, BSA 26 (1923-1925), σ. 30- 38. 287 Heurtley 1926-1927, Heurtley, W. A., “A prehistoric site in Western Macedonia and the Dorian Invasion”, BSA 28 (1926-1927), σ. 158-194. Heurtley 1927, Heurtley, W. A., “Early Iron Age in Macedonia”, AntJ 7 (1927), σ. 42-59. Heurtley 1939, Heurtley, W. A. Prehisotric Macedonia, (1939). Heurtley - Radford 1927/1928, Heurtley, W. A. – Radford, C. A., “Two Prehistoric sites in Chalcidice”, BSA 29 (1927/8), 117-173. Heurtley - Radford 1929, Heurtley, W. A - Radford, C. A., “Report on excavations at the Toumba of Saratsé in Macedonia”, BSA 30 (1929), σ. 113-136. Heurtley - Skeat 1930-1931, Heurtley, W. A. – Skeat, T. C., “The Tholos Thombs of Marmariane”, BSA 31, (1930-1931), σ. 1-55. Higgins 1954, Higgins, R.A., Catalogue of Terracottas in the Department of Greek and Roman Antiquities. Bitish Museum I. Greek: 730-330B.C., (London 1954). Hochstetter 1984, Hochstetter, Α., Die handgemachte Keamik: Text und Tafeln, Prähistorische Archäologie in Südosteuropa, Band 3, (Berlin 1984). Hofmann – Buchholz 1969, Hofmann, Η. – Buchholz, Η. G., “Erwerbungsbericht des Museums für Kunst und Gewerke Hamburg 1963-1969”, AA 1969, σ. 318κ.ε. Hommel 1959-1960, Hommel, P., “Zur Fundsituation des ionischen Kapitells von Yeniköy”, Ist.Mitt. 9-10 (1959-1960), σ.205-207. Hood 1981, Hood, S., Prehistoric Emporio and Ayio Galas I, (1981). Hood 1986, Hood, M. S. F., “Mycenaeneans in Chios”, Chios. A conference at the Homereion in Chios. 1984, (1986), σ. 169-180. Hood – Boardman 1957, Hood, S. – Boardman, J., “A hellenic fortification tower on the Kefala ridge at Knossos”, BSA 52 (1957), σ. 224κ.ε. Hopper 1949, Hopper, R.J., “Addenda to Necrocorinthia”, BSA 45 (1949), σ. 162-257. Hornblower 1997, Hornblower, S., “Thucidides and Chalkidic Torone (IV.110.1)”, OxJA 16 (1997), σ. 177-186. Hornbostell 1980, Hornbostell, W., Aus Gräbern und Heilitümern. Die Antikesammmlung W. Kropatschek, (Manz 1980). Jacob-Felsch 1987, Jacob-Felsch, M., “Bericht zur spätmykenischen und sudmykenischen Keramik”, R. C. S. Felsch (edit), “Kalapodi. Bericht über dia Grabungen im Heiligtum der Artemis Elaphebolos und des Apollon von Hyampolis 1978-1982”, AA 1987, σ. 31-35. Jacob-Felsch 1994, Jacob-Felsch, M., “Review of M. Sipsie-Eschbach: Protogeometrische Keramik aus Iolkos in Thessalien (Berlin 1991)”, BJb 194 (1994), σ. 560. Jacob-Felsch 1996, Jacob-Felsch, M., Kalapodi. Ergebnisse der Ausgrabungen im Heiligtum der Artemis und des Apollon von Hyampolis in der Antiken Phokis I, (Mainz 1996). Jeffery 1991, Jeffrey, L. H., The local Scripts of Archaic Greece. A study of the Origin of the Greek Alphabet and its Development from the Eighth to the Fifth Centuries B. C. (Oxford 1990). Jenkins 1990, Jenkins, G. K., The Greek coins, (London 1990). Johansen 1923, Johansen, K. F., Les Vases Sicyoniens, (Paris/Kopenhangen 1923). Johansen 1958, Johansen, Κ. F., Exochi. Ein Frürhodisches Gräberfeld, (1958). Johnson 1953, Johnson, E. P., “An owl skyphos”, G.E. Mylonas (επιμ.), Studies presented to D. M. Robinson on his seventieth birthday II, (Missouri 1953), σ. 96-105. Johnson 1955, Johnson, E. P., “A note on owl-skyphoi”, AJA 59 (1955), σ. 119-124. Johnston 1979, Johnston, A. W., Trademarks on Greek Vases, (Warminster 1979). Johnston 1993, Johnston, A. W., “Pottery from Archaic Building Q at Kommos” Hesperia 62 (1993), σ. 339-382. Johnston – Jones 1978, Johnston, W. A. – Jones, R.E., “The ‘SOS’ amphora”, BSA 73 (1978), σ. 103- 142. Jones 1986, Jones, R. E., Greek and Cypriot Pottery.A Review of scientific studies, (1986). Jones 1996, Jones, C. P., “έθνος και γένος in Herodotus”, CQ 90 (1996), σ. 315-320. Jones – Graham - Sackett 1962, Jones, J.E. – Graham, A.J. – Sackett, L.H., “The Dema House in Attica”, BSA 57 (1962), 75-114. Jones - Graham - Sackett 1973, Jones, J.E. – Graham, A.J. – Sackett, L.H., “An Attic Country House below the cave of Pan at Vari”, BSA 68 (1973), 355-472. Jones 1990, Jones, O. T., “Chalkidic Painted Ware”, AE 129 (1990), σ. 177-189. Jones 1860, Jones, R. E., Greek and Cypriot Pottery, (1986). 288 Jung 2002, Jung, R., Kastanas – Ausgrabungen in einem Siedlungshügel der Bronze- und Eiesnzeit Makedoniens 1975-1979. Die Drehscheibenkeramik der Schichten 19 Bis 11, PAS 18.1, (Kiel 2002). Jung 2003, Jung, R., «Η μυκηναϊκή κεραμική της Μακεδονίας και η σημασία της», Η περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου. Λαμία 1999. Β’ Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο, (Αθήνα 2003), σ. 211- 225. Ιγνατιάδου 1997, Ιγνατιάδου, Δ., «Η Θέρμη κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο, Θέρμη ιστορία και πολιτισμός, Θέρμη 1997, σ. 24-68. Ireen 2002, Ireen, K., “Die Werkstatt des Londoner Dinos: Eine phokäische Werkstatt"”, IstMitt 52 (2002), σ. 165κ.ε. Immerwahr 1990, Immerwahr, H. R., Attic Script, A Survey, (Oxford 1990). Isaac 1986, Isaac, Μ., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian conquest, (1986). Isler 1978, Isler, H., R., “Oriental influences on Rhodian vases”, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 62-65. Kahrstedt 1946, Kahrstedt, U., “Chalkidic Studies”, AJP 57 (1946), σ. 416-444. Καλλιγά 1999, Καλλιγά, Κ., Κεραμική από το λάκκο Γ της κάτω τράπεζας της Αγχιάλου (Εποχής Σιδήρου, Με ταινιωτή διακόσμηση, Ερυθρόμορφη, Λυχνάρια και Ειδώλια), (μεταπτ. εργ. ΑΠΘ 1999). Καλλιγάς 1982, Καλλιγάς, Π. Γ.,«Κέρκυρα, αποικισμός και έπος», ASAtene 44 (1982), σ. 57-68. Καλλιπολίτης 1983, Καλλιπολίτη, Β. Γ., «Κεραμική κλασικών χρόνων από τη Δυτική Μακεδονία», Αρχαία Μακεδονία ΙΙΙ, Ανακοινώσεις κατά το τρίτο διεθνές συμπόσιο. Θεσσαλονίκη 21-25 Σεπτεμβρίου 1977 (Θεσ/νίκη 1983), σ. 118-126. Καλλιντζή 1990, Καλλιντζή, Ν., «Ανασκαφή ταφικού τύμβου στα Άβδηρα», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 613-626. Καλλιπολίτης 1973, Καλλιπολίτης, Γ., ΑΕ 1973, σ. 140. Καλλιπολίτου – Feytmans 1948-49, Καλλιπολίτου, Γ. – Feytmans, D., «Νεκρόπολις κλασικών χρόνων εν Κοζάνη», ΑΕ 1948-49, σ. 88-111. Kallipolitis – Feytmans 1963, Kallipolitis – Feytmans, D., “Tombes de Callithea en attique”, BCH 87 (1963), σ. 404-430. Καλτσάς 1988, Καλτσάς, Ν., Πήλινες διακοσμημένες κεραμώσεις από τη Μακεδονία, (1988). Καλτσάς 1996-1997, Καλτσάς, Ν., «Οι κλαζομενιακές σαρκοφάγοι από το νεκροταφείο της Ακάνθου», ΑΔ 51-52 (1996-1997), Α’ Μελέται, σ. 35-50. Καμπίτογλου 1981, Καμπίτογλου, Α., «Ανασκαφή Τορώνης», ΠΑΕ 1981, σ. 33-39. Καμπίτογλου 1982a, Καμπίτογλου Ι., Έργον 1982, σ. 26-27. Καμπίτογλου 1982β, Καμπίτογλου Ι., ΠΑΕ 1982, σ. 69-78. Κανατσούλης 1964, Κανατσούλης, Δ., Η Μακεδονία μέχρι του θανάτου του Αρχελάου, (1964). Kanowski 1984, Kanowski, M.G., Containers of Classical Greece. A Handbook of Shapes, (1984). Καραδήμα - Κουτσουμάνης 1992, Καραδήμα, Χ. – Κουτσουμάνης, Μ., «Αρχαιολογικές εργασίες Σαμοθράκης, 1992», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 677-679. Karageorghis1979, Karageorghis, V., “Chronique des fouilles et decouvertes archéologiques à Chypre en 1978”, BCH 103 (1979), σ. 673-724. Καραμήτρου – Μεντεσίδη 1983, Καραμήτρου – Μεντεσίδη, Γ., ΑΔ 38 (1983), Χρονικά Β2, σ. 308. Καραμήτρου – Μεντεσίδη 1987, Καραμήτρου – Μεντεσίδη, Γ., ΑΔ 42 (1987), Χρονικά Β2, σ. 424 Καραμήτρου – Μεντεσίδη 1995, Καραμήτρου – Μεντεσίδη, Γ., «Ο μακεδονικός τάφος στους Πύργους Εορδαίας», ΑΕΜΘ 9 (1995), σ. 26-35. Καραμήτρου – Μεντεσίδη 1998, Καραμήτρου – Μεντεσίδη, Γ., «Άνω Κώμη Κοζάνης», ΑΕΜΘ 12 (1998), σ. 439-460. Καρδαρά 1963, Καρδαρά, Χ., Ροδιακή Αγγειογραφία, (Αθήνα 1963). Kearsley 1989, Kearsley, R., The pendent semi-circle skyphos. A study of its development and chronology and an examination of it as an evidence for Euboean activity at Al Mina, Bulletin Supplement 44 (1989). Keck 1988, Keck, J., Studien zur Rezeption fremder Einflüsse in der chalkidischen Keramik. Ein Beitrag zur Lokalisierungfrage, (Frankfurt 1988). Kerschner 1997, Kerschner, Μ., “Ein Stratifizierter Opferkomplex des 7 Jh.s. v. Chr. aus dem Artemision von Ephesos”, ÖJh 66 (1997) Beiblatt, σ. 84-226. 289 Κεσίσογλου – Μήρτσου 1987, Κεσίσογλου, Μ. Δ. – Μήρτσου, Ε. Α., «Μελέτη δειγμάτων κεραμεικής από τους κλιβάνους της Σίνδου», ΑΝΑΣΗΛΩΣΗ – ΣΥΝΗΤΡΗΣΗ – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΗΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΩΝ, τόμος Β’, (Αθήνα 1987), σ. 405-408. Kessisoglou κ.α. 1996, Κεσσίσογλου, Μ. – Μήρτσου, Ε. – Στρατής, Ε. – Βασιλίου, Α., “Study of pottery sherds from Mende, Chalkidiki”, Αρχαιομετρικές και αρχαιλογικές έρευνες στη Μακεδονία και Θράκη. Πρακτικά Β’ Συμποσίου, (Θεσσαλονίκη 1996), σ. 169-179. Kilian 1975, Kilian, Κ., PZ 50 (1975), σ. 76. Kilian 1988α, Kilian, K., “Ausgrabungen in Tiryns 1982/1983. Bericht zu den Grabungen”, AA 1988α, σ. 105-151. Kilian 1990, Kilian, Κ., “Mycenenean Colonization : Norm and Variety”, J. P. Descoendreus (επιμ.), Greek Colonists and Native populations. Proceedings of the First Australian Congress of Classical Archaeology Held in Honour of Emeritus Professor A. D. Trendall, Sydney 9-14 July 1985, (Oxford 1990), σ. 445-467. Kleine 1979, Kleine, J., “Milet. Bericht über die Arbeiten im Südschnitt an der hellenistischen Stadtmauer 1968-1973”, IstMitt 29 (1979), σ. 109-159. Kleiner 1942, Kleiner, G., Tanagrafiguren: Untersuchungen zur Hellenistischen Kunstund Gescichte, (Berlin 1942). Knauss 1997, Knauss, Fl., Der lineare Insestil: eine kykladische Keramikenwerkstatt am Übergang von der spätgeometrischen zur archaischen Zeit (Saarbrücken), (1997). Knoepfler 1990, Knoepfler, D., “The calendar of Olynthus and the origin of the Chalkidians in Thrace”, J.- P. Descoeundres (επιμ.), Greek Colonists and Native Populations. Proceedings of the First Australian Congress of Classical Archaeology held in Honour of Emeritus Professor A. D. Trendall. Sydney 9-14 Juli 1985, (Oxford 1990), σ. 115 κ.ε. Knoepfler 1998, Knoepfler, D., “Le héros Narkittos et le système tribal d’ Erétrie”, M. Bats – B. d’ Agostino (επιμ.) Euboica.L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 105-108. Kontoleon 1933, Kontoleon, N., “Theraisches”, AM 58 (1933), σ. 117 κ.ε. Κοντολέων 1939, Κοντολέων, Ν. , ΑΕ 1939, σ. 26, 28. Κοντολέων 1963, Κοντολέων, Ν., «Οι Αειναύται της Ερέτριας», ΑΕ 1963, σ. 14 κ.ε. Κοντολέων 1967, Κοντολέων, Ν. Μ., «Ανασκαφή Νάξου», ΠΑΕ 1967, σ. 112-123. Kopcke 1968, Kopcke, G., “Heraion von Samos: Die Kampagnen 1961\1965 im Südtemenos”, AM 83, (1968), σ. 267. Korti-Konti 1997, Korti-Konti, S., “The Orientalising Period in Macedonia”, Olga Palagia (επιμ.), Greek Offerings. Essays on Greek Art in honour of John Boardman, (1997), σ. 55-61. Κοτταρίδου 1991, Κοτταρίδου, Α., «Βεργίνα 1991. Τοπογραφικές έρευνες στην περιοχή και ανασκαφή στο νεκροταφείο των Αιγών», ΑΕΜΘ 5 (1991), σ. 23-27. Κοτταρίδη 1997, Κοτταρίδη, Α., «Το αρχαιολογικό έργο της ΙΖ’ ΕΠΚΑ στη Βεργίνα. Το ιστορικό της έκθεσης των θησαυρών των βασιλικών τάφων», ΑΕΜΘ 11 (1997), σ. 129-134. Κοτταρίδη 1998, Κοτταρίδη, Α., «Το αρχαιολογικό έργο στη Βεργίνα το 1998. Νέα ευρήματα από τη νεκρόπολη των Αιγών», ΑΕΜΘ 12 (1998), σ. 405-410. Kotitsa – Schüssler 2002/2, Kotitsa, Z. – Schüssler, U., “Zinn auf Keramik: Entstehung und Verwendung eines Statussymbols in Makedonien”, AA 2002/2, σ. 65-84. Κουκουβού 2000, Κουκουβού, Α., «Ανασκαφική έρευνα στον άξονα της Εγνατίας οδού : Ασώματα Βέροιας», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ.563-572. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1967, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Ανατολικής Μακεδονίας», ΑΔ 22 (1967), Χρονικά Β2 σ. 420. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1973, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ., Προϊστορικός συνοικισμός «Καστρί», ΑΔ 28 (1973), Χρον. Β2, σ. 444. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1977, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Ανατολικής Μακεδονίας», ΑΔ 32 (1977), Χρονικά Β2, σ. 251. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1980, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ. , «Οι αποικίες της Θάσου στο Β. Αιγαίο. Νεότερα Ευρήματα.», Η Καβάλα και η περιοχή της. Α’ τοπικό συμπόσιο. Καβάλα 18-20 Απριλίου 1977, (Θεσσαλονίκη 1980), σ. 309 – 325. 290 Κουκούλη - Χρυσανθάκη 1983, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ. , «Ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία Τράγιλο. Πρώτες γενικές αρχαιολογικές και ιστορικές παρατηρήσεις», Αρχαία Μακεδονία IΙΙ, Ανακοινώσεις κατά το τρίτο διεθνές συμπόσιο. Θεσσαλονίκη 21-25 Σεπτεμβρίου 1977, (Θεσ/νίκη 1983), σ. 138-139 εικ. 36. Koukouli – Chrysanthaki 1986, Koukouli – Chrysanthaki, C., “Abdera and the Thracians”, Thacia Pontica 3 (1986), σ. 82 -98. Κουκούλη – Χρυσανθάκη Κουκούλη 1992, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ., Προϊστορική Θάσος Ι : Τα νεκροταφεία του οικισμού Καστρί, (Αθήνα 1992). Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1997, Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Χ., «Η αρχαϊκή πόλη των Αβδήρων: Β. Αρχαιολογικές έρευνες. ΑΡΧΑΙΑ Θράκη, 2 ο Διεθνές Συμπόσιο Θρακικών Σπουδών, Κομοτηνή 1992 (1997), τ. ΙΙ, σ. 715-734. Κουκούλη – Χρυσανθάκη 2000, Κουκούλη-Χρυσανθάκη Χ., «Αρχαία Βέργη», Μύρτος, Μνήμη Ιουλίας Βοκοτοπούλου, Θεσ\νίκη 2000, σ. 351-375. Κουκούλη-Χρυσανθάκη – Παπανικολάου 1990, Κουκούλη–Χρυσανθάκη, Χ. – Παπανικολάου, Αικ., «Ανασκαφή στην αρχαία Οισύμη, 1988-1990», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 487-493. Κουκούλη – Σαμαρτζίδου 1984, Κουκούλη, Χ. – Σαμαρτζίδου, Σ., ΑΔ 39 (1984), Χρονικά, πίν. 138. Κουκούλη κ.α. 1996, Κουκούλη, Χ. –Σαμαρτζίδου, Σ. – Duhn, A. – Catling, R. – Τζιαβός, Χ. – Αναγνώστου, Χ., «Αρχαιολογικές και γεωμορφολογικές έρευνες στο Δέλτα του Στρυμόνα», ΑΕΜΘ 10Β (1996), σ. 642 κ.ε. Κουκούλη-Χρυσανθάκη - Σγούρου - Αγελαράκης 1996, Κουκούλη-Χρυσανθάκη, Χ. – Σγούρου, Μ. – Αγελαράκης, Α., «Αρχαιολογικές έρευνες στη νεκρόπολη της αρχαίας Θάσου : 1979-1996», ΑΕΜΘ 10Β (1996), σ. Kourou 1983, Kourou, N., “Some Problems concerning the origin and the dating of the Thapsos class vases”, ASAtene 61 (N.S. 45) 1983, σ. 257-289. Kourou 1984, Kourou, Ν., «Το Νότιο Νεκροταφείο της Νάξου», στο Ancient Greek and Related Pottery. Proceedings of the International Vase Symposium, Amsterdam 1984, Allard Pierson Series 5 (1984), σ. 107κ.ε. Kourou 1992, Kourou, Ν., “À propos d’ un atelier géométrique Naxien”, BCH Suppl. XXIII (1992), σ. 131-156. Κουρουνιώτης 1903, Κουρουνιώτης, K. , «Αγγεία Ερετρίας», ΑΕ 1903, σ. 1-38. Κουρουνιώτης 1916, Κουρουνιώτης, Κ. , «Ανασκαφαί και έρευναι εν Χίω 2», ΑΔ 2 (1916), σ. 190-215. Κουσουλάκου 1992, Κουσουλάκου, Ν., «Από τις ανασκαφές της Θεσσαλονίκης», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 308. Κουσουλάκου 1994α, Κουσουλάκου, Ν., «Ανασκαφή Ποτίδαιας 1994», ΑΕΜΘ 8 (1994), σ. 306-312. Κουσουλάκου 1994β, Κουσουλάκου Ντ., ΑΔ 49 (1994), Χρονικά Β2, σ. 457-458. Κουσουλάκου 2000, Κουσουλάκου, Ν., «Ποτίδαια 2000: κτηριακό συγκρότημα δημόσιου χαρακτήρα», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ. 321-327. Κρανιώτη 1987, Κρανιώτη, Λ., «Τύμβος από τη ΒΔ νεκρόπολη των Αβδήρων», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 431- 434. Κρανιώτη 1990, Κρανιώτη, Α., «Αρχαία επιγραφή από τη Στρύμη», Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη, Πρακτικά αρχαιολογικού Συμποσίου, Καβάλα 9-11 Μαΐου, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 629-633. Kraay 1976, Kraay, C., Archaic and classical greek coins, (London 1976). Κραχτοπούλου – Τουλούμης 1990, Κραχτοπούλου, Α. – Τουλούμης, Κ., «Ανασκαφή Τούμπας 1990. Οι εργασίες στην Κορυφή της Τούμπας», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 290-294. Kurtz 1975, Kurtz, D.C., Athenian White Lekythoi, (Oxford 1975). Kyrieleis 1985, Kyrieleis, H., “Ausgrabungen in Heraion von Samos 1980/1”, AA 1985, σ. 365-450. Kyrieleis 1989, Kyrieleis, H., “New Cypriot Finds from the Heraion von Samos”. V. Tatton-Brown (επιμ.), Cyprus and the East Mediterranean in the Iron Age. Proceedings of the Seventh British Museum Classical Coloquium, April 1988, (London 1989), σ. 52-55. Κωνσταντινόπουλος 1969, Κωνσταντινόπουλος, Γρ., ΑΔ 24 (1969), Χρονικά, σ. 473. Κωνσταντινόπουλος 1986, Κωνσταντινόπουλος, Γρ., Αρχαία Ρόδος, (Αθήνα 1986). Λαζαρίδη – Μοσχονησιώτου 1988, Λαζαρίδη Κ. – Μοσχονησιώτου Σ., «Θέρμη. Οδός Πολυτεχνείου-Γρ. Λαμπράκη (οικ. 377 Ο.Τ. 76)», ΑΔ 43 (1988) Β2 Χρονικά, σ. 359. Λαζαρίδη 1990, Λαζαρίδη Κ., Θέρμη, ΑΔ 45 (1990), Β2 Χρονικά, σ. 308-9. Λαζαρίδη 1991, Λαζαρίδη Κ., «Θέρμη-Αρχαίο Νεκροταφείο», ΑΔ 46 (1991), Β2 Χρονικά, σ. 276. 291 Λαζαρίδης 1955, Λαζαρίδης, Δ., ΑΕ 1955, σ. 244. Λαζαρίδης 1964, Λαζαρίδης, Δ., «Αρχαιότητες Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», ΑΔ 19 (1964), Χρονικά Β3, σ. 371. Λαζαρίδης 1965, Λαζαρίδης, Δ., «Αρχαιότητες και Μνημεία της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», ΑΔ 20 (1965), Χρονικά Β3, σ. 444. Lazaridis 1970, Lazaridis, D., Thasos and its Peraia, της σειράς Αρχαίες Ελληνικές Πόλεις, (Αθήνα 1970). Λαζαρίδης 1971α, Λαζαρίδη, Δ., «Σαμοθράκη και η περαία της» της σειράς Αρχαίες Ελληνικές Πόλεις αρ.7, (Αθήνα 1971). Λαζαρίδης 1971β, Λαζαρίδη, Δ., «Άβδηρα και Δίκαια» της σειράς Αρχαίες Ελληνικές Πόλεις αρ.6, (Αθήνα 1971). Λαζαρίδης 1972, Λαζαρίδης, Δ., Αμφίπολις και Άργιλος, (1972). Λαζαρίδης – Ρωμιοπούλου –Τουράτσογλου 1982, Λαζαρίδης, Δ. – Ρωμιοπούλου, Κ. – Τουράτσογλου, Γ., Ο τύμβος της Νικήσιανης, (Αθήνα 1982). Lamb1928-1930, Lamb, W., “Excavations at Thermi”, BSA 30 (1928-1930), σ. 1-29 Lamb 1930-1931α, Lamb, W., “Excavations at Thermi”, BSA 31 (1930-1931), σ. 48-165. Lamb 1930-1931b, Lamb, W., “Antissa”, BSA 31 (1930-1931), σ. 166-178. Lamb 1932, Lamb, W., JHS 52 (1932), σ. 1-12. Lambrino 1938, Lambrino, M.F., Les Vases archaïques d’ Histria, (Bucurest 1938). Lambrinoudakis 1983, Lambrinoudakis, V. K., «Νέα στοιχεία για τη γνώση της Ναξιακής γεωμετρικής και αρχαϊκής κεραμεικής», ASAtene 61 (N.S. 45) 1983, σ. 109-119. Λαμπρινουδάκης 1988, Λαμπρινουδάκης, Β. Κ., Η αρχαϊκή ελληνική αγγειγραφία, (Αθήνα 1988). Λαμπροθανάση-Κοραντζή – Παπαγιάννη – Πολουκίδου 2002, Λαμπροθανάση-Κοραντζή, Ε. – Παπαγιάννη, Ε. – Πολουκίδου, Χ., «Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης : το νεκροταφείο της εποχής του σιδήρου», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 249-253. Lane 1933-4, Lane, E. A., “Lakonian vase painting”, BSA 34 (1933-4), σ. 99-198. Langher 1994, Langher, S. C., “Dall’ alleanza con la Persia all’ egemonia di Olinto : Vicende e forma politica dei Calcidesi di Tracia”, Federazioni e Federalismo nell’ Europa antica. (Milan 1994), σ. 291-326. Langdon 1976, Langdon, M. K., “A Sanctuary of Zeus on Mount Hymettos”, Hesperia Suppl. XVI (1976). Langlotz 1975, Langlotz, E., Studien zur Nordostgriechischen Kunst, (Mainz 1975). Langmann 1967, Langmann, G., “Eine spätarchaische Nekropole uter dem Staatsmarkt zu Ephesos”. Festschrift für F. Eichler am achtzigsten Geburstag, (Wien 1967). Laqueur 1936, Laqueur, R., “Nikomedes (10)”, RE 17 (1936), σ. 499κ.ε. Larsen 1968, Larsen, J. A.O., Greek Federal States, (Oxford 1968). Lauffer 1989, Lauffer, S., Griechenland: Lexikon der historischen Stätten von den Anfängen bis zur Gegenwart, (Münich 1989). Leake 1835, Leake W., Travels in Northern Greece III, 1835, σ. 156-157. (επανέκδοση 1967) Lemos 1986, Lemos, A. A., “Archaic chian pottery on Chios”, Chios. A conference at the Homereion in Chios 1984, (1986), σ. 233-249. Lemos 1991, Lemos, Α. Α., Archaic Pottery of Chios. The Decorated Styles, (Oxford 1991). Lemos 1992, Lemos, Α. Α., “Un atelier archaique de Chios en Màcedoine orientale”, Ateliers 1992, σ. 157- 174. Lemos 1993, Lemos, I. S., “Euboean Enterprise in the Eastern Mediterranean: Early import at Lefkandi”, AJA 96 (1993), σ. 338-339. Lemos 1997, Lemos, Α. Α., “Rizari. A cemetery in Chios town”, (επιμ. Olga Palagia), Greek Offerings. Essays on Greek Art in Honour of John Boardman, (1997), σ. 73-85. Lemos 2001, Lemos, Ι., “The Lefkandi connection : Networking in the Aegean and the Eastern Mediterranean”, L. Bonfante – V. Karageorghis (επιμ.), Italy and Cyprus in Antiquity 1500- 450BC, (2001), σ. 217. Lemos 2002, Lemos, I. S., The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth centuries B. C., (2002). Λεμπέση 1967α, Λεμπέση, A., «Γραμμικός νησιώτικος αμφορέας εκ Θήρας», ΑΔ 22 (1967), σ. 112-132. Λεμπέση 1967β, Λεμπέση, Α., «Ανασκαφή σπηλαιώδους τάφου εις Πόρον Ηρακλείου», ΠΑΕ 1967, σ. 195-209. Lentini 1990, Lentini, M. C., “Le oinochoai “a collo tagliato”, un contributo alla conoscenza della ceramica di Naxos di VII e VII secolo a. C.”, BdA 60 (1990), σ. 72κ.ε. 292 Lentini 1992, Lentini, M.C., “Una secondo contributo sulla ceramica di Naxos: idrie ed anfore”, BdA 71- 73 (1992), σ.11-34. Lentini 1998, Lentini, M. C.,“Nuovi rinvenimenti di ceramica euboica a Naxos di Sicilia”, M. Bats – B. d’ Agostino (επιμ.), Euboica. L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 377-386. Lenz 1997, Lenz, D., “Karische Keramik im Martin von Wagner Museum, Würzburg”, ÖJh 66 (1997), σ. 29-63. Levi 1925-1926α, Levi, D., “La necropoli geometrica di Kardianì a Tinos”, ASAtene 8/9 (1925\1926), σ. 203 - 234. Levi 1925-1926β, Levi, D., “La Grotta di Aspripetra a Coo”, ASAtene 8-9 (1925-1926), σ. 235-311. Levi 1927-1929, Levi, D., “Arcades – La necropoli”, ASAtene10-12, (1927-1929), σ. 1κ.ε. Levi 1955-1956, Levi, D., “Gli Scavi del 1954 sull’ acropolis di Gortina”, ASAtene 33/34 (1955-1956), σ. 208 - 303. Levi 1969, Levi, D., Early Hellenic Pottery of Crete, (1969). Lioutas 1987, Lioutas, A., Attische Schwarzfigurige Lekanai und Lekanides, (Würzburg 1987). Λιούτας 1990, Λιούτας Α., «Καλύβες (Μηκύβερνα)», ΑΔ 45 (1990), Χρονικά Β2, σ. 313-314. Λιούτας – Γκιούρα 1997, Λιούτας, Α. – Γκιούρα, Ε., «Τοπογραφικές αναζητήσεις ΒΔ της αρχαίας Θεσσαλονίκης με αφορμή τις ανασκαφές σε νεκροπόλεις στους δήμους Σταυρούπολης και Πολίχνης», ΑΕΜΘ 11 (1997), σ. 318-324. Λιούτας – Κώτσος 2001α, Λιούτας, Α. – Κώτσος, Σ., «Επίπεδος προϊστορικός οικισμός στο Περιβολάκι Λαγκαδά», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 195-202. Λιούτας – Κώτσος 2001β, Λιούτας, Α. – Κώτσος, Σ., «Ιερό άγνωστης θεότητας στον Προφήτη Λαγκαδά στην πορεία της Εγνατίας οδού», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 187-191. Lorber 1990, Lorber, C., Amphipolis. The Civic Coinage in Silver and Gold, (Los Angeles 1990). Lorimer 1947, Lorimer, H. L., BSA 42 (1947), σ. 115κ.ε. Lo Porto 1974, Lo Porto, F. G., “Vasi Cretesi e pseudocretesi in Italia”, Antichità Cretesi. Studi in Onore di Doro Levi, Vol. II, (Università di Catania – Instituto di Archeologia. Cronache di Archeologia – 13, 1974), σ. 172-188. Lo Porto 1978, Lo Porto, F.G., “Le importazioni della Grecia dell’ Est in Puglia”, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978),σ. 131 - 136 πίν. 63. Lo Porto 1981, Lo Porto, F.G., “Metaponto (Matera). Nuovi scavi nella città e nella sua necropoli”, ASAtene 1981, σ. 314. Lyons 1996, Lyons, C. L.,The Archaic Cemeteries. Morgantina Studies 5, (1996). Maffre 1973, Maffre, J., Travaux de l’ École Francaise en 1972. Thasos III Sondage Yannopoulos”, ΒCH 97 (1973), σ. 573 εικ. 64. Maiuri 1914, Maiuri, A., “La necropoli di Jalissos”, ASAtene 1 (1914), σ. 33-341. Maiuri 1921α, Maiuri, Α., “Lavori della Missione archeologica italiana a Rodi – Ricerche nella necropoli di Jalisos (1916), ASAtene 3 (1921), σ. 252-259. Maiuri 1921β, Maiuri, A., “La necropoli arcaica di Jalissos”, ASAtene 6/7 (1923), σ. 284κ.ε. Maiuri 1923/24, Maiuri, A., “Scavi della missione archeologica Italiana a Rodi”, ASAtene VI-VII (1923\24), σ. 83-341. Μακαρόνας 1960, Μακαρόνας, Χ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Μακεδονίας. Τορώνη Χαλκιδικής», ΑΔ 16 (1960), Χρονικά, σ. 212. Manakidou 2001, Manakidou, Ε., “Korinthische und attische Importkeramik der archaischen Zeit aus der Sieldung von Karambournaki/Nordgriechenland”, Griechische Keramik im kulturellen Kontext. Akten des Internationalen Vasen-Symposions in Kiel vom 24. bis 28.9.2001 veranstalet durch das Archäologische Institut der Christian – Albrechts – Universität zu Kiel, σ. 193-196. Μανδάλα 1990, Μανδάλα, Τ., «Το κλασικό νεκροταφείο της Αμφίπολης», Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη, Πρακτικά αρχαιολογικού Συμποσίου, Καβάλα 9-11 Μαΐου, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 275-277. Μαραγκού 1985, Μαραγκού, Λ. Ι., Αρχαία Ελληνική Τέχνη. Συλλογή Ν. Π. Γουλανδρή, (1985). Μαραγκού 1989, Μαραγκού, Λ., «Ανασκαφή Μινώας Αμοργού», ΠΑΕ 1989, σ. 276-287 . Μαραγκού 1999, Μαραγκού, Λ., «Ανασκαφή Μινώας Αμοργού», ΠΑΕ 1999, σ. 203-234. Μαρινάτος 1968, Μαρινάτος, Σπ., «Ανασκαφή Θήρας ΙΙ», ΠΑΕ 1968, σ. 87-127. 293 Μαρκουλάκη – Νινιού-Κινδερή 1982, Μαρκουλάκη, Σ. – Νινιού-Κινδερή, Β., «Ελληνιστικός λαξευτός τάφος Χανίων», ΑΔ 37 (1982), Μελέται, σ. 7-118. Maruggi 1996, Maruggi, G. A., “Le produzioni ceramiche arcaiche”, I. Greci in Occidente. Arte e artigianato in Magna Grecia, (Napoli 1996), σ. 247κε. Marucci 1990, Maruzzi, G. A., “Via S. Pancrazio”, Taras. Rivista di Archaeologia X,2 (1990), σ. 384 κ.ε. Μαστροκώστας 1965, Μαστροκώστας, Ε. Ι., «Ανασκαφή του τείχους Δυμαίων», ΠΑΕ 1965, σ. 121-136. May 1966, May, J. M. F., The coinage of Abdera (1966). Μayer 1907, Μayer, Μ., “Αskoi’, JdI 22 (1907), σ. 207 - 235. Mazarakis Ainian 1998, Μazarakis Ainian, A., Oropos in the Early Iron Age”, M. Bats – B. d’ Agostino (επιμ.) Euboica. L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 179-215. McCredie 1966, McCredie, J. R., “Fortified Military Camps in Attica”, Hesperia Suppl. XI (1966). Mc Phee 1981, Mc Phee, Ι., “Some Red-figure vase-painters of the Chalcidice”, BSA 76 (1981), σ. 298- 308 πίν. 49 - 53. Mele 1975, Mele, Α., “I caratteri della società eretriese arcaica”. Contribution à l’ etude de la societé et de la colonization eubéennes” (CCJB 2). Napoli 1975, σ. 15-26. Mele 1981, Mele, Α., “I Ciclopi, Calcodonte e la metallurgia calcidese. Nouvelle contribution à l’ etude de la societé et de la colonization eubéennes” (CCJB 6). Napoli 1981, σ. 9-33. Μele 1998, Μele, Α., “Calcidica e Calcidesi. Considerazioni sulla tradizione”, M. Bats – B. d’ Agostino (επιμ.), Euboica. L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 217 κ. ε. Mellaart 1955, Mellaart, J., Belleten 19 (1955), σ. 123. Mellink 1964, Mellink, Μ. J., “Archaeology in Asia Minor”, AJA 68 (1964), σ. 149-166. Mellink 1972, Mellink, M. J., “Archaeology in Asia Minor. Excavation at Karataş – Semayük and Elmali, Lycia 1971”, AJA 76 (1972), σ. 165-225. Mercati 2003, Mercatti, C., Epinetron: storia di una forma ceramica fra archeologia e cultura. Città di Castello, 2003. Meric – Mountjoy 2002, Meric, R. – Mountjoy, P. A., “Mycenaean Pottery from Badem gediği Tepe (Purand) in Ionia preliminary report”, IstMitt 52 (2002), σ. 79-98. Meritt 1923, Meritt, B. D., “Skione, Mende and Torone”, AJA 27 (1923), σ. 447κ.ε. Meritt – Wade-Gery – McGregor 1939-1953, Meritt, Β. D. – Wade-Gery, H. T. – McGregor, M. F., The Athenian Tribute Lists, (Harward 1939-1953).\ Metzger 1969, Metzger, H., Anatolie II. Début de 1er millénaire av. J.-C. – de l’ époque romaine, (1969). Mikulčić 1964-1965, Mikulčić, Ι., Necropoles arcaϊques de la Pélagonie Méridionale, Starinar 15-16 (1964- 1965) Mingazzini 1967, Mingazzini, P., “Qual’ era la forma del vaso chianato dai Greci Kothon?”, AA 1967, σ. 344-361. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1979, Μισαηλίδου-Δεσποτίδου, Β., «Από το νεκροταφείο της αρχαίας Αφύτιος», ΑΔ 34 (1979), Μελ., σ. 70-84 πίν. 20-28. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1990, Μισαηλίδου – Δεσποτίδου, Β., «Από το νεκροταφείο της αρχαίας Μίεζας», ΑΕΜΘ 4 (1990), εικ. 16 σ. 141. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1995, Μισαηλίδου 1995, Μισαηλίδου – Δεσποτίδου, Β., «Ανασκαφή στη Ν. Φιλαδέλφεια το 1995», ΑΕΜΘ 9 (1995), σ. 311 – 320. Μισαηλίδου -Δεσποτίδου 1998α, Μισαηλίδου – Δεσποτίδου, Β., «Νέα Φιλαδέλφεια. Ανασκαφική έρευνα στην «τράπεζα» και στο νεκροταφείο της Εποχής Σιδήρου», ΑΕΜΘ 12 (1998), σ. 259-266. Μισαηλίδου - Δεσποτίδου 1998β, Μισαηλίδου – Δεσποτίδου, Β., «Ο κεραμικός κλίβανος της Ν. Φιλαδέλφειας». Μνείας Χάριν. Τιμητικός τόμος στη Μ. Σιγανίδου, (1998), σ. 161-175. Μισαηλίδου - Δεσποτίδου 1998γ, Μισαηλίδου – Δεσποτίδου, Β., BCH 122 (1998), Chr., 861-862. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου 1999α, Μισαηλίδου – Δεσποτίδου, Β., «Ανασκαφική έρευνα στην αρχαία Άφυτη», ΑΕΜΘ 13 (1999), σ. 305-313. Μισαηλίδου–Δεσποτίδου 1999β, Μισαηλίδου –Δεσποτίδου, Β., «Χρονολογικά στοιχεία από ταφικά σύνολα του 4 ου αι. π.Χ. από τη Ν. Φιλαδέλφεια», Αρχαία Μακεδονία VI, 2(1999), σ. 771-785. Miller 1974, Miller, S.G., “Menon’s Cistern”, Hesperia 43 (1974), 194-245. Monaco 1993, Monaco, Μ. C., “Un Cratere già nella collezione I. Falchi ed il problema delle oxides”, Rendiconti, serie IX, τομ. IV,1 (1993), σ. 67κ.ε. 294 Morgan II 1937, Morgan II, C. H., “Excavations at Corinth, 1936-37”, AJA 51 (1937), σ. 547. Morricone 1950, Morricone, L, “Scavi e Ricerche a Coo (1935-1943) Relazione Preliminare”, BdA 35 (1950), σ. 323κ.ε. Morricone 1965/66, Morricone, L., “Eleone eLangada. Sepolcreti della tarda età del bronzo a Coo”, ASAtene 43 – 44 (1965/66), σ. 2-312. Morricone 1978, Morricone, L., “Sepolture della prima età del ferro a Coo”, ASAtene 56 (1978), σ. 9-422. Morris 1984, Morris, S. P., The Black and White Style, (1984). Μόρτζος 1985, Μόρτζος, Χ., Το Ελληνικό Ιερό Α στον Καστέλο, (1985), σ. 62. Μοσχονησιώτου 1987, Μοσχονησιώτη, Σ., «Άνω Τούμπα. Οδός Χρυσανθέμων-Δρυός», ΑΔ 42 (1987), Χρονικά Β2, σ. 356. Μοσχονησιώτου 1988, Μοσχονησιώτου Σ., «Θέρμη, Σίνδος. Ανασκαφικές παρατηρήσεις στα δύο νεκροταφεία της περιοχής», ΑΕΜΘ 2 (1988), σ. 283-296. Moschonisioti 1998, Moschonisioti, S.,“Excavation at Ancient Mende”, M. Bats – B. d’ Agostino (επιμ.) Euboica. L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 255-271. Μοσχονησιώτη 2004, Μοσχονησιώτη, Σ., «Εγχώρια διακοσμημένη κεραμική από το νεκροταφείο της αρχαίας Μένδης», Ν. Χρ. Σταμπολίδης – Α. Γιαννικούρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου. Ρόδος, 1-4 Νοεμβρίου 2002, (Αθήνα 2004), σ. 279-287. Μουτσόπουλος 1976, Μουτσόπουλος, Ν. Κ., Άθυτος Χαλκιδικής,(1976). Μπακαλάκης 1935, Μπακαλάκης, Γ., «Ανασκαφή εν Καλαμίτσα Καβάλας» ΠΑΕ 1935, σ. 34-35. Μπακαλάκης 1936, Μπακαλάκης, Γ., «Ανασκαφή εν Καλαμίτσα Καβάλας» ΠΑΕ 1936-37 σ. 75. Μπακαλάκης 1938α, Μπακαλάκης, Γ., «Εκ του Ιερού της Παρθένου εν Αμφίπολει (Καβάλα), ΑΕ 1938, σ. 106-154. Μπακαλάκης 1938β, Μπακαλάκης, Γ., ΠΑΕ 1938, σ. 97 κ.ε. Μπακαλάκης 1953-54, Μπακαλάκης Γ., «ΘΕΡΜΑΙΟΣ», ΑΕ 1953-54, σ. 221-229. Μπακαλάκης 1963, Bakalakis, G., “Therme- Thessalonike”, Antike Kunst, Beiheft I (1963), σ. 30 κ.ε. Μπακαλάκης 1967, Μπακαλάκη, Γ., Στρύμη, (Θεσσαλονίκη 1967). Μπακαλάκης 1983, Μπακαλάκης Γ., «Ιερό Διονύσου και φαλλικά δρώμενα στη Θεσσαλονίκη», Αρχαία Μακεδονία ΙΙΙ (1983), σ. 31-43. Μπέσιος 2003, Μπέσιος, Μ., «Ανασκαφή Μεθώνης 2003», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ.443-450. Μπιλούκα – Βασιλείου – Γραικός 2000, Μπιλούκα, Α. – Βασιλείου, Σπ. – Γραικός, Ιω., «Αρχαιολογικές μαρτυρίες από τη Ν. Καλλικράτεια Χαλκιδικής», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ. 299-307. Μπιλούκα – Γραικός 2001, Μπιλουκα, Α. – Γραικός, Ιω. , «Νέα Καλλικράτεια 2001: η ανασκαφική έρευνα στο ανατολικό νεκροταφείο του αρχαίου οικισμού», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 279-289. Μπιλούκα – Γραικός 2002, Μπιλούκα, Α. – Γραικός, Ιω. , «Νέα Καλλικράτεια 2002. Η ανασκαφική έρευνα στον αρχαίο οικισμό», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 375-384. Μπιλούκα – Γραικός 2004, Μπιλούκα, Α. – Γραικός, Ιω. , «Νέα Καλλικράτεια 2004. Η ανασκαφική έρευνα στο νεκροταφείο του αρχαίου οικισμού», ΑΕΜΘ 18 (2004), σ. 105-114. Μπόνιας – Perreault 1993, Μπόνιας, Ζ. – Perreault, J.Y., «Άργιλος, ανασκαφή 1992-1993», ΑΕΜΘ 3 (1993), 465-473. Μπόνιας – Perreault 1996, Μπόνιας, Ζ. – Perreault, J.Y., «Άργιλος, Πέντε χρόνια ανασκαφής», ΑΕΜΘ 10Β (1996), σ. 663-680. Μπόνιας – Perreault 1997, Μπόνιας, Ζ. – Perreault, J.Y., «Άργιλος, ανασκαφή 1997», ΑΕΜΘ 11 (1997), σ. 539-547. Μπόνιας – Perreault 1998, Μπόνιας, Ζ. – Perreault, J.Y., « Άργιλος, η αρχαιότερη ελληνική αποικία», Άνδρος και Χαλκιδική. Πρακτικά συμποσίου, Άνδρος, 23 Αυγούστου 1997, (1998), σ. 178-179. Μπόνιας – Perreault 2002, Μπόνιας, Ζ. – Perreault, J.Y., «Άργιλος, ανασκαφή 1998-1999», ΑΕΜΘ 14 (2002), σ. 109-114. Müller 1987, Müller, D., Topographischer Bildkommentar zu den Historien Herodots. Griechenland. im Umfang des heutigen griechischen Staatgediets (1987). Müller-Wiener κ.α 1988, Müller-Wiener, W. κ.α., “Millet 1987. Vorbericht über die Arbeiten des Jahres 1987”, IstMitt 38 (1988), σ. 251-390. Mustilli 1932/1933, Mustilli, D., “La necropoli tirrenica di Efestia”, ASAtene 15/16 (1932/1933), σ. 113. Mylonas 1943, Mylonas G.E., “Excavations at Mecyberna 1934, 1938”, AJA 47 (1943), σ. 86. Mylonas 1975, Μυλωνάς, Γ.Ε. , Το δυτικόν νεκροταφείον της Ελευσίνος Β, (1975). Μυλωνάς – Μπακαλάκης 1938, Μυλωνάς, Γ. –Μπακαλάκης Γ., , ΑΕ 1938, σ. 53 κ.ε. 295 Naumann –Tuchelt 1964, Naumann, R. –Tuchelt, K., AA 79 (1964), σ. 375. Neeft 1977-1978, Neeft C.W., BA Besch 52-53 (1977-1978), σ. 133κ.ε. Neeft 1981, Neeft, C. W., “Observations on the Thapsos Class”, MEFRA 93 (1981), σ. 7κ.ε. Neeft 1987, Neeft C. W., Protocorinhtian Subgeometric Aryballoi, Allard Pierson Series 7, (Amsterdam 1987). Newton – Wardle – Kuhiholn 2003, Newton, M. – Wardle, K. A. – Kuhiholn, P.I., “Dendrochonology and Radiocarbon Determinations from Assiros”, ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 173-188. Νικολαΐδου – Πατέρα 1987, Νικολαΐδου – Πατέρα, Μ. , «Πρώτα μηνύματα από μία πόλη της Πιερίδας», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 343-348. Νικολαΐδου – Πατέρα 1989, Νικολαΐδου – Πατέρα, Μ., «Ανασκαφικές έρευνες στις αρχαίες πόλεις Τράγιλο και Φάγρητα», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 483-498. Νικολαΐδου – Πατέρα 1990, Νικολαΐδου – Πατέρα, Μ.,,«Δεδομένα από τις πόλεις Τράγιλο και Φάγρητα», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 514-521. Νικολαίδου-Πατέρα 1993, Νικολαΐδου – Πατέρα, Μ., «Ανασκαφικές έρευνες στον αρχαίο Φάγρητα», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 499-501. Νικολαΐδου – Πατέρα 1996, Νικολαΐδου – Πατέρα, Μ. , «Φάγρης: Η αρχαία πόλη και το νεκροταφείο», ΑΕΜΘ 10Β (1996), σ. 836-842. Νικολαίδου-Πατέρα 1997, Νικολαΐδου – Πατέρα, Μ. , «Τοπογραφία της Πιερίας κοιλάδας», Αφιέρωμα στον N. G. L. Hammond. Παράρτημα Μακεδονικών αρ. 7, (Θεσσαλονίκη 1997), σ. 309-318. Noble 1966, Noble, J., The Techniques of Painted Attic Pottery, (1966). Oakley 1997, Oakley, J., The Achilles Painter, (1997). Oeconomides 1991, M. Oeconomides, The human figure in archaic greek coinage, New perspectives in early greek art, National Gallery of Art, (1991). Οικονόμος 1924, Οικονόμος Γ., «ΜΙΝΔΗ-ΜΕΝΔΗ η πατρίς του Παιωνίου», ΑΕ 1924, σ. 27-40. Orladini 1978, Orladini, P., “Ceramiche della Grecia dell’ Est a Gela”, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 93- 97 πίν. 53-58. Orlandini 1979, Orlandini, P., “Scavi e scoperte di VIII e VII sec A.C. in località incoronata tra Siris e Metaponto”, ASAtene 60 (1979), σ. 317κ.ε. Orlandini 1991, Orlandini, P., “Due Vsai Figurati di stile orientalizzante dagli scavi dell’ incoronata”, BdA 66 (1991), σ. 1κ.ε. Orsi 1898, Orsi, P., “La necropoli di Licodia Eubea ed di Vasi geometriici del quarto periodo siculo, RM XIII (1898), σ. 313-314. Palsson-Hallager 1981, Palsson-Hallager, B., Italians within the Mycenean world, Magna Grecia e Mondo Miceneo, Atti del 22convegno di studi sulla Magna Grecia, Taranto 1981, σ. 358-363. Panayotou 1990, Panayotou, Α., “Des Dialectes à la Koine”, ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 10 (1990), σ. 191-228. Panayotou 1991, Panayotou A., Textes d’ Akanthos d’ époque archaique et classique, Hellenika Symmikta VII, Nancy 1991, σ. 127. Panayotou 1993, Panayotou, A., “Ancient Greek Dialects in Northern Greece” Phillipake – Warburton et al. (επιμ.), Themes in Greek Linguistics. Papers from the First International Conference on Greek Linguistics, Reading. September 1993. Amsterdam, σ. 421-426. Panayotou 1996, Panayotou, Α., «Διαλεκτικές επιγραφές της Χαλκιδικής, Μακεδονίας και της Αμφιπόλεως», Γ’ Διεθνές Συνέδριο για τη Μακεδονία: Επιγραφές της Μακεδονίας, 8-12 Δεκεμβρίου 1993 (Θεσσαλονίκη 1996), σ. 124-163. Panayotou – Chrysosotmou, Panayotou A. – Chrysosotmou, P., “Inscriptions de la Bottiée et de l’ Almopie en Macédoine”, σ. 359-400. Παναγιώτου 1971, Παναγιώτου, T. Δ., Ιστορία και Μνημεία της Φθιώτιδος, (Αθήνα 1971). Παντερμαλή – Τρακοσοπούλου 1994, Παντερμαλή Ε. – Τρακοσοπούλου Ε., «Καραμπουρνάκι 1994: η ανασκαφή της ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ», ΑΕΜΘ 8, (1994), σ. 203-216. Παντερμαλή – Τρακοσοπούλου 1995, Παντερμαλή Ε. – Τρακοσοπούλου Ε., «Καραμπουρνάκι 1995 . Η ανασκαφή της ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ», ΑΕΜΘ 9, (1995), σ. 283-292. Παντερμαλή 1987, Παντερμαλή Ε., Αμητός, Τιμητικός Τόμος για τον καθ. Μ. Ανδρόνικο ΙΙ, (1987), σ. 206 κ.ε. Παντή 1999, Παντή Α., Κεραμική από το λάκκο Γ της κάτω τράπεζας της Αγχιάλου (Γεωμετρική, «Ασημίζουσα», Μελαμβαφής και Αβαφής, Υφαντικά Βάρη), (μεταπτ. εργ. 1999). Πάντος 1975, Πάντος, Π., ΑΔ 30 (1975), Χρονικά Β2, σ. 305. 296 Παπάγγελος – Παλιομπέης 2002, Παπάγγελος, Ι. – Παλιομπέης, Στ., «Προχριστιανικές αρχαιότητες στον Άθω», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 391-402. Papadopoulos 1989, Papadopoulos, J. K., “Iron Age Potter’s Kiln at Torone”, Mediterranean Archaeology 2 (1989), σ. 9-44. Papadopoulos 1990, Papadopoulos, J., “Protogeomentric birds in Torone”, J. P. Descoeundres (επιμ.), ΕΥΜΟΥΣΙΑ, Ceramic and Iconographic Studies in Honour of Alexander Cambitoglou, (1990), σ. 13κ.ε. Papadopoulos 1994, Papadopoulos, J. K., “Early Iron Age Potters’ marks in the Aegean”, Hesperia 63 (1994), σ. 437-507. Papadopoulos 1996, Papadopoulos, J. K., “Euboeans in Macedonia" A closer look”, Oxford Journal of Archaeology 15 (2) (1996), σ. 151-181. Papadopoulos 1998, Papadopoulos, J. K., “A bucket, by any other name, and an Athenian stranger in Early Iron Age Crete”, Hesperia 67 (1998), σ. 109-123. Papadopoulos, Vedder, Schreiber 1998, Papadopoulos, J. K. - Vedder, J. F. - Schreiber, T., “Drawing circles: Experimental Archaeology and the Pivoted Multiple Brush”, AJA 102 (1998), σ. 507κ.ε. Παπαδόπουλος 1998, Παπαδόπουλος, Σ., «Μία «οπισθοδρομική» εγκατάσταση αρχαϊκών χρόνων στον Άγιο Ιωάννη της Θάσου», ΑΕΜΘ 12 (1998), σ. 55-63. Παπαδοπούλου 1964, Παπαδοπούλου, Φ., «Μία άγνωστη νεκρόπολη της Χαλκιδικής», ΑΔ 19 (1964), Μελέται, σ. 84-112. Παπασπυρίδη – Καρούζου 1933-1935, Παπασπυρίδη– Καρούζου, Σ.,«Αρχαϊκά μνημεία του Εθνικού Μουσείου», ΑΕ 1952, σ. 137-166. Παπαστάθης 2004, Παπαστάθης, Κ., Η οργάνωση των δραστηριοτήτων σε ένα νοικοκυριό της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου. Τυπολογία και κατανομή της κεραμικής του κτιρίου Α της Νέας Φιλαδέλφειας Θεσσαλονίκης, (αδημ. μεταπτ. εργασία, ΑΠΘ, 2004). Papastamos 1970, Papastamos, D., Melische Amphoren (1970). Παπαχριστοδούλου 1980, Παπαχριστοδούλου, Ι., ΑΔ 35 (1980), Χρονικά, σ. 543 Papazoglou 1988, Papazoglou, F., “Les villes de macédoine àl’ époque romain”, BCH Suppl. 16 (1988). Parker 1997, Parker, V., Untersuchungen zum lelantischen Krieg und Verwandten Problemen den frühgriecischen Geschichte, (Stuttgart 1997). Παρλαμά 1978, Παρλαμά, Λ. , «Καύσεις στην Άκανθο», ΑΑΑ ΧΙ (1978), σ. 5-31. Παρλαμά – Σταμπολίδης 2000, Παρλαμά, Λ. –Ν. Χ. Σταμποίδης(επιμ.), Η πόλη κάτω από την πόλη, (Αθήνα 2000) Parović- Pesikan1993, Parović- Pesikan, Μ., Les cruches àbecverseur (prochoi) du Vie-Ve siècle avant notre ère dans l’ interieur des Balkans”, Αρχαία Μακεδονία V2, (1993), σ. 1239 κ.ε Paspalas 1995, Paspalas, S. A., The Late Archaic and Early Classical Pottery of the Chalkidice in its Wider Aegean Context, (αδημ. διατριβή, University of Oxford, 1995). Παπασπυρίδη – Καρούζου 1952, Παπασπυρίδη – Καρούζου, Σ., «Ανασκαφή τάφων του Άργους», ΑΔ 15 (1933-1935), Μελέται, σ. 16-53. Patera 1986, Patera, A., “Tomba a Camera tarantina”, Taras. Rivista di Archeologia VI, 1-2 (1986), σ. 31- 66. Payne 1927\28, Payne, H. G. G., “Early Greek vases from Knossos”, BSA 29 (1927\28), σ. 224-297. Payne 1933, Payne, H. G. C., Protocorinthische Vasenmalerei, (1933). Payne 1937, Payne, H., Necrocorinthia. A Study of Corinthian Art in the Archaic Period, (Oxford 1937). Pelagatti 1979, Pelagatti, P., “Bilanzio degli scavi di Naxos per l’ VIII e VII sec. A.C., ASAtene 59 (1979), σ. 290 κ.ε. Pelagatti 1982, Pelagatti, P., “I piu antichi materiali di importazione a Siracusa, a Naxos e in altri siti della Sicilia Orientale”, La céramiche greque ou de tradition greque au VIIIe siècle en Italie Centrale et meridionale. Centre J. Bérard. Institut Francais de Naples, 1976, Chiers du Centre J. Bérard III, (1982), σ. 141-164. Πελεκίδης 1916, Πελεκίδης, Σ., «Ανασκαφή Φαλήρου», ΑΔ 2 (1916), σ. 13-64. Πελεκίδης 1921α, Πελεκίδης Σ., “Chronique des Fouilles et Découvertes archeologiques dans l’ orient hellenique (Nov. 1920-Nov. 1921)”, BCH 45 (1921), σ. 541. Πελεκίδης 1921β, Πελεκίδης Σ., JHS 41 (1921), σ. 274. Πελεκίδης 1929, Πελεκίδης, Σ., JHS 49 (1929), σ. 234κ.ε. Περιστέρη – Blondé – Perrault – Brunet 1985, Περιστέρη, Κ. – Blondé, F. – Perrault, J. Y. – Brunet, M., AAA 18 (1985), σ. 29 κ.ε. 297 Περιστέρη 1990, Περιστέρη, Κ., «Ένα αρχαϊκό σπίτι στη Θάσο –Α’ Ανασκαφική περίοδος 1995», Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη, Πρακτικά αρχαιολογικού Συμποσίου, Καβάλα 9-11 Μαΐου, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 393-398. Pernier 1914, Pernier, L., “Templi arcaici in Prinias”, ASAtene 1 (1914), σ. 19κ.ε. Perreault – Μπόνιας 1994, Perreault, J. – Y. – Μπόνιας, Ζ., «Άργιλος 1994», ΑΕΜΘ 8 (1994), σ. 317- 324. Πέτσας 1961-62, Πέτσας, Φ., ΑΔ 17 (1961-2), Χρονικά, σ. 279. Πέτσας 1963, Πέτσας, Φ., ΑΔ 18 (1963), Χρονικά, σ. 222. Petsas 1964, Petsas, P.M., The multiple brush on a Local Iron Age Pithos from Pieria. Essays in Memory of Karl Lehmann, (1964), σ. 255κ.ε. Πέτσας 1967, Πέτσας, Φ., Μακεδονικά 7(1967), σ. 305. Πέτσας 1969α, Πέτσας, Φ., «Χρονικά Αρχαιολογικά», Μακεδονικά 9 (1969), σ. 135. Πέτσας 1969β , Πέτσας, Φ. , ΑΔ 24, 1969, Χρονικά Β2, σ. 309. Πέτσας 1969γ, Πέτσας Φ., «Αρχαιότητες εκτός της Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά 9 (1969), σ. 162 κ.ε. Πέτσας 1970, Πέτσας, Φ., ΑΔ 25 (1970), Χρον., 354-361. Πέτσας 1974, Πέτσας, Φ., «Χρονικά-Αρχαιολογικά 1968-1970», Μακεδονικά 14 (1974), σ. 212κ.ε. Πέτσας 1975, Πέτσας Φ., Μακεδονικά 15 (1975), σ. 237-244. Pfuhl 1903, Pfuhl, E., “Der archaische Friedhof am Stadtberge von Thera”, AM 28 (1903), σ. 1-281. Picard 1918-1919, Picard, Ch., “Les Recherches archéologiques de l’ Armée Française en Macédoine, 1916-1919”, BSA 23, 1918-1919, σ. 4. Picard 1989, Picard, O., “Le lion et le taureau aur les monnaies d’ Acanthe”, G. Le Rider, K. Jenkins, N. Waggoner and U. Westermark (επιμ.), Kray – Mørkholm Essays. Numismatic studies in memory of C. Kraay and O. Mørkholm, (1989), σ. 225-231. Pierro 1978, Pierro, Ε., “Ceramiche Greco-orientali di Tarquinia”, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 231-238. Pierro 1984, Pierro, E., Ceramica “Ionica” non figurate e coppe attiche a figure nere. Materiali del Museo archeologico nazionale di Tarquinia, (1984). Πινγιάτογλου 1991, Πινγιάτογλου, Σ., «Το ιερό της Δήμητρας στο Δίον. Ανασκαφή 1991», ΑΕΜΘ 5 (1991), σ. 145-156. Πίκουλας 2001, Πίκουλας, Γ., Η χώρα των Πιέρων. Συμβολή στην τοπογραφία της, (Δήμος Πιερέων Καβάλας/ΚΕΡΑ 2001). Πλάτων 1945-1947, Πλάτων, Ν. Γ., «Γεωμετρικός τάφος Αγίων Παρασκιών Ηρακλείου», ΑΕ 1945-1947, σ. 47-97. Πλάτων 1967, Πλάτων, Ν.,«Ανασκαφή Ζάκρου», ΠΑΕ 1967, σ. 162 κ.ε. Podzuweit 1979, Podzuweit, Chr., “Spätmykenische Keramik von Kastanas”, JbZMusMainz 26 (1979), σ. 203-223. Podzuweit 1986, Podzuweit, Chr., “Der Spätmykenische Einfluss in Makedonien”, Αρχαία Μακεδονία IV (1986), σ. 467-484. Πολυχρονάκου – Σγουρίτσα 1988, Πολυχρονάκου – Σγουρίτσα, Ν., «Το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Βάρκιζας/Βάρης», ΑΔ 43 (1988) Μελέται Α΄, σ. 1-105. Popham 1994, Popham, Μ, “Precolonization: early Greek contact with the East”, The Archaeology of Greek Colonization, Essays dedicated to Sir J. Boardman, (Oxford 1994), σ. 30-33. Popham – Hatcher – Polland 1980, Popham, M. – Hatcher, H. – Polland, A. M., “Al Mina and Euboea”, BSA 75 (1980), σ. 151-162. Popham – Lemos 1992, Popham, Μ. - Lemos, I. S., Kearsley, “The pendent semi-circle skyphos”, Gnomon 64 (1992), σ. 152-155. Popham - Sackett 1966, Popham, M. R. - Sackett, L.H., ΑΔ 21 (1966), Χρονικά Β1, σ.234. Popham - Sackett 1989, Popham, Μ. R. – Sackett, L. H., “Review of Kearsley”, Gnomon 64.2 (1989), σ. 152-155. Popham – Touloupa – Sackett 1982, Popham, Μ. R. – Touloupa, E. – Sackett, L. H., “Further Excavation at the Toumba Cemetery at Lefkandi, 1981”, BSA 77 (1982), σ. 213-248. Pottier – Reinach 1888, Pottier, E. – Reinach, S., La nécropole de Myrina, (Paris 1888). Pouilloux 1954, Pouilloux, J., Recherches sur l’ histoire et les cultes de Thasos I. Études de Thasiennes II, (Paris 1954). 298 Pouilloux 1990, Pouilloux, J., Pariens et Thassiens dans le Nord de la Grèce à l’ époque archaique” Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, Πόλις και χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη, Πρακτικά αρχαιολογικού Συμποσίου, Καβάλα 9-11 Μαΐου, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 485-489. Πουλάκη-Παντερμαλή 1987, Πουλάκη-Παντερμαλή, Ε., «Όλυμπος – 2. Μακεδονικός όρος, μετεωρότατον (κ21)», Αμητός, Τιμητικός Τόμος για τον καθ. Μ. Ανδρόνικο ΙΙ, (1987), σ. 206 κ.ε. Πουλάκη – Παντερμαλή, Πουλάκη-Παντερμαλή, Ε., «Θρηικήσι παρά προμολήισιν Ολύμπου». Πρακτικά 2 ου Διεθνούς Συνεδρίου Θρακικών Σπουδών, Τόμος ΙΙ, (Κομοτηνή, 1997), σ. 569-576. Πούλιος 1994, Πούλιος, Β., «Ανασκαφικές εργασίες, Άγιος Χριστόφορος. Γάζωρος», ΑΔ 49 (1994), Χρονικά Β2, σ. 598 πίν. 186γ. Πούλιος 1995, Πούλιος, Β., «Σωστική ανασκαφή στο νεκροταφείο της αρχαίας Γαζώρου», ΑΕΜΘ 5 (1995), σ. 418. Poulsen – Dougas 1911, Poulsen, F. – Dougas, C. , “Vases Archaiques de Délos”, BCH 35 (1911), σ. 376. Price 1924, Price, E.R., “Pottery of Naucratis”, JHS 44 (1924), σ. 180κ.ε. Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη 1979, Πρωτονοταρίου - Δεϊλάκη, Ε., «Από το Άργος του 8 ου και 7 ου αι. π.Χ.», ASAtene 60 (1979), σ. 33-47. Πωλογιώργη 1995, Πωλογιώργη, Μ. Ι., «Παιδική ταφή στην Ηλιούπολη», ΑΕ 1995, σ. 227-245. Psoma 2001, Psoma, S., Olynthe et les Chalcidiens de Thrace. Etudes de Νumismatique et d’ Histoire, (Stuttgart 2001). Radt 1974, Radt, W., “Die Früheisen zeitliche Hügelnekropole bei Vergina in Makedonien”, BeitzEge zu italienischen und Griechischen Bronzefunedn (MBuchen, 1974), σ.98-147. Rayet 1884, Rayet, O., “Vase antique trouvé dans la nécropole de Myrina”, BCH 8 (1884), σ. 509-514. Rey 1917-1920, Rey L., “Observations sur les premiers habitats de la Macédoine”, BCH 1 (1917-1920), σ. 91-109. Rey 1917-1919, Rey, L., “Observations sur les premiers habitats de la Macèdoine”, BCH 41-43 (1917-19), σ. 74κ.ε. Rey 1927, Rey, L., “La Nécropole de Micra-Karaburun près de Salonique”, Αlbania 2 (1927), σ. 48-57. Rey 1928, Rey, L., “La Nécropole de Micra-Karaburun près de Salonique”, Αlbania 3 (1928), σ. 60-66. Rey 1932, Rey, L., “La Nécropole de Micra-Karaburun près de Salonique”, Αlbania 4 (1932), σ. 67-76. Richter– Milne 1935, Richter, G.M.A. – Milne, M.J., Shapes and Names of Athenian Vases, (New York 1935). Ridgway 1992, Ridgway, D., Οι πρώτοι Έλληνες στη Δύση, (Αθήνα 1992). Ridgway 1994, Ridgway, D., “Phoenicians and Greeks in the West: A view from Pithekoussai”, G. R. Tseskshlatze and F. De Angelis (επιμ.), The Archaeology of Greek Colonisation. Essays dedicated to Sir John Boardman, (1994), σ. 35-46. Riiς 1970, P.J., Sukas I, (1970). Rizza 1983, Rizza, G. “Priniàs nelle fasi geometrica e orientlizzante”, ASAtene 61 (N.S. 45) (1983), σ. 44- 51. Rizzo 1991, Rizzo, M A., Le anfore da transporto e il commercio etrusco arcaico I, (1991), σ. 43 αρ. 1. Roberts 1978, Roberts, S. R., The Attic Pyxis, (Boston 1978). Robertson 1948, Robertson, M., “Excavations in Ithaca V”, BSA 43 (1948), σ. 60 κ.ε. Robinson 1939, Robinson D.M., “The Third campaign at Olynthos: The port of Mecyberna”, AJA 35 (1939), σ. 241. Robinson 1945, Robinson, D. M., “A New attic Onos or Epinetron”, AJA 39 (1945), σ. 480-490. Robinson - Mylonas 1939, Robinson D.M. – Mylonas G.E., “The fourth campaign at Olynthos”, AJA 43 (1939), σ. 48-77. Roebuck 1986, Roebuck, C., “Chios in the Sixth century B.C.”, Chios. A conference at the Homereion in Chios 1984, (1986), σ. 81κ.ε. Rolley 1965, Rolley, C., “Le Sanctuaire des Dieux Patrτoi et le Thesmophorion de Thasos”, BCH 89 (1965), σ. 472κ.ε. Rotroff - Oakley 1992, Rotroff, S. I. – Oakley, J. H., “Debris from a public dining place in the Athenian Agora”, Hesperia Suppl. XXV (1992). Ruckert 1976, Ruckert, A., Frühe Keramik Böotiens, (Bern 1976). Rudiger 1966/67, Rudiger, U., “Askoi”, in Unteritalien, «RM» 1973/74 (1966/67), σ. 2 κ.ε. Rumpf 1927, Rumpf, A., Chalkidische Vasen, (Berlin 1927). Rumpf 1933, Rumpf, A., JdI 48 (1933), σ. 69 κ.ε. Ρωμαίος 1940, Ρωμαίος Κ., «Που έκειτο η παλαιά Θέρμη», Μακεδονικά Ι (1940), σ. 1-7. 299 Ρωμαίος 1941, Ρωμαίος Κ., «Ανασκαφή στο Καραμπουρνάκι Θεσσαλονίκης», Επιτύμβιον Χρήστου Τσούντα, (1941), Αρχείο Θρακικού, Λαογραφικού και Γλωσσολογικού Θησαυρού, Επίμετρο 6 ου τόμου, σ. 358-367. Ρωμιοπούλου 1960, Ρωμιοπούλου, Αικ., ΑΔ 16 (1960), σ. 218. Ρωμιοπούλου 1964, Ρωμιοπούλου, Αικ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Άβδηρα», ΑΔ 19 (1964), Χρονικά Β3, σ. 377-388. Ρωμιοπούλου 1973/74, Ρωμιοπούλου, Α., ΑΔ 29 (1973/74), Χρονικά, σ. 674-696. Ρωμιοπούλου 1975, Ρωμιοπούλου, Αικ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Κεντρικής Μακεδονίας», ΑΔ 30 (1975), Χρονικά Β2, σ. 245-250. Ρωμιοπούλου 1976, Ρωμιοπούλου, Αικ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Κεντρικής Μακεδονίας. Νομός Χαλκιδικής», ΑΔ 31 (1976), Χρονικά Β2, σ. 244-247. Ρωμιοπούλου 1977, Ρωμιοπούλου, Αικ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Κεντρικής Μακεδονίας. Νομός Χαλκιδικής», ΑΔ 32 (1977), Χρονικά Β2, σ. 201-204. Rhomiopoulou 1978, Rhomiopoulou, K., “Pottery evidence from the North Aegean (8th – 6th cent. B.C.), Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 62-65. Rhomiopoulou 1986, Rhomiopoulou, K., “Amphores de la Nécropole d’ Acanthe”, BCH Suppl. 13 (1986), σ. 479-483. Ρωμιοπούλου 1987, Ρωμιοπούλου, Κ., «Αττικός αμφιπρόσωπος κάνθαρος από τάφο της αρχαίας Ακάνθου», Αμητός, Τιμητικός τόμος για τον καθ. Μανόλη Ανδρόνικο (1987), σ. 723-727. Ρωμιοπούλου 1999, Ρωμιοπούλου, Κ., «Οι αποικίες της Άνδρου στο Β. Αιγαίο», Φως Κυκλαδικόν. Μνήμη Ν. Ζαφειροπούλου, (1999), σ. 126 κ.ε. Sabbione 1979a, Sabbione, C., “Regio e Metauros nell’ VIII e VII sec. A.C.”, ASAtene 59 (1979), σ. 276- 289. Sabbione 1979b, Sabbione, C., “Le aree di colonizzazione di Crotone e Locri Epizefiri”, ASAtene 60 (1979), σ. 299κ.ε. Sabbione 1984, Sabbione, C., “L’ artigianato artistico”, Crotone. Atti Taranto 23, 1983 (Napoli 1984), σ. 260. Sabbione 1971-1984, Sabbione, C., Ι. Greci sul Basento, “Mostra degli scavi archeologici all’ Incoronata di Metaponto 1971-1984, σ. 162. Σαββοπούλου 1986, Σαββοπούλου, Θ., ΑΑΑ ΧΙΧ (1986), σ. 178 κ.ε. Σαββοπούλου 1987, Σαββοπούλου, Θ., «Νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στο Γυναικόκαστρο», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 306-308. Sackett 1992, Sackett, L. H., Knossos. From Greek city to Roman Colony, (1992). Sakellariou 1958, Sakellariou, M., La migration grecque en Ionie, (Athénes 1958). Σακελλαρίου 1965, Σακελλαρίου, Α., ΑΔ 20, 1965, Χρον., σ. 421-422. Sakellariou 1979, Sakellariou, Μ., “Quelques questions relatives à la colonisation eubéenne en Occident”, Gli Eubei in Occidente. Atti Taranto XVIII, 1978, (Taranto 1979), σ. 9-36. Σαλλιώρα – Οικονομάκου 1999, Σαλλιώρα – Οικονομάκου, Μ., «Τμήμα νεκροταφείου της αρχαίας Χαλκίδας», ΑΕ 1999, σ. 219-239. Salviat 1978, Salviat, F., “La céramique de style chiote à Thasos, Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 87-92 πίν. 45-52. Salviat 1983, Salviat, F., “La céramique thasienne orientalisante et l’ origine des vases “méliens”, Les Cyclades. Matériaux pour une etude de géographie historique. Table rond réunie à l’ Université de Dijon les 11, 12 et 14 Mars 1982 (1983), σ. 185-190. Salviat – Weil 1960, Salviat, F. – Weil, N., “Un plat du VIIe siècle à Thasos : Bellérophon et la Chimére”, BCH 84 (1960), σ. 384-386. Σαμσάρη 1959, Σαμσάρη, Δ., Ιστορική γεωγραφία της ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, (1959). Sarikakis 1986, Sarikakis, Th, Ch., “Commercial relations between Chios and other cities in Antiquity”, Chios. A conference at the Homereion in Chios 1984, (1986), σ. 122κ.ε. Schaus 1985, Schaus, G. P., The extramural sanctuary of Demeter and Persephone at Cyrene. Libya Final Reports II, The East Greek, Island and Laconian Pottery, (1985). Schaus 1986, Schaus, G. P., “Two Fikellura Vase painters”, BSA 81 (1986), σ. 251-295. Skeat 1934, Skeat, Τh. C., The Dorians in Archaeology, (1934). 300 Scheer 1984, Scheer, R., Nordgriechenland Kunst –und Reiseführer mit Länder Beschreibung (1984), Schefold 1934, Schefold, Κ., Untersuchungen zu Kertchen Vasen, (1934) Scheibler 1964, Scheibler, I., “Exaleiptra”, JdI 79 (1964), σ. 72-108. Schiering 1964, Schiering, W., “Masken am Hals Kretisch-Mykenischer und frühgriechischer Tongefässe”, JdI 79 (1964), σ. 4κ.ε. Schiering 1983, Schiering, W., Die griechische Tongefässe, (Berlin 1983). Schliemann 1881, Schliemann, H., Ilios: The city and the country of the Trojans, (1881). Schlörb - Vierneisel 1966, Schlörb, B. – Vierneisel, “Eridanos – Nekropole”, AM 81 (1966), σ. 4-111. Seidaraki 1960, Seidaraki, M., “Pottery from Karphi”, BSA 55 (1960), σ. 1-37. Shear 1938, Shear, Τ. L., “The campaign of 1937”, Hesperia 7 (1938), σ. 344-348. Sciering 1957, Sciering, W. , Werkätten orientalisierender Keramik aus Rhodos, (Berlin 1957). Sipsie-Eschbach 1991, Sipsie – Eschbach, M., Protogeometrische Keramik aus Iolkos in Thessalien, Prähistorische Keramik in Sudosteuropa 8, (Berlin 1991). Sieveking - Hackl 1912, Sieveking, J. – Hackl, R., Königl. Vasensammlung zu München I (1912). Smith 1932, Smith, H. R. W., Origin of Chalkidische Ware (1932). Σισμανίδης 1981, Σισμανίδης Κ., «Αγία Παρασκευή», ΑΔ 37 (1981), Χρονικά Β2, σ. 282-283. Σισμανίδης 1983, Σισμανίδης Κ., «Αγία Παρασκευή», ΑΔ 38 (1983), Χρονικά Β2, σ. 200. Σισμανίδης 1984, Σισμανίδης Κ., «Αγία Παρασκευή», ΑΔ 39 (1984), Χρονικά, σ. 216-217. Σισμανίδης 1985, Σισμανίδης Κ., «Αγία Παρασκευή», ΑΔ 40 (1985), Χρονικά, σ. 234-235. Σισμανίδης 1986a, Σισμανίδης Κ., «Αγία Παρασκευή», ΑΔ 41 (1986), Χρονικά, σ. 138-139. Σισμανίδης 1986b, Σισμανίδης Κ., «Μένδη», ΑΔ 41 (1986), Χρονικά, σ. 147-149. Σισμανίδης 1986γ, Σισμανίδης Κ., «Το αρχαϊκό νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής Θεσσαλονίκης: Πρώτη παρουσίαση και πρώτες εκτιμήσεις», Αμητός. Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 787 κ.ε. Σισμανίδης 1988, Σισμανίδης Κ., CVA Greece 5, 1988. Σισμανίδης 1989, Σισμανίδης, Κ., «Ανασκαφή στην Ποτίδαια», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 357-365. Σισμανίδης 1990, Σισμανίδης, Κ., «Αρχαία Στάγειρα», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 375-377. Σισμανίδης 1991, Σισμανίδης, Κ., «Αρχαία Στάγειρα», ΑΕΜΘ 5 (1991), σ. 320-325. Σισμανίδης 1992, Σισμανίδης, Κ., «Αρχαία Στάγειρα», ΑΕΜΘ 6(1992), σ. 451-460. Σισμανίδης 1993, Σισμανίδης, Κ., «Αρχαία Στάγειρα», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 429-436. Σισμανίδης 1994, Σισμανίδης, Κ., «Αρχαία Στάγειρα», ΑΕΜΘ 8 (1994), σ. 275-283. Σισμανίδης 1998a, Σισμανίδης, Κ., «Τα αρχαία Στάγειρα», Άνδρος και Χαλκιδική, Πρακτικά Συμποσίου Άνδρος, 23 Αυγούστου 1997, (Άνδρος 1998), σ. 139-149. Σισμανίδης 1998β, Σισμανίδης, Κ., «Η Μακεδονία από τα μυκηναϊκά χρόνια ως τον Μέγα Αλέξανδρο», Κατάλογος Έκθεσης στο ΑΜΘ, Ιούλιος-Αύγουστος 1998, (Αθήνα 1998). Σισμανίδης 2000, Σισμανίδης Κ., «Αττικά αγγεία από το αρχαϊκό νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής Θεσσαλονίκης», Μύρτος. Μνήμη Ιουλίας Βοκοτοπούλου, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 453-459. Σισμανίδης – Βουτυράς 2002, Σισμανίδης, Κ. – Βουτυράς, Ε., «Δικαιοπολιτών συναλλαγαί. Μία νέα επιγραφή από τη Δίκαια αποικία της Ερέτριας», Αρχαία Μακεδονία VII, (υπό έκδοση). Σκαρλατίδου 1987, Σκαρλατίδου, Ε., «Ανασκαφή στο αρχαϊκό νεκροταφείο των Αβδήρων», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 412-429. Σκαρλατίδου 1992, Σκαρλατίδου, Ε., «Ανασκαφή αρχαίων σπιτιών στα Άβδηρα», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 685-691. Σκαρλατίδου 1993, Σκαρλατίδου Ε., ΑΔ 48 (1993), Β2 Χρονικά, σ. 330-333. Σκαρλατίδου 1994, Σκαρλατίδου Ε., «Θέρμη. Οδός Ιασωνίδου», ΑΔ 49 (1994), Β2 Χρονικά, σ. 450-451. Σκαρλατίδου 1995, Σκαρλατίδου Ε., ΑΔ 50 (1995), Β2 Χρονικά, σ. 462. Σκαρλατίδου 1996, Σκαρλατίδου, Ε., ΑΔ 51 (1996), Χρονικά Β2, σ. 436-441. Σκαρλατίδου 1998, Σκαρλατίδου, Ε., ΑΔ 53 (1998), Χρονικά Β2, σ. 567-571. Σκαρλατίδου 1999, Σκαρλατίδου, Ε., «Ένας νέος κρατήρας του Λυδού από το νεκροταφείο στη Θέρμη», Αρχαία Μακεδονία VI,ΙΙ (1999), σ. 1036 κε. Σκαρλατίδου 2000, Ε. Κ. Σκαρλατίδου, Από το αρχαϊκό νεκροταφείο των Αβδήρων. Συμβολή στην έρευνα της αποικίας των Κλαζομενίων στα Άβδηρα, (αδημ. διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2000). Σκαρλατίδου 2001, Σκαρλατίδου, Ε., «Η καύση των νεκρών στα Άβδηρα κατά την πρώιμη αρχαϊκή εποχή», Καύσεις στην Εποχή του Χαλκού και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, Ρόδος 29 Απριλίου – 2 Μαΐου 1999 (Ν. Χρ. Σταμπολίδης, Αθήνα 2001), σ. 331κ.ε. 301 Σκαρλατίδου 2002, Skarlatidou, E., “Una tomba arcaica in Macedonia. Nuovi dati per un riesame della cronologia della ceramica corinzia”, ASAtene 80 (2002), σ. 282-303. Σκαρλατίδου – Ιγνατιάδου 1996, Σκαρλατίδου Ε. – Ιγνατιάδου Δ., «Πρώτα συμπεράσματα από την ανασκαφή του αρχαίου νεκροταφείου στη Θέρμη (Σέδες)», ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 477-490. Σκαρλατίδου – Κωνσταντινίδου 2003, Σκαρλατίδου, Ε. – Κωνσταντινίδου, Ε., «Δοκιμαστική ανασκαφική έρευνα στην «τράπεζα» Γκόνα Θεσσαλονίκης. Πρώτη παρουσίαση.», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 213- 226. Snodgrass 1994α, Snodgrass, A. M., “The Euboeans in Macedonia: Α Νew Precedent for Westward expansion. Scritti in onore di Giorgio Buchenr. AION ArchStAnt 1 (Napoli, Ostituto Universitario Orientale, 1994), σ. 87-93. Snodgrass 1994b, Snodgrass, A. M., The nature and standing of the Early Western Colonies. In Tsetskhladze and De Angelis The Archaeology of Greek Colοnisation, Essays dedicated to Sir J. Boardman, (Oxford 1994), σ. 1- 10 . Spencer 1995, Spencer, N., “Early Lesbos East and West: A “Grey area” of Aegean Archaeology”, BSA 90 (1995), σ. 270-305. Σουέρεφ 1988, Σουέρεφ Κ., Άνω Τούμπα, ΑΔ 43 (1988), Χρονικά Β2, σ. 354-6. Σουέρεφ 1991, Σουέρεφ, K., «Τούμπα Θεσσαλονίκης ˙ ανασκαφικές έρευνες κατά το 1991», ΑΕΜΘ 5 (1991), σ. 401-417. Σουέρεφ 1992a, Σουέρεφ Κ., Τούμπα, ΑΔ 47 (1992), Χρονικά Β2, σ. 368. Σουέρεφ 1992β, Σουέρεφ, Κ. , «Τούμπα Θεσσαλονίκης 1992: Το ανασκαφικό έργο στην Τράπεζα», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 273-284. Σουέρεφ 1993, Σουέρεφ, Κ., «Μυκηναϊκά στοιχεία στα παράλια και στο εσωτερικό της Κεντρικής Μακεδονίας», Αρχαία Μακεδονία V, (1993), σ. 1401-1417. Σουέρεφ 1994, Σουέρεφ, Κ., «Τούμπα Θεσσαλονίκης : Ανασκαφή στην Τράπεζα, το νεκροταφείο και τη γύρω περιοχή», ΑΕΜΘ 8 (1994), σ. 189-194. Σουέρεφ 1995, Σουέρεφ Κ., Τούμπα- Οδός Λωτού 11-13, ΑΔ 50 (1995), Χρονικά Β2, σ. 458. Σουέρεφ 1996, Σουέρεφ, Κ., «Τούμπα Θεσσαλονίκης 1985-1996», ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 389-406. Σουέρεφ 1997, Σουέρεφ, Κ., «Επισημάνσεις ιστορικής τοπογραφίας για την περιοχή Τούμπα Θεσσαλονίκης», Αφιέρωμα στον N. G. L. Hammond. Παράρτημα Μακεδονικών, αρ. 7, (Θεσσαλονίκη 1997), σ. 407-420. Σουέρεφ 1998α, Σουέρεφ, Κ., «Τούμπα Θεσσαλονίκης 1988. Το ανασκαφικό έργο στην Τράπεζα και το νεκροταφείο», ΑΕΜΘ 12 (1998), σ.195-199. Σουέρεφ 1998b, Soueref, K, “Eubei lungo la costa della Grecia settntrionale. Nuovi elementi”, Euboica. L: Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ.229-242. Σουέρεφ 1998γ, Σουέρεφ, Κ., ΑΔ 53 (1998), Χρονικά Β2, σ. 559-565. Σουέρεφ 2000α, Σουέρεφ, Κ., «Τούμπα Θεσσαλονίκης 2000: ανασκαφές στο αρχαίο νεκροταφείο», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ. 215-222. Σουέρεφ 2000β, Σουέρεφ, Κ., «Σημειώσεις ιστορικής τοπογραφίας για το Θερμαϊκό κόλπο και τις γειτονικές περιοχές», Μύρτος. Μελέτη στη μνήμη της Ιουλίας Βοκοτοπούλου, (Θεσσαλονίκη 2000), σ. 469-486. Σουέρεφ –Χαβέλα 1999, Σουέρεφ, Κ. – Χαβέλα, Κ., «Σουρωτή στον Ανθεμούντα 1999: Νεκροταφείο», ΑΕΜΘ 13 (1999), σ. 123-127. Σουέρεφ – Χαβέλα 2002, Σουέρεφ, Κ. – Χαβέλα, Κ. , «Σουρωτή 2002», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 266-274. Sparkes 1962, Sparkes, B.A., “The greek kitchen”, JHS 82 (1962), 121-138. Sparkes 1977, Sparkes, B.A., AntK 20 (1977), σ. 12κ.ε. Σπυρόπουλος 1971, Σπυρόπουλος, ΑΔ 26 (1971), Χρονικά Β2, σ. 213. Stampolidis 1998, Stampolidis, N., “Imports and Amalgamata: The Eleutherna Experience”, Ν. Stambolidis (επιμ.) Eastern Mediterranean. Cyprus, Dodecanese, Crete 16th – 6th cent. B. C. Proceedings of the Inernational Symposium held at Rethymnon – Crete in May 1997, (Athens 1998), σ. 175-183. Σταμπολίδης 2003, Σταμπολίδης, Ν. (επιμ.), ΠΛΟΕΣ. Από τη Σιδώνα στη Χουέλβα. Σχέσεις λαών της Μεσογείου, 16 ος – 6 ος αι. π.Χ., (2003). Strøm 1971, Strøm, Ι., Probmlems concerning the Origin and Early Development of the Etruscan Orientalizing Style, (Odense 1971). Talcott 1935, Talcott, L., “Attic Black-glazed Stamped Ware and other Pottery from a Fifth Century Well”, Hesperia 4 (1935), σ. 477-523. 302 Talcott 1936, Talcott, L., “Vases and Kalos Names from an Agora Well”, Hesperia 5(1936), σ. 333-354. Τασιά – Λόλα – Πελτέκης 2000, Τασιά, Α. – Λόλα, Z. – Πελτέκης, Ο., «Θεσσαλονίκη – ο υστεροαρχαϊκός ναός», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ. 227-246. Technau 1929, Technau, W., “Griechische Keramik in samischen Heraion”, AM 54 (1929), σ. 28. Thompson 1934, Thompson, H. A., “Two centuries of Hellenistic pottery”, Hesperia 3 (1934), σ. 477-523. Thompson 1940, Thompson, H. A., “The Tholos of Athens and its predecessors”, Hesperia Suppl. IV (1940), σ. 1-159. Τζαναβάρη 1983, Τζαναβάρη, Κ., «Λαξευτός τάφος Καλλιθέας Βέροιας», Μακεδονικά 23 (1983), σ. 263- 264. Τζαναβάρη – Λιούτας 1993, Τζαναβάρη, Κ. – Λιούτας, Α., «Τράπεζα Λεμπέτ. Μία πρώτη παρουσίαση», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 265-273. Τζαναβάρη - Χριστίδης 1995, Τζαναβάρη, K. – Χριστίδης, Α. Φ., Κάδμος 34 (1995), σ. 13 κ.ε. Τζαναβάρη – Φίλης 2003, Τζαναβάρη, Κ. – Φίλης, Κ, Έρευνες στον οικισμό και στα νεκροταφεία της αρχαίας Λητής. Πρώτες εκτιμήσεις», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 155-167. Τζεδάκις 1969, Τζεδάκις, Γ., «Καβούσι Κισάμου», ΑΔ 24 (1969), Χρονικά Β2, σ. 433. Τιβέριος 1983, Τιβέριος, Μ., «Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος από την αρχαία Άργιλο», Αρχαία Μακεονία IV, Ανακοινώσεις κατά το τέταρτο Διεθνές Συμπόσιο. Θεσσαλονίκη 21-25 Σεπ. 1983, σ. 595-605. Τιβέριος 1986, Tiverios, Μ., “Archaische Keramik aus Sindos”, Mακεδονικά 25 (1986), σ. 70-87. Τιβέριος 1987, Τιβέριος Μ., « Όστρακα από το Καραμπουρνάκι», ΑΕΜΘ 1(1987), σ. 248-249. Τιβέριος 1988α, Τιβέριος, Μ., «Εγχώρια Κεραμική του 6 ου και 5 ου αι. π.Χ. από τη Σίνδο», ΑΕΜΘ 2, (1988), σ. 297-306. Τιβέριος 1988β, Τιβέριος, Μ., Προβλήματα της μελανόμορφης αττικής κεραμικής, (Θεσσαλονίκη 1988). Τιβέριος 1989α, Τιβέριος, Μ., «Όστρακα από τη Σάνη της Παλλήνης. Παρατηρήσεις στο εμπόριο των ελληνικών αγγείων και στο αποικισμό της Χαλκιδικής», Εγνατία 1(1989), σ. 31-64. Τιβέριος 1989β, Τιβέριος, Μ., «Νησιωτική Κεραμική παραγωγή αρχαϊκών χρόνων», ΑΕΜΘ 3 (1989), σ. 615-621. Τιβέριος 1990α, Τιβέριος, Μ., «Από τα απομεινάρια ενός προελληνιστικού ιερού «περί τον Θερμαίον Κόλπον», Στον τόμο «Μνήμη Δ. Λαζαρίδη», (1990 ), σ. 71-81. Τιβέριος 1990β, Τιβέριος, Μ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου (Σίνδος) κατά το 1990», ΑΕΜΘ 4 (1990), σ. 315-332. Τιβέριος 1991α, Τιβέριος, Μ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 1991», ΑΕΜΘ 5 (1991), σ. 235-246. Τιβέριος 1991β, Tiverios, M., “D. Amyx. Corinthian vase painting of the Archaic period”, Gnomon 63 (1991), σ. 630-640. Τιβέριος 1992, Τιβέριος, Μ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 1992», ΑΕΜΘ 6, (1992), σ. 357-368. Τιβέριος 1993α, Τιβέριος, Μ., «Σίνδος – Αίγυπτος», Αρχαία Μακεδονία V, (1993), σ. 1487-1493. Τιβέριος 1993β, Τιβέριος, Μ., «Εισαγμένη κεραμική από τη διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κοντά στη σημερινή Σίνδο», Παρνασσός 35 (1993), σ. 553-560. Τιβέριος 1993γ, Τιβέριος, Μ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 1993», ΑΕΜΘ 7, (1993), σ. 241-250. Τιβέριος 1996, Τιβέριος, Μ., «Επτά χρόνια ανασκαφικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου (1990- 1996)», ΑΕΜΘ 10, (1996), σ. 407-426. Τιβέριος 1997, Τιβέριος, Μ., Κάρες στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου», Αρχαία Μακεδονία VI.ΙΙ, (1997), 1175 κ.ε. Τιβέριος 1998α, Tiverios, M., “The ancient settlement in the Ancialos – Sindos double trapezα. Seven years (1990-1996) of archaeological research”, Bats –D’ Agostino (επιμ.), Eubea e la presenza Euboica in Chalkidica et in occidente, (Napoli 1998), σ. 248. Τιβέριος 1998β, Τιβέριος, Μ., «Ο ναός της Αινειάδος Αφροδίτης στο Καραμπουρνού και μία παλιά καρτποστάλ». Μνείας Χάριν. Τόμος στη μνήμη Μαίρης Σιγανίδου, (Θεσσαλονίκη 1998), σ. 222- 233. Τιβέριος 2000, Τιβέριος, Μ., «Αθηναϊκό λάδι στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου κατά τον 6 ο αι. π.Χ.», Μύρτος. Μελέτες στη Μνήμη της Ιουλίας Βοκοτοπούλου (Θεσσαλονίκη 2000), σ. 519-527. Τιβέριος 1995-2000, Τιβέριος, Μ., «Έξι χρόνια πανεπιστημιακών ανασκαφών στο Καραμπουρνάκι Θεσσαλονίκης (1994-1999)», Εγνατία 5 (1995-2000), σ. 297-321. 303 Τιβέριος 2002, Τιβέριος, Μ., «Πρώιμος ευβοϊκός αποικισμός της Χαλκιδικής», Αρχαία Μακεδονία VII, (2002), (υπό έκδοση). Τιβέριος 2004, Τιβέριος, Μ., «Οι πανεπιστημιακές ανασκαφές στο Καραμπουρνάκι Θεσσαλονίκης και η παρουσία των Φοινίκων στο βόρειο Αιγαίο», Ν. Χρ. Σταμπολίδης – Α. Γιαννικούρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου. Ρόδος, 1-4 Νοεμβρίου 2002, (Αθήνα 2004), σ. 295-306. Τιβέριος - Καθάριου – Λαχανίδου 1994, Τιβέριος, Μ., Καθάριου Κ., Λαχανίδου Κ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 1994», ΑΕΜΘ 8, (1994), σ. 223-230. Τιβέριος κ.α. 1995, Τιβέριος, Μ., Καθάριου Κ., Λαχανίδου Κ., Oettli M., « Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 1995», ΑΕΜΘ 9, (1995), σ. 293-300. Τιβέριος κ.α. 1997, Τιβέριος, Μ. – Παντή, Α.- Σέρογλου, Φ. - Αβραμίδου Α. - Λαχανίδου Κ. – Oettli, M. – Καϊτελίδης, Κ., «Οι ανασκαφικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 1997», ΑΕΜΘ 11 (1997), σ. 297-302. Τιβέριος – Γιματζίδης 2000, Τιβέριος, Μ. – Γιματζίδης, Σ., «Αρχαιολογικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 2000», ΑΕΜΘ 14 (2000), σ.193-202. Τιβέριος – Γιματζίδης 2001, Τιβέριος – Στ. Γιματζίδης, «Ανασκαφικές έρευνες στη διπλή τράπεζα της Αγζιάλου κατά το 2001», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 299-308. Τιβέριος – Γιματζίδης 2002, Τιβέριος, Μ. – Γιματζίδης, Σ, «Ανασκαφικές έρευνες στη Διπλή Τράπεζα της Αγχιάλου κατά το 2002», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 223-229. Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1994, Τιβέριος Μ. – Μανακίδου Ε.– Τσιαφάκη Δ., «Ανασκαφικές έρευνες στο Καραμπουρνάκι κατά το 1994: ο αρχαίος οικισμός», ΑΕΜΘ 8 (1994), σ. 197-202. Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1995, Τιβέριος Μ. – Μανακίδου Ε.– Τσιαφάκη Δ., «Ανασκαφικές έρευνες στο Καραμπουρνάκι: ο αρχαίος οικισμός», ΑΕΜΘ 5 (1995), σ. 277-282. Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1997, Τιβέριος Μ. – Μανακίδου Ε.– Τσιαφάκη Δ., «Ανασκαφικές έρευνες στο Καραμπουρνάκι: ο αρχαίος οικισμός», ΑΕΜΘ 11 (1997), σ. 327-336. Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 1999, Τιβέριος, Μ. – Μανακίδου, Ε. –Τσιαφάκη, Δ., «Ανασκαφικές έρευνες στο Καραμπουρνάκι κατά το 1999: ο αρχαίος οικισμός», ΑΕΜΘ 12 (1999), σ. 167-173. Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2001, Τιβέριος, Μ. – Μανακίδου, Ε. –Τσιαφάκη, Δ., «Ανασκαφικές έρευνες στο Καραμπουρνάκι κατά το 2001: ο αρχαίος οικισμός», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 257. Τιβέριος – Μανακίδου –Τσιαφάκη 2003, Τιβέριος, Μ. –Μανακίδου, Ε. –Τσιαφάκη, Δ., «Πανεπιστημιακές ανασκαφές στο Καραμπουρνάκι Θεσσαλονίκης (2000-2002), Εγνατία 7 (2003), σ. 327-351. Tomay 1988, Tomay, L., Poseidonia – Paestum, Atti Taranto 27 (1987), Napoli 1988, σ. 330-337. Τουράτσογλου 1986, Τουράτσογλου, Γ., «Το ξίφος της Βέροιας», Αρχαία Μακεδονία IV, (Θεσσαλονίκη 1986), σ. 611-651. Τουράτσογλου – Θέμελης 1997, Τουράτσογλου, Ι. – Θέμελης, Π., Οι τάφοι του Δερβενίου, (Αθήνα 1997). Τρακοσοπούλου 1981, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός, ΑΔ 37 (1981), Χρονικά Β2, σ. 284. Τρακοσοπούλου 1983, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός. Νεκροταφείο αρχαίας Ακάνθου, ΑΔ 38 (1983), Χρονικά Β2, σ. 277-278. Τρακοσοπούλου 1984, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός. Νεκροταφείο αρχαίας Ακάνθου, ΑΔ 39 (1984), Χρονικά Β2, σ. 222-223. Τρακοσοπούλου 1985, Τρακοσοπούλου Ε., Άκανθος, ΑΔ 40 (1985), Χρονικά σ. 237. Τρακοσοπούλου 1986, Τρακοσοπούλου Ε., Νεκροταφείο Αρχαίας Ακάνθου, ΑΔ 41 (1986), Χρονικά, σ. 149-150. Τρακοσοπούλου 1987α, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, Ε., «Αρχαία Άκανθος: πόλη και νεκροταφείο», ΑΕΜΘ 1(1987), σ. 295-304. Τρακοσοπούλου 1987β, Τρακοσοπούλου – Σαλακίδου, Ε., «Οι ανασκαφές στην αρχαία Άκανθο», Πρακτικά Α’ Πανελλήνιου Συμποσίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Χαλκιδικής. Πολύγυρος, 7- 9 Δεκεμβρίου 1987, σ. 86-88. Τρακοσοπούλου 1987γ, Τρακοσοπούλου, Ε., Ιερισσός- (Αρχαία Άκανθος), ΑΔ 42 (1987), Χρονικά Β2, σ. 366. Τρακοσοπούλου 1989, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός, ΑΔ 44 (1989), Χρονικά Β2, σ. 328-329. Τρακοσοπούλου 1990, Τρακοσοπούλου, Ε., Ιερισσός, ΑΔ 45 (1990), Χρονικά Β2, σ. Τρακοσοπούλου 1993α, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, Ε., «Από τις ανασκαφές της Ανατολικής Χαλκιδικής», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 413κ.ε. 304 Τρακοσοπούλου 1993β, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου Ε., «Κατάδεσμοι από την Άκανθο», Πρακτικά Συνεδρίου του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ με θέμα «Γλώσσα και Μαγεία», (Μάιος 1993). Τρακοσοπούλου 1993γ, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός, ΑΔ 48 (1993), Χρονικά Β2, σ. 348-349. Τρακοσοπούλου 1994, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός, ΑΔ 49 (1994), Χρονικά Β2, σ. 460-461. Τρακοσοπούλου 1995, Τρακοσοπούλου Ε., Νεκροταφείο Ακάνθου, ΑΔ 50 (1995), Χρονικά Β2, σ. 481- 482. Τρακοσοπούλου 1996, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, Ε., «Αρχαία Άκανθος: 1986-1996», ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 297-307. Τρακοσοπούλου 1997, Τρακοσοπούλου – Σαλακίδου, Ε., «Αρχαία Άκανθος», Ανδριακά Χρονικά 29, Πρακτικά συμποσίου, Άνδρος, 23 Αυγούστου 1997, σ. 110. Τρακοσοπούλου 1998α, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, Ε., «Από την επείσακτη κεραμική της αρχαϊκής Ακάνθου», Αρχαία Μακεδονία VI, 2, (1998), σ. 1197-1217. Τρακοσοπούλου 1998β, Τρακοσοπούλου Ε., Ιερισσός. Νεκροταφείο Ακάνθου, ΑΔ 53 (1998), Χρονικά Β2, σ. 584-585. Τρακοσοπούλου 1998γ, Τρακοσοπούλου, Ε., Από το υστεροαρχαϊκό νεκροταφείο της Ακάνθου, (μεταπτυχιακή εργασία, 1998). Τρακοσοπούλου 2001, Τρακοσοπούλου – Σαλακίδου, Ε., «Καύσεις νεκρών στην Άκανθο», Καύσεις στην Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, Ρόδος 29 Απριλίου – 2 Μαΐου 1999 (Ν. Χρ. Σταμπολίδης, Αθήνα 2001), σ. 345-354. Τρακοσοπούλου 2002, Τrakosopoulou, Ε., “Glass Grave Goods from Acanthus”, Hyalos, Vitrum, Glass. 1st International conference. History, technology and conservation of glass and vitreous materials in the Hellenic world, (Athens 2002), σ. 79-86. Τρακοσοπούου 2004α, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, Ε., «Άκανθος. Το ανασκαφικό έργο της χρονιάς του 2004», ΑΕΜΘ 18 (2004), σ. 157 -166. Τρακοσοπούλου 2004β, Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, Ε., «Κεραμικοί κλίβανοι Ακάνθου», ΑΕΜΘ 18 (2004), σ. 167-176. Τρακοσοπούλου 2004γ, Τρακοσοπούλου - Σαλακίδου, Ε., «Άκανθος: Ελληνιστική Κεραμική», Στ’ Επιστημονική συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμική. Προβλήματα Χρονολόγησης Κλειστά σύνολα – εργαστήρια. Βόλος 17-23 Απριλίου 2000, (Αθήνα 2004), σ. 173-183. Τρακοσοπούλου 2004δ, Τρακοσοπούλου - Σαλακίδου, Ε., «Η Άκανθος στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου», Ν. Χρ. Σταμπολίδης-Α. Γιαννίκουρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνους Συμποσίου, Ρόδος, 1-4 Νοεμβρίου 2002, (2004), σ. 265-274. Τρακοσοπούλου 2005, Τrakosopoulou, Ε., “Aspects of the exvavation at Acanthos”, Eπιστημονική Συνάντηση στο Αυστραλιανό Ινστιτούτο 11-13 Οκτωβρίου 2005, (υπό έκδοση). Τριαντάφυλλος 1973, Τριαντάφυλλος, Δ. , ΑΔ 28 (1973), Β2, Χρονικά, πίν. 426γ. Τριαντάφυλλος 1993, Τριαντάφυλλος, Δ., «Σωστικές και δοκιμαστικές ανασκαφές 1993. Στρύμη, Πεντάλοφος, Κομνηνά», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 601-610. Trümpy 1997, Trümpy, C, Untersucungen zu den altgriechischen Monatsnamen und Monatsfolgen, (Heidelberg 1997). Τσαβαρόπουλος 1997, Τσαβαρόπουλος, Α., ΑΔ 52 (1997), Χρονικά Β1, πίν. 48δ. Τσατσοπούλου 1987, Τσατσοπούλου, Τζ., «Αιγιαιακή Μεσήμβρια. Η ανασκαφική έρευνα στο χώρο της αρχαίας πόλης κατά το 1987», ΑΕΜΘ 1 (1987), σ. 469 κ.ε. Τσατσοπούλου 1988, Τσατσοπούλου, Τζ., «Αρχαία Μεσήμβρια 1988», ΑΕΜΘ 2(1988), σ. 489 κ.ε. Τσατσοπούλου 1996, Τσατσοπούλου, Π., «Μεσήμβρια – Ζώνη 1987-1997», ΑΕΜΘ 10Β (1996), σ. 917κ.ε. Tselekas 1996, Tselekas, Ρ., The Coinage of Acanthus, (αδημ. διατριβή, University of Oxford 1996). Τσέλεκας 2000, Τσέλεκας, Π., «Λέων και όνος : Η περίπτωση ενός απροσδιόριστου νομισματοκοπείου», Οβολός 4. Το νόμισμα στο μακεδονικό χώρο. Πρακτικά Β’ Επιστημονικής Συνάντησης, (Θεσσαλονίκη 2000), σ. 51-56. Tsetsklhadze 1994, Tsesklhadze, G. R., “Greek Colonisation of the Black Sea Area”, G. R. Tsesklhadze – K. E. De Angelis (επιμ.), The Archaeology of Greek Colonisation. Essays dedicated to Sir Boardman, (Oxford 1994), σ. 37. Tsiafakis 2000, Tsiafakis, D., “On some East Greek Pottery found at Karabournaki in Thermaic Gulf”, Die Ägäis und das Westliche Mittelmeer Beziehungen und Wechselwirkungen 8. bis 5. Jh. V. Chr. Akten des Symposions Wien 1999, (Wien 2000), σ. 417-423. 305 Τσιγαρίδα 1988a, Τσιγαρίδα Ε., Ιερισσός. Νεκροταφείο αρχαίας Ακάνθου, ΑΔ 43 (1988), Χρονικά Β2, σ. 365. Tsigarida 1988b, Tsigarida, Β., Fifth Century B.C. Jewellery from the cemeteries of Pydna, Macedonia, The Art of the Greek Goldsmith, (1998). Τσιγαρίδα 1989-1990, Τσιγαρίδα, Μπ., «Από το νεκροταφείο του οικισμού των ιστορικών χρόνων της Θέρμης. Ανασκαφική περίοδος 1987», Μακεδονικά 27 (1989-1990), σ. 278-284. Τσιγαρίδα 1993, Τσιγαρίδα, Μπ., Αρχαία Μακεδονία V, III,(1993) σ. 1631-1643. Τσιγαρίδα 1998, Τσιγαρίδα, Μπ., «Πρώτες ανασκαφικές μαρτυρίες για την αρχαία Σάνη», Άνδρος και Χαλκιδική, Πρακτικά Συμποσίου Άνδρος, 23 Αυγούστου 1997, (Άνδρος, 1998), σ. 79-92. Τσιγαρίδα – Τσολάκης 2004, Τσιγαρίδα, Μπ. – Τσολάκης, Στ., «Ανασκαφή στη Σάνη της Ακτής», ΑΕΜΘ 18 (2004), σ. 191 κ.ε. Τσιμπίδου-Αυλωνίτη 1992, Τσιμπίδου-Αυλωνίτη, Μ., «Ταφικός τύμβος στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης: Νέα ανασκαφικά στοιχεία», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 369-382. Τσιμπίδου-Αυλωνίτη 1999, Τσιμπίδου-Αυλωνίτη, Μ. , «Θεσσαλονίκη – Καλαμαριά, οδός Θεμ. Σοφούλη», ΑΔ 1999, Χρονικά Β2, σ. 531-532 Τσιμπίδου–Αυλωνίτη 1993, Τσιμπίδου–Αυλωνίτη, Μ., «Ταφικός τύμβος στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης: η ολοκλήρωση της έρευνας», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 251-258. Τσούγκαρης 1997, Τσούγκαρης, Χ. Γ., «Ανασκαφικές έρευνες στο νομό Καστοριάς, το 1997», ΑΕΜΘ 11 (1997), σ. 19-27. Tuchet 1973-1974, Tuchet, K., “Didyma. Bericht über die Arbeiten 1972/3”, IstMitt 23/24 (1973-1974), σ. 139-168. Ure 1932, Ure, A. D., Met. Mus. Studies IV (1932). Ure 1939-45, Ure, A. D., “Some Provincial Black-Figure Workshops”, BSA 40 (1939-45), σ. 24 κ.ε. Ure 1953, Ure, A. D., “Boeotian vases with women’s heads”, AJA 57 (1953), σ. 245-249. Ure 1960, Ure, A.D., “Euboean Floral Black-figured vases”, BSA 55 (1960), σ. 211-217. Ure 1965, Ure, A. D., “An eretrian lekane in Reading”, BICS 12 (1965), σ. 22-26. Ure 1970, Ure, A.D., “Euboean Floral Black-figured Vases: Additions and Corrections”, BSA 65 (1970), σ. 263 κ.ε. Ure 1927, Ure, P. N., Sixth and Fifth century pottery from Ritsona, (London 1927). Ure 1934, Ure, P. N., Aryballoi and Figurines from Ritsona in Boeotia, (1934). Ure 1963, Ure, P.N., “Small vases from Euboean workshops”, BSA 68 (1963), σ. 14-19. Utili 1999, Utili, F., Archaische Nekropole von Assos.Asia Minor Studien 31 (1999) Utili 1993, Utili, F., “Ostgriechische Teller. Ausgrabungen in Assos 1991”, AsiaMinor Studien 10 (1993), σ. 53-72. Vallet 1962, Vallet, G., L’ introduction de l’ Olivier en Italie centrale d’ après les données de la céramique, in Hommages à A. Grenier, Coll. Latomus LVIIII, 1962, σ. 1554-1563. Van Compernolle 1996, Compernolle, Van. Th., “Le produzioni ceramiche archaiche, Coppe di tipo ionico”, I Greci in Occidente, στο Arte e artigianato in Magna Grecia, (Electa Napoli, 1996), Vanderpool 1961, Vanderpool Ε., “Three Prize Vases”, ΑΔ 24 (1961), σ. 1-5. Vaphopoulou – Richardson 1986, Vaphopoulou, C. E. – Richardson, Chios, (1986). Vessberg – Westholm 1956, Vessberg, O. – Westholm, A., The hellentistic and roman periods in Cyprus, The Swedish Cyprus Expedition IV.iiii, (1956). Vickers 1972, Vickers, Μ., “Hellenistic Thessaloniki”, JHS 92 (1972), σ. 164 κ.ε. Vickers 1974, Vickers, Μ., JHS 94 (1974), σ. 197 κ.ε. Vickers 1981, Vickers, Μ., “Therme and Thessaloniki”, Studies in honor of Ch.. Edson, Institute for Balkan Studies 158, Thessaloniki 1981, σ. 327-333. Villard 1960, Villard, F., La céramique greque de Marseille, (1960) Villing 1999, Villing, A., AA 1999, σ. 194 κ.ε. Voigtländer 1982, Voigtländer, W., “Funde aus Milet”, Ist. Mitteilungen 32 (1982), σ. 41 – 173. Voigtländer 1988, Voigtländer, W., “Akbük – Teichiussa, Zweiter Vorberricht – Survey 1985/86”, AA 1988, σ. 568-625. Von Grave 1973-74, Grave, von V., “Milet. Bericht über die Arbeiten im Südschnitt an der hellenistischen Stadtmauer 1963”, IstMitt 23-24 (1973-74), σ. 63-115. Von Graeve 1978, Graeve, von V. Les céramiques e la Gréce de l’ Est et leur diffusion en occident. Centre Jean Bérard. Institut Français de Naples, 6-9 Juillet 1976, (1978), σ. 34-39. Von Graeve 1986, Graeve, von V. “Grabung auf dem Kalabaktepe”, Ist.Mitt. 36 (1986), σ. 47κ.ε. 306 Von Graeve – Senff 1991, Graeve von V. – Senff, R., “Die Grabung auf dem Kalabaktepe”, Ist. Mitt. 41 (1991), σ. 127κ.ε. Walter 1957, Walter, H., “Frühe samische Gefässe ind ihre Fundlage I”, AM 72 (1957), σ. 35-51. Walter 1968, Walter, H., Frühe Samische Gefässe, Samos V, (Bonn, 1968). Walter – Karydi 1970, Walter – Karydi, Ε., “Aeolische Kunst 7”, Studien zur Griechischen Vasenmalerei, Beih. 1970, σ. 3-18. Walter – Vierneisel 1959, Walter, H. –Vierneisel, K., “Die Funde der Kampagnen 1958\1959”, AM 74 (1959), σ. 19- 28. Wardle 1980, Wardle, K., “Excavations at Assiros, 1975/6”, BSA 75 (1980), σ. 229-267. Wardle 1996, Wardle, K. A., “Change or continuity: Assiros Toumba and the transition from bronze to Ιron age”, ΑΕΜΘ 10Α (1996), σ. 443-457. Wardle 1997, Wardle, K. A., “The Prehistory of Northern Greece”, Αφιέρωμα στον N. G. L. Hammond, Παράρτημα Μακεδονικών αρ. 7, (Θεσσαλονίκη 1997), σ. 509-533. Wardle κ.α. 2001, Wardle, K. A., Wardle, D., Wardle, N. M. H., “The symposium in Macedonia: a prehistoric Perspective”, ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 631-643. Weill 1959, Weill, N., “Un plat thasien à figures noires”, BCH 83 (1959), σ. 430-454. Weinberg 1941, Weinberg, S. S., “What is Geometric Protocorinthian”, AJA 45 (1941), σ. 30-40. Weinberg 1943, Weinberg, S. S., The Geometric and Orientalizing Pottery, (1943). Weinberg 1992, Weinberg, G.D., Glass vessels in Ancient Greece, (Athens 1992). Welch 1918-1919, Welch, B. F., “Macedonia. Ancient Sites in the Strymon Valley”, ΒSΑ 23 (1918-1919), σ. 64-66. West 1914, West, Α.Β., “The History of Chalcidic League”, Classical Philology 9 (1914), σ. 24-34. West 1928, West, Α.Β., Τhe History of the Chalcidic League, (Madison 1928). Whitbread - Jones – Papadopoulos 1997, Whitbread, I. K., Jones, R. E. and Papadopoulos, J. K., The Early Iron Age Kiln at Torone, Greece : Geological Diversity and the Definition of Control Groups. In A. Sinclair, E. Slater and J. Cowlett (επιμ.), Archaeological Science 1995 : oceedings of a conference on the application of scientific techniques to the study of archaeology, Oxbow Monograph 64 (1997), σ. 88-91. Wide 1900, Wide, S., JdI 15 (1900), σ. 51. Willemsen 1980, Willemsen, F., “Zu den lakedämoniergräbern im Kerameikos”, AM 95 (1980), Williams 1983, Williams, D., “Aegina, Aphaia – Tempel V. The pottery from Chios”, AA 1983, σ. 183κ.ε. Williams 1979, Williams, C. K., “A survey of Pottery from Corinth from 730 to 600 B.C.”, ASAtene 59 (1979), σ. 139. Williams II 1969, Williams II, C. K., “Excavations at Corinth, 1968”, Hesperia 38 (1969), σ. 36-59. Williams II –Fischer 1971, Williams II, Ch. K. – Fischer, J. E., “Corinth 1970: Forum Area”, Hesperia 40 (1971), σ. 1κ.ε. Wolters 1893, P. Wolters, “Funde”, AM 18 (1893) Φάκλαρης 1986, Φάκλαρης, Π., «Οι δεσμώτες της Ακάνθου», ΑΑΑ ΧΙΧ, 1-2, (1986), σ. 178. Χαβέλα 1999, Χαβέλα, Κ, Χειροποίητη κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από τον αρχαίο οικισμό στη διπλή τράπεζα Αγχιάλου (Τομή Α), (μεταπτ. εργασία, Θεσσαλονίκη 1999). Χαβέλα 2004, Χαβέλα, Κ., «Τεφρόχρωμη τροχήλατη κεραμική της Εποχής του Σιδήρου», Ν. Χρ. Σταμπολίδης – Α. Γιαννικούρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου. Ρόδος, 1-4 Νοεμβρίου 2002, (Αθήνα 2004), σ. 329-339. Χανιώτης 1988, Χανιώτης, Φ. Κ., «Νέα στοιχεία από τη Μηκύβερνα, το επίνειο της αρχαίας Ολύνθου», ΑΑΑ ΧΧΙ (1988), σ. 102-109. Χαριτωνίδης 1958, Σ. Ι. Χαριτωνίδης, «Ανασκαφή κλασικών τάφων παρά την πλατεία Συντάγματος», ΑΕ 1958, σ. 93-99. Χριστοδουλίδης 1994, Χριστοδουλίδης, Ν., ΑΔ 49 (1994), Χρονικά Β2, σ. 772. Χρυσοστόμου 2000, Χρυσοστόμου Αν., «Βόρεια Βοττιαία και Αλμωπία στην Εποχή του Σιδήρου και τα αρχαϊκά χρόνια», Μύρτος, Μνήμη Ιούλιας Βοκοτοπούλου, Θεσ\νίκη 2000, σ. 229 κ.ε. Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 1992, Χρυσοστόμου, Α. - Χρυσοστόμου, Π., Συστηματική ανασκαφή της Τούμπας του Αρχοντικού των Γιαννιτσών, ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 171-175. Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 1993, Χρυσοστόμου, Α. –Χρυσοστόμου, Π., «Ανασκαφή στην τράπεζα του Αρχοντικού Γιαννιτσών το 1993. Τομέας IV», ΑΕΜΘ 7 (1993), σ. 159-164. Χρυσοστόμου –Χρυσοστόμου 1994, Χρυσοστόμου, Αν.– Χρυσοστόμου, Π., «Ανασκαφή στην Τράπεζα του Αρχοντικού Γιαννιτσών κατά το 1994», ΑΕΜΘ 8 (1994), σ. 73-80. 307 Χρυσοστόμου 1998, Χρυσοστόμου, Π., «Τύμβοι Πέλλας 1998», ΑΕΜΘ 12 (1998), σ. 337-348. Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 2000, Χρυσοστόμου, Α. – Χρυσοστόμου, Π., «Τα νεκροταφεία του Αρχοντικού Γιαννιτσών», ΑΕΜΘ 14(2000), σ. 473-490. Χρυσοστόμου, Αν., «Βόρεια Βοττιαία και Αλμωπία στην Εποχή του Σιδήρου και τα αρχαϊκά χρόνια», Μύρτος, Μνήμη Ιουλίας Βοκοτοπούλου , (Θεσ\νίκη 2000), σ. 238-239. Χρυσοστόμου – Χρυσοστόμου 2002, Χρυσοστόμου, Α. – Χρυσοστόμου, Π., « Ανασκαφή στη δυτική νεκρόπολη του Αρχοντικού Πέλλας κατά το 2002», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 465-473. Yalouris 1997, Yalouris, Ε., “East Greek and Related Pottery at Harward”, (επιμ. Olga Palagia), Greek Offerings. Essays on Greek Art in Honour of John Boardman, (1997), σ. 67-69. Young 1939, Υoung, R. S., “Late Geometric graves and a seventh century well in the Agora”, Hesperia Suppl. II (1939). Young 1951, Young, R.S., “Sepulturae Intra Urbem”, Hesperia 20 (1951), 67-134. Ζαγκλής 1956, Ζαγκλής, Δ., Χαλκιδική, (1956). Zahrnt 1971, Zahrnt, Μ., Olynth und die Chalkidier. Untersuchungen zur Staatenbildung auf der chalkidischen Halbinseln 5. Und 4. Jahrhundert v. Chr., (Munich 1971). Zahrnt 1984, Zahrnt, Μ., “Entwicklung des makedonischen Reiches bis zu den Perserkriegen”, Chiron 14 (1984), σ. 325-368. Zahrnt 1993, Zahrnt, Μ., “Makedonien im Zeitalter der Perserkriege”, Αρχαία Μακεδονία V, (1993), σ. 1766-1772. Zahrnt 1997a, Zahrnt, Μ., «Πόλις Μακεδονίας – Πόλις Θράκης», Αφιέρωμα στον N. G. L. Hammond. Παράρτημα Μακεδονικών αρ. 7, (Θεσ\νίκη 1997), σ. 543-550. Zahrnt 1997b, Zahrnt, M., “Hatzopoulos, Actes de vente d’ Amphipolis”, Gnomon 69 (1997), σ. 420-432. Ζαφειρόπουλος 1965, Ζαφειρόπουλος, N.Σ. , «Ανασκαφή Θήρας», ΠΑΕ 1965, σ. 183-186. Ζαφειρόπουλος 1967, Ζαφειρόπουλος, Ν., ΑΔ 22, 1967, Α’ Μελέται, σ. 3-18 Ζαφειρόπουλος 1968, Ζαφειρόπουλος, Ν., «Ανασκαφή Θήρας ΙΙ», ΠΑΕ 1968, σ. 128-132. Ζαφειρόπουλος 1981, Ζαφειρόπουλος, Ν., «Ανασκαφή Θήρας ΙΙ», ΠΑΕ 1981, σ. 329-330. Ζαφειροπούλου 1964, Ζαφειροπούλου, Φ., «Μία άγνωστη νεκρόπολη της Χαλκιδικής», ΑΔ 19 (1964), σ. 99-101. Ζαφειροπούλου 1970, Zaphiropoulou Ph., “Vases Peints du Musée de Salonique”, BCH 94 (1970), σ. 361- 392. Ζαφειροπούλου 1977, Ζαφειροπούλου, Φ., ΑΔ 32 (1977), Χρονικά Β2, σ. 310-311. Ζαφειροπούλου 1983α, Ζαφειροπούλου, Φ., «Γεωμετρικά αγγεία από τη Νάξο», ASAtene 61 (N.S. 45), 1983, σ. 121-136. Ζαφειροπούλου 1983b, Zaphiropoulou Ph., “La céramique mélienne: origine et provenance”, Les Cyclades. Matériaux pour une etude de géographie historique. Table rond réunie à l’ Université de Dijon les 11, 12 et 14 Mars 1982 (1983), σ. 177-183. Ζαφειροπούλου 1985, Ζαφειροπούλου, Φ., Προβλήματα της μηλιακής αγγειογραφίας (1985). Ζαφειροπούλου – Χατζηδάκη 1994, Ζαφειροπούλου, Π. –Χατζηδάκη, Π., Γ’ Επιστημονική Συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμική, Θεσσαλονίκη 1991, (1994), σ. 245κ.ε. Zeest 1960, Zeest, B, “Keramicheskaia tara Bospora “, MIA 83 (1960), σ. 79-80. Ζερβουδάκη 1977, Ζερβουδάκη, Η., ΑΔ. 32 (1977), Χρονικά Β2 , σ. 305. Ζιώτα – Καραμήτρου - Μεντεσίδη 1988, Ζιώτα, Χρ. – Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Γ., «Αρχαιότητες της επαρχίας Εορδαίας Νομού Κοζάνης», ΑΕΜΘ 2(1988), σ. 27-34. 308 ΜΕΡΟΣ Β΄ 1 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 • 5 (Πίν. 2θ, Σχ. 1γ) I.75.322, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2194 ΆΚΑΝΘΟΣ Ύψ. 16.5εκ., δ.χ. 3.2εκ., δ.β. 4.3εκ. Πηλός καστανωπός κίτρινος (10YR,6\8), λεπτόκοκκος. Ακέραιος. Σχήμα όμοιο με το προηγούμενο. Στο λαιμό, στη Κεραμική με επιδράσεις από τον ανατολικοϊ- μία όψη, υπάρχει χάραγμα. Η στεφάνη του χείλους, το κάτω άκρο του σώματος και η εξωτερική επιφάνεια της βάσης ωνικό χώρο φέρουν ερυθρό χρώμα. Στο άνω τμήμα του σώματος, κάτω από τις απολήξεις των λαβών υπάρχουν δύο οριζόντιες ται- Αμφορίσκοι νίες ερυθρού χρώματος. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. • 1 (Πίν. 2α) • 6 (Πίν. 3β, Σχ. 1δ) Ι.140.48, Νεκροταφείο, Οικ. 140, Β. του Α176 I.136.1, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ2981 Ύψ. 12.2εκ., δ.χ. 1,8εκ., δ.β. 4εκ. Μεγ. σωζ. ύψ. 11.6εκ., δ.β. 3.4εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5ΥR, 5\6), λεπτόκοκκος με Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμίξεις. λίγες προσμίξεις. Λείπει το χείλος. Σώμα σε σχήμα ανεστραμμένου κώνου και Ακέραιος με έντονα φθαρμένη την εξωτερική επιφάνεια. βάση σε σχήμα ανάστροφου εχίνου. Στην κάτω επιφάνειά της Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση σε σχήμα ανά- σχηματίζεται κωνική βάθυνση. Λαιμός ψηλός, ελαφρά κοί- στροφου εχίνου. Η επιφάνεια έδρασης είναι επίπεδη με κω- λος, Στη ράχη των λαβών υπήρχε μία ελλειψοειδή κηλίδα νική βάθυνση στο κέντρο. Χείλος δακτυλιόσχημο, λαιμός χρώματος. Στο άνω τμήμα του σώματος, κάτω από τις λαβές ψηλός, διευρυνόμενος προς τα δύο άκρα του. Η διακόσμηση υπάρχουν δύο οριζόντιες ταινίες. Τέλος, χρώμα υπάρχει και έχει απολεπιστεί. στο κάτω τμήμα του σώματος και στη βάση εξωτερικά. Χρονολόγηση: 570-550 π.Χ. • 2 • 7 (Πίν. 3γ, Σχ. 1ε) I.164.150, Νεκροταφείο, Οικ. 164, εξωτερικά της Τ 4534 I.51.7, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τε 14 Ύψ. 15.6εκ., δ.χ. 3.3εκ., δ.β. 4.7εκ. Ύψ. 9.4εκ., δ.χ. 5.4εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και άφθονη μίκα. προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν 6 θραύσματα. Λείπει τμήμα της μίας λαβής. Συγκολλήθηκαν 5 όστρακα. Διατηρείται το χείλος, ο λαιμός, Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση διευρυνόμενη με οι λαβές και ο ώμος. Χείλος σε σχήμα σπείρας, λαιμός διευ- ελαφριά διόγκωση. Η επιφάνεια έδρασης είναι επίπεδη και ρυνόμενος προς τα δύο άκρα, λαβές κυκλικής διατομής. Το στο κέντρο σχηματίζεται κωνική βάθυνση. Λαιμός ψηλός, χείλος και η ράχη των λαβών φέρουν μελανό χρώμα. στενός διευρυνόμενος προς τα δύο άκρα του, χείλος ενιαίο με αυτόν, λαβές κυκλικής διατομής. Το χείλος, η ράχη των • 8 (Πίν. 3δ, Σχ. 1ζ) λαβών και η εξωτερική όψη της βάσης φέρουν ερυθρό I.161.332, Νεκροταφείο, Οικ. 161, T5596 χρώμα. Το σώμα κοσμείται με τρεις ταινίες. Ύψ. 21.3εκ., διάμ .χ. 3εκ., δ.β. 5.4εκ. Χρονολόγηση: Α’ μισό 6ου αι. π.Χ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. • 3 (Σχ. 1α) Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, αρκετά ψηλό, σε αντίθεση με τον κοντό λαιμό. Η βάση έχει σχήμα ανά- Ι.74.308, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ7828 στροφου εχίνου και πλατιά επίπεδη επιφάνεια έδρασης με Ύψ. 13.4εκ., δ.χ. 2.8εκ., δ.β. 4εκ. κωνική βάθυνση στο κέντρο. Στο σημείο ένωσης σώματος - Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με βάσης σχηματίζεται μία αυλάκωση. Χείλος απλό, ενιαίο με λίγες προσμίξεις. το λαιμό. Το χείλος, η ράχη των λαβών και δύο ταινίες στο Ακέραιος, με πολλές αποκρούσεις στην εξωτερική επιφάνεια. σώμα φέρουν μελανό χρώμα. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση σε σχήμα ανά- στροφου εχίνου. Η επιφάνεια έδρασης είναι επίπεδη με κω- νική βάθυνση στο κέντρο. Χείλος σε σχήμα σπείρας, λαιμός • 9 (Πίν. 3ε, Σχ. 1στ) ψηλός, διευρυνόμενος προς τα δύο άκρα του, λαβές κυκλικής I.164.197, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Α21 διατομής. Μελανό χρώμα φέρει το χείλος, εξωτερικά οι Ύψ. 12.3εκ., δ.β. 4.9εκ. λαβές, η βάση και μία ταινία στο ύψος απόληξης των λαβών. Πηλός Κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Χρονολόγηση: Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. προσμίξεις και πολλή μίκα. Λείπει το χείλος, τμήμα του λαιμού και η μία λαβή. Σώμα σε • 4 (Πίν. 2η, Σχ. 1β) σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης και στο κέντρο κωνική βάθυνση, λαβή I.164.28, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ4543 κυκλικής διατομής. Η βάση έφερε μελανό χρώμα, από το Ύψ. 15.2εκ., δ.χ. 3εκ., δ.β. 4.4εκ. οποίο διατηρούνται ελάχιστα ίχνη. Στο άνω τμήμα του σώ- Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με ματος υπάρχουν δύο οριζόντιες ταινίες. μίκα και προσμίξεις. Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου και βάση σε σχήμα εχίνου. Στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζεται κωνική • 10 (Πίν. 3στ, Σχ. 1θ) βάθυνση. Χείλος ενιαίο με το ψηλό, διευρυνόμενο προς τα I.160.42, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ3637 δύο άκρα του, λαιμό, λαβές ελλειψοειδούς διατομής. Ερυθρό Ύψ. 13εκ., δ.χ. 3.6εκ., δ.β. 4.8εκ. χρώμα φέρει η στεφάνη του χείλους, η ράχη των λαβών και η Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με βάση εξωτερικά. Επιπλέον, στο σώμα υπάρχουν δύο τυχαίες προσμίξεις και πολλή μίκα. κηλίδες μαύρου χρώματος. Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου και βάση σε Χρονολόγηση: Β’ μισό 6ου αι. π.Χ. σχήμα εκτεινόμενης σπείρας. Χείλος σε σχήμα σπείρας, 309 λαιμός διευρυνόμενος προς τα δύο άκρα. Το χείλος, η ράχη χείλος στο σημείο ένωσης με το λαιμό σχηματίζει μία εγκοπή των λαβών και η εξωτερική επιφάνεια της βάσης φέρουν και διευρύνεται προς τα πάνω. Η ράχη των λαβών φέρει μελανό χρώμα. Το σώμα κοσμείται με μία ταινία που σε ερυθρό χρώμα. Στο άνω τμήμα του σώματος και στην κάποιο σημείο διαχωρίζεται και σχηματίζονται σχεδόν δύο εξωτερική επιφάνεια της βάσης που έχει σχήμα ταινίες. ανεστραμμένου εχίνου διακρίνονται ίχνη ερυθρού χρώματος. Χρονολόγηση: Α’ τέταρτο 5ου αι. π.Χ. • 11 (Πίν. 3ζ, Σχ. 2α) I.29.79, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2554 Ύψ. 14.1εκ., δ.χ. 3.8εκ., δ.β. 3.3εκ. Υδρίες Πηλός κιτρινωπός (2.5Υ, 7\3), λεπτόκοκκος με προσμίξεις. Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση ψηλή, • 17 (Πίν.4στ, Σχ. 2στ) διευρυνόμενη στο άνω τμήμα της. Η επιφάνεια έδρασης είναι Ι.161.541, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5460 επίπεδη και στο κέντρο σχηματίζεται κώνος. Χείλος σε Ύψ. 8.9εκ., δ.β. 5.8εκ. σχήμα εχίνου, ενιαίο με το λαιμό, χωριζόμενο από αυτόν με Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), μεσαίος με προσμί- μία χαρακτή γραμμή. Το άνω τμήμα του χείλους, η βάση ξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. εξωτερικά και η ράχη των λαβών φέρουν μελανό χρώμα. Το Λείπει το μεγαλύτερο τμήμα του λαιμού, το χείλος η μία σώμα περιτρέχεται από δύο ταινίες. οριζόντια λαβή και η κάθετη. Ο λαιμός είναι ενιαίος με το σώμα. Προς το σώμα σχηματίζεται ένας μικρός επικλινής • 12 (Πίν. 3η, Σχ.2β) ώμος. Στο σημείο ένωσης σώματος – βάσης σχηματίζεται μία I.120.9, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Τ2420 εγκοπή. Η βάση εξωτερικά είναι δακτυλιόσχημη. Η κάτω Ύψ. 19.4 εκ., δ.χ. 3.2εκ., δ.β. 4.8εκ. επιφάνειά της είναι κοίλη. Οι οριζόντιες λαβές είναι ελλειψο- Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση διευρυ- ειδούς διατομής, έχουν τριγωνικό σχήμα και ανυψώνονται νόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Στο κέντρο σχηματί- ελαφρά. Η κάθετη λαβή ήταν ταινιωτή. Το άνω τμήμα του ζεται κωνική βάθυνση. Χείλος σε σχήμα σπείρας, ενιαίο με σώματος, ο λαιμός και οι λαβές φέρουν μαύρο χρώμα. το λαιμό. Ο λαιμός είναι ραδινός και διευρύνεται ελάχιστα Χρονολόγηση: 425-400 π.Χ. προς τα δύο άκρα του. Το χείλος, η βάση και η εξωτερική όψη των λαβών φέρουν χρώμα. Δύο οριζόντιες ταινίες περι- Μικκύλες υδρίες τρέχουν το σώμα. Ι. Με γραπτή διακόσμηση • 13 (Πίν.4α, Σχ. 2γ) • 18 (Πίν. 5α) I.164.24, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Α28 Ι.29.179, Νεκροταφείο, Οικ. 29, επίχωση Ύψ. 21.5εκ., δ.χ. 5.2εκ., δ.β.6.1εκ. Ύψ. 5εκ., δ.χ.3.5εκ., δ.β. 2.3εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Πηλός κιτρινωπός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. μίκα και προσμίξεις. Ακέραια. Σώμα σχεδόν αμφικωνικό, βάση σε σχήμα σπείρας. Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου, βάση έντονα Χείλος σχεδόν κάθετο, ελαφρά λοξότμητο προς τα έσω, διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης και κωνική λαιμός χαμηλός, κοίλος, ενιαίος με το σώμα. Το χείλος, οι βάθυνση στο κέντρο. Λαιμός ψηλός, διευρυνόμενος προς τα λαβές, το κάτω τμήμα του σώματος και η βάση φέρουν καφέ- δύο άκρα. Η άνω επιφάνεια του χείλους είναι λοξότμητη. Οι μαύρο χρώμα. Στην πρόσθια όψη, λίγο πάνω από τις λαβές είναι κυκλικής διατομής. Η άνω επιφάνεια του χείλους, λαβές,υπάρχει μία γραμμή σε σχήμα μαιάνδρου και πιο το κάτω άκρο του σώματος, η βάση εξωτερικά και η ράχη κάτω, ακριβώς στο ύψος των λαβών, μια σειρά γραμμιδίων. των λαβών φέρουν καφέ-μαύρο χρώμα. Στο άνω τμήμα του Χρονολόγηση: Αρχές 6ου αι. π.Χ. σώματος ανάμεσα σε δύο λεπτές ταινίες υπάρχει μία πλατιά. • 19 (Πίν. 5β, Σχ. 2ζ) • 14 (Πίν. 4β, Σχ. 2δ) Ι.160.257, Νεκροταφείο, Οικ. 160, επίχωση I.120.10, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Τ2303 Ύψ. 4.7εκ., δ.χ. 3.5εκ., δ.β. 2.1εκ. Ύψ.15.8εκ., δ.χ. 4.6εκ., δ.β. 5.2εκ. Πηλός ανοικτός καστανός (7.5YR, 6\3), λεπτόκοκκος με Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμίξεις. προσμίξεις. Ακέραιος. Σώμα σε σχήμα ανάστροφου κώνου. Βάση σε Λείπει τμήμα του χείλους, του λαιμού και οι δύο οριζόντιες σχήμα εχίνου με πλατιά επιφάνεια έδρασης. Στο κέντρο λαβές με εξαίρεση τις γενέσεις τους στο μέσο του σώματος. σχηματίζεται κώνος στο μέσο του οποίου σχηματίζεται μία Το σώμα στο άνω τμήμα του είναι διογκωμένο, ενώ συγκλί- απόφυση. Χείλος σε σχήμα σπείρας, ενιαίο με το διευρυνό- νει προς τα κάτω. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Χείλος ενιαίο μενο λαιμό. Φέρει γραπτή διακόσμηση με καστανό χρώμα με το λαιμό και έντονα εξωστρεφές. Λαιμός χαμηλός, κυλιν- στο χείλος, στη βάση, δύο κηλίδες στη ράχη των λαβών. Στο δρικός και ευρύς. Εσωτερικά το χείλος κοσμείται με δύο σώμα φέρει ακριβώς κάτω από την απόληξη των λαβών τρεις ταινίες. Στο άνω τμήμα του σώματος ανάμεσα σε δύο οριζό- ταινίες, μία πλατιά στο μέσο που πλαισιώνεται από δύο λε- ντιες ταινίες υπάρχουν τεθλασμένες γραμμές που δεν είναι πτότερες. όλες στο ίδιο ύψος. Το κάτω άκρο του σώματος φέρει επίσης μία οριζόντια ταινία. • 15 (Πίν. 4γ,δ) Χρονολόγηση: Αρχές 6ου αι. π.Χ. Ι.115.461, Νεκροταφείο, Οικ. 115 Όμοιος με τον 13. Λείπει το χείλος, οι λαβές, τμήμα του • 20 (Πίν. 5γ) λαιμού και της βάσης. Ι.74.140, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7819 Ύψ. 11.2εκ., δ.χ. 5εκ., δ.β. 5.8εκ. • 16 (Πίν. 4ε, Σχ. 2ε) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με I.165.8, Νεκροταφείο, Οικ. 165, T 4816 προσμίξεις. Ύψ. 14.1εκ., δ.β. 4εκ. Ερυθροβαφής. Λείπει η μία οριζόντια λαβή. Το σώμα συ- Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με γκλίνει προς την ψηλή, δακτυλιόσχημη βάση, η οποία είναι προσμίξεις. διευρυνόμενη και η επιφάνεια έδρασης επίπεδη. Λαιμός Έχει συγκολληθεί τμήμα του χείλους και της μίας λαβής. Η χαμηλός, ενιαίος με τον ώμο. Χείλος ενιαίο με το λαιμό και επιφάνεια του είναι πολύ διαβρωμένη. Σώμα σε σχήμα ανά- εξωστρεφές. Η οριζόντια λαβή είναι κυκλικής διατομής, στροφου κώνου, βάση σε σχήμα ανεστραμμένου εχίνου. Το ελαφρά υπερυψωμένη. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή, φύεται 310 από το χείλος, και προς τη ράχη ανυψώνεται ξεπερνώντάς το Οινοχόες – Τριφυλλόστομες οινοχόες – Όλπες κατά πολύ. Απολήγει στο σημείο ένωσης σώματος-βάσης. Φέρει ερυθρό χρώμα, το οποίο σταματά λίγο πάνω από το κάτω άκρο του σώματος. Στο σημείο ένωσης ώμου-σώματος Οινοχόες υπάρχει μία λεπτή ιώδεις ταινία. Μία ομοιόχρωμη ταινία υπάρχει στη γένεση της λαβής. Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 26 (Πίν. 5ζ, Σχ. 3στ) ΙΙ. Με ημικυκλική κηλίδα χρώματος I.160.78, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Α204 Ύψ. 12.2εκ., δ.χ. 5.2εκ. , δ.β. 8.2εκ. • 21 (Πίν. 5δ, Σχ. 3α) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), μεσαίος με προσμί- Ι.74.139, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ7819 ξεις και πολλή μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Ύψ. 8.9εκ., δ.χ. 3.8εκ., δ.β. 4.8εκ. Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Χείλος εξωστρεφές ενιαίο Ακέραια. Λείπει μόνο μικρό τμήμα του χείλους. Σώμα ωοει- με το χαμηλό λαιμό. Η ταινιωτή, υπερυψωμένη λαβή φύεται δές, ενιαίο με τον κοντό λαιμό. Βάση απλή, επίπεδη. Εξωτε- από το χείλος και απολήγει στον ώμο. Ο ώμος είναι επικλι- ρικά, όπως και η κάτω επιφάνειά της, είναι ατημέλητα κατα- νής, η βάση πολύ χαμηλή και η κάτω επιφάνειά της επίπεδη. σκευασμένες, καθώς έχουν αφεθεί αρκετά υπολείμματα Το χείλος, ο λαιμός, η λαβή και δύο πλατιές ταινίες κάτω από πηλού και ίχνη τροχού. Στο κάτω τμήμα του σώματος υπάρ- τη γένεση της λαβής φέρουν ερυθρό χρώμα. χουν ακανόνιστες αυλακώσεις. Χείλος ενιαίο με το λαιμό, Χρονολόγηση: 550-525 π.Χ. εξωστρεφές. Η ράχη της λαβής, το χείλος, και ο λαιμός φέ- ρουν μια κηλίδα μελανού χρώματος που στην πρόσθια όψη • 27 (Πίν. 5η) έχει ημικυκλικό σχήμα. I.164.53, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τε 15 Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 15.7εκ., δ.β. 8.8εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με • 22 (Πίν. 5ε, Σχ. 3β) προσμίξεις και μίκα. Ι.74.149, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ7819 Διατηρείται μεγάλο τμήμα του ωοειδούς σώματος και της Ύψ. 8.9εκ., δ.χ. 3.8εκ., δ.β. 4.1εκ. δακτυλιόσχημης βάσης. Στο κέντρο του πυθμένα υπάρχει Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με οπή για σπονδές. Φέρει γραπτή διακόσμηση. Στο άνω λίγες προσμίξεις και ελάχιστη μίκα. σωζόμενο άκρο υπάρχουν τρεις οριζόντιες ταινίες, δύο στο Ακέραια. Το σώμα είναι σφαιρικό και η βάση χαμηλή, δι- κάτω άκρο του σώματος και στο εξωτερικό μέτωπο του σκόμορφη. Φέρει όμοια διακόσμηση με την 21. δακτυλίου της βάσης. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 525-500 π.Χ. ΙΙΙ. Ερυθροβαφείς • 28 (Σχ. 3ζ) I.120.39, Νεκροταφείο, ΟΙΚ. 120, Α5 • 23 (Πίν. 5στ, Σχ. 3γ) Ύψ. 7.3εκ., δ.β. 8εκ. Ι.160.199, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ3730 Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), χονδρόκοκκος με Ύψ. 7.4εκ., δ.χ. 5.3εκ., δ.β. 4.6εκ. προσμίξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Διατηρείται το κάτω τμήμα του σώματος και η βάση. Σώμα προσμίξεις. σχεδόν κυλινδρικό και στο μέσο του σωζόμενου τμήματος Δεν σώζονται οι λαβές. Σώμα ημισφαιρικό. Βάση απλή, μία ταινία ερυθρού χρώματος. Η βάση χαμηλή, ανισοϋψής επίπεδη. Χείλος εξωστρεφές, κάθετο μέτωπο. Λαιμός ενιαίος δισκόμορφη. με τον επικλινή ώμο. Διατηρούνται οι γενέσεις των οριζό- Χρονολόγηση: 500 π.Χ. (;) ντιων λαβών στην κορυφή του σώματος. Η κάθετη λαβή φύεται κάτω από το χείλος και απολήγει στο σημείο γένεσης ΙΙ. Με «γάνωμα» στο άνω μέρος του σώμα- του σώματος. Υπάρχουν ίχνη ερυθρού χρώματος. τος Χρονολόγηση: 625-500 π.Χ. • 29 (Πίν.5θ) Ι.160.62, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4088 IV. Αβαφείς Ύψ. 10.2εκ., δ.β. 6.3εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και πολλή • 24 (Σχ. 3δ) μίκα. Ι.161.413, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Περισυλλογή Σώζεται μόνο το κάτω μέρος του λαιμού, το σώμα και η Ύψ. 6.8εκ., δ.χ. 2.4εκ., διάμ.β. 2εκ. βάση. Ο λαιμός είναι κυλινδρικός. Στη συνέχεια σχηματίζε- Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με αρκετές προσμίξεις ται ένας μικρός ώμος. Το σώμα είναι κωνικό. Η βάση είναι και μίκα. δακτυλιόσχημη σε σχήμα εχίνου. Η επιφάνεια έδρασης είναι Ακέραια. Λείπουν μόνο οι λαβές, από τις οποίες διατηρού- επίπεδη. Στο κέντρο του πυθμένα υπάρχει ακανόνιστη βά- νται οι γενέσεις. Χείλος εξωστρεφές, βάση έντονα διευρυνό- θυνση για σπονδές. Ο λαιμός, ο ώμος και το άνω μέρος του μενη. σώματος φέρουν ερυθρό χρώμα. Χρονολόγηση: Γύρω στα 600 π.Χ. Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. • 25 (Σχ. 3ε) Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5263 Τριφυλλόστομες οινοχόες Ύψ. 6.1εκ., δ.χ. 2.1εκ., δ.β. 2εκ. Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση Αβαφής. Λείπουν οι λαβές και τμήμα του χείλους. Ο ώμος είναι επικλινής, Σώμα ημισφαιρικό με επικλινή ώμο. Βάση • 30 (Πίν. 6β, Σχ. 3η) ψηλή, διευρυνόμενη. Στην κάτω επιφάνεια σχηματίζεται I.164.201, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4618 βαθιά βάθυνση. Χείλος απλό, λαιμός ψηλός, διευρυνόμενος Ύψ. 32εκ., δ.β. 8.8εκ. προς τα πάνω. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), μεσαίος με προσμί- ξεις. 311 Συγκολλήθηκαν αρκετά όστρακα. Λείπει μικρό μέρος του και απολήγει στον ώμο. Το χείλος εσωτερικά και εξωτερικά ωοειδούς σώματος. Στο μέσο παρουσιάζει μία διόγκωση και έφερε μελανό χρώμα. Το υπόλοιπο αγγείο έχει αφεθεί στο στο σημείο ένωσης με τη βάση υπάρχει μία εγκοπή. Η βάση χρώμα του πηλού, με εξαίρεση μία ακανόνιστη κηλίδα που είναι χαμηλή το εξωτερικό της μέτωπο σχεδόν κάθετο και η υπάρχει στην κύρια όψη του σώματος. κάτω επιφάνεια επίπεδη. Χείλος κυκλικής διατομής, ενιαίο Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. με τον πολύ χαμηλό λαιμό στο κάτω άκρο του οποίου υπάρχει χαρακτή αυλάκωση. Ο λαιμός και η λαβή φέρουν IV. Με «γάνωμα» στο άνω μέρος του σώμα- ερυθρό χρώμα. Δύο πλατιές ταινίες ερυθρού χρώματος περιτρέχουν το μέσο του σώματος. τος Χρονολόγηση: 525-500 π.Χ. • 35 (Πίν. 6ι) Ι.166.17, Νεκροταφείο, Οικ. 166, T3951 • 31 (Πίν. 6γ, Σχ. 4α) Ύψ. 11εκ.., δ.β. 5.6εκ. I.160.591, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4088 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Ύψ. 14.8εκ., δ.β. 7.3εκ. προσμίξεις. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Λείπει τμήμα του χείλους, του λαιμού και η λαβή. Χείλος προσμίξεις και αρκετή μίκα. εξωστρεφές, ενιαίο με τον κοντό, κοίλο λαιμό, ο οποίος είναι Το σώμα είναι χαμηλό, σφαιρικό. Στο σημείο μετάβασης ενιαίος με το ημισφαιρικό σώμα, βάση δισκόμορφη. Η προς τη δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη βάση υπάρχει μία κάθετη ταινιωτή λαβή απέληγε στο σημείο ένωσης ώμου- αυλάκωση. Η επιφάνεια έδρασης είναι επίπεδη. Χείλος απλό, σώματος. Ο λαιμός και το χείλος φέρουν ερυθρό χρώμα. λαιμός κοντός, ενιαίος με τον ώμο. Από το χείλος φύεται η Χρονολόγηση: Τέλη 5ου αι. π.Χ. κάθετη ταινιωτή λαβή που εσωτερικά στο χείλος σχηματίζει μία διόγκωση. Στο κέντρο της κάτω επιφάνειας της βάσης υπάρχει μία ακανόνιστη οπή για σπονδές. Η στεφάνη του Όλπες χείλους και η βάση φέρουν καφέ-μαύρο αραιωμένο χρώμα. Στο άνω μέρος του σώματος υπάρχουν δύο οριζόντιες ταινίες Ι. Με ταινιωτή διακόσμηση μαύρου χρώματος και χαμηλά μία τρίτη λεπτότερη. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. • 36 (Πίν. 7α, Σχ. 4ε) I.136.159, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ3112 • 32 (Πίν. 6ε, Σχ. 4β) Ύψ. 11.8εκ. , δ.χ. 4εκ., δ.β. 4εκ. I.115.297, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7328, εξωτερικά Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Ύψ. 9.2εκ., δ.β. 4.4εκ. Διατηρείται ακέραια. Χείλος εξωστρεφές με καστανέρυθρο Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με χρώμα, βάση επίπεδη, λαβή υπερυψωμένη. Λίγο κάτω από προσμίξεις και πολλή μίκα. τη λαβή υπάρχει μία λοξή ταινία. Έχει χαμηλό λαιμό, ενιαίο με το ημισφαιρικό σώμα και Χρονολόγηση: Τέλος 7ου αι. π.Χ. χαμηλή βάση με επίπεδη την κάτω επιφάνειά της. Στο κέντρο υπάρχει μία ακανόνιστη οπή για την τέλεση χοών. • 37 (Σχ. 4στ) Χρονολόγηση: 300 π.Χ. I.120.205, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Περισυλλογή Ύψ. 10.3εκ., δ.β. 4.3εκ. ΙΙ. Με ταινιωτή διακόσμηση και πεταλόσχημα Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. μοτίβα Λείπει η κάθετη λαβή, το χείλος και ο λαιμός. Το σώμα είναι κυλινδρικό. Η βάση είναι απλή, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. • 33 (Πίν. 6στ,ζ, Σχ. 4γ) Η εξωτερική του επιφάνεια φέρει ένα λεπτό κιτρινωπό επί- I.115.463, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τε7 χρισμα. Στο μέσο του σώματος υπάρχουν δύο ταινίες καφέ- Ύψ. 10.7εκ., δ.β. 4.4εκ. μαύρου χρώματος. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. Συγκολλήθηκαν 20 θραύσματα. Λείπει τμήμα του στομίου, του σώματος και της βάσης. Σώμα σφαιρικό. Η βάση είναι • 38 χαμηλή, δισκόμορφη. Στον πυθμένα υπήρχε μάλλον οπή για I.160.156, Νεκροταφείο, Οικ. 160, επίχωση την τέλεση χοών. Χείλος τριφυλλόσχημο. Λαιμός χαμηλός Ύψ. 6.7εκ. , δ.β. 4.8εκ. και στενός. Η κάθετη ταινιωτή λαβή σχηματίζει μία τριγω- Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με νική απόφυση στο εσωτερικό του στομίου. Φέρει γραπτή προσμίξεις και μίκα. διακόσμηση με καστανέρυθρο χρώμα. Υπάρχει μία ταινία Διατηρείται τμήμα του ωοειδούς σώματος και η απλή, επί- στο χείλος, στη ράχη της λαβής, στη βάση του λαιμού και πεδη βάση. Στο κάτω τμήμα του σώματος υπάρχει μία σχε- δύο ταινίες στο μέσο του σώματος. Στον ώμο υπάρχουν ανά τικά πλατιά ταινία αραιωμένου καστανόμαυρου χρώματος. δύο έξι κρεμάμενα πεταλόσχημα μοτίβα. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. • 39 (Πίν. 7β, Σχ. 4ζ) I.139.7, Νεκροταφείο, ΟΙΚ. 139, Τ 5984 ΙΙΙ. Με κηλίδα στην πρόσθια όψη Ύψ. 12.5εκ., δ.χ. 5.3εκ., δ.β. 4.6εκ. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 34 (Πίν. 6η, θ, Σχ. 4δ) Ακέραια. Χείλος εξωστρεφές, ανισοϋψές, εξωτερικά κα- I.115.436, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7335 μπύλο. Λαιμός κοίλος, ενιαίος με το κυλινδρικό, προχειρο- Ύψ. 9.9εκ., δ.β. 4.5εκ. φτιαγμένο σώμα, σε διάφορα σημεία του οποίου σχηματίζο- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με νται ακανόνιστες αυλακώσεις. Στην πρόσθια όψη, στο κάτω προσμίξεις και μίκα. μέρος του, υπάρχει μία λοξότμητη «ταινία». Η βάση είναι Λείπει το μεγαλύτερο μέρος του στομίου. Σώμα σφαιρικό, απλή, επίπεδη. Η κάθετη λαβή, ελλειψοειδούς διατομής, βάση δισκόμορφη, χείλος τριφυλλόσχημο, εξωστρεφές. Ο είναι υπερυψωμένη. Φέρει ερυθρό χρώμα στο χείλος και στο λαιμός είναι στενός, κυλινδρικός. Στην κάτω επιφάνεια της άνω τμήμα της λαβής. Κάτω από τη λαβή, το σώμα φέρει δύο βάσης υπάρχει μία οπή για χοές. Η ταινιωτή λαβή φύεται από ακανόνιστες ταινίες και μία τρίτη χαμηλότερα. το χείλος εσωτερικά του οποίου σχηματίζει κωνική απόφυση, Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. 312 Συγκολλήθηκαν 14 θραύσματα, λείπει μέρος του σώματος. • 40 (Πίν. 7γ, Σχ. 4η) Σώμα ωοειδές, βάση επίπεδη, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, I.164.62, Νεκροταφείο, ΟΙΚ. 164, Τ4591 χείλος εξωστρεφές, λαβή ταινιωτή, υπερυψωμένη. Ένα μέρος Ύψ. 12.4εκ., δ.χ. 4.2εκ., δ.β. 3.4εκ. του χείλους και το άνω τμήμα της λαβής φέρουν μελανό Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με χρώμα. Μάλλον με την τεχνική της εμβάπτισης. λίγες προσμίξεις. Χρονολόγηση: 575-525 π.Χ. Λείπει η λαβή. Σώμα ωοειδές, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος εξωστρεφές, ενιαίο με τον κοίλο λαιμό. Στο κάτω άκρο του • 46 (Πίν. 8α) το σώμα κατεβαίνει κάθετα, σχηματίζοντας ένα είδος «πο- I.161.100, Νεκροταφείο, Οικ. 161, επίχωση διού». Στο μέσο του σώματος υπάρχουν δύο οριζόντιες ται- Πηλός καστανοκίτρινος, λεπτόκοκκος με μίκα. νίες. Η δεύτερη στο πρόσθιο μέρος του αγγείου έχει μεγαλύ- Διατηρείται σχεδόν ακέραια. Λείπει μεγάλο τμήμα του χεί- τερο πάχος. λους και του λαιμού. Η λαβή φθάνει στο ύψος του χείλους. Χρονολόγηση: 4ος αι. π.Χ. (;) Βάση απλή, επίπεδη. Στο στόμιο και στη ράχη της λαβής υπάρχει μελανό χρώμα. ΙΙ. Με βάση ΙII. Με σφαιρικό σώμα και γραπτή διακό- • 41 (Πίν. 7ε, Σχ. 5α) σμηση I.29.347, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τε 38 Ύψ. 11.4εκ., δ.χ. 4εκ. • 47 (Πίν. 8β, Σχ. 5στ) Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- I.166.8, Νεκροταφείο, ΟΙΚ. 166, Τ 3803 ξεις. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Ύψ. 9.1εκ., δ.χ. 3.4εκ., δ.β. 4.5εκ. Ακέραια με εξαίρεση τη λαβή. Το σώμα και ο λαιμός έχουν Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με ενιαίο σιγμοειδές προφίλ. Βάση δισκόμορφη, χείλος εξω- άφθονη μίκα. στρεφές, ενιαίο με το σώμα. Στο μέσο του σώματος υπάρ- Ακέραια με εξαίρεση την ταινιωτή λαβή. Σώμα κυλινδρικό, χουν δύο οριζόντιες ταινίες. Στο σημείο μετάβασης από το βάση δισκόμορφη, λαιμός κοντός, ενιαίος με το σώμα, χεί- σώμα στη βάση σχηματίζεται μία αυλάκωση. λος εξωστρεφές. Δύο οριζόντιες ταινίες, ερυθρού χρώματος, Χρονολόγηση: 500-475 π.Χ. διατρέχουν το σώμα. Στον ώμο, στην πρόσθια όψη, φέρει ανά δύο πεταλόσχημα μοτίβα. • 42 (Πίν. 7στ, Σχ. 5β) Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. I.115.501, Νεκροταφείο, ΟΙΚ. 115, Τ7514 Ύψ. 8.4εκ., δ.β. 4εκ. IV. Με κυκλική κηλίδα χρώματος Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. • 48 (Πίν. 8γ&δ, Σχ. 5ζ) Διατηρείται η βάση, τμήμα του σώματος και η απόληξη της Ι.164.170, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4530 κάθετης, ταινιωτής λαβής. Η διευρυνόμενη βάση εξωτερικά Ύψ. 8.3εκ., δ.β. 4εκ. έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Μία ταινία ερυθρού Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\8), μεσαίος με προσμί- χρώματος υπάρχει στο μέσο του σώματος και στη βάση. ξεις και μίκα. Χρώμα έφερε και η λαβή εξωτερικά. Λείπει ο λαιμός και η λαβή. Σώμα ωοειδές, βάση δακτυλιό- Χρονολόγηση: γύρω στα 375 π.Χ. σχημη-διευρυνόμενη. Στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζεται κωνική βάθυνση. Στο σώμα υπάρχει μία κηλίδα μελανού ΙΙ. Με ημικυκλική κηλίδα χρώματος χρώματος. Χρονολόγηση: 400-350π.Χ. • 43 (Πίν. 7ζ, Σχ. 5γ) I.164.55, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ4486 • 49 (Πίν. 8στ) Ύψ.10.3εκ., δ.χ. 3.2εκ., δ.β. 4εκ. Ι.115.433, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τε11 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), μεσαίος με προσμί- Ύψ. 5.2εκ., δ.β. 5.8εκ. ξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με Ακέραια. Σώμα ωοειδές, ενιαίου περιγράμματος με το λαιμό. προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Βάση απλή, επίπεδη, χείλος εξωστρεφές. Η κάθετη, ταινιωτή Διατηρείται το κάτω τμήμα του σώματος και η βάση. Σ’ ένα λαβή είναι υπερυψωμένη. Το χείλος, ο λαιμός, η λαβή και το θραύσμα, που δεν συγκολλάται, διατηρείται η απόληξη της άνω τμήμα του σώματος φέρουν μελανό χρώμα. κάθετης ταινιωτής λαβής. Σώμα ωοειδές, βάση πολύ χα- Χρονολόγηση: 600-550 π.Χ. μηλή, δισκόμορφη, ανισοϋψής. Στον πυθμένα υπάρχει ακα- νόνιστη οπή για χοές. Στο σώμα φέρει ακανόνιστη κηλίδα • 44 (Πίν. 7θ, Σχ. 5δ) μελανού χρώματος. I.165.114, Νεκροταφείο, Οικ. 165, μέσα στον πίθο (Α19) Ύψ. 0.097μ., δ.χ. 4.2εκ. Θήλαστρα Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6) με προσμίξεις και μίκα. • 50 (Πίν. 8ζ,η, Σχ. 5η) Σώμα ωοειδές, βάση επίπεδη, χείλος κωνικό και κάθετη λαβή Ι.160.818, Νεκροταφείο, Οικ. 160, T4388 κυκλικής διατομής. Το άνω μισό τμήμα της λαβής, ο λαιμός Ύψ. 6.9εκ., δ.χ. 4.9εκ., δ.β.3.8εκ. και το χείλος φέρουν καστανό χρώμα. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Χρονολόγηση: 575-525 π.Χ. μίκα. Ακέραιο. Λείπει μόνο τμήμα της προχοής. Σώμα σφαιρικό, • 45 (Σχ. 5ε) βάση δακτυλιόσχημη με ελαφρώς κυρτή επιφάνεια έδρασης. I.29.346, Νεκροταφείο, Οικ. 29, T2514 Χείλος ψηλό, εξωστρεφές. Η κάθετη, ταινιωτή, υπερυψω- Ύψ. 9.4εκ. , δ.χ. 3.6εκ., δ.β. 4.3εκ. μένη λαβή απολήγει στο μέσο του σώματος, στο ύψος της Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και προχοής. Το χείλος, η λαβή, το άνω τμήμα του σώματος και μίκα. η προχοή φέρουν ερυθρό χρώμα. Στην πλευρά που βρίσκεται 313 η λαβή υπάρχει τυχαία πινελιά. Χρώμα υπάρχει και στο κού σχήματος, φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο εσωτερικό, όπου έχει «τρέξει» ακανόνιστα. του σώματος. Χρονολόγηση: Γ΄ τέταρτο 6ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. • 51 (Πίν. 8ι,κ, Σχ. 5θ) • 57 (Πίν. 9δ Σχ. 6β) Ι.75.55, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2105 Ι.160.391, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4204 Ύψ. 5.3εκ., δ.χ. 5.4εκ., δ.β. 4.9εκ. Ύψ. 7.1εκ. , δ.χ. 8.8εκ., δ.β. 4.6εκ. Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με μίκα. προσμίξεις και μίκα. Ακέραιο. Σώμα σφαιρικό, βάση δισκόμορφη, ταινιωτό χεί- Καστανοβαφές. Ακέραιο. Έχει συγκολληθεί μόνο μικρό λος. Από το χείλος φύεται μία κάθετη, ταινιωτή λαβή. Το τμήμα του χείλους. Το χείλος είναι ενιαίο με το σώμα, εξω- σώμα κοσμείται με 8 όρθιες κυματοειδείς ταινίες ερυθρού στρεφές. Σώμα βαθύ, βάση δισκόμορφη. Στην κάτω επιφά- χρώματος. Οι δύο από αυτές βρίσκονται ανάμεσα στην προ- νειά της, η οποία έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού, υπάρχει χοή και στη λαβή. ένας εγχάρακτος κύκλος. Χείλος ενιαίο με το σώμα, εξω- στρεφές. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή έχει αφεθεί στο χρώμα Κύπελλα του πηλού και κοσμείται στη ράχη με 9 οριζόντια γραμμίδια. Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. Ι. Με εξωστρεφές χείλος διαχωριζόμενο από • 58 (Σχ. 6γ) το σώμα με μία εγκοπή Ι.160.402, Νεκροταφείο, Οικ. 160, επίχωση Ύψ. 4.2εκ., δ.χ. 6.2εκ., δ.β. 2.8εκ. • 52 (Πίν. 8λ, Σχ. 5ι) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Ι.29.87, Νεκροταφείο Οικ. 29, επίχωση προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 4.4εκ., δ.χ. 6.3εκ., δ.β. 3εκ. Καστανοβαφές. Συγκολλήθηκαν 2 τμήματα. Το χείλος είναι Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. εξωστρεφές και στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται Λείπει τμήμα του χείλους και η κάθετη λαβή. Βαθύ σώμα, μία εγκοπή. Η βάση είναι απλή, επίπεδη, η κάθετη λαβή δισκόμορφη βάση. Χείλος εξωστρεφές και στο σημείο ένω- ταινιωτή. σής του με το σώμα βαθιά εγκοπή. Φέρει καφέ-μαύρο Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. χρώμα. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. • 59 (Πίν. 9κ, Σχ. 6δ) Ι.160.896, Νεκροταφείο, Οικ. 160¸ Τ4259 • 53 (Πίν. 8μ, Σχ. 5κ) Ύψ. 4.6εκ., δ.χ. 8εκ., δ.β. 4.2εκ. Ι.160.61, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4081 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 5.2εκ. , δ.χ. 7.7εκ., δ.β. 3.6εκ. Σώμα βαθύ, κυρτό και βάση απλή, επίπεδη. Χείλος ενιαίο με Πηλός κοκκινωπός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. το σώμα και στο σημείο ενώσεως τους μία εγκοπή. Δεν είναι Ερυθροβαφές. Ακέραιο. Σώμα σχετικά βαθύ. Συγκλίνει προς ισοϋψές, αλλά προς τη λαβή γίνεται ψηλότερο. Λαβή την απλή, επίπεδη βάση. Χείλος έντονα εξωστρεφές και στο ταινιωτή. σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται μία εγκοπή. Η Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. κάθετη λαβή είναι ταινιωτή. Χρονολόγηση: 700 π.Χ. • 60 (Σχ. 6ε) Ι.161.381, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5570 • 54 (Σχ. 5λ) Ύψ. 5.6εκ., διάμ .χ. 7.2εκ., δ.β. 3.6εκ. Ι.160.201, Νεκροταφείο, Οικ. 160, επίχωση Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. Ύψ. 4.5εκ., διάμ .χ. 6.9εκ., δ.β. 3.1εκ. Το σώμα στο άνω τμήμα του είναι κυρτό και συγκλίνει προς Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις. την ελαφρά διευρυνόμενη βάση που έχει ενιαίο περίγραμμα Λείπει τμήμα της λαβής. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση με το σώμα. Η κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη και εδαφό- απλή, επίπεδη. Χείλος διευρυνόμενο και στο σημείο ένωσης χρωμη. Χείλος εξωστρεφές και ανισοϋψές (προς τη λαβή με το σώμα σχηματίζει μία εγκοπή. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή γίνεται ψηλότερο). Στο σημείο ένωσης χείλους-σώματος φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο του σώματος. σχηματίζεται βαθιά εγκοπή. Λαβή ταινιωτή. Φέρει καστανό- Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 6ου αι. π.Χ. μαυρο χρώμα. Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. • 55 (Πίν. 9α) Ι.74.18, Νεκροταφείο, Οικ. 74 • 61 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5583 Ακέραιο. Το σώμα είναι έντονα καμπύλο και συγκλίνει προς Ύψ. 4.3εκ., δ.χ. 6.9εκ., δ.β. 3.1εκ. τη στενή, δισκόμορφη βάση. Το χείλος είναι έντονα εξω- Πηλός ανοικτός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και στρεφές και στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζει μίκα. εγκοπή. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή. Φέρει καστανέρυθρο Καστανοβαφές. Λείπει μικρό τμήμα του χείλους. Σώμα χρώμα. κυρτό, αβαθές. Βάση απλή, επίπεδη και εδαφόχρωμη. Χείλος Χρονολόγηση: 580-560π.Χ. έντονα εξωστρεφές και στο σημείο ένωσης με το σώμα σχη- ματίζεται εγκοπή. Λαβή ταινιωτή. Η εσωτερική όψη της έχει • 56 ( Πίν. 9γ, Σχ. 6α) αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Ι.160.252, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4119 Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. Ύψ. 6.3εκ., δ.χ. 9.1εκ, δ.β. 3.4εκ. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. • 62 (Σχ. 6στ) Ακέραιο. Ερυθροβαφές. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5579 απλή, επίπεδη. Χείλος εξωστρεφές, ανισοϋψές. Στην πλευρά Ύψ. 4.2εκ., δ.χ. 6.5εκ., δ.β. 3.4εκ. της λαβής είναι ψηλότερο και στο σημείο ένωσης με το σώμα Πηλός ερυθρός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. σχηματίζεται μία εγκοπή. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή, τριγωνι- Λείπει τμήμα της λαβής. Σώμα αβαθές, βάση απλή, επίπεδη. Στο κέντρο φέρει εγχάρακτο κύκλο που τα άκρα του δεν 314 εφάπτονται. Χείλος εξωστρεφές, διευρυνόμενο προς τα Ύψ. 3.5εκ., δ.χ. 6.5εκ., δ.β. 3.7εκ. πάνω. Στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται εγκοπή. Πηλός καστανός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Λαβή ταινιωτή. Φέρει μελανό χρώμα που σε κάποια σημεία Συγκολλήθηκαν 4 θραύσματα. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό. έχει χρώμα ερυθρό. Bάση απλή, επίπεδη με ελαφρώς κοίλη την κάτω επιφάνεια. Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. Χείλος εξωστρεφές, ενιαίο με το σώμα. Η ράχη της ταινιωτής λαβής κοσμείται με δυο ταινίες ερυθρού χρώματος σε χιαστί ΙΙ. Με εξωστρεφές χείλος και βαθύ πιο στενό που απολήγουν σε μία οριζόντια. Η εξωτερική και εσωτερική επιφάνεια του αγγείου κοσμείται εσωτερικά με τέσσερις σώμα οριζόντιες ταινίες ερυθρού χρώματος και εξωτερικά με τρεις. Χρονολόγηση: 600-575 π.Χ. • 63 (Πίν. 9στ, Σχ. 6ζ) Ι.74.22, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7745 • 69 (Σχ. 6κ) Ύψ. 4.6εκ., δ.χ. 5.7εκ., δ.β. 2.6εκ. Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5579 Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις Ύψ. 3.7εκ., δ.χ. 7.3εκ., δ.β. 3.1εκ. και μίκα. Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ακέραιο. Αβαφές. Το σώμα στο άνω τμήμα (2\3) παρουσιά- Καστανοβαφές. Ακέραιο. Αβαθές σώμα, κυρτό στο άνω ζει διόγκωση και συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση. τμήμα. Βάση δισκόμορφη, χείλος ενιαίο με το σώμα, κοίλο Το διευρυνόμενο χείλος στο σημείο ένωσης με το σώμα και εξωστρεφές. Εξωτερικά φέρει καστανό, αραιωμένο σχηματίζει μία εγκοπή. Ταινιωτή, υπερυψωμένη λαβή. χρώμα με εξαίρεση την εσωτερική όψη της λαβής και ένα Υπάρχουν ίχνη καύσης. λοξό τμήμα στη ράχη της. Εσωτερικά φέρει ομοιόχρωμο Χρονολόγηση: Γύρω στα 600 π.Χ. χρώμα με εξαίρεση μία ταινία στη στεφάνη του χείλους και έναν δίσκο στον πυθμένα που έχουν αφεθεί στο χρώμα του • 64 (Πίν. 9η, Σχ. 6η) πηλού. Η κάτω επιφάνεια της βάσης φέρει περιμετρικά Ι.160.259, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4145 χρώμα που έχει «τρέξει» από το σώμα. Ύψ. 3.8εκ., δ.χ. 3.8εκ., δ.β. 2.4εκ. Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 7ου αι. π.Χ. (;) Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. • 70 (Πίν. 9μ, Σχ. 6λ) Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, ασυνήθιστα στενό. Βάση απλή, I.160.895, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4258 επίπεδη. Χείλος ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές και ανισοϋ- Ύψ. 3.2εκ., διάμ .χ. 6.1εκ., δ.β. 3.3εκ. ψές. Ταινιωτή, υπερυψωμένη λαβή, τριγωνικού σχήματος. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 65 (Πίν. 9θ) Λείπει η λαβή. Σώμα κοίλο στο άνω τμήμα του, κυρτό στο Ι.164.161, Νεκροταφείο, Οικ. 164, T 4486 κάτω. Βάση απλή, επίπεδη, χείλος ενιαίο με το σώμα, Ύψ. 6.6εκ., δ.β. 3.9εκ. εξωστρεφές. Εξωτερικά στο άνω και κάτω τμήμα του σώμα- Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. τος υπάρχει αντίστοιχα μία ταινία ερυθρού χρώματος. Εσω- Λείπει τμήμα του χείλους και του σώματος. Βαθύ, στενό τερικά στο άνω τμήμα του σώματος και γύρω από τον πυθ- σώμα, βάση απλή, επίπεδη, χείλος ενιαίο με το σώμα, εξω- μένα υπάρχουν δύο ταινίες ερυθρού χρώματος. στρεφές. Χειροποίητο. Τεφρόχρωμο. Χρονολόγηση: 540-530 π.Χ. Χρονολόγηση: 600-550 π.Χ. • 71 (Πίν. 9ξ) • 66 (Πίν. 9ι) Ι.29.86, Νεκροταφείο, Οικ. 29, επίχωση Ι.161.151 Ύψ. 5εκ. Ύψ. 2.8εκ., δ.χ. 5εκ., δ.β. 2εκ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Ακέραιο. Ημισφαιρικό, αβαθές, ευρύ σώμα. Βάση επίπεδη, μίκα. χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Χείλος εξωστρεφές, διευρυνό- Ακέραιο. Χείλος ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές. Το άνω μενο προς τα πάνω, ενιαίο με το σώμα. Εξωτερικά φέρει τμήμα του σώματος είναι σχεδόν κάθετο και το κάτω αραιωμένο χρώμα με εξαίρεση την κάτω επιφάνεια της βά- λοξότμητο. Η βάση είναι επίπεδη. Η λαβή είναι ταινιωτή και σης. απολήγει στο μέσο του σώματος. Καστανοβαφές. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. • 72 (Πίν. 10α) ΙΙΙ. Με χείλος εξωστρεφές, ενιαίο με το ευρύ Ι.160.263, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4155 αβαθές σώμα Ύψ. 3.4εκ., δ.χ. 5.4εκ., δ.β. 2.8εκ. Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, αβαθές και ευρύ, βάση απλή, • 67 (Πίν. 9λ, Σχ. 6θ) επίπεδη, χείλος ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές. Η ταινιωτή Ι.51.20, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3379 λαβή απολήγει στο μέσο του σώματος. Καστανοβαφές. Ύψ. 3.7εκ., δ.χ. 6.2εκ., δ.β. 3.6εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5ΥR, 5\8), χονδρόκοκκος με • 73 (Πίν.10β) προσμίξεις και μίκα. Ι.74.162, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 4155 Λείπει η κάθετη, ταινιωτή λαβή. Έχει λίγες αποκρούσεις στο Ύψ. 2.8εκ., δ.χ. 6.2εκ., δ.β. 2.4εκ. χείλος. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, βάση απλή, χωρίς Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. ιδιαίτερη διαμόρφωση. Χείλος ενιαίο με το σώμα, Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, ευρύ, βάση απλή, επίπεδη, διευρυνόμενο προς τα έξω. Η λαβή απέληγε στο κάτω άκρο χείλος εξωστρεφές. Η ταινιωτή λαβή απολήγει στο μέσο του του σώματος. Εσωτερικά γύρω από τη στεφάνη του χείλους, σώματος. Καστανοβαφές. στο μέσο του σώματος και γύρω από τον πυθμένα, υπάρχουν Χρονολόγηση: Τέλος 7ου – αρχές 6 ου αι. π.Χ. τρεις ταινίες καστανέρυθρου χρώματος. Στην κάτω επιφάνεια της βάσης υπάρχει μία χαρακτή γραμμή. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. (;) • 68 (Σχ. 6ι) Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5523 315 IV. Με χείλος ενιαίο με το σώμα, αδιαμόρ- • 79 (Πίν. 10ζ) φωτο Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ11498 Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος, καθώς και τμήμα της γένεσης της οριζόντιας λαβής. Πλάι στη λαβή • 74 (Σχ. 6μ) διατηρούνται κάθετες ταινίες. Εσωτερικά μαύρο «γάνωμα». Ι.160.894, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τε 13 κάτω από Π105 Στο χείλος εδαφόχρωμη ταινία. Έντονα ίχνη καύσης. Ύψ. 6.8εκ., δ.χ. 6εκ., δ.β. 3.8εκ. Χρονολόγηση: Μέσα 6ου αι. π.Χ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 80 (Πίν. 10ζ) Το άνω τμήμα του σώματος διευρύνεται προς τα πάνω, ενώ Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ11498 το κάτω είναι κυρτό και συγκλίνει ελαφρά προς την απλή, Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. επίπεδη βάση. Χείλος εξωστρεφές, ενιαίο με το σώμα. Η Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Έντονα λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο του σώμα- ίχνη καύσης. τος. Χρονολόγηση: Μέσα 6ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Δεύτερο τέταρτο 6ου αι. π.Χ. • 75 (Πίν. 10γ, Σχ. 6ν) «Ψευδοκάνθαροι» Ι.160.905, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4236 • 81 (Πίν. 10ι) Ύψ. 4.3εκ., δ.χ. 7.2εκ., δ.β. 3.4εκ. Ι.164.370, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4487 Πηλός ερυθρός (2.5ΥR, 4\8), μεσαίος με προσμίξεις και Ύψ. 11.2εκ., δ.χ. 9εκ., δ.β. 4.8εκ. μίκα. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Το άνω μέρος του σώματος (2\3) διευρυνόμενο προς τα Λείπουν οι λαβές και τμήμα του χείλους. Το σώμα είναι πάνω, ενώ το κάτω λοξότμητο. Βάση χαμηλή, δισκόμορφη, ψηλό, ωοειδές και η βάση χαμηλή, δισκόμορφη. Χείλος χείλος ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές. Η κάθετη, ταινιωτή ιδιαίτερα ψηλό, ελαφρά κυρτό, διαχωριζόμενο από το σώμα λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο κάτω άκρο του με βαθιά εγκοπή. Οι κάθετες λαβές είναι ταινιωτές. Αβαφής. άνω μέρους του σώματος. Εσωτερικά στο άνω και κάτω Χρονολόγηση: Τέλος 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. άκρο του σώματος υπάρχουν ανά δύο, τέσσερις λεπτές ταινίες υπόλευκου χρώματος. Υπάρχουν ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: 600-575 π.Χ. Άποδες κύλικες • 76 (Σχ. 6ξ) Ι. Με γραπτή διακόσμηση Ι.164.3α, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4236 Ύψ. 3.4εκ., δ.χ. 7.4εκ., δ.β. 3.4εκ. • 82 (Πίν. 10κ , Σχ. 7α) Πηλός καφέ (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος. Ι.165.49, Νεκροταφείο, Οικ. 165, νότια Τ4755, Α173 Συγκολλήθηκαν 11 θραύσματα. Λείπει μικρό τμήμα του Ύψ. 6.9εκ., δ.χ. 12.7εκ., δ.β. 5.6εκ. χείλους, του σώματος και της βάσης. Το άνω τμήμα του Πηλός καστανοκίτρινος, λεπτόκοκκος με ελάχιστη μίκα. σώματος κατεβαίνει σχεδόν κάθετα, το κάτω καμπυλώνεται. Συγκολλήθηκαν 10 θραύσματα. Λείπει τμήμα του χείλους. Βάση απλή, επίπεδη, χείλος απλό με μικρή κλίση προς τα Σώμα ημισφαιρικό, βάση χαμηλή, ελαφρώς κοίλη, ενιαία με έξω. Από το χείλος φύεται η κάθετη, ταινιωτή λαβή που το σώμα και επίπεδη κάτω επιφάνεια. Το χείλος είναι κάθετο, απολήγει στο κάτω άκρο του σώματος. Εσωτερικά με εξαί- ελαφρά εξωστρεφές, στο σημείο ένωσης με το σώμα σχημα- ρεση τον πυθμένα φέρει σκούρο καφέ χρώμα. τίζεται αβαθής αυλάκωση. Οι λαβές, κυκλικής διατομής, Χρονολόγηση: Ύστερη Αρχαϊκή περίοδος. είναι ελαφρά υπερυψωμένες. Το χείλος και το άνω μέρος του σώματος φέρουν καφέ χρώμα. Στο χείλος υπάρχει ένα • 77 (Πίν. 10ε) χάραγμα, «W». Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχει μία Ι.160.50, Νεκροταφείο Οικ. 160, Τ4110 εδαφόχρωμη ταινία. Ακριβώς κάτω από αυτή τη ζώνη Ύψ. 4.9εκ., δ.χ. 8.4εκ., δ.β. 4.1εκ. υπάρχει μία πλατιά ταινία σκούρου καφέ χρώματος. Το ίδιο Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με χρώμα φέρει και η εξωτερική επιφάνεια των λαβών. προσμίξεις και πολλή μίκα. Εσωτερικά φέρει σκούρο χρώμα και μόνο στη στεφάνη του Ακέραιο. Το σώμα διευρύνεται προς τα πάνω. Στο κάτω χείλους υπάρχει μία εδαφόχρωμη ταινία. Στον πυθμένα άκρο του στο σημείο μετάβασης προς τη βάση σχηματίζεται υπάρχουν δύο χαρακτές γραμμές σε χιαστί. μία λοξότμητη ταινία. Βάση απλή, επίπεδη, χείλος απλό, Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. ενιαίο με το σώμα. Η κάθετη λαβή, ελαφρώς υπερυψωμένη, φύεται από το χείλος και απολήγει στο άκρο του άνω μέρους • 83 (Πίν. 10λ) του σώματος. Ι.27.60, Νεκροταφείο, Οικ. 27, Τ5626 Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. Ύψ. 7.2εκ., δ.χ. 13εκ., δ.β. 5.8εκ. Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με μίκα. Σκύφοι με υποπρωτογεωμετρική διακόσμηση Λείπει μικρό τμήμα του χείλους. Σώμα ημισφαιρικό, ευρύ και αβαθές, βάση δισκόμορφη, χείλος σχεδόν κάθετο. Ακρι- • 78 (Πίν. 10ζ) βώς κάτω από το χείλος έχουν προσαρμοστεί οι οριζόντιες Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ11498 λαβές, κυκλικής διατομής, Το αγγείο φέρει αραιωμένο καφέ- Πηλός καστανός, καθαρός, λεπτόκοκκος. μαύρο χρώμα. Στο ύψος της ζώνης των λαβών έχει αφεθεί Διατηρείται τμήμα του εξωστρεφούς χείλους και του σώμα- μία εδαφόχρωμη ταινία. Στο χρώμα του πηλού έχει αφεθεί τος. Στο σημείο ένωσης σώματος-χείλους σχηματίζεται μία επίσης το κάτω άκρο του σώματος και η βάση. αυλάκωση. Χείλος μελανό με εδαφόχρωμη ταινία εσωτερικά. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. Το σώμα φέρει λεπτό επίχρισμα, πλούσιο σε μίκα και διακό- σμηση με ομόκεντρους κύκλους. Στα αριστερά διατηρείται • 84 (Πίν. 11β, Σχ. 7β) τμήμα κάθετης γραμμής. Ι.120.13, Νεκροταφείο, Οικ. 120, επίχωση Χρονολόγηση: Μέσα 6ου αι. π.Χ. Ύψ.6.4εκ., δ.χ. 12εκ., δ.β. 5εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με ελάχιστες προσμίξεις και μικρή ποσότητα μίκας. 316 Ακέραια. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση χαμηλή, δισκό- κολουροκωνική βάθυνση. Χείλος ψηλό, ανακαμπτόμενο. μορφη. Το εξωστρεφές χείλος στο σημείο ένωσης με το Ερυθροβαφής. σώμα σχηματίζει μία εγκοπή. Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής Χρονολόγηση: Τέλη 7ου - αρχές 6ου αι. π.Χ. διατομής, έχουν προσαρμοστεί στο άνω τμήμα του σώματος. Το χείλος, το άνω τμήμα του σώματος και μία πλατιά ζώνη, • 90 (Πίν. 11θ, ι) ακριβώς κάτω από τη γένεση των λαβών, φέρουν σκούρο Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ3706 καφέ χρώμα. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχει μία Διατάσεις Ύψ. 5.5εκ., δ.χ. 10εκ., δ.β. 4.1εκ. εδαφόχρωμη ταινία που φέρει κουκκίδες ίδιου χρώματος. Πηλός κιτρινέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. Συγκολλήθηκε από αρκετά θραύσματα. Λείπει τμήμα του χείλους. Το σώμα συγκλίνει έντονα στο κάτω τμήμα. Βάση • 85 (Πίν. 11γ, Σχ. 7γ) αποτελούμενη από κοντό κυλινδρικό πόδι και σπείρα. Χείλος Ι.165.33, Νεκροταφείο, Οικ. 165, Τε Α2, Α200 ψηλό, εξωστρεφές. Εξωτερικά φέρει μαύρο χρώμα με εξαί- Ύψ. 6.1εκ., δ.χ. 12εκ., δ.β. 5.2εκ. ρεση μία εδαφόχρωμη ζώνη στο ύψος των λαβών. Στο κάτω Πηλός καστανοκίτρνος, λεπτόκοκκος, καθαρός με λίγη μίκα. τμήμα του σώματος δύο καφέ ταινίες. Εσωτερικά φέρει δύο Σώμα ημισφαιρικό, βάση ενιαίου περιγράμματος με το σώμα, εδαφόχρωμες ζώνες κοσμούμενες με καφέ ατημέλητες ται- ελαφρά κοίλη με επίπεδη κάτω επιφάνεια. Οι οριζόντιες νίες. λαβές, κυκλικής διατομής, προσαρμοσμένες στο άνω άκρο Χρονολόγηση: Τέλη 7ου - αρχές 6ου αι. π.Χ. του σώματος. Χείλος εξωστρεφές. Το χείλος και το άνω τμήμα του σώματος φέρουν καφέ χρώμα. Η γένεση των Σκύφοι λαβών και μία πλατιά ταινία στο σώμα φέρουν καφέ χρώμα επίσης. Στο ύψος της ζώνης των λαβών έχει αφεθεί μία ται- • 91 (Πίν. 11κ, Σχ. 7στ) νία στο χρώμα του πηλού, η οποία κοσμείται με γραπτές Ι.161.309, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Α151 κουκκίδες. Ύψ. 6.8εκ., δ.χ. 10.2εκ., δ.β.4.5εκ. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 86 (Πίν. 11δ) Διατηρείται κατά το ήμισυ. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση Ι.164.366, Νεκροταφείο, Οικ. 164, επίχωση απλή, επίπεδη. Χείλος έντονα εξωστρεφές. Εσωτερικά φέρει Ύψ. 5.8εκ., δ.β. 4.7εκ. ερυθρό χρώμα και στο κέντρο σχηματίζεται μικρή κωνική Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με ελάχιστες προσμίξεις και απόφυση. Εξωτερικά το χείλος και το άνω μέρος του σώμα- μικρή ποσότητα μίκας. τος φέρουν ερυθρό χρώμα. Στο ύψος των λαβών, στο μέσο Διατηρείται αποσπασματικά. Έχουν συγκολληθεί 5 θραύ- του σώματος και στο κάτω τμήμα του έχουν αφεθεί αντί- σματα. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη, χείλος κάθετο. στοιχα από δύο ταινίες στο χρώμα του πηλού. Φέρει αραιωμένο χρώμα. Στο ύψος της ζώνης των λαβών Χρονολόγηση: Μέσα 6ου αι. π.Χ. εδαφόχρωμη ταινία. Στο χρώμα του πηλού έχει αφεθεί και η κάτω επιφάνεια της βάσης. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ. Μόνωτα φιαλόσχημα ΙΙ. Αβαφείς Ι. Με ταινία στο χείλος και στον πυθμένα • 87 (Πίν. 11ε, Σχ. 7ε) Ι1. Με απλή βάση χωρίς ιδιαίτερη διαμό- Ι.51.104, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τε6\7 κοντά στην Τ3401 ρωση Ύψ. 4.3εκ., δ.χ. 7.7εκ., δ.β. 3.2εκ. Πηλός: έντονα καφέ (7.5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με άφθονες • 92 (Σχ. 7ζ) προσμίξεις και μίκα. Ι.52.21, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ 2215 Λείπει η μία λαβή. Στο σημείο μετάβασης από το σώμα στη Ύψ. 4.1εκ., διάμ. χ. 8.6εκ., διάμ. β. 3.9εκ. βάση υπάρχουν δύο χαρακτές γραμμές. Βάση απλή, επίπεδη. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με μίκα. Στην κάτω επιφάνειά της υπάρχουν έντονα ίχνη τροχού. Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη, χείλος Χείλος εξωστρεφές, λαβές κυκλικής διατομής, τριγωνικού απλό με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνειά του. Λαβή ταινι- σχήματος. Η εξωτερική επιφάνεια είναι αδρή. ωτή, τριγωνικού σχήματος, υπερυψωμένη. Η άνω επιφάνεια του χείλους φέρει ερυθρό χρώμα. Στο εσωτερικό του αγγείου • 88 (Πίν. 11ζ, Σχ. 7δ) υπάρχουν δύο λεπτές ταινίες στο σώμα και δυο ακόμη αντί- Ι.160.891, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4229 στοιχα περιβάλλουν τον πυθμένα. Ύψ. 4.6εκ., διάμ .χ. 7.9εκ., δ.β. 3.8εκ. Χρονολόγηση: Αρχές 6ου αι. π.Χ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και λίγη μίκα. • 93 (Πίν. 12α&β, Σχ. 7η) Ακέραια. Σώμα ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη. Στην κάτω Ι.74.4, Νεκροταφείο, Οικ.74, Τ 7755 επιφάνειά της υπάρχουν ίχνη από τον τροχό. Χείλος ενιαίο με Ύψ. 4.9εκ., δ.χ. 10.5εκ., δ.β. 3.9εκ. το σώμα, εξωστρεφές. Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής διατο- Πηλός Κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με μής και τριγωνικού σχήματος, έχουν προσαρμοστεί λίγο προσμίξεις και μίκα. κάτω από το χείλος. Συγκολλήθηκαν δύο όστρακα. Ημισφαιρικό σώμα, βάση Χρονολόγηση: Τέλη 7ου- αρχές 6ου αι. π.Χ. απλή, επίπεδη. Στην κάτω επιφάνειά της σχηματίζεται μικρή κυκλική βάθυνση με απόφυση στο κέντρο. Το εσωστρεφές Κύλικες με στενή βάση χείλος σχηματίζει γωνία με το σώμα. Λαβή ταινιωτή, τριγω- νικού σχήματος. Η λαβή κοσμείται με τρία κάθετα πλατιά • 89 (Πίν. 41β) γραμμίδια ερυθρού χρώματος. Η στεφάνη του χείλους και Ι.140.63, Νεκροταφείο, Οικ. 140, Β. του Α176 μία ταινία εσωτερικά, στο άνω άκρο του σώματος, φέρουν Συγκολλήθηκαν 9 όστρακα. Στενή, διευρυνόμενη βάση με ερυθρό χρώμα. Στον πυθμένα υπάρχει ένας δίσκος από με- επίπεδη επιφάνεια έδρασης και στο κέντρο μικρή λανό αραιωμένο χρώμα. Χρονολόγηση: 560-530 π.Χ. 317 • 94 (Πίν. 12δ, Σχ. 8α) Λείπει τμήμα του χείλους και του σώματος. Σώμα ημισφαι- Ι.136.36, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 2998 ρικό, βάση δισκόμορφη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη δια- Ύψ. 3.5εκ., δ.χ. 7.9εκ., διάμ. β. 4.2εκ. μόρφωση. Εσωτερικά φέρει μελανό χρώμα με εξαίρεση τον Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), μεσαίου πάχους με πυθμένα που κοσμείται με μελανή ταινία. Εξωτερικά έχει προσμίξεις και αρκετή μίκα. αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Υπήρχε μία οριζόντια ταινία Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαί- που απολεπίστηκε και ίχνη της διατηρούνται μόνο στη ράχη τερη διαμόρφωση με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνειά του. της λαβής. Λαβή ταινιωτή, τριγωνικού σχήματος, υπερυψωμένη. Η Χρονολόγηση: Α’ μισό 6ου αι. π.Χ. στεφάνη του χείλους, το άνω μέρος του σώματος και μία ταινία γύρω από τον πυθμένα φέρουν καστανό χρώμα. • 101 (Πίν. 13β, Σχ. 8δ) Χρονολόγηση: Αρχαϊκή περίοδος. Ι.51.296, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3282 Ύψ. 4.6εκ., δ.χ. 12εκ., δ.β. 5.6εκ. • 95 (Πίν. 12ε) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Ι.135.75, Νεκροταφείο, Τ5890 προσμίξεις. Ύψ. 4.2εκ., δ.χ. 8εκ., διάμ. β. 3.8εκ. Συγκολλήθηκαν 3 θραύσματα. Το άνω μέρος του σώματος Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), μεσαίου πάχους με είναι ελαφρά κυρτό, ενώ το κάτω τμήμα συγκλίνει προς τη προσμίξεις και αρκετή μίκα. δισκόμορφη βάση. Το χείλος εξέχει ελαφρά. Η οριζόντια Σώμα βαθύ, βάση απλή, επίπεδη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαί- λαβή είναι ταινιωτή. Εσωτερικά κάτω από το χείλος υπάρχει τερη διαμόρφωση. Λαβή ελλειψοειδούς διατομής. μία ταινία καστανέρυθρού χρώματος και ένας δίσκος στο Χρονολόγηση: Αρχές 5ου αι. π.Χ. κέντρο του πυθμένα. Χρονολόγηση: Β’ μισό 6ου αι. π.Χ. (;) Ι2. Με διαμορφωμένη βάση ΙΙ. Με ημικυκλική κηλίδα στο στόμιο • 96 (Πίν. 12ζ) Ι.135.95, Νεκροταφείο, Οικ. 135, T 5805 • 102 (Πίν. 13γ&δ, Σχ. 8ε) Ύψ. 5.6εκ., δ.χ. 13εκ., διάμ β. 5.9εκ. Ι.160.101, Νεκροταφείο, Οικ.160, δυτικά της Τ 4260 Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Ύψ. 3.1εκ., διάμ. χ 8.6εκ., δ.β.4.4εκ. προσμίξεις και μίκα. Πηλός κιτρινέρυθρος, λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Ακέραιο. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση χαμηλή και η κάτω Το άνω μέρος του σώματος είναι κάθετο και συγκλίνει προς επιφάνειά της επίπεδη. Χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη δια- τη βάση. Βάση διευρυνόμενη, χείλος απλό με επίπεδη την μόρφωση. Στο ύψος του χείλους έχει προσαρμοσθεί η οριζό- άνω επιφάνειά του. Λαβή ταινιωτή, κωδωνόσχημη, υπερυ- ντια, ταινιωτή, κωδωνόσχημη λαβή. Εσωτερικά γύρω από τη ψωμένη. Στο τόξο της λαβής και διαμετρικά απέναντί του, στεφάνη του χείλους και τον πυθμένα υπάρχει μία ταινία στο σώμα, υπάρχουν δύο κηλίδες καστανέρυθρου χρώματος. καστανέρυθρου χρώματος. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Αρχές 6ου αι. π.Χ. • 103 (Σχ. 8θ) • 97 (Σχ. 8β) Ι.120.19, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Α42 Ι.136.279, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 2983 Ύψ. 4.7εκ., δ.χ. 8.2εκ., δ.β. 4.2εκ. Ύψ. 7εκ., δ.χ. 13.3εκ., δ.β. 6.5εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με μίκα Πηλός κιτρινωπός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. και προσμίξεις. Ακέραιο με λίγες μόνο αποκρούσεις στο χείλος και στη Συγκολλήθηκαν 3 θραύσματα. Υπάρχουν συμπληρώσεις στο βάση. Σώμα ημισφαιρικό, βάση διευρυνόμενη, χείλος απλό, σώμα και στο χείλος. Σώμα ημισφαιρικό, βάση χαμηλή, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Λαβή ταινιωτή, τριγωνικού ελαφρά διευρυνόμενη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρ- σχήματος. Η εξωτερική επιφάνειά της κοσμείται με πλατιά φωση. Λαβή ταινιωτή, υπερυψωμένη. Στο σώμα υπάρχει μία γραμμίδια ερυθρού χρώματος. Η στεφάνη του χείλους δια- κηλίδα ερυθρού χρώματος, όπως και στη ράχη της λαβής. τρέχεται από μία ταινία ερυθρού χρώματος. Στον πυθμένα Στην κάτω πλευρά της βάσης υπάρχει εγχάρακτος μαίανδρος. υπάρχει μια ακόμη ταινία ίδιου χρώματος. Η εσωτερική και Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. εξωτερική επιφάνεια του αγγείου είναι έντονα στιλβωμένες. Χρονολόγηση: Α’ μισό 6ου αι. π.Χ. • 104 (Σχ. 8στ) Ι.51.389, Νεκροταφείο, Οικ.51, Τ3346 • 98 (Πίν. 12η, Σχ. 8γ) Ύψ. 2.7εκ., δ.χ. 8.8εκ., δ.β. 4.2εκ. Ι.27.67, Νεκροταφείο, Οικ. 27, άγνωστη προέλευση Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Ύψ. 4.4εκ., δ.χ. 13.7εκ., δ.β. 6.2εκ. Λείπει η οριζόντια λαβή. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, βάση Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με χαμηλή, δισκόμορφη, χείλος απλό με πεπλατυσμένη την άνω προσμίξεις και μίκα. επιφάνειά του. Το αγγείο έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη. Στο σημείο με εξαίρεση μία κηλίδα στην πρόσθια όψη του αγγείου. ένωσης σώματος-βάσης σχηματίζεται μία βαθιά αυλάκωση. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. Χείλος απλό, με επικλινή την άνω επιφάνειά του. Λαβή κυκλικής διατομής, υπερυψωμένη. Η εξωτερική επιφάνεια • 105 (Πίν. 13ε&στ, Σχ. 8ζ) της λαβής, η στεφάνη του χείλους και μία ταινία στον πυθ- Ι.166.56, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ3810 μένα του αγγείου φέρουν ερυθρό χρώμα. Ύψ. 3.8εκ., δ.χ. 8.6εκ., δ.β. 4.5εκ. Χρονολόγηση: Α’ μισό 6ου αι. π.Χ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. • 100 (Πίν. 12θ, 13α) Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη, χείλος απλό, Ι.113.26, Νεκροταφείο, Οικ. 113 χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Λαβή ταινιωτή, κωδωνόσχημη. Ύψ. 3.4εκ., δ.χ. 7.8εκ., δ.β. 3.6εκ. Στην πρόσθια όψη, απέναντι από τη λαβή, φέρει ημικυκλική Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με κηλίδα καστανού χρώματος. προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. 318 • 106 (Σχ. 8η) Ύψ. 62εκ., δ.χ. 34εκ. Ι.115.464, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ7415 Σώμα ωοειδές, διογκωμένο στο άνω τμήμα του, βάση μικρή, Ύψ. 3.7εκ., δ.χ. 7.9εκ., δ.β. 4εκ. δακτυλιόσχημη. Χείλος εξωστρεφές με πεπλατυσμένη την Πηλός καφέ (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με μίκα. άνω επιφάνεια, λαιμός κοντός, κυλινδρικός, διπλές τοξωτές Σώμα σχετικά βαθύ, ημισφαιρικό. Η βάση έχει ενιαίο περί- λαβές προσαρμοσμένες στον ώμο. Eμφανής είναι η διάκριση γραμμα με το σώμα. Το χείλος είναι απλό, η άνω επιφάνεια της κύριας από την δευτερεύουσα όψη. Οι ζώνες χωρίζονται του στενή, επίπεδη. Λαβή ταινιωτή, κωδωνόσχημη. Στην με λεπτές ταινίες. Στο εξωτερικό μέτωπο του χείλους ράχη της λαβής και απέναντι από αυτήν, εσωτερικά και εξω- υπάρχουν πλατιά γραμμίδια. Κύρια όψη: Στο λαιμό υπάρχει τερικά, υπάρχει ημικυκλική κηλίδα καστανού χρώματος. τεθλασμένη ταινία με διαγράμμιση και το μοτίβο των Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. επάλξεων. Στην κεντρική ζώνη σε μετόπη αποδίδονται δύο ελάφια σε σκιαγραφία με κατεύθυνση προς τα δεξιά. Ο χώρος γεμίζει με διάφορα παραπληρωματικά μοτίβα, σταυ- «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική ρούς, ρόμβους, ενάλληλες γωνίες και μία τεθλασμένη γραμμή πάνω, ως όριο με διπλό περίγραμμα και κοκκίδωση. Εκατέρωθεν της μετόπης ανάμεσα σε κάθετες γραμμές Πιθαμφορείς υπάρχουν συστάδες όρθιων ημικυκλίων. Πίσω όψη: στο λαιμό δύο ζώνες με λοξές γραμμές. Στο άνω τμήμα του • 107 (Πίν. 14) σώματος υπάρχει μετόπη πλαισιωμένη εκατέρωθεν με Ι.118.5, Νεκροταφείο, οικ. 118, Τ1018 δικτυωτό, η οποία χωρίζεται σε ζώνες με τη βοήθεια τριών Ύψ. 60εκ., δ.χ. 23εκ. οριζόντιων γραμμών. Κάτω υπάρχει μαίανδρος με διπλό Πηλός ροδαλός με λίγες προσμίξεις και μίκα. περίγραμμα και διαγράμμιση. Στην επόμενη ζώνη υπάρχουν Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Δεν σώζεται η βάση και μικρές σιγμοειδείς γραμμές. Πιο κάτω αντιθετικά τρίγωνα με μικρό τμήμα του χείλους. Το σώμα είναι ωοειδές. Το χείλος διαγράμμιση. Στο κάτω άκρο του σώματος φέρει ερυθρό έντονα εξωστρεφές και στο σημείο ένωσης με τον κυλινδρικό χρώμα που διακόπτεται από δύο ανοικτόχρωμες ταινίες. λαιμό σχηματίζεται μία έξεργη γραμμή. Στον ώμο έχουν Κάτω από τη μία λαβή υπάρχουν γραμμές που σχηματίζουν προσαρμοστεί οι οριζόντιες λαβές κυκλικής διατομής. Φέρει γωνία με άλλες γραμμές εσωτερικά και στην άλλη ο χώρος γραπτή διακόσμηση καφέ-μαύρου χρώματος που σε κάποια χωρίζεται σε τρεις ζώνες. Στην πρώτη δίνεται το ίδιο μοτίβο σημεία εξαιτίας της όπτησης έχει χρώμα ερυθρό. Η κύρια με την άλλη λαβή, στις πλαϊνές ομόκεντροι κύκλοι, στη όψη διακρίνεται από τη δευτερεύουσα. Στο χείλος υπάρχει μεσαία τετρασκελή σίγμα και στην τελευταία ακόσμητες κυματοειδής ταινία. Στο λαιμό τρεις κάθετες γραμμές σε μετόπες. Στα πλάγια φέρει το μοτίβο του πελέκεως. κάθε πλευρά ορίζουν μία μετόπη η οποία κοσμείται με τρεις Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. εφαπτόμενες ρόμβους, η εσωτερική επιφάνεια των οποίων καλύπτεται με δικτυωτό. Τα κενά ανάμεσά τους καλύπτονται με μικρότερους ρόμβους, οι οποίοι φέρουν δύο γραμμές σε Υδρίες χιαστί και στα τέσσερα διάχωρα μία στιγμή αντίστοιχα. Στην κύρια ζώνη του ώμου δύο κάθετες στήλες με δικτυωτό • 110 (Πίν. 19α-β) ορίζουν μία μετόπη, η οποία κοσμείται επίσης με αλυσίδα Ι.118.14, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ 10973 ρόμβων με δικτυωτό. Στο κάτω τμήμα τα κενά καλύπτονται Ύψ. 42.5εκ., δ.χ.14.2εκ., δ.β. 10.5εκ. είτε με τρίγωνα που φέρουν εσωτερικά ενάλληλες γωνίες είτε Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. με μικρότερους ρόμβους με δικτυωτό. Οι τρεις επόμενες Λείπει η μία οριζόντια λαβή και τμήμα του χείλους. Σώμα ζώνες κοσμούνται επίσης με σειρές ρόμβων με δικτυωτό. Στο σφαιρικό, βάση προχειροφτιαγμένη, αλλού απλή, επίπεδη και κάτω άκρο ανά τρεις κατακόρυφες γραμμές σχηματίζουν αλλού δισκόμορφη. Χείλος σε σχήμα εχίνου, ενιαίο με τον μετόπες, οι οποίες κοσμούνται με όρθιες κυματοειδείς κοντό, κυλινδρικό λαιμό. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει λευκό γραμμές. Η πίσω όψη είναι ακόσμητη και μόνο στην κύρια επίχρισμα που σε αρκετά σημεία έχει απολεπιστεί και ταινι- ζώνη υπάρχουν λοξές γραμμές. ωτή διακόσμηση καφέ χρώματος. Το σώμα διατρέχεται από Χρονολόγηση: Β’ τέταρτο 7ου αι. π.Χ. τέσσερις ταινίες. Χρώμα φέρει και το τμήμα του ώμου που βρίσκεται κάτω από την κάθετη λαβή. Από την κάτω από- • 108 (Πίν. 15) ληξή της ξεκινούν δύο πλατιές ταινίες που καμπυλώνονται Ι.159.231, Νεκροταφείο, Οικ. 159, Τ 8284 και σχηματίζουν δύο τόξα (σχεδόν ημικύκλια) εκατέρωθεν Ύψ. 62εκ., δ.β. 12εκ. της λαβής. Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), μεσαίος με Χρονολόγηση: Τέλη 8ου αι. π.Χ. προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκε από 7 τμήματα. Λείπει τμήμα του χείλους, • 111 (Πίν. 19γ-ε) του σώματος και της μίας λαβής. Ωοειδές σώμα, βάση δα- Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9786 κτυλιόσχημη, λοξότμητη. Χείλος εξωστρεφές, ταινιωτό, Ύψ. 42.3εκ., δ.χ. 15.3εκ., δ.β. 10εκ. λαιμός διευρυνόμενος σταδιακά προς τα πάνω. Οι ανακα- Πηλός κιτρινέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. μπτόμενες λαβές είναι κυκλικής διατομής. Κάτω από το Λείπει τμήμα του χείλους, του λαιμού και της μίας οριζόντιας χείλος σχηματίζεται πλαστικός δακτύλιος, όπως και στο λαβής. Σώμα ωοειδές, βάση ιδιαίτερα αμελώς κατασκευα- σημείο ένωσης λαιμού-σώματος. Ο λαιμός περιτρέχεται από σμένη, στο πίσω τμήμα διευρυνόμενη και στο πρόσθιο επί- 6 μελανές ταινίες. Το σώμα χωρίζεται σε 4 ζώνες με 3 διπλές πεδη, χείλος σε σχήμα εχίνου. Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής μελανές ταινίες. Η πάνω ζώνη κοσμείται με άνισα σύνολα διατομής, έχουν τοποθετηθεί χαμηλά, σχεδόν στο μέσο του ομόκεντρων κύκλων σε μετόπες που χωρίζονται με κυματο- σώματος. Δεν είναι συμμετρικά τοποθετημένες. Η κάθετη ειδείς ταινίες στο μέσο και κάθετες ταινίες εκατέρωθεν των λαβή έχει μικρό μήκος, φύεται από το μέσο του λαιμού και λαβών. Η δεύτερη ζώνη φέρει σιγμοειδείς γραμμές και οι απολήγει ψηλά στον ώμο. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει δύο τελευταίες είναι ακόσμητες. Οι γενέσεις των λαβών υπόλευκο επίχρισμα. Η διακόσμηση αποδίδεται με καφέ περιβάλλονται από ταινίες. χρώμα. Το χείλος, η βάση και οι οριζόντιες λαβές φέρουν Χρονολόγηση: Β’ μισό 6ου αι. π.Χ. χρώμα. Στο λαιμό ανάμεσα σε δύο οριζόντιες ταινίες υπάρχει μία κυματοειδής. Η κύρια ζώνη βρίσκεται στο ύψος του • 109 (Πίν. 16) ώμου. Δεν έχει τοποθετηθεί στο κέντρο αλλά λίγο έκκεντρα Ι.161.152, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5410 προς τα δεξιά. Υπάρχουν δύο σιγμοειδείς γραμμές και ανά- μεσά τους μία κυματοειδής. Τα πίσω άκρα τους δεν «κλεί- 319 νουν» αλλά εφάπτονται στην οριζόντια ταινία που υπάρχει Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Σώμα ωοειδές, βάση προ- πιο κάτω. χειροφτιαγμένη, διευρυνόμενη. Χείλος σε σχήμα σπείρας, Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. ενιαίο με τον ευρύ και σχετικά ψηλό λαιμό. Η κάθετη, ταινι- ωτή, λαβή φύεται από το μέσο του λαιμού και απολήγει στον • 112 (Πίν. 19στ, 20α-γ) ώμο. Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής διατομής, έχουν τοποθε- Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9795 τηθεί σχετικά χαμηλά στο μέσο του σώματος. Στο μέσο του Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. λαιμού ανάμεσα σε δυο οριζόντιες ταινίες υπάρχει μία κυμα- Λείπει το χείλος, ο λαιμός, τμήμα του σώματος και το μεγα- τοειδής. Η κύρια ζώνη, στο ύψος του ώμου, κοσμείται με λύτερο τμήμα της κάθετης λαβής. Το σωζόμενο τμήμα του δύο σιγμοειδείς γραμμές, λίγο έκκεντρα προς τα δεξιά. Στη αγγείου έχει συγκολληθεί από πολλά όστρακα. Ο ώμος είναι ζώνη των λαβών υπάρχει μία δευτερεύουσα ζώνη που κο- ημισφαιρικός και το σώμα ωοειδές. Η κάθετη λαβή ήταν σμείται με κυματοειδή ταινία. Στο κάτω τμήμα του σώματος ταινιωτή. Το συγκεκριμένο αγγείο έχει μία ιδιομορφία είχε υπάρχουν οριζόντιες ταινίες. Η κάθετη λαβή φέρει δύο ται- μόνο μία οριζόντια λαβή, κυκλικής διατομής. Η βάση είναι νίες που στο μέσο εφάπτονται. επίπεδη. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει λευκό επίχρισμα που Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. σε πάρα πολλά σημεία έχει απολεπιστεί. Η διακόσμηση αποδίδεται με ερυθρό χρώμα που αλλού έχει καφέ χρώμα και • 116 (Πίν. 21δ) αλλού μαύρο. Χωρίζεται σε ζώνες. Στη ζώνη του ώμου φέρει Ι.118.16, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ 10777 δύο σιγμοειδείς γραμμές. Στη μία πλευρά της κάθετης λαβής Ύψ. 32.8εκ., δ.β. 10εκ. υπάρχει μία κυματοειδής ταινία. Στη ζώνη των λαβών Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με πολλές προσμίξεις και μίκα. υπάρχει η κύρια διακόσμηση, η οποία αποδίδεται λίγο Λείπει ο λαιμός, το χείλος και η κάθετη λαβή. Σώμα ωοειδές, έκκεντρα. Στο κέντρο υπάρχει ένα Λ και εκατέρωθεν δύο ώμος έντονα κυρτός και βάση διευρυνόμενη. Στον ώμο γραπτοί κύκλοι, από τους οποίους ξεκινούν κυματοειδείς υπάρχουν μεγάλες σιγμοειδείς γραμμές, οι οποίες στα αρι- γραμμές που συμπλέκονται στο πίσω μέρος του αγγείου. Η στερά συμπλέκονται. Πάνω από τις λαβές υπάρχουν δύο μία ταινία συνεχίζει και πάνω από την οριζόντια λαβή. πλατιές οριζόντιες ταινίες και μία λεπτότερη χαμηλότερα Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. που διατρέχει και την εξωτερική όψη των λαβών. Μία ακόμη ταινία υπάρχει στο κάτω άκρο του σώματος. • 113 (Πίν. 20δ) Ι.160.70, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4412 • 117 Ύψ. 24εκ., 16εκ. , πλάτος 18εκ., 14εκ. Ι.160.506, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τε 15 Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και άφθονη Ύψ. 45.5εκ., δ.χ. 16.4εκ., δ.β. 11.4εκ. μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Διατηρούνται δύο τμήματα του σώματος, οι γενέσεις της μίας προσμίξεις. οριζόντιας λαβής και δύο τμήματα του λαιμού. Η εξωτερική Συγκολλήθηκαν 16 όστρακα. Σώμα ωοειδές, βάση διευρυ- επιφάνεια φέρει υπόλευκο επίχρισμα και διακόσμηση με νόμενη, λαιμός κυλινδρικός, χείλος εξωστρεφές σε σχήμα ερυθρό χρώμα που σε κάποια σημεία έχει χρώμα καστανό. σπείρας. Εξωτερικά φέρει λευκό επίχρισμα και γραπτή δια- Πάνω και κάτω από τη λαβή υπάρχουν δύο ζώνες με οριζό- κόσμηση καφέ χρώματος που σε κάποια σημεία εξαιτίας του ντιες ταινίες. Στο κέντρο υπάρχει μία πλατιά ταινία, πάνω ψησίματος έχει χρώμα ερυθρό. Στο άνω άκρο του λαιμού τρεις λεπτές και κάτω δύο. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχουν δύο οριζόντιες παράλληλες ταινίες και στο μέσο υπάρχει μία κυματοειδής ταινία. Στο ένα σωζόμενο θραύσμα του μία κυματοειδής. Στο κάτω άκρο του λαιμού υπάρχει του λαιμού υπάρχουν δύο ταινίες σε χιαστί και στο άλλο δύο επίσης μια οριζόντια ταινία από την οποία ξεκινούν πεταλό- όρθιες κυματοειδείς. σχημα μοτίβα. Στο άκρο του ώμου, σε μία ζώνη που ορίζεται από δύο οριζόντιες ταινίες εκατέρωθεν υπάρχει μία πλατιά • 114 (Πίν. 20ε) ταινία. Οι οριζόντιες λαβές φέρουν καφέ χρώμα και από το Ι.180.5, Νεκροταφείο, Οικ. 180, Τ 9032 μέσο της γένεσης τους φύονται δύο κυματοειδείς ταινίες που Ύψ. 46εκ., δ.χ. 18.5εκ. η κάθε μία περιτρέχει τη μία όψη του αγγείου. Ακριβώς κάτω Πηλός ροδαλός (2.5YR, 6\8), χονδρόκοκκος με άφθονη μίκα. από τις οριζόντιες λαβές υπάρχουν δύο ταινίες και άλλες δύο Έχει συγκολληθεί πλήθος οστράκων. Λείπει η μία οριζόντια πιο κάτω και μία μονή στη συνέχεια. Το εξωτερικό μέτωπο λαβή και το κάτω μέρος του σώματος. Σώμα ωοειδές. Το της βάσης φέρει επίσης καφέ χρώμα. Η κάθετη λαβή φέρει χείλος εξέχει από το σώμα και το εξωτερικό του μέτωπο είναι δύο ταινίες που στο άνω και κάτω άκρο της σχηματίζουν κυρτό. Ο λαιμός είναι ψηλός, κυλινδρικός και έχει μεγάλη χιαστί και οι κυματοειδείς απολήξεις τους απολήγουν πάνω διάμετρο. Έχει μία μικρή, οριζόντια λαβή και μία κάθετη στον ώμο. ταινιωτή. Στο ύψος της οριζόντιας λαβής έφερε μια κυματο- Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. ειδή ταινία από την οποία διατηρείται ελάχιστο τμήμα. Στον ώμο σε μία ζώνη που ορίζεται από δύο οριζόντιες ταινίες • 118 (Πίν. 22γ-ε) φέρει σιγμοειδείς ταινίες. Το κάτω μέρος του σώματος κο- Ι.95.34, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9693 σμείται με τρεις ανισόπαχες οριζόντιες ταινίες ερυθρού χρώ- Ύψ. 41εκ., δ.χ. 4.5εκ., δ.β. 10.4εκ. ματος. Ίδιο χρώμα έφερε και η εξωτερική επιφάνεια της Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. λαβής που έχει «τρέξει» και πάνω στις δυο ταινίες. Η κάθετη Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Λείπει τμήμα του σώματος λαβή κοσμείται με δύο ταινίες που σχηματίζουν χιαστί. Στο και η μία οριζόντια λαβή. Σώμα ωοειδές, βάση διευρυνό- κάτω μέρος τους πέφτουν ελεύθερα. Στο λαιμό, στο ύψος της μενη, χείλος σε σχήμα σπείρας. Ο ψηλός λαιμός διευρύνεται απόληξης της κάθετης λαβής, υπάρχει ακόμη μία κυματοει- προς τα πάνω. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή φύεται από το μέσο δής ταινία. Ερυθρό χρώμα τέλος καλύπτει και το περίγραμμα του λαιμού και απολήγει στον ώμο. Στην εξωτερική όψη της του χείλους. φέρει δύο πλατιές ταινίες που στο μέσο εφάπτονται. Η οριζό- Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. ντια λαβή είναι κυκλικής διατομής, ελαφρά υπερυψωμένη. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου φέρει λευκό επίχρισμα και • 115 (Πίν. 21α-γ) γραπτή διακόσμηση ερυθρού χρώματος. Η διακόσμηση Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 119, Τ 9641 αποδίδεται σε ζώνες. Στο λαιμό ανάμεσα σε δύο οριζόντιες Ύψ. 40εκ., δ.χ. 16.3εκ., δ.β. 9.2εκ. ταινίες υπάρχει μία κυματοειδής. Στον ώμο στην κύρια όψη Πηλός κιτρινωπός κόκκινος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. στο κέντρο υπάρχει ένα τετράπλευρο. Στο σημείο μετάβασης προς το σώμα υπάρχει μία πλατιά ταινία που στο κάτω τμήμα 320 της διαιρείται σε τρεις λεπτότερες. Στη ζώνη των λαβών Ύψ. 38εκ., δ.χ. 15.7εκ. φέρει σιγμοειδείς γραμμές που τα άκρα τους προεκτείνονται Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. και πάνω στις οριζόντιες λαβές. Πιο κάτω υπήρχε μία ακόμη Έχει συγκολληθεί από αρκετά θραύσματα. Το χείλος εξέχει οριζόντια ταινία που σχεδόν έχει απολεπιστεί. από το λαιμό και φέρει ερυθρό χρώμα. Ο κυλινδρικός λαιμός Χρονολόγηση: 5ος αι. π.Χ. διευρύνεται ελάχιστα προς τα πάνω. Στο άνω και κάτω άκρο του λαιμού υπάρχουν δύο οριζόντιες ταινίες και ανάμεσα • 119 (Πίν. 23α&β) τους μία κυματοειδής. Στο ύψος της ζώνης του ώμου υπάρ- Ι.164.202, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Α18 χουν δύο σιγμοειδείς γραμμές που τα άκρα τους δεν «κλεί- Ύψ. 36εκ., δ.β. 12.3εκ. νουν» αλλά εφάπτονται στις τρεις λεπτές ταινίες που υπάρ- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με χουν στο σημείο μετάβασης στο σώμα. Ανάμεσα στις σιγμο- προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. ειδείς ταινίες υπάρχει ένα τρίγωνο. Το υπόλοιπο σώμα κο- Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Δεν σώζεται ένα τμήμα σμείται με 6 ταινίες. Οι οριζόντιες λαβές καλύπτονται με δύο του λαιμού, του σώματος, το χείλος η μία οριζόντια λαβή και ταινίες που ακολουθούν το σχήμα τους και τα άκρα τους η κάθετη ταινιωτή, από την οποία σώζεται μόνο το κάτω απολήγουν στην οριζόντια ταινία αμέσως πιο κάτω. Κατά άκρο. Σώμα ωοειδές, βάση διευρυνόμενη, λαιμός μήκος της λαβής υπάρχει μία πλατιά ταινία που συνεχίζει κυλινδρικός, ενιαίος με το σώμα. Η εξωτερική επιφάνεια μέχρι την επόμενη οριζόντια στο σώμα. φέρει λευκό επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση ερυθρού Χρονολόγηση: 5ος αι. π.Χ. χρώματος. Στον ώμο υπάρχει μία κυματοειδής ταινία. Στο μέσο του σώματος υπάρχει μία ζώνη που στο άνω τμήμα της • 125 (Πίν. 25α-γ) ορίζεται από τρεις ταινίες, η τρίτη μάλιστα συνεχίζεται και Ι.180.9, Νεκροταφείο, Οικ. 180, Τ 9011 πάνω στην οριζόντια λαβή, ενώ στο κάτω τμήμα υπάρχουν Ύψ. 44εκ., δ.χ. 17εκ., δ.β. 12.1εκ. δύο ταινίες. Ανάμεσα τους υπάρχουν σιγμοειδή μοτίβα. Πηλός κοκκινωπός ( 5YR, 6\8) με προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 5ος αι. π.Χ. Ακέραια. Σώμα ωοειδές, λαιμός κυλινδρικός, σχετικά κοντός, χείλος κυρτό. Οι οριζόντιες λαβές είναι κυκλικής διατομής • 120 (Πίν. 21ε–στ) και η κάθετη ελλειψοειδής με κεντρική ράχη. Το άνω μέρος Ι.118.15, Νεκροταφείο, οικ. 118, Τ 10809 του σώματος και ο ώμος κοσμείται με δυο ζώνες που ορίζο- Ύψ. 42.5εκ., δ.χ. 14εκ., δ.β. 11εκ. νται από τρεις ταινίες μελανού χρώματος. Η ζώνη στο ύψος Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. των οριζόντων λαβών φέρει κυματοειδή γραμμή μελανού Σώμα ωοειδές, βάση δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη, λαιμός χρώματος, η οποία καλύπτει και τις λαβές. Η πάνω ζώνη κυλινδρικός, χείλος σε σχήμα σπείρας. Φέρει γραπτή διακό- φέρει ομοιόχρωμο φυτικό κόσμημα. Η κάθετη λαβή φέρει σμηση μαύρου χρώματος. Χρώμα φέρει το χείλος, η βάση κατά μήκος μελανή ταινία και εκατέρωθεν δύο σπειροειδή και η εξωτερική όψη των οριζόντιων λαβών. Στο σημείο μοτίβα. ένωσης λαιμού – σώματος υπάρχει μία κυματοειδής ταινία, Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. δύο οριζόντιες στον ώμο και μία κάτω από τις λαβές. Η κάθετη λαβή κοσμείται με δύο γραμμές σε χιαστί. • 126 (Πίν. 25δ) Ι.74.126 • 121 (Πίν. 22α-β) Ύψ. 45.5εκ., δ.β. 12εκ. Ι.118.17, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ10840 Πηλός πορτοκαλοκάστανος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 23εκ., δ.χ. 14.8εκ., διάμ.β. 11εκ. Λείπει τμήμα του χείλους. Σώμα ωοειδές, βάση διευρυ- Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. νόμενη, λαιμός κυλινδρικός, χείλος λοξότμητο. Φέρει δύο Λείπει μεγάλο μέρος του σώματος και τμήμα του χείλους. οριζόντιες ταινίες ιώδους χρώματος στον ώμο και μία ακόμη Σώμα ωοειδές, έντονα διογκωμένο στο ύψος του ώμου, κάτω από τις λαβές. βάση δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. έδρασης. Χείλος έντονα εξωστρεφές σε σχήμα σπείρας. Ο λαιμός κοντός, κυλινδρικός και στο σημείο ένωσης με το Λέβητες – Κρατήρες με προχοή σώμα σχηματίζεται μία εγκοπή. Το χείλος, το κάτω άκρο του σώματος και η εξωτερική όψη της βάσης φέρουν σκούρο • 127 (Πίν. 26ε,στ) καφέ χρώμα. Χαμηλά στο σώμα υπάρχει μία κυματοειδής Ι.51.348, Νεκροταφείο, Οικ. 51, τυχαίο εύρημα ταινία. Στον ώμο υπάρχουν δύο πλατιές ταινίες και μία κάτω Ύψ. 11.8εκ. από τις οριζόντιες λαβές. Χρώμα φέρει και η εξωτερική όψη Πηλός πορτοκαλοκάστανος με πολλές προσμίξεις και μίκα. των οριζόντιων λαβών, ενώ η κάθετη απολήγει στο άνω άκρο Σώμα σφαιρικό, χείλος οριζόντιο με πεπλατυσμένη επιφά- του ώμου και κοσμείται με δύο ταινίες σε χιαστί. Στον ώμο νεια. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή φύεται ακριβώς κάτω από το εκατέρωθεν της κάθετης λαβής υπάρχουν δύο ζουλήγματα, χείλος. Εσωτερικά φέρει καστανό επίχρισμα. Εξωτερικά πιθανώς από τα υποστηρίγματα του κλιβάνου. υπόλευκο επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση. Αριστερά και δεξιά από τη λαβή κάθετες ζώνες με μεγάλες κουκκίδες. Η • 123 (Πίν. 23γ-δ) υπόλοιπη ζώνη στο ύψος της λαβής χωρίζεται σε τετράγωνα Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 180, Τ8802 που κοσμούνται με διπλούς πελέκεις. Τα διαστήματα ανά- Μεγ. σωζ. ύψ. 22.5εκ. μεσα στα τετράγωνα γεμίζουν με μεγάλες κουκκίδες. Ακο- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. λουθούν μαύρες και κόκκινες ταινίες. Στο κάτω σωζόμενο Διατηρείται τμήμα του σώματος και η μία οριζόντια λαβή τμήμα σπασμένος μαίανδρος. κυκλικής διατομής. Η διακόσμηση αποδίδεται με καφέ- Χρονολόγηση: Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. μαύρο χρώμα και διαιρείται σε ζώνες. Στη ζώνη του ώμου υπήρχε μία ταινία, το ένα σωζόμενο άκρο της οποίας απολή- Κρατήρες γει σε «χελιδονοουρά». Στην αμέσως επόμενη ζώνη υπάρχει μία κυματοειδής ταινία. Στο κάτω τμήμα του σώματος • 128 (Πίν. 27α) υπήρχε μία ακόμη ταινία. Ι.51.107, Νεκροταφείο, Οικ. 51, 3406 (κάλυμμα του ταφικού Χρονολόγηση: Α’ μισό 5ου αι. π.Χ. αγγείου) Ύψ. 22εκ. • 124 (Πίν. 24α-ε) Πηλός γκριζοκάστανος με προσμίξεις και μίκα. Ι.95.33, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9787 321 Ωοειδές σώμα, χείλος απλό, κοντός λαιμός. Φέρει τριπλή επιφάνειά της σχηματίζεται ακανόνιστη βάθυνση. Χείλος λαβή που αποτελείται από δίδυμη τοξωτή λαβή, από την εξωστρεφές, ελαφρά λοξότμητο. Ταινιωτή, υπερυψωμένη οποία φύεται κάθετη ταινιωτή που απολήγει στο χείλος. λαβή. Η εξωτερική επιφάνεια είναι στιλβωμένη και φέρει Εσωτερικά φέρει κατά τόπους καστανές ζώνες. Στο χείλος έντονα ίχνη καύσης. υπάρχουν δύο σειρές στιγμών. Το σώμα φέρει επίσης διακό- σμηση με ταινίες με κουκκίδες. Μικκύλος πίθος Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 133 (Πίν. 27ε, Σχ. 8ι) Λεκάνες Ι.51.393, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ3333 Ύψ. 10.6εκ., δ.χ. 5.6εκ., δ.β. 2.8εκ. • 129 (Πίν. 23ε) Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και αρκετή Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 180, Τ8802 μίκα. Ύψ. 26.5εκ., δ.χ. 35εκ., δ.β. 13εκ. Ακέραιος με λίγες αποκρούσεις στο χείλος. Ωοειδές σώμα, Πηλός κιτρινωπός κόκκινος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. διευρυνόμενη βάση. Χαμηλό χείλος σε σχήμα ανάστροφου Βαθύ σώμα που αρχικά κατεβαίνει κάθετα και στο κάτω εχίνου. Λαιμός κοίλος, ενιαίος με το σώμα. τμήμα του γίνεται ελαφρά κυρτό. Η βάση είναι διευρυνό- μενη. Η κάτω επιφάνειά της ελαφρώς κοίλη. Υπήρχε μάλλον οπή χοών. Το χείλος είναι εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά «Ασημίζουσα» Κεραμική του κυρτή. Λίγο κάτω από το χείλος έχει προσαρμοστεί η οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής, η οποία ανασηκώνεται Αμφορέας και φθάνει στο ύψος του χείλους. Το χείλος, η βάση και η λαβή φέρουν ερυθρό χρώμα. Στο ύψος της λαβής υπάρχει μία • 134 (Πίν. 27στ) κυματοειδής ταινία. Πιο κάτω στο σώμα υπάρχει μία οριζό- Ι.51.442, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ3413α ντια ταινία. Ύψ. 36εκ., δ.χ. 12.5εκ., δ.β. 9εκ. Χρονολόγηση: Α’ μισό 5ου αι. π.Χ. Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Έχει συγκολληθεί από πολλά όστρακα. Λείπει μεγάλο τμήμα Τεφρόχρωμη κεραμική του. Σώμα ωοειδές, λαιμός διευρυνόμενος προς το χείλος. Κοσμείται με σκούρες ταινίες. Φέρει δύο διπλές οριζόντιες, λοξές λαβές στον ώμο που κοσμούνται με γραμμίδια. Λέβητες • 130 (Πίν. 27β) Μιμήσεις μελανόμορφων αγγείων Ι.140.37, Νεκροταφείο, Οικ. 140, επίχωση Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος καθαρός. Κρατήρες Διατηρείται κατά το ήμισυ. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επί- πεδη, χείλος οριζόντιο, πεπλατυσμένο. Από το χείλος φύεται • 135 (Πίν. 27ζ) ταινιωτή λαβή, η ράχη της οποίας σχηματίζει έντονη γωνία. Ι.95.161, Νεκροταφείο, οικ.95 Τ9844 Χρονολόγηση: Αρχαϊκή περίοδος. Πηλός κοκκινωπός, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμίξεις. Διατηρούνται τρία θραύσματα που δεν συγκολλούνται. Στο Οπισθότμητη οινοχόη ένα σώζεται η γένεση της μίας λαβής, κάτω από την οποία απεικονίζεται πτηνό. Στο δεύτερο τμήμα διατηρείται αίγα- • 131 (Πίν. 27γ) γρος και μπροστά του πτηνό με ανοικτό το ένα φτερό. Το Ι.118.1, Νεκροταφείο, Οικ. 118, Τ10648 τρίτο θραύσμα προέρχεται πάνω από τη βάση και κοσμείται Ύψ. 34.8εκ., δ.χ. 11.2εκ., δ.β. 9.4εκ. με ακτίνες. Πηλός γκρίζος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 560-540 π.Χ. Λείπουν μερικά μέρη του σώματος. Σώμα σφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, Κύλικες λαιμός ελαφρά κοίλος. Στο σημείο μετάβασης από το λαιμό στον ώμο έξεργη γραμμή. Η κάθετη λαβή αποτελείται από • 136 (Πίν. 27η) δύο στελέχη κυκλικής διατομής. Στο λαιμό, το άνω τμήμα Ι.161.494α, Νεκροταφείο, Οικ. 161 Τ5261 του σώματος και στη λαβή «χρυσίζον» επίχρισμα, πλούσιο Ύψ. 4.3εκ. σε μίκα. Κάτω από τη λαβή και στο εσωτερικό του στομίου Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος. έντονα τα ίχνη του χρωστήρα. Εξωτερικά φέρει και τέσσερις Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας επίθετες ταινίες ερυθρού χρώματος στο άνω άκρο του οριζόντιας λαβής. Το χείλος είναι απλό, ελαφρά εσωστρεφές. λαιμού, στο κάτω, στο ύψος της απόληξης της λαβής και στο Το άνω τμήμα του σώματος είναι καμπύλο. Λίγο κάτω από κάτω τμήμα του επιχρίσματος ως όριο της διακόσμησης. το χείλος έχει προσαρμοσθεί η λαβή, κυκλικής διατομής, Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. υπερυψωμένη. Εσωτερικά φέρει ερυθρό-καφέ «γάνωμα». Λίγο κάτω από την παρυφή του χείλους υπάρχει μία οριζό- Όλπη ντια ταινία από επίθετο λευκό χρώμα. Εξωτερικά στο ύψος του χείλους υπάρχει μία ταινία ερυθρού-καφέ χρώματος. Το • 132 (Πίν. 27δ) κάτω τμήμα του σώματος κοσμούνταν με τρεις τουλάχιστον Ι.32.16, Νεκροταφείο, Οικ. 32, Τ4346 ταινίες ίδιου χρώματος, όπως και η εξωτερική όψη της λα- Ύψ. 9.8εκ., δ.χ. 3.4εκ., δ.β. 3.2εκ. βής. Στο ύψος της ζώνης των λαβών έχει αφεθεί μία ζώνη Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με στο χρώμα του πηλού που φέρει φυτική διακόσμηση. Ερυθρά προσμίξεις. ανθέμια με έξι πέταλα εναλλάσσονται με άνθη λωτού που Ακέραια. Αβαφής, χειριοποίητη. Κυλινδρικό σώμα, ενιαίου δηλώνονται με επίθετο λευκό χρώμα. Κάτω υπάρχει μία περιγράμματος με το λαιμό. Υπάρχουν αρκετά βαθουλώματα σειρά λευκών στιγμών. και παραμορφώσεις. Στο κάτω άκρο σχηματίζεται εγκοπή και Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. μικρή λοξότμητη ταινία. Βάση δισκόμορφη. Στην κάτω 322 Οινοχόη • 142 (Πίν. 28ζ, Σχ. 9β) Ι.164.110, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ4601 • 137 (Πίν. 27θ) Ύψ. 4.6εκ., δ.χ. 6.9εκ., δ.β.4.4εκ. Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, επίχωση Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν 6 θραύσματα. Σώμα βαθύ, βάση δακτυλιό- Διατηρείται τμήμα του κάτω μέρος του σώματος. Η διακό- σχημη-διευρυνόμενη. Στο κέντρο της κάτω επιφάνειάς της σμηση αποδίδεται σε ζώνες που χωρίζονται με ευθείες ται- σχηματίζεται ανάγλυφος δίσκος. Χείλος απλό, ελαφρά εσω- νίες. Στο κάτω σωζόμενο τμήμα διατηρούνται οι ακτίνες στρεφές. Λαβές κυκλικής διατομής. Φέρει θαμπό ερυθρό γύρω από τη βάση. Στην επάνω ζώνη διατηρείται το μεγαλύ- χρώμα. τερο τμήμα ενός αίγαγρου που στρέφει το κεφάλι προς τα πίσω. Αποδίδεται με σκιαγραφία και μόνο η κοιλιακή χώρα Λεκάνες με περίγραμμα. Πίσω του διατηρείται τμήμα του κεφαλιού και των κεράτων ενός δεύτερου αίγαγρου. Ο χώρος γεμίζεται • 143 (Πίν. 28η) με διάφορα παραπληρωματικά μοτίβα, όπως οκτώσχημη Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 138, Τ11075 σπείρα, στιγμωτό ρόδακα, αστέρι. Ύψ. 4.6εκ. Χρονολόγηση: Γύρω στα 570 π.Χ. Πηλός πορτοκαλόχρωμος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων Διατηρείται τμήμα του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει κιτρινωπό επίχρισμα πλούσιο σε μίκα. Από την παρά- Αρύβαλλοι σταση διατηρείται στα δεξιά πτηνό σε κατατομή προς τα αριστερά και το κάτω τμήμα ενός φυτικού κοσμήματος, που • 138 (Πίν. 28α) αποτελείται πιθανότατα από ανθέμιο στο άνω τμήμα και Ι.161.150, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5410 ανάστροφο άνθος λωτού στο κάτω τμήμα. Ύψ. 5.9εκ., δ.χ. 2.8εκ. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Θήλαστρα Διατηρείται το χείλος, ο λαιμός και τμήμα του σώματος. Η άνω επιφάνεια του χείλους κοσμείται με τέσσερις • 144 (Πίν. 28θ) ομόκεντρους κύκλους ερυθρού χρώματος. Η εξωτερική Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 138, Τ11075 επιφάνεια του σώματος είναι έντονα φθαρμένη και Ύψ. 6.3εκ., δ.χ. 4.6εκ. απολεπισμένη. Κορινθιακή απομίμηση. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. Σφαιρικό σώμα, διευρυνόμενη βάση και δακτυλιόσχημη λαβή. Το χείλος είναι οριζόντιο, πεπλατυσμένο. Η εξωτερική • 139 (Πίν. 28β) επιφάνεια του αγγείου καλύπτεται με οριζόντιες επάλληλες Ακατάγραφος, Νεκροταφείο, Οικ. 95 ταινίες γκριζόμαυρου χρώματος. Γύρω από το στόμιο αποδί- Ύψ. 7.2εκ., δ.χ. 4.1εκ. δονται εγχάρακτες γραμμές σε σχήμα μαιάνδρου. Στον ώμο, Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και σε μία οριζόντια ταινία, φέρει εγχάρακτα υδρόβια, συρμάτινα μίκα. πτηνά. Φέρει αδιάγνωστη γραπτή διακόσμηση ερυθρού χρώματος, Χρονολόγηση: 580-560π.Χ. που στο μεγαλύτερο μέρος της έχει απολεπιστεί. Υπάρχουν εγχάρακτοι ρόδακες. Αγγεία με γραπτή διακόσμηση Αλάβαστρα Υδρίες • 140 (Πίν. 28δ-ε) • 145 (Πίν. 28ι-λ) Ι.140.220, Νεκροταφείο, Οικ. 140, Τε 3 Ι.140.142, Νεκροταφείο, Οικ. 140, Τ5931 Ύψ. 7.9εκ., δ.χ. 2.8εκ. Ύψ. 15.8εκ., δ.χ. 7.5εκ., δ.β. 6.8εκ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Ακέραιο. Λείπει πολύ μικρό τμήμα του χείλους. Η άνω επι- άφθονες προσμίξεις και μίκα. φάνεια του χείλους κοσμείται με δύο ομόκεντρους κύκλους Ακέραια. Σώμα ωοειδές, βάση διευρυνόμενη. Χείλος εξω- καφέ χρώματος. Στο κάτω άκρο του λαιμού υπάρχει οριζό- στρεφές σε σχήμα σπείρας. Στην άνω επιφάνειά του σχηματί- ντια ταινία από την οποία ξεκινούν γλωσσωτά γραμμίδια. ζεται μικρός πλαστικός δακτύλιος. Ο στενός λαιμός συγκλί- Στο σώμα υπάρχουν δύο αντωπά πτηνά (παγώνια) και ανά- νει προς τα κάτω. Η κάθετη λαβή είναι κυκλικής διατομής. μεσά τους ένα φίδι. Εκατέρωθεν αυτού υπάρχουν εγχάρακτοι Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής διατομής, είναι ανακαμπτόμε- ρόδακες. Στην πίσω όψη απεικονίζεται αδιάγνωστο αντικεί- νες. Το χείλος, η βάση και οι λαβές φέρουν καστανό χρώμα, μενο. Η βάση κοσμείται με τέσσερις ομόκεντρους κύκλους. όπως και η πίσω όψη του αγγείου. Στην κύρια όψη υπάρχουν Έντονα ίχνη καύσης. στον ώμο λογχόσχημα γραμμίδια και ανάμεσα στις οριζό- ντιες λαβές μαίανδρος. Κοτύλες Χρονολόγηση: Γύρω στα 425 π.Χ. • 141 (Πίν. 28στ, Σχ. 9α) Αρυτήρες Ι.51.108, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3406 Ύψ. 6.4εκ., δ.χ. 8.1εκ., δ.β. 3.5εκ. • 146 (Σχ. 9γ) Πηλός μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Ι.75.356, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2142 Συγκολλήθηκαν δύο τμήματα. Λείπει μέρος του χείλους. Το Ύψ. 5εκ. χείλος είναι απλό, ελαφρά εσωστρεφές. Σώμα βαθύ, στο άνω Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. μέρος κυρτό, ενώ το κάτω συγκλίνει προς τη δακτυλιόσχημη Σώμα ημισφαιρικό, χείλος εξωστρεφές με κυρτή την άνω βάση. Λαβές, κυκλικής διατομής, προσαρμοσμένες ακριβώς επιφάνειά του, ο λαιμός κοίλος. Η κάθετη λαβή είναι ταινι- κάτω από το χείλος. ωτή. Το χείλος και το σώμα φέρουν ερυθρό χρώμα. Στο Χρονολόγηση: Γύρω στα 600 π.Χ. 323 λαιμό υπάρχουν ακανόνιστες ερυθρές κουκκίδες. Στο μέσο λαβών φέρουν μαύρο χρώμα. Στο ύψος των λαβών υπάρχει της λαβής έχει αφεθεί επίσης ένα εδαφόχρωμο τμήμα που μία σειρά στιγμών. Χαμηλότερα υπάρχουν δύο οριζόντιες κοσμείται με κουκκίδες. γραμμές. Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 425-400 π.Χ. • 147 (Πίν. 29α) Μυροδοχεία Ι.95.117, Νεκροταφείο, οικ. 95, Τ9502 Πηλός ερυθροκάστανος, λεπτόκοκκος με μίκα. • 152 (Πίν. 29η, Σχ. 9ζ) Ακέραιος. Σώμα σφαιρικό, βάση αδιαμόρφωτη, στρογγυλο- Ι.161.121, Νεκροταφείο, Οικ.161, Τ5307 ποιημένη, χείλος έντονα εξωστρεφές. Το χείλος, η λαβή και Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 2.4εκ. το κάτω τμήμα του σώματος φέρουν μελανό χρώμα. Η ζώνη Πηλός ανοικτός κιτρινωπός καστανός (2.5Υ, 6\3), μεσαίος με της λαβής έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμείται με προσμίξεις. άτακτες μελανές πινελιές. Σώμα απιόσχημο και ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Το Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. χείλος αποτελείται από πλαστικό δακτύλιο με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια. Το σώμα καλύπτεται με λεπτές ταινίες • 148 (Πίν. 29γ,δ) καφέ χρώματος και στο μέσο του σώματος σχηματίζεται μία Ι.166.5, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ3498 πλατιά ζώνη. Ύψ. 5.7εκ., δ.χ. 4εκ. Χρονολόγηση: 380-350 π.Χ. Πηλός πορτοκαλέρυθρος, λεπτόκοκκος με μίκα. Λείπει η κάθετη ταινιωτή λαβή. Σώμα ημισφαιρικό, χείλος • 153 (Πίν. 29θ) εξωστρεφές. Φέρει μαύρο «γάνωμα». Ο λαιμός έχει αφεθεί Ι.161.184, Νεκροταφείο, Οικ. 161, T5276 στο χρώμα του πηλού και υπάρχει γραπτή επιγραφή ΑΓΑΙΕ- Ύψ. 5.7εκ., δ.χ. 1.5εκ. ΛΑΙ (Αγαζήλη). Στην εσωτερική πλευρά του χείλους υπάρ- Πηλός ανοικτός κιτρινωπός καστανός (2.5Υ, 6\3), μεσαίος με χουν μικρά γραπτά φύλλα. προσμίξεις. Χρονολόγηση: Πρώιμος 4ος αι. π.Χ. Όμοιο με το προηγούμενο. Χρονολόγηση: 380-350 π.Χ. • 149 (Πίν. 29ε, Σχ. 9δ) Ι.51.379, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3319 • 154 (Σχ. 9η) Ύψ. 5.4εκ., δ.χ. 5.1εκ. Ι.161.280, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5328 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 2.2εκ. Σώμα ημισφαιρικό, ευρύς ώμος, βάση στρογγυλοποιημένη, Πηλός λεπτόκοκκος, άφθονος σε προσμίξεις και μίκα. αδιαμόρφωτη, χείλος έντονα εξωστρεφές. Φέρει μελανό Το σχήμα είναι όμοιο με τα προηγούμενα. Το σώμα φέρει «γάνωμα» με εξαίρεση το χείλος και τον ώμο όπου υπάρχουν οριζόντιες γραμμές ερυθρού χρώματος και η βάση ομόκε- κάθετα λογχόσχημα μοτίβα. Στο εσωτερικό τμήμα του χεί- ντρους κύκλους. λους μεγάλες μαύρες κουκκίδες. Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Τέλη 5ου –αρχές 4ου αι. π.Χ. Πινάκια Σταμνοειδείς πυξίδες • 155 (Πίν. 29 ι-κ) • 150 (Πίν. 29στ, Σχ. 9ε) Ι.52.156, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Α 33 Ι.75.452, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2119 Δ.χ. 40εκ. Ύψ. 10.8εκ., δ.χ. 5.2εκ., δ.β. 4.1εκ. Πηλός μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός κιτρινωπός, λεπτόκοκκος με μίκα. Διατηρείται τμήμα του σώματος και του χείλους. Σώμα αβα- Συγκολλήθηκε μικρό τμήμα του σώματος και η μία λαβή. Η θές, χείλος εξωστρεφές. Η άνω πεπλατυσμένη επιφάνειά του δεύτερη λαβή είναι συμπληρωμένη. Σώμα ωοειδές, βάση διατρέχεται από δύο αυλακώσεις. Το εξωτερικό του μέτωπο δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη και στο κάτω τμήμα απολήγει είναι κάθετο. Η άνω επιφάνεια του χείλους φέρει ερυθρό σε χαμηλή σπείρα. Χείλος κάθετο, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρ- χρώμα. Στο σώμα υπάρχουν δύο πλατιές οριζόντιες ταινίες φωση, διαχωριζόμενο από το σώμα με μία ακανόνιστη αυλά- ίδιου χρώματος που σε πολλά σημεία έχει απολεπιστεί. κωση. Λαβές, κυκλικής διατομής, προσαρμοσμένες κάθετα Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. στον ώμο. Το χείλος και ο ώμος έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμούνται με ακανόνιστες σειρές μαύρων κουκ- • 156 (Πίν. 29λ) κίδων. Εσωτερικά το χείλος φέρει μαύρο «γάνωμα». Το Ι.75.477, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2025 σώμα κοσμείται με δύο πλατιές ταινίες μαύρου χρώματος Δ.χ. 24εκ., δ.β. 9εκ. ανάμεσα στις οποίες υπάρχει σειρά από μαύρες κουκκίδες. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Στο σημείο ένωσης σώματος-βάσης μία ταινία έχει αφεθεί προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. στο χρώμα του πηλού. Διατηρούνται 2 τμήματα. α) Συγκολλήθηκαν 3 όστρακα. Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. Διατηρείται η βάση και τμήμα του σώματος. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη. Το εξωτερικό της μέτωπο είναι κάθετο. Τα Μικκύλος κιονωτός κρατήρας τοιχώματα του σώματος διευρυνόταν διαγώνια προς τα πάνω. β). Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το • 151 (Πίν. 29ζ, Σχ. 9στ) χείλος είναι εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη Ι.161.548, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5460 και διατρέχεται από μία αυλάκωση περιμετρικά. Στο χείλος Ύψ. 5εκ. , δ.χ. 4.4εκ., δ.β. 2.8εκ. έχει προσαρμοσθεί και η μία σωζόμενη οριζόντια, ταινιωτή Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με λαβή, η οποία έχει κοίλη την εξωτερική επιφάνεια. Έχει προσμίξεις και μίκα. τριγωνικό σχήμα και στα δύο άκρα της προβάλλουν τριγω- Ακέραιος. Σώμα σφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη με κυρτή νικές αποφύσεις. επιφάνεια έδρασης και κωνική βάθυνση στην κάτω επιφάνειά Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. της. Χείλος εξωστρεφές με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνειά του, λαιμός κυλινδρικός. Το χείλος και τα πλακίδια των 324 Κάναστρα με ταινιωτή διακόσμηση Λείπει τμήμα του χείλους και η μία λαβή. Σώμα ωοειδές, βάση δακτυλιόσχημη, ενιαίου περιγράμματος με το σώμα. Το • 157 (Πίν. 30α) άνω τμήμα της είναι διευρυνόμενο ενώ το κάτω έχει κάθετο Ι.166.20, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ3906 μέτωπο. Η κάτω επιφάνεια της βάσης είναι ελάχιστα κοίλη. Ύψ. 4.1εκ., δ.χ. 10.5εκ., δ.β. 5.5εκ. Το χείλος αποτελείται από πλαστικό δακτύλιο που διευρύνε- Πηλός πορτοκαλέρυθρος με προσμίξεις και μίκα. ται προς τα έξω και η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυ- Συγκολλημένο μικρό τμήμα του χείλους και η λαβή. Χείλος σμένη. Στο σημείο μετάβασης προς το λαιμό είναι λοξό- απλό με επικλινή την εσωτερική επιφάνεια. Δακτυλιόσχημη τμητο. Ο λαιμός είναι χαμηλός ενιαίος με τον ώμο. Οι λαβές βάση. Εξωτερικά το σώμα περιτρέχει πλατιά καστανέρυθρη γεννώνται από το άνω μέρος του λαιμού, ανασηκώνονται ταινία. Εσωτερικά καστανέρυθρο χρώμα στο άνω τμήμα και ελαφρά και εφάπτονται στη βάση του χείλους. Είναι ελλει- δύο ομόκεντροι κύκλοι στον πυθμένα. ψοειδούς διατομής με έξεργη κεντρική ράχη. Απολήγουν στο Χρονολόγηση: Γύρω στα 500 π.Χ. σημείο ένωσης ώμου-σώματος. Στο σώμα υπάρχουν τρεις ακανόνιστες οπές. • 158 (Πίν. 30β Σχ. 9θ) Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Ι.136.213, Νεκροταφείο, Οικ. 136, επίχωση Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 15εκ., δ.β. 7.2εκ. • 164 (Πίν. 31β, Σχ. 10γ) Πηλός ερυθρός (2.5ΥR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις Ι.29.42, Νεκροταφείο, Οικ. 29, T 2549 και μίκα. Ύψ. 14εκ., δ.χ. 10.9εκ. Ακέραιο. Βάση δακτυλιόσχημη. Το χείλος έχει πεπλατυ- Πηλός κιτρινωπός καστανός (10YR, 5\4), λεπτόκοκκος. σμένη την άνω επιφάνεια. Ταινιωτή λαβή, προσαρμοσμένη Συγκολλήθηκαν 30 όστρακα. Υπάρχουν πολλές συμπληρώ- στο άνω άκρο του σώματος. Χρώμα φέρει η ράχη της λαβής σεις. Λείπει ο πυθμένας. Σώμα ωοειδές, βάση δακτυλιό- και μία ταινία στο μέσο του σώματος. σχημη. Το χείλος είναι εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά του Χρονολόγηση: 475-460 π.Χ. πεπλατυσμένη και στο σημείο ένωσης με το λαιμό σχηματί- ζεται μία εγκοπή. Ο λαιμός είναι κυλινδρικός και στο σημείο • 159 μετάβασης προς το σώμα υπάρχει μια αυλάκωση. Οι λαβές Ι.136.5, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ2989 είναι ταινιωτές. Χρονολόγηση: Τέλος 6ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. • 160 (Πίν. 30γ, Σχ. 9ι) • 165 (Πίν. 31δ, Σχ. 10δ) Ι.51.241, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ3305 Ι.136.89, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 3029 Ύψ. 4.3εκ., δ.χ. 13εκ., δ.β. 5.7εκ. Ύψ. 9.8εκ., δ.χ. 15.8εκ., δ.β. 9εκ. Πηλός πορτοκαλοκάστανος με λίγες προσμίξεις και μίκα. Πηλός μεσαίου πάχους με προσμίξεις και μίκα. Έχουν συγκολληθεί κάποια όστρακα. Το σώμα ελαφρά Ακέραιος. Σώμα σχεδόν σφαιρικό, βάση απλή - επίπεδη. παραμορφωμένο, ημισφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη, χείλος Χείλος εξωστρεφές, διαχωριζόμενο από το λαιμό με μία απλό με πεπλατυσμένη άνω επιφάνεια. Εξωτερικά η λαβή και λεπτή χαρακτή γραμμή. Λαιμός ενιαίος με τον ώμο. Οι λα- εσωτερικά φέρει καστανό χρώμα. βές, ελλειψοειδούς διατομής, είναι ελαφρά υπερυψωμένες. Χρονολόγηση: 475-450 π.Χ. Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. • 161 (Πίν. 30δ, Σχ. 9κ) • 166 (Πίν. 32α, Σχ. 10ε) Ι.29.271, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2742 Ι.136.41, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ3006 Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 11.2εκ., δ.β. 5.7εκ. Ύψ. 17.7εκ., δ.χ. 8.4εκ., δ.β. 8.4εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με Πηλός γκρίζος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. προσμίξεις και μίκα. Ακέραιος. Σώμα ωοειδές, βάση δισκόμορφη, χείλος εξω- Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη σε σχήμα στρεφές με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνειά του. Στο ση- σπείρας, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Το άνω μείο ενώσεως με το λαιμό σχηματίζεται μία εξοχή. Ο λαιμός τμήμα του αγγείου και η οριζόντια ταινιωτή λαβή φέρουν είναι κυλινδρικός, ενιαίος με το σώμα. μελανό χρώμα. Χρονολόγηση: Μέσα του 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 475-450 π.Χ. • 167 (Πίν. 32β, Σχ. 10στ) Ι.52.176, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ2218 Αβαφής κεραμική Ύψ. 13.9εκ., δ.χ. 4.2εκ., δ.β. 4εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με Αμφορείς λίγες προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν τέσσερα θραύσματα. Υπάρχουν λίγες • 162 (Σχ.10α) συμπληρώσεις στη βάση και στο σώμα. Σώμα ωοειδές, βάση Ι.120.189, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Τ2464 δισκόμορφη, ενιαίου περιγράμματος με το σώμα. Το χείλος Ύψ. 15.3εκ., δ.χ. 8.3εκ., δ.β.7.3εκ. αποτελείται από έναν πλαστικό δακτύλιο που στρέφεται προς Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα. τα έξω. Ο λαιμός είναι κυλινδρικός, ενιαίος με τον ώμο. Στο Σώμα σφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφάνεια σημείο ένωσης σώματος - ώμου υπάρχουν δύο χαρακτές έδρασης. Το χείλος αποτελείται από ένα πλαστικό δακτυλίδι, γραμμές. το οποίο εξωτερικά είναι κοίλο. Ο κοντός λαιμός είναι Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. ενιαίος με το σώμα. Οι ταινιωτές λαβές φύονται από το λαιμό και απολήγουν στο άνω τμήμα του σώματος. • 168 (Πίν. 32γ, Σχ. 10ζ) Χρονολόγηση: Τέλη 5ου αι. π.Χ. Ι.135.4, Νεκροταφείο, Οικ. 135, Τ 5799 Ύψ. 16.7εκ., δ.χ. 8.8εκ., δ.β. 7.3εκ. • 163 (Πίν. 31α, Σχ. 10β) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Ι.164.20, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Α36 αρκετές προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 26εκ., δ.χ. 12.9εκ., δ.β.12.1εκ. Λείπει μικρό τμήμα του χείλους και έχει συγκολληθεί η μία Πηλός ανοικτός καστανός (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με λαβή. Το άνω μέρος του είναι διευρυνόμενο, ενώ το κάτω προσμίξεις και μίκα. είναι ωοειδές, βάση διευρυνόμενη. Χείλος ενιαίο με το 325 λαιμό, εξωστρεφές. Λαιμός χαμηλός-κυλινδρικός, ενιαίος με Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με το σώμα. πολλές προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Όμοιος με τον 173, αλλά το σώμα είναι πιο διογκωμένο, σχεδόν κυλινδρικό. • 169 (Πίν. 33α) Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Ι.205.2, Οικ. 205, Κλίβανος 6 Ύψ. 18.1εκ., δ.χ. 10.5εκ., δ.β. 8.6εκ. • 175 (Πίν. 34ζ, Σχ. 10ι) Πηλός κοκκινωπός καφέ (5YR, 4\4), χονδρόκοκκος με άφθο- Ι.51.325, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3212 νες προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 19εκ., δ.χ. 4.5εκ., δ.β. 7.5εκ. Συγκολλήθηκαν επτά θραύσματα. Λείπει τμήμα του χείλους. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Σχεδόν σφαιρικό σώμα, βάση δισκόμορφη, ανισοϋψής. Η πολλές προσμίξεις και μίκα. κάτω επιφάνειά της σχηματίζει μία πεπλατυσμένη στεφάνη Ακέραιος. Όμοιος με τον 174. Το σώμα είναι ιδιαίτερα ψηλό- που διαχωρίζεται από το κέντρο από χαρακτή γραμμή. Χεί- λιγνο και οι λαβές, ψηλές και ραδινές. λος ταινιωτό, εξωτερικά κοίλο. Η άνω επιφάνεια του επίπεδη Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. με κλίση προς τα έξω. Εσωτερικά έχει διαμόρφωση για την υποδοχή πώματος. Ο λαιμός είναι ευρύς, ενιαίος με το σώμα. Υδρίες Χρονολόγηση: Γύρω στα 320 π.Χ. • 176 • 170 (Πίν. 33γ, Σχ. 10η) Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9670 Ι.29.190, Νεκροταφείο, Οικ. 29, πάνω στον Τ 2568 Ύψ. 37.5εκ., δ.χ. 14.5εκ., δ.β. 10εκ. Ύψ. 13.9εκ., δ.χ. 4.2εκ., δ.β. 4εκ. Πηλός καφέ, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με Συγκολλήθηκε από 19 θραύσματα. Λείπει τμήμα του σώμα- λίγες προσμίξεις και μίκα. τος και του χείλους. Σώμα σφαιρικό, βάση διευρυνόμενη. Η Συγκολλήθηκαν τέσσερα θραύσματα. Υπάρχουν λίγες κάτω επιφάνειά της είναι ελαφρώς κοίλη. Χείλος σε σχήμα συμπληρώσεις στη βάση και στο σώμα. Σώμα ωοειδές, βάση σπείρας, ενιαίο με το λαιμό, έντονα εξωστρεφές. Ο λαιμός ενιαία με το σώμα εξωτερικά δισκόμορφη. Το χείλος διευρύνεται προς τα πάνω. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή. αποτελείται από έναν πλαστικό δακτύλιο που στρέφεται προς Στην απόληξή της υπάρχει μία δακτυλιά. Οι οριζόντιες τα έξω. Ο λαιμός είναι κυλινδρικός, ενιαίος με τον ώμο. Στο λαβές, κυκλικής διατομής, είναι υπερυψωμένες. σημείο ένωσης σώματος - ώμου υπάρχουν δύο χαρακτές γραμμές. • 177 (Πίν. 35α&β) Χρονολόγηση: Γύρω στα 320 π.Χ. Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9681 Ύψ. 44εκ., δ.χ. 14.5εκ. • 171 (Πίν. 33δ) Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ι.164.189, Νεκροταφείο, πάνω στον Τ4893 Συγκολλήθηκε πλήθος θραυσμάτων. Λείπει τμήμα του Ύψ. 16.8.εκ., δ.χ. 7.7εκ. χείλους και του λαιμού. Σώμα ωοειδές, βάση απλή, επίπεδη, Πηλός καφέ (10YR, 4/5), λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. χείλος σε σχήμα σπείρας. Ο λαιμός είναι ευρύς ενιαίος με το Συγκολλήθηκαν τρία θραύσματα. Λείπει μέρος του χείλους σώμα.. Οι οριζόντιες λαβές, κυκλικής διατομής, είναι και η μία λαβή. Σφαιρικό σώμα, βάση δακτυλιόσχημη - υπερυψωμένες. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή φύεται από το άνω διευρυνόμενη. Το χείλος αποτελείται από πλαστικό δακτύλιο τμήμα του λαιμού. που εξωτερικά έχει κοίλο περίγραμμα. Ο λαιμός είναι κοντός, ενιαίος με το σφαιρικό σώμα. Στο σημείο μετάβασης • 178 (Πίν. 35γ,δ) σώματος-βάσης σχηματίζεται εγκοπή. Η κάθετη ταινιωτή Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9733 λαβή φύεται από τη μέση του λαιμού και απολήγει στον ώμο. Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με πολλές προσμίξεις και μίκα. Στον πυθμένα υπάρχει ακανόνιστη οπή για χοές. Έχει συγκολληθεί πλήθος θραυσμάτων. Λείπουν μέρη του σώματος. Ιδιαίτερα ευρύς ώμος, χαμηλό σώμα. Βάση Αμφορίσκοι δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη. Χείλος ενιαίο με το λαιμό σε σχήμα εχίνου. • 172 (Πίν. 34α, Σχ. 10θ) Ι.160.52, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ3636 • 179 (Πίν. 36α) Ύψ. 13εκ., δ.χ. 4εκ., δ.β. 5.2εκ. Ι.206.10, Κλίβανος 6, Οικ. 206, Εξωτ. της εισόδου του Πηλός πολύ απαλός καστανός (10YR,7\4), λεπτόκοκκος με κλιβάνου 5. λίγες προσμίξεις και αρκετή μίκα. Ύψ. 46εκ., δ.χ. 14εκ., δ.β. 17εκ. Συγκολλήθηκαν 7 όστρακα. Ραδινό σώμα κωνικού σχήματος, Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με βάση διευρυνόμενη. Το χείλος αποτελείται από πλαστικό προσμίξεις και μίκα. δακτύλιο, ελαφρά κοίλο που το άνω άκρο του κλίνει προς τα Λείπουν μέρη του σώματος και η μία οριζόντια λαβή. Συ- έξω. Λαιμός κοντός, ενιαίος με το σώμα. Από το λαιμό γκολλήθηκαν 55 όστρακα. Σώμα ωοειδές, βάση δακτυλιό- ξεκινούν οι δύο κάθετες ταινιωτές λαβές (σώζεται η μία). σχημη, διευρυνόμενη. Η ταινιωτή λαβή φέρει ανεπαίσθητη Κατά μήκος φέρουν μία αυλάκωση. αυλάκωση κατά μήκος. Η οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής. Χρονολόγηση: Αρχές 5ου αι. π.Χ. Στο ύψος της οριζόντιας λαβής υπάρχουν τρεις οριζόντιες χαράξεις που διατηρούνται στο μισό του αγγείου. Χείλος • 173 (Πίν. 34γ) αναδιπλωμένο προς τα κάτω με ανεπαίσθητες αυλακώσεις, Ι.95.52, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9759 μία εσωτερικά στο σημείο μετάβασης λαιμού-χείλους και μία Πηλός πολύ απαλός καστανός (10YR,7\4), λεπτόκοκκος με εξωτερικά. λίγες προσμίξεις και αρκετή μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. Όμοιος με τον 172. Χρονολόγηση: 420-400 π.Χ. • 174 (Πίν. 34ε) Ακατάγραφο, Νεκροταφείο, Οικ. 77, Τ5522 326 Οινοχόες – Τριφυλλόστομες οινοχόες - Όλπες • 186 (Πίν. 37β, Σχ. 11ε) Ι.164.38, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4579 Οινοχόες Ύψ. 10.7εκ., δ.χ., δ.β. 4.8εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 4\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 180 (Σχ. 11α) Συγκολλήθηκαν έξι θραύσματα. Σώμα σφαιρικό, βάση Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5593 διευρυνόμενη. Στο σημείο ένωσης λαιμού-σώματος Ύψ. 12.4εκ., δ.β. 5.7εκ. σχηματίζεται μία εξοχή. Από το χείλος φύεται η κάθετη, Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και ταινιωτή λαβή, η οποία στο εσωτερικό του στομίου μίκα. σχηματίζει μία διόγκωση. Λείπει τμήμα του χείλους και του λαιμού. Ο επικλινής ώμος Χρονολόγηση: Πρώιμος 4ος αι. π.Χ. σχηματίζει γωνία με το σώμα. Το σώμα συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι δισκόμορφη. Στον πυθμένα υπάρχει • 187 (Πίν. 37γ, Σχ. 11στ) ακανόνιστη οπή για χοές. Το χείλος είναι εξωστρεφές. Ο Ι.115.308, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7487 λαιμός διευρύνεται ελαφρά προς τα έξω και είναι Ύψ. 11.5εκ., δ.β. 5.8εκ. βαθμιδωτός. Η ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις απολήγει στο σημείο ένωσης ώμου σώματος. και άφθονη μίκα. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Σώμα σφαιρικό και στο μέσο του, ακριβώς κάτω από τη γένεση της λαβής, σχηματίζεται μία μικρή ανάγλυφη ταινία. • 181 (Πίν. 36β) Στο σημείο μετάβασης προς τη βάση υπάρχει μία αυλάκωση. Νεκροταφείο Βάση διευρυνόμενη, ανισοϋψής. Ο λαιμός είναι κοίλος και Διατηρείται ακέραια. Σώμα ωοειδές, βάση υποτυπωδώς διευρύνεται προς το σώμα. Στο σημείο μετάβασης προς το δισκόμορφη. Χείλος ενιαίο με τον ψηλό κυλινδρικό λαιμό. σώμα σχηματίζεται μία ταινία στο άνω άκρο της οποίας Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. υπάρχει μία χαρακτή γραμμή. Χρονολόγηση: Πρώιμος 4ος αι. π.Χ. • 182 (Πίν. 36δ, Σχ. 11β) Ι.161.440, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5234 • 188 (Πίν. 37δ, Σχ. 11ζ) Ύψ. 13.5εκ., δ.χ. 6.5εκ., δ.β. 6.4εκ. Ι.27.12, Νεκροταφείο, Οικ. 27, Τ 4298 Πηλός κοκκινωπός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 17.5εκ., δ.χ., δ.β. 7.6εκ. Ακέραια. Σώμα ωοειδές, βάση διευρυνόμενη, ανισοϋψής. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\8), μεσαίος με προσμίξεις και Χείλος εξωστρεφές με κάθετο εξωτερικό μέτωπο. Ο λαιμός μίκα. έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Λαβή ταινιωτή. Συγκολλήθηκαν 23 όστρακα. Το σώμα είναι χαμηλό και Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι χαμηλή και η κάτω επιφάνειά της επίπεδη. Το χείλος είναι τριφυλλόσχημο με • 183 (Πίν. 36ε, Σχ. 11γ) κλίση προς τα έξω. Ο λαιμός ψηλός, σχεδόν κυλινδρικός, Ι.29.470, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2526 ενιαίος με τον ώμο. Η ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος Ύψ. 12.8εκ., δ.χ. 6.7εκ., δ.β. 6.3εκ. και απολήγει στο σημείο ένωσης ώμου-σώματος. Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. μίκα. Συγκολλήθηκαν 12 θραύσματα. Λείπει τμήμα του χείλους • 189 (Πίν. 37ε, 12α) και του λαιμού. Σώμα σφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7307 εξωστρεφές με κυρτή άνω επιφάνεια. Ο λαιμός είναι κοντός Ύψ. 12.4εκ. με τρεις οριζόντιες ραβδώσεις. Ταινιωτή λαβή. Πηλός πορτοκαλόχρωμος με λίγες προσμίξεις. Χρονολόγηση: Αρχές 3ου αι. π.Χ. Διατηρείται αποσπασματικά. Λείπει το κάτω άκρο του σώμα- τος και η βάση. Σώμα ωοειδές, ψηλός, ραδινός λαιμός, εξω- • 184 (Πίν.36ζ, Σχ. 11δ) στρεφές χείλος. Ι.136.246, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Α69 Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. Ύψ. 9.3εκ., δ.χ. 6,8εκ., π. 0.4εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- • 190 (Πίν. 37στ) ξεις και μίκα. Ι.29.43, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2549 Αποσπασματική. Συγκολλήθηκαν 24 θραύσματα και έχουν Ύψ. 5.7εκ., δ.β. 1.8εκ. γίνει ορισμένες συμπληρώσεις στο λαιμό. Σώμα ωοειδές, Πηλός πορτοκαλόχρωμος με λίγες προσμίξεις. λαιμός κοντός, σχεδόν κυλινδρικός, διευρυνόμενος ελαφρά Ακέραια με έντονα διαβρωμένη την εξωτερική επιφάνεια. προς το σώμα. Χείλος ενιαίο με το λαιμό, εξωτερικά κυρτό. Βάση δισκόμορφη. Κάθετη λαβή κυκλικής διατομής. Στην άνω επιφάνειά του υπάρχει κοίλη διαμόρφωση για την Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. υποδοχή πώματος. Η ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο άνω μέρος του σώματος. • 191 (Πίν. 37ζ) Χρονολόγηση: Αρχές 3ου αι. π.Χ. Ι.51.405, Νεκροταφείο, οικ. 51, Τ3372 Πηλός πορτοκαλόχρωμος με λίγες προσμίξεις. Τριφυλλόστομες οινοχόες Ακέραια. Όμοια με την 190, αλλά έχει λίγο πιο στενό λαιμό και ο δακτύλιος της βάσης είναι εξωτερικά διευρυνόμενος. • 185 (Πίν. 37α, Σχ. 11η) Χρονολόγηση: Πρώιμος 4ος αι. π.Χ. Ι.77.20, Νεκροταφείο, Οικ. 77, Τ 5505 Ύψ. 14.3εκ., δ.χ. 6.7εκ., δ.β. 7.6εκ. Όλπες Πηλός καφέ (7.5YR, 4\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και άφθονη μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Συγκολλήθηκαν 18 όστρακα. Λαιμός βαθμιδωτός, ενιαίος με Ι. Χωρίς βάση το σφαιρικό σώμα, βάση δισκόμορφη. Λαβή ταινιωτή. Χρονολόγηση: 420-400 π.Χ. • 192 (Πίν. 37κ, Σχ. 12β) Ι.29.113, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2559 327 Ύψ. 19εκ., δ.χ. 4εκ., δ.β. 4.8εκ. Πηλός κοκκινωπός καφέ (5YR, 4\4), μεσαίος με προσμίξεις. Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. Λείπει μέρος του χείλους, του λαιμού, του σώματος και η μία Λείπει τμήμα του χείλους και του λαιμού. Έχει συγκολληθεί λαβή. Σώμα ωοειδές και βάση απλή, επίπεδη. Λαιμός χαμη- η λαβή. Κυλινδρικό σώμα, βάση απλή, επίπεδη. Το χείλος λός, διευρυνόμενος προς τα πάνω. Χείλος απλό, χωρίς ιδιαί- είναι εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά του επικλινής. Ο τερη διαμόρφωση. Η λαβή είναι ταινιωτή, φύεται από το λαιμός είναι στενός, ενιαίος με το σώμα. Η λαβή, ελλειψοει- χείλος και απολήγει στο άνω τμήμα του σώματος. Υπάρχουν δούς διατομής, υπερυψωμένη, φύεται από το χείλος και ίχνη καύσης. απολήγει στο άνω τμήμα του σώματος. Το χείλος, και εσω- τερικά, η λαβή και το μεγαλύτερο μέρος του σώματος φέ- • 199 (Πίν. 38ε, Σχ. 13β) ρουν ερυθρό χρώμα, το οποίο έχει «τρέξει» ακανόνιστα στο Ι.74.16, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7757 κάτω, εδαφόχρωμο, μέρος του σώματος. Ύψ. 29.2εκ., δ.χ. 13.2εκ. , δ.β. 9.2εκ. Χρονολόγηση: Αρχές 5ου αι. π.Χ. Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ακέραια. Λείπει μικρό τμήμα του χείλους. Ένα μεγάλο μέρος • 193 (Πίν. 37μ, Σχ. 12γ) του σώματος είναι απολεπισμένο. Σφαιρικό σώμα, βάση Ι.164.173, Νεκροταφείο, ΟΙΚ. 164, Τ 4644 απλή, επίπεδη. Το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό, εξωστρε- Ύψ. 14εκ., δ.χ. 4.3εκ. φές και η άνω επιφάνεια του κυρτή. Ο λαιμός είναι χαμηλός, Πηλός καστανοκίτρινος, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. κοίλος, ενιαίος με το σώμα. Οι δύο κάθετες ταινιωτές λαβές Λείπει το κάτω μέρος του σώματος. Χείλος εξωστρεφές, φύονται από το χείλος και απολήγουν στο άνω μέρος του υπερυψωμένη λαβή. Το άνω μισό τμήμα του αγγείου φέρει σώματος. Υπάρχουν ίχνη καύσης. καστανό χρώμα. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 400-350 π.Χ. • 200 (Πίν. 38ζ) ΙΙ. Με βάση Ι.74.125, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7286, Α 101 Ύψ. 25.5εκ., δ.β. 7.7εκ. • 194 (Πίν. 38α) Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Ι.29.280, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Να της Τ 2644 πολλές προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 12.6εκ., δ.χ. 4.3εκ., δ.β. 4.1εκ. Λείπει μεγάλο μέρος του σώματος, του λαιμού, σχεδόν ολό- Πηλός πορτοκαλόχρωμος με λίγες προσμίξεις. κληρο το χείλος και η μία κάθετη λαβή. Σώμα ωοειδές, βάση Εξωστρεφές χείλος με λοξότμητο μέτωπο, υπερυψωμένη απλή-επίπεδη. Διακρίνουμε ότι το χείλος ήταν εξωστρεφές. ταινιωτή λαβή και δισκόμορφη βάση. Ερυθροβαφής. Ο λαιμός είναι χαμηλός και προς τα πάνω στενεύει ελαφρά. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή και φύεται από το χείλος. Υπάρχουν ίχνη καύσης. • 195 (Πίν. 38β, Σχ. 12δ) Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Ι.161.442, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5234 Πηλός πορτοκαλόχρωμος με λίγες προσμίξεις. • 201 (Πίν. 38στ) Ωοειδές σώμα, ενιαίου περιγράμματος με το στενό λαιμό. Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ 9717 (από την κά- Βάση δισκόμορφη. Χείλος εξωστρεφές με λοξότμητο λυψη) εξωτερικό μέτωπο. Ερυθροβαφής. Ύψ. 31εκ. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις και μίκα. • 196 (Πίν. 38γ) Διατηρείται σχεδόν κατά το ήμισυ. Σχεδόν σφαιρικό σώμα. Ι.164.102, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4541 Χείλος εξωστρεφές και από αυτό φύεται η μία σωζόμενη Ύψ. 13.5εκ., δ.χ. 3.7εκ., δ.β. 3.3εκ. κάθετη λαβή, η οποία είναι ταινιωτή και απολήγει στο άνω Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με άκρο του ώμου. Ο λαιμός είναι ευρύς, κυλινδρικός, ενιαίος λίγες προσμίξεις. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. με το σώμα. Η λαβή σχηματίζει τέσσερις σχεδόν ανάγλυφες Σώμα ωοειδές, βάση δισκόμορφη. Η κάτω επιφάνειά της ραβδώσεις. Υπάρχουν έντονα ίχνη καύσης και στις δύο ελαφρώς κοίλη. Χείλος ενιαίο με το λαιμό και εξωστρεφές. Η όψεις. λαβή, ελλειψοειδούς διατομής, υπερυψωμένη, φύεται από το Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. χείλος και παρουσιάζει μία διόγκωση στο πίσω τμήμα της. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. • 202 (Πίν. 39α) Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ 9745 • 197 (Σχ. 12ε) Ύψ. 22εκ., δ.β. 7.4εκ. Ι.136.230, Νεκροταφείο, Οικ. 136, επίχωση Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 11εκ., δ.χ. 4.2εκ., δ.β. 3.2εκ. Έχουν συγκολληθεί πολλά όστρακα. Διατηρείται κατά το Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με ήμισυ. Σώμα σφαιρικό, βάση δισκόμορφη, εξωτερικά ακα- λίγες προσμίξεις. νόνιστη. Χείλος εξωστρεφές, λαιμός κοντός, ευρύς, κυλιν- Ακέραια. Βάση δισκόμορφη και στο σημείο ένωσης με το δρικός. Η λαβή είναι ταινιωτή και φύεται από το χείλος. σώμα σχηματίζεται χαρακτή αυλάκωση. Εξωστρεφές χείλος Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. με λοξότμητο το εξωτερικό μέτωπο. Κάτω από τη γένεση της ταινιωτής λαβής, στο χείλος σχηματίζεται μία διόγκωση. • 203 (Πίν. 39β) Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Ακατάγραφη, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ 9719 Ύψ. 32.5εκ., δ.χ. 17.3εκ., δ.β. 8εκ. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Χύτρες Ωοειδές σώμα, βάση απλή, επίπεδη. Εξωστρεφές, λοξότμητο χείλος. Ο λαιμός είναι ευρύς, χαμηλός και ενιαίος με το Ι. Με ψηλό σώμα και λαιμό σώμα. Οι ταινιωτές λαβές φύονται από το χείλος και απολή- γουν στο άνω τμήμα του σώματος. • 198 (Πίν. 38δ, Σχ. 13α) Ι.51.443, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3366, Α 68 • 204 (Πίν. 39γ) Ύψ. 30εκ., δ.χ. 16εκ., δ.β. 9.2εκ. Ι.95.169, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ 9864(εξωτ.) 328 Ύψ. 12.5εκ. • 211 (Πίν. 40γ) Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ι.165.67, Νεκροταφείο, Οικ. 165, Τε Β5 Όμοια με την 203. Ύψ. 15εκ., πάχος 0,3εκ. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. (;) Πηλός καστανέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 205 Δεν σώζεται ακέραιο το χείλος και η λαβή. Συγκολλήθηκαν 5 Ι.95.171, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ 9864(εξωτ.) όστρακα. Σώμα ημισφαιρικό, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη Ύψ. 16.4εκ. βάση, χείλος εξωστρεφές. Λαβή ταινιωτή. Υπάρχουν ίχνη Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. καύσης και στίλβωσης. Διατηρείται τμήμα του εξωστρεφούς χείλους, του σώματος και η μία κάθετη λαβή που φύεται από το χείλος. Υπάρχουν • 212 (Πίν. 40δ) ίχνη καύσης. Ι.205.7, Οικ. 205, κλίβανος 6 Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. (;) Ύψ. 25εκ., δ.χ. 17.2εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με • 206 προσμίξεις και μίκα. Ι.95.170, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ9864(εξωτ.) Έχουν συγκολληθεί πολλά όστρακα. Λείπει τμήμα του χεί- Ύψ. 13εκ. λους. Σώμα ημισφαιρικό, ενιαία με το σώμα, στρογγυλοποι- Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. ημένη βάση. Χείλος έντονα εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά Διατηρείται κατά το ήμισυ. Ωοειδές σώμα, βάση επίπεδη, του επίπεδη. Ο ευρύς λαιμός διευρύνεται προς το σώμα, όπου χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Χείλος εξωστρεφές, ενιαίο με σχηματίζεται ανεπαίσθητη εγκοπή. Η κάθετη λαβή ταινιωτή. τον κοντό, διευρυνόμενο προς το σώμα, λαιμό. Λαβή ταινι- Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. ωτή, ελαφρά υπερυψωμένη. Τα τοιχώματα έχουν μεγάλο πάχος. Χειροποίητη. ΙΙΙ. Με πώμα Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. (;) • 213 (Πίν. 40ε, Σχ. 13στ) ΙΙ. Με σφαιρικό σώμα και εξωστρεφές χείλος Ι.120.37, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Τ 2447 Ύψ. 9.3εκ. • 207 (Πίν. 39ε, Σχ. 13γ) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με Ι.115.300, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7455 λίγες προσμίξεις και πολλή μίκα. Ύψ. 7.6εκ., δ.χ. 6.4εκ. Συγκολλήθηκαν 13 όστρακα. Υπάρχουν λίγες συμπληρώσεις. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Σώμα σφαιρικό, βάση ενιαία με αυτό. Χείλος κάθετο, χωρίς άφθονη μία. ιδιαίτερη διαμόρφωση. Εσωτερικά στη βάση του χείλους Ακέραια. Το άνω τμήμα του σώματος διευρύνεται προς τα υπάρχει διαμόρφωση για την υποδοχή πώματος. Έχει μόνο κάτω. Το κάτω τμήμα του είναι ημισφαιρικό, ενιαίο με την μία λαβή, η οποία φύεται από το χείλος και είναι ταινιωτή. αδιαμόρφωτη βάση, η οποία είναι σχεδόν επίπεδη. Το χείλος Χρονολόγηση: Γύρω στα 400 π.Χ. είναι έντονα εξωστρεφές. Οι λαβές ταινιωτές, ελαφρά υπε- ρυψωμένες. Υπάρχουν ίχνη καύσης. Αρυτήρες Χρονολόγηση: 5ος αι. π.Χ. Ι. Με ανακαμπτόμενο χείλος • 208 (Πίν. 39ζ, Σχ. 13δ) Ι.52.32, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Βόρεια του Τ 2218 • 214 (Πίν. 41α) Ύψ. 10.8εκ., δ.χ. 9.5εκ Ι.140.66, Νεκροταφείο, Οικ. 140, Β. του Α176 Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 6.3εκ., δ.χ. 4.8εκ., πάχος 0.3εκ. Ακέραια. Σφαιρικό σώμα, βάση ενιαία με αυτό, χωρίς ιδιαί- Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις τερη διαμόρφωση. Χείλος εξωστρεφές, λαιμός κοίλος και και μίκα. λαβές ταινιωτές. Λείπει μικρό τμήμα του σώματος. Ημισφαιρικό σώμα με Χρονολόγηση: 400-350 π.Χ. διευρυνόμενο ώμο. Βάση αδιαμόρφωτη, στρογγυλοποιημένη. Το ανακαμπτόμενο χείλος στο σημείο ένωσης με το σώμα • 209 (Πίν. 39η, Σχ. 13ε) σχηματίζει εγκοπή. Κάθετη ταινιωτή λαβή. Υπάρχουν ίχνη Ι.136.85, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 3015 καύσης. Ύψ. 12.8εκ., δ.χ. 10.2εκ. Χρονολόγηση: Γύρω στα 550-525 π.Χ. Πηλός καφέ (7.5YR, 4\6) χονδρόκοκκος με προσμίξεις και πολλή μίκα. Συγκολλήθηκαν τέσσερα θραύσματα. Ψηλό, σφαιρικό σώμα, ΙΙ. Με εξωστρεφές, επικλινές χείλος βάση ενιαία με αυτό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Χείλος εξωστρεφές με πεπλατυσμένη άνω επιφάνεια, λαιμός κοίλος. • 215 (Πίν. 41δ, Σχ. 14α) Ταινιωτές λαβές. Υπάρχουν ίχνη καύσης. Ι.75.64, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2022 Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. Ύψ. 8.5 εκ., δ.χ. 8.1 εκ., πάχος 0.3 εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\6), μεσαίου πάχους με • 210 (Πίν. 40α) λίγες προσμίξεις και πολλή μίκα. Ι.51.425, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3265 Ακέραιος. Σφαιρικό σώμα, βάση ενιαία με αυτό. Η κάθετη Ύψ. 18εκ., δ.χ. 13εκ. λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο άνω μέρος του Πηλός κιτρινωπός καφέ (5ΥR, 4\6), λεπτόκοκκος με προσμί- σώματος. Υπάρχουν έντονα ίχνη καύσης. ξεις και μίκα. Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Υπάρχουν πολλές • 216 (Πίν. 41ε, Σχ. 14β) συμπληρώσεις. Σώμα σφαιρικό, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη Ι.51.261, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3237 βάση. Χείλος εξωστρεφές Εσωτερικά φέρει μία αβαθή, χα- Ύψ.9.1εκ., διάμ. χ. 8.9εκ. ρακτή αυλάκωση. Λαβές ταινιωτές. Υπάρχουν ίχνη καύσης. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Χρονολόγηση: 330-300π.Χ. προσμίξεις και άφθονη μίκα. 329 Συγκολλήθηκαν έξι όστρακα. Λείπει μέρος του σώματος και Ακέραιος. Ημισφαιρικό σώμα, αδιαμόρφωτη βάση, σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος της λαβής. επίπεδη. Λαιμός κοίλος, διευρυνόμενος προς το σώμα. Ται- νιωτή λαβή με αυλάκωση κατά μήκος. • 217 (Πίν. 41στ, Σχ. 14γ) Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. Ι.29.348, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τε 32, νότια του Τ 2534 Ύψ. 7.8εκ., δ.χ. 6.7εκ. • 224 (Σχ. 14ζ) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Ι.115.456, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7332δ προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Ύψ. 11.9εκ., δ.χ. 10.3εκ. Συγκολλήθηκαν οκτώ θραύσματα. Λείπει μέρος του σώματος Πηλός σκούρος γκριζωπός καφέ (10YR, 4\2), λεπτόκοκκος και η λαβή. Σφαιρικό σώμα, βάση ενιαία με αυτό, με προσμίξεις. αδιαμόρφωτη. Στο άνω άκρο του σώματος σχηματίζεται Λείπει τμήμα του χείλους. Σώμα σφαιρικό, αδιαμόρφωτη μικρή εγκοπή. Λαβή ταινιωτή. βάση. Χείλος έντονα εξωστρεφές με κάθετο μέτωπο. Λαιμός κοντός, ενιαίος με το σώμα και διευρυνόμενος προς αυτό. • 218 (Πίν. 41ζ) Υπερυψωμένη λαβή. Ι.77.55 Νεκροταφείο, Οικ. 77, Τ5514 Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Ύψ. 8.5εκ., δ.χ. 8.2εκ. Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με άφθονες • 225 (Σχ. 14η) προσμίξεις και μίκα. Ι.51.365, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3227 Συγκολλήθηκαν τέσσερα θραύσματα. Σφαιρικό σώμα, Ύψ.7.8εκ., δ.χ. 6.3εκ. αδιαμόρφωτη βάση. Ταινιωτή λαβή, ελαφρά υπερυψωμένη. Πηλός ωχρός καστανός (10YR, 6\3), λεπτόκοκκος καθαρός. Στο ύψος της ράχης σχηματίζει γωνία. Στην πρόσθια όψη Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Έχει πολλές αποκρούσεις υπάρχουν έντονα ίχνη καύσης. στο χείλος. Σώμα σφαιρικό, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη Χρονολόγηση: Α’ μισό τετάρτου αιώνα π.Χ. βάση. Χείλος εξωτερικά κάθετο. Λαιμός κοντός, κοίλος. Ταινιωτή λαβή. • 219 (Πίν. 42α) Χρονολόγηση: Γύρω στα 300π.Χ. Ι.95.51, Νεκροταφείο, οικ. 95, Τ9759 Πηλός καστανοκίτρινος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και • 226 (Σχ. 15α) μίκα. Ι.75.323, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2093 Ακέραιος. Σφαιρικό σώμα, αδιαμόρφωτη βάση, λαιμός πολύ Ύψ. 9εκ., δ.χ. 7.5εκ., π. 0.3εκ. χαμηλός. Πηλός καστανός,μεσαίου πάχους με προσμίξεις και άφθονη Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. μίκα. Συγκολλήθηκε μικρό τμήμα του χείλους και λείπει ένα μικρό • 220 (Σχ. 14δ) τμήμα του. Σφαιρικό σώμα, βάση στρογγυλοποιημένη, αδια- Ι.75.336, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2099 μόρφωτη, στο κέντρο παρουσιάζει μικρή διόγκωση. Λαιμός Ύψ. 7.8εκ., δ.χ. 8.5εκ. ελαφρά κοίλος, διευρυνόμενος προς το σώμα. Λαβή ταινιωτή Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5/6), λεπτόκοκκος με με ελαφρά κοίλη την εξωτερική της επιφάνεια. Υπάρχουν προσμίξεις και μίκα. ίχνη καύσης. Ακέραιος. Σφαιρικό σώμα, αδιαμόρφωτη βάση, λαιμός χαμη- Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. λός, διευρυνόμενος προς το σώμα. Η ταινιωτή λαβή στο ύψος της ράχης σχηματίζει γωνία. • 227 (Πίν. 42γ) Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Ι.29.185, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2771 Ύψ. 7.5εκ., διάμ. χ. 7.5εκ. • 221 (Σχ. 14ε) Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με άφθονες προσμί- Ι.75.335, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2099 ξεις και μίκα. Ύψ. 7εκ., δ.χ. 5.5εκ. Ακέραιος. Το χείλος είναι εξωστρεφές. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. μίκα. Ακέραιος. Σφαιρικό σώμα, βάση αδιαμόρφωτη. Λαβή ταινι- • 228 (Σχ. 15β) ωτή. Υπάρχουν ίχνη καύσης. Ι.51.471, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3308 Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Ύψ. 9εκ., δ.χ. 7.8εκ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και • 222 μίκα. Ι.115.347, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7312 Ακέραιος με λίγες μόνο αποκρούσεις στο χείλος. Σφαιρικό Ύψ. 6.7εκ., δ.χ. 6.8εκ. σώμα, στρογγυλοποιημένη, αδιαμόρφωτη βάση. Λαιμός Πηλός Καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και κοίλος, διευρυνόμενος προς το σώμα. Ταινιωτή λαβή. μίκα. Χρονολόγηση: 2ο τέταρτο 3ου αι. π.Χ. Ακέραιος. Σώμα σφαιρικό, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Το χείλος στο σημείο ένωσης με το λαιμό σχηματίζει μικρή ΙΙΙ. Με εξωστρεφές χείλος με πεπλατυσμένη εγκοπή. Μικρός κυλινδρικός λαιμός. Η κάθετη, ταινιωτή επιφάνεια λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο του σώμα- τος. • 229 (Πίν. 42στ) Χρονολόγηση: 350-325π.Χ. Ι.75.487, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2048 Ύψ. 7.9εκ., δ. χ. 5.4εκ. • 223 (Σχ. 14στ) Πηλός καστανέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Ι.75.480, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2096 μίκα. Ύψ. 5εκ., δ.χ. 4.6εκ. Ακέραιος. Σφαιρικό σώμα, βάση αδιαμόρφωτη. Χείλος σε Πηλός Κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με σχήμα σπείρας. Λαιμός κοίλος, διευρυνόμενος προς το σώμα. άφθονη μίκα. Λαβή υπερυψωμένη. Υπάρχουν ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. 330 • 230 (Σχ. 15γ) Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 4/6), χονδρόκοκκος με Ι.75.488, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2048 πολλές προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 8.7 εκ., διάμ. χ. 7.5εκ. Λείπει μεγάλο τμήμα του σώματος, του λαιμού και η λαβή. Πηλός ερυθροκάστανος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Υπάρχουν συμπληρώσεις. Όμοιο με τα προηγούμενα. μίκα. Χρονολόγηση: Γύρω στα 320 π.Χ. Συγκολλήθηκαν 16 θραύσματα. Φέρει πολλές συμπληρώσεις στο χείλος και στο σώμα. Σώμα ημισφαιρικό, λαιμός κοίλος. IV. Με εξωστρεφές χείλος και σώμα διαχωρι- Υπάρχουν ίχνη καύσης. σμένο σε δύο τμήματα Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. • 239 (Πίν. 43ζ) • 231 (Πίν. 43α, Σχ. 15δ) Ι.52.16, Νεκροταφείο, Οικ. 52, επίχωση Ι.115.525, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ7501 Ύψ. 10εκ., δ.χ. 8.8εκ. Ύψ. 8εκ., δ.χ. 6εκ. Πηλός πορτοκαλόχρωμος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Λείπει το μεγαλύτερο τμήμα του χείλους. Το άνω τμήμα του Λείπει μέρος του σώματος. Έχουν συγκολληθεί αρκετά σώματος διευρύνεται έντονα και σχηματίζει γωνία με το θραύσματα. Σφαιρικό σώμα, βάση ενιαία με αυτό, επίπεδη, κάτω ημισφαιρικό τμήμα. Η βάση είναι αδιαμόρφωτη. Το διευρυνόμενος λαιμός. Ταινιωτή λαβή που στη ράχη σχημα- χείλος είναι έντονα εξωστρεφές και το εξωτερικό του μέτωπο τίζει γωνία. χαμηλό και κάθετο. Υπερυψωμένη λαβή. Χρονολόγηση: αρχές 4ου αι. π.Χ. • 240 (Σχ.15η) • 232 (Πίν. 43β, Σχ. 15ε) Ι.160.83, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τε7 Ι.115.526, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7501 Ύψ. 8εκ., δ.χ. 7.4εκ. Ύψ. 6.5εκ., δ.χ. 6.6εκ. Πηλός πορτοκαλόχρωμος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Λείπουν μικρά τμήματα. Ελαφρά εξωστρεφές χείλος και Λείπει η βάση και το μεγαλύτερο τμήμα της λαβής. Σώμα κάθετη ταινιωτή λαβή. Το κάτω τμήμα φέρει χρώμα. σφαιρικό, λαβή ταινιωτή. Έντονα ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: αρχές 4ου αι. π.Χ. • 241 (Πίν. 43η, Σχ. 16α) Ι.77.29, Νεκροταφείο, Οικ. 77, επίχωση • 233 (Πίν. 43ε, Σχ. 15στ) Ύψ. 11.5εκ., δ.χ. 8εκ. Ι.30.54α, Νεκροταφείο, Οικ. 30, Τ2863 Πηλός σκούρος καστανός με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 9.2εκ., δ.χ. 8.1εκ. Λείπουν μικρά τμήματα. Ελαφρά εξωστρεφές χείλος και Πηλός κιτρινωπός καστανός, με προσμίξεις και μίκα. κάθετη ταινιωτή λαβή. Το κάτω τμήμα φέρει χρώμα. Ακέραιος. Σώμα σχεδόν σφαιρικό, ενιαίο με την αδιαμόρ- φωτη βάση. Η ταινιωτή λαβή σχηματίζει γωνία. • 242 (Πίν. 44α, Σχ. 16β) Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. Ι.115.524, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ7501 Ύψ. 8εκ., δ.χ. 7.4εκ. • 234 (Σχ. 15ζ) Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5/6), χονδρόκοκκος με Ι.75.320, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2030 πολλές προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 9εκ., δ.χ. 8.1εκ., δ.β. β. 6.8εκ. Ακέραιος. Το άνω τμήμα του σώματος είναι κυρτό. Το κάτω Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις και είναι προχειροφτιαγμένο και ωοειδές. Χείλος εξωστρεφές, μίκα. λαιμός διευρυνόμενος προς το σώμα. Το σώμα διαχωρίζεται Ακέραιος. Σφαιρικό σώμα, βάση ενιαία με αυτό επίπεδη, έντονα από το λαιμό σχηματίζοντας γωνία. Η ταινιωτή λαβή, λαιμός διευρυνόμενος. Η λαβή είναι ταινιωτή με ελαφρά στο ύψος της ράχης, σχηματίζει γωνία. κοίλη την εξωτερική της επιφάνεια. Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. • 243 (Σχ. 16γ) • 235 (Πίν. 43στ) Ι.51.385, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ3319 Ι.205.11, Οικ. 205, κλίβανος 6 Ύψ. 10.6εκ., δ.χ. 8.4εκ. Ύψ. 5εκ., δ.χ. 6εκ. Ακέραιος. Σώμα ημισφαιρικό που γωνιάζει στο σημείο Πηλός σκούρος πράσινος (2.5Υ, 3/3), λεπτόκοκκος με πολ- ένωσης με το διευρυνόμενο λαιμό, χείλος έντονα εξωστρε- λές προσμίξεις και μίκα. φές. Ταινιωτή λαβή. Συγκολλήθηκαν 14 θραύσματα. Σώμα ημισφαιρικό, λαιμός Χρονολόγηση: Α’ τέταρτο 4ου αι. π.Χ. κοίλος, διευρυνόμενος. Η άρθρωση λαιμού-σώματος είναι έντονη. Ταινιωτή λαβή. Η συμπλήρωση της βάσης, ως • 244 (Πίν. 44δ, Σχ.16δ) επίπεδη, είναι λανθασμένη. Φέρει έντονα ίχνη καύσης. Ι.161.127, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5279 Χρονολόγηση: Γύρω στα 320 π.Χ. Ύψ. 8εκ., δ.χ. 6.8εκ. Πηλός πορτοκαλόχρωμος με προσμίξεις και μίκα. • 236 (Πίν. 43στ) Ημισφαιρικό σώμα, στενός λαιμός, χείλος εξωστρεφές. Ι.205.12, Οικ. 205, κλίβανος 6 Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. Ύψ. 6.9εκ., διάμ. χ. 5.9εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5/6), χονδρόκοκκος με • 245 (Σχ. 16ε) πολλές προσμίξεις και μίκα. Ι.75.441, Νεκροταφείο, οικ.75 Τ2119 Ημισφαιρικό σώμα, αδιαμόρφωτη, στρογγυλοποιημένη Ύψ. 9.4εκ.,διάμ.χ.8εκ. βάση. Ο λαιμός διευρύνεται προς το σώμα. Λαβή ταινιωτή. Πηλός καφέ, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Κατά τόπους υπάρχουν ίχνη καύσης. Σώμα ημισφαιρικό, χωρίζεται με γραμμή από τον ώμο. Η Χρονολόγηση: Γύρω στα 320 π.Χ. λαβή έχει ιδιαίτερα μεγάλο άνοιγμα. Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. • 237 (Πίν. 43στ) Ι.205.13, Οικ. 205, Kλίβανος 6 331 • 246 (Σχ. 16στ) • 253 (Πίν. 45ε) Ι.51.424, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3259 Ι.51.436, Νεκροταφείο, Οικ. 51, χωρίς ένδειξη Ύψ. 10.5εκ., δ.χ. 9.8εκ. Ύψ. 8εκ., δ.χ. χ. 8.3εκ. Πηλός καστανός, μεσαίος με προσμίξεις. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), με προσμίξεις και Σώμα ημισφαιρικό με αδιαμόρφωτη επιφάνεια έδρασης και μίκα. διευρυνόμενο ώμο. Έχουν συγκολληθεί αρκετά όστρακα. Έντονη φθορά και ίχνη Χρονολόγηση: 325-300π.Χ. καύσης. Το άνω τμήμα του σώματος είναι κοίλο, έντονα διευρυνόμενο και σχηματίζει γωνία με το κάτω ημισφαιρικό • 247 (Πίν. 44ι) τμήμα. Βάση αδιαμόρφωτη. Χείλος έντονα εξωστρεφές. Ι.29.255, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2569 Ύψ. 6.8εκ., δ.χ. 7.5εκ. • 254 (Πίν. 45στ) Πηλός καστανός, μεσαίος με προσμίξεις. Ι.161.119, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5307 Συγκολλημένος από πολλά όστρακα. Λείπει τμήμα του χεί- Ύψ. 6.5εκ., δ.χ. 7.1εκ. λους και της βάσης. Φέρει έντονα ίχνη καύσης. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. μίκα. Ακέραιος. Σώμα ημισφαιρικό, βάση στρογγυλοποιημένη, • 248 (Πίν. 45β) αδιαμόρφωτη, λαιμός κοίλος, διευρυνόμενος, ελαφρά υπε- Ι.165.82, Νεκροταφείο, Οικ. 165, Τ 4934 ρυψωμένη λαβή. Ύψ. 4εκ., δ.χ. 1.4εκ., δ.β. 2.6εκ. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Πηλός Καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. Λείπει η λαβή. Το σώμα στο μέσο σχηματίζει γωνία. Η βάση • 255 (Πίν. 45η, Σχ. 17α) είναι επίπεδη. Λαιμός χαμηλός, κοίλος. Ι.75.475, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2025 Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Ύψ. 10.3εκ., δ.χ. 8.4εκ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και • 249 (Σχ. 16ζ) μίκα Ι.115.442, Νεκροταφείο, Οικ. 115, T 7588 Συγκολλήθηκαν επτά θραύσματα. Υπάρχουν αρκετές Ύψ. 7.2εκ., δ.χ. 7.2εκ. συμπληρώσεις. Σώμα αρκετά ψηλό, ενιαίο με την αδιαμόρ- Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με πολλές προσμί- φωτη βάση. Λαιμός κοίλος, διευρυνόμενος. Στο σημείο με- ξεις και μίκα. τάβασης προς το σώμα υπάρχει μια οριζόντια χαρακτή αυλά- Ακέραιος. Το άνω μέρος του σώματος είναι ελαφρώς κοίλο, κωση. Ταινιωτή λαβή που απολήγει ασυνήθιστα ψηλά, στο διευρυνόμενο προς το κάτω ημισφαιρικό τμήμα που είναι άνω άκρο του σώματος, αμέσως κάτω από την αυλάκωση. ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Ταινιωτή λαβή. Υπάρχουν Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. • 256 (Πίν. 45θ, Σχ. 17β) Ι.75.478, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2025 • 250 (Σχ. 16η) Ύψ. 9.7εκ., δ.χ. 8.6εκ. Ι.74.246, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7240 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), ιδιαίτερα Ύψ. 5.55εκ., δ.χ. 4εκ. χονδρόκοκκος με πάρα πολλές προσμίξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\6), μεσαίος πλούσιος σε Συγκολλήθηκαν οκτώ θραύσματα. Έχει ελάχιστες μίκα. συμπληρώσεις. Σφαιρικό σώμα, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη Συγκολλήθηκαν 9 όστρακα. Λείπει μικρό μέρος του σώμα- βάση. Λαιμός διευρυνόμενος, στο σημείο ένωσης με το σώμα τος. Ημισφαιρικό σώμα, λαιμός κοίλος, διευρυνόμενος προς σχηματίζεται μια εγκοπή. το σώμα. Η ταινιωτή λαβή, στη ράχη, σχηματίζει γωνία και Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. ανασηκώνεται. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. • 257 (Πίν. 45κ, Σχ. 17γ) Ι.51.277, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ3260 V. Mε πεπλατυσμένο χείλος και γωνιώδες Ύψ. 5εκ., δ.χ. 6.4εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR,5\8), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και περίγραμμα μίκα. Όμοιος με τον προηγούμενο. • 251 (Σχ. 16θ) Χρονολόγηση: Τέλος 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ. Ι.75.311, Νεκροταφείο, Οικ. 75, επίχωση Ύψ. 6εκ., δ.χ. 6.6εκ. • 258 (Πίν. 45λ) Ακέραιος. Ημισφαιρικό σώμα, αδιαμόρφωτη βάση, Χείλος Ι.51.282, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3260 έντονα εξωστρεφές κάθετο μέτωπο. Λαιμός ενιαίος με το Ύψ. 9.4εκ., δ.χ. 8 εκ. σώμα, κοίλος και διευρυνόμενος. Στο σημείο ένωσης λαιμού- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με σώματος σχηματίζεται γωνία. Ταινιωτή λαβή. προσμίξεις και μίκα. Λείπει μόνο μέρος του χείλους. Σώμα σφαιρικό, σχετικά • 252 ψηλό, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Λαιμός κοντός, Ι.75.342, Νεκροταφείο, Οικ. 75 ανάμεσα στους Τ 2031-2042, κυλινδρικός, ελαφρά διευρυνόμενος προς το σώμα. ΠΕ11 Χρονολόγηση: Τέλος 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ. Ύψ. 7.3εκ., δ.χ. 7.2εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 6\8), χονδρόκοκκος με άφθονες • 259 (Πίν. 45μ) προσμίξεις και μίκα. Ι.51.285, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3260 Ακέραιος. Δεν σώζεται η λαβή, παρά η απόληξή της. Περιμε- Πηλός Κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος. τρικά του χείλους υπάρχουν πολλές αποκρούσεις. Υπάρχουν Χρονολόγηση: Τέλος 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ. ίχνη καύσης. Σφαιρικό σώμα, βάση αδιαμόρφωτη. Το εξω- στρεφές χείλος ανασηκώνεται ελαφρά. • 260 (Πίν. 46η, Σχ. 17δ) Ι.161.439, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5234 332 Ύψ. 6.4εκ., δ.χ. 5.3εκ. • 266 (Σχ. 18γ) Πηλός κιτρινοκάστανος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Ι.164.185, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Α44 μίκα. Ύψ. 10.2εκ., διάμ .χ. 3.8εκ., δ.β. 4εκ. Ακέραιος. Το άνω τμήμα του σώματος είναι διευρυνόμενο Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με προ- και σχηματίζει γωνία με το κάτω ημισφαιρικό τμήμα του. σμίξεις και μίκα. Βάση αδιαμόρφωτη. Το χείλος είναι εξωστρεφές. Ακριβώς Σώμα σφαιρικό, βάση δισκόμορφη. Λαιμός κοντός, χείλος σε κάτω από το χείλος σχηματίζονται τρεις αβαθείς ακανόνιστες σχήμα εχίνου. αυλακώσεις. Η ταινιωτή λαβή στο ύψος της ράχης σχηματί- Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. ζει γωνία. Υπάρχουν λίγα ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: Γύρω στο 350 π.Χ. • 267 (Πίν. 47ε) Ι.166.10, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ 3474 • 261 (Πίν. 46κ, Σχ. 17ε) Ύψ. 9εκ., δ.χ. 3.2εκ., δ.β. 5.2εκ. Ι.120.38, Νεκροταφείο, Οικ. 120, Τ 2499 Λείπει τμήμα του χείλους. Ευρύς ώμος, ημισφαιρικό σώμα, Ύψ. 12.4εκ., δ.χ. 9.3εκ. βάση ευρεία δακτυλιόσχημη, με σχεδόν κάθετο εξωτερικό Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με μέτωπο. προσμίξεις. Χρονολόγηση: 400-375π.Χ. Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Σφαιρικό σώμα, αδιαμόρ- φωτη βάση, λαιμός πολύ κοντός, ελαφρά κοίλος. Ταινιωτή • 268 (Πίν. 47ζ, Σχ. 18δ) λαβή. Ι.27.13, Νεκροταφείο, Οικ. 27, Τ 4298 Χρονολόγηση: 300-275 π.Χ. Ύψ. 12.1εκ., δ.χ. 4.1εκ., δ.β. 5εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\8), μεσαίος με προσμίξεις και • 262 (Σχ. 17στ ) μίκα. Ι.29.244, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2694 Λείπει μικρό τμήμα του χείλους. Συγκολλήθηκαν 5 όστρακα. Ύψ. 10.4εκ., δ.χ. 7.8εκ. Σώμα ωοειδές, βάση δισκόμορφη. Χείλος σε σχήμα εχίνου. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με Η ταινιωτή λαβή φύεται από τον ώμο, ανασηκώνεται φθάνο- προσμίξεις και μίκα. ντας στο σημείο γένεσης του χείλους και απολήγει στο άνω Συγκολλήθηκαν επτά όστρακα. Διατηρείται κατά το ήμισυ. άκρο του σώματος. Σώμα σφαιρικό, ενιαίο με τη βάση. Το ανακαμπτόμενο χεί- Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. λος σχηματίζει ανεπαίσθητη εγκοπή στο σημείο ένωσης με το λαιμό. Ταινιωτή λαβή. • 269 (Πίν. 47θ, Σχ. 18ε) Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. Ι.52.104, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ 2271 Ύψ. 9εκ. • 263 (Πίν. 47α, Σχ. 17ζ) Πηλός καφέ, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και άφθονη μίκα. Ι.29.307, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2589 Λείπει το χείλος, ο λαιμός και τμήμα του σώματος. Σώμα Ύψ. 6.4εκ., διάμ. χ. 6.2εκ. σφαιρικό που προς τα πάνω στενεύει για να σχηματιστεί ο Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με πολλές προσμίξεις και λαιμός. Η βάση έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Η επι- μίκα. φάνεια έδρασης είναι επίπεδη. Η λαβή έχει προσαρμοστεί Λείπει μόνο μέρος του χείλους. Το σώμα σχηματίζει γωνία στον ώμο, ανυψώνεται σχηματίζοντας ένα είδος θηλιάς και με τον ώμο. Το χείλος είναι έντονα εξωστρεφές. απολήγει στο άνω τμήμα του σώματος. Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Σφαιρικοί λήκυθοι • 270 (Πίν. 47ι, Σχ. 18στ) Ι.51.363, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3227 Ι. Με εχινόμορφο χείλος Ύψ. 7.8εκ., διάμ .χ. 6.3εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), μεσαίος με προσμί- ξεις και μίκα. O πυρήνας είναι γκρίζος. • 264 (Πίν. 47γ, Σχ. 18α) Λείπει το μεγαλύτερο τμήμα του λαιμού και το χείλος. Ο Ι.51.242, Νεκροταφείο, Οικ. 51, λάθος ένδειξη λαιμός είναι πολύ στενός, ενιαίος με τον ώμο. Το σώμα είναι Ύψ. 15.8εκ., δ.β. 8εκ. ημισφαιρικό και η βάση δισκόμορφη. Η κάθετη λαβή είναι Πηλός καφέ (7.5YR, 4\4), μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. ταινιωτή, φύεται από τη βάση του λαιμού και απολήγει στο Συγκολλήθηκαν έξι θραύσματα. Λείπει το χείλος. Σώμα άκρο του ώμου. σφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη. Λαιμός Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. χαμηλός, διευρυνόμενος προς τα πάνω ελαφρά. Ταινιωτή λαβή με κοίλη την εξωτερική της επιφάνεια. Χρονολόγηση: 5 oς αι. π.Χ. • 271 (Πίν. 48β, Σχ. 18ζ) Ι.164.223, Νεκροταφείο, οικ. 164, Τ 4503 Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. • 265 (Πίν. 47δ, Σχ. 18β) Λείπει τμήμα του χείλους. Το χείλος έχει μορφή εχίνου, ο Ι.92.28, Νεκροταφείο, Οικ. 92, Τ 2819 στενός λαιμός είναι ενιαίος με τον έντονα διευρυνόμενο ώμο, Ύψ. 14εκ., δ.χ. 4.5εκ., δ.β. 4.8εκ. το σώμα ωοειδές, η βάση έχει κάθετο μέτωπο. Η ταινιωτή Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και λαβή φύεται από το κάτω άκρο του λαιμού και απολήγει μίκα. στον ώμο. Λείπει τμήμα του χείλους και η βάση έχει πολλά απολεπί- Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. σματα. Σφαιρικό σώμα, βάση δακτυλιόσχημη- διευρυνόμενη με στενή, επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Χείλος σε σχήμα εχίνου. Λαιμός στενός, κυλινδρικός, διευρυνόμενος προς το ΙΙ. Με ψηλό λαιμό και απλό χείλος σώμα. Η ταινιωτή λαβή φύεται από το άνω τμήμα του λαι- μού, εφάπτεται στην κάτω επιφάνεια του χείλους και απολή- • 272 (Πίν. 48γ, Σχ. 19α) γει στον ώμο. Ι.161.122, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5307 Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. Ύψ. 6.3εκ., δ.χ. 2.7εκ., δ.β. 2.9εκ. 333 Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Ύψ. 5.4εκ., δ.χ. 7.9εκ. λίγες προσμίξεις και μίκα. Πηλός καστανέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Το χείλος είναι χαμηλό και έχει σχήμα σπείρας. Ο λαιμός στο μίκα. άνω άκρο του σχηματίζει μία εγκοπή. Το σώμα είναι κυρτό Συγκολλήθηκαν 9 όστρακα. Υπάρχουν αρκετές συμπληρώ- και στο κέντρο παρουσιάζει έντονη διόγκωση. Στο κάτω σεις. Ο ώμος είναι επίπεδος και σχηματίζει οξεία γωνία με το τμήμα συγκλίνει προς την αδιαμόρφωτη βάση σχηματίζοντας σώμα, που είναι βαθύτερο από ότι συνήθως και συγκλίνει ένα είδος «ποδιού». Η ταινιωτή λαβή φύεται από το μέσο του προς την αδιαμόρφωτη βάση. Χείλος κυκλικής διατομής. λαιμού και απολήγει στο άκρο του ώμου. Στην κάτω γένεσή Πιόσχημες λαβές, κυκλικής διατομής, υπερυψωμένες. της υπάρχει ένα ελλειψοειδές σφράγισμα με κάποιο Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. αδιάγνωστο ζώο. Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. • 278 (Πίν. 49α&β, Σχ. 19ζ) Ι.115.433, Νεκροταφείο, Οικ.115, Τε 17 • 273 (Πίν. 48δ, Σχ. 19β) Ύψ. 6,1εκ., δ.χ. 8.3εκ. Ι.161.123, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5307 Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Ύψ. 6.6εκ., δ.χ. 2.7εκ., δ.β. 2.9εκ. μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Συγκολλημένη από πλήθος οστράκων. Σώμα αβαθές, ενιαίο λίγες προσμίξεις και μίκα. με την αδιαμόρφωτη βάση, μικρός επίπεδος ώμος. Χείλος Συγκολλήθηκαν δέκα όστρακα. Το χείλος είναι ενιαίο με το κάθετο, χαμηλό, κατάλληλο για την υποδοχή πώματος. ψηλό λαιμό που προς τα πάνω διευρύνεται. Η άνω επιφάνειά Λοξές λαβές, κυκλικής διατομής, υπερυψωμένες. του είναι πεπλατυσμένη. Το άνω μέρος του σώματος είναι Χρονολόγηση: Γύρω στα 350 π.Χ. κυρτό και στη συνέχεια συγκλίνει προς τα κάτω. Η βάση είναι ενιαία με το σώμα, εξωτερικά ελαφρά διευρυνόμενη. Η • 279 (Σχ. 19στ) κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη. Ι.75.469, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τε 7 Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Ύψ. 6.9εκ., δ.χ. 9.5εκ. Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), ιδιαίτερα χονδρόκοκκος με πολ- Λοπάδες λές προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν έξι θραύσματα. Υπάρχουν πολλές Ι. Με κάθετο χείλος συμπληρώσεις στο σώμα, τη βάση και το λαιμό. Ο επίπεδος ώμος σχηματίζει με το χαμηλό, κυρτό σώμα οξεία γωνία. Η Ι1. Σώμα με ενιαίο περίγραμμα βάση είναι ενιαία με αυτό και χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. • 274 (Πίν. 48ε, Σχ. 19γ) Χρονολόγηση: Γύρω στα 350 π.Χ. Ι.75.454, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2142 Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 7.2εκ. Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. IΙ. Με απλό χείλος Ακέραια. Αδιαμόρφωτη βάση, ενιαία με το σώμα. Χείλος οριζόντιο, κυκλικής διατομής. Επίπεδος ώμος που σχηματίζει • 280 (Πίν. 49δ) οξεία γωνία με το σώμα. Από το σημείο ένωσης σώματος- Ι.161.488, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ5261 ώμου φύονται οι υπερυψωμένες λαβές, κυκλικής διατομής. Ύψ. 4.2εκ., δ.χ. 7.8εκ. Μικρή μαστοειδής απόφυση στο μέσο της πρόσθιας όψης. Πηλός κοκκινωπός καφέ (5YR, 5\4), χονδρόκοκκος με προ- Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. σμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν έξι θραύσματα. Διατηρείται κατά το ήμισυ. • 275 (Πίν. 48στ, Σχ. 19δ) Ο ώμος είναι επικλινής. Το κάτω τμήμα του σώματος και η Ι.157.95, Νεκροταφείο, Οικ. 157, Τε 9 βάση είναι ενιαία με καμπύλη διαμόρφωση. Το χείλος είναι Ύψ. 3.5εκ., δ.χ. 6.4εκ. κυκλικής διατομής. Στο σημείο μετάβασης προς το σώμα Πηλός (7.5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. υπάρχει μία χαρακτή αυλάκωση. Διατηρείται η μία γένεση Λείπει η μία λαβή, με εξαίρεση τις γενέσεις της. Υπάρχουν της μίας οριζόντιας λαβής, κυκλικής διατομής. λιγοστές συμπληρώσεις. Το άνω μέρος του σώματος είναι Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. σχεδόν επίπεδο ενώ το κάτω κυρτό, ενιαίο με την αδιαμόρ- φωτη βάση. Το χείλος είναι κάθετο, χαμηλό και δεχόταν • 281 (Πίν. 49στ, Σχ. 19η) πώμα. Η υπερυψωμένη, κυκλικής διατομής, λαβή έχει προ- Ι.74.250, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7240 σκολληθεί στο σημείο ενώσεως του άνω και κάτω μέρους Ύψ. 2.6εκ. (πώμα 3.7εκ.), δ.χ. 8.3εκ. (πώμα 8.8εκ.). του σώματος. Ίχνη καύσης. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. Συγκολλήθηκαν επτά όστρακα. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, ενιαίο με τη βάση. Επικλινής ώμος, χείλος κάθετο. Οι λαβές, • 276 (Σχ. 19ε) κυκλικής διατομής, είναι υπερυψωμένες. Ι.75.200, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τε 9, νότια του Τ 2037 Το πώμα συγκολλήθηκε από 13 όστρακα. Σχηματίζει μικρό Ύψ. 4.3εκ., δ.χ. 7.6εκ., δ.β. θόλο στην άνω επιφάνειά του οποίου υπάρχουν ακανόνιστες Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις χαρακτές γραμμές. Το κομβίο έχει μικρό στέλεχος που διευ- και μίκα. ρύνεται προς τα κάτω. Εξωτερικά έχει σχήμα εχίνου με Διατηρείται κατά το ήμισυ. Συγκολλήθηκαν επτά τέσσερις αβαθείς αυλακώσεις. Στην άνω επιφάνειά του θραύσματα. Ο ώμος σχηματίζει οξεία γωνία με το αβαθές μεγάλη κωνική βάθυνση. σώμα που είναι ενιαίο με την απλή, επίπεδη βάση. Χείλος Χρονολόγηση: Β’ μισό 4ου αι. π.Χ. οριζόντιο-κυκλικό. Πιόσχημη λαβή, κυκλικής διατομής, υπερυψωμένη. Λίγα ίχνη καύσης. • 282 (Πίν. 49η, Σχ. 19ι) Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. Ι.165.112, Νεκροταφείο, Οικ. 165, Τ 4758 Ύψ. 3εκ., δ.χ. 5.2εκ. I2. O ώμος σχηματίζει γωνία Πηλός καστανός, μεσαίος με πολλές προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται κατά το ήμισυ. Συγκολλήθηκαν δύο όστρακα. Το • 277 (Πίν. 48ζ-η, Σχ. 19θ) σώμα είναι αβαθές, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Ο Ι.75.486, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2048 334 ώμος είναι επικλινής. Χείλος οριζόντιο, πεπλατυσμένο. επιφάνειά της είναι κοίλη. Ταινιωτό, κοίλο χείλος. Οι Σώζονται οι γενέσεις της μιας οριζόντιας λαβής, κυκλικής οριζόντιες λαβές φύονταν από το χείλος. διατομής. Χρονολόγηση: Τέλος 4ου αι. π.Χ. (;) Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. • 289 (Σχ. 20α) • 283 (Πίν. 49θ) Ι.75.476, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2025 Ι.30.85, Νεκροταφείο, Οικ. 30, Τ 2884 Ύψ. 3.9εκ., δ.χ. 14εκ. Ύψ. 3εκ., δ.χ. 5.7εκ. Πηλός σκούρος γκριζωπός καφέ (10R, 4\2), χονδρόκοκκος Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 4\6), λεπτόκοκκος με λίγη με προσμίξεις και μίκα. μίκα και προσμίξεις. Συγκολλήθηκαν δέκα θραύσματα. Λείπει η βάση. Αβαθές, Σώμα αβαθές, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Επίπεδος ημισφαιρικό σώμα. Το χείλος εξωτερικά έχει γωνιώδες περί- ώμος, που σχηματίζει οξεία γωνία με το σώμα. Χείλος απλό, γραμμα και εσωτερικά είναι κοίλο για την υποδοχή πώματος. χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Έντονα ίχνη καύσης. Από το μέσο του χείλους φύονται δύο δακτυλιόσχημες, υπε- Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. ρυψωμένες λαβές. Ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. • 284 (Πίν. 49ι, Σχ. 19κ) IV. Με λαβή σε σχήμα θηλιάς Ι.136.27, Νεκροταφείο, Οικ. 136, T2993 Ύψ. 5.4εκ., δ.χ. 8.6εκ. • 290 (Πίν. 50στ, Σχ. 20β) Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ι.161.250, Νεκροταφείο, Οικ. 161, ανάμεσα στις Τ 5246, Συγκολλήθηκαν 25 θραύσματα. Υπάρχουν λίγες συμπληρώ- 5247, 5221 σεις. Ο ώμος σχηματίζει οξεία γωνία με το αβαθές σώμα. Η Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 8.7εκ. βάση είναι αδιαμόρφωτη. Χείλος ανακαμπτόμενο με υπο- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με δοχή για πώμα εσωτερικά. Οι λαβές, κυκλικής διατομής, πολλές προσμίξεις και μίκα. είναι υπερυψωμένες. Στο μέσο της κύριας όψης υπάρχει μία Λείπει μέρος του σώματος και του χείλους. Συγκολλήθηκαν μαστοειδής απόφυση. Ίχνη καύσης. πέντε όστρακα. Αβαθές σώμα, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. βάση. Χείλος χαμηλό, κάθετο με επίπεδη την άνω επιφάνειά του. Στο σημείο ένωσης σώματος-ώμου έχει προσαρμοστεί η • 285 (Πίν. 50α) ταινιωτή, υπερυψωμένη λαβή σε σχήμα θηλιάς. Ι.164.181, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Α77 Χρονολόγηση: Γύρω στα 300 π.Χ. Πηλός κοκκινωπός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Έχει συγκολληθεί πλήθος οστράκων. Σώμα ημισφαιρικό με επικλινή ώμο και στρογγυλοποιημένη, αδιαμόρφωτη βάση. Σταμνοειδείς πυξίδες Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Πιόσχη- μες λαβές, κυκλικής διατομής. Το πώμα δεν φέρει κομβίο. • 291 (Πίν. 50ζ, Σχ. 20γ) Στην άνω επιφάνειά του σχηματίζεται μικρή πεπλατυσμένη Ι.52.137, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ2252 κυκλική επιφάνεια. Υπάρχουν δύο σειρές μικρών κυκλικών Ύψ. 8.3εκ. , δ.χ. 6.3εκ., δ.β. 4.4εκ. οπών για την προσάρτηση μολύβδινων συνδέσμων για τη Πηλός κιτρινωπός, λεπτόκοκκος με μίκα. συντήρησή του. Διατηρούνται αποσπασματικά οι λαβές. Επικλινής ώμος, βαθύ, κυρτό σώμα. Δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη βάση με κοντό στέλεχος. Περιτρέχεται από βαθιά αυλάκωση. Χείλος ΙΙΙ. Με ταινιωτό χείλος κάθετο, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Λαβές κυκλικής διατομής. Ερυθροβαφής. • 286 (Πίν. 50β, Σχ. 19λ) Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. Ι.164.73, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4613 Ύψ. 4.5εκ., δ.χ. 9.3εκ., • 292 (Πίν. 50η, Σχ. 20δ) Πηλός καφέ (7.5YR, 5\8), μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Ι.75.79, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2046 Ακέραια με λίγες αποκρούσεις στο χείλος. Σώμα ημισφαι- Ύψ. 7.8εκ., δ.χ. 5.8εκ., δ.β. 5.2εκ. ρικό, ενιαίο με την αδιαμόρφωτη βάση. Χείλος εξωστρεφές, Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), ιδιαίτερα χονδρόκοκκος με άφθο- εσωτερικά κατάλληλη διαμόρφωση για την υποδοχή πώμα- νες προσμίξεις και μίκα. τος. Πιόσχημες λαβές, κυκλικής διατομής, υπερυψωμένες. Ωοειδές σώμα, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος κάθετο. Οι ορι- Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. ζόντιες λαβές, κυκλικής διατομής, είναι υπερυψωμένες. Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. • 287 (Πίν. 50δ) Ι.205.13, Οικ. 205, κλίβανος 6 Ύψ. 8.5εκ., δ.χ. 22εκ. Ασκοί Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 4\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και άφθονη μίκα. • 293 (Πίν. 51α, Σχ. 20ε) Διατηρείται κατά το ήμισυ. Αβαθές, ημισφαιρικό σώμα με Ι.74.136, Νεκροταφείο, Οικ. 74, Τ 7819 μικρό επικλινή ώμο. Βάση αδιαμόρφωτη, στρογγυλοποιη- Ύψ. 9.5εκ., δ.β. 6εκ. μένη. Διατηρείται η μία οριζόντια λαβή, κυκλικής διατομής, Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με σχεδόν πιόσχημη, υπερυψωμένη. Εξωτερικά έντονα ίχνη πολλή μίκα και προσμίξεις. καύσης. Ακέραιος. Βαθύ τύπου. Σώμα ημισφαιρικό που συγκλίνει Χρονολόγηση: Γύρω στα 320 π.Χ. ελαφρά προς τη βάση. Βάση δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Εξωτερικά έχει γωνιώδες περίγραμμα. Ο • 288 (Πίν. 50ε, Σχ. 19μ) ώμος είναι σχεδόν πεπλατυσμένος και μόνο στις γενέσεις της Ι.160.255, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4133 λαβής παρουσιάζεται μία διόγκωση. Προχοή με εξωστρεφές Ύψ. 3.6εκ., δ.χ. 10.8εκ., δ.β. 5εκ. στόμιο, η άνω επιφάνεια του οποίου είναι κυρτή. Από τη Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με άφθονη μίκα. βάση της φύεται η ταινιωτή λαβή που απολήγει στα μέσα του Δεν σώζονται οι λαβές. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό. Η βάση ώμου. Στο σημείο μετάβασης από τον ώμο στο σώμα υπάρ- εξωτερικά δεν έχει ιδιαίτερη διαμόρφωση, ενώ η κάτω χουν δύο χαρακτές γραμμές. Χρονολόγηση: Μέσα 6ου αι. π.Χ. 335 • 294 (Πίν. 51β, Σχ. 20στ) • 301 (Πίν. 51θ) Ι.95.118, Νεκροταφείο, Οικ. 95, T 9502 Ι.29.31 Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2743 Ύψ. 14.1εκ., δ.β. 6εκ. Ύψ. 5.8εκ., δ.χ. 4.5εκ., δ.β. 4.3εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Διατηρείται ακέραιο με λίγες αποκρούσεις στο χείλος και Ακέραιος. Βαθύ τύπου. Ημισφαρικό σώμα, βάση διευρυνό- στην προχοή. Σώμα διευρυνόμενο προς τα κάτω και χαμηλή, μενη. Προχοή σε σχήμα εχίνου. Η ταινιωτή λαβή σχηματίζει δακτυλιόσχημη βάση. Χείλος ελαφρά εξωστρεφές. Η κάθετη μικρό τόξο στη πλευρά της προχοής και δεν απολήγει στο ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει χαμηλά άκρο του σώματος. στο σώμα. Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 475-450 π.Χ. • 295 (Σχ. 20ζ) ΙΙ. Με σφαιρικό σώμα Ι.75.338, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2099 Ύψ. 12εκ., διάμ .χ. 2.5εκ., δ.β. 5.2εκ. • 302 (Πίν. 51κ, Σχ. 21γ) Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Ι.160.81, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ4414 προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 5.9εκ., δ.χ. 4.4εκ., δ.β.4.2εκ. Ακέραιος. Βαθύ τύπου. Το στόμιο της προχοής είναι κοίλο. Πηλός καφέ, με προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι σκού- Η λαβή είναι ταινιωτή και αψιδωτή. Η βάση είναι συμπαγής ρος γκρίζος. και κατεβαίνει κάθετα. Έχει συγκολληθεί η λαβή. Υπάρχουν αρκετές αποκρούσεις. Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. Σφαιρικό σώμα, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος οριζόντιο, πεπλατυσμένο, εξέχει ελαφρά από το σώμα. Στο μέσο της • 296 (Πίν. 51γ, Σχ. 20η) μίας πλευράς έχει προσαρμοστεί η ταινιωτή, υπερυψωμένη. Ι.29.303, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ2589 Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. Ύψ. 10εκ., δ.β. 5εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 303 (Πίν. 52α, Σχ. 21δ) Βαθύ τύπου. Λείπει η απόληξη της προχοής. Η βάση είναι Ι.160.579, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4141 δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη. Η λαβή είναι ταινιωτή με Ύψ. 6.5εκ., δ.χ. 5.2εκ., δ.β.4.1εκ. κοίλη την εξωτερική επιφάνεια. Πηλός λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Σώμα σφαιρικό, βάση διευρυνόμενη, ανισοϋψής. Οριζόντιο χείλος με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνειά του. Αμέσως • 297 (Πίν. 51δ, Σχ. 20θ ) κάτω από το χείλος έχει προσαρμοστεί η κάθετη ταινιωτή Ι.29.304, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2589 λαβή. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου έφερε επίχρισμα Ύψ. 7.8εκ., διάμ .χ., δ.β. 4.9εκ. αραιωμένου πηλού ίδιου χρώματος. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. Βαθύ τύπου. Σώζεται το μεγαλύτερο μέρος του σώματος και η δακτυλιόσχημη- διευρυνόμενη βάση. • 304 (Πίν. 52γ, Σχ. 21ε) Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Ι.160.53, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 3636 Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη χαμηλό • 298 (Πίν. 51ε, Σχ. 20ι) χείλος και επικλινής ώμος. Στο σημείο ένωσης ώμου- Ι.135.73, Νεκροταφείο, Οικ. 135, Τ 5778 σώματος έχει προσαρμοστεί η πιόσχημη, υπερυψωμένη, Ύψ. 10.4εκ., δ.β. 4.3εκ. οριζόντια λαβή, κυκλικής διατομής. Καστανοβαφές. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Χρονολόγηση: Αρχές 5ου αι. π.Χ. μίκα. Συγκολλήθηκαν αρκετά όστρακα. Βαθύ τύπου. Η βάση είναι Μικκύλοι πίθοι δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Η προχοή έχει σχήμα εχίνου. Η αψιδωτή λαβή είναι ταινιωτή. • 305 (Πίν. 52ε, Σχ. 21στ) Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Ι.51.21, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3379 Θήλαστρα Ύψ. 7.9εκ., δ.χ. 6εκ., δ.β. 3.9εκ. Πηλός σκούρος γκριζωπός καφέ (2.5Υ, 4\2), λεπτόκοκκος με Ι. Με ψηλό σώμα άφθονη μίκα. Ακέραιος με λίγες μόνο αποκρούσεις στο χείλος. Σώμα ωοει- • 299 (Πίν. 51στ, Σχ. 21α) δές, βάση δισκόμορφη, χείλος εξωστρεφές με πεπλατυσμένη Ι.161.330, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5586 την άνω επιφάνειά του. Στο σημείο ένωσης με τον κυλιν- Ύψ. 10.3εκ., δ.χ. 5.2εκ., δ.β.6.2εκ. δρικό λαιμό υπάρχει μία χαρακτή αυλάκωση και μία δεύτερη Πηλός σκούρος γκριζωπός καφέ, λεπτόκοκκος. στο σημείο ένωσης λαιμού - σώματος. Ακέραιο. Το άνω μέρος του σώματος είναι διευρυνόμενο ενώ Χρονολόγηση: Αρχές 6ου αι. π.Χ. το κάτω κυλινδρικό, συγκλίνει προς την απλή, επίπεδη βάση. Το χείλος είναι διευρυνόμενο προς τα πάνω και εξωστρεφές. • 306 (Πίν. 52στ, Σχ. 21ζ) Η ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος και απολήγει στο μέσο Ι.51.31, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3331 του σώματος. Στην πίσω όψη υπάρχει χαρακτή επιγραφή. Ύψ. 6.6εκ., δ.χ. 6.1εκ., δ.β. 2.1εκ. Χρονολόγηση: Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. • 300 (Πίν. 51η, Σχ. 21β) Συγκολλήθηκαν εννέα θραύσματα. Αμφικωνικό σώμα, βάση Ι.136.210, Νεκροταφείο, Οικ. 136, επίχωση δισκόμορφη, όπως και χείλος. Το εξωτερικό του μέτωπο Ύψ. 6.5εκ., δ.χ. 4εκ., δ.β. 3εκ. κάθετο. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 500-475 π.Χ. Ακέραιο. Σφαιρικό σώμα, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές. Από το χείλος φύεται η κάθετη, • 307 (Πίν. 52θ, Σχ. 21η) υπερυψωμένη, ταινιωτή λαβή. Ι.51.234, Νεκροταφείο, Οικ.51, Τ 3324 Χρονολόγηση: Τέλη 5ου αι. π.Χ. Ύψ. 7.4εκ., δ.χ. 4.7εκ., δ.β. 1.5εκ. 336 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. σώματος φύεται η ανακαμπτόμενη, πιόσχημη λαβή, κυκλικής Σώμα σφαιρικό, πολύ στενή κυλινδρική βάση. Λοξότμητο διατομής, που εφάπτεται στο εξωτερικό μέτωπο του χείλους. χείλος. Στο σημείο ένωσης λαιμού-σώματος έξεργη γραμμή. Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. • 308 (Πίν. 53β) • 313 (Πίν. 53στ) Ι.51.302, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3333 Ι.77.11, Νεκροταφείο, Οικ. 77, Τ 5531 Ύψ. 25εκ., δ.χ. 11εκ., δ.β.2.1εκ. Ύψ. 10εκ., δ.χ. 23.7εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με λίγες προσμίξεις. προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Λείπει μέρος του σώμα- Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία ορι- τος. Ωοειδές σώμα. Το έμβολο έχει κωνικό σχήμα, ενιαίο ζόντια λαβή. Το χείλος είναι εξωστρεφές και ανασηκώνεται. περίγραμμα με το σώμα και η κάτω επιφάνειά του είναι Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. Το εξωτερικό του επίπεδη. Χείλος εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά του πεπλατυ- μέτωπο χαμηλό, κυρτό. Εξωτερικά στην κάτω επιφάνεια του σμένη και το εξωτερικό του μέτωπο λοξότμητο. Στο σημείο χείλους υπάρχουν μικρές αυλακώσεις. Στο σημείο μετάβασης μετάβασης από το λαιμό στο σώμα υπάρχει μία αβαθής αυ- από το σώμα στο χείλος υπάρχει κοίλη διαμόρφωση. Η ορι- λάκωση. ζόντια λαβή, κυκλικής διατομής, έχει τριγωνικό σχήμα και Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. εφάπτεται στο χείλος. Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. Μυροδοχεία • 314 (Πίν. 53ζ, Σχ. 22β) • 309 (Πίν. 53γ) Ι.136.80, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 3015 Ι.161.527, Νεκροταφείο, Οικ. 161, T 5309 Ύψ. 6.5εκ., δ.χ. 16εκ., δ.β. 5.5εκ. Ύψ. 4.7εκ., δ.χ. 1.7εκ., δ.β. 2.5εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Πηλός ανοικτός κιτρινωπός καστανός (2.5Υ, 6\3) μεσαίος με άφθονες προσμίξεις και μίκα. προσμίξεις. Συγκολλήθηκαν έξι όστρακα. Υπάρχουν αρκετές συμπληρώ- Αβαφές μυροδοχείο σε σχήμα σύκου. Το χείλος είναι ενιαίο σεις στο σώμα και στο χείλος. Βάση δισκόμορφη, χείλος με το σώμα εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά του επίπεδη. Ο εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη. λαιμός είναι κοντός-κυλινδρικός. Το σώμα φέρει κάθετες Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. ραβδώσεις. Η βάση είναι επίπεδη. Χρονολόγηση: Α’ μισό 4ου αι. π.Χ. • 315 (Πίν. 53η,θ, Σχ. 22γ) Ι.205.70, Νεκροταφείο, Οικ. 205, επίχωση άνω δαπέδου, Ιατρικό μικκύλο δοχείο περιοχή Β1. Ύψ. 8εκ., δ.χ. 20.6εκ., δ.β. 10.2εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4/8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις • 310 (Πίν. 53δ, Σχ. 21θ) και μίκα. Ι.134.29, Νεκροταφείο, Οικ. 134, Τ 8030 Συγκολλήθηκαν 11 όστρακα. Λείπει η μία λαβή και τμήμα Ύψ. 5.5εκ., δ.χ. 3.3εκ., δ.β. 4.1εκ. του χείλους. Στο άνω τμήμα του σώματος σχηματίζεται μία Πηλός Κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με ταινία, σχεδόν κοίλη, το κάτω τμήμα είναι ημισφαιρικό. Στο πολλές προσμίξεις και μίκα. σημείο μετάβασης από το σώμα στη βάση σχηματίζεται μία Ακέραιο. Σφαιρικό σώμα στο κάτω άκρο του οποίου πρόχειρη χαρακτή αυλάκωση. Βάση δακτυλιόσχημη - διευ- σχηματίζεται μία βαθιά εγκοπή και δημιουργείται ένα ρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Η άνω επιφάνεια χαμηλό κυλινδρικό πόδι. Η βάση είναι απλή, επίπεδη, του χείλους είναι πεπλατυσμένη και εξέχει ελαφρά από το προχειροφτιαγμένη. Χείλος έντονα εξωστρεφές, λαιμός σώμα. Από τη στεφάνη του χείλους φύονταν οι δύο οριζό- χαμηλός, ενιαίος με το σώμα. ντιες, τοξόσχημες λαβές με μικρά τριγωνικά ωτία εκατέρω- Χρονολόγηση: 275-250 π.Χ. θεν. Χρονολόγηση: Τέλος 4ου αι. π.Χ. Λεκάνες Κύπελλα με βαθύ σώμα • 311 (Σχ. 22α) Ι.29.476, Νεκροταφείο, Οικ. 29, επίχωση • 316 (Πίν. 53ι, Σχ. 22δ) Ύψ. 2.8εκ., δ.χ. 8, δ.β. 4.3εκ. Ι.160.785, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4277 Πηλός πορτοκαλέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Ύψ. 8.8εκ., δ.χ. 6.2εκ. μίκα. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4/8), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Ακέραια. Σώμα αβαθές, διευρυνόμενο προς τα πάνω, ελαφρά μίκα. κυρτό. Στο κάτω τμήμα σχηματίζεται κοντό στέλεχος. Βάση Ακέραιο με λίγες μόνο αποκρούσεις στο χείλος. Χείλος απλή, επίπεδη, αμελώς κατασκευασμένη. Στην κάτω επιφά- εξωστρεφές ενιαίο με το χαμηλό κοίλο λαιμό. Σώμα σφαι- νειά της υπάρχουν έντονα ίχνη τροχού και προεξέχουν κομ- ρικό. Η βάση είναι ενιαία με αυτό χωρίς ιδιαίτερη διαμόρ- μάτια. Χείλος απλό. Οι λαβές αποτελούνται από λεπτό ταινι- φωση. Από το χείλος φύεται η μικρή κάθετη ταινιωτή λαβή ωτό κομμάτι πηλού, είναι λοξά τοποθετημένες και εφάπτο- που απολήγει στο άνω άκρο του σώματος. νται στην άνω επιφάνεια του χείλους. Χρονολόγηση: 580-560 π.Χ. Χρονολόγηση: 325-300 π.Χ. • 317 (Πίν. 53λ, Σχ. 22ε) • 312 (Πίν. 53ε) Ι.160.82, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 4414 Ι.136.158, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 3107 Ύψ. 5.7εκ., δ.χ. 4.7εκ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. λίγες προσμίξεις και αρκετή ποσότητα μίκας. Διατηρείται κατά το ήμισυ. Συγκολλήθηκαν 14 θραύσματα Ακέραιο. Το χείλος διευρύνεται καθώς ανεβαίνει προς τα και υπάρχουν λίγες συμπληρώσεις. Κυρτό σώμα, χείλος πάνω. Λαιμός δεν υπάρχει. Το άνω μέρος του σώματος διευ- εξωστρεφές. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη και το ρύνεται προς τα κάτω, ενώ το κάτω είναι κυρτό, ενιαίο με εξωτερικό του μέτωπο κάθετο. Από το μέσο περίπου του 337 την αδιαμόρφωτη βάση. Η ταινιωτή λαβή φύεται από το • 324 χείλος και απολήγει στο σημείο ένωσης του άνω και κάτω Ι.115.337, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7337 μέρους του σώματος. Στο σημείο ένωσης χείλους-σώματος Ύψ. 2.9εκ., δ.χ. 7.4εκ., δ.β. 3.7εκ. σχηματίζεται μία ανεπαίσθητη εγκοπή. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Χρονολόγηση: Τέλος 6ου αι. π.Χ. προσμίξεις και άφθονη μίκα. Συγκολλήθηκαν δύο τμήματα. Λείπει τμήμα του χείλους. Το • 318 (Πίν. 54α, Σχ. 22στ) άνω μέρος του σώματος στο ύψος της ζώνης των λαβών είναι Ι.30.131, Νεκροταφείο, Οικ. 30, Τ2295 κυρτό. Η βάση έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα και στα- Ύψ. 6.6εκ., δ.χ. 4.8εκ. διακά κατεβαίνει κάθετα. Η κάτω επιφάνειά της είναι επί- Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με πεδη, αδρή και υπάρχουν σημάδια του τροχού. Το χείλος λίγες προσμίξεις και αρκετή ποσότητα μίκας. στρέφεται ελαφρά προς τα μέσα. Ταινιωτές λαβές με κοίλη Ακέραιο. Χείλος ενιαίο με το σώμα και εξωστρεφές. Το εξωτερική επιφάνεια. σώμα στο άνω τμήμα του διευρύνεται προς τα κάτω και στο Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. κάτω τμήμα του ημισφαιρικό. Η βάση είναι αδιαμόρφωτη. Η κάθετη λαβή είναι μικρή, φύεται από το χείλος και απολήγει • 325 (Πίν. 54ζ, Σχ. 23δ) στο άνω τμήμα του σώματος. Ι.30.76, Νεκροταφείο, Οικ. 30, T2884 Χρονολόγηση: Τέλος 6ου αι. π.Χ. Ύψ. 4.7εκ., δ.χ. 7εκ., δ.β. 3.9εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με • 319 (Πίν. 54γ) άφθονες προσμίξεις. Ι.140.48, Νεκροταφείο, Οικ. 140, Τ 6676 Συγκολλήθηκαν 10 όστρακα. Τα 2\3 του σώματος είναι Ύψ. 6εκ., δ.χ. 4.4εκ. κάθετα, ενώ το κάτω μέρος συγκλίνει έντονα. Το χείλος είναι Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. απλό. Οι λαβές προσαρμόζονται αμέσως κάτω από το χείλος Ακέραιο. Βάση αδιαμόρφωτη- στρογγυλοποιημένη. Χείλος και ανασηκώνονται ελαφρά. Είναι ταινιωτές, τριγωνικού εξωστρεφές, ενιαίο με το σώμα. Η κάθετη λαβή είναι σχήματος. ταινιωτή, πολύ μικρή. Αβαφές. Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Χρονολόγηση: Τέλος 6ου αι. π.Χ. • 326 (Σχ. 23ε) • 320 (Σχ. 23α) Ι.165.40, Νεκροταφείο, Οικ. 165, Α 69 Ι.166.45, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ3462 Ύψ. 4.9εκ., δ.χ. 8.5εκ., δ.β. 4.5εκ. Ύψ. 13.2εκ., δ.χ. 9.1εκ. Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός καφέ (7.5YR, 4\4), μεσαίος με προσμίξεις. Ακέραια. Βαθύ σώμα που στο κάτω τμήμα του συγκλίνει Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Λείπουν ορισμένα κομμά- προς την απλή, επίπεδη βάση, η οποία έχει κατασκευαστεί με τια. Βάση επίπεδη, ενιαία με το σώμα. Χείλος ελαφρά προχειρότητα. Υπάρχουν ίχνη του τροχού. Χείλος απλό, εξωστρεφές. Η κάθετη, ταινιωτή λαβή φύεται από το χείλος ενιαίο με το σώμα. Στο ύψος του χείλους έχουν προσαρτηθεί και απολήγει στο μέσο του σώματος. Υπάρχουν ίχνη καύσης. οι δύο ταινιωτές λαβές, τριγωνικού σχήματος. Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ. • 321 (Πίν. 54δ, Σχ. 23β) • 327 (Πίν. 54ι, Σχ. 23στ) Ι.51.298, Νεκροταφείο, Οικ. 51, Τ 3295 Ι.164.22, Νεκροταφείο, Οικ. 164, νότια του Τ 4745 Ύψ. 4.4εκ., δ.χ. 14.5εκ., δ.β. 7.8εκ. Ύψ. 5.1εκ., δ.χ. 7.8εκ., δ.β. 4.4εκ. Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με πολλές προσμίξεις και άφ- Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις. θονη μίκα. Λείπει η μία λαβή. Το χείλος είναι ενιαίο με το σώμα, ελα- Συγκολλήθηκαν 20 θραύσματα. Το σώμα είναι αμφικωνικό φρά εσωστρεφές. Βαθύ σώμα, κυρτό στο άνω τμήμα, ενώ και η βάση ενιαία με αυτό. Το χείλος είναι ελαφρά στο κάτω συγκλίνει προς τη βάση. Βάση ακανόνιστη με εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη. επίπεδη κάτω επιφάνεια. Λαβή ταινιωτή, τριγωνικού σχήμα- Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. τος, ελαφρά υπερυψωμένη. Χρονολόγηση: Τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ. Κοτύλες • 328 (Πίν. 54κ) • 322 (Πίν. 54θ, Σχ. 23γ) Ι.164.192, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4946 Ι.95.118, Νεκροταφείο, Οικ. 95, Τ 9502 Ύψ. 3.7εκ., δ.χ. 6.4εκ., δ.β. 3.8εκ. Ύψ. 3.3εκ., δ.χ. 5.6εκ., δ.β. 3.4εκ. Πηλός ερυθρός με πολλές προσμίξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Ακέραια. Βαθύ σώμα, διευρυνόμενο προς τα πάνω, βάση πολλές προσμίξεις και άφθονη μίκα. απλή, επίπεδη, χείλος απλό, λαβές ταινιωτές, τριγωνικού Ακέραια. Τα τοιχώματα του σώματος κυρτά και προς τη σχήματος. βάση συγκλίνουν. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Χείλος Χρονολόγηση: τέλη 5ου αι. π.Χ. ελαφρά εσωστρεφές. Οι οριζόντιες λαβές είναι ταινιωτές, τριγωνικού σχήματος. Μικρά κάναστρα Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. Ι. Με απλό χείλος και βάση • 323 Ι.115.434, Νεκροταφείο, Οικ. 115, πάνω στον Τ7374 • 329 (Πίν. 54λ) Ύψ. 4.1εκ. Ι.113.2, Νεκροταφείο, Οικ. 113, Τ 9186 Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις. Ύψ. 5.5εκ., δ.χ. 13.3εκ., δ.β. 5.5εκ. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία ορι- Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), με ασβεστολιθικές ζόντια, ταινιωτή, υπερυψωμένη λαβή. Το χείλος είναι απλό προσμίξεις και μαρμαρυγία. και η άνω επιφάνειά του επίπεδη. Στο ύψος της ζώνης των Σώμα αβαθές, κυρτό, βάση δισκόμορφη, χείλος απλό. Λαβή λαβών το σώμα είναι κάθετο και συγκλίνει προς τη βάση. κυκλικής διατομής, τριγωνικού σχήματος. Χρονολόγηση: Αρχές 4ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 5ος αι. 338 • 330 (Πίν. 54ν) στρεφές. Η λαβή προσαρμόζονταν αμέσως κάτω από το Ι.112.10, Νεκροταφείο, Οικ.112, Τ 9172 χείλος. Ύψ. 4.9εκ., δ.χ. 12.1εκ., δ.β. 5.3εκ. Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Πηλός ανοικτός κόκκινος (2.5YR, 6\8), με ασβεστολιθικές προσμίξεις και μαρμαρυγία. • 337 (Σχ. 24β) Το σώμα στο πάνω μέρος του καμπυλώνεται. Βάση επίπεδη, Ι.115.527, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ7501 χείλος εξωστρεφές. Ταινιωτή λαβή, τριγωνικού σχήματος. Ύψ. 4.7εκ., δ.χ. 11.2εκ., δ.β. 6.4εκ. Χρονολόγηση: Τέλη 5ου – αρχές 4ου αι. π.Χ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 331 (Πίν. 55γ, Σχ. 23ζ) Το σώμα στο άνω τμήμα του διευρύνεται και στο κάτω Ι.136.87, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 3029 συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι ψηλή, δακτυλιόσχημη Ύψ. 6.5εκ., δ.χ. 16.2εκ., δ.β. 6.8εκ. με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Χείλος εξωτερικά απλό, Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), ιδιαίτερα χονδρόκοκκος με άφθο- ενιαίο με το σώμα. Η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη και νες προσμίξεις και μίκα. επικλινής. Από το σωζόμενο τμήμα της λαβής διακρίνεται ότι Συγκολλήθηκαν 21 θραύσματα και υπάρχουν αρκετές συ- ήταν πεταλόσχημη. μπληρώσεις. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη, ανισοϋ- Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. ψής. Το χείλος εξέχει ελαφρά και η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. Ταινιωτή λαβή με κοίλη την εξωτερική επι- ΙΙ. Με εσωστρεφές χείλος φάνεια, ελαφρά υπερυψωμένη. Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. • 338 (Πίν. 55λ, Σχ. 24γ) Ι.52.138, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ 2252 • 332 (Πίν. 55δ) Ύψ. 2.4εκ., διάμ. χ. 5.8εκ., δ.β. 3.3εικ. Ι.113.5, Νεκροταφείο, Οικ. 113, Τ 9210 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 13.6εκ., δ.β. 6.7εκ. προσμίξεις και άφθονη μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος ( 5YR, 6\6) λεπτόκοκκος. Λείπει η οριζόντια λαβή. Υπάρχουν ίχνη καύσης..Σώμα Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη. Χείλος ενιαίο ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη με το σώμα, ελαφρά εξωστρεφές. Ταινιωτή λαβή κωδωνό- διαμόρφωση. Στο σημείο μετάβασης από το σώμα στη βάση σχημη. Εσωτερικά διακρίνονται ίχνη ερυθρού χρώματος. υπάρχει μια βαθιά εγχάραξη. Η λαβή φύεται από το χείλος Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. και είναι κυκλικής διατομής. Η κατασκευή του είναι πολύ πρόχειρη. • 333 (Πίν. 55ε) Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. Ι.113.7, Νεκροταφείο, Οικ. 113, Τ 9210 Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και • 339 (Πίν. 55μ-ν) μίκα. Ι.166.18, Νεκροταφείο, Οικ. 166, ανάμεσα στους Τ 3571- Διατηρείται ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση διευρυνό- 3854 μενη. Χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Η ταινιωτή Ύψ. 3.4εκ., δ.χ. 7.2εκ., δ.β. 4.3εκ. λαβή έχει προσαρμοσθεί στο άνω μέρος του σώματος. Πηλός ανοικτός κοκκινωπός καστανός (5YR, 6\4), λεπτό- Χρονολόγηση: 400-375 π.Χ. κοκκος με ελάχιστες προσμίξεις. Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη, χείλος • 334 (Πίν. 55ζ-θ, Σχ. 23η) απλό χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Λαβή ελλειψοειδούς Ι.75.471, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2025 διατομής, πεταλόσχημη. Εσωτερικά φέρει καστανό αραιω- Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 11.2εκ., δ.β. 4.8εκ. μένο χρώμα. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. (;) μίκα. Ακέραιο. Τα 2\3 του σώματος διευρύνονται προς τα πάνω • 340 και είναι ελαφρώς κυρτά. Το άνω μέρος του σώματος σχημα- Ι.166.56, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ 3810 τίζει μικρή γωνία με το κάτω και διευρύνεται ελαφρά καθώς Ύψ. 3.8εκ., δ.χ. 8.6εκ., δ.β. 4.5εκ. πλησιάζει προς το χείλος. Η άνω επιφάνεια του χείλους είναι Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με επικλινής. Βάση δισκόμορφη. Η λαβή φύεται από το άνω λίγες προσμίξεις και μίκα. μέρος του σώματος και είναι τριγωνικού σχήματος. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, βάση δισκόμορφη χείλος απλό, Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Ταινιωτή, κωδωνόσχημη λαβή. • 335 (Πίν. 55ι, Σχ. 23θ) • 341 (Σχ. 24δ) Ι.135.22, Νεκροταφείο, Οικ. 135, Τ 5793 Ι.164.63, Νεκροταφείο, Οικ.164, Τ 4521 Ύψ. 6.2εκ., δ.χ. 12.6εκ., δ.β. 5.4εκ. Ύψ. 3.8εκ., δ.χ. 10εκ., δ.β. 5.2εκ. Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις και μίκα. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Λείπει μέρος του χείλους του σώματος και της λαβής. Συ- προσμίξεις και άφθονη μίκα. γκολλήθηκαν τέσσερα θραύσματα. Το άνω μέρος του Λείπει μικρό μέρος του σώματος. Συγκολλήθηκαν τέσσερα σώματος κατεβαίνει κάθετα, ενώ το κάτω συγκλίνει έντονα όστρακα. Το χείλος είναι απλό, ενιαίο με το σώμα και η άνω προς τη διευρυνόμενη βάση. Το χείλος είναι απλό και η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, επιφάνειά του επίπεδη Η ταινιωτή λαβή είναι υπερυψωμένη. βάση απλή επίπεδη, χείλος απλό, ενιαίο με το σώμα. Ταινι- Χρονολόγηση: Γ’ τέταρτο 4ου αι. π.Χ. ωτή, κωδωνόσχημη λαβή, υπερυψωμένη. Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. (;) • 336 (Σχ. 24α) Ι.75.337, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2099 • 342 (Σχ. 24ε) Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 11εκ., δ.β. 6.5εκ. Ι.135.94, Νεκροταφείο, Οικ. 135, Τ 5897 Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\6), χονδρόκοκκος με Ύψ. 5.5εκ., δ.χ. 10.7εκ., δ.β. 4.4εκ. προσμίξεις. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Λείπει η λαβή. Το σώμα παρουσιάζει τροπίδωση. Η βάση πολλές προσμίξεις και μίκα. είναι δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη. Το χείλος είναι εξω- 339 Συγκολλήθηκαν επτά θραύσματα. Σώμα ημισφαιρικό, βάση Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με ελαφρά διευρυνόμενη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρ- προσμίξεις και άφθονη μίκα. φωση. Ταινιωτή, κωδωνόσχημη λαβή ελαφρά υπερυψωμένη. Συγκολλήθηκαν τρία όστρακα. Λείπει ένα μέρος του Εσωτερικά φέρει καφέ-μαύρο χρώμα. εσωστρεφούς χείλους. Βάση δακτυλιόσχημη. Τα τοιχώματα Χρονολόγηση: Μέσα 4ου αι. π.Χ. (;) του σώματος διευρύνονται διαγώνια από τη βάση προς το χείλος. ΙΙΙ. Με απλή, επίπεδη βάση Χρονολόγηση: 425-400 π.Χ. • 343 (Σχ. 24ζ) • 349 (Πίν. 56ε, Σχ. 25β) Ι.52.20, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ 2215 Ι.166.28, Νεκροταφείο, Οικ. 166, T 3514 Ύψ. 3.9εκ., δ.χ. 10.5εκ., δ.β. 4.7εκ. Ύψ. 4εκ., δ.χ. 10.6εκ., δ.β. 5εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8,) μεσαίος με αρκετή μίκα. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Δεν σώζεται η λαβή αλλά μόνο η γένεση της. Έχει πολλές προσμίξεις και άφθονη μίκα. αποκρούσεις. Το χείλος εξέχει ελαφρά από το σώμα και η Σώμα ημισφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφά- άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. Στο σημείο γένεσης νεια έδρασης, χείλος εσωστρεφές. της ταινιωτής λαβής στη στεφάνη του χείλους σχηματίζεται Χρονολόγηση: 425-400 π.Χ. ένα πλακίδιο από όπου φύονταν η λαβή. Χρονολόγηση: Αρχές 6ου αι. π.Χ. • 350 (Πίν. 56στ, Σχ. 25γ) Ι.135.84, Νεκροταφείο, Οικ. 135, Τ 5826 • 344 (Σχ. 24η) Ύψ. 8.8εκ. , δ.χ. 12εκ., δ.β. 4.4εκ. Ι.52.88, Νεκροταφείο, Οικ. 52, Τ 2262 Πηλός ερυθρός (2.5ΥR, 5\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις Ύψ. 5.5εκ., δ.χ. 13.7εκ., δ.β. 5.5εκ. και μίκα. Πηλός καστανέρυθρος, χονδρόκοκκος με λίγες προσμίξεις Συγκολλήθηκαν επτά όστρακα. Το σώμα είναι σχετικά ευρύ. και μίκα. Το άνω τμήμα του είναι κυρτό ενώ το κάτω συγκλίνει προς Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Τα τοιχώματα του σώματος τη χαμηλή, δακτυλιόσχημη βάση. Στο κέντρο της κάτω αρχικά διευρύνονταν διαγώνια από το σώμα. Το άνω μέρος επιφάνειάς της υπάρχει μικρή δισκόμορφη απόφυση. Χείλος του είναι κυρτό και το χείλος ελαφρά εσωστρεφές. Ταινιωτή απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Η άνω επιφάνειά του λαβή τριγωνικού σχήματος. Η επιφάνεια του είναι αδρή. είναι πεπλατυσμένη. Η στεφάνη του χείλους και το Χρονολόγηση: 525-500 π.Χ. μεγαλύτερο μέρος του σώματος εσωτερικά φέρουν μελανό χρώμα. • 345 (Πίν. 56α, Σχ. 24στ) Χρονολόγηση: Γύρω στα 420 π.Χ. Ι.165.14, Νεκροταφείο, Οικ.165, Τ 4998 Ύψ. 5.4εκ., δ.χ. 12.8εκ., δ.β. 5.4εκ. • 351 Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ι.29.177, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2683 Ακέραιο. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη, χωρίς ιδιαίτερη Ύψ. 4.1εκ., δ.χ. 10.3εκ., δ.β. 7.2εκ. διαμόρφωση, χείλος απλό. Η οριζόντια λαβή προσαρμόζεται Πηλός καφέ, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. λίγο κάτω από το χείλος, είναι ελλειψοειδούς διατομής, Λείπει μέρος του χείλους και του σώματος. Η επιφάνεια του τριγωνικού σχήματος. είναι αδρή. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη, χείλος εσωστρεφές. • 346 (Πίν. 56β) Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Ι.161.549, Νεκροταφείο, Οικ. 161 Τ 5460 Ύψ. 4.4εκ., δ.χ. 10.6εκ., δ.β. 4.8εκ. • 352 Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\6), λεπτόκοκκος με μίκα. Ι.115.364, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7479 Το άνω τμήμα του σώματος (2\3) είναι σχεδόν κάθετο και το Ύψ. 4.4εκ., δ.χ. 12.2εκ., δ.β. 6.7εκ. κάτω συγκλίνει προς τη βάση, η οποία είναι επίπεδη. Χείλος Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Λαβή, ελλειψοειδούς άφθονες προσμίξεις και μίκα. διατομής, κωδωνόσχημη, ελαφρά υπερυψωμένη. Εσωτερικά Συγκολλήθηκαν 5 όστρακα. Σώμα ημισφαιρικό και στο μέσο, και εξωτερικά διατηρούνται λιγοστά ίχνη ερυθρού χρώματος. όχι περιμετρικά, φέρει μία χαρακτή γραμμή, βάση δακτυλιό- Υπάρχουν ίχνη καύσης. σχημη, ελαφρά διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Χρονολόγηση: 500-425 π.Χ. Χείλος εσωστρεφές. Η επιφάνειά του είναι αδρή και υπάρ- χουν ίχνη καύσης. • 347 (Πίν. 56γ) Χρονολόγηση: 375-350 π.Χ. Ι.136.81, Νεκροταφείο, Οικ.136, Τ3015 • 353 (Πίν. 56ι, Σχ. 25δ) Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 11εκ., δ.β. 5.4εκ. Ι.164.39, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ4591 Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με Ύψ. 5.4εκ., δ.χ. 10.1εκ., δ.β. 6.5εκ. προσμίξεις και μίκα. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. Λείπει η λαβή. Συγκολλήθηκαν δύο θραύσματα. Σώμα σε Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση ψηλή, δακτυλιόσχημη, χείλος σχήμα εχίνου, βάση ενιαία με το σώμα που προς τα κάτω εσωστρεφές. Στην επιφάνεια έδρασης υπάρχει χαρακτή συγκλίνει και σχηματίζει ένα είδος ποδιού. Η κάτω επιφάνειά αυλάκωση. Στην κάτω επιφάνεια χάραγμα ΑΓ. Ερυθροβαφές. της είναι επίπεδη. Χείλος εξωστρεφές. Ίχνη καύσης. Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. Φιαλίδια με βάση • 354 (Πίν. 56κ, Σχ. 25ε) Ι.164.35, Νεκροταφείο, Οικ. 164, Τ 4542 Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 10.2εκ., δ.β. 4.7εκ. Ι. Μεγάλα με εσωστρεφές χείλος Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και πολλή μίκα. • 348 (Πίν. 56δ, Σχ. 25α) Ακέραιο. Σώμα βαθύ, βάση δακτυλιόσχημη, ελαφρά διευ- Ι.166.27, Νεκροταφείο, Οικ. 166, Τ 3514 ρυνόμενη. Η κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη. Χείλος εσω- Ύψ. 4.6εκ., δ.χ. 11.6εκ., δ.β. 5.2εκ. στρεφές. Χρονολόγηση: 350-325 π.Χ. 340 Ύψ. 2.8εκ. , δ.χ. 9.2εκ., δ.β. 5.5εκ. • 355 (Πίν. 56μ, Σχ. 25στ) Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. Ι.29.221, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2529 Ακέραιο. Σώμα αβαθές, κυρτό και με χονδρά τοιχώματα, Ύψ. 5.5εκ., δ.χ. 13εκ., δ.β. 5.8εκ. βάση δισκόμορφη, χείλος ελαφρά εσωστρεφές, η άνω επιφά- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος. νειά του πεπλατυσμένη. Αβαφές. Σώμα ημισφαιρικό. Βάση δακτυλιόσχημη με γω- Χρονολόγηση: Μέσα 5ου αι. π.Χ. νιώδες περίγραμμα εξωτερικά και στενή επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Χείλος ελαφρά εσωστρεφές. • 362 (Πίν. 57α, Σχ. 26γ) Χρονολόγηση: 320-310 π.Χ. Ι.115.462, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7394 Ύψ. 3.4εκ., δ.χ. 8.5εκ., δ.β. 4.6εκ. • 356 (Πίν. 56ν, Σχ. 25ζ) Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με Ι.29.114, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2529 πολλές προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 5.6εκ., δ.χ. 12εκ., δ.β. 5.5εκ. Συγκολλήθηκαν τέσσερα θραύσματα. Η βάση έχει ενιαίο Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με περίγραμμα με το σώμα, εξωτερικά είναι σχεδόν κάθετη και λίγες προσμίξεις και μίκα. η κάτω επιφάνειά της επίπεδη. Το χείλος είναι εσωστρεφές. Ακέραιο. Το άνω μέρος του σώματος είναι κυρτό, ενώ το Χρονολόγηση: 450-425 π.Χ. κάτω συγκλίνει προς τη βάση. Βάση δακτυλιόσχημη, ελαφρά διευρυνόμενη, χείλος ελαφρά εσωστρεφές. Υπάρχουν ελάχι- • 363 (Σχ. 26δ) στα ίχνη καύσης. Ι.115.474, Νεκροταφείο, Οικ. 115, Τ 7394 Χρονολόγηση: 320-310 π.Χ. Ύψ. 2.6εκ., δ.χ. 7.8εκ., δ.β. 4.7εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), μεσαίος με προσμί- ΙΙ. Μικρά – αλατιέρες ξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν τέσσερα όστρακα. Λείπει μικρό μέρος του ΙΙ1. Με απλό χείλος χείλους και του σώματος. Σώμα αβαθές, βάση δακτυλιόσχημη, χείλος εσωστρεφές. • 357 (Πίν. 56π, Σχ. 25η) Χρονολόγηση: 450-425 π.Χ. Ι.160.54, Νεκροταφείο, Οικ. 160, Τ 3636 Ύψ. 3.2εκ., δ.χ. 5.4εκ., δ.β. 3.2εκ. • 364 (Πίν. 57β, Σχ. 26ε) Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. Ι.29.284, Νεκροταφείο, Οικ. 29, Τ 2571 Ακέραιο. Βάση απλή, επίπεδη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη Ύψ. 3.3εκ., δ.χ. 8.6εκ., δ.β. 3.9εκ. διαμόρφωση. Φέρει καφέ θαμπό χρώμα. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με Χρονολόγηση: αρχές 5ου αι. π.Χ. πολλή μίκα. • 358 (Σχ. 26α) Λείπει τμήμα του χείλους και του σώματος. Συγκολλήθηκαν Ι.136.240, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ 3046 τρία θραύσματα. Βάση δισκόμορφη, χείλος ελαφρά εσωστρε- Μεγ. ύψ. 3.2εκ., δ.χ. 4.4εκ., δ.β. 4.7εκ. φές. Εσωτερικά φέρει ερυθρό χρώμα. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. Ο πυρήνας είναι Χρονολόγηση: 425-400 π.Χ. γκρίζος. Ερυθροβαφής. Δεν σώζεται η βάση σ’ όλο της το ύψος. ΙΙΙ. Με αυλακωτό χείλος Σώμα κυλινδρικό, ελαφρά διευρυνόμενο προς τα κάτω. Η βάση εξωτερικά είναι ενιαία με το σώμα και εσωτερικά δα- • 365 (Σχ. 26στ) κτυλιόσχημη. Το χείλος είναι απλό. Η κάτω επιφάνεια είναι Ι.75.132, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ 2097 εδαφόχρωμη και κοσμείται με δύο ομόκεντρους ερυθρούς Ύψ. 3.8εκ., δ.χ. 13εκ., δ.β. 6.5εκ. κύκλους, το κέντρο των οποίων δηλώνεται με στιγμή. Πηλός καφέ (7.5YR, 4\4), ιδιαίτερα χονδρόκοκκος, άφθονος Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. σε προσμείξεις και μίκα. Ακέραιο με αποκρούσεις στο χείλος. Το χείλος εξέχει ελα- • 359 (Πίν. 56ρ, Σχ. 25θ) φρά από το σώμα. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη Ι.161.163, Νεκροταφείο, Οικ. 161, Τ 5231 και διατρέχεται από δύο αυλακώσεις. Το σώμα είναι ιδιαί- Ύψ. 2.5εκ., δ.χ. 6.8εκ., δ.β. 3.6εκ. τερα προχειροφτιαγμένο. Παρουσιάζει τροπίδωση. Το εξω- Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. τερικό μέτωπό της βάσης είναι κάθετο και η κάτω επιφάνειά Ακέραιο. Αβαθές. Σώμα κυρτό, βάση απλή, επίπεδη, χείλος της επίπεδη. Υπάρχουν ίχνη καύσης. απλό, ελαφρά εσωστρεφές. Στο κέντρο του πυθμένα σχημα- Χρονολόγηση: Τέλη 4ου αι. π.Χ. τίζεται μικρή κωνική απόφυση. Χρονολόγηση: 430-400 π.Χ. • 366 (Πίν. 57γ, Σχ. 26ζ) • 360 (Σχ. 25ι) Ι.75.482, Νεκροταφείο, Οικ. 75, Τ2096 Ι.136.108, Νεκροταφείο, Οικ. 136, Τ3060 Ύψ. 3.7εκ., δ.χ. 10.7εκ., δ.β. 5.7εκ. Ύψ. 2.7εκ., δ.χ. 6.2εκ., δ.β. 4εκ. Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις και Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. μίκα. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη, χείλος Ακέραιο. Η βάση έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα, είναι εσωστρεφές. Εσωτερικά στον πυθμένα υπάρχει αυλάκωση δακτυλιόσχημη και έχει επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Υπάρ- και στο κέντρο σχηματίζεται έξεργος δίσκος. Ερυθροβαφές. χουν λίγα ίχνη καύσης. Το χείλος είναι εξωστρεφές. Η άνω Το «γάνωμα» εξωτερικά στο μεγαλύτερο τμήμα του έχει επιφάνεια του είναι πεπλατυσμένη. Εξωτερικά σχηματίζει απολεπιστεί. Υπάρχουν λίγα ίχνη καύσης. Στη βάση υπάρχει ένα είδος κολάρου που διατρέχεται στο μέσο από μία αυλά- χάραγμα. κωση. Χρονολόγηση: 430-400 π.Χ. Χρονολόγηση: όψιμος 4ος αι. π.Χ. ΙΙ2. Με εσωστρεφές χείλος • 361 (Σχ. 26β) Ι.52.151, Νεκροταφείο, Οικ. 52, επίχωση 341 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 έχει χρώμα καστανόμαυρο. Στην άνω επιφάνεια του χείλους υπάρχουν λοξά γραμμίδια σε αραιή διάταξη και στο λαιμό δύο πλατιές ταινίες. Στο σώμα υπάρχουν δύο τουλάχιστον ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΑΚΙ ζώνες που ορίζονται με δύο πλατιές ταινίες. Στην πρώτη ζώνη φέρει κρεμαστά, τεμνόμενα ημικύκλια και στη δεύτερη ιστάμενα που διακόπτονται από δέσμες κυματιστών και Ι. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ λοξών γραμμών. Η λαβή φέρει τουλάχιστον τέσσερις λοξές ταινίες. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΙΚΟΙ ΛΑΚΚΟΙ • 371 (Πίν. 64β) Κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή ΛXXXVII\2-10 «γάνωμα» Πάχος 0.3εκ. Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με μίκα. Η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου φέρει κιτρινωπό επίχρι- «Πιθαρόσχημα» αγγεία σμα. Η γραπτή διακόσμηση αποδίδεται με καφέ-μαύρο χρώμα. Υπάρχει μία ζώνη κρεμαστών ημικυκλίων, το κέντρο • 367 (Πίν. 62α) των οποίων δηλώνεται με στιγμή. Σ’ ένα άλλο όστρακο ΛXVI\31 υπάρχουν όρθιες κυματοειδείς γραμμές και σ’ ένα άλλο Πηλός ερυθρός (10R, 5\6) χονδρόκοκκος με προσμίξεις και κάθετες. Σ’ ένα όστρακο από τον ώμο υπάρχουν πεταλό- μικρή ποσότητα μίκας. σχημα μοτίβα, ενώ στο σημείο ένωσης λαιμού ώμου υπήρχαν Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και του σώματος. δύο ταινίες. Το χείλος είναι έντονα εξωστρεφές, ενιαίο με τον κοντό, Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. κυλινδρικό λαιμό. Φέρει αραιωμένο υπόλευκο επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση καφέ-μαύρου χρώματος. Στο λαιμό • 372 (Πίν. 63δ, ε, στ, ζ) υπάρχουν δύο πλατιές οριζόντιες ταινίες, αφήνοντας πολύ ΛΧΧΧΙV\12 μικρό κενό μεταξύ τους. Από τη δεύτερη ταινία, στη βάση Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με του λαιμού ξεκινούν δύο συστάδες κάθετων γραμμών στα μικρή ποσότητα μίκας και προσμίξεις. αριστερά υπάρχουν τέσσερις κάθετες ευθείες γραμμές, στα Διατηρούνται αρκετά θραύσματα του σώματος, τα οποία δεξιά ισάριθμες κάθετες κυματοειδείς, ενώ ανάμεσά τους έχουν συγκολληθεί από μικρότερα όστρακα. Η εξωτερική λοξά ωοειδή γραμμίδια. επιφάνεια φέρει υπόλευκο αραιωμένο επίχρισμα και γραπτή Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. διακόσμηση με καφέ-μαύρο χρώμα. Το ένα θραύσμα διατη- ρεί το σημείο γένεσης του λαιμού. Στο κάτω άκρο του λαι- • 368 (Πίν. 63ζ) μού υπάρχει μία πλατιά οριζόντια ταινία, από την οποία ΛΧXXIV\12γ ξεκινούν στα δεξιά 5 παράλληλες κάθετες ευθείες γραμμές. Ύψ. 9.2εκ., π. 1.2εκ. Κάτω από την οριζόντια ταινία φέρει μικρά πεταλόσχημα Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μοτίβα σε οριζόντια διάταξη. Πιο κάτω σώζεται τμήμα δύο μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. ομόκεντρων κύκλων. Το δεύτερο όστρακο πιθανότατα Διατηρούνται δύο τμήματα του σώματος. Τροχήλατο. Η προέρχεται από τη δεύτερη ζώνη, όπου από μία οριζόντια εξωτερική επιφάνεια φέρει υπόλευκο επίχρισμα και γραπτή πλατιά ταινία ξεκινούν συστάδες ομόκεντρων ημικυκλίων διακόσμηση ερυθρού χρώματος. Προέρχονται μάλλον από (ανά τρεις) το κέντρο των οποίων δηλώνεται με στιγμή. Από την ίδια ζώνη. Στο άνω σωζόμενο άκρο υπάρχει μία πλατιά το κάτω τμήμα του σώματος, χαμηλά στην κοιλιά προέρχεται οριζόντια ταινία, από την οποία κρέμονται συστάδες ομόκε- μάλλον το τρίτο όστρακο. Σε μία τρίτη ζώνη που στο κάτω ντρων ημικυκλίων εφαπτόμενες μεταξύ τους. τμήμα ορίζεται πάλι από μία πλατιά ταινία δίνονται ανά τρεις Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. ομόκεντροι κύκλοι, το κέντρο των οποίων δηλώνεται με στιγμή. Οι συστάδες των κύκλων συνδέονται μεταξύ τους με • 369 (Πίν. 62 στ,ζ & η, 63α) λοξά γραμμίδια σχηματίζοντας συνεχόμενα οκτώσχημα ΛXLVIII\21 μοτίβα (τρέχουσα σπείρα). Πάχος 0.3εκ. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8) λεπτόκοκκος με μικρή ποσότητα μίκας και προσμίξεις. • 373 (Πίν. 64α) Το χείλος έχει πεπλατυσμένη άνω επιφάνεια και εξέχει από ΛΧΧΧΙΙΙ\35-42 το σώμα. Καλύπτεται με αραιό κόκκινο χρώμα. Το άνω Πηλός γκριζέρυθρος, χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις τμήμα του σώματος κοσμείται με οριζόντιες ταινίες και και μίκα. κρεμαστά ημικύκλια. Από το κατώτερο τμήμα του σώματος Διατηρούνται οκτώ θραύσματα. Το χείλος έχει διατηρούνται τμήματα οριζόντιων ταινιών που εξαιτίας της πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια και σχηματίζεται κοντός όπτησης έχουν μαύρο χρώμα. λαιμός που καλύπτεται από πλατιά σκουρόχρωμη ταινία. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Στον ώμο, ακριβώς κάτω από την ταινία του λαιμού υπάρχουν πεταλόσχημα μοτίβα που διακόπτονται από δέσμες • 370 (Πίν. 62β, γ, δ,ε) κάθετων γραμμών. Σε μία άλλη ζώνη υπάρχουν ομόκεντροι ΛXLVII\54 κύκλοι και κάθετες γραμμές. Σε άλλο όστρακο διατηρούνται Πάχος 0.3εκ. κρεμάμενα ημικύκλια και σε ένα άλλο όρθιες κυματοειδείς Πηλός ερυθρός (10R, 5\6) χονδρόκοκκος με προσμίξεις και γραμμές. μικρή ποσότητα μίκας. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Διατηρούνται τμήματα του χείλους, του σώματος και της οριζόντιας, λοξής λαβής, ελλειψοειδούς διατομής. Το χείλος • 374 είναι εξωστρεφές και η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη. Ο ΛΧΧ\76 & 105 λαιμός είναι κοντός, κυλινδρικός. Η εξωτερική επιφάνεια Πάχος 0.45εκ. φέρει κιτρινωπό επίχρισμα και διακοσμείται με καστανέρυ- Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με θρο χρώμα, το οποίο εξαιτίας της όπτησης σε κάποια σημεία άφθονη μίκα και προσμίξεις. Κοκκώδης. 342 Διατηρούνται δύο θραύσματα του σώματος. Στην εξωτε- ΛΧΧΙΙΙ\7 Διατηρείται τμήμα του σώματος, το οποίο είναι ρική επιφάνεια φέρουν αραιωμένο ανοικτό καστανό χρώμα σχεδόν επίπεδο. Φέρει γραπτή διακόσμηση με ερυθρό και γραπτή διακόσμηση με καφέ σκούρο. Στο ένα με μία χρώμα. Στο άνω άκρο μόλις διακρίνεται η ύπαρξη μίας ορι- οριζόντια ταινία στο μέσο δημιουργούνται δύο ζώνες. Στην ζόντιας ταινίας. Στα αριστερά διακρίνεται τμήμα ενός ημικυ- πάνω ζώνη διακρίνονται δύο συστάδες ομόκεντρων κύκλων. κλίου που ξεκινά από αυτήν. Στα δεξιά υπάρχουν δύο κάθετα Η μία που διατηρείται σε μεγαλύτερο τμήμα αποτελείται από γραμμίδια. πέντε κύκλους, το κέντρο των οποίων δηλώνεται με στιγμή. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Στη δεύτερη ζώνη υπάρχουν δέσμες λοξών γραμμών. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στο άλλο όστρακο μόνο • 380 (Πίν. 64δ) που στην κάτω ζώνη οι γραμμές είναι κυματοειδείς. ΛΧΧΙΧ\73 Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Μεγ. ύψ. 8.4εκ., πάχος 1.1εκ. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ο • 375 (Πίν. 62δ) πυρήνας είναι γκρίζος. ΛΧΧΧΙV\3 Διατηρείται τμήμα του σώματος. Εξωτερικά φέρει κιτρινωπό Ύψ. 4.7εκ., πάχος 1.3εκ. επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση ερυθρού χρώματος. Στο Πηλός κοκκινωπός καφέ (2.5YR, 4\4), χονδρόκοκκος με άνω και κάτω άκρο δύο οριζόντιες πλατιές ταινίες. Ανάμεσα προσμίξεις και μίκα. τους στα αριστερά 5 κάθετες ταινίες και στα δεξιά πέντε Διατηρείται τμήμα του σώματος. Εσωτερικά υπάρχουν ίχνη λοξές ταινίες ελεύθερες. αργού τροχού. Η εξωτερική επιφάνεια καλύπτεται με υποκί- τρινο επίχρισμα και φέρει διακόσμηση με καφέ-μαύρο • 381 (Πίν. 64γ) χρώμα. Στο άνω άκρο μόλις διακρίνεται μία οριζόντια ταινία ΛΧΧΙΧ/47,46 από την οποία ξεκινούν τρία κρεμαστά ομόκεντρα ημικύ- Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ο κλια. πυρήνας είναι γκρίζος. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Διατηρούνται δύο θραύσματα, ίσως συνανήκουν με το 388. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει κιτρινωπό επίχρισμα και γρα- • 376 (Πίν. 64ζ) πτή διακόσμηση με ερυθρό χρώμα. Το ένα τμήμα φέρει ΛXΧΧΙΧ\45, 47, 46, 73 οριζόντια ταινία στο άνω τμήμα, κυματοειδείς χαμηλότερα Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με στα δεξιά και μία κάθετη στα αριστερά. Στο δεύτερο θραύ- μικρή ποσότητα μίκας και προσμίξεις. σμα διατηρούνται αποσπασματικά δύο συστάδες ομόκε- Διατηρούνται δύο τμήματα του ώμου και τμήμα του σώματος. ντρων, τεμνόμενων ημικυκλίων. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει κιτρινωπό επίχρισμα και γραπτή Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. διακόσμηση ερυθρού χρώματος. Στο σημείο μετάβασης από το λαιμό στον ώμο υπάρχει οριζόντια ταινία. Από αυτήν, όπως • 382 (Πίν. 65α,β,γ) φαίνεται και από τα δύο θραύσματα, ξεκινούν δέσμες κάθετων ΛΙΙ\19, 28, 36, 62 γραμμών και ανάμεσα τους υπάρχουν ελεύθερες λοξές, ελα- Ύψ. χείλους 3.9εκ., π. 0.9εκ. φρώς κυματοειδείς. Πηλός γκρίζος (10ΥR, 5\1), λεπτόκοκκος με ελάχιστες Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. προσμίξεις και μίκα. Διατηρούνται πέντε θραύσματα, ένα του χείλους και τέσσερα • 377 (Πίν. 63α) του σώματος. Το χείλος είναι εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά ΛΧΧΧΙΧ\23 του έντονα επικλινής. Σχηματίζει μικρό λαιμό που τονίζεται Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με με μία πλατιά ταινία καφέ χρώματος. Το σώμα φέρει επίσης μικρή ποσότητα μίκας και προσμίξεις. γραπτή διακόσμηση καφέ χρώματος. Χωρίζεται σε ζώνες με Διατηρείται τμήμα του σώματος με δύο συστάδες ομόκεντρων τη βοήθεια οριζόντιων ταινιών. Στην άνω ζώνη φέρει κυμα- ημικυκλίων. τοειδή γραμμίδια αμελώς σχεδιασμένα που πολλές φορές Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. καλύπτουν το ένα το άλλο. Στη δεύτερη ζώνη φέρει δικτυωτό και πιο κάτω λοξά γραμμίδια. • 378 (Πίν. 63γ) Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. ΛXIV\13 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με • 383 (Πίν. 65γ, δ,ε) μικρή ποσότητα μίκας και προσμίξεις. ΛVΙΙ\38, 40 Διατηρούνται αρκετά θραύσματα του σώματος. Η εξωτερική Διατηρούνται τρία θραύσματα του σώματος. Φέρει γραπτή επιφάνεια φέρει υπόλευκο επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση διακόσμηση καφέ χρώματος. Φαίνεται ότι χωρίζεται με ορι- με μαύρο-καφέ χρώμα. Φαίνεται ότι η διακόσμηση διαιρού- ζόντιες ταινίες σε ζώνες. Δύο από αυτά κοσμούνται με δι- νταν σε ζώνες. Σε μία ζώνη που στο άνω τμήμα ορίζεται από κτυωτό. Το τρίτο φέρει συστάδες οριζόντιων, ελαφρά κα- διπλή ταινία υπάρχουν κάθετα γραμμίδια. Σε μία άλλη ζώνη μπύλων γραμμιδίων. υπάρχουν ανάστροφα κρεμάμενα ημικύκλια και τέσσερις Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. όρθιες κυματοειδείς γραμμές. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Κρατηρόσχημα αγγεία • 379 ΛΧΧΙΙΙ\4&7 • 384 (Πίν. 65ζ, Σχ. 27α) Ύψ. 9εκ., π, 0.8εκ. ΛΧΙ\12 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 4\6), χονδρόκοκκος με Ύψ.2.9εκ., πλ,8.6εκ., δ.χ. 31εκ. άφθονες προσμίξεις και μίκα. Πηλός γκριζωπός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα και προσμίξεις. ΛΧΧΙΙΙ\4 Διατηρείται τμήμα του σώματος. Είναι μάλλον Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος χειροποίητο. Εσωτερικά σχηματίζονται βαθουλώματα και είναι οριζόντιο. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. Η φυσαλίδες. Η εξωτερική επιφάνεια έχει αφεθεί στο χρώμα μετάβαση από το χείλος στο σώμα, που ήταν μάλλον σφαι- του πηλού και φέρει γραπτή διακόσμηση με καφέ-μαύρο ρικό γίνεται με μία κοίλη «ταινία». Το χείλος εσωτερικά και χρώμα. Στο άνω τμήμα υπάρχουν τέσσερα κάθετα γραμμίδια εξωτερικά έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Η άνω επιφά- που απολήγουν σε μία πλατιά οριζόντια ταινία. νεια του κοσμείται στα δεξιά με τέσσερα τουλάχιστον 343 γραμμίδια καφέ χρώματος. Μία ταινία ίδιου χρώματος Διατηρείται τμήμα του σώματος. Όμοια διακόσμηση με το υπάρχει στην κοίλη ταινία. Το σώμα εξωτερικά είναι 389. εδαφόχρωμο και κοσμείται με γωνιώδη ταινία. Εσωτερικά Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. φέρει καφέ χρώμα που σχηματίζει μία πιο σκούρη γραμμή. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Οπισθότμητοι πρόχοι – Οινοχόες • 385 (Σχ. 27β) ΛΧΧΧΙ\19 Οπισθότμητοι πρόχοι Ύψ. 2.8εκ., π, 0.4εκ., δ.χ. 21εκ. Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις και • 391 (Πίν. 66ε) μίκα. ΛXLIII\6 Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος Ύψ. 16.3εκ. είναι λοξότμητο και κοσμείται με εγκάρσια πλατιά γραμμίδια Πηλός καστανός, μεσαίου πάχους με προσμίξεις και μίκα. μαύρου χρώματος. Στη συνέχεια σχηματίζεται ένας κοντός Διατηρείται τμήμα του σώματος και της κάθετης λαβής, η λαιμός και διατηρείται μικρό τμήμα του σώματος που διευ- οποία είναι τριπλή, κυκλικής διατομής. Κοσμείται με δύο ρύνεται έντονα. Η επιφάνεια έχει αφεθεί στο χρώμα του δέσμες από λοξές ταινίες μαύρου χρώματος. πηλού. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. π.Χ. • 386 (Πίν. 65στ, Σχ.27γ) • 392 ΛΧΧΧΙ\21 ΛXLIX\9 Ύψ. 4.8εκ, π, 0.3εκ., δ.χ. 28εκ. Ύψ. 5.1εκ., π. 0.6εκ. Πηλός σκούρος γκρίζος (10YR, 4\1), λεπτόκοκκος με μίκα Πηλός καστανός, μεσαίος με προσμίξεις. και προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος καλύπτεται με καστανό αραιωμένο χρώμα. Κοσμείται με είναι κυρτό και κάτω από αυτό σχηματίζεται ένας υποτυπώ- οριζόντια ταινία μαύρου χρώματος. δης λαιμός. Στη συνέχεια σχηματίζεται το σφαιρικό σώμα. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Το χείλος και ο λαιμός φέρουν γκριζόμαυρο χρώμα. Το π.Χ. σώμα φέρει γραπτή διακόσμηση ίδιου χρώματος που ξεκινά από μία οριζόντια ταινία. Δημιουργούνταν μάλλον μία ζώνη • 393 (Πίν. 66στ) με ισοσκελή τρίγωνα που εφάπτονται. Εσωτερικά φέρει ΛXLIII\9 όμοιο «γάνωμα» πρόχειρα τοποθετημένο. Πηλός καστανός με προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι Χρονολόγηση: Α’ μισό 7ου αι. π.Χ. γκρίζος. Αμφορείς Διατηρείται το κάτω τμήμα της διπλής λαβής, κυκλικής διατομής και τμήμα του σώματος, Εξωτερικά φέρει καφέ • 387 (Πίν. 66α) χρώμα. ΛΙΙ\26 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Ύψ. 19εκ., πλ.20εκ., π. 0.9εκ. π.Χ. Πηλός ερυθρός κίτρινος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της δισκόμορφης βάσης. • 394 (Πίν. 66ζ) Το σώμα είναι ωοειδές. Εξωτερικά φέρει κιτρινωπό επίχρι- ΛXLIII\ 5 σμα και γραπτή διακόσμηση καφέ χρώματος. Στο άνω τμήμα Ύψ. 9.3εκ. υπάρχουν δύο δέσμες κάθετων γραμμών που απολήγουν σε Πηλός καστανός, μεσαίου πάχους με προσμίξεις και μίκα. μία οριζόντια ταινία. Πιο κάτω υπάρχει μία δεύτερη οριζό- Διατηρείται τμήμα της κάθετης διπλής λαβής, κυκλικής ντια ταινία που δεν έχει κατασκευαστεί επιμελώς. διατομής. Η εξωτερική όψη της φέρει καφέ αραιωμένο Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. χρώμα. Η εσωτερική έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. • 388 (Πίν. 66β) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ΛVΙΙ\41 π.Χ. Μεγ. σωζ. ύψ. 6.7εκ., π. 0.5εκ. • 395 (Πίν. 66η) Πηλός ερυθρός κίτρινος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. ΛΧLIII/7 Διατηρείται τμήμα του ωοειδούς σώματος. Εξωτερικά φέρει Ύψ. 4.1εκ., π. 0.7εκ. κιτρινωπό επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση καφέ χρώμα- Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και τος. Στο άνω τμήμα υπάρχουν δύο δέσμες κάθετων γραμμών μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. που απολήγουν σε μία οριζόντια ταινία. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και της λαβής. Η λαβή στην Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. εξωτερική όψη φέρει καφέ σκούρο χρώμα. • 389 (Πίν. 66γ) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ΛΧΧ\76&105 π.Χ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και • 396 (Πίν. 66θ) μίκα. ΛΧLIII\40 Διατηρούνται δύο όστρακα του σώματος που φέρουν γραπτή Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και διακόσμηση με καφέ-μαύρο χρώμα. Προέρχονται από την μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. ίδια ζώνη. Στο μέσο υπάρχουν δύο οριζόντιες ταινίες. Στην Διατηρείται τμήμα της διπλής λαβής και μικρό τμήμα του άνω ζώνη φέρουν ομόκεντρους κύκλους, ενώ στην κάτω σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει ερυθρό χρώμα που υπάρχουν δέσμες μικρών λοξών γραμμιδίων. στο μεγαλύτερο τμήμα έχει απολεπιστεί. Το σωζόμενο τμήμα Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. του σώματος κοσμείται με οριζόντια ταινία καφέ χρώματος. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. • 390 (Πίν. 66δ) π.Χ. ΛΧΙΙΙ\14 Πηλός κοκκινωπός, λεπτόκοκκος μεπροσμίξεις και μίκα. 344 • 397 (Πίν. 66ι) Διατηρείται το άνω τμήμα της λαβής και τμήμα του λαιμού. ΛXVI\10 Ακόσμητη. Ύψ. 5.2εκ., π. 0.8εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Πηλός σκούρος γκρίζος (2.5Y, 3\1), μεσαίου πάχους με π.Χ. προσμίξεις. Διατηρείται το άνω τμήμα της λαβής και τμήμα του λαιμού. • 404 Η εξωτερική όψη της λαβής κοσμείται με τρεις λοξές ταινίες ΛXΧΧII\20 ιώδους χρώματος. Ύψ. 14.1εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με πολλή μίκα. π.Χ. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και της διπλής λαβής, κυκλι- κής διατομής. Υπάρχουν έντονα ίχνη καύσης. • 398 (Πίν. 66κ) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ΛΧΧΙΙ\80 π.Χ. Ύψ. 7.1εκ., π. 0.4εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), με προσμίξεις και μίκα. Ο • 405 (Πίν. 67δ) πυρήνας είναι γκρίζος. ΛXLII\3 Διατηρείται το κάτω τμήμα της λαβής και η απόληξή της. Ύψ. 6.6εκ. Κοσμείται με λοξές ταινίες καφέ-μαύρου χρώματος. Στην Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και απόληξή της υπάρχουν 4 κάθετες ανισοϋψείς ταινίες που μίκα. τέμνονται από μία πλατιά οριζόντια. Διατηρείται το κάτω τμήμα της κάθετης, διπλής λαβής. Αβα- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. φής. π.Χ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. • 399 ΛXLVIII\11&13 • 406 (Πίν. 67ε) Ύψ. 21.6εκ., π. 0.3εκ., πλ.λαβής 3εκ. ΛXLII\5 Πηλός γκριζωπός καφέ (10YR, 5\2), λεπτόκοκκος με ελάχι- Ύψ. 8.5εκ. στες προσμίξεις. Πηλός καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού, του σώματος και Διατηρείται το κάτω τμήμα της κάθετης διπλής λαβής και η η κάθετη διπλή λαβή, κυκλικής διατομής. Εξωτερικά έφερε γένεση της. Αβαφής. μαύρο χρώμα, το οποίο στο μεγαλύτερο τμήμα του έχει απο- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. λεπιστεί. π.Χ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. • 407 (Πίν. 67στ) ΛXL\48 • 400 (Πίν. 66λ) Ύψ. 15.3εκ., πλ.8.6εκ., π. 0.7εκ. ΛXΧΙΙ\16 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με κάποια ποσότητα μίκας Ύψ. 5.8εκ., πλάτος λαβής 2.2εκ. και προσμίξεις. Πηλός γκριζωπός καφέ (10YR, 5\2), λεπτόκοκκος με ελάχι- Διατηρείται τμήμα του χείλους και η λαβή. Η λαβή είναι στες προσμίξεις. διπλή, ελλειψοειδούς διατομής. Στην άνω επιφάνειά της Διατηρείται τμήμα της κάθετης, διπλής λαβής κυκλικής διατηρούνται ίχνη καφέ-μαύρου χρώματος. Χρώμα φέρει και διατομής και του σώματος. Εξωτερικά φέρει γκριζόμαυρο η παρυφή του χείλους. χρώμα. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 408 (Πίν. 67η) • 401 (Πίν. 67α) ΛLVIII\227 ΛΙΙ\66 Ύψ. 7.8εκ. π. 0.7εκ. Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Πηλός σκούρος γκρίζος, χονδρόκοκκος. μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και της κάθετης, Διατηρείται το άνω τμήμα της κάθετης, διπλής λαβής, κυκλι- διπλής λαβής, κυκλικής διατομής. Εξωτερικά, με εξαίρεση κής διατομής, του λαιμού και του χείλους. την εσωτερική όψη της λαβής φέρει γκριζόμαυρο χρώμα. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Είναι ορατά τα ίχνη του χρωστήρα. Εσωτερικά φέρει όμοιο π.Χ. χρώμα ως το ύψος του χείλους. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. • 402 (Πίν. 67β) π.Χ. ΛΙΙ\68 Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και • 409 (Πίν. 67ζ) μίκα. ΛLVIII\271 Διατηρείται το άνω τμήμα της κάθετης, διπλής λαβής κυκλι- Ύψ. 6.8εκ. π. 0.6εκ. κής διατομής, του λαιμού και του χείλους. Υπάρχουν ίχνη Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. καύσης. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Ο λαιμός ήταν π.Χ. κοντός και διευρυνόταν έντονα προς το σώμα. Η εξωτερική επιφάνεια είναι εδαφόχρωμη και κοσμείται με δύο οριζόντιες • 403 (Πίν. 67γ) ταινίες καφέ χρώματος. ΛΧΧ\100 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Ύψ. 7.2εκ., πάχος 0.7εκ. π.Χ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. 345 • 410 Διατηρείται η κάθετη, διπλή λαβή, η οποία φέρει εξωτερικά ΛXL\ 46 σκούρο καφέ χρώμα. Ύψ. 5εκ., δ.χ. 12εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα μίκας π.Χ. και κάποιες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος • 417 απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το λαιμό καλύπτεται με ΛXXII\15 καφέ χρώμα. Κάτω από αυτό, 4 διαδοχικές εσοχές. Φέρουν Ύψ. 6.3εκ., πλ. 2.6εκ. καφέ χρώμα. Το υπόλοιπο έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Πηλός πορτοκαλόχρωμος με αρκετή ποσότητα μίκας και Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. προσμίξεις. π.Χ. Διατηρείται το άνω τμήμα της κάθετης, διπλής λαβής και τμήμα του λαιμού. Στην εξωτερική όψη της λαβής δίνονται • 411 (Πίν. 67η) γραμμίδια καφέ χρώματος. ΛXXXI\20&21 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Ύψ. 18.5εκ. π.Χ. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα μίκας και προσμίξεις. • 418 Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και της λαβής. ΛXLIII\6 Το χείλος είναι απλό, εξωτερικά καλύπτεται με καφέ-μαύρο Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. χρώμα. Η μετάβαση στο λαιμό είναι ομαλή, ενώ στον ώμο Ο πυρήνας είναι γκρίζος. γίνεται με μία προεξοχή. Η λαβή είναι διπλή, κυκλικής δια- Διατηρείται το άνω τμήμα της κάθετης, διπλής λαβής. Στην τομής. Εξωτερικά έφερε καφέ-μαύρο χρώμα που στο μεγα- εξωτερική της όψη κοσμείται με λοξά γραμμίδια. λύτερο τμήμα του έχει απολεπιστεί. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 419 • 412 (Πίν. 67θ) ΛΧΧΙΙ\27 ΛΧΧΙΙ\20 Π. 0.3εκ. Ύψ. 6.3εκ. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός καφέ, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Διατηρείται το κάτω τμήμα της διπλής λαβής, κυκλικής Διατηρούνται τμήματα του σώματος και το κάτω τμήμα της διατομής και τμήμα του σώματος. Εξωτερικά φέρει μαύρο κάθετης λαβής. Το σώμα έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού χρώμα. και κοσμείται με πλατιές ταινίες καφέ-μαύρου χρώματος. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Από τη γένεση της λαβής ξεκινούν τρεις ταινίες που περιτρέ- π.Χ. χουν τα άκρα και το κέντρο της λαβής. Ανάμεσα τους υπάρ- χει μία λοξή ταινία. • 413 (Πίν. 67ι) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ΛXΧΧΙΧ\15 π.Χ. Ύψ. 17εκ. Πηλός καστανός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και λίγη μίκα. • 420 Διατηρείται η κάθετη, διπλή λαβή, κυκλικής διατομής και ΛLII\5 τμήμα του λαιμού. Φέρει ερυθρό, αραιωμένο χρώμα. Η εσω- Ύψ. 5.3εκ. τερική πλευρά της λαβής έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με ελάχιστες προσμί- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ξεις. π.Χ. Διατηρείται τμήμα της κάθετης λαβής, η οποία είναι διπλή, κυκλικής διατομής. Στην εξωτερική επιφάνεια διατηρούνται • 414 (Πίν. 68β) ίχνη μικρών μαύρων οριζόντιων γραμμών. Πλάι σ’ αυτές ΛXXXIV\46 σώζονται ίχνη κάθετων μαύρων γραμμών. Πηλός καστανέρυθρος με αρκετή ποσότητα μίκας και προ- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. σμίξεις. π.Χ. Διατηρείται ακέραια η κάθετη, διπλή λαβή, το χείλος, ο λαιμός και ο ώμος. Στο χείλος, στο κάτω άκρο του λαιμού • 421 και στην εξωτερική όψη της λαβής υπάρχουν ίχνη μίας ται- ΛXXXV\79 νίας μαύρου χρώματος. Ύψ. 9.2εκ., πλ.10.2εκ., π. 0.3εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Πηλός καφέ, μεσαίου πάχους με πολλή μίκα. π.Χ. Διατηρείται τμήμα του λαιμού, του ώμου και το άνω τμήμα της κάθετης λαβής. Η λαβή είναι διπλή, κυκλικής διατομής. • 415 (Πίν. 68γ) Στο άνω τμήμα του λαιμού υπάρχουν δύο παράλληλες, ορι- ΛLII\20 ζόντιες αυλακώσεις. Η μετάβαση από λαιμό στον ώμο γίνε- Πηλός πορτοκαλέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και ται με μία έξεργη γραμμή. Εξωτερικά φέρει χρώμα, το οποίο μίκα. αλλού είναι μαύρο και αλλού πορτοκαλόχρωμο εξαιτίας της Διατηρείται η κάθετη, διπλή λαβή κυκλικής διατομής. Συ- όπτησης. γκολλήθηκε από δύο μέρη. Εξωτερικά φέρει υπόλευκο επί- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. χρισμα. π.Χ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. • 422 (Πίν. 68δ) ΛVII\35 • 416 (Πίν. 68α) Ύψ.8.1εκ., πλ.9εκ., π. 0.75εκ. ΛLII\16 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6) με προσμίξεις και Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμίξεις. μίκα. 346 Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του ώμου. Ο λαιμός διευ- χρώμα, το οποίο έχει απολεπιστεί στη μεγαλύτερη έκτασή ρύνεται προς τον ώμο και στο σημείο ένωσής τους σχηματί- του. ζεται μία εσοχή. Η εξωτερική επιφάνεια έχει αφεθεί στο Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. χρώμα του πηλού. Στο κάτω άκρο του λαιμού υπάρχει οριζό- π.Χ. ντια ταινία καφέ χρώματος. Στον ώμο διατηρείται τμήμα μίας κυματοειδούς ταινίας. Πιο κάτω σχηματίζονται δύο • 428 εγχάρακτα τρίγωνα. ΛLVIII\26 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Ύψ. 5.8εκ. , πάχος 0.4εκ., δ.χ. 16εκ. π.Χ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με κάποια ποσότητα μίκας και λίγες προσμίξεις. • 423 (Πίν. 68ε) Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος είναι ΛXVI\8 απλό, ενιαίο με το λαιμό που στο άνω τμήμα είναι ελαφρά Ύψ. 3εκ., π. 0.8εκ. κυρτός και στη συνέχεια κατεβαίνει σχεδόν κάθετα. Εξωτε- Πηλός καφέ (7.5YR, 4\8), χονδρόκοκκος με άφθονη μίκα. ρικά στο άνω άκρο φέρει πλατιά καφέ ταινία. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του ώμου. Στο σημείο Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. μετάβασης από το λαιμό στον ώμο σχηματίζεται μία εξοχή. π.Χ. Η εξωτερική επιφάνεια έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Ο ώμος κοσμείται με τρεις πλατιές οριζόντιες ταινίες καφέ • 429 χρώματος. ΛΧΧ\92 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Ύψ. 5.4εκ., π. 0.6εκ. π.Χ. Πηλός ανοικτός κοκκινωπός καστανός (5YR, 6\4), λεπτόκοκ- κος με προσμίξεις και μίκα. • 424 (Πίν. 68στ) Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος ΛΙΙΙ\20 είναι απλό, ενιαίο με το λαιμό, ο οποίος συγκλίνει προς τα Πηλός καφέ (7.5YR, 4\8), χονδρόκοκκος με άφθονη μίκα. κάτω. Εξωτερικά φέρει καφέ αραιωμένο χρώμα, όπως και Διατηρείται τμήμα του σώματος, το οποίο κοσμείται με επτά εσωτερικά σε μία πλατιά ταινία γύρω από τη στεφάνη του οριζόντιες ταινίες σκούρου καφέ χρώματος. χείλους. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 430 (Πίν. 69α) Οινοχόες ΛXXXIV\9 • 425 (Πίν. 68ζ, Σχ. 27δ) Ύψ. 7.2εκ. ΛΧΧΙΙΙ\3 Πηλός καστανέρυθρος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 7.4εκ., π. 0.4εκ. Διατηρείται τμήμα του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια έχει Πηλός πολύ σκούρος γκρίζος (7.5YR, 3\1), χονδρόκοκκος αφεθεί στο χρώμα του πηλού και κοσμείται με οριζόντιες με προσμίξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι καφέ. ταινίες ελαφρώς καμπύλες ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος κυματοειδείς. είναι ενιαίο με το λαιμό, ελαφρά διογκωμένο. Σχηματίζονται Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. δύο έξεργες ταινίες και δύο αυλακώσεις. Φέρει καφέ-μαύρο π.Χ. χρώμα. Στο κάτω τμήμα του λαιμού υπάρχουν τρεις οριζό- ντιες, πιο ανοιχτόχρωμες ταινίες. • 431 (Πίν. 69β) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ΛLII\23 π.Χ. Ύψ. 18εκ., πλ. 12εκ. Πηλός Καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 426 Διατηρείται τμήμα του σώματος. Κοσμείται με οριζόντιες ΛΧΧΧΙV\34 ταινίες αραιά τοποθετημένες και στο άνω σωζόμενο άκρο Ύψ. 5.2εκ., πλ. 3.5εκ., πάχος 0.4εκ. υπάρχει μία κυματοειδής. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα και προσμίξεις. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Διατηρείται τμήμα της λαβής, του λαιμού και του χείλους. Η π.Χ. λαβή είναι κάθετη, ταινιωτή και στο άνω τμήμα φέρει καφέ • 432 χρώμα. Το κάτω τμήμα της και το σημείο γένεσης έχουν ΛLI\10 αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Το χείλος είναι απλό και η Ύψ. 4.8εκ., δ.χ. 11εκ., π.0.35εκ. άκρη του ελαφρώς καμπύλη. Τόσο ο λαιμός όσο και το χεί- Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα λος αλλά και μία ταινία εσωτερικά στο χείλος φέρουν καφέ μίκας και κάποιες προσμίξεις. χρώμα. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του χείλους που είναι απλό, Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το λαιμό. Εξωτερικά διατηρού- π.Χ. νται ίχνη μαύρου χρώματος. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. • 427 π.Χ. ΛXXXIV\42 Ύψ. 14.5εκ., πλ. 5.8εκ., πάχος 0.3εκ. • 433 (Πίν. 68η) Πηλός πορτοκαλέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα και ΛXXVIII\12 ελάχιστες προσμίξεις. Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα Διατηρείται ακέραια η λαβή, τμήμα του σώματος, στο σημείο μίκας και κάποιες προσμίξεις. γένεσης της λαβής και ελάχιστο του χείλους και του λαιμού, Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του χείλους που είναι απλό, στο σημείο όπου καταλήγει η λαβή. Η λαβή είναι κάθετη, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το λαιμό. Εξωτερικά φέρει καφέ ταινιωτή. Πρέπει να καλύπτονταν με πορτοκαλέρυθρο χρώμα. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. 347 Διατηρείται το κάτω άκρο του λαιμού και τμήμα του ώμου. • 434 (Πίν. 69γ) Στο σημείο ένωσής τους υπάρχουν πυκνές ακανόνιστες αυ- ΛLV\24 λακώσεις. Φέρει μαύρο χρώμα. Πάχος 0.4εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα π.Χ. μίκας και κάποιες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του χείλους που είναι απλό, • 440 χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το λαιμό. Εξωτερικά φέρει καφέ ΛXXXVIII\21 χρώμα. Διατηρείται επίσης και τμήμα της απλής, επίπεδης Ύψ.7.9εκ., πλ. 15.9εκ., π. 0.7εκ. βάσης, η οποία στην κάτω επιφάνειά της φέρει το ίδιο χρώμα Πηλός καστανέρυθρος, μεσαίου πάχους με προσμίξεις και με το σώμα. μίκα. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του ώμου. Στην εξωτερική • 435 επιφάνεια υπάρχουν ίχνη μαύρου χρώματος. Η μετάβαση από ΛΧΧΙΙ\91 το λαιμό στον ώμο γίνεται με μία λεπτή εσοχή και μετά με Ύψ. 6εκ., π. 0.3εκ. μία έξεργη ταινία. Πηλός κοκκινωπός καφέ (5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με λίγη Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. μίκα. π.Χ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό και εξωστρεφές. Ο λαιμός είναι κοίλος. Στο • 441 μέσο του λαιμού υπάρχει μία λεπτή οριζόντια αυλάκωση. ΛΧΧΙΙΙ\63 Φέρει καφέ-μαύρο χρώμα που στο κάτω τμήμα του λαιμού Ύψ. 2.8εκ., π. 0.4εκ. είναι αραιωμένο και σχηματίζει γραμμές. Εσωτερικά κάτω Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), χονδρόκοκκος με προσμίξεις από το χείλος υπάρχει μία πλατιά ομοιόχρωμη ταινία. και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Ίχνη χρώματος διατηρούνται και στην εσωτερική επιφάνεια Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του ώμου. Εξωτερικά του αγγείου. φέρει καφέ μαύρο χρώμα. Στο σημείο μετάβασης από το Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. λαιμό στον ώμο σχηματίζονται τρεις αυλακώσεις. π.Χ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. • 436 (Πίν. 69δ) • 442 ΛLVIII\35 & 107 XLVII\33 Ύψ. 5.3εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 11εκ. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με • 443 κάποια ποσότητα μίκας και λίγες προσμίξεις. ΛLII\3 Συγκολλήθηκαν δύο θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του Ύψ. 6.3εκ., π. 0.4εκ. χείλους και του λαιμού. Το χείλος είναι ελαφρά εξωστρεφές, Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες ενιαίο με το λαιμό που διευρύνεται προς τα κάτω. Φέρει καφέ προσμίξεις. χρώμα. Διακρίνονται τα ίχνη του χρωστήρα. Σε δεύτερο Διατηρείται τμήμα της λαβής και της γένεσης της. Η λαβή θραύσμα διατηρείται τμήμα του σώματος και της χαμηλής φαίνεται να ξεκινά κάτω από το χείλος. Είναι ταινιωτή και δισκόμορφης βάσης. Φέρει καστανό αραιωμένο χρώμα με ένα τμήμα της εξωτερικά είναι καλυμμένο με μαύρο χρώμα. εξαίρεση το κάτω άκρο του σώματος και τη βάση. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 437 (Πίν. 69ε) • 444 ΛΧΧΧΙ\93 ΛXXXIV\34 Π. 0.3εκ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με κάποια ποσότητα μίκας και • 445 (Πίν. 69η) λίγες προσμίξεις. ΛLVIII\151 Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του ώμου. Στο άνω σωζό- Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες μενο άκρο του λαιμού υπάρχει μία αυλάκωση. Διπλή αυλάκωση προσμίξεις. περιτρέχει το σημείο μετάβασης από το λαιμό στον ώμο. Διατηρείται τμήμα της λαβής. Είναι ταινιωτή και η εξωτε- Εξωτερικά φέρει καφέ-μαύρο χρώμα απολεπισμένο. ρική επιφάνεια ελαφρώς κοίλη. Αβαφής. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 438 (Πίν. 69στ) • 446 ΛΧΧΙΙ\63 ΛXXXVIII\47 Ύψ. 2.5εκ., π. 0.4εκ. Π. 0.3εκ. Πηλός καφέ, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός καστανόγκριζος μεσαίου πάχους με αρκετή ποσότητα Διατηρείται το κάτω άκρο του λαιμού και τμήμα του ώμου. μίκας και κάποιες προσμίξεις. Στο σημείο μετάβασης από το λαιμό στον ώμο υπάρχουν Διατηρείται τμήμα της επίπεδης βάσης και του σώματος. πυκνές αυλακώσεις. Στην εξωτερική επιφάνεια διατηρούνται ίχνη μαύρου χρώμα- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. τος. π.Χ. • 447 • 439 (Πίν. 69ζ, Σχ. 27ε) ΛXLV\24 ΛΧΧΧΙΙ\13 Π. 0.3εκ. Π. 0.3εκ. Πηλός καστανός, μεσαίου πάχους με αρκετή ποσότητα μίκας Πηλός πορτοκαλόχρωμος, λεπτόκοκκος με κάποια ποσότητα και κάποιες προσμίξεις. μίκας και λίγες προσμίξεις. 348 Διατηρείται τμήμα της επίπεδης βάσης και του σώματος. • 454 Στην εξωτερική επιφάνεια διατηρούνται ίχνη καφέ χρώματος. ΛXLVIII\10 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Επτά θραύσματα οινοχόης. Διατηρείται τμήμα του λαιμού, π.Χ. του ώμου και του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια είναι αρκετά απολεπισμένη. Στο λαιμό και στον ώμο διατηρούνται • 448 (Πίν. 69θ) ίχνη λευκού επιχρίσματος και διακόσμησης μαύρου χρώμα- ΛXVI\18 τος. Διακρίνονται μετόπες με ομόκεντρους κύκλους που Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες περιμετρικά περικλείονται από στιγμές. Υπάρχουν επίσης προσμίξεις. μικρότερες μετόπες που κοσμούνται με ορθογώνια, στο Διατηρείται η βάση και τμήμα του σώματος. Η βάση είναι εσωτερικό των οποίων υπάρχουν οι διαγώνιοι σε χιαστί. Σε απλή, επίπεδη και έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Στο άλλα θραύσματα διατηρούνται οριζόντιες γραμμές. κέντρο του πυθμένα οπή για την τέλεση σπονδών. Το σώμα Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. φέρει αραιωμένο χρώμα που σε ορισμένα σημεία είναι ερυ- π.Χ. θρό και αλλού καφέ. Διακρίνονται οι άτακτες πινελιές του χρωστήρα. • 455 (Πίν. 70στ) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ΛXXXV\76 π.Χ. Ύψ. 7.2εκ., πάχος 0.4εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες • 449 (Πίν. 70α) προσμίξεις. ΛΧΧΙΙΙ\40 Διατηρείται τμήμα του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες φέρει γκριζωπό χρώμα και στο άνω και κάτω άκρο δύο ορι- προσμίξεις. ζόντιες ταινίες καφέ χρώματος. Διατηρείται τμήμα της απλής, επίπεδης βάσης και του σώμα- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. τος, το οποίο φέρει μαύρο θαμπό «γάνωμα». Η βάση έχει π.Χ. αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. Αρύταινα • 456 (Πίν. 70ζ) • 450 (Πίν. 70β) Διατηρείται η τμήμα της λαβής και η άνω απόληξή της. Είναι ΛΧΧ\24 διπλή ταινιωτή και στο άνω τμήμα σχηματίζει θηλιά. Εξωτε- Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες ρικά διακρίνονται ίχνη ερυθρού χρώματος. προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της δισκόμορφης βάσης που έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Το σώμα φέρει καφέ «Ασημίζουσα» κεραμική χρώμα, απολεπισμένο σε αρκετά σημεία. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Αμφορείς π.Χ. • 457 (Πίν. 70η, Σχ. 27στ) • 451 (Πίν. 70γ) ΛΧΙΙ\16 ΛLVIII\26 Ύψ. 10.2εκ., π. 0.8εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με πολ- προσμίξεις. λές προσμίξεις και άφθονη μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος Διατηρείται τμήμα του σώματος. Έχει κατασκευαστεί με είναι απλό, ενιαίο με το λαιμό, ελάχιστα κυρτό. Το χείλος και αργό τροχό. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει υπόλευκο επίχρι- το άνω άκρο του λαιμού φέρουν καφέ χρώμα. Το κάτω σμα και γραπτή διακόσμηση με «βιολετί» ταινίες, απολεπι- τμήμα του λαιμού έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. σμένες στο μεγαλύτερο τμήμα τους. Στο άνω σωζόμενο άκρο Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. διακρίνεται πλατιά ταινία. Πιο κάτω φέρει δέσμες μικρών π.Χ. κυρτών γραμμιδίων που εφάπτονται μεταξύ τους. • 452 (Πίν. 70δ) ΛLVIII\150 • 458 (Πίν. 70ι) Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα και λίγες ΛΧXIV\ 78 προσμίξεις. Π. 0.8εκ. Διατηρείται τμήμα του λαιμού και του ώμου. Στο σημείο Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με πολ- ένωσης λαιμού-ώμου και πιο κάτω στον ώμο υπάρχει αντί- λές προσμίξεις και άφθονη μίκα. στοιχα μία πλατιά ταινία καφέ χρώματος. Διατηρούνται τέσσερα τμήματα του σώματος. Έχει κατα- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. σκευαστεί με αργό τροχό. Η εξωτερική επιφάνεια φέρει π.Χ. υπόλευκο επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση με «βιολετί» ταινίες, απολεπισμένες στο μεγαλύτερο τμήμα τους. Η δια- • 453 (Πίν. 70ε) κόσμηση χωρίζεται σε ζώνες με τη βοήθεια οριζόντιων ται- νιών. Στην άνω ζώνη υπάρχουν δέσμες λοξών τεμνόμενων ΛXLIII\28 γραμμών που στο άνω τμήμα σχηματίζχουν δικτυωτό, ενώ τα Ύψ. 6.9εκ., π. 0.5εκ. κάτω άκρα τους είναι ελεύθερα. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), μεσαίος με προσμί- ξεις και μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Διατηρείται τμήμα του σώματος και η απόληξη της κάθετης • 459 (Πίν. 70θ, 71α, Σχ. 27ζ) λαβής. Η εξωτερική επιφάνεια έχει αφεθεί στο χρώμα του ΛΧXΙΙΙ\ 83 πηλού. Στο ύψος της λαβής υπάρχει κυματοειδή ταινία καφέ Π. 0.8εκ. χρώματος και κάτω από αυτήν ομοιόχρωμη οριζόντια ταινία. Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με πολ- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. λές προσμίξεις και άφθονη μίκα. π.Χ. 349 Διατηρούνται μέρη του σώματος. Η εξωτερική επιφάνεια Ύψ. 5.8εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 30εκ. καλύπτεται με κιτρινωπό επίχρισμα πλούσιο σε μίκα. Φέρει Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. γραπτή διακόσμηση από σκούρο καστανό χρώμα που στο Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία ορι- μεγαλύτερο τμήμα του έχει απολεπιστεί. Στο άνω τμήμα ζόντια λαβή. Βαθύ σώμα, χείλος τριγωνικής διατομής, ελα- έφερε ομόκεντρους κύκλους. Πιο κάτω υπήρχαν παράλληλες, φρά εσωστρεφές. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. ευθείες ταινίες σε αρκετή απόσταση μεταξύ τους. Κάτω από Υπερυψωμένη, ταινιωτή λαβή με πεπλατυσμένα τα δύο άκρα αυτές υπάρχουν συστάδες μικρών, οριζόντιων, παράλληλων της. Η μετάβαση από το σώμα στο χείλος γίνεται με μία γραμμών. απλή, εγχάρακτη γραμμή. Φέρει σκούρο καφέ χρώμα, όπου τα σημάδια του χρωστήρα είναι έντονα. Στο χρώμα του πη- Μονόχρωμη Κεραμική λού έχουν αφεθεί η εσωτερική όψη της λαβής, ο χώρος κάτω από αυτήν, μία ταινία γύρω από τη στεφάνη του χείλους και η άνω επιφάνεια του χείλους που κοσμείται με εγκάρσια Με σχετικά χονδρά τοιχώματα γραμμίδια. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Κρατηρόσχημα • 464 (Πίν. 71ε, Σχ. 27κ) Ι. Με συμπαγή λαβή ΛΧΧΙΙΙ\44 Ύψ. 2.8εκ., πάχος 0.3εκ. Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. • 460 (Πίν. 71β, Σχ. 27η) Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος ΛXXIV\56 είναι εσωστρεφές, τριγωνικής διατομής. Η άνω επιφάνειά του Ύψ. 6.5εκ., πλ. 8.7εκ., δ.χ. 34εκ. είναι πεπλατυσμένη. Εξωτερικά διαχωρίζεται από το σώμα Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. με μία εγκοπή. Εσωτερικά και εξωτερικά φέρει μαύρο Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία λαβή. χρώμα, με εξαίρεση μία ταινία εδαφόχρωμη γύρω από τη Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό. Το χείλος εξέχει ελάχιστα από το στεφάνη του χείλους και την άνω επιφάνειά του που κοσμεί- σώμα και η άνω πλατιά επιφάνειά του είναι επικλινής προς ται με εγκάρσια γραμμίδια. τα μέσα, σχηματίζοντας έντονη γωνία με το σώμα. Η λαβή Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. αποτελείται από δύο, ελλειψοειδούς διατομής, λωρίδες πηλού που ανεβαίνοντας προς τα πάνω σχηματίζουν ένα κυρτό • 465 πλακίδιο, που στο μέσο φέρει κυκλική διαμπερή οπή. Εξωτε- ΛΧΧ\107 ρικά φέρει καφέ χρώμα · διακρίνονται μάλιστα οι άτακτες Ύψ. 1.8εκ., π. 0.4εκ., πλ. χ. 2.2εκ. πινελιές του κεραμέα. Εσωτερικά φέρει καφέ-μαύρο χρώμα, Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. το οποίο μάλιστα σχηματίζει παράλληλες πιο σκούρες γραμ- Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Σώμα μές σε ίση απόσταση μεταξύ τους. σφαιρικό. Χείλος οριζόντιο, η άνω επιφάνειά του πεπλατυ- Χρονολόγηση: Τελευταίες δεκαετίες 7ου αι. π.Χ. σμένη. Ερυθροβαφές. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 461 (Πίν. 71γ) ΛXLII\13 • 466 Ύψ. 5.2εκ., πλ. 8.9εκ., δ.χ. 32εκ. ΛΧΧΧVIII\18 Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 3.3εκ., πλ. 6.6εκ., δ.χ. 10εκ. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. λαβής. Σώμα ημισφαιρικό. Το χείλος είναι υποτυπώδες και Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Σώμα εξέχει από το σώμα. Η άνω επιφάνεια του είναι στενή και σφαιρικό. Το χείλος στην άνω επιφάνειά του είναι επίπεδο με επίπεδη. Εσωτερικά η μετάβαση του προς το σώμα είναι μία ελαφριά κλίση προς το εσωτερικό. Κοσμείται με εγκάρ- στρογγυλοποιημένη. Η λαβή αποτελείται από δύο, ταινιωτές, σια πλατιά γραμμίδια μαύρου χρώματος. Το άνω τμήμα του λωρίδες πηλού που ξεκινούν από χαμηλά στο σώμα και σώματος και η παρυφή του χείλους φέρουν ερυθρό χρώμα. ανεβαίνουν σχηματίζοντας ένα τόξο. Φέρει μαύρο χρώμα, Το κατώτερο σωζόμενο τμήμα φαίνεται ότι είχε αφεθεί στο στο οποίο διακρίνονται οι άτακτες πινελιές. χώμα του πηλού και κοσμούνταν με καφέ-κόκκινη ταινία. Χρονολόγηση: Τελευταίες δεκαετίες 7ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 462 (Σχ. 27θ) Κύλικες ΛXXIV\79 Ύψ. 7.7εκ., πλ. 5.5εκ., π.0.4εκ. Ι. Με εξωστρεφές χείλος και λαβές ταινιωτές Πηλός ανοικτός κιτρινωπός καφέ (2.5Υ, 6\4), λεπτόκοκκος ή κυκλικής διατομής με λίγες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της μίας λαβής. Το • 467 σώμα είναι βαθύ. Η λαβή αποτελείται από δύο ταινίες πηλού, ΛXXXV\8 οι οποίες ενώνονταν στο άνω τμήμα και σχημάτιζαν ένα Ύψ. 4.8εκ., πλ. 8εκ., δ.χ. 18εκ. πλακίδιο με μία κυκλική οπή. Και στις δύο όψεις φέρει Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. γκρίζο χρώμα, με εξαίρεση το χώρο ανάμεσα στις γενέσεις Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας των λαβών. Εσωτερικά και εξωτερικά, πάνω από το χρώμα, οριζόντιας λαβής. Το χείλος είναι ενιαίο με το σώμα και φέρει ένα κιτρινωπό επίχρισμα. Το πλακίδιο της λαβής κο- κάμπτεται ελαφρά προς τα έξω. Ερυθροβαφής. σμούνταν με λοξά γραμμίδια. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Χρονολόγηση: Τελευταίες δεκαετίες 7ου αι. π.Χ. • 468 (Πίν. 71στ, Σχ. 28α) ΙΙ. Με ταινιωτή λαβή ΛXXXΙΙΙ\23 Ύψ. 2.4εκ., π.0.2εκ. • 463 (Πίν. 71δ, Σχ. 27ι) Πηλός καστανός λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. ΛΧΧΙΙ\34 350 Διατηρείται τμήμα του εξωστρεφούς, κοίλου χείλους και του • 474 σώματος. Ερυθροβαφής. ΛLVIII\197 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Ύψ. 2.8κ., π. 0.35εκ. Πηλός ροδαλός γκρίζος (5YR, 6\2), λεπτόκοκκος με λίγες • 469 (Σχ. 28β) προσμίξεις. ΛΧ\2 Διατηρείται τμήμα του σώματος και της μίας οριζόντιας Ύψ.2.8εκ., πλ. 4εκ., δ.χ. 38εκ. λαβής, η οποία είναι ταινιωτή και πλαισιώνεται από δύο Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. ακανθόσχημες αποφύσεις. Και στις δύο όψεις φέρει καστανό Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος αραιωμένο «γάνωμα». είναι χαμηλό, έντονα εξωστρεφές. Στο σημείο ένωσης με το Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. σώμα σχηματίζεται βαθιά αυλάκωση και η μετάβαση προς το σώμα έχει οξεία ακμή. Ερυθροβαφής. • 475 (Σχ. 28ε) Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. ΛΧΙV\4 • 470 (Πίν. 71ζ, Σχ. 28γ) Ύψ.2.1εκ., π. 0.2εκ., δ.β. 5εκ. ΛΙΙ\62 Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με ελάχιστες προσμίξεις. Ύψ. 5.9εκ., πλ. 14.5εκ., δ.χ. 18εκ. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της δακτυλιόσχημης Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με βάσης. Η βάση έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα και κατε- λίγες προσμίξεις. βαίνει σχεδόν κάθετα. Η επιφάνεια έδρασης είναι πολύ στενή Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και αποσπα- και εδαφόχρωμη. Το κάτω τμήμα του δακτυλίου εσωτερικά σματικά η μία οριζόντια λαβή. Σώμα ημισφαιρικό, χείλος φέρει ερυθρό «γάνωμα», ενώ η κάτω επιφάνεια της βάσης ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές. Κάτω από το χείλος έχει έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Εξωτερικά το σώμα φέρει προσαρμοστεί η οριζόντια λαβή, κυκλικής διατομής. Εξωτε- ερυθρό «γάνωμα». Εσωτερικά φέρει καφέ και πάνω από αυτό ρικά φέρει καφέ-μαύρο «γάνωμα», στο οποίο διακρίνονται με ερυθρό «γάνωμα» σχηματίζονται ομόκεντροι κύκλοι. έντονα τα ίχνη του πινέλου. Ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. της λαβής και η εσωτερική της όψη έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Υπάρχουν όμως ακανόνιστες γραμμές που σχη- • 476 (Σχ. 28στ) ματίστηκαν από το πινέλο. Εσωτερικά φέρει σκούρο ΛΧΧΙΙΙ\37 «γάνωμα», το οποίο στο σώμα είναι αραιωμένο και Ύψ. 3.5εκ., π. 0.5εκ. σχηματίζει ανοικτόχρωμες και σκουρόχρωμες γραμμές. Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Συγκολλήθηκαν 3 θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του σώμα- τος και της βάσης. Τα τοιχώματα του σώματος διευρύνονται • 471 προς τα πάνω. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη και έχει εξωτε- ΛXXXV\61 ρικά ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Η εσωτερική επιφάνειά Ύψ. 4.7εκ., πλ. 3.9εκ. της είναι λοξότμητη. Η κάτω επιφάνειά της έχει αφεθεί στο Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6). λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- χρώμα του πηλού. Εξωτερικά το σώμα φέρει σκούρο καφέ ξεις. «γάνωμα», το οποίο είναι αραιωμένο και σχηματίζει γραμ- Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και πολύ μικρό μές. Εσωτερικά φέρει καστανέρυθρο «γάνωμα» και πάνω τμήμα της οριζόντιας λαβής, κυκλικής διατομής. Το χείλος από αυτό σχηματίζονται ομόκεντροι κύκλοι ιώδους χρώμα- κάμπτεται έντονα προς τα έξω. Εσωτερικά το αγγείο φέρει τος. Στον πυθμένα πάλι ο χρωστήρας έχει ξεφύγει και σχημα- ερυθρό «γάνωμα». Ερυθροβαφής. Εξωτερικά το κάτω τμήμα τίζει μία ακανόνιστη γραμμή. του σώματος έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. • 477 (Σχ. 28ζ) • 472 ΛΧΧΙΙ\60 ΛΧΧΧV\63 Ύψ. 2εκ., π. 0.4εκ., δ.β. 8εκ. Ύψ.2εκ., πλ. 2.9εκ., δ.χ. 23εκ. Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα της δακτυλιόσχημης-διευρυνόμενης βά- Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος σης και του σώματος. Η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει είναι πολύ χαμηλό και κάμπτεται έντονα προς τα έξω με αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Εσωτερικά και εξωτερικά το απόληξη σε οξυκόρυφη ακμή. Φέρει μαύρο «γάνωμα», με σώμα φέρει καφέ «γάνωμα». Εσωτερικά μάλιστα σχηματίζει εξαίρεση το κάτω τμήμα του σώματος εξωτερικά που έχει εναλλασσόμενους κύκλους σκουρόχρωμους και ανοιχτόχρω- αφεθεί στο χρώμα του πηλού. μους. Στον πυθμένα ο χρωστήρας έχει ξεφύγει και σχηματίζει Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. μία ακανόνιστη γραμμή. Εξωτερικά στο κάτω τμήμα του σώματος σχηματίζεται μία ζώνη που φέρει αραιωμένο «γά- • 473 (Σχ. 28δ) νωμα» που σχηματίζει γραμμές. ΛΧ\5 Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Ύψ.3.4εκ., πλ. 7.5εκ., δ.χ. 13εκ. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με ελάχιστε προσμίξεις. • 478 Συγκολλήθηκαν τρία θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του ΛΧΧΙΙ\13 χείλους, του σώματος και η μία οριζόντια λαβή. Το χείλος Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος. διακρίνεται από το σώμα και στρέφεται σχετικά έντονα προς Διατηρείται τμήμα του σώματος και της δακτυλιόσχημης τα έξω. Το σώμα ήταν μάλλον αβαθές, ημισφαιρικό. Η βάσης, η οποία έχει στενή επιφάνεια έδρασης. Στο σημείο οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή, υπερυψωμένη και η ένωσης σώματος-βάσης σχηματίζεται μία αυλάκωση. εξωτερική επιφάνειά της ελαφρά κοίλη. Προσαρμόζεται σε Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος και η εξωτερική όψη της λαβής φέρουν ερυθρό «γάνωμα». Το • 479 (Πίν. 71η) σώμα έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Στα σημεία που ΛXXIV\7 προσαρμόζεται η λαβή δεν έχει απλωθεί κανονικά το «γά- Ύψ. 2εκ., πλ. 2.7εκ., δ. β. 8εκ. νωμα». Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με κάποια ποσότητα Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. μίκας και λίγε προσμίξεις. 351 Διατηρείται τμήμα της βάσης και του σώματος. Η βάση είναι επιφάνεια κάτω από τη λαβή έχει αφεθεί στο χρώμα του δακτυλιόσχημη και φέρει μία λεπτή έξεργη ταινία. Το κάτω πηλού. μέρος της έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Το υπόλοιπο Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. αγγείο καλύπτεται εξ ολοκλήρου με πορτοκαλέρυθρο «γά- νωμα». • 487 ΛΧΧ\111 • 480 Ύψ. 5,7εκ., π. 0.3εκ. ΛΧΧΙΙΙ\421 Πηλός καστανοκίτρινος, λεπτόκοκκος με γκριζέρυθρο πυ- ρήνα. • 481 (Πίν. 72α, Σχ. 28η) Διατηρείται τμήμα του σώματος και της μίας οριζόντιας ΛVII\18 λαβής κυκλικής διατομής. Καστανοβαφής. Εξωτερικά το Ύψ.2.2εκ., πλ. 8.2εκ., δ.β. 14εκ. χρώμα δεν έχει απλωθεί ομοιόμορφα αλλά αφήνει Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με λίγη ακανόνιστα κενά. μίκα. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Διατηρείται τμήμα της δακτυλιόσχημης-διευρυνόμενης βάσης και του σώματος. Ερυθροβαφής. Η κάτω επιφάνεια • 488 της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Εξωτερικά ο ΛΧΧΧΙΙΙ\23 δακτύλιος της βάσης αλλού δεν φέρει «γάνωμα» και αλλού Ύψ. 2.9εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 19εκ. φέρει διακρίνοντας αμελώς τα ίχνη του χρωστήρα. Σε Πηλός κοκκινωπός καφέ (5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με λίγες δεύτερο θραύσμα διατηρείται τμήμα του χείλους. προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος • 482 (Πίν. 71η,1, Σχ. 28θ) είναι έντονα εξωστρεφές. Το χείλος και το άνω τμήμα του ΛΧΧΧΙV\38 σώματος φέρουν εξωτερικά μαύρο «γάνωμα». Το κάτω σω- Ύψ. 1.7εκ., π. 0.2εκ., δ.β. 6εκ. ζόμενο άκρο του σώματος έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Εσωτερικά φέρει σκούρο καφέ «γάνωμα». άφθονη μίκα. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Διατηρείται τμήμα της δακτυλιόσχημης βάσης και του σώμα- τος. Η βάση είναι σχετικά ψηλή, διευρυνόμενη και εδαφό- • 489 (Σχ. 28λ) χρωμη. Η επιφάνεια έδρασης είναι πολύ λεπτή. ΛΧΧΧΙΙΙ\44 Ερυθροβαφής. Ύψ.4.6εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 30εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Πηλός γκρίζος-καφέ, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του βαθύ σώματος. Το • 483 (Πίν. 77η, Σχ. 28ι) χείλος είναι ενιαίο με το σώμα και εξέχει ανεπαίσθητα. Η ΛXXXIV\8 εσωτερική όψη του είναι επικλινής και σχηματίζει αμβλεία Μεγ. σωζ. ύψ. 1εκ., δ.β. 4εκ. γωνία στο σημείο ένωσης με το σώμα. Εξωτερικά φέρει Διατηρείται τμήμα της βάσης και του σώματος. Η βάση είναι «γάνωμα» που σε κάποια σημεία έχει χρώμα μαύρο και σε δακτυλιόσχημη με στενή επιφάνεια έδρασης. άλλα καφέ. Εσωτερικά σχηματίζονται οριζόντιες ταινίες Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. άλλες πιο σκούρες και άλλες πιο ανοικτές. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. • 484 ( Πίν. 71η,3, Σχ. 28κ) ΛΧΧΧΙΙΙ\21 • 490 Ύψ. 1.8εκ., π. 0.2εκ., δ.β. 7.1εκ. ΛΧΧΧΙΙΙ\10 Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Ύψ.1.4εκ., π. 0.5εκ., δ.β.7.1εκ. Διατηρείται τμήμα της βάσης και του σώματος. Η βάση είναι Πηλός σκούρος γκρίζος, λεπτόκοκκος με μίκα. δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη. Η εσωτερική πλευρά του Διατηρείται το μεγαλύτερο τμήμα της βάσης και τμήμα του δακτυλίου είναι λοξότμητη και διαχωρίζεται από την κάτω σώματος. Βάση δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη. Η επιφάνεια επιφάνεια της βάσης με μία αυλάκωση. Καστανοβαφής. Το έδρασης αποτελείται από έναν πλατύ, επίπεδο δακτύλιο. Το κάτω άκρο του σώματος και η βάση έχουν αφεθεί στο χρώμα κάτω άκρο του σώματος και η βάση έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. του πηλού. Εξωτερικά το σώμα, πιο πάνω, έφερε καφέ «γά- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. νωμα». Εσωτερικά εναλλάσσονται καφέ σκούροι κύκλοι από στιλπνό «γάνωμα» και λίγο πιο ανοικτόχρωμοι, επίσης καφέ. • 485 Στον πυθμένα με το καφέ σκούρο «γάνωμα» σχηματίζεται ΛΧΧΧΙΙΙ\24 μία σπείρα. Ύψ. 1εκ., π. 0.3εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Πηλός καστανός (7.5YR, 6\3), λεπτόκοκκος με αρκετή μίκα. Διατηρείται τμήμα της δακτυλιόσχημης - διευρυνόμενης ΙΙ. Με ελαφρά εξωστρεφές χείλος και διχα- βάσης και του σώματος. Η εσωτερική όψη του δακτυλίου της λωτή λαβή βάσης είναι λοξότμητη. Εσωτερικά και εξωτερικά, με εξαί- ρεση το κάτω άκρο του, το σώμα φέρει καφέ «γάνωμα». Το • 491 (Πίν. 72β, Σχ. 28μ) κάτω άκρο του σώματος και η βάση έχουν αφεθεί στο χρώμα ΛΧΧΧΙV\39α του πηλού. Ύψ. 3εκ., π. 0.4εκ., δ.χ. 23εκ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος. Πηλός κοκκινωπός καφέ (2.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. • 486 Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία ορι- ΛΧΧΙΙΙ\46 ζόντια λαβή. Το χείλος εξωτερικά είναι απλό, εξέχει ελαφρά Ύψ. 3.9εκ., 0.3εκ. π.0.3εκ. από το σώμα. Η άνω επιφάνειά του είναι επίπεδη. Το σώμα Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με ελάχιστες σχηματίζει μικρή καμπύλη. Λαβή διχαλωτή, υπερυψωμένη. προσμίξεις. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. Φέρει μαύρο αραιωμένο «γάνωμα», αρκετά καλής ποιότητας Σώζεται τμήμα του σώματος και της μίας οριζόντιας λαβής. Η λαβή ήταν ελλειψοειδούς διατομής. Ερυθροβαφής, μόνο η 352 με εξαίρεση την εσωτερική όψη της λαβής και το χώρο ανά- Διατηρείται τμήμα του σώματος κα του χείλους, το οποίο μεσα στις γενέσεις της. είναι απλό εξωτερικά και εσωτερικά λοξότμητο. Χρονολόγηση: Όψιμος 7ος αι. π.Χ. Καστανοβαφής. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 492 ΛXXXIV\39 Πινάκια Ύψ.3εκ., πλ. 7.4εκ., δ.χ. 16εκ. Πηλός καστανόγκριζος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα Ι. Με εξωστρεφές χείλος μίκας. Αποτελείται από τέσσερα όστρακα, από τα οποία τα τρία • 498 (Πίν. 72ε) έχουν συγκολληθεί. Διατηρείται τμήμα του σώματος, του ΛXX\95 χείλους, η μία λαβή ακέραιη και τμήμα της άλλης. Η λαβή Ύψ. 4.2εκ., π. 0.35εκ. είναι οριζόντια, διχαλωτή και φέρει εξωτερικά μαύρο Πηλός καστανέρυθρος, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. «γάνωμα». Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση Διατηρείται τμήμα του εξωστρεφούς, πεπλατυσμένου χείλους από το σώμα. Η άνω επιφάνειά του είναι επίπεδη και οι δύο και του αβαθούς σώματος, Εσωτερικά φέρει αραιωμένο άκρες του σχεδόν καμπύλες. Καλύπτεται εξ ολοκλήρου με καστανό χρώμα. Εξωτερικά έχει αφεθεί στο χρώμα του πη- μελανό «γάνωμα» με εξαίρεση το χώρο ανάμεσα στις λού και μόνο εγκάρσια γραμμίδια κοσμούν το χείλος. γενέσεις των λαβών. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 499 (Πίν. 72στ) • 493 (Σχ. 28ν) ΛXXXII\12 ΛXXXV\6&12 Ύψ. 5εκ., π. 0.4εκ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. Πηλός καστανός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Πυρήνας Σώζονται δύο τμήματα. Διατηρείται η μία διχαλωτή λαβή και γκρίζος. τμήμα του σώματος και η απλή, επίπεδη βάση. Φέρει καφέ- Διατηρείται τμήμα του εξωστρεφούς, πεπλατυσμένου χείλους μαύρο «γάνωμα». Μόνο η εσωτερική όψη της λαβής και η και του σώματος. Έφερε ερυθρό χρώμα που στο μεγαλύτερο κάτω επιφάνεια της βάσης έχουν αφεθεί στο χρώμα του μέρος του έχει απολεπιστεί. πηλού. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 500 • 494 (Πίν. 72γ) ΛXXXIV\9 ΛXXXV\37&38 Ύψ.2.3εκ., πλ. 7.4εκ.,δ.χ. 33εκ. Ύψ. 4.4εκ., πλ. 6εκ., δ.χ. 20εκ. Πηλός ερυθροκάστανος, λεπτόκοκκος με κάποια ποσότητα Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. μίκας και λίγες προσμίξεις. Διατηρούνται δύο θραύσματα. Και τα δύο διατηρούν τμήμα Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος του χείλους, του σώματος και τη μία λαβή αντίστοιχα. Το δεν διακρίνεται από το σώμα και είναι επίπεδο στην άνω χείλος εξέχει λίγο από το σώμα και σχηματίζει πλατιά, επιφάνειά του. Η άνω επιφάνεια του χείλους και εσωτερικά επίπεδη επιφάνεια. Το αγγείο είχε δύο οριζόντιες ταινιωτές, το σώμα φέρουν καφέ - κόκκινο χρώμα. διχαλωτές λαβές. Καλύπτεται εξ ολοκλήρου με «γάνωμα», Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. εκτός από την εσωτερική πλευρά της λαβής. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 501 (Σχ. 28ξ) ΛΧLVII\3 ΙΙΙ. Με απλό χείλος Πηλός καστανέρυθρος, μεσαίος με προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του ημισφαιρικού • 495 (Πίν. 72δ) χρώματος. Φέρει πορτοακλέρυθρο χρώμα. LII\39 Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Ύψ.3εκ., πλ. 7.4εκ. Πηλός καστανόγκριζος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα μίκας. ΙΙ. Με πόδι Διατηρείται τμήμα σώματος και του χείλους, το οποίο είναι • 502 (Πίν. 72ζ, Σχ. 29α) απλό εξωτερικά και εσωτερικά λοξότμητο. Καστανοβαφές. ΛΧΧΙΙ\21 Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. Ύψ.5.6εκ., πλ. 7.8εκ., δ.β. 12εκ. Πηλός ερυθρός, μεσαίου πάχους με πολλή μίκα και λίγες • 496 (Πίν. 72δ) προσμίξεις. Ο πυρήνας είναι σκούρος γκρίζος. LIII\43B Διατηρείται τμήμα του πυθμένα, του ποδιού και της βάσης. Ύψ.2.5εκ., πλ. 9.4εκ., δ.χ. 30εκ. Το πόδι είναι κοίλο, διευρυνόμενο προς τα κάτω. Το εξωτε- Πηλός καστανόγκριζος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα ρικό μέτωπο της βάσης είναι λοξότμητο προς τα μέσα. Η μίκας. επιφάνεια έδρασης είναι επίσης λοξότμητη προς τα μέσα. Διατηρείται τμήμα του χείλους, το οποίο είναι απλό εξωτε- Στο κέντρο της κάτω επιφάνειας υπάρχει μικρή μαστοειδή ρικά και εσωτερικά λοξότμητο και του σώματος. Και στις απόφυση. δύο όψεις φέρει καφέ «γάνωμα». Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. • 503 • 497 (Πίν. 72δ) ΛXXXVIII\27 LIII\43A Ύψ. 4.6εκ., πλ. 6.8εκ.,δ.β. 16εκ. Ύψ.4.2εκ., πλ.7.4εκ., δ.χ. 31εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα μίκας. Πηλός καστανόγκριζος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα Διατηρείται ελάχιστο τμήμα του σώματος, του ποδιού και της μίκας. βάσης. Το πόδι είναι ελαφρώς κοίλο. Η βάση στην πάνω άκρη της φέρει κυματοειδή, πλαστική διακόσμηση. Εσωτε- 353 ρικά έφερε πορτοκαλέρυθρο χρώμα που στο μεγαλύτερο • 509 (Πίν. 73ε) τμήμα του έχει απολεπιστεί. Εξωτερικά το αγγείο ήταν γκρι- ΛΧΧΧΙ\95 ζόχρωμο εξαιτίας της κακής όπτησης. Ύψ.10.2εκ., π. 0.25εκ., δ.χ. 6εκ. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\2), λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού, του σώματος και Μικκύλη οινοχόη η κάθετη ταινιωτή λαβή. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ενιαίο με το λαιμό, ο οποίος είναι ενιαίος με το ωοειδές σώμα. Η • 504 (Πίν. 72η) ταινιωτή λαβή φύεται λίγο κάτω από το χείλος. Εξωτερικά ΛLVIII\261 και εσωτερικά γύρω από τη στεφάνη του χείλους φέρει γκρι- Πηλός γκρίζος, μεσαίος με ελάχιστες προσμίξεις. ζόμαυρο «γάνωμα». Η εσωτερική όψη της λαβής έχει αφεθεί Λείπει το χείλος και η λαβή. Το σώμα έχει γωνιώδες περί- στο χρώμα του πηλού. γραμμα, η βάση είναι απλή, επίπεδη. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου αι. π.Χ. • 510 (Πίν. 73στ) «Ωοκέλυφη» ΛXLVII\17 Ύψ. 2.7εκ., π. 0.3εκ. Πηλός ανοικτός καστανωπός γκρίζος (10YR, 6\2), λεπτό- Όλπες - Οινοχόες-mugs κοκκος με λίγη μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της κάθετης Όλπες λαβής. Το χείλος είναι ενιαίο με το σώμα, εξωστρεφές. Η ταινιωτή λαβή φύεται λίγο κάτω από το χείλος και η εξωτε- • 505 (Πίν.73α) ρική επιφάνειά της είναι ελαφρώς κοίλη. Εξωτερικά και ΛΙΙ\50 εσωτερικά γύρω από τη στεφάνη του χείλους φέρει καστανό- Ύψ. 7.4εκ. μαυρο «γάνωμα». Πηλός καφέ (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Έχουν συγκολληθεί αρκετά όστρακα. Διατηρείται το χείλος, η κάθετη λαβή και το μεγαλύτερο μέρος του σώματος. Σώμα • 511 (Πίν. 73ζ, Σχ. 29β) ωοειδές, χείλος έντονα εξωστρεφές, λαιμός στενός. ΛΧΧΧΙ\65 Ερυθροβαφής. Ύψ. 1.3εκ., π. 0.25εκ., δ.β. 6εκ. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της απλής, επίπεδης • 506 βάσης. Το σώμα εξωτερικά φέρει πορτοκαλέρυθρο «γά- ΛLX\2 νωμα». Υπάρχουν ίχνη καύσης. Η κάτω επιφάνεια της βάσης Ύψ. 6εκ., δ.β. 4.2εκ. έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Πηλός καφέ (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Δεν σώζεται το χείλος, το οποίο διακρίνεται ότι ήταν εξω- στρεφές. Κοντόχονδρο σώμα, βάση επίπεδη, λαιμός ευρύς. • 512 ( Πίν. 73η, Σχ. 29γ) Καστανοβαφής. Η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί στο ΛΧΧΧV\43 χρώμα του πηλού. Ύψ. 2.7εκ., π. 0.45εκ., δ.β. 6εκ. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Πηλός γκρίζος (2.5Υ, 6\1) λεπτόκοκκος. Διατηρείται τμήμα του σώματος και η δακτυλιόσχημη-διευ- • 507 (Πίν. 73γ) ρυνόμενη βάση που έχει επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Εξωτε- ΛΙΙΙ\18 ρικά φέρει γκριζόμαυρο «γάνωμα» με εξαίρεση την απόληξη Ύψ.10.7εκ., π. 0.3εκ. του δακτυλίου της βάσης. Η κάτω επιφάνεια έχει αφεθεί στο Πηλός καφέ (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος. χρώμα του πηλού. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η κάθετη Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. ταινιωτή λαβή, η εξωτερική επιφάνεια της οποίας είναι ελα- φρώς κοίλη. Από το σωζόμενο τμήμα του χείλους διακρί- • 513 νουμε ότι ανυψώνονταν στο πρόσθιο τμήμα. Το σώμα έχει ΛΧΧΧΙ\64 ενιαίο περίγραμμα με το χείλος. Εξωτερικά φέρει γκριζό- Ύψ.3εκ., π. 0.25εκ., δ.χ. 5.5εκ. μαυρο «γάνωμα». Εσωτερικά, στο άνω τμήμα του λαιμού Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- φέρει αραιωμένο «γάνωμα». ξεις. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος είναι εξωστρεφές, ενιαίο με το λαιμό. Φέρει ερυθρό «γά- • 508 (Πίν. 73δ) νωμα» εξωτερικά και εσωτερικά μία ακανόνιστη ταινία στο ΛΧΧΙΙΙ\8 άνω τμήμα του λαιμού. Ύψ. 9.1εκ., π. 0.3εκ. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. • 514 (Σχ. 29δ) Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού, του σώματος και ΛΙΙ\29 η κάθετη, ταινιωτή λαβή. Το χείλος είναι ενιαίο με το σώμα, Ύψ. 4.4εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 11εκ. ελαφρά εξωστρεφές. Στο σημείο ένωσης λαιμού-σώματος Πηλός κοκκινωπός καφέ (5YR, 5\4), λεπτόκοκκος. σχηματίζεται μία έξεργη γραμμή. Η λαβή φύεται λίγο κάτω Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος από το χείλος. Εξωτερικά φέρει ερυθρό «γάνωμα». Φαίνεται είναι ενιαίο με το λαιμό, εξωστρεφές, λοξότμητο. Εξωτερικά η προσπάθεια του κεραμέα να προσθέσει «γάνωμα» και στο και εσωτερικά στο άνω άκρο φέρει μαύρο «γάνωμα». χώρο κάτω από τη λαβή. Άφησε τελικά μία ακανόνιστη Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. λωρίδα στο χρώμα του πηλού. Εσωτερικά φέρει μία ταινία ερυθρού χρώματος γύρω από το χείλος και στο άνω τμήμα • 515 του λαιμού. ΛΧΧΧΙΙ\32 Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 5.2εκ., π. 0.4εκ., δ.χ.11εκ. 354 Πηλός ερυθρός (10R, 5\8), χονδρόκοκκος με πολλές προσμί- Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με μίκα. ξεις και άφθονη μίκα. Ο πυρήνας είναι σκούρος γκρίζος. Διατηρείται αποσπασματικά σε θραύσματα. Το χείλος είναι Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και της κάθετης απλό, η οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής, τοξωτή και η λαβής. Το χείλος είναι ενιαίο με το λαιμό, ελαφρά εξωστρε- βάση επίπεδη. Φέρει σκούρο «γάνωμα» με εξαίρεση την φές. Η λαβή είναι ταινιωτή, υπερυψωμένη. Η επιφάνεια έχει κάτω επιφάνεια της βάσης. αφεθεί στο χρώμα του πηλού και φέρει γραπτή διακόσμηση Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. με καφέ-μαύρο χρώμα. Υπάρχει μία ταινία στο ύψος της γένεσης της λαβής και μία στο κάτω άκρο του λαιμού, οι • 522 (Πίν. 74γ) οποίες διακόπτονται στο σημείο όπου είναι η λαβή. Κατά ΛΧΧΙΙΙ\15 μήκος της εξωτερικής όψης της λαβής σχηματίζονται δύο Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. παράλληλες εγκοπές ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μία γρα- Συγκολλήθηκαν δύο τμήματα. Διατηρείται τμήμα του χεί- πτή ταινία που έχει σχεδόν απολεπιστεί. λους, το οποίο είναι απλό και του σώματος. Και στις δύο Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. όψεις φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 516 ΛXXΙΧ\44 • 523 Διατηρείται τμήμα της κάθετης λαβής, η εσωτερική πλευρά ΛΧΧΧΙΙΙ\4 της οποίας έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και εξωτερικά Ύψ. 3.6εκ., π. 0.3εκ. φέρει σκούρο «γάνωμα». Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6) λεπτόκοκκος με μίκα. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας οριζόντιας λαβής. Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη • 517 διαμόρφωση. Η λαβή είναι κυκλικής, ελαφρά υπερυψωμένη. ΛXXXIV\20 Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Ύψ. 6.5εκ., πλ. 4.9εκ., π. 0.2εκ. Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με μίκα. • 524 (Πίν. 74γ) Διατηρείται τμήμα του σώματος και του λαιμού. Ψηλά κάτω ΛXLVII\14 από το λαιμό διακρίνονται δύο, μαύρες οριζόντιες γωνιώδεις Ύψ. 6.4εκ., πάχος 0.2εκ., δ.χ. 27εκ. γραμμές. Μελανοβαφής. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με μεγάλη ποσό- Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. τητα μίκας. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος Οινοχόες – mugs είναι απλό με μία ανεπαίσθητη κλίση προς τα έξω. Ερυθροβαφής. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 518 (Πίν. 72β) ΛLXI\2 • 525 (Πίν. 74δ) Ύψ. 6εκ., δ.β. 4.2εκ. ΛXIV\4 Πηλός καφέ (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος. Ύψ. 4.7εκ. πάχος 0.2εκ., δ.β. 5 εκ. Δεν σώζεται το χείλος, το οποίο διακρίνεται ότι ήταν εξω- Πηλός καστανόγκριζος, λεπτόκοκκος με μίκα. στρεφές. Κοντόχονδρο σώμα, βάση επίπεδη, λαιμός ευρύς. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της δακτυλιόσχημης Φέρει καφέ «γάνωμα», με εξαίρεση την κάτω επιφάνεια της βάσης, η οποία εξωτερικά έχει ενιαίο περίγραμμα με το βάσης. σώμα. Εξωτερικά φέρει ερυθρό «γάνωμα». Εσωτερικά φέρει Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. καφέ «γάνωμα» που σχηματίζει παράλληλες ερυθρές ταινίες. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Άποδες Κύλικες • 526 (Πίν. 74γ) • 519 (Πίν. 74α) ΛLI\6 ΛXXXVI\57 Ύψ. 3.7εκ., πάχος 0.3εκ., δ.χ. 17εκ. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με μίκα. Πηλός πορτοκαλέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις Συγκολλήθηκαν εννέα θραύσματα. Διατηρείται σχεδόν ολό- και αρκετή μίκα. κληρη. Το χείλος είναι ελαφρά εσωστρεφές. Η οριζόντια Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος λαβή ήταν κυκλικής διατομής. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το σώμα. Η άκρη με στενή επιφάνεια έδρασης. Φέρει πορτοκαλέρυθρο του είναι καμπύλη με ελαφριά κλίση προς το εσωτερικό. «γάνωμα» με εξαίρεση την κάτω επιφάνεια της βάσης. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 520 (Σχ. 29ε) • 527 (Πίν. 74γ) ΛΧΧΧV\76 ΛXXΙΙ\92 Ύψ. πάχος 0.3εκ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με μίκα. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος. Συγκολλήθηκαν δύο θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του Διατηρείται αποσπασματικά σε θραύσματα που έχουν συ- χείλους και του σώματος. Χείλος απλό, η άνω επιφάνεια του γκολληθεί από μικρότερα όστρακα. Η βάση είναι επίπεδη και ελαφρώς κυρτή. Καστανοβαφής. έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Το χείλος είναι απλό, Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Η οριζόντια λαβή είναι κυκλι- κής διατομής. Φέρει και στις δύο όψεις μαύρο «γάνωμα», με • 528 (Πίν. 74γ) εξαίρεση την εσωτερική όψη της λαβής που αφήνεται στο ΛXXIV\6 χρώμα του πηλού. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Διατηρείται τμήμα του απλού χείλους και του σώματος. • 521 (Πίν. 74β) Ερυθροβαφής. ΛΙΙ\26 Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. 355 • 529 (Πίν. 74γ, Σχ. 29στ) Διατηρείται τμήμα της επίπεδης βάσης και του σώματος. ΛΧΧΧΙΙΙ\16 Εξωτερικά φέρει καφέ-ερυθρό «γάνωμα» και εσωτερικά Ύψ. 3.6, π. 0.25., δ.χ. 24εκ. καφέ. Η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με του πηλού. προσμίξεις. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, ενιαίο με το βαθύ • 538 σώμα. Ερυθροβαφής. ΛXXXV\56 Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Ύψ. 3.5εκ., πλ. 5.7εκ., δ.β.5.4εκ., π. 0.25εκ. Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- • 530 ξεις. O πυρήνας είναι γκρίζος. ΛXLVII\5 Συγκολλήθηκαν δύο θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του Ύψ. 2.2εκ., πάχος 0.2εκ. σώματος και της βάσης. Η βάση είναι απλή-επίπεδη και έχει Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Η εξωτερική επιφάνεια του Διατηρείται ακέραια η μία οριζόντια λαβή και τμήμα του σώματος φέρει μαύρο «γάνωμα» με αρκετά απολεπίσματα σώματος. Η λαβή είναι ελλειψοειδούς διατομής, τριγωνικού και εσωτερικά φέρει ερυθρό που σχηματίζει πιο σκούρες σχήματος. Και στις δύο όψεις, με εξαίρεση την εσωτερική ταινίες που στον πυθμένα σχηματίζουν σπειροειδή διακό- όψη της λαβής, φέρει καφέ-ερυθρό «γάνωμα». σμηση. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 531 (Πίν. 74γ) Λεκανόσχημες φιάλες ΛXΧΧΙΙΙ\44 Διατηρείται τμήμα του απλού χείλους και του σώματος. Ι. Με ωτία Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 539 • 532 (Πίν. 74ε) ΛΧΧΧΙΙΙ\10 ΛXΧΧV\74 Ύψ.1.4εκ., π. 0.5εκ., δ.β.7.1εκ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. Πηλός σκούρος γκρίζος, λεπτόκοκκος με μίκα. Διατηρείται τμήμα της μίας λαβής, κυκλικής διατομής και η Διατηρείται το μεγαλύτερο τμήμα της βάσης και τμήμα του γένεση της. Ερυθροβαφής. σώματος. Η βάση είναι χαμηλή, δακτυλιόσχημη. Εξωτερικά Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. είναι διευρυνόμενη. Η επιφάνεια έδρασης αποτελείται από έναν πλατύ, επίπεδο δακτύλιο. Το κάτω άκρο του σώματος • 533 (Πίν. 74στ) και η βάση έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Εξωτερικά ΛXXXV\73 το σώμα πιο πάνω έφερε καφέ «γάνωμα». Εσωτερικά Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. εναλλάσσονται καφέ σκούροι κύκλοι στιλπνού χρώματος και Διατηρείται τμήμα τη οριζόντιας λαβής, κυκλικής διατομής λίγο πιο ανοικτόχρωμοι. Στον πυθμένα σχηματίζεται μία και η γένεσή της. Ερυθροβαφής. σπείρα. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 534 • 540 (Πίν. 75α, Σχ. 29ζ) ΛXXXV\71 ΛΧΧΧΙΙΙ\11 Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με μίκα. Π. 0.3εκ. Διατηρείται τμήμα τη οριζόντιας λαβής, κυκλικής διατομής Πηλός κοκκινωπός γκρίζος (5YR, 5\2), λεπτόκοκκος με και η γένεση της. Καστανοβαφής. προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Διατηρούνται τμήματα του σώματος, του χείλους και το μεγαλύτερο τμήμα της βάσης. Η βάση είναι πού χαμηλή, • 535 (Πίν. 74ζ) διευρυνόμενη με ιδιαίτερα πλατιά επιφάνεια έδρασης. Το ΛLVIII\173 χείλος εξωτερικά και εσωτερικά εξέχει αρκετά από το σώμα. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη και κοσμείται με Διατηρείται τμήμα της απλής, επίπεδης βάσης και τμήμα του πλατιές εγκάρσιες ταινίες ερυθρού χρώματος. Διατηρείται σώματος. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα» με εξαίρεση την τμήμα ενός πιόσχημου ωτίου στο κέντρο του οποίου υπάρχει κάτω επιφάνεια της βάσης. διαμπερής κυκλική οπή για την ανάρτησή του. Η εξωτερική Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. επιφάνεια του σώματος είναι εδαφόχρωμη και κοσμείται με οριζόντιες ταινίες ερυθρού χρώματος. Εσωτερικά • 536 σχηματίζονται ομόκεντροι κύκλοι μαύρου και καφέ ΛXXXV\6 χρώματος που στο κέντρο απολήγουν σε σπείρα. Η βάση Ύψ.1.8εκ., πλ. 6.8εκ., δ.β. 5εκ. είναι εδαφόχρωμη. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με μίκα και λίγες προ- Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. σμίξεις. Διατηρείται τμήμα της επίπεδης βάσης και του. Εξωτερικά • 541 (Πίν. 75β, Σχ. 30α) φέρει καφέ-ερυθρό «γάνωμα». Η κάτω επιφάνεια της βάσης ΛXXXV\25&66 έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Ύψ.5.3εκ., πλ. 7.1εκ., δ.χ. 16εκ., δ.β. 7εκ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με ελάχιστη μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος • 537 εξέχει από το σώμα εξωτερικά και εσωτερικά, ώστε να σχη- ΛXXXV\7 ματίζεται μία πεπλατυσμένη επίπεδη επιφάνεια. Από το Ύψ.2.7εκ., πλ. 6.1εκ., δ.β. 6.5εκ. χείλος γεννάται ένα ωτίο στα άκρα του οποίου υπάρχουν δύο Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με μίκα και λίγες προ- διαμπερείς κυκλικές οπές. Το αγγείο και στις δύο όψεις φέρει σμίξεις. μαύρο «γάνωμα». Μόνο μία λεπτή ταινία στο κάτω τμήμα 356 του σώματος έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Σ’ ένα δεύ- Ύψ. 2.7εκ., π.0.4εκ. τερο θραύσμα διατηρείται τμήμα του σώματος και της απλής, Πηλός ερυθρός (2.5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με ελάχιστες επίπεδης βάσης, η οποία έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος εξέχει από το σώμα εσωτερικά και εξωτερικά σχηματίζοντας • 542 μία πεπλατυσμένη στεφάνη, η οποία έχει αφεθεί στο χρώμα ΛXXXVIII\43 του πηλού και κοσμείται με εγκάρσια γραμμίδια ερυθρού Ύψ.1.8εκ., πλ. 6εκ., δ.χ. 14εκ. χρώματος. Το σώμα φέρει ερυθρό «γάνωμα», το οποίο εσω- Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μίκα και λίγες προσμίξεις. τερικά και εξωτερικά σχηματίζει ταινίες διαφορετικών απο- Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος χρώσεων. είναι επίπεδο με οξείες τις δύο άκρες του, κυρίως την εσωτε- Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. ρική. Από το χείλος φύεται ένα ωτίο, αρκετά πλατύ με κα- μπύλη άκρη. Στην εξωτερική επιφάνεια, κάτω από το ωτίο • 549 σώζονται ίχνη πορτοκαλέρυθρου γανώματος, όπως και στο ΛXXXV\81 εσωτερικό του αγγείου. Ύψ.3.2εκ., πλ. 5.9εκ., δ.χ. 16εκ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του σώματος και του χείλους. Το χείλος • 543 εξέχει από το σώμα εσωτερικά και εξωτερικά σχηματίζοντας ΛXLVII\48 πλατιά, επίπεδη επιφάνεια. Εσωτερικά και εξωτερικά φέρει Ύψ.1,5εκ., π. 0.5εκ., δ.χ. 26εκ. μαύρο «γάνωμα». Εξωτερικά στο σημείο που σχηματίζεται η Πηλός ανοικτός καστανός (7.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος με προεξοχή του χείλους έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. μίκα. Εδαφόχρωμη είναι και η στεφάνη του χείλους, η οποία κο- Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Η άνω σμούνταν κατά διαστήματα με εγκάρσια γραμμίδια μαύρου επιφάνεια του χείλους είναι πεπλατυσμένη και εξέχει από το χρώματος, όπως δείχνει το ένα που σώζεται αριστερά. σώμα και έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Το σώμα και Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. στις δύο όψεις φέρει καστανόμαυρο «γάνωμα». Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 550 ΛLVIIII\204 • 544 (Πίν. 75γ, Σχ. 29θ) Ύψ. 3.εκ., π. 0.5εκ., δ.χ. 34εκ. ΛXLIIΙ\52&53 Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Ύψ. 1.6εκ., δ.χ. 21εκ., π. 0.3εκ. προσμίξεις και μίκα. Πηλός ανοικτός κοκκινωπός καφέ (5YR, 5\4), λεπτόκοκκος Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος με ελάχιστες προσμίξεις. είναι εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη και το Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος εξωτερικό του μέτωπο κάθετο. Στη στεφάνη του χείλους είναι εσωτερικά και εξωτερικά εξέχει από το σώμα. Στη διατηρείται η γένεση ενός ωτίου. Εξωτερικά έχει αφεθεί στο στεφάνη του χείλους σχηματίζεται ένα ωτίο με ακανθό- χρώμα του πηλού. Η στεφάνη του χείλους κοσμείται με σχημες απολήξεις. Φέρει δύο κυκλικές διαμπερείς οπές. Το κάθετα εγκάρσια γραμμίδια, λοξά παράλληλα και άλλα που σώμα φέρει εξωτερικά καστανό «γάνωμα» με εξαίρεση την τέμνονται. Εσωτερικά φέρει καστανό «γάνωμα». Διακρίνο- κάτω επιφάνεια του χείλους και μία ταινία στο άνω άκρο του. νται τα ίχνη του χρωστήρα. Εσωτερικά φέρει καστανό «γάνωμα». Η άνω επιφάνεια του Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. χείλους κοσμείται με εγκάρσια γραμμίδια σκούρου καφέ χρώματος. ΙΙ. Με χείλος τριγωνικής διατομής Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 551 (Σχ. 30γ) • 545 (Πίν. 75δ) ΛΧΧΙV\80 ΛLVIIΙ\75 Ύψ. 4.1εκ., π. 0.45εκ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος. Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Διατηρείται τμήμα του σώματος και του χείλους, το οποίο πολλή μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. φέρει ένα ωτίο με ακανθόσχημες αποφύσεις και δύο οπές, Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος που σώζεται αποσπασματικά. Καστανοβαφές. εξέχει από το σώμα εσωτερικά και εξωτερικά και η άνω Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. επιφάνεια του είναι πεπλατυσμένη. Εξωτερικά στο σημείο μετάβασης από το χείλος στο σώμα υπάρχει μία εσοχή. Φέρει • 546 καστανέρυθρο «γάνωμα». ΛXLVII\3 Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Ύψ. 1.3εκ., δ.χ. 24εκ. Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με ελά- • 552 (Σχ. 30δ) χιστες προσμίξεις και άφθονη μίκα. ΛXXXV\57 Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος Ύψ. 4.5εκ. είναι εξωστρεφές με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια. Εσω- Πηλός καστανός λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. τερικά εξέχει από το σώμα. Το σώμα φέρει εξωτερικά κα- Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας στανό «γάνωμα» και εσωτερικά πορτοκαλέρυθρο. Στο μέσο λαβής, κυκλικής διατομής. Φέρει γκριζόμαυρο «γάνωμα». έχει αφεθεί μία ταινία στο χρώμα του πηλού. Η άνω επιφά- Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. νεια του χείλους είναι εδαφόχρωμη και κοσμείται με πλατιές λοξές γραμμές καφέ χρώματος. • 553 ΛXXXVIII\14 • 547 Ύψ. 2εκ., πλ. 4.2εκ., δ.χ. 14εκ. ΛΧΧΧV\15 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος • 548 (Σχ. 30β) εξέχει αρκετά από το σώμα και η άκρη του είναι οξεία. Η ΛΧΧ\95 357 άνω επιφάνειά του είναι πλατιά, με έντονη κλίση προς τα ΙΙΙ. Με λοξότμητο χείλος μέσα και έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού, εκτός από την εσωτερική άκρη του που έχει καλυφθεί με μαύρο «γάνωμα», • 560 (Σχ. 30ι) όπως και η εσωτερική επιφάνειά του. Η εξωτερική επιφάνεια, ΛΧΧΙΙ\107 στο άνω τμήμα του σώματος και του χείλους φέρει λευκό Ύψ. 3εκ., π. 0.3εκ. επίχρισμα και στο κατώτερο μαύρο. Η μετάβαση από το Πηλός ερυθρός (2.5YR, 4\6), λεπτόκοκκος με ελάχιστες σώμα στο χείλος γίνεται με μία πολύ λεπτή έξεργη ταινία. προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος • 554 (Σχ. 30ε) είναι εξωστρεφές και λοξότμητο. Το σώμα ελαφρά καμπύλο. ΛXXXΙV\6 Φέρει καστανέρυθρο «γάνωμα». Ύψ. 3.2εκ., π. 0.2εκ., δ.χ. 15εκ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος • 561 είναι τριγωνικής διατομής. Εξωτερικά σχηματίζει μικρό, ΛL\5 κάθετο μέτωπο. Φέρει σκούρο «γάνωμα». Ύψ.3.4εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 29εκ. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με μικρή ποσότητα μίκας και ελάχιστες προσμίξεις. • 555 Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος ΛXXXV\57 είναι λοξότμητο στο πάνω τμήμα του και η άκρη ελαφρώς οξεία. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». • 556 Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. ΛXXXV\58 Ύψ.4.1εκ., πλ. 4.5εκ., δ.χ. 15εκ., π. 0.2εκ. ΙV. Με απλό χείλος και ταινιωτή λαβή Πηλός καφέ (10ΥR, 4\3), λεπτόκοκκος με μίκα και προσμί- ξεις. • 562 Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας ΛL\6 οριζόντιας ταινιωτής-διχαλωτής λαβής. Το σώμα είναι βαθύ, Ύψ.4εκ., π. 0.25εκ., δ.χ. 24εκ. ημισφαιρικό.Το χείλος είναι οριζόντιο και η άνω επιφάνειά Πηλός πορτοκαλέρυθρος, με ελάχιστες προσμίξεις και μίκα. του πεπλατυσμένη και εξέχει από το σώμα εσωτερικά και Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος εξωτερικά. Φέρει γκριζόμαυρο «γάνωμα» με εξαίρεση την είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το σώμα. Η άκρη εσωτερική όψη της λαβής. του είναι καμπύλη με ελαφριά κλίση προς το εσωτερικό. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 557 (Σχ. 30ζ) ΛΧΧΙΙ\92 • 563 Ύψ. 2.8εκ., π. 0.3εκ. ΛL\15 Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με ελά- Ύψ.3εκ., πάχος 0.25εκ. χιστες προσμίξεις και μίκα. Πηλός καστανόγκριζος με ελάχιστες προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και της μίας είναι ενιαίο με το σώμα. Η άνω επιφάνειά του είναι επίπεδη οριζόντιας λαβής. Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη και εξωτερικά έχει μία ανεπαίσθητη τριγωνική τομή. διάκριση από το σώμα. Η άκρη του είναι καμπύλη με ελα- Καστανοβαφές. φριά κλίση προς τα μέσα. Η λαβή είναι οριζόντια κυκλικής Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. διατομής. Έφερε αραιωμένο καφέ «γάνωμα». Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 558 (Σχ. 30η) ΛXLII\11 • 564 Ύψ. 2.8εκ., πλ. 5.6εκ., δ.χ. 15εκ. ΛL\24 Πηλός σκούρος γκρίζος, λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Ύψ.4.3εκ., π. 0.5εκ., δ.χ. 30εκ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Η άνω Πηλός καστανόγκριζος, λεπτόκοκκος με αρκετή ποσότητα επιφάνεια του χείλους είναι στενή, επίπεδη και εξέχει από το μίκας και προσμίξεις. σώμα ελαφρά εσωτερικά και εξωτερικά. Το σώμα κατεβαίνει Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος σχεδόν κάθετα. Καστανοβαφές. είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το σώμα. Η άκρη Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. του είναι καμπύλη με ελαφριά κλίση προς το εσωτερικό. Φέρει καφέ-κόκκινο «γάνωμα». • 559 (Σχ. 30θ) Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. ΛΧΧΙΙ\8 Ύψ. 4.5εκ., πλ. 10εκ., δ.χ. 22εκ. • 565 Πηλός κιτρινωπός κόκκινος (5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με ΛLI\3 λίγη μίκα και προσμίξεις. Ύψ.2.45εκ., π. 0.2εκ., δ.χ. 14εκ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το σώμα Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και ήταν βαθύ με ενιαίο περίγραμμα. Το χείλος έχει πεπλατυ- αρκετή μίκα. σμένη άνω επιφάνεια και εξέχει από το σώμα εσωτερικά και Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος εξωτερικά. Εξωτερικά φέρει σκούρο καφέ «γάνωμα». Εσω- είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το σώμα. Η άκρη τερικά φέρει ερυθρό, με εξαίρεση μία εδαφόχρωμη ταινία του είναι καμπύλη με μικρή κλίση προς το εσωτερικό. Φέρει στο άνω άκρο. Η άνω επιφάνεια του χείλους έχει αφεθεί πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». επίσης στο χρώμα του πηλού και κοσμείται κατά τόπους με Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. εγκάρσια γραμμίδια. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 566 ΛLIΙΙ\43 358 Ύψ. 4εκ., π. 0.4εκ., δ.χ. 40εκ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με ελάχιστες προσμίξεις. Πηλός καφέ (7.5YR, 4\4), λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις Συγκολλήθηκαν έξι θραύσματα. Εξωτερικά είναι κοίλο και και αρκετή μίκα. Ο πυρήνας είναι γκρίζος. στο μέσο διάτρητο. Το κάτω τμήμα έχει μεγαλύτερη Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος διάμετρο και ύψος από το άνω τμήμα. είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη διάκριση από το σώμα. Η άκρη Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. του είναι καμπύλη με ελαφριά κλίση προς το εσωτερικό. Φέρει καφέ-μαύρο «γάνωμα». • 574 (Πίν. 75στ, Σχ. 31α) Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. ΛXXXV\70 Ύψ.2.7, π, 0.3εκ., δ. 7.3εκ. • 567 Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος. ΛLVII\29 Διατηρείται ακέραιο. Είναι κυκλικό και στο μέσο διάτρητο. Ύψ. 2.3εκ., δ.χ. 21εκ. Εξωτερικά είναι κοίλο. Το άνω τμήμα είναι κοντύτερο και Πηλός ροδαλός (7.5YR, 7\4), λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- έχει μικρότερη διάμετρο. Ερυθροβαφές. Εσωτερικά το άνω ξεις και μίκα. τμήμα, όπου θα προσαρμόζονταν το αγγείο έχει αφεθεί στο Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το σώμα χρώμα του πηλού. ήταν σφαιρικό. Το χείλος είναι απλό, χωρίς ιδιαίτερη δια- Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. μόρφωση. Ερυθροβαφές. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. «Χαλκιδικιώτικη» κεραμική V. Με μικρό κάθετο χείλος • 568 (Σχ. 30κ) Υδρίες ΛΧΧΙV\44 Ύψ. 3.7εκ., π. 0.3εκ., δ.χ. 34εκ. • 575 (Πίν. 76α) Πηλός σκούρος καφέ (7.5YR, 3\3), λεπτόκοκκος με λίγες ΛLIII\60 προσμίξεις. Πηλός πορτοκαλόχρωμος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Το χείλος μίκα. εξέχει από το σώμα εξωτερικά και σχηματίζει μικρό κάθετο Διατηρείται τμήμα του χείλους που έχει σχήμα σπείρας, του μέτωπο. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυσμένη. Φέρει λαιμού, του ώμου και η μία κάθετη λαβή. Το χείλος και το γκριζόμαυρο «γάνωμα» που εξωτερικά κατά ένα μεγάλο κάτω άκρο του λαιμού φέρουν ερυθρό χρώμα. Στο λαιμό μέρος έχει απολεπιστεί. φέρει μία κυματοειδή ταινία. Στο μέσο της λαβής υπάρχει κάθετη ταινία και μία κυκλική περιβάλλει τη γένεσή της. Μόνωτες λεκανόσχημες φιάλες με προχοή • 576 (Πίν. 76β) • 569 (Πίν. 75ε) ΛXLV\15 ΛΙΙ\69 Πηλός κιτρινωπός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Ύψ. 3.3εκ, πλ. 5.3εκ., π. 0.25εκ. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και η μία λαβή. Διατηρείται τμήμα του σώματος και της προχοής. Φέρει διακόσμηση με μαύρο χρώμα. Στο μέσο του λαιμού Ερυθροβαφής. υπάρχει πυκνή κυματοειδή ταινία. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 570 ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΣΚΑΠΤΟ ΤΗΣ ΛΧΧΙ\21 ΤΟΜΗΣ 27-29Δ Ύψ.1.3εκ., π. 0.25εκ. Πηλός ανοικτός καστανός, λεπτόκοκκος με λίγη μίκα. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή «γάνωμα» Διατηρείται η προχοή και τμήμα του σώματος. Στην εξωτερική όψη της προχοής είναι εμφανή τα σημάδια από το πλάσιμο στο χέρι. Η εσωτερική όψη της προχοής δεν φέρει Υδρίες «γάνωμα». Καστανέρυθρη. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. • 577 (Πίν. 77α) Κ2001Δ.408 • 571 Ύψ. 3.3εκ., πλ. 2.6εκ. ΛXXIV\25 Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με Ύψ.2.8εκ., πλ. 2.6εκ., π. 0,2εκ. προσμίξεις και μίκα. Πυρήνας γκρίζος. Πηλός γκριζοκάστανος, λεπτόκοκκος με ελάχιστη ποσότητα Διατηρείται τμήμα του σώματος. Φέρει κίτρινο επίχρισμα και μίκας. γραπτή διακόσμηση από αβακωτό κόσμημα καφέ χρώματος. Διατηρείται τμήμα της προχοής και ελάχιστο του σώματος, Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. στο σημείο γένεσης της προχοής. Καστανοβαφής. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Οινοχόες • 572 ΛXXXIV\25 • 578 (Πίν. 77β.1) Ύψ. 2.8εκ, π. 0.2εκ. Κ2001Δ.380 Διατηρείται τμήμα της προχοής και ελάχιστο τμήμα του Ύψ. 2.9εκ., πλ. 5.21εκ. σώματος. Καστανοβαφής Πηλός γκρίζος (7.5YR, 5\1), λεπτόκοκκος. Χρονολόγηση: 6ος αι.π.Χ. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Χείλος απλό, στο λαιμό σχηματίζονται οριζόντιες ραβδώσεις. Καστανοβα- Υποστατά φής. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. • 573 π.Χ. ΛXXXIV\27 Ύψ.2.6εκ., δ. 8εκ. 359 • 579 (Πίν. 77γ) τμήμα της εσωτερικής όψης της λαβής έχει αφεθεί στο Κ2001Δ.383 χρώμα του πηλού. Στο χείλος υπάρχουν κομμάτια πηλού. Ύψ. 3.7εκ., πλ. 10.2εκ. Ερυθροβαφής. Εσωτερικά το στόμιο φέρει ερυθρό «γάνωμα» Πηλός ερυθρωπός καστανός (5YR, 5\3) λεπτόκοκκος με που δεν έχει παντού το ίδιο ύψος. Η κάτω επιφάνεια της προσμίξεις και μίκα. βάσης και τμήμα του κάτω άκρου του σώματος έχουν αφεθεί Διατηρείται τμήμα του ώμου και η γένεση του λαιμού. Φέρει στο χρώμα του πηλού. δύο πλατιές ταινίες γκριζόμαυρου χρώματος. Ίχνη καύσης, Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 585 (Πίν. 77ζ) • 580 Κ2001Δ.525 Κ2001Δ.398 Ύψ. 8.8εκ. Ύψ. 4.2εκ., πλ. 4εκ. Πηλός γκριζέρυθρος, με προσμίξεις και μίκα. Πηλός ερυθρωπός γκρίζος (5YR, 5\2), λεπτόκοκκος με Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και η κάθετη, προσμίξεις και μίκα. ταινιωτή λαβή. Το χείλος είναι από το πίσω τμήμα οπισθό- Διατηρείται τμήμα του σώματος. Εξωτερικά φέρει δύο ορι- τμητο. Ο λαιμός έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Φέρει ζόντιες καστανές ταινίες και δέσμες οριζόντιων κυματοειδών αρχικά υπόλευκο επίχρισμα και στο εσωτερικό, το οποίο γραμμιδίων. εξωτερικά καλύπτεται με καφέ «γάνωμα», έντονα ίχνη χρω- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. στήρα. π.Χ. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. • 581 (Πίν. 77δ) Κ2001Δ.401 • 586 Ύψ. 5.7εκ., πλ. 5.1εκ. Κ2001Δ.533 Πηλός κιτρινωπός ερυθρός (5YR, 5\6), χονδρόκοκκος με Ύψ. 4.7εκ., δ.χ. 6.5εκ. προσμίξεις και μίκα. «Ασημίζουσα». Διατηρείται τμήμα του εξωστρεφούς χεί- Διατηρείται τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το χείλος λους και του λαιμού. Η άνω επιφάνειά του είναι πεπλατυ- είναι απλό, η απόληξη του λοξότμητη προς τα έξω. Ο λαιμός σμένη. Ο λαιμός διευρύνεται προς τα κάτω έντονα. Στο άνω κατεβαίνει σχεδόν κάθετα. Στο άνω άκρο του φέρει ταινία άκρο του λαιμού λίγο κάτω από το χείλος υπάρχει οριζόντια καφέ χρώματος, η οποία δεν έχει παντού το ίδιο πλάτος. Στο ταινία καφέ χρώματος, η οποία έχει απολεπιστεί. Εσωτερικά κάτω τμήμα του σχηματίζονται τέσσερις αυλακώσεις. διατηρείται μικρή γραμμή από «γάνωμα» που έχει τρέξει. Εσωτερικά γύρω από το στόμιο φέρει ταινία καφέ χρώματος. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. π.Χ. π.Χ. • 587 (Πίν. 77η) • 582 Κ2001Δ.551 Κ2001Δ.404 Ύψ. 29εκ., δ.χ. 21εκ., δ.β. εκ. Σωζ. μήκος 4.6εκ., πλ. 4εκ. Πηλός ερυθρωπός καστανός (5YR, 5\4), με προσμίξεις και Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με μίκα. προσμίξεις. Συγκολλήθηκαν 37 όστρακα. Λείπουν τμήματα του χείλους, Πιθανότατα τμήμα οπισθότμητης οινοχόης. Οι τρεις πλευρές του λαιμού και η βάση. Διατηρείται η ταινιωτή λαβή με έχουν πιθανότατα αποστρογγυλοποιηθεί από τη μακροχρόνια ράβδωση κατά μήκος της ράχης. Φέρει στο άνω τμήμα (2\3) έκθεση σε νερό. «γάνωμα» ανομοιόμορφα κατανεμημένο και στο κάτω τμήμα Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. του σώματος οριζόντιες ταινίες. Και το στόμιο εσωτερικά π.Χ. φέρει «γάνωμα». Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. • 583 (Πίν. 77α) π.Χ. Κ2001Δ.406 Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Τριφυλλόστομες οινοχόες προσμίξεις και μίκα. Διατηρούνται εννέα όστρακα από το σώμα οινοχόης ή υδρίας • 588 (Πίν. 77β.2) (ύστερης ασημίζουσας;). Φέρει διακόσμηση από οριζόντιες Κ2001Δ.381 καστανές ταινίες καθώς και μία ζώνη με δέσμες καστανών Ύψ. 2.9εκ. διαγώνιων γραμμών και μία σειρά ρόμβων με πλέγμα εσωτε- Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με ρικά. Έφερε υπόλευκο επίχρισμα που στο μεγαλύτερο τμήμα προσμίξεις και μίκα. του έχει απολεπιστεί. Διατηρείται τμήμα του στομίου και του λαιμού. Φέρει γκρι- Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. ζόμαυρο, θαμπό «γάνωμα». Μία ταινία υπάρχει και στο π.Χ. εσωτερικό του στομίου. Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. • 584 (Πίν. 77ε,στ) π.Χ. Κ2001Δ.446 Ύψ. 15.6εκ., δ.χ. 7εκ., δ.β. 6.4εκ. • 589 (Πιν. 77θ) Πηλός ερυθρωπός καστανός (2.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος με Κ2001Δ.518 προσμίξεις. Δ.β. 5.7εκ. Συγκολλήθηκαν 29 όστρακα. Λείπουν αρκετά κομμάτια του Πηλός γκριζέρυθρος, με προσμίξεις και μίκα. σώματος και του χείλους. Σώμα σφαιρικό. Βάση απλή, Διατηρούνται τρία τμήματα, συγκολλημένα από μικρότερα επίπεδη. Χείλος απλό με πολύ μικρή κλίση. Στο πίσω τμήμα θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του χείλους, του λαιμού και η ο λαιμός «κόβεται» και δίνει την εντύπωση οπισθότμητης κάθετη ταινιωτή λαβή. Χείλος απλό. Ο λαιμός είναι πολύ οινοχόης. Λαιμός ελαφρά διευρυνόμενος προς τα κάτω. Η κοντός και στενός, έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Η λαβή είναι ταινιωτή και η εξωτερική της όψη κοίλη. Το άνω 360 βάση είναι επίπεδη. Φέρει καφέ «γάνωμα» με έντονα ίχνη στήρα. Εσωτερικά το χείλος και ο λαιμός φέρουν ομοιό- χρωστήρα. μορφο «γάνωμα». Χρονολόγηση: Ύστερη Γεωμετρική περίοδος έως και 6ο αι. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. π.Χ. • 596 (Πίν. 78β) Όστρακα κλειστών αγγείων Κ2001Δ.450 Ύψ. 10εκ., δ.χ. 3.9εκ. • 590 Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος. Κ2001Δ.397 Διατηρείται το στόμιο, το σώμα και η λαβή. Χείλος απλό, Ύψ. 1.4εκ., μήκος 5.4εκ. ενιαίο με το κοντό κυλινδρικό λαιμό, ο οποίος είναι ενιαίου Πηλός γκρίζος (5YR, 6\1), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και περιγράμματος με το κυλινδρικό σώμα. Λαβή κάθετη, ταινι- μίκα. ωτή, υπερυψωμένη με κοίλη την εξωτερική επιφάνεια. Τμήμα λεβητόσχημου «ασημίζοντος» αγγείου. Διατηρείται Φύεται από το λαιμό και προσαρμόζεται περίπου στο μέσο τμήμα του οριζόντιου πεπλατυσμένου χείλους και του σώμα- του σώματος. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Κάποια τος που ήταν μάλλον σφαιρικό. Φέρει ασημίζον επίχρισμα. σημεία έχουν αφεθεί ακάλυπτα, όπως και η εσωτερική όψη Στην άνω επιφάνεια του χείλους φέρει καφέ γραμμίδια. Στο της λαβής. «Γάνωμα» φέρει και το χείλος εσωτερικά, το άνω άκρο του σώματος διατηρούνται δύο «πυκνές» κυματο- οποίο σε κάποια σημεία έχει τρέξει ακανόνιστα. ειδείς ταινίες. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. • 591 (Πίν. 76ζ) • 597 (Πίν. 78γ..3) Κ2001Δ.522 Κ2001Δ.516 Ύψ. 5.4εκ. Ύψ. 3.7εκ., δ.β. 6.2εκ. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Πηλός ανοικτός καστανός (7.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος. Διατηρείται τμήμα του σώματος. Αργός τροχός. Στο άνω Διατηρείται τμήμα της απλής, επίπεδης βάσης και του σώμα- τμήμα του σώματος αριστερά λοξά γραμμίδια σχετικά μεγά- τος. Φέρει καφέ-μαύρο «μεταλλικό» «γάνωμα». Άτακτες λου πάχους και στα δεξιά δύο σειρές από λεπτά γραμμίδια. πινελιές. Στο κάτω άκρο σημεία χωρίς «γάνωμα». Στο μέσο φέρει οριζόντια ταινία. Πιο κάτω μία λοξή ταινία Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. προς τα δεξιά. Κάτω αριστερά αβακωτό κόσμημα. • 598 (Πίν. 78γ.4) • 592 Κ2001Δ.527 Κ2001Δ.524 Ύψ. 2.3εκ., δ.β. 4.7εκ. Ύψ. 2.3εκ. Πηλός καστανέρυθρος, μεσαίου πάχους με προσμίξεις και Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. μίκα. Διατηρείται τμήμα του σώματος, το οποίο έχει αφεθεί στο Διατηρείται η μισή βάση και τμήμα του σώματος. Βάση χρώμα του πηλού και διακοσμείται με δύο ερυθρές ταινίες. επίπεδη, ελαφρά κοίλη, σώμα ωοειδές. Καστανοβαφής. Αργός τροχός. Χρονολόγηση: Τέλη 7ου – 6ος αι. π.Χ. • 593 Οινοχόες - mugs Κ2001Δ.534 Ύψ. 5.1εκ. • 599 (Πίν. 78δ) Πηλός σκούρος ερυθρός-καφέ, χονδρόκοκκος με προσμίξεις Κ2001Δ.447 και μίκα. Ύψ. 8.1εκ., δ.χ. 5.9εκ. Διατηρείται τμήμα του σώματος. Αργός τροχός. Φέρει κιτρι- Πηλός ροδαλός (7.5YR, 7\4), λεπτόκοκκος με προσμίξεις. νωπό επίχρισμα πλούσιο σε μίκα και γραπτή διακόσμηση με Διατηρείται το στόμιο, ο λαιμός, τμήμα του σώματος και η σκούρο καφέ χρώμα. Υπάρχουν οριζόντιες και λοξές ταινίες κάθετη λαβή. Το χείλος είναι απλό, ο λαιμός και το σώμα που μάλλον σχηματίζουν αβακωτό κόσμημα. έχουν ενιαίο περίγραμμα. Στόμιο ευρύ, λαιμός σχεδόν κάθε- τος. Το σώμα στο άνω τμήμα του διογκωμένο και κάμπτεται • 594 σχηματίζοντας γωνία και στενεύει προς τη βάση. Λαβή ται- Κ2001Δ.541 νιωτή, κοίλη εξωτερικά. Καφέ-ερυθρωπό «γάνωμα» με Ύψ. 4.6εκ. έντονα τα ίχνη του χρωστήρα. Εσωτερικά φέρει το χείλος και Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμίξεις. ο λαιμός όπου έχει τρέξει ακανόνιστα. Η εξωτερική επιφάνεια έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού και Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. κοσμείται με δύο συστάδες ομόκεντρων κύκλων οι οποίοι στο άκρο (οι δύο εξωτερικοί) τέμνονται. • 600 (Πίν. 78ε) Κ2001Δ.517 Όλπες Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 5.7εκ. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος. • 595 (Πίν. 78α) Διατηρείται τμήμα του χείλους, η άνω επιφάνεια του οποίου Κ2001Δ.448 είναι λοξότμητη προς τα έξω. Ευρύ στόμιο. Ο λαιμός έχει Ύψ. 10.7εκ., δ.χ. 4.1εκ., δ.β. 4εκ. ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Λαβή ταινιωτή, εξωτερικά Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με προ- κοίλη. «Γάνωμα» καφέ-μαύρο «μεταλλικό». Και εσωτερικά σμίξεις. Πυρήνας γκρίζος. στο άνω τμήμα φέρει «γάνωμα». Συγκολλήθηκαν 18 θραύσματα. Λείπουν αρκετά τμήματα Χρονολόγηση: 7ος αι. π.Χ. του σώματος και η ταινιωτή λαβή, από την οποία διατηρείται μόνο η γένεση της στο λαιμό. Φαίνεται ότι ήταν υπερυψω- Άποδες κύλικες μένη. Ωοειδές σώμα, βάση επίπεδη. Χείλος απλό, ενιαίο με το λαιμό, ο οποίος είναι κοίλος έχει ενιαίο περίγραμμα με το • 601 σώμα. Καστανέρυθρο «γάνωμα» με έντονα ίχνη του χρω- Κ2001Δ.387 361 Διατηρείται τμήμα της οριζόντιας ταινιωτής λαβής. Χείλος απλό, στο σημείο μετάβασης προς το σώμα μικρή Καστανοβαφής. προεξοχή. Άνω επιφάνεια ελλειψοειδής και παραμορφωμένη. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Οι τρεις πλευρές των λαβών είναι επίπεδες, «κομμένες» και μόνο η εξωτερική είναι καμπύλη. Υπερυψωμένες. Φέρει • 602 (Πίν. 78στ) γκριζόμαυρο «γάνωμα» που στο εσωτερικό σε μεγάλο μέρος Κ2001Δ.414 έχει απολεπιστεί. Η βάση έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Ύψ. 5.9(με λαβή 6.9)εκ., δ.χ. 13.7\15εκ., δ.β. 4.9\5.2εκ., Η κάτω και η εσωτερική πλευρά της λαβής δεν φέρουν πλάτος με λαβές 19.5εκ. «γάνωμα». Πηλός ροδαλός γκρι (7.5YR, 6\2) λεπτόκοκκος. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Συγκολλήθηκαν 12 θραύσματα. Λείπουν μικρά κομμάτια του σώματος και του χείλους. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη. • 607 (Πίν. 79δ) Χείλος απλό, εσωτερικά επικλινές. Η άνω επιφάνειά του Κ2001Δ.419 ελλειψοειδής. Λαβές κυκλικής διατομής, σχεδόν τριγωνικού Ύψ. 5.8εκ., δ.χ. 14.6εκ., δ.β. 4.85εκ. σχήματος, υπερυψωμένες. Φέρει γκριζόμαυρο «γάνωμα». Πηλός ροδαλός γκρι (7.5YR, 6\2), λεπτόκοκκος με προσμί- Εσωτερικά υπάρχουν ίχνη του χρωστήρα και τμήματα ξεις. αφημένα στο χρώμα του πηλού. Το κέντρο της κάτω Λείπει μεγάλο μέρος του χείλους, του σώματος και οι λαβές. επιφάνειας της λαβής και της εσωτερικής όψης της έχει Σώμα ημισφαιρικό, εξωτερικά το άνω άκρο του είναι κατα- αφεθεί στο χρώμα του πηλού. κόρυφο. Χείλος απλό, εσωτερικά κατεβαίνει κάθετα και Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. σχηματίζει γωνία με το σώμα. Η άνω επιφάνεια είναι ελλει- ψοειδής. Φέρει καφέ-μαύρο «γάνωμα» με μίκα. Εσωτερικά • 603 (Πίν. 78ζ, η) έχει μεγαλύτερη ομοιομορφία. Υπάρχουν λιγοστά ίχνη του Κ2001Δ.415 χρωστήρα. Εξωτερικά στο κάτω τμήμα υπάρχουν έντονα Ύψ. 5.8εκ., δ.χ. 7.2\5εκ., δ.β. 5.1εκ. ίχνη χρωστήρα. Πηλός καστανός (7.5YR, 5\2), λεπτόκοκκος με λίγες προσμί- Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. ξεις. Συγκολλήθηκαν 8 θραύσματα. Λείπει μόνο η μία λαβή. Το • 608 (Πίν. 79ε-στ) σώμα πάνω από τη λαβή σχεδόν κατακόρυφο με μικρή κλίση Κ2001Δ.420 προς τα μέσα. Κάτω από τη λαβή ημισφαιρικό. Βάση απλή, Δ.χ. 18.3εκ., δ.β. 5.1εκ. επίπεδη. Χείλος απλό, εσωτερικά ελαφρά επικλινές. Δεν Πηλός ανοικτός ερυθρωπός καστανός (5YR, 6\3), λεπτόκοκ- σχηματίζει κύκλο, αλλά ελλειψοειδές σχήμα. Λαβές κυκλι- κος με προσμίξεις. Πυρήνας ροδαλός. Φυσσαλίδες. κής διατομής. Η κάτω επιφάνειά τους και η εσωτερική είναι Συγκολλήθηκαν 18 θραύσματα. Λείπει μεγάλο τμήμα του επίπεδη σαν να έχουν «κοπεί» με κάποιο εργαλείο. Φέρει σώματος, του χείλους και της μίας λαβής. Σώμα ημισφαιρικό, καφέ, μαύρο «γάνωμα» που περιέχει άφθονη μίκα. Εσωτε- βάση επίπεδη, χείλος απλό. Η άνω επιφάνεια του αγγείου ρικά είναι ομοιόμορφο και υπάρχουν ίχνη του χρωστήρα. είναι ελλειψοειδής και όχι κυκλική. Φέρει γκριζόμαυρο «γά- Εξωτερικά είναι πιο πρόχειρο. Στο άνω τμήμα έχει χρώμα νωμα». Εσωτερικά αφήνονται ταινίες στο χρώμα του πηλού. ερυθρό, μεταλλικό εξαιτίας της όπτησης. Στο κάτω τμήμα Εξωτερικά είναι ομοιόμορφο και μόνο στο κάτω άκρο του φαίνονται ίχνη του χρωστήρα με φορά από πάνω προς τα σώματος υπάρχει μία ταινία που έχει αφεθεί πρόχειρα στο κάτω και ίχνη μάλλον από υγρό δάκτυλο. Η κάτω επιφάνεια χρώμα του πηλού και δεν καλύπτει περιμετρικά την περιφέ- της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. ρεια του αγγείου. Στη μία γένεση της λαβής ο πηλός έχει Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. «σκάσει» και δημιουργήθηκε δισκόμορφη διόγκωση. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 604 (Πίν. 78θ) Κ2001Δ.416 • 609 (Πίν. 79ζ,η) Ύψ. 8.8 (9.2 με λαβή)εκ., δ.χ. 7.3\9εκ., δ.β. 5.6εκ. Κ2001Δ.421 Πηλός ροδαλός γκρι (7.5YR, 6\2), λεπτόκοκκος με ελάχιστες Ύψ. 7.4 (με τη λαβή 7.6)εκ., δ.χ. 19εκ., δ.β. 5.2εκ. προσμίξεις. Πηλός κιτρινωπός ερυθρός (5YR, 5\8), λεπτόκοκκος με Συγκολλήθηκαν 18 θραύσματα. Λείπουν μικρά τμήματα του προσμίξεις. χείλους, του σώματος και από τη μία λαβή διατηρούνται Συγκολλήθηκαν 13 θραύσματα. Λείπει μεγάλο μέρος του μόνο οι γενέσεις. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό, βάση απλή, χείλους, του σώματος και η μία λαβή. Σώμα ημισφαιρικό, επίπεδη. Χείλος απλό. Λαβή κυκλικής διατομής, τοξωτή, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος ελαφρά εξωστρεφές, εσωτερικά υπερυψωμένη. Η άνω επιφάνεια είναι ελλειψοειδής. Φέρει επικλινές. Λαβή κυκλικής διατομής με τη μία γένεση ψηλό- καφέ-μαύρο «γάνωμα», εσωτερικά ομοιόμορφο με λίγα μόνο τερα προσαρμοσμένη από την άλλη. Ξεπερνά ελάχιστα σε ίχνη χρωστήρα. Στον πυθμένα έχει ελικοειδή διαμόρφωση. ύψος το χείλος. Φέρει θαμπό καφέ-μαύρο «γάνωμα», πλού- Εξωτερικά κάποια σημεία έχουν αφεθεί στο χρώμα του πη- σιο σε μίκα, το οποίο εξωτερικά σε μεγάλο μέρος έχει χρώμα λού. Πλάι στις γενέσεις των λαβών ο χρωστήρας έχει κινηθεί ερυθρό. Η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα διαγώνια. του πηλού. Στην περιφέρεια έχει εισχωρήσει το «γάνωμα» Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. του σώματος. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 605 (Πίν. 82ε-ζ) Κ2001Δ.417 • 610 (Πίν. 79θ) Πηλός ροδαλός γκρι (7.5YR, 6\2) λεπτόκοκκος με ελάχιστες Κ2001Δ.422 προσμίξεις. Ύψ. 7.2(με λαβή 9.5)εκ., διάμ 14εκ. Πηλός ανοικτός ερυθρωπός καστανός (5ΥR, 6\3), λεπτόκοκ- • 606 (Πίν. 79α-γ) κος με προσμίξεις. Κ2001Δ.418 Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία λαβή. Ύψ. 5 (με λαβή 5.9)εκ., δ.χ. 14εκ., δ.β. 4.8εκ. Σώμα ημισφαιρικό. Χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρ- Πηλός έντονος καστανός (7.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με φωση. Εσωτερικά κατεβαίνει κάθετα και σχηματίζει έντονη προσμίξεις. Πυρήνας ερυθρός. καμπύλη στο σημείο μετάβασης προς το σώμα. Διατηρείται Λείπουν αρκετά κομμάτια του χείλους, του σώματος και του πολύ μικρό τμήμα της επίπεδης βάσης, η οποία έχει αφεθεί πυθμένα. Σώμα αβαθές, ημισφαιρικό. Βάση απλή, επίπεδη. στο χρώμα του πηλού. Φέρει γκριζόμαυρο «γάνωμα», πλού- 362 σιο σε μίκα. Η εσωτερική επιφάνεια της λαβής και το σώμα από αραιωμένο χρώμα και στον πυθμένα ελικοειδή διαμόρ- ανάμεσα στις γενέσεις έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. φωση. Η εσωτερική επιφάνεια της λαβής και ο χώρος ανά- Εξωτερικά το «γάνωμα» είναι ομοιόμορφο και υπάρχουν μεσα στις γενέσεις έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. ίχνη του χρωστήρα. Εσωτερικά σχηματίζονται ομόκεντροι Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. κύκλοι στο χρώμα του πηλού. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 615 Κ2001Δ.427 • 611 (Πίν. 79ι) Ύψ. 9.2εκ., δ.χ. 17.3\17.6εκ., δ.β. 5.8εκ. Κ2001Δ. 423 Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (7.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος. Ύψ. 7.8εκ., δ.χ. 17εκ. Συγκολλήθηκαν 16 θραύσματα. Λείπουν κομμάτια του σώ- Πηλός ανοικτός καστανός (7.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος με λίγη ματος και μικρό τμήμα του χείλους. Σώμα ημισφαιρικό, βάση μίκα και προσμίξεις. απλή, επίπεδη. Χείλος απλό, στο σημείο μετάβασης προς το Συγκολλήθηκαν 13 θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του χεί- σώμα υποτυπώδης αυλάκωση. Η άνω επιφάνεια είναι ελλει- λους και του σώματος. Χείλος χαμηλό, ελαφρά εξωστρεφές. ψοειδής. Λαβές τοξωτές, κυκλικής διατομής. Φέρει ερυθρό Εξωτερικά σε ορισμένα σημεία σχηματίζει χαμηλό μέτωπο «γάνωμα» ομοιόμορφο, ειδικά στο εσωτερικό, εξωτερικά χωρίς να διακρίνεται έντονα από το σώμα. Άνω άκρο σώμα- υπάρχουν λίγα ίχνη του χρωστήρα, κυρίως στην εσωτερική τος ελαφρά λοξότμητο, στη συνέχεια κατακόρυφο και σταδι- όψη της λαβής και ανάμεσα στις γενέσεις. Η κάτω επιφάνεια ακά συγκλίνει προς τη βάση. Φέρει «γάνωμα» καφέ χρώμα- της βάσης στο χρώμα του πηλού. τος, το οποίο εξαιτίας της όπτησης σε κάποια σημεία έχει Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. χρώμα μεταλλικό ερυθρό. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 616 (Πίν. 80ε) Κ2001Δ.429 • 612 (Πίν. 80α-γ) Ύψ. 8.2εκ., δ.χ. 16.5εκ., δ.β. 5.1εκ. Κ2001Δ.424 Πηλός ερυθρωπός καστανός (5YR, 6\3), λεπτόκοκκος με Ύψ. 8.3εκ., δ.χ. 8εκ., δ.β. 4.65εκ., πλ. με λαβές 24εκ. προσμίξεις και μίκα. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με Συγκολλήθηκαν 30 θραύσματα. Λείπουν μέρη του χείλους πολλή μίκα και προσμίξεις. και του σώματος. Σώμα ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη, η Συγκολλήθηκαν 22 θραύσματα. Λείπουν τμήματα του χεί- κάτω επιφάνειά της παρουσιάζει διόγκωση. Χείλος απλό, λους, του σώματος και του πυθμένα. Το σώμα στο άνω εσωτερικά επικλινές. Λαβές κυκλικής διατομής, τοξωτές. τμήμα του είναι διογκωμένο, ενώ συγκλίνει προς την επίπεδη Φέρει καστανό «μεταλλικό» «γάνωμα». Η εσωτερική όψη βάση. Χείλος απλό, κάτω από την απόληξη του ελαφριά της λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις έχουν αφεθεί αυλάκωση. Λαβές κυκλικής διατομής. Η κάτω επιφάνειά στο χρώμα του πηλού. τους και η εσωτερική όψη είναι λειασμένες. Στη γένεση της Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. μίας λαβής έχει σκάσει ο πηλός και δημιουργήθηκε δισκόμορφο έξαρμα. Το ίδιο και στην άλλη λαβή αλλά το • 617 (Πίν. 80στ) τοίχωμα του σώματος έχει απολεπιστεί. Στο χείλος δεν Κ2001Δ.430 σχηματίζεται κύκλος αλλά σε ένα σημείο μία εσοχή. Ύψ. 9.4εκ., δ.χ. 16εκ., δ.β. 5.1εκ. Εσωτερικά φέρει καφέ-μαύρο «γάνωμα» που σε κάποιο Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με σημείο έχει χρώμα ερυθρό-καφέ, σχεδόν μεταλλικό. προσμίξεις και μίκα. Εξωτερικά φέρει καφέ «γάνωμα» με ίχνη του χρωστήρα. Συγκολλήθηκαν 10 θραύσματα. Λείπει μεγάλο τμήμα του Ιδιαίτερη προχειρότητα διακρίνεται στο σώμα ανάμεσα στις σώματος, του χείλους και η μία λαβή. Σώμα βαθύ διογκω- γενέσεις των λαβών. Εδαφόχρωμη είναι και η κάτω μένο πάνω και συρικνώμενο στο κάτω τμήμα. Βάση απλή., επιφάνεια της βάσης. Σε αρκετά σημεία εξωτερικά λόγω της επίπεδη, χείλος απλό. Τοξωτή λαβή, κυκλικής διατομής. όπτησης έχει μεταλλική υφή. Εσωτερικά και εξωτερικά πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα» με Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. ίχνη χρωστήρα. Η εσωτερική όψη της λαβής, ο χώρος ανά- μεσα στις γενέσεις και η κάτω επιφάνεια της βάσης στο • 613 χρώμα του πηλού. Κ2001Δ.425 Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 10.2εκ., δ. 22εκ. Πηλός ροδαλός (5YR, 7\4), λεπτόκοκκος καθαρός. • 618 (Πίν. 80ζ) Συγκολλήθηκαν 6 θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του χεί- Κ2001Δ.432 λους, του σώματος και οι γενέσεις της μίας οριζόντιας λαβής Ύψ. 6 (με λαβή 6.3)εκ., δ.χ. 14εκ., δ.β. 4.7εκ. κυκλικής διατομής. Σώμα βαθύ, ημισφαιρικό με ενιαίο περί- Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με γραμμα στο σωζόμενο τμήμα του. Χείλος απλό, ελαφρά προσμίξεις και μίκα. εξωστρεφές. Φέρει ερυθρό «γάνωμα» πλούσιο σε μίκα που Λείπει τμήμα του χείλους και του σώματος. Χείλος απλό, στο σε αρκετά σημεία έχει αποκτήσει χρώμα μαύρο. Μεταλλική σημείο μετάβασης προς το σώμα αβαθής αυλάκωση. Λαβές υφή. Εσωτερικά σε δύο σημεία έχει σκάσει ο πηλός και κυκλικής διατομής, σχεδόν τριγωνικές. Πορτοκαλέρυθρο δημιουργούνται δισκόμορφα εξάρματα. «γάνωμα». Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 614 (Πίν. 80δ) • 619 Κ2001Δ.426 Κ2001Δ.434 Ύψ. 7.3εκ., δ.β. 4.8εκ. Ύψ. 6.1εκ., δ.χ. 14.6εκ., δ.β. 4.5εκ., πλ. με λαβές 19.8εκ. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (7.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος με Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Πυρήνας γκριζέρυθρος. μεγάλες προσμίξεις και μίκα. Συγκολλήθηκαν 11 θραύσματα. Διατηρείται η μία λαβή, το Συγκολλήθηκαν 18 θραύσματα. Λείπει αρκετά μεγάλο τμήμα μεγαλύτερο μέρος του σώματος και τμήμα της βάσης. Σώμα του χείλους και του σώματος. Σώμα ημισφαιρικό, βάση ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη. Λαβή κυκλικής διατομής, επίπεδη, χείλος απλό, χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Φέρει σχεδόν τριγωνικού σχήματος. Φέρει καφέ-ερυθρό «γάνωμα» πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Η εσωτερική όψη των λαβών, ο με έντονα ίχνη χρωστήρα. Εσωτερικά δημιουργούνται κύκλοι χώρος ανάμεσα στις γενέσεις και η κάτω επιφάνεια της βά- 363 σης έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Εσωτερικά το «γά- μής. Χείλος απλό. Φέρει πορτοκαλόχρωμο «γάνωμα» πλού- νωμα» έχει μεγαλύτερη ομοιομορφία. Άνω επιφάνεια ελλει- σιο σε μίκα. ψοειδής. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 625 (Πίν. 81ε) Κ2001Δ.458 • 620 (Πίν. 80η) Ύψ. 4.9εκ. Κ2001Δ.435 Πηλός ανοικτός ερυθρωπός καστανός (5YR, 6\4), λεπτόκοκ- Ύψ. 5.8εκ., δ.χ. 8.5εκ. κος. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με Διατηρείται τμήμα του απλού χείλους και του σώματος. προσμίξεις και μίκα. Ερυθροβαφής. Στο άνω τμήμα έχει αφεθεί μία ταινία – Διατηρείται η μία λαβή, τμήμα του χείλους και του σώματος. μετόπη στο χρώμα του πηλού, η οποία κοσμείται με άτακτα Σώμα ημισφαιρικό, χείλος απλό, λαβή κυκλικής διατομής, γραμμίδια. υπερυψωμένη. Ερυθρό «γάνωμα» που σε κάποια σημεία έχει Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. μελανό χρώμα. Μεταλλική υφή. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 626 (Πίν. 81στ) Κ2001Δ.465 • 621 (Πίν. 81α,β) Ύψ. 6εκ., δ.χ. 19εκ. Κ2001Δ.436 Πηλός ανοικτός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με προσμίξεις Ύψ. 5.8εκ., δ.χ. 13.6εκ., δ.β. 4.3εκ., πλ.με λαβές 18εκ. και μίκα. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. Διατηρείται τμήμα του χείλους του σώματος και η μια λαβή. Λείπουν τμήματα του χείλους και του σώματος. Σώμα ημι- Σώμα ημισφαιρικό, χείλος ελαφρά εξωστρεφές. Λαβή σφαιρικό, εξωτερικά στο άνω τμήμα του υπάρχει μία υποτυ- κυκλικής διατομής με «κομμένη» την κάτω επιφάνεια. Στο πώδης αυλάκωση. Βάση επίπεδη. Χείλος απλό, εσωτερικά δεξιό άκρο διακρίνεται η προσπάθεια να γίνει επίπεδη, επικλινές. Λαβές υπερυψωμένες. Στο μέσο του σώματος υπάρχει παραμόρφωση. Ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις της χαρακτή γραμμή. Φέρει ερυθρό «γάνωμα» καλής ποιότητας, λαβής έγινε προσπάθεια να καλυφθεί με «γάνωμα». πλούσιο σε μίκα. Η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί Ερυθροβαφής. στο χρώμα του πηλού. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 622 (Πίν. 81γ) • 627 (Πίν. 81ζ) Κ2001Δ.437 Κ2001Δ.469 Ύψ. 6.3εκ., δ.χ. 14.7εκ., δ.β. 4.6εκ. Ύψ. 9.8εκ., δ.χ. 9εκ. Πηλός ερυθρωπός καστανός (2.5YR, 5\4), λεπτόκοκκος με Πηλός λεπτόκοκκος, καθαρός. προσμίξεις και μίκα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και η λαβή. Χείλος ελαφρά Συγκολλήθηκαν 19 θραύσματα. Λείπει μεγάλο μέρος του εξωστρεφές, λαβή κυκλικής διατομής, σχεδόν τριγωνικού χείλους του σώματος και η μία λαβή από την οποία σώζεται σχήματος ˙ η κορυφή δεν είναι στο κέντρο. μόνο η μία γένεση της. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη. Το Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. χείλος έχει ελάχιστη κλίση προς τα έξω και εσωτερικά είναι επικλινές. Η λαβή, κυκλικής διατομής, έχει σχεδόν τριγωνικό • 628 (Πίν. 81η.1) σχήμα. Εσωτερικά στο σημείο προσάρτησης της λαβής ο Κ2001Δ.478 πηλός έχει σκάσει και σχηματίζει μικρά εξάρματα. Εσωτε- Ύψ. 3εκ., δ.β. 5.8εκ. ρικά το «γάνωμα» είναι περισσότερο ομοιόμορφο. Εξωτε- Πηλός ροδαλός γκρίζος (7.5YR, 7\2), λεπτόκοκκος. ρικά είναι εμφανή τα ίχνη του χρωστήρα, αποτυπώματα Διατηρείται τμήμα του σώματος και η βάση, η οποία στην δακτύλων και σε ορισμένα σημεία το «γάνωμα» έχει χρώμα κάτω επιφάνεια σχηματίζει υποτυπώδη δακτύλιο. Η επιφά- μαύρο. Η κάτω επιφάνεια της βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα νεια έδρασης δεν έχει παντού το ίδιο πλάτος. Φέρει καφέ- του πηλού. μαύρο «μεταλλικό» «γάνωμα». Εσωτερικά διακρίνεται η Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. σπειροειδή κίνηση του χρωστήρα. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. • 623 (Πίν. 81δ) Κ2001Δ.438 • 629 (Πίν. 81η.2) Ύψ. 7.8εκ., δ.β. 3.5εκ. Κ2001Δ.496 Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος με Ύψ. 0.8εκ., δ.β. 5εκ. προσμίξεις και μίκα. Πηλός ανοικτός ερυθροκάστανος (5YR, 6\4), λεπτόκοκκος. Συγκολλήθηκαν 20 θραύσματα. Λείπει μεγάλο μέρος του Διατηρείται τμήμα του σώματος και της βάσης, η οποία στην χείλους, του σώματος και του πυθμένα. Σώμα ημισφαιρικό, κάτω επιφάνεια σχηματίζει έναν υποτυπώδη δακτύλιο. Φέρει βάση απλή, επίπεδη. Το χείλος είναι κάθετο και στο σημείο καφέ-μαύρο «γάνωμα». Η κάτω επιφάνεια της βάσης εδαφό- ένωσης με το σώμα εξέχει. Λαβές κυκλικής διατομής, τοξω- χρωμη. τές. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Ο χώρος ανάμεσα Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. στις γενέσεις των λαβών και η εσωτερική όψη τους έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού, όπως και η κάτω επιφάνεια της • 630 (Πίν. 82α) βάσης, η οποία περιμετρικά μόνο φέρει «γάνωμα». Κ2001Δ.497 Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 2.2εκ., δ.β. 5.4εκ. Πηλός πολύ ανοικτός καφέ (10YR, 7\3), λεπτόκοκκος. • 624 Συγκολλήθηκαν 2 όστρακα. Διατηρείται τμήμα της επίπεδης Κ2001Δ.442α βάσης και του σώματος. Φέρει καφέ – μαύρο «γάνωμα». Ύψ. 10.4εκ., δ.χ. 23.5εκ. Εσωτερικά στον πυθμένα είναι εμφανής η σπειροειδής κί- Πηλός ερυθρωπός καστανός (5YR,6\4), λεπτόκοκκος με νηση του πινέλου. προσμίξεις. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Συγκολλήθηκαν 4 θραύσματα. Διατηρείται τμήμα του χεί- λους, του σώματος και οι δύο τοξωτές λαβές κυκλικής διατο- • 631 (Πίν. 82β) Κ2001Δ.502 364 Ύψ. 5.2εκ., δ.χ. 22εκ. εξωτερική επιφάνεια έχει προσαρμοστεί στο μέσο του σώμα- Πηλός ανοικτός καστανός (7.5YR, 6\4), λεπτόκοκκος. τος. Ερυθροβαφής. Στο χρώμα του πηλού έχει αφεθεί η εσω- Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και η μία λαβή. τερική όψη της λαβής, ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις και η Χείλος ελαφρά εξωστρεφές με μικρό κάθετο μέτωπο. Λαβή κάτω επιφάνεια της βάσης. κυκλικής διατομής. Φέρει καφέ-ερυθρό «γάνωμα» με εξαί- Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. ρεση την εσωτερική όψη της λαβής και το χώρο ανάμεσα στις γενέσεις. • 637 (Πίν. 83α&β) Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Κ2001Δ.440 Ύψ. 6.3 (με τη λαβή 7)εκ., δ.χ. 14εκ., δ.β. 4.1εκ. • 632 (Πίν. 82γ) Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος με προ- Κ2001Δ.504 σμίξεις. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος, λεπτόκοκκος. Λείπει τμήμα του χείλους και του σώματος. Σώμα ημισφαι- Διατηρείται η μία λαβή κυκλικής διατομής. Φέρει καφέ- ρικό, βάση απλή, επίπεδη, χείλος απλό με πεπλατυσμένη την μαύρο «γάνωμα» πάνω σε λευκό υπόστρωμα. άνω επιφάνεια. Η οριζόντια λαβή είναι ταινιωτή με κοίλη την Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. εξωτερική επιφάνεια. Πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα», το οποίο εξωτερικά τοπικά έχει χρώμα μαύρο. Η εσωτερική όψη της • 633 (Πίν. 82δ) λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις έχει αφεθεί στο Κ2001Δ.510 χρώμα του πηλού, όπως και η κάτω επιφάνεια της βάσης. Ύψ. 8.8εκ., δ.χ. 20εκ. Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Πηλός ανοικτός ερυθρωπός καστανός (5YR, 6\4), λεπτόκοκ- κος με προσμίξεις και μίκα. Πυρήνας γκρίζος. Μόνωτες λεκανόσχημες φιάλες με προχοή Συγκολλήθηκαν 5 όστρακα. Διατηρείται τμήμα του χείλους και του σώματος. Σώμα ημισφαιρικό, χείλος ελαφρά εξω- • 638 (Πίν. 83 ε,στ) στρεφές. Φέρει ερυθρό «γάνωμα» καλής ποιότητας. Εσωτε- Κ2001Δ.443 ρικά γύρω από τη στεφάνη του χείλους έχει αφεθεί μία ταινία Ύψ. 7.6εκ., δ.χ. 17.7εκ. στο χρώμα του πηλού, όχι όμως σ’ όλο το μήκος της περιφέ- Πηλός ροδαλός γκρι (5YR, 6\2) λεπτόκοκκος. ρειας. Λείπει μεγάλο μέρος του σώματος και η οριζόντια ταινιωτή Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. λαβή, από την οποία διατηρείται μόνο η γένεση της. Σώμα ημισφαιρικό, βάση απλή, επίπεδη. Χείλος ελαφρά εσωστρε- Μόνωτες λεκανόσχημες φιάλες με ταινιωτή φές, άνω επιφάνεια πεπλατυσμένη με μικρή κλίση προς τα λαβή μέσα. Απέναντι από τη λαβή υπάρχει η προχοή με μικρή κυκλική οπή εκροής. Φέρει πορτοκαλόχρωμο «γάνωμα», το • 634 οποίο εξωτερικά λόγω της όπτησης στο μεγαλύτερο μέρος Κ2001Δ.144 έχει χρώμα γκριζόμαυρο. Εσωτερικά σχηματίζονται γκρίζοι Ύψ. 5.9 (με λαβή 6.4)εκ., δ.χ. 11.5\14εκ., δ.β. 5.2εκ. «άτακτοι» ομόκεντροι κύκλοι. Η κάτω επιφάνεια της βάσης Πηλός ανοικτός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις. Πυρή- έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού, όπως και ο χώρος ανά- νας γκριζέρυθρος. μεσα στις γενέσεις των λαβών. Η άνω επιφάνεια είναι ελα- Συγκολλήθηκαν 17 θραύσματα. Λείπουν μέρη του σώματος φρά ελλειψοειδής. και του χείλους. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη, χείλος Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. απλό, εσωτερικά επικλινές. Η άνω επιφάνεια είναι ελλειψο- ειδής, έχει «συμπιεστεί». Η οριζόντια λαβή, κυκλικής διατο- • 639 (Πίν. 83ζ,η) μής, είναι υπερυψωμένη. Εσωτερικά καστανέρυθρο «γά- Κ2001Δ.444 νωμα», έντονα τα ίχνη του χρωστήρα. Εξωτερικά καφέ- Ύψ. 7.5εκ., δ.χ. 19εκ., δ.β. 4.7εκ. μαύρο «γάνωμα» που σε κάποια σημεία έχει χρώμα ερυθρό. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (7.5YR, 7\6), λεπτόκοκκος. Συ- Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. γκολλήθηκαν 39 όστρακα. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη. Χείλος απλό, ελαφρά εσωστρεφές. Απέναντι από τη λαβή • 635 (Πίν. 83γ-δ) ανοικτή προχοή με κυκλική οπή εκροής. Καστανέρυρθο Κ2001Δ.433 «γάνωμα» απολεπισμένο στο μεγαλύτερο τμήμα του. Η Ύψ. 6.1 (με λαβή 6.3)εκ., δ.χ. 15.2εκ., δ.β. 4.6εκ. εσωτερική όψη της λαβής, ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 6\8), λεπτόκοκκος με και η κάτω επιφάνεια της βάσης έχουν αφεθεί στο χρώμα του προσμίξεις και μίκα. πηλού. Συγκολλήθηκαν 11 θραύσματα. Λείπει μεγάλο μέρος του Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. χείλους, του σώματος και του πυθμένα. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επίπεδη. Χείλος απλό, ελαφρά εσωστρεφές. Η οριζό- • 640 (Πίν. 83ι) ντια λαβή, σχεδόν κυκλικής διατομής με πεπλατυσμένη την Κ2001Δ.468 κάτω επιφάνεια. Φέρει πορτοκαλέρυθρο «γάνωμα». Εσωτε- Ύψ. 5.6εκ., δ.χ. 16εκ. ρικά έχει αφεθεί μία εδαφόχρωμη ταινία, όχι περιμετρικά. Η Πηλός ροδαλός γκρι (7.5YR, 6\2), λεπτόκοκκος. εσωτερική όψη της λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις Διατηρείται τμήμα του χείλους, του σώματος και αποσπα- της έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. σματικά η προχοή. Σώμα ημισφαιρικό, χείλος απλό με πε- Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. πλατυσμένη άνω επιφάνεια. Ελλειψοειδή οπή εκροής. Μαύρο «μεταλλικό» «γάνωμα» άτακτα τοποθετημένο στην • 636 (Πίν. 83γ-δ) προχοή και γύρω από αυτήν. Κ2001Δ.439 Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 4.5εκ., δ.χ. 12.1εκ., δ.β. 4.9εκ. Πηλός ερυθρωπός κίτρινος (5YR, 7\6), λεπτόκοκκος. • 641 Συγκολλήθηκαν 13 θραύσματα. Λείπει τμήμα του σώματος Κ2001Δ.480 και μικρό τμήμα του χείλους. Σώμα ημισφαιρικό, βάση επί- Ύψ. 5εκ., δ.χ. 12.5εκ. πεδη, χείλος απλό με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνεια. Η Πηλός ροδαλός γκρίζος (7.5YR, 6\2), λεπτόκοκκος. οριζόντια λαβή, σχεδόν τριγωνικού σχήματος, με κοίλη την 365 Διατηρείται το μεγαλύτερο μέρος του χείλους, του σώματος ΙΙ. Με «γάνωμα» στο μεγαλύτερο μέρος του και η λαβή. Σώμα ημισφαιρικό, χείλος απλό, εσωστρεφές λαβή ταινιωτή, τριγωνικού σχήματος με κοίλη επιφάνεια. Η σώματος άνω επιφάνεια του αγγείου παραμορφωμένη, ελαφρά ελλει- • 646 (Σχ. 31β) ψοειδής. ΚΝ 2, Νεκροταφείο Τ 1 Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 15εκ., δ.χ. 20.5εκ., δ.β. 10.5εκ. Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. Ο • 642 (Πίν. 83θ.1) πυρήνας είναι γκρίζος. Κ2001Δ.490 Διατηρείται το περίγραμμα του κατά το ήμισυ. Σώζεται Πλάτος προχοής 3.4εκ. τμήμα του σώματος, του χείλους, η βάση και η μία λαβή. Το Πηλός ερυθρός κίτρινος (7.5YR, 6\6), λεπτόκοκκος. σώμα είναι βαθύ, έχει ενιαίο περίγραμμα και συγκλίνει προς Διατηρείται τμήμα του σώματος και η προχοή. Στα άκρα της τη βάση. Η βάση εξωτερικά είναι διευρυνόμενη και η κάτω προχοής αμελές πλάσιμο. Ερυθρό «γάνωμα» καλής ποιότη- επιφάνεια της επίπεδη. Το χείλος είναι απλό, ελαφρά εσω- τας. στρεφές. Λίγο κάτω από το χείλος προσαρμόζεται η οριζό- Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. ντια κωδωνόσχημη λαβή. Εξωτερικά το άνω τμήμα του σώ- ματος (2\3) φέρει ερυθρό «γάνωμα» που σε κάποια σημεία • 643 (Πίν. 83θ2) έχει χρώμα μελανό. Η εσωτερική όψη της λαβής και ο χώρος Κ2001Δ.491 ανάμεσα στις γενέσεις της έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Πλ. προχοής 3.5εκ. Εσωτερικά φέρει σκούρο ερυθρό «γάνωμα». Πηλός ανοικτός καστανός (10YR, 6\3), λεπτόκοκκος. Χρονολόγηση: Αρχές 5ου αι. π.Χ. Διατηρείται η προχοή και τμήμα του σώματος. Φέρει καφέ- μαύρο «γάνωμα» που δεν καλύπτει όλη την προχοή ούτε • 647 (Πίν. 84α, Σχ. 31γ) εσωτερικά ούτε εξωτερικά. ΚΝ 163, Νεκροταφείο Τ 24 Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. Ύψ. 15.3εκ., δ.χ. 22εκ., δ.β. 12.2εκ. Πηλός ροδαλός, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. Αρύταινα Το σώμα είναι βαθύ και έχει ενιαίο περίγραμμα. Η βάση είναι διευρυνόμενη-δακτυλιόσχημη. Χείλος ελαφρά εσω- • 644 (Πίν. 83κ, λ) στρεφές. Οι λαβές είναι κυκλικής διατομής, κωδωνόσχημες. Κ2001Δ.445 Εσωτερικά φέρει μελανό «γάνωμα», όπως και το άνω τμήμα Ύψ. 8εκ., δ. 9.6εκ. του εξωτερικά και οι λαβές, με εξαίρεση την εσωτερική όψη Πηλός ροδαλός (7.5YR, 7\4), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και των λαβών και το χώρο ανάμεσα στις γενέσεις. Το κάτω μίκα. τμήμα του σώματος είναι εδαφόχρωμο και κοσμείται με μία Λείπει μικρό τμήμα του σώματος πλάι στη λαβή. Το σώμα οριζόντια ταινία ερυθρού χρώματος. Η βάση έχει αφεθεί στο είναι σφαιρικό και η βάση αδιαμόρφωτη. Το περιχείλωμα χρώμα του πηλού. Το «γάνωμα» σε κάποια σημεία εξαιτίας ελαφρά εσωστρεφές. Λαβή ταινιωτή με κοίλη την εσωτερική της όπτησης έχει χρώμα ερυθρό. επιφάνεια. Καμπυλώνεται προς τα πίσω και στο άνω άκρο Χρονολόγηση: 425-400 π.Χ. υπάρχει κυκλική οπή για την ανάρτησή της. Στο πίσω τμήμα της γένεσης της υπάρχει μία διόγκωση. Φέρει ερυθρό «γά- νωμα» με ορατά τα ίχνη του χρωστήρα. Εσωτερικά και εξω- IΙΙ. Μελαμβαφής τερικά στο σημείο γένεσης της λαβής κάποια τμήματα έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. • 648 (Πίν. 84β, Σχ. 31δ) Χρονολόγηση: 6ος αι. π.Χ. ΚΝ 93, Νεκροταφείο Τ 24 Ύψ. 6.6εκ., δ.χ. 8εκ., δ.β. 4.7εκ. Πηλός ανοικτός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. II. ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ Συγκολλήθηκαν 20 θραύσματα. Το χείλος είναι ελαφρά εσωστρεφές, ενιαίο με το βαθύ σώμα. Η βάση είναι δισκό- Μιμήσεις κορινθιακών αγγείων μορφη. Στο κέντρο της κάτω επιφάνειας, η οποία είναι εδα- φόχρωμη, σχηματίζεται έξεργος δίσκος. Οι οριζόντιες, κω- Κοτύλες δωνόσχημες λαβές είναι κυκλικής διατομής. Φέρει μελανό «γάνωμα» που σε κάποια σημεία έχει χρώμα ερυθρό. Στο Ι. Με γραμμίδια στο χείλος κάτω τμήμα του σώματος το «γάνωμα» έχει «τρέξει» ακανό- νιστα. • 645 (Σχ. 31α ) Χρονολόγηση: Τέλος 5ου αι. π.Χ. ΚΝ 183, Νεκροταφείο Τ 39 Ύψ. 6.1εκ., δ.χ. 9.5εκ., δ.β. 5.4εκ. Κεραμική με γραπτή διακόσμηση Πηλός πορτοκαλόχρωμος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και άφθονη μίκα. Ακέραια. Σώμα βαθύ με ενιαίο περίγραμμα. Η βάση είναι Κιονωτοί κρατήρες δακτυλιόσχημη-διευρυνόμενη. Η επιφάνεια έδρασης είναι λοξότμητη. Χείλος απλό. Οι οριζόντιες λαβές κυκλικής δια- • 649 (Σχ. 31ε&στ) τομής προσαρμόζονται στο ύψος του χείλους. Η κάτω επιφά- ΚΝ 144, Νεκροταφείο Τ 34 νεια της βάσης φέρει καστανόμαυρο «γάνωμα» και στο κέ- Ύψ. 14εκ., δ.χ. 18.7εκ., δ.β. 8.2εκ. ντρο γραπτό κύκλο. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχει Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και πολλή μίκα. μία σειρά κάθετων γραμμιδίων. Αμέσως πιο κάτω υπάρχουν Λαιμός χαμηλός, κυλινδρικός ενιαίος με το σώμα που στο δύο οριζόντιες ταινίες προχειροφτιαγμένες, που δεν έχουν άνω τμήμα του είναι κυρτό και στη συνέχει συρρικνώνεται παντού το ίδιο πάχος. Στο κάτω άκρο του σώματος υπάρχουν προς τη βάση. Η βάση είναι ενιαία με το σώμα και έχει γω- δύο ακόμη οριζόντιες ταινίες. Εσωτερικά στο άνω τμήμα του νιώδες περίγραμμα. Η κάτω επιφάνειά της είναι επίπεδη. σώματος και περιμετρικά του πυθμένα υπάρχουν δύο πλατιές Χείλος εξωστρεφές με πεπλατυσμένη την άνω επιφάνειά του. ταινίες. Το εξωτερικό μέτωπο του είναι μικρό και κάθετο. Φέρει Χρονολόγηση: Μέσα του 6ου αι. π.Χ. διακόσμηση με ερυθρό «γάνωμα» που σε κάποια σημεία έχει 366 χρώμα καστανόμαυρο. Στην άνω επιφάνεια του χείλους Ύψ. 22εκ., δ.χ. 8.2εκ., δ.β. 6.5εκ. υπάρχουν εγκάρσια γραμμίδια και από ένα στο κέντρο του Πηλός γκριζέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και πλακιδίου των λαβών. Η μία λαβή είναι ακόσμητη ενώ η μίκα. άλλη κοσμείται με πέντε ακανόνιστα γραμμίδια. Ο λαιμός Συγκολλήθηκε πλήθος οστράκων. Λείπει τμήμα του χείλους κοσμείται με ακανόνιστη κυματοειδή ταινία. Ο λαιμός και μικρά κομμάτια του σώματος. Το σώμα στο άνω τμήμα κοσμείται με κάθετα γραμμίδια που έχουν οξεία απόληξη και του διευρύνεται προς τα κάτω και στη συνέχεια διογκώνεται. τέμνονται από μία οριζόντια ταινία. Στο σώμα ανάμεσα στις Συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι απλή, επίπεδη. Χείλος γενέσεις των λαβών υπάρχει ακανόνιστο γραμμίδιο. ενιαίο με το λαιμό, ελαφρώς διογκωμένο, λαιμός ενιαίος με Χρονολόγηση: Τέλος 6ου αι. π.Χ. το σώμα, κοίλος. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή, φύεται από το λαιμό και διατρέχεται κατά μήκος από μία αυλάκωση. Εξάλειπτρα Έφερε καφέ μαύρο «γάνωμα» που στο μεγαλύτερο μέρος του απολεπίστηκε. • 650 (Πίν. 84γ&δ, Σχ. 31ζ) Χρονολόγηση: Μέσα 6ου αι. π.Χ. ΚΝ 181, Νεκροταφείο Τ 40 Ύψ. 5.6εκ., δ.χ. 8.8εκ., δ.β. 6εκ. Άποδες κύλικες Πηλός Ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα. Ακέραιο. Φέρει διακόσμηση με μαύρο «γάνωμα». Ανάμεσα • 654 ( Πίν. 85δ, Σχ. 32γ) σε δύο ταινίες πάνω και κάτω αντίστοιχα δίνεται στον ώμο ΚΝ 92, Νεκροταφείο, Τ 23 μία σειρά ακανόνιστων λοξών γραμμιδίων. «Γάνωμα» φέρει Ύψ. 6.4εκ., δ.χ. 14εκ., δ.β. 4.1εκ. και η λαβή. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6/6) λεπτόκοκκος με λίγη Χρονολόγηση: τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. μίκα και προσμίξεις. Διατηρείται κατά το ήμισυ. Συγκολλήθηκαν 28 θραύσματα. Κοτύλες με κυματοειδή ταινία Φέρει αρκετές αποκρούσεις. Η κάτω επιφάνεια της βάσης και η εσωτερική πλευρά της λαβής έχουν αφεθεί στο χρώμα του πηλού. • 651 (Πίν. 84ε, Σχ. 31η) ΚΝ 1, Νεκροταφείο Τ 1 • 655 (Πίν. 85ε) Ύψ.11εκ., δ.χ. , δ.β. ΚΝ 74, Νεκροταφείο, Τ 14 Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με άφθονη μίκα. Ύψ. 7.9εκ. Διατηρείται αποσπασματικά τμήμα του χείλους, του σώματος Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6/6), λεπτόκοκκος με λίγη και οι γενέσεις της μίας οριζόντιας λαβής, κυκλικής μίκα και προσμίξεις. διατομής. Το σώμα είναι βαθύ και έχει ενιαίο περίγραμμα. Διατηρείται αποσπασματικά σε τρία τμήματα, συγκολλημένα Το χείλος είναι ελαφρά εσωστρεφές. Η λαβή φύεται ακριβώς από μικρότερα μέρη. Το χείλος είναι απλό, ο σώμα ημισφαι- κάτω από το χείλος. Στο χείλος υπάρχει μία ταινία ερυθρού ρικό και η οριζόντια λαβή ταινιωτή. Έφερε καστανέρυθρο χρώματος. Στο ύψος της ζώνης των λαβών υπάρχει μία «γάνωμα» με εξαίρεση την εσωτερική όψη της λαβής. εδαφόχρωμη ταινία που κοσμείται με μία κυματοειδή γραμμή ερυθρού χρώματος. Πιο κάτω ανάμεσα σε δύο σχετικά • 656 (Πίν.85στ) λεπτές ταινίες υπάρχει μία πλατύτερη. Εσωτερικά δεν φέρει ΚΝ 167, Νεκροταφείο, Τ 37 «γάνωμα». Ύψ. 7.4εκ. Χρονολόγηση: Αρχές 5ου αι. π.Χ. Πηλός κοκκινωπός κίτρινος (5YR, 6/6), λεπτόκοκκος με λίγη μίκα και προσμίξεις. • 652 (Σχ. 32α) Σώζεται μικρό τμήμα του αγγείου, συγκολλημένο από αρ- ΚΝ 175, Νεκροταφείο Τ 39 κετά κομμάτια. Διατηρείται η απλή βάση, τμήμα του σώμα- Ύψ. 18.8εκ., δ.χ. 23.5εκ., δ.β. 12.3εκ. τος και η μία λαβή. Η εξωτερική επιφάνεια πολύ φθαρμένη. Πηλός Ερυθρός λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και μίκα. Χρονολόγηση: μέσα 6ου αι. π.Χ. Συγκολλημένη από πλήθος οστράκων. Λείπει τμήμα της μίας λαβής και του χείλους. Το σώμα είναι βαθύ, έχει ενιαίο περίγραμμα και συγκλίνει προς τη βάση. Η βάση είναι διευ- Μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη με προχοή ρυνόμενη-δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Χείλος απλό, ελαφρά εσωστρεφές. Οι οριζόντιες λαβές προ- • 656β (Πίν. 86γ-ε, Σχ. 32στ,ζ) σαρμόζονται λίγο κάτω από το χείλος, είναι κυκλικής διατο- ΚΝ 88, Νεκροταφείο Τ 18 μής και κωδωνόσχημες. Φέρει γραπτή διακόσμηση με ερυ- Ύψ. 8.2εκ., δ.χ. 16εκ., δ.β. 4.5εκ. θρό «γάνωμα». Η εξωτερική επιφάνεια του σώματος καλύ- Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και πτεται με πλατιές και στενές οριζόντιες ταινίες. Στο ύψος μίκα. της ζώνης των λαβών υπάρχει μία εδαφόχρωμη ταινία που Συγκολλήθηκαν πολλά όστρακα. Το σώμα είναι βαθύ κοσμείται με μία κυματοειδή ταινία. Το κάτω τμήμα του ημισφαιρικό. Η βάση είναι απλή-επίπεδη. Το χείλος είναι σώματος φέρει ερυθρό «γάνωμα». Η κάτω επιφάνεια της κάθετο, ενιαίο με το σώμα, η άνω επιφάνειά του βάσης έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού, όπως και η εσωτε- πεπλατυσμένη, παραμορφωμένη. Η λαβή είναι ταινιωτή, ρική όψη των λαβών και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις. Στο τριγωνικού σχήματος, υπερυψωμένη. Φέρει ανοικτή προχοή εσωτερικό υπάρχουν πλατιές ταινίες. με κυκλική οποή εκροής. Φέρει καστανό «γάνωμα» με εξαί- Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. ρεση την κάτω επιφάνεια της βάσης. Στο μεγαλύτερο τμήμα του έχει απολεπιστεί. Χρονολόγηση: 600 – 575 π.Χ. Γ. Μονόχρωμη – « Ωοκέλυφη» κεραμική Μόνωτη λεκανόσχημη φιάλη Οινοχόες • 657 (Πίν. 86γ, ε, Σχ. 32δ,ε) ΚΝ 87, Νεκροταφείο Τ 18 • 653 (Πίν. 85γ, Σχ. 32β) Ύψ. 7.9εκ., δ.χ. 15.2εκ., δ.β. 4.5εκ. ΚΝ 168, Νεκροταφείο Τ 37 367 Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με λίγες προσμίξεις και Πρόχοι μίκα. Το σώμα είναι βαθύ ημισφαιρικό. Η βάση είναι απλή- • 661 (Πίν. 87γ) επίπεδη, το χείλος κάθετο, ενιαίο με το σώμα, η άνω ΜΘ8329, Νεκροταφείο, Τ66 επιφάνειά του πεπλατυσμένη. Η λαβή είναι ταινιωτή, Ύψ. 15εκ. τριγωνικού σχήματος, υπερυψωμένη. Φέρει ερυθρό Πηλός ερυθρωπός, λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. «γάνωμα» με εξαίρεση την κάτω επιφάνεια της βάσης. Στο Ραμφόστομη. Σώμα απιόσχημο, βάση ενιαία με το σώμα μεγαλύτερο τμήμα του έχει απολεπιστεί. Εσωτερικά στο χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Η λαβή είναι κυκλικής μέσο του σώματος σχηματίζονται δύο οριζόντιες ταινίες διατομής. Το στόμιο, ο λαιμός και η λαβή φέρουν ερυθρό σκούρου ερυθρού χρώματος. χρώμα. Το σώμα είναι στιλβωμένο. Χρονολόγηση: 600 – 575 π.Χ. Χρονολόγηση: Γύρω στα 540π.Χ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 • 662 (Πίν.87δ, Σχ. 33β) ΜΘ7864, Νεκροταφείο, Τ 97 Ύψ. 22.2εκ., δ.β. 7.4εκ. ΣΙΝΔΟΣ Πηλός ροδαλός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. Οπισθότμητη. Έχει συγκολληθεί τμήμα του χείλους και του ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑ- λαιμού. Στο σημείο μετάβασης από το λαιμό στο σώμα ΦΕΙΟ υπάρχει μία εγκοπή και μία ταινία ερυθρού χρώματος. Το σώμα είναι ωοειδές και απολήγει σε χαμηλή, διευρυνόμενη Κεραμική με γραπτή διακόσμηση ή «γάνωμα» βάση, η κάτω επιφάνεια της οποίας είναι επίπεδη. Διαχωρίζε- ται από το σώμα με μία αυλάκωση που σε άλλα σημεία είναι πιο έντονη και αλλού τείνει να εξαφανιστεί. Η βάση και το Κιονωτοί κρατήρες κάτω άκρο του σώματος φέρουν μία ακανόνιστη ταινία ερυ- θρού χρώματος. Στο μέσο του σώματος υπάρχουν επίσης δύο • 658 (Πίν. 87α) οριζόντιες ταινίες. Το πλάσιμο του αγγείου δεν είναι καλό, ΜΘ7855, Νεκροταφείο, Τ 9 καθώς σε ορισμένα σημεία σχηματίζονται βαθουλώματα. Η Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με μίκα. κάθετη, ταινιωτή λαβή κοσμείται με δύο ταινίες σε χιαστί. Συγκολλήθηκε από πλήθος οστράκων. Σώμα ωοειδές, βάση Χρονολόγηση: Γύρω στα 535 π.Χ. δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη. Η επιφάνεια έδρασης είναι επίπεδη και η εσωτερική όψη του δακτυλίου λοξότμητη. Το Κανθαροειδείς κοτύλες χείλος είναι εξωστρεφές, η άνω επιφάνειά του πεπλατυσμένη και το εξωτερικό μέτωπο κάθετο. Ο λαιμός είναι κοντός, • 663 (Πίν. 87ε) κυλινδρικός. Οι λαβές, κυκλικής διατομής, είναι υπερυψωμέ- ΜΘ7869, Νεκροταφείο Τ 102 νες. Φέρει γραπτή διακόσμηση ερυθρού χρώματος. Κοσμού- Ύψ. 11.7εκ., δ.χ. 16.2εκ. νται η άνω επιφάνεια του χείλους, εσωτερικά ο λαιμός και οι Πηλός καστανέρυθρος, λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. λαβές. Περιβάλλονται και οι γενέσεις. Κάτω από αυτές Συγκολλημένη και με λίγες συμπληρώσεις. Το σώμα στο άνω υπάρχουν δύο πλατιές οριζόντιες ταινίες. Επίσης το κάτω τμήμα λοξότμητο και στη συνέχεια ημισφαιρικό. Η βάση άκρο του σώματος και η βάση. είναι χαμηλή, διευρυνόμενη. Το χείλος είναι κάθετο και Χρονολόγηση: Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ψηλό. Στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται μία αυλάκωση. Οι κάθετες λαβές ταινιωτές. Καστανοβαφής. Χρονολόγηση: 525-500 π.Χ. Σιπύη • 664 (Πίν. 87στ, Σχ. 33γ) • 659 (Πίν. 87η) ΜΘ8374, Νεκροταφείο Τ 88 ΜΘ8322, Νεκροταφείο, Τ 4 Ύψ. 10.8εκ., δ.χ. 16.5εκ., δ.β. 7.4εκ. Ύψ.30.5εκ Πηλός κιτρινωπός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Πηλός ανοικτός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμί- μίκα. ξεις. Ακέραια. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη με στενή Έχουν συγκολληθεί πολλά τμήματα. Φέρει μικρές συμπλη- επιφάνεια έδρασης, χείλος κάθετο. Φέρει γραπτή διακό- ρώσεις. Σώμα ωοειδές, βάση δακτυλιόσχημη – διευρυνόμενη σμηση με καφέ-μαύρο χρώμα. Μία λεπτή ταινία υπάρχει με επίπεδη επιφάνεια έδρασης, χείλος κάθετο. Φέρει γραπτή στην παρυφή του χείλους και μία πλατύτερη καλύπτει εξωτε- ταινιωτή διακόσμηση με μαύρο χρώμα. Στη ζώνη των λαβών ρικά τη βάση. Στο σώμα ανάμεσα σε δύο οριζόντιες φέρει φέρει πεταλόσχημα μοτίβα. μία κυματοειδή. Το πώμα φέρει επίσης ταινιωτή διακόσμηση. • 665 (Πίν. 87ζ) Χρονολόγηση: Μέσα 5ου αι. π.Χ. ΜΘ7867, Νεκροταφείο Τ 101 Ύψ. 11.1εκ., δ.χ. 16.5εκ. Οινοχόες Πηλός κιτρινωπός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. • 660 (Πίν. 87β, Σχ. 33α ) Συγκολλημένη από πολλά όστρακα. Φέρει μικρές συμπλη- ΜΘ8345, Νεκροταφείο, Τ 94 ρώσεις. Ημισφαιρικό σώμα και χαμηλή, δισκόμορφη βάση. Ύψ.20.5εκ., δ.χ. 9.8εκ., δ.β. 5.9εκ. Χείλος ψηλό, κάθετο, επικλινής ώμος που σχηματίζει γωνία Πηλός ανοικτός ερυθρός, λεπτόκοκκος με μίκα και προσμί- με το σώμα. Στο χείλος και στον ώμο υπάρχει κυματοειδής ξεις. ταινία. Χαμηλά στο σώμα και στην εξωτερική επιφάνεια της Λείπει τμήμα του χείλους και του σώματος. Ωοειδές σώμα, βάσης ταινία καστανού χρώματος. Οι λαβές κοσμούνται με ενιαίο με το λαιμό, βάση απλή, επίπεδη. Εξωστρεφές χείλος μικρές οριζόντιες ταινίες. Εσωτερικά στον πυθμένα υπάρ- ενιαίο με το σώμα, ελαφρώς διογκωμένο. Στην εξωτερική χουν δύο ομόκεντροι κύκλοι, το κέντρο των οποίων δηλώνε- επιφάνεια και εσωτερικά στο λαιμό υπάρχει αραιωμένο γκρι- ται με στιγμή. ζωπό επίχρισμα που κάποια σημεία στο κάτω άκρο του σώ- Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. ματος τα αφήνει ακάλυπτα. Χρονολόγηση: 560-550 π.Χ. 368 Εξάλειπτρα ακόμη οριζόντια ταινία. Η λαβή φέρει χρώμα στην εξωτερική όψη που αλλού είναι ερυθρό και αλλού μαύρο. Η Ι. Με γραπτή διακόσμηση εσωτερική όψη της λαβής και ο χώρος ανάμεσα στις γενέσεις έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. • 666 (Πίν. 87θ,ι) Χρονολόγηση: Τέλη 5ου αι. π.Χ. ΜΘ8372, Νεκροταφείο, Τ 105 Ύψ. 5.6εκ. II. Καστανοβαφές εξάλειπτρο Πηλός ερυθρός με προσμίξεις και πολλή μίκα. Βάση δακτυλιόσχημη, λαβή ταινιωτή. Η διακόσμηση του • 670 (Πίν. 89α&β, Σχ. 33κ) αποτελείται από οριζόντιες ανισοπαχείς ταινίες μαύρου ή ΜΘ8379, Νεκροταφείο, Τ 73 αραιού καστανού χρώματος και μόνο γύρω από το άνοιγμα Ύψ. 6.4εκ., δ.β. 8.6εκ. του υπάρχουν μαύρες κουκκίδες. Το χείλος, το κεντρικό Πηλός καφέ (5 YR, 5\4), μεσαίος με αρκετή μίκα και προ- τμήμα του πυθμένα, η εξωτερική όψη της βάσης και η λαβή σμίξεις από χαλαζία. εκτός από την εσωτερική της επιφάνεια καλύπτονται με Ακέραιο. Το σώμα στο άνω τμήμα του είναι κυρτό. Η βάση μαύρο χρώμα. έχει ενιαίο περίγραμμα με το σώμα. Εξωτερικά είναι κάθετη. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου αι. π.Χ. Η κάτω επιφάνεια είναι επίπεδη. Η λαβή είναι ταινιωτή, • 667 (Πίν. 88α&β, Σχ. 33δ) κωδωνόσχημη και απολήγει σε δύο μαστοειδείς αποφύσεις. ΜΘ8316, Νεκροταφείο, Τ 1 Εσωτερικά έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Ύψ. 5.8εκ., δ.χ. , δ.β.8.8εκ. Χρονολόγηση: 550-520 π.Χ. Πηλός ανοικτός ερυθρός (10R, 6\6), λεπτόκοκκος με προσμί- Μόνωτα φιαλίδια με βάση ξεις και μίκα. Ακέραιο. Έχει χαμηλό αμφικωνικό σώμα. Η βάση έχει κοντό • 671 (Πίν. 89ε) στέλεχος. Στον ώμο έχει προσαρμοστεί η οριζόντια λαβή ΜΘ8369, Νεκροταφείο, Τ 65 κυκλικής διατομής, η οποία απολήγει σε δύο μικρά κωνικά Ύψ. 7.4εκ., δ.χ. 15.7εκ., δ.β. 7.2εκ. ωτία. Η εξωτερική όψη της λαβής και τα ωτία φέρουν μελανό Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με πολλή μίκα. αραιωμένο χρώμα. Στο άνω τμήμα του σώματο,ς σε μία ζώνη Συγκολλημένο, με λίγες συμπληρώσεις στο σώμα. Το σώμα που ορίζεται από δύο λεπτές, οριζόντιες ταινίες φέρει επιμή- είναι βαθύ, η βάση δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφάνεια κεις ακανόνιστες στιγμές που αρχικά έχουν σχεδιασθεί επι- έδρασης. Το χείλος είναι απλό, ελαφρά εσωστρεφές. Η μελώς, ενώ σε άλλα σημεία επικαλύπτει η μία την άλλη και οριζόντια λαβή κυκλικής διατομής, είναι κωδωνόσχημη. αλλού το σχήμα τους παραμορφώνεται. Στο κάτω τμήμα του Φέρει γραπτό διάκοσμο με ερυθρό χρώμα. Εξωτερικά, λίγο σώματος υπάρχουν δύο ακόμη ταινίες, η δεύτερη είναι πλα- κάτω από το χείλος, υπάρχει μία οριζόντια ταινία και μία τύτερη και σε κάποια σημεία το χρώμα της είναι πιο ανοικτό. πλατύτερη στο τελείωμα της λαβής. Εσωτερικά υπάρχει μία Στο εσωτερικό υπάρχει μελανό χρώμα, που στον πυθμένα πλατιά ταινία κάτω από το χείλος και δύο ομόκεντροι κύκλοι έχει σπειροειδή διαμόρφωση. στο κέντρο του πυθμένα. Χρονολόγηση: 470-460 π.Χ. Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. • 668 (Πίν. 88γ&δ, Σχ. 33ε) • 672 (Σχ. 33λ) ΜΘ8318, Νεκροταφείο, Τ 3 ΜΘ8390, Νεκροταφείο, Τυχαίο εύρημα, βόρεια πλευρά. Ύψ. 5.7εκ., δ.β.7.2εκ. Ύψ. 5.7εκ., δ.χ. 13.8εκ., δ.β. 6.8εκ. Πηλός ανοικτός ερυθρός (2.5YR, 5\6), λεπτόκοκκος με άφ- Πηλός ροδαλός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. θονη μίκα. Το άνω τμήμα του σώματος είναι κάθετο και το κάτω πα- Φέρει ορισμένες συμπληρώσεις στο σώμα. Το σώμα είναι ρουσιάζει τροπίδωση. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη- διευρυ- αμφικωνικό. Η βάση φέρει κοντό στέλεχος και έχει σχήμα νόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Το χείλος εξέχει σπείρας. Η οριζόντια λαβή, κυκλικής διατομής, έχει προσαρ- ελαφρά από το σώμα. Είναι χαμηλό με κάθετο εξωτερικό μοστεί στον ώμο και απολήγει σε δύο κωνικά ωτία. Εσωτε- μέτωπο και επίπεδη άνω επιφάνεια. Από το σώμα χωρίζεται ρικά φέρει ερυθρό χρώμα. Στο άνω τμήμα του σώματος σε με μία αυλάκωση. Η οριζόντια λαβή ήταν μάλλον ταινιωτή. μία ζώνη που ορίζεται από δύο λεπτές ταινίες στο άνω και Εξωτερικά έχει αφεθεί στο χρώμα του πηλού. Η άνω επιφά- κάτω άκρο αντίστοιχα φέρει επιμήκεις στιγμές. Η λαβή στην νεια του χείλους και δύο κύκλοι εσωτερικά φέρουν ερυθρό εξωτερική της όψη και τα ωτία φέρουν ερυθρό χρώμα. Κάτω χρώμα. από τη λαβή το σώμα περιτρέχει ακόμη μία οριζόντια ταινία. Χρονολόγηση: Τελευταίο τέταρτο 6ου αι. π.Χ. Χρονολόγηση: 470-460 π.Χ. Άωτα φιαλίδια • 669 (Πίν. 88ε&στ, Σχ. 33στ) ΜΘ8368, Νεκροταφείο, Τ 55 • 673 ( Πίν. 89στ, Σχ. 33μ) Ύψ. 5.8εκ., δ.β.7.2εκ. ΜΘ835, Νεκροταφείο, Τ 83 Πηλός ερυθρός (10R, 5\6), λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Ύψ. 2.8εκ., δ.χ. 6εκ., δ.β. 2.8εκ. μίκα. Πηλός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Μέρος του σώματος είναι συμπληρωμένο. Το σώμα είναι Ακέραιο. Αβαφές. Σώμα ημισφαιρικό, βάση δακτυλιόσχημη, σφαιρικό, η βάση διευρυνόμενη με επίπεδη επιφάνεια έδρα- εξωτερικά έχει σχήμα σπείρας και η επιφάνεια έδρασης είναι σης. Διατρέχεται από μία αυλάκωση. Η οριζόντια λαβή είναι επίπεδη, χείλος εσωστρεφές. ελλειψοειδούς διατομής. Είναι προσαρμοσμένη στον ώμο, Χρονολόγηση: Τέλος 6ου αι. π.Χ. έχει μικρό άνοιγμα και απολήγει σε δύο μικρά ωτία. Εσωτε- ρικά κοσμείται με ομόκεντρους κύκλους από μαύρο στιλπνό χρώμα. Στον ώμο υπάρχουν τρεις οριζόντιες ταινίες που Τεφρόχρωμη κεραμική τέμνονται από κάθετες που σχηματίζουν διάχωρα και ανά- μεσα τους υπάρχουν ακανόνιστες στιγμές. Το μοτίβο δεν είναι συμμετρικό, καθώς στη μία πλευρά της λαβής υπάρ- Κανθαροειδείς κοτύλες χουν τρεις κάθετες, ενώ στην άλλη δύο. Μια δεύτερη ζώνη • 674 (Πίν. 90α) σχηματίζεται πιο κάτω όπου οριζόντιες γραμμές τέμνονται ΜΘ8355, Νεκροταφείο, Τ 83 από κάθετες. Στο κάτω μέρος του σώματος υπάρχει μία Ύψ. 11εκ., δ.χ. 16.3εκ., δ.β. 7εκ. 369 Πηλός γκριζοκάστανος, μεσαίος με προσμίξεις και άφθονη Ύψ. 6.3εκ., δ.χ. 8.8εκ., δ.β. 5.1εκ. μίκα. Πηλός κιτρινωπός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και Το σώμα είναι ημισφαιρικό. Η βάση δακτυλιόσχημη -διευρυ- μίκα. νόμενη, τo χείλος κάθετο και ψηλό. Διαχωρίζεται από το Διατηρείται ακέραια. Χείλος απλό, βάση δακτυλιόσχημη με σώμα με μία αυλάκωση. Οι κάθετες λαβές είναι ταινιωτές. Η λοξότμητη την εσωτερική πλευρά του δακτυλίου. εξωτερική επιφάνεια είναι στιλβωμένη και στο χείλος φέρει Χρονολόγηση: 550-520 π.Χ. μία κυματοειδή γραμμή που έχει γίνει με τη βοήθεια του στιλβωτήρα. Χρονολόγηση: Γύρω στα 520 π.Χ. Αβαφής κεραμική • 675 ( Σχ. 33ζ) Χύτρες ΜΘ8343, Νεκροταφείο, Τ 106 Ύψ. 10.5εκ., δ.χ. 15.2εκ., δ.β.6.5εκ. • 680 (Πίν. 90ζ) Πηλός γκριζοκάστανος, μεσαίος με προσμίξεις και άφθονη ΜΘ8383, Νεκροταφείο, επίχωση μίκα. Πηλός καστανός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και πολλή Συγκολλημένη, μεγάλο τμήμα του χείλους συμπληρωμένο. μίκα. Το σώμα είναι βαθύ, ημισφαιρικό. Το χείλος είναι ψηλό και Διατηρείται κατά το ήμισυ, η υπόλοιπη είναι συμπληρωμένη. κάθετο, διαχωρίζεται από το σώμα με μία αυλάκωση. Οι Το σώμα είναι σφαιρικό, η βάση ενιαία με αυτό και αδια- κάθετες λαβές είναι ταινιωτές. Φέρει στίλβωση. μόρφωτη. Το χείλος είναι έντονα εξωστρεφές με πεπλατυ- Χρονολόγηση: Γύρω στα 520 π.Χ. σμένη την άνω επιφάνεια. Ο λαιμός είναι κοντός και στο σημείο ένωσης με το σώμα σχηματίζεται μία εγκοπή. Η • 676 (Πίν. 90γ, Σχ. 33η) κάθετη ταινιωτή λαβή απολήγει στο άνω τμήμα του σώμα- ΜΘ8364, Νεκροταφείο, Τ 86 τος. Ύψ. 12.2εκ., δ.χ. 15.9εκ., δ.β.6.9εκ. Χρονολόγηση: 575-535π.Χ. Πηλός γκρίζος, λεπτόκοκκος με μίκα. Συγκολλημένη με ελάχιστες συμπληρώσεις. Στο άνω τμήμα Αρυτήρες του το σώμα είναι κυρτό και στη συνέχεια συγκλίνει προς τη • 681 (Πίν. 90η) βάση. Η βάση έχει σχήμα σπείρας, σχηματίζει κοντό στέλε- ΜΘ8389, Νεκροταφείο, Τυχαίο εύρημα από το βόρειο χώρο. χος και η κάτω επιφάνειά της είναι κοίλη. Το χείλος είναι Ύψ. 10.6εκ., δ.χ. 7.3εκ. κάθετο, ψηλό και διαχωρίζεται από το σώμα με μία αβαθή Πηλός ροδαλός, μεσαίος με προσμίξεις και μίκα. αυλάκωση. Οι κάθετες λαβές είναι ταινιωτές. Στο σώμα Λείπει τμήμα του χείλους και του λαιμού. Το σώμα είναι υπάρχουν ίχνη στίλβωσης. ημισφαιρικό. Η βάση είναι ενιαία με αυτό και επίπεδη. Το Χρονολόγηση: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ. χείλος είναι εξωστρεφές και η άνω επιφάνεια του πεπλατυ- σμένη. Ο λαιμός είναι ενιαίος με το σώμα και κοίλος. Το άνω Εξάλειπτρα τμήμα του αγγείου φέρει ερυθρό χρώμα που έχει «τρέξει» ακανόνιστα. Η κάθετη λαβή είναι ταινιωτή. Υπάρχουν ίχνη • 677 (Πίν. 90δ) καύσης. ΜΘ7888, Νεκροταφείο, Τ 110 Χρονολόγηση: 3ος αι. π.Χ. (;) Ύψ. 6εκ., δ.β. 6.7εκ. Πηλός σκούρος γκρίζος καφέ (10YR, 4\2), χονδρόκοκκος με άφθονες προσμίξεις και μίκα. Κοτύλες Συγκολλημένο από πλήθος οστράκων. Το σώμα στο άνω τμήμα του είναι κυρτό, ενώ στο κάτω συγκλίνει προς τη • 682 (Πίν. 90θ) βάση. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη - διευρυνόμενη. Η στε- ΜΘ8361, Νεκροταφείο, Τ 61 φάνη του χείλους είναι αμελώς κατασκευασμένη, π.χ. έχουν Ύψ. 3.6εκ., δ.χ. 9.2εκ., δ.β. 4.9εκ. αφεθεί πολλά εξάρματα του πηλού. Η λαβή είναι ταινιωτή, Πηλός ανοικτός ερυθρός, λεπτόκοκκος με προσμίξεις και έχει τριγωνικό σχήμα και πλαισιώνεται από δύο ακανθόσχη- μίκα. μες αποφύσεις. Αβαφής. Η μία λαβή είναι συμπληρωμένη. Το άνω τμήμα Χρονολόγηση: Γύρω στα 500π.Χ. του σώματος είναι κάθετο, το κάτω παρουσιάζει τροπίδωση. Η βάση εξωτερικά κατεβαίνει κάθετα και η κάτω επιφάνεια • 678 (Πίν. 90ε&στ, Σχ. 33ι) της είναι επίπεδη. Το χείλος είναι απλό. Η ταινιωτή λαβή έχει ΜΘ8370, Νεκροταφείο, Τ 65 προσαρμοστεί στο άνω τμήμα του σώματος και έχει τριγω- Ύψ. 7.4εκ., δ.β. 7.2εκ. νικό σχήμα. Τόσο στο εσωτερικό όσο και στην κάτω επιφά- Πηλός σκούρος γκρίζος καφέ (10ΥR, 4\2), χονδρόκοκκος με νεια της βάσης σχηματίζονται ακανόνιστες αυλακώσεις από προσμίξεις και μίκα. τον τροχό. Συγκολλημένο με αρκετές συμπληρώσεις. Στο χείλος σχημα- Χρονολόγηση: 500-475 π.Χ. τίζεται μία ανάγλυφη, κοίλη ταινία για την υποδοχή πώμα- τος. Ο επικλινής ώμος σχηματίζει γωνία με το σχεδόν ημι- Καλαθίσκος σφαιρικό σώμα. Η βάση είναι δακτυλιόσχημη με επίπεδη επιφάνεια έδρασης. Η λαβή είναι ταινιωτή και η εξωτερική • 683 (Πίν. 90ι) επιφάνειά της κοίλη. Νεκροταφείο, T61 Χρονολόγηση: Γύρω στα 500 π.Χ. Πηλός καστανέρυθρος, χονδρόκοκκος με προσμίξεις και μίκα. Μελαμβαφής κεραμική Ακέραιος. Αβαθής. Το χείλος είναι εξωστρεφές και η βάση επίπεδη. Χρονολόγηση: Α’ τέταρτο 5ου αι. π.Χ. Κοτύλη • 679 (Σχ. 33ν) ΜΘ8381, Νεκροταφείο, Τ73 370 ΣΧΕΔΙΑ (1 : 50) 371 ΣΧΕΔΙΟ 1 α β γ δ ε στ ζ η θ 373 ΣΧΕΔΙΟ 2 α β γ δ ε στ ζ 374 ΣΧΕΔΙΟ 3 α β γ δ ε στ ζ η 375 ΣΧΕΔΙΟ 4 α β γ δ ε στ ζ η 376 ΣΧΕΔΙΟ 5 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 377 ΣΧΕΔΙΟ 6 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν ξ 378 ΣΧΕΔΙΟ 7 α β γ δ ε στ ζ η 379 ΣΧΕΔΙΟ 8 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 380 ΣΧΕΔΙΟ 9 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ 381 ΣΧΕΔΙΟ 10 α β γ δ ε στ ζ η θ ι (1:25) 382 ΣΧΕΔΙΟ 11 α β γ δ ε στ ζ η 383 ΣΧΕΔΙΟ 12 α β γ δ ε 384 ΣΧΕΔΙΟ 13 α β (1:25) γ δ ε στ 385 ΣΧΕΔΙΟ 14 α β γ δ ε στ ζ η 386 ΣΧΕΔΙΟ 15 α β γ δ ε στ ζ η 387 ΣΧΕΔΙΟ 16 α β γ δ ε στ ζ η θ 388 ΣΧΕΔΙΟ 17 α β γ δ ε στ ζ 389 ΣΧΕΔΙΟ 18 α β γ δ ε στ ζ 390 ΣΧΕΔΙΟ 19 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ 391 ΣΧΕΔΙΟ 20 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 392 ΣΧΕΔΙΟ 21 α β γ δ ε στ ζ η θ 393 ΣΧΕΔΙΟ 22 α β γ δ ε στ 394 ΣΧΕΔΙΟ 23 α β γ δ ε στ ζ η θ 395 ΣΧΕΔΙΟ 24 α β γ δ ε στ ζ η 396 ΣΧΕΔΙΟ 25 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 397 ΣΧΕΔΙΟ 26 α β γ δ ε στ ζ 398 ΣΧΕΔΙΟ 27 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ 399 ΣΧΕΔΙΟ 28 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν ξ 400 ΣΧΕΔΙΟ 29 α β γ δ ε στ ζ η 401 ΣΧΕΔΙΟ 30 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 402 ΣΧΕΔΙΟ 31 α β γ δ ε στ ζ η 403 ΣΧΕΔΙΟ 32 α β γ δ ε στ ζ 404 ΣΧΕΔΙΟ 33 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν 405 ΠΙΝΑΚΕΣ 407 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ ( αντικειμένων από άλλες δημοσιεύσεις) Πίν. 1α Χάρτης Χαλκιδικής – Ανδριακά Χρονικά 29. Πίν. 1β Τοπογραφικό διάγραμμα αρχαίας Ακάνθου, Άκανθος Ι, σ. 19. Πίν. 17α Olynthus XIII, αρ. Ρ1 πίν. 1. Πίν. 17β Robinson 1939, σ. 241. Πίν. 17γ Βοκοτοπούλου 1990γ, πίν. 47d. Πίν. 17δ Βοκοτοπούλου 1987, σ. 293 εικ. 20. Πίν. 17ε Βοκοτοπούλου 1989, σ. 412 Σχ. 2. Πίν. 17στ Βοκοτοπούλου – Μοσχονησιώτη 1990, εικ. 7. Πίν. 17ζ Βοκοτοπούλου– Παππά – Τσιγαρίδα 1988α, σ. 326 εικ. 3. Πίν. 18α Βοκοτοπούλου– Παππά – Τσιγαρίδα 1988α, σ. 329 εικ. 11. Πίν. 18β Βοκοτοπούλου– Παππά – Τσιγαρίδα 1988, εικ. 13. Πίν. 18γ Βοκοτοπούλου 1993ε, πίν. 14.1 Πίν. 18δ-ζ Γιούρη 1972, πίν. 3. Πίν. 26α Γιούρη 1972, πίν. 6.4. Πίν. 26β Γιούρη 1972, πίν. 6.5. Πίν. 26γ-δ Zaphiropoulou 1970, σ. 411 εικ. 55. Πίν. 58-59α Παντερμαλή – Τρακοσοπούλου 1995, σ. 283-292. Πίν. 59β Τιβέριος – Μανακίδου – Τσιαφάκη 2001, σ. 257. Πίν. 91α Βοκοτοπούλου– Μοσχονησιώτη 1990, εικ. 10. Πίν. 91β Βοκοτοπούλου 1987, εικ. 19. Πίν. 91γ Olynthus V, αρ. Ρ 52 πίν. 32. Πίν. 91δ Τουράτσογλου– Θέμελης 1997, πίν. 147. Πίν. 91ε Βοκοτοπούλου, Ι., Οι ταφικοί τύμβοι της Αίνειας, (Αθήνα 1990), πίν. 16α. Πίν. 91στ Olynthus V, αρ. Ρ 45 πίν. 29. Πίν. 92α Olynthus V, αρ. Ρ 69 πίν. 38. Πίν. 92β-στ Jones1990, σ. 177-189 εικ. 2. Πίν. 9ζ-κ Γιούρη1972, πίν. 4 εικ. 3-6. Πίν. 93α Μοσχονησιώτου 1988, σ. 285 εικ 8. Πίν. 93β Τιβέριος 1989, σ. 615-621 εικ. 3. Πίν. 93γ Έκθεση Αρχαία Μακεδονία, Από τους μυκηναϊκούς χρόνους ως το Μ. Αλέξανδρο, 8 Ιανουαρίου- 30Απριλίου1992, αρ. 237. Πίν. 93δ Βοκοτοπούλου– Μοσχονησιώτη 1990, σ. 413 εικ. 8. Πίν. 93ε Μοσχονησιώτου 1988, σ. 293 εικ. 8. Πίν. 93στ Olynthus XIII, αρ. Ρ7 πίν. 6. Πίν. 93ζ Olynthus XIII, σ. 50 αρ. Ρ 6 Πίν. 93η Zaphiropoulou 1983, σ. 408 εικ. 54. Πίν. 94α Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1983, εικ. 11. Πίν. 94β Καλλιπολίτη 1983, σ. 120 εικ. 5. Πίν. 94γ ό.π., σ. 120 εικ. 3. Πίν. 94δ Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1983, εικ. 17. Πίν. 94ε Σουέρεφ1999, σ. 189 εικ. 17. Πίν. 94στ Καλλιπολίτη 1983, σ. 120 εικ. 4. Πίν 95α Σουέρεφ – Χαβέλα 1999, σ. 123 εικ. 4. Πίν. 95β Μίεζα, σ. 39 Π 1534. Πίν. 95γ Τσιμπίδου – Αυλωνίτη 1993, σ. 252 εικ. 4. Πίν. 95δ Μίεζα, αρ. Π 1533 σ. 39. Πίν. 95ε Κουκούλη – Χρυσανθάκη 1983, σ. 138-139 εικ. 36. 409 ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Εικ.1. Χάρτης της Χαλκιδικής και του μυχού του Θερμαϊκού κόλπου Εικ.2. Τοπογραφικό διάγραμμα αρχαίας Ακάνθου 411 ΠΙΝΑΚΑΣ 2 α β γ δ ε στ ζ η θ 412 ΠΙΝΑΚΑΣ 3 α β γ δ ε στ ζ η 413 ΠΙΝΑΚΑΣ 4 α β γ δ ε στ 414 ΠΙΝΑΚΑΣ 5 α β γ δ ε στ ζ η θ 415 ΠΙΝΑΚΑΣ 6 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 416 ΠΙΝΑΚΑΣ 7 α β γ δ ε στ ζ η θ 417 ΠΙΝΑΚΑΣ 8 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν 418 ΠΙΝΑΚΑΣ 9 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν ξ 419 ΠΙΝΑΚΑΣ 10 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 420 ΠΙΝΑΚΑΣ 11 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ 421 ΠΙΝΑΚΑΣ 12 α β γ δ ε στ ζ η θ 422 ΠΙΝΑΚΑΣ 13 α β γ δ ε στ 423 ΠΙΝΑΚΑΣ 14 α β γ 424 ΠΙΝΑΚΑΣ 15 α β γ δ 425 ΠΙΝΑΚΑΣ 16 α β γ δ 426 ΠΙΝΑΚΑΣ 17 α β γ δ ε στ ζ 427 ΠΙΝΑΚΑΣ 18 α β γ δ ε στ ζ 428 ΠΙΝΑΚΑΣ 19 α β γ δ ε στ 429 ΠΙΝΑΚΕΣ 20 α β γ δ ε 430 ΠΙΝΑΚΑΣ 21 α β γ δ ε στ 431 ΠΙΝΑΚΑΣ 22 α β γ δ ε στ 432 ΠΙΝΑΚΑΣ 23 α β γ δ ε 433 ΠΙΝΑΚΑΣ 24 α β γ δ ε 434 ΠΙΝΑΚΑΣ 25 α β γ δ 435 ΠΙΝΑΚΑΣ 26 α β γ δ ε στ 436 ΠΙΝΑΚΑΣ 27 α β γ δ ε στ ζ η θ 437 ΠΙΝΑΚΑΣ 28 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ 438 ΠΙΝΑΚΑΣ 29 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 439 ΠΙΝΑΚΑΣ 30 α β γ δ 440 ΠΙΝΑΚΑΣ 31 α β γ δ 441 ΠΙΝΑΚΑΣ 32 α β γ δ 442 ΠΙΝΑΚΑΣ 33 α β γ δ 443 ΠΙΝΑΚΑΣ 34 α β γ δ ε στ ζ η 444 ΠΙΝΑΚΑΣ 35 α β γ δ 445 ΠΙΝΑΚΑΣ 36 α β γ δ ε στ ζ 446 ΠΙΝΑΚΑΣ 37 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ 447 ΠΙΝΑΚΑΣ 38 α β γ δ ε στ ζ 448 ΠΙΝΑΚΑΣ 39 α β γ δ ε στ ζ η 449 ΠΙΝΑΚΑΣ 40 α β γ δ ε στ 450 ΠΙΝΑΚΑΣ 41 α β γ δ ε στ ζ η 451 ΠΙΝΑΚΑΣ 42 α β γ δ ε στ ζ η 452 ΠΙΝΑΚΑΣ 43 α β γ δ ε στ ζ η 453 ΠΙΝΑΚΑΣ 44 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ 454 ΠΙΝΑΚΑΣ 45 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ 455 ΠΙΝΑΚΑΣ 46 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 456 ΠΙΝΑΚΑΣ 47 α β γ δ ε στ ζ η θ κ λ 457 ΠΙΝΑΚΑΣ 48 α β γ δ ε στ ζ η 458 ΠΙΝΑΚΑΣ 49 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 459 ΠΙΝΑΚΑΣ 50 α β γ δ ε στ ζ η 460 ΠΙΝΑΚΑΣ 51 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ 461 ΠΙΝΑΚΑΣ 52 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 462 ΠΙΝΑΚΑΣ 53 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 463 ΠΙΝΑΚΑΣ 54 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν 464 ΠΙΝΑΚΑΣ 55 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν 465 ΠΙΝΑΚΑΣ 56 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ ν ξ ο π ρ 466 ΠΙΝΑΚΑΣ 57 α β γ δ 467 ΠΙΝΑΚΑΣ 58 α β 468 ΠΙΝΑΚΑΣ 59 α. Τοπογραφικό σχέδιο των απορριμματικών λάκκων. β. Το υπόσκαπτο της τομής 27-29Δ. 469 ΠΙΝΑΚΑΣ 60 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ μ 470 ΠΙΝΑΚΑΣ 61 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ 471 ΠΙΝΑΚΑΣ 62 α β γ δ ε στ ζ η 472 ΠΙΝΑΚΑΣ 63 α β γ δ ε στ ζ 473 ΠΙΝΑΚΑΣ 64 α β γ δ ε στ ζ η 474 ΠΙΝΑΚΑΣ 65 α β γ δ ε στ ζ 475 ΠΙΝΑΚΑΣ 66 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ λ 476 ΠΙΝΑΚΑΣ 67 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 477 ΠΙΝΑΚΑΣ 68 α β γ δ ε στ ζ η 478 ΠΙΝΑΚΑΣ 69 α β γ δ ε στ ζ η θ 479 ΠΙΝΑΚΑΣ 70 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 480 ΠΙΝΑΚΑΣ 71 α β γ δ ε στ ζ η 481 ΠΙΝΑΚΑΣ 72 α β γ δ ε στ ζ η 482 ΠΙΝΑΚΑΣ 73 α β γ δ ε στ ζ η θ 483 ΠΙΝΑΚΑΣ 74 α β γ δ ε στ ζ 484 ΠΙΝΑΚΑΣ 75 α β γ δ ε στ 485 ΠΙΝΑΚΑΣ 76 α β γ δ ε στ ζ 486 ΠΙΝΑΚΑΣ 77 α β γ δ ε στ ζ η θ 487 ΠΙΝΑΚΑΣ 78 α β γ δ ε στ ζ η θ 488 ΠΙΝΑΚΑΣ 79 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 489 ΠΙΝΑΚΑΣ 80 α β γ δ ε στ ζ η 490 ΠΙΝΑΚΑΣ 81 α β γ δ ε στ ζ η 491 ΠΙΝΑΚΑΣ 82 α β γ δ ε στ ζ η θ 492 ΠΙΝΑΚΑΣ 83 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 493 ΠΙΝΑΚΑΣ 84 α β γ δ ε στ ζ η θ 494 ΠΙΝΑΚΑΣ 85 α β γ δ ε στ ζ η 495 ΠΙΝΑΚΑΣ 86 α β γ δ ε στ 496 ΠΙΝΑΚΑΣ 87 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 497 ΠΙΝΑΚΑΣ 88 α β γ δ ε στ 498 ΠΙΝΑΚΑΣ 89 α β γ δ ε στ 499 ΠΙΝΑΚΑΣ 90 α β γ δ ε στ ζ η θ ι 500 ΠΙΝΑΚΑΣ 91 α β γ δ ε στ 501 ΠΙΝΑΚΑΣ 92 α β γ δ ε στ ζ η θ ι κ 502 ΠΙΝΑΚΑΣ 93 α β γ δ ε στ ζ η 503 ΠΙΝΑΚΑΣ 94 α β γ δ ε στ 504 ΠΙΝΑΚΑΣ 95 α β γ δ ε 505 ΕΙΚΟΝΕΣ Π Α Ρ Α Ρ Τ Η ΜΑ Τ Ω Ν 507 Εικ.1. Τομή οξυπύθμενου αμφορέα. Στερεομικροσκόπιο. Εικ.6. Τομή όλπης 45.Στρεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 32Χ. Μεγέθυνση 25Χ. Εικ.2. Τομή αμφορέα 109. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.7. Τομή αβαφούς φιαλιδίου. Στερεομικροσκόπιο. 16Χ. Μεγέθυνση 32Χ. Εικ.3. Τομή αβαφούς υδρίας 179. Στερεομικροσκόπιο. Εικ.8. Τομή όλπης 193. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Μεγέθυνση 25Χ. 32Χ. Εικ.4. Τομή χύτρας 198. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.9. Τομή αρυτήρα 187. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 20Χ. 32Χ. Εικ. 5. Τομή όλπης 41. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 25Χ. Εικ.10. Τομή θηλάστρου 302. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 18Χ. 513 Εικ.10α. Ίχνη φυτικών οργανικών υλών. Στερεομικροσκόπιο. Εικ.14. Τομή υδρίας 179. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Μεγέθυνση 20Χ. 20Χ. Εικ.10β. Ίχνη φυτικών οργανικών υλών. Στερεομικροσκόπιο. Εικ.15. Ορυκτολογική σύσταση τοπ. οξυπ. αμφορέα. Λεπτές Μεγέθυνση 20Χ. τομές. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ,Ν+. Εικ.11. Τομή κυπέλλου 75. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.16. Ορυκτολογική σύσταση τοπ. οξυπ. αμφορέα. Λεπτές 32Χ. τομές. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ,Ν+. Εικ. 12. Τομή αμφορέα 164. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.17. Αμφορέας 109. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτές 18Χ. τομές. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ. Εικ.13. Τομή λεκάνης 281. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.18. Αμφορέας 109. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτές 25Χ. τομές. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ. 514 Εικ.19. Αμφορέας 109. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτή τομή. Εικ.24. Υδρία 179. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτή τομή. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ. Εικ.20. Αμφορέας 109. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτή τομή. Εικ.25. Ορυκτολογική σύσταση αβαφούς φιαλιδίου. Λεπτή Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ. τομή. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ, Ν+ Εικ.26. Αρυτήρας 245. Λεπτή τομή. Πολωτικό μικροσκόπιο. Εικ.21. Υδρία 179. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτή τομή. Μεγέθυνση 19Χ, Ν+. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ. Εικ.27. Αμφορέας 155. Λεπτή τομή. Πολωτικό μικροσκόπιο. Εικ.22. Υδρία 179. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτή τομή. Μεγέθυνση 19Χ, Ν+. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ. Εικ.23. Υδρία 179. Ορυκτολογική σύσταση. Λεπτή τομή. Εικ.28. Αμφορέας 155. Λεπτή τομή. Πολωτικό μικροσκόπιο. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ. Μεγέθυνση 189Χ, Ν+. 515 Εικ.29.Τομή κοτύλης 88. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.34. Ποικιλόμορφη σύσταση της κοτύλης 88. Λεπτή τομή. 16Χ. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ, Ν+. Εικ.30. Τομή κυπέλλου 70. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.35. Τομή υδρίας 120. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 32Χ. 25Χ, Ν3Χ2.5. Εικ.31. Τομή απομίμησης κορινθιακής κοτύλης 75. Εικ.36. Τομή υδρίας 120. Πολωτικό μικροσκόπιο. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 25Χ. Μεγέθυνση 19Χ, Ν3Χ2.5. Εικ.32. Τομή κορινθιακής κοτύλης. Στερεομικροσκόπιο. Εικ. 37. Τομή πιθαμφορέα 107. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 32Χ. Μεγέθυνση 25Χ, Ν4Χ2.5. Εικ.38. Τομή πιθαμφορέα 108. Πολωτικό μικροσκόπιο. Εικ.33. Λεπτή τομή κορινθιακής κοτύλης. Πολωτικό Μεγέθυνση 19Χ, Ν4Χ2.5. μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 189Χ, Ν+. 516 Εικ.39.Τομή υδρίας Τ10686. Πολωτικό μικροσκόπιο. Εικ.43. Τομή οστράκου από Όλυνθο. Πολωτικό Μεγέθυνση 68Χ Ν2Χ9. μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ Ν1Χ9. Εικ.44. Τομή ωοκέλυφης κύλικας 654. Στερεομικροσκόπιο. Εικ.40.Τομή υδρίας Τ10686. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση 25Χ. Μεγέθυνση 25Χ Ν2Χ2.5. Εικ.41.Τομή υδρίας Τ10686. Πολωτικό μικροσκόπιο. Εικ.45. Ορυκτολογική σύσταση της 654. Λεπτές τομές. Μεγέθυνση 19Χ Ν2Χ2.5. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 19Χ, Ν+ Εικ. 42. Τομή οστράκου από Όλυνθο. Στερεομικροσκόπιο. Εικ.46. Ορυκτολογική σύσταση της 654. Λεπτές τομές. Μεγέθυνση 25Χ Ν1. Πολωτικό μικροσκόπιο. Μεγέθυνση 68Χ, Ν+ 517 Εικ.47. Τομή όλπης 515. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.51. Τομή λεκανόσχημου 460. Στερεομικροσκόπιο. 25Χ. Μεγέθυνση 25Χ. Εικ.48. Τομή πίθου 378. Στερεομικροσκόπιο. Μεγέθυνση Εικ.52. Τομή λεκανόσχημου 461. Στερεομικροσκόπιο. 25Χ. Εικ.53. Ορυκτολογική σύσταση του 461. Λεπτή τομή. Πολωτικό μικροσκόπιο. Εικ.49. Ορυκτολογική σύσταση της κοτύλης 651. Εικ.49. Ορυκτολογική σύσταση της κοτύλης 651. 518
US