Ελληνικός τηλελαϊκισμός. Το παράδειγμα της εκπομπής Αλ Τσαντίρι Νιούζ. Σιώμος Θ. Θωμάς 2010 TV now tells you what to feel. Adam Curtis TV screen makes you feel small, No life at all. Iggy Pop Α.Π.Θ. Τριμελής επιτροπή: Σχολή Ν.Ο.Π.Ε. Ανδρέας Πανταζόπουλος (Επιβλέπων) Τμήμα Πολιτικών Επιστημών Γιάννης Σταυρακάκης Μ.Π.Σ.: Πολιτική Ανάλυση Νίκος Δεμερτζής Περιεχόμενα Κίνητρα και ευχαριστίες ........................................................................................................... 3 Προλεγόμενα της εργασίας ...................................................................................................... 4 Α’ Μέρος: Κομβικά θεωρητικά σημεία διερεύνησης του τηλελαϊκισμού ................................ 9 1. Τηλεοπτικός λαϊκισμός, τηλέ-λαϊκισμός ή τηλελαϊκισμός; .............................................. 9 2. Το λαϊκό υποκείμενο ....................................................................................................... 9 3. Λαϊκισμός και τηλελαϊκισμός ......................................................................................... 13 3.1. Ο τηλελαϊκισμός από την πλευρά της πολιτικής επιστήμης ...................................... 15 3.2. Ο τηλελαϊκισμός από την πλευρά των σπουδών επικοινωνίας ................................. 20 3.3. Συγκριτική παρουσίαση των δύο προσεγγίσεων ....................................................... 24 B’ Μέρος: Συμπληρωματικές έννοιες στο θεωρητικό πλαίσιο διερεύνησης ......................... 27 1. Το ατομικό υποκείμενο, ο διαμεσολαβημένος εαυτός και τα ΜΜΕ .............................. 27 1.1. Ατομικό υποκείμενο, ΜΜΕ και κόσμος .................................................................. 27 1.2. Το αυτοβιογραφικό αφήγημα ................................................................................ 27 1.3. Διαμεσολάβηση και πραγματικότητα .................................................................... 28 1.5. Η μεταβατική φυλή και ο Lego εαυτός ................................................................... 30 1.6. Διάλλειμα από τη ζωή ............................................................................................ 31 1.7. Ψυχαγωγία και ενημέρωση .................................................................................... 31 2. Τηλεόραση και τηλεοπτικός λόγος ................................................................................. 33 3. Από τον πολίτη στον καταναλωτή .................................................................................. 34 4. Τηλελαϊκισμός και ιδεολογία ......................................................................................... 35 5. «Τα πράγματα πρέπει αλλά δεν πρόκειται να αλλάξουν». ............................................ 37 6. Διαμεσολαβητές: οι σημαντικοί άλλοι ........................................................................... 38 7. ΜΜΕ και δημοκρατία ..................................................................................................... 38 8. Μεταδημοκρατία ........................................................................................................... 39 9. Μιντιοδημοκρατία ......................................................................................................... 40 10. Η «Δημοκρατία της Συγκίνησης»................................................................................ 41 11. Νοσταλγία και ο τόπος διαμονής της ελληνικής «τηλέ- λαϊκής ψυχής» .................... 42 12. Το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό .................................................................................... 43 Γ’ Μέρος: Πραγματολογικό υλικό ......................................................................................... 48 1. Μια διαχρονική προσέγγιση της διαδρομής του Λάκη Λαζόπουλου ............................. 48 1.1. Το Αλ Τσαντίρι Νιούζ και η υπόθεση «πράσινα παπούτσια» .................................... 49 1.2. Μετά τα «πράσινα παπούτσια» ................................................................................. 50 1 1.3. Από την πολιτική σάτιρα στην πολιτική με σάτιρα .................................................... 54 1.4. Ο Λαζόπουλος μιλά για το Λαζόπουλο ....................................................................... 57 1.5. Το «τηλεοπτικό φαινόμενο Λαζόπουλος» (δεν) γίνεται «Κόμμα Λαζόπουλος»........ 58 1.6. Ο Λάκης Λαζόπουλος ανάμεσα στους εκατό μεγάλους έλληνες ............................... 60 2. Τα πολυμορφικά χαρακτηριστικά της εκπομπής Αλ Τσαντίρι Νιούζ .............................. 63 2.1. Στοιχεία τηλεθέασης και ρηματικοί πόροι της πρώτης εκπομπής (16/12/08) ........... 66 2.2. Στοιχεία τηλεθέασης και ρηματικοί πόροι της δεύτερης εκπομπής (28/09/09) ....... 75 2.3. Στοιχεία τηλεθέασης και ρηματικοί πόροι της τρίτης εκπομπής (02/03/10) ............. 84 Δ’ Μέρος Συμπεράσματα ....................................................................................................... 94 1. Κρίσιμα μοτίβα στο λόγο του Λαζόπουλου .................................................................... 94 1.1. Αλ Τσαντίρι και ΜΜΕ ............................................................................................... 101 1.2. Η μεταδημοκρατική απαξίωση των θεσμών από τα αριστερά ................................ 103 1.3. Η απονευρωμένη νεολαία ........................................................................................ 105 2. Διερευνώντας τον ελληνικό τηλελαϊκισμό ................................................................... 106 2.1. Ελληνική Τηλεοπτική Δημοκρατία ............................................................................ 107 3. Μια πρώτη προσπάθεια ενός ορισμού για τον τηλελαϊκισμό ..................................... 112 3.1. Το πολιτικό παράδειγμα των υπερεθνικών εταιρειών ............................................ 115 3.2. Αντί επιλόγου- Οι όροι μιας λύσης στο πρόβλημα του πολιτικού ........................... 117 Αναλυτικός κατάλογος Πηγών ............................................................................................. 120 Βιβλιογραφία ....................................................................................................................... 120 Δημοσιεύματα ...................................................................................................................... 128 Συνεντεύξεις ......................................................................................................................... 129 Δικτυακοί τόποι .................................................................................................................... 129 Πρακτικά Συνεδρίων ............................................................................................................ 130 Ντοκιμαντέρ ......................................................................................................................... 130 Παράρτημα 1: Φωτογραφίες ............................................................................................... 131 Παράρτημα 2: Πίνακες ........................................................................................................ 149 2 Κίνητρα και ευχαριστίες Η παρούσα εργασία αποτελεί μια εκδοχή της πρότασης που είχα καταθέσει κατά τις εξετάσεις για την εισαγωγή μου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Πολιτικής Ανάλυσης σχετικά με το ρόλο της τηλεόρασης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Τότε αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που επιτρέπει στην τηλεόραση να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μεταβολή του ελληνικού πολιτικού συστήματος, να το αλλάζει, να το καθορίζει και να το ωθεί προς φαινόμενα που μπορούν να αναγνωρισθούν και σε άλλα μέρη της υφηλίου. Κινητοποιητικά έδρασε και η επαγγελματική μου ενασχόληση ως συμβούλου επικοινωνίας πολιτικών στο παρελθόν όπου είχα πολλές ευκαιρίες για να αντικρύσω τον τρόπο που η τηλεόραση επικαθορίζει με την πολυμορφικότητα της όχι μόνο τους ρηματικούς πόρους του ελληνικού πολιτικού λόγου αλλά την ουσία του και το υπαρξιακό πλαίσιο των ελλήνων πολιτικών. Ήθελα λοιπόν να κάνω μια εργασία που με επιστημονικούς όρους θα διερευνούσε ζητήματα τηλελαϊκισμού, να δω σε τι διαφέρει από τον εθνικολαϊκισμό ή τον κοινωνιολαϊκισμό, σε ποιά τυπολογία μπορεί να προσαρτηθεί, ποιά η σχέση του με την τηλέ-πολιτική και τη τηλέ-δημοκρατία και ποιά πολιτική αξία προκύπτει από αυτά τα φαινόμενα. Το παράδειγμα του Αλ Τσαντίρι Νιούζ έμοιαζε κατάλληλο για αυτή τη διερεύνηση γιατί η πολυστρωματικότητα των μηνυμάτων του, η επίκληση της σάτιρας καθώς και η δομή και η μορφή του λόγου που διατυπώνει αποτελούν ταυτόχρονα πρόκληση και πρόβλημα, άρα υπόσχονται την προοπτική μιας ενδιαφέρουσας ερευνητικής περιπέτειας για τώρα και για το μέλλον. Ο επιβλέπων της εργασίας, ο Ανδρέας Πανταζόπουλος έθεσε τα όρια της προσέγγισης. Η συμβολή του και η σαφήνεια των απόψεων του σχετικά με το θεωρητικό πλαίσιο της διερεύνησης ήταν καθοριστική. Το κείμενο του με τίτλο «Το τσαντίρι της νέας μεταπολίτευσης» και «Η δημοκρατία της συγκίνησης» αποτέλεσαν κείμενα έμπνευσης για την παρούσα εργασία. Οι παραδειγματικές παραδόσεις του στο μάθημα του μεταπτυχιακού αποτελούν δια βίου εφόδια και τον ευχαριστώ για την υπομονή και τη βοήθεια του. Ο Γιάννης Σταυρακάκης με τις βιβλιογραφικές του παραπομπές και τις πολύωρες συζητήσεις μας αλλά και με το έργο του σε ζητήματα συμβολικής και φαντασιακής τάξης με έσπρωξε σε μια βαθιά βουτιά στην οντολογική και ως ένα βαθμό ψυχαναλυτική προσέγγιση του ζητήματος του τηλελαϊκισμού και οφείλω να τον ευχαριστήσω θερμά. Ο καθηγητής Νίκος Δεμερτζής με έχει καθορίσει με το σύνολο του έργου του. Με παρέπεμψε στη δουλειά του Ματζολένι για το μιντιολαϊκισμό και μου επέστησε την προσοχή στην πολυμορφικότητα του τηλεοπτικού λόγου. Τον ευχαριστώ για τη συμβολή του και βέβαια για το χρόνο που μου αφιέρωσε αφού όντας σε απόσταση η προσπάθεια εκ μέρους του ήταν διπλή. Τέλος, οφείλω να ευχαριστήσω τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη που μου μίλησε για τους όρους της σάτιρας, τον Ανδρέα Τσονίδη, την Ελβίρα Μασούρα, την Ματίνα Παπαχριστούδη, τη Λία Ολανδέζου και την Αγγελική Πλατσούκα, τους διδάσκοντες του μεταπτυχιακού, την οικογένεια μου και τους συμφοιτητές μου. Τελευταίο άφησα τον ίδιο τον Λάκη Λαζόπουλο που ως παράδειγμα μου έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ με τον τηλελαϊκισμό, ελπίζω να διαβάσει με ενδιαφέρον την εργασία μου. 3 Προλεγόμενα της εργασίας Η εργασία που ακολουθεί επιχειρεί να ψηλαφήσει ορισμένες πτυχές του φαινομένου που ονομάζεται τηλελαϊκισμός και να διερευνήσει εάν το φαινόμενο αυτό μεταξύ άλλων αποτελεί ένα ακόμη σύμπτωμα της απομάγευσης των αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών. Επίσης επιχειρεί να διαγράψει το πλαίσιο της ελληνικής εκδοχής του τηλελαϊκισμού. Η εκπομπή Αλ Τσαντίρι Νιούζ, σύμφωνα με τις δηλώσεις του δημιουργού της, φέτος προβάλλεται για τελευταία χρόνια. Έχοντας διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της πορείας της είναι ικανή να μας παράσχει ορισμένες απαντήσεις σχετικά με τον ελληνικό τηλελαϊκισμό και τον τηλελαϊκισμό εν γένει. Η μέχρι σήμερα διερεύνηση του ανέδειξε επαρκέστατα τη σύγκλιση του φοβικού νεολαϊκισμού με τον τηλελαϊκισμό ως μια κατεξοχήν υφολογική ταυτότητα ή καλύτερα ως κοινή ποιότητα λόγου με συγκεκριμένα υφολογικά χαρακτηριστικά που συναντάται στους τηλεγενείς νεολαϊκιστές ηγέτες οι οποίοι εκφέρουν ένα λόγο νοσταλγίας της κοινοτικής εθνοσυνεκτικότητας του παρελθόντος. Στη μέχρι σήμερα βιβλιογραφία υπάρχει παρούσα η ιδέα ενός προσώπου-ηγέτη τηλέ-λαϊκιστή που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιδιώκει να συναρθρώσει υποκείμενα (ατομικά ή συλλογικά) κάτω από αιτήματα που υπακούουν σε μια λογική ισοδυναμίας και είναι πρόθυμα να επιβεβαιώσουν τις εγκλήσεις που διατυπώνονται από τον ηγέτη. Στη δική μας περίπτωση όμως, υπάρχει μια σημαντική διαφορά που θα μπορούσε να θολώσει τη διερεύνηση μας: ο ηγέτης της υπό διερεύνηση λαϊκιστικής κινητοποίησης δεν είναι πολιτικός ούτε διαθέτει ομολογημένες πολιτικές βλέψεις. Δε μιλά στο πλαίσιο της πολιτικής σκηνής που διαθέτει όρια, κανόνες πολιτικής ορθότητας, άρρητες αλήθειες και μια συνταγματική αντικειμενικότητα που οφείλουν όλοι να σέβονται και να υπερασπίζονται. Δεν πρόκειται για έναν πολιτικό αλλά για έναν καλλιτέχνη που θα μπορούσε να ενταχθεί στο κύκλο της εξωστρεφούς ελληνικής διανόησης, της μιντιοδιανόησης. Ο Λαζόπουλος μιλά στο πλαίσιο της σκηνής τους θεάματος, της σάτιρας για την οποία διατείνεται ότι δεν πρέπει και δεν οφείλει να διαθέτει όρια, θυμίζοντας μας τον λαϊκισμό του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου o οποίος μιλούσε εξ ονόματος του Θεού που όπως και η σάτιρα δε διαθέτει όρια. (Σταυρακάκης, 2002) Η παράμετρος αυτή κάνει τα ερωτήματα μας ακόμη πιο ενδιαφέροντα και μας ωθεί να αναλογιστούμε ότι δια στόματος του Λαζόπουλου δεν μιλά μόνο ο ίδιος ως εκπρόσωπος του εαυτού του αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο μιλά ως εκπρόσωπος της ιδιοκτησίας του μέσου (όπου κατέχει στελεχιακή θέση) και άρα μιλάνε οι ιδιοκτήτες του μέσου. Ένα τρίτο επίπεδο απεύθυνσης είναι η επίγνωση ότι μέσω του Λαζόπουλου μιλά το ίδιο το μέσο, δηλαδή η τηλεόραση. Μία δέσμη άρρητων μηνυμάτων συναρθρώνεται γύρω από καθένα από τα τρία προαναφερόμενα επίπεδα απεύθυνσης που εκπέμπονται μαζί με αυτά των ρηματικών πόρων της εκπομπής. Η πολυστρωματικότητα των μηνυμάτων συνδιαμορφώνεται από το σύνολο του τηλεοπτικού λόγου (discourse), από τη πολυμορφικότητα (μουσική, κίνηση, μοντάζ κ.α.), τη διακειμενικότητα, τη συγχρονία, τις τεχνικές της αναπαράστασης και της σάτιρας (γκριμάτσες, βωμολοχία, παραμόρφωση πραγματικότητας κ.α.). Επιπλέον στοιχεία που είναι ικανά να δομήσουν την «ιδιαιτερότητα» του υπό διερεύνηση παραδείγματος αποτελούν: 4 • Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των λόγων και του τρόπου που ζει ο δημιουργός του Αλ Τσαντίρι. Η «αριστερή του ρητορεία» καθίσταται ταύτιση αλλά όχι ταυτότητα γιατί αν ο λόγος του (discourse) ήταν πραγματικά αριστερός θα έπρεπε να σέβεται όλους τους αδύναμους ακόμη και τους αδύναμους στο πνεύμα (π.χ. Θώδη), να διαθέτει λογική και αίσθημα δικαίου και να κριτικάρει το εγγενές ήθος της τηλεόρασης, δηλαδή την ίδια την τηλεόραση. Οι παραπάνω συνθήκες δεν ικανοποιούνται. Αυτή η ιδιαιτερότητα συμπληρώνεται από την πλήρη απουσία του παρουσιαστή από τους κοινωνικούς αγώνες (από τους «δρόμους» όπως τους ονομάζει η αριστερά) και η συχνή παρουσία των πρωταγωνιστών των «δρόμων» στο τηλεοπτικό πλατό όπως π.χ. οι απολυμένοι της Ολυμπιακής, οι αδιόριστοι δασοπυροσβέστες, οι εργαζόμενοι στον ALPHA, οι αγρότες, οι φορτηγατζήδες , οι μαθητές των Δεκεμβριανών 08 κ.α. • Η επίκληση της σάτιρας συνοδεύεται από εμφανή υποκειμενικότητα, βωμολοχία και απόρριψη της ορθολογικότητας. Αυτός ο συνδυασμός προσφέρει μεγάλη και σταθερή αποδοχή που μεταφράζεται σε τηλεθέαση η οποία οδηγεί σε ανακύκλωση των σχολίων της εκπομπής σε μεγάλο εύρος κοινού από διανοούμενους ως «τηλέ- κουτσομπόλες». • Η έγκληση της νεότητας και των νέων ως συλλογικό υποκείμενο («εκλογές γενεών») που υφίσταται τα δεινά του συστήματος. • Η αναπαραγωγή στερεότυπων από τις συζητήσεις «τύπου καφενείου» από όπου δανείζεται όχι μόνο θετικά αλλά και αρνητικά σχόλια για τη λαϊκή ταυτότητα («είμαστε ένα κωλολαός»). • Η ευρεία χρήση της συγκίνησης ως εργαλείο συνάρθρωσης του κοινού. Οι όροι της μυθοπλασίας, της αναπαράστασης και της ψυχαγωγίας πρωταγωνιστούν και καθώς πλαισιώνουν τις πολιτικές και κοινωνικές αναφορές μεταθέτουν το πλαίσιο από την «πολιτική σάτιρα» στην «πολιτική με σάτιρα». • Η ευρεία οριζόντια διακειμενικότητα της εκπομπής η οποία χτίζεται πάνω σε δευτερογενή «κείμενα» άλλων τηλεοπτικών προγραμμάτων. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται η ευθύνη του παρουσιαστή για τα εκφερόμενα αλλά και δίνεται η δυνατότητα να προβληθούν απόψεις προς απόρριψη. Αυτές οι απόψεις καθώς προβάλλονται και αναπαράγονται μεγεθύνουν το ακροατήριο τους ακόμη και όταν κατακρίνονται από τον Λαζόπουλο. 1 Επίσης οφείλουμε να ορίσουμε από την αρχή πως υπάρχουν μια σειρά από χαρακτηριστικά του ελληνικού τηλεοπτικού τοπίου που ενισχύουν την πολυπλοκότητα και την ευρύτητα της διερεύνησης μας: • Το παράδοξο ελληνικό τηλεοπτικό κοινό που, όπως θα δούμε παρακάτω, παρά το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την τηλεόραση δεν απομακρύνεται από αυτήν αλλά αντίστροφα την υιοθετεί σχεδόν αποκλειστικά για άντληση πολιτικής και κοινωνικής πληροφόρησης. 1 Αυτή η επιλογή συνέβαλε στην καθιέρωση ενός τηλεοπτικού είδους επιλεκτικού σχολιασμού της τηλεοπτικής πραγματικότητας και σάτιρας των πολιτικών. Σε αυτό το είδος θα μπορούσαν να ενταχθούν οι εκπομπές Ελληνοφρένεια (ΣΚΑΪ), Ράδιο Αρβύλα (ΑΝΤ1), Όλα (ΑΝΤ1) και να θεωρηθούν πρόδρομοι του είδους η Μαλβίνα Κάραλη με το Μαλβίνα Live και ο Γιώργος Μητσικώστας. Μάλιστα φέτος και το Μega δημιούργησε ανάλογο σόου με κινούμενα σχέδια με το τίτλο ΟΥΚ. 5 • Η εμπέδωση των όρων της τηλέ-πολιτικής στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. • Η πλήρης απαξίωση των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ στην ελληνική κοινωνία που δηλώνεται με συνθήματα όπως «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» αλλά και οι επιθέσεις ενάντια σε τηλεοπτικά συνεργεία στη διάρκεια κινητοποιήσεων. • Το ανορθολογικό τοπίο στην αδειοδότηση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και η αποτυχία της αυτορρύθμισης τους από το 1987 έως σήμερα. (Παπαθανασόπουλος Σ. , 2005, σσ. 362-363) • Η μεταβίβαση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και των περισσότερων εφημερίδων στην ιδιοκτησία ευρύτερων οικονομικών συμφερόντων. (Παπαθανασόπουλος Σ. , 2005, σ. 362) (Herman & McChesnet, 1997)2 Μεταβολή που συνοδεύτηκε από αποτυχία εγχειρημάτων ρύθμισης του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος όπως αυτή του Βασικού Μετόχου. • Η κατοχή από δύο πολιτικά κόμματα ιδιόκτητων ΜΜΕ (ΚΚΕ & ΛΑΟΣ) αλλά και η λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής. Αυτό που κυριαρχεί στους ρηματικούς και επιτελεστικούς πόρους του παραδείγματος μας είναι η γενικευμένη δυσαρέσκεια έναντι του πολιτικού συστήματος και η ηγεμονική θέση του αιτήματος για αλλαγή, αίτημα που έχει εμπεδωθεί και σε επίπεδο κοινωνίας. Αυτή η δυσαρέσκεια στρέφεται ενάντια στη νομιμοποιητική βάση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και οδηγεί όλο και πιο συχνά σε προσπάθειες κατάληψης του οίκου (συμβολικά και κυριολεκτικά) της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της Βουλής. Τουλάχιστον δύο απόπειρες κατάληψης της βουλής προβάλλονται με έμφαση σε εκπομπές του Αλ Τσαντίρι. Αυτές οι απόπειρες εναρμονίζονται με τη γενικότερη απαξίωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και κάθε προσπάθεια υπεράσπισης της συμβολικής και ουσιώδους σημασίας της Βουλής ονομάζεται «καθωσπρεπισμός» και «καθεστωτικός λόγος». Αυτό το μοτίβο αποτελεί σημαντική μεταβολή στη σύντομη ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, όπου πριν από λίγο καιρό η καύση της ελληνικής σημαίας ή ακόμη πιο πρόσφατα στις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2007 (28/3/07) η πυρπόληση του φυλακίου του αγνώστου στρατιώτη, προκαλούσε την έντονη αντίδραση των τηλέ- διαμεσολαβητών που εξέφραζαν το «κοινό αίσθημα». 3 Εδώ κατά την άποψη μας βρίσκεται μια από τις πιο σημαντικές συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα, η καθολική απαξίωση της αντιπροσωπευτικότητας της δημοκρατίας η οποία εμπεδώθηκε και με ευθύνη των κυβερνήσεων οι οποίες έχουν εφαρμόσει διαφορετικό πρόγραμμα από αυτό που οι πολίτες μέσω των εκλογών έχουν εγκρίνει. Καθώς οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης κατέταξαν τα ελληνικά ομόλογα σε επίπεδο junk επικράτησε μια ρητορεία που κατέταξε επίσης σε junk επίπεδο και τη δημοκρατία. Το δημοσιονομικό πρόβλημα μεταφράστηκε σε πρόβλημα δημοκρατίας, μια μεταβολή που βρήκε εύφορο έδαφος στο έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους πολιτικούς καθώς και στην ταύτιση νομοθετικής και 2 Στο βιβλίο τους οι Herman & McChesney αποτυπώνουν την απαρχή των μεγάλων συγχωνεύσεων και εξαγορών στο τομέα των ΜΜΕ που ξεκίνησαν μετά το 1989 από λιγοστές παγκόσμιας εμβέλειας εταιρείες από τις οποίες μόνο μία είναι γερμανική, μια αυστραλιανή και οι υπόλοιπες αμερικανικές. Οι εταιρείες αυτές ανήκουν σε δίκτυα ευρύτερων συμφερόντων που εμπορεύονται από πολιτιστικά αγαθά ως όπλα και χρηματοπιστωτικά προϊόντα. 3 Εκείνη την εποχή μάλιστα ο Λαζόπουλος είχε μεταδώσει ένα στιγμιότυπο από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ALPHA για να πάρει το μέρος των φοιτητών και να κατακρίνει την υποκρισία των εκφραστών της "καθεστωτικής λογικής" που εξέφραζαν από τα τηλέ-παράθυρα οι Ν. Ευαγγελάτος, Μ. Τριανταφυλλόπουλος, Γ. Παπαδάκης, Θ. Αναστασιάδης και ο Βουλευτής της ΝΔ Π. Καμμένος . 6 εκτελεστικής εξουσίας, ταύτιση δηλαδή των νομοθετών με τον κρατικό μηχανισμό με αποτέλεσμα η αποτυχία της μίας να παρασύρει και την άλλη. Στην εργασία μας θα επιχειρήσουμε να δούμε αν με εργαλείο τον «τηλελαϊκισμό» αυτή η εξέλιξη έγινε αντικειμενική πραγματικότητα, δηλαδή δραπέτευσε από τα τηλεοπτικά στούντιο και επικάθησε στην κοινωνία ως αντίληψη των πολιτών-τηλεθεατών ή εάν ακολούθησε αντίστροφή πορεία και πέρασε από την κοινωνία στα τηλεοπτικά παράθυρα. Σήμερα πια, η πολιορκία της Βουλής που εν χορώ αποκαλείται «μπουρδέλο» αποτελεί συνηθισμένη κατάληξη αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Το σύνταγμα αμφισβητείται ανοικτά από το ΚΚΕ 4 (με το οποίο ο Λαζόπουλος όπως θα δούμε στο πραγματολογικό μας υλικό διατηρεί σχέση συμπάθειας) και μαζί αμφισβητείται η μεταπολιτευτική σταθερότητα που βασίστηκε μεταξύ άλλων στο σεβασμό του συντάγματος και της Βουλής από όλες τις κοινοβουλευτικές πολιτικές δυνάμεις. 5 Το πραγματολογικό μας υλικό αποτελείται από τρεις εκπομπές με έντονο πολιτικό ενδιαφέρον: την εκπομπή για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008, την έκτακτη προεκλογική εκπομπή που μεταδόθηκε πριν τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 και τέλος την εκπομπή που μεταδόθηκε στις 2 Μαρτίου του 2010 την περίοδο της κορύφωσης της δημοσιονομικής κρίσης. Οι τρείς αυτές εκπομπές επιλέχτηκαν γιατί σχολιάζουν οριακές στιγμές της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Η πρώτη αφορά στη γενικευμένη αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας για τη δολοφονία ενός μαθητή από έναν ειδικό φρουρό. Η κοινοβουλευτική τάξη και η κοινωνική σταθερότητα αμφισβητήθηκαν. Οι διαδηλωτές παρακινούμενοι από το αίσθημα αδικίας αλλά και από τον τηλεοπτικό χειρισμό της κατάστασης αντέδρασαν ενορχηστρωμένα χωρίς όμως κεντρικό συντονισμό και χωρίς κοινό πολιτικό στόχο. Πρωταγωνιστές αυτής της «εξέγερσης», όπως την ονομάζει ο Λαζόπουλος, οι μαθητές, οι νέοι, η αγαπημένη κοινωνική και πολιτική κατηγορία του Λαζόπουλου που αποτελεί κεντρικό μοτίβο του πολιτικού του αιτήματος για «εκλογές γενεών». Παράλληλα, οι διαδηλώσεις αποτέλεσαν τηλεοπτικό θέαμα για αυτούς που δε συμμετείχαν σ’ αυτές, ακόμη και για τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή ο οποίος αναφερόμενος στα γεγονότα, προκειμένου να δείξει ότι έχει επίγνωση της σημασίας και της ευρύτητας τους, απάντησε: «είδα πολύ τηλεόραση αυτές τις μέρες….» μια φράση που μεταδίδεται και σχολιάζεται από τον Λαζόπουλο. Δυόμιση εκατομμύρια τηλεθεατών (κατά μέσο όρο) στην συγκεκριμένη εκπομπή άκουσαν τον Λαζόπουλο να εξηγεί γιατί οι διαμαρτυρίες αυτές αποτελούν «εξέγερση». Η δεύτερη εκπομπή είναι έκτακτη και προεκλογική και μεταδόθηκε πέντε μέρες πριν τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου του 2009. Την επιλέξαμε γιατί σε αυτή την εκπομπή έχουμε την ευκαιρία να διακρίνουμε μοτίβα 4 http://www.kke.gr/anakoinoseis_grafeioy_typoy/apospasmata_apo_thn_omilia_ths_gg_ths_ke_toy_kke_al_pa parhga_se_spoydastes_toy_tei_athhnas?morf=0 5 Με εικόνες από μια τέτοια προσπάθεια μάλιστα ξεκίνησε ο Λαζόπουλος την πρώτη εκπομπή της νέας σαιζόν. (28/9/2010) Στο μπακράουντ της σκηνής, κρατούσε αλυσίδες τις οποίες ήθελε να σπάσει τραγουδώντας: «Πρέπει να σπάσουμε τις αλυσίδες, λαός που καταπίνει μόνο ελπίδες και στο μνημόνιο να πούμε αντίο πριν είναι αργά πολύ αργά και για τους δύο». Ταυτίζει λοιπόν όλη τη Βουλή με το μνημόνιο και αφιερώνει ένα πεντάλεπτο για να απενεχοποιήσει το παραλληλισμό της με «μπουρδέλο». Βασικό επιχείρημα η χαμηλή στάθμη των βουλευτών φαινόμενο για το οποίο μέρος της ευθύνης φέρει η ίδια τηλεόραση και οι συνθήκες βίντεο-δημοκρατίας που έχει επιβάλλει. 7 απαξίωσης των θεσμικών/δομικών στοιχείων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που χάνουν το περιεχόμενο τους και αντιμετωπίζονται ως διαδικαστικές λειτουργίες π.χ. οι εκλογές και η ενδεχόμενη εναλλαγή κυβερνήσεων. Τέλος, η τρίτη εκπομπή αφορά στην κορύφωση της δημοσιονομικής κρίσης την άνοιξη του 2010, στην αναμνημόνευση των κατοχικών συνθηκών, στον επανακαθορισμό των σχέσεων μας με την Ευρώπη και τον κόσμο αλλά και στον αξιακό επανακαθορισμό που πρέπει κατά τον παρουσιαστή να προκύψει από την οριακότητα της κρίσης (η κρίση ως ευκαιρία για αλλαγή). Στο πρώτος μέρος θα αναφερθούμε αρχικά στο λαϊκισμό και θα σταθούμε στην άποψη του Λακλάου ότι συνιστά οντολογική και όχι οντική κατηγορία αλλά και στο δομικό σχήμα που εξηγεί τη δημιουργία του λαϊκού υποκειμένου. Επειδή κρίσιμες παράμετροι στη διερεύνηση μας είναι το ατομικό υποκείμενο και τα μέσα ενημέρωσης και κυρίως η τηλεόραση θα εντάξουμε στο θεωρητικό μας πλαίσιο τη συζήτηση για τη ρευστή φύση του ατομικού υποκειμένου του ύστερου καπιταλισμού, το ρόλο που διαδραματίζουν τα μέσα στη διαμόρφωση της ταυτότητας αυτής αλλά και στη συγκρότηση συλλογικών υποκειμένων. Επίσης την εργασία μας αφορά το φαινόμενο της τηλέ-δημοκρατίας/μίντιο- δημοκρατίας που μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της μεταδημοκρατικής διολίσθησης που περιγράφει ο Κράουτς και την εκκένωση των αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών από το περιεχόμενο τους, φαινόμενο που ορίζει ο Ταγκίεφ ως προϋπόθεση για να εμφανιστεί ο τηλελαϊκισμός. Τέλος θα αναφερθούμε και στα ζητήματα των συγκινήσεων και του πάθους που προκύπτουν με διάφορους τρόπους στις εκπομπές του Λαζόπουλου. 8 Α’ Μέρος: Κομβικά θεωρητικά σημεία διερεύνησης του τηλελαϊκισμού 1. Τηλεοπτικός λαϊκισμός, τηλέ-λαϊκισμός ή τηλελαϊκισμός; «Τηλεοπτικός λαϊκισμός», «τηλέ-λαϊκισμός» ή «τηλελαϊκισμός»; Είναι οι παραπάνω όροι ισοδύναμοι ή διαφέρουν μεταξύ τους; Η αναγκαία αυτή αφετηριακή αναρώτηση της εργασίας μας προέκυψε από την ευρεία και παραγωγική συζήτηση περί λαϊκισμού που καθώς διεξάγεται γεννά μια ενδιαφέρουσα και δημιουργική παραδοξότητα: όλες οι απόψεις φέρονται ως ικανές να αντιστοιχίσουν μια πραγματικότητα και να δικαιώσουν τα επιχειρήματα που τις τεκμηριώνουν και όσους παραθέτουν τα επιχειρήματα αυτά. Αυτή η θεμελιακή παραδοξότητα κάνει όλες τις απόψεις υποψήφιες αλήθειες. Άρα εμείς δεν πρόκειται να αναζητήσουμε μια «αλήθεια» για τον τηλελαϊκισμό αλλά να εντοπίσουμε (όσο αυτό είναι δυνατό στο πλαίσιο μιας διπλωματικής εργασίας) τα κομβικά σημεία του θεωρητικού πλαισίου περί λαϊκισμού και ΜΜΕ με τα οποία είμαστε ικανοί να προσεγγίσουμε τον «τηλελαϊκισμό» και να (συν)αρθρώσουμε μερικά συμπεράσματα για την ελληνική εκδοχή του μέσα από το παράδειγμα της τηλεοπτικής εκπομπής Αλ Τσαντίρι Νιούζ. Λαμβάνουμε υπόψη μας πως η συνεχής διαδικασία καθήλωσης-αποκαθήλωσης των νοημάτων που παράγονται από τη συναναστροφή διάφορων λέξεων με την λέξη 6 λαϊκισμός παράγει απόψεις, τυπολογίες και επιχειρήματα και παρέχει την εγγύηση της αέναης διενέργειας αυτής της συζήτησης. (Σταυρακάκης, 2008, σ. 127) 7 Για να αποφύγουμε το συνεχές κύλισμα στην αέναη παραγωγή νοημάτων θα επιχειρήσουμε από την αρχή να ορίσουμε ως κομβικά νοήματα που συναρθρωμένα θα παράξουν μια δομή και ένα αναγκαίο νόημα περί «τηλελαϊκισμού» τα εξής: I. τη φύση του υποκειμένου (λαϊκό και ατομικό) στο οποίο αναφερόμαστε, II. τη φύση των ΜΜΕ/τηλεόρασης και τη λειτουργία της (δια)μεσολάβησης που καθορίζει τη σχέση που συνάπτει το λαϊκό υποκείμενο με τη πηγή εκφοράς του λαϊκιστικού λόγου (τηλέ-ηγέτης), III. τη φύση των δύο πόλων που δημιουργούνται κατά τη διχοτόμηση του κοινωνικού πεδίου από το τηλελαϊκισμό 2. Το λαϊκό υποκείμενο Η διαπίστωση πως στόχος του υποκειμένου (συλλογικού ή ατομικού) αποτελεί η επίτευξη της αίσθησης πληρότητας η οποία είναι ικανή να ενσαρκωθεί ακόμη και από τα πιο ετερόκλητα περιεχόμενα είναι θεμελιώδης στη διερεύνηση του τηλελαϊκισμού. (Laclau, 6 Εδώ οι λέξεις δεν αναφέρονται σα να είναι λεξικολογικά ή ετυμολογικά σημαίνοντα αλλά ως αναφορές σε ευρύτερα νοήματα και φορείς σημασιών και νοημάτων που παράγονται από διαφορετικό κάθε φορά Λόγο (discourse). 7 Η συζήτηση σταματά σε κομβικά σημεία προσωρινής καθήλωσης (που μοιάζει οριστική αλλά δεν είναι), στη συνέχεια, όταν ο κόμβος απολέσει την καθηλωτική του ισχύ, τα νοήματα αυτά αποκαθηλώνονται και συνεχίζουν το «ταξίδι» τους, συνεχίζουν δηλαδή να γεννούν (τροφή για) διάλογο. (Σταυρακάκης, 2008, σ. 127) 9 1997, σ. 145) Η φύση του υποκείμενου κατά τον Λακλάου καθορίζεται από τη κατάρρευση της αντικειμενικότητας που καθιστά το υποκείμενο φορέα της ενδεχομενικότητας και για αυτόν το λόγο εξ ορισμού πολιτικό. Αυτό το υποκείμενο, (που διαλέγεται με την αντιθετικότητα του κοινωνικού πεδίου, την εξάρθρωση των νοημάτων και την επιδίωξη της πληρότητας μέσα από συνεχώς επιτελούμενες πράξεις ταύτισης) προσφεύγει στο μύθο για να επανασυρράψει το κατακερματισμένο πεδίο της αντικειμενικότητας και να δομήσει μια μυθική νεοπραγματικότητα που παίρνει τη θέση μιας νέο-αντικειμενικότητας. (Laclau, 1997, σσ. 137-139) Σε αυτό το πλαίσιο ο λαϊκιστικός λόγος εκμεταλλεύεται συμβολικά ορισμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις που ενεργοποιούνται ρηματικά. Ο λόγος του λαϊκισμού κατά τον Ταγκίεφ προϋποθέτει τουλάχιστον μια «βασική συναίνεση» στο τι σημαίνει λαός, τι επιθυμεί και τι επιδιώκει αυτός. (Ταγκίεφ, 2008, σ. 802). Οποιαδήποτε προσπάθεια εννοιολόγησης του λαϊκισμού βασίζεται ως ένα βαθμό σε αυτή την καταστατική συνθήκη που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τη φύση των αιτημάτων και τη μορφή συνάρθρωσης τους. Ο συλλογισμός του Λακλάου διαπιστώνει πως προκύπτουν δύο τύποι υποκειμένου: α. το δημοκρατικό υποκείμενο που εκφράζεται μέσα από αιτήματα που διακατέχονται από τη λογική της διαφοράς δηλαδή χαρακτηρίζονται από απαιτήσεις διακριτές που δεν κατασκευάζουν κανένα χάσμα ή σύνορο στο «κοινωνικό» πεδίο και β. το λαϊκό υποκείμενο που εκφράζεται μέσα από αιτήματα που διακατέχονται από τη λογική της ισοδυναμίας, πρόκειται για μια αλυσίδα ισοδυναμιών που δε διαθέτουν σαφήνεια και ακρίβεια. Η λαϊκή υποκειμενικότητα λοιπόν δομείται γύρω από αλυσίδες ισοδύναμων αιτημάτων που είναι δύσκολο να διευθετηθούν θεσμικά και έτσι διαιρούν το κοινωνικό σε δύο ομάδες: την εξουσία και τους αδικημένους. (Λακλάου, 2005, σ. 5) Πριν συνεχίσουμε με το συλλογισμό του Λακλάου θα βάλουμε ως παράδειγμα στην αναζήτηση μας το στιχάκι με το οποίο ο Λαζόπουλος ξεκίνησε την πρώτη φετινή του εκπομπή (28/09/10): «Πρέπει να σπάσουμε τις αλυσίδες , λαός που καταπίνει μόνο ελπίδες και στο μνημόνιο να πούμε αντίο πριν είναι αργά πολύ αργά και για τους δύο». Ο Λαζόπουλος είναι αλυσοδεμένος και στο φόντο προβάλλονται σκηνές με την προσπάθεια κατάληψης της Βουλής από διαμαρτυρόμενους φορτηγατζήδες. Τραγουδώντας ζητά να «σπάσουμε» (και όχι να «σπάσουν») τις αλυσίδες. Αυτή η έγκλιση (αν εφαρμόσουμε το συλλογισμό του Λακλάου) είναι ένα αίτημα ισοδυναμίας (η εναντίωση στο μνημόνιο) που είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί θεσμικά και μέσω της αδυναμίας αυτής κατασκευάζει μια λαϊκή υποκειμενικότητα, «λαός που καταπίνει μόνο ελπίδες» και διχοτομεί το κοινωνικό. Στη μια όχθη αυτής της διχοτόμησης όσοι ψήφισαν το μνημόνιο, οι πολιτικοί και οι «μισθοφόροι ψηφοφόροι» όπως τους ονομάζει και στην άλλη όχθη όσοι υπόκεινται στις συνέπειες του μνημονίου, ο λαός. Στο τέλος του τραγουδιού «πριν είναι αργά και για τους δύο» υπάρχει η αποσαφήνιση της διχοτόμησης, οι αντιμαχόμενες πλευρές είναι δύο καθώς και μια αναφορά στο χρόνο που μπορεί να προσληφθεί ως διακινδύνευση αλλά και ως απειλή. Σύμφωνα με το δομικό σχήμα του Λακλάου η κατασκευή του εχθρού (πολιτικοί- κόμματα- αντιπροσωπευτική δημοκρατία-στελέχη και πιστοί οπαδοί κομμάτων) έχει επιτελεστεί και ρηματικά και συμβολικά. Εκπληρώνεται επίσης και μια ακόμη προϋπόθεση που απαιτείται για τη δημιουργία του λαϊκού υποκειμένου: το αίτημα που με τη ηγεμονική του θέση είναι ικανό ως οριακά «κενό σημαίνον» να αντιπροσωπεύσει την αλυσίδα των ισοδύναμων αιτημάτων που συναρθρώνονται. Αυτό το αίτημα δεν είναι άλλο από το: «στο μνημόνιο να πούμε αντίο». Τα ισοδύναμα αιτήματα που φωλιάζουν κάτω από την 10 απόρριψη του μνημονίου προκειμένου να συναρθρωθούν υπόκεινται σύμφωνα με το Λακλάου σε μια εννοιολογική εκκένωση, εμπλουτίζονται νοηματικά και πτωχεύουν σε διαφορικότητα, χάνουν σε ένταση και περιεχόμενο και κερδίζουν σε έκταση προκειμένου να στοιχηθούν πίσω από το ηγεμονικό αίτημα αλλά και να προσδεθούν μεταξύ τους. Με παρόμοιο τρόπο δομείται ταυτόχρονα ο απέναντι πόλος του λαϊκιστικού δίπολου, η εξουσία. Οι δύο πόλοι παραμένουν ανοικτοί σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή επαναπροσδιορισμό. Ο λαϊκιστικός λόγος προσιδιάζει στον παραδειγματικό πόλο της γλώσσας και με αυτή την έννοια μπορεί να είναι αλληγορικός, αφηγηματικός, μεταφορικός. Αντίθετα ο θεσμικός, μη-λαϊκιστικός λόγος προσεγγίζει το συνταγματικό πόλο της γλώσσας και παραμένει σαφής και ακριβής. 8 (Λακλάου, 2005, σσ. 8-10) Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως ο παραδειγματικός πόλος της γλώσσας ταιριάζει όχι μόνο στο λαϊκισμό αλλά και στο λόγο των μέσων και κυρίως στην τηλεόραση, λαϊκισμός και τηλεόραση μοιράζονται την ίδια παραδειγματική γραμματική. Στο σημείο αυτό προκύπτει η πρώτη εξαίρεση για το δομικό σχήμα του Λακλάου καθώς ο Λαζόπουλος δραστηριοποιείται πρώτα στο πλατό και μετά στη κοινωνία, η επίδραση του διαμεσολαβείτε από την τηλεόραση και η ισχύς του βασίζεται στο χειροκρότημα και τη τηλεθέαση. Η παρέμβαση του παραμένει θέαμα, δεν υλοποιείται, δεν ξεφεύγει από τους τοίχους του στούντιο, δεν συγκροτεί ένα λαό που θα βγει στους δρόμους να διεκδικήσει και να ενσαρκώσει τη «στιγμή του ενθουσιασμού» που η ανατροπή προϋποθέτει. Συγκροτεί ένα παθητικό «τηλέ-λαό» που εκτονώνεται παρακολουθώντας, ταυτίζεται, παθιάζεται στην ασφάλεια του σπιτιού του. Ο ίδιος ο Λαζόπουλος δε έχει καμιά διάθεση να βγει στους δρόμους και την πολιτική σκηνή, αρκείται στα νούμερα της τηλεθέασης που θα του δώσουν το δικαίωμα να συνεχίσει να μέμφεται το πολιτικό σύστημα. Καθώς δημιουργεί τον τηλελαό υποδύεται τον τηλέ-ηγέτη, όμως και τα δύο υποκείμενα υπάρχουν μόνο στην τηλεοπτική πραγματικότητα. Ο λαός είναι θεατής και ο ηγέτης ηθοποιός, ένα εικονικό πλαίσιο όπου το μόνο που παραμένει αληθινό είναι το αίτημα που κινεί τα νήματα της συγκρότησης του λαϊκού υποκειμένου. Η δύναμη δε βρίσκεται στον ηγέτη, ούτε στο υποκείμενο αλλά στο αίτημα και κατ’ επέκταση στο μέσο που (επιλέγει να) μεταδίδει το αίτημα αυτό. Επίσης, ένα σημαντικό σημείο στη διερεύνηση μας είναι η επισήμανση του Ταγκίεφ σχετικά με τη υψηλή συμβατότητα που διαθέτουν οι λαϊκισμοί με οποιαδήποτε ιδεολογία. Πηγή αυτής της συμβατότητας κατά την Κόνοβαν είναι το κοινό ρητορικό ύφος όλων των λαϊκιστών της δεξιάς, της αριστεράς και του κέντρου που αφορά στην κλήση προς το Λαό. Πρόκειται για μια προσέγγιση του λαϊκισμού που το εξισώνει με ένα πολιτικό ύφος και ένα σύνολο ρητορικών πρακτικών που εκμεταλλεύονται ορισμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις. (Ταγκίεφ, 2008, σ. 805) Αυτή η συμβατότητα είναι παρούσα όπως θα δούμε και στο λόγο του Λαζόπουλου και αφορά σε μια αντί-ελιτίστικη ρητορική που εκθειάζει το τίμιο , το αμόλυντο και το υγιές κομμάτι του λαού, τους καθημερινούς ανθρώπους που διακατέχονται από απλότητα, τιμιότητα και «υγεία», τον «κόσμο» όπως τον ονομάζει. (Ταγκίεφ, 2008, σ. 805) Ζητά μάλιστα από τους πολιτικούς να δώσουν σημασία στα όσα λέει ο κόσμος μέσω χαρακτηριστικών ρεπορτάζ γκάλοπ δανεισμένα από τις πρωινές 8 Στις θεωρητικές αυτές δομικές προϋποθέσεις ο Λακλάου προσθέτει εκτός από τα κενά σημαίνοντα και τα μετέωρα σημαίνοντα ως απόδειξη της ασάφειας των συνόρων μεταξύ των συναρθρωμένων αιτημάτων και της αστάθειας τους. 11 ενημερωτικές εκπομπές. Μια από τις μέριμνες της εργασίες μας είναι να διαπιστώσουμε παρακάτω αν η φύση του τηλελαϊκισμού (σε αντίθεση με τον λαϊκισμό) διαθέτει χαρακτηριστικά ιδεολογίας, αν αποτελεί ο ίδιος μια ιδεολογία. Ο Λαϊκισμός επιπλέον για τον Ταγκίεφ καθώς επιτίθεται στην αντιπροσωπευτικότητα των δημοκρατιών βρίσκει νόημα σε μεταδημοκρατικούς ή προ-δημοκρατικούς όρους επαγγελίας μιας μετάβασης χωρίς να είναι σαφής ο «τόπος» προορισμού της μετάβασης. Ο λαϊκισμός καθίσταται ένα ασταθές κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο που αμφισβητεί τη διαμεσολάβηση που ενσαρκώνουν οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και εκθειάζει τη μεταβατικότητα καθιστώντας την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στιγμιαία, ανίσχυρη, προσωρινή. (Ταγκίεφ, 2008, σσ. 806-807) Εδώ μπορούμε να διαπιστώσουμε μια ακόμη ενδιαφέρουσα αμφισημία. Ενώ οι λαϊκισμοί κατά τον Ταγκίεφ απορρίπτουν τις διαμεσολαβήσεις και προκρίνουν την αμεσότητα, την εγγύτητα, την επαφή, ο Λαζόπουλος είναι κατεξοχήν διαμεσολαβητής λόγω της καταστατικής διαμεσολάβησης που υπαγορεύει το τηλεοπτικό μέσο. Η μεσολάβηση μεταμφιέζεται σε τηλεοπτική γιορτή προκειμένου να βιωθεί άμεσα ή ως αμεσότητα. Σε αυτό το πεδίο η διαμεσολαβημένη ψευδό -οικειότητα της τηλεοπτικής εμπειρίας στην οποία αναφέρεται ο Thompson είναι ικανή να μας παράσχει ένα εξηγητικό πλαίσιο για την ύπαρξη ενός λαϊκισμού από απόσταση. (Thompson, 1999, σσ. 146-149) Η εκμηδένιση, η συγκάλυψη, η υποτίμηση της απόστασης (χωρικής, χρονικής, ψυχολογικής, συναισθηματικής ) είναι κυρίαρχη στη διερεύνηση μας αφού ο τηλελαϊκισμός ετυμολογικά αναφέρεται και στην εξ αποστάσεως λειτουργία της οικοδόμησης ενός λαού. Σε αυτήν την περίπτωση το πρώτο συνθετικό «τηλέ» θα μπορούσε να μην αφορά μόνο στην τηλεόραση αλλά όπως αναφέρει και το λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη να αποτελεί «πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων, που δίνει σ' αυτές την έννοια του πολύ μακριά π.χ. τηλεβόας, τηλεγράφημα, τηλεκατευθυνόμενος». Ο τηλελαϊκισμός προϋποθέτει τη διαμεσολάβηση η οποία όμως γεννά (ψευδό)τηλέ- εγγύτητα και (ψευδό)τηλέ- οικειότητα. Είναι φανερό λοιπόν πως βρισκόμαστε στην αναζήτηση ενός λαϊκισμού που αναφέρεται στην κατασκευή ενός λαϊκού υποκειμένου όπου η τοπικότητα, η χωρικότητα, η αμεσότητα, η επαφή και το αδιαμεσολάβητο βίωμα απουσιάζουν. Σε αυτό το σημείο είμαστε περισσότερο ώριμοι να απαντήσουμε στο αφετηριακό μας ερώτημα: τηλεοπτικός λαϊκισμός, τηλέ-λαϊκισμός ή τηλελαϊκισμός; Οι παραπάνω όροι είναι συνώνυμοι αλλά όχι ισοδύναμοι. Ο επιθετικός προσδιορισμός «τηλεοπτικός» που προηγείται του «λαϊκισμού» παραπέμπει σε μια εκδοχή του και τον προϋποθέτει ως δεσπόζουσα προκείμενη, φέρει τον λαϊκισμό ως ένα κυρίαρχο θεωρητικό κεφάλαιο στο οποίο προστίθενται μορφολογικά-εξωτερικά χαρακτηριστικά που το επηρεάζουν ή το καθορίζουν όπως είναι η τηλεόραση και ο ρόλος της. Στη δεύτερη περίπτωση (τηλέ- λαϊκισμός) οι δύο όροι συμπλησιάζουν, ματαιώνουν το κενό (keyboard space) που τις χωρίζει, το οποίο και αντικαθίσταται από μια παύλα. Παρά την εγγύτητα τα δύο πεδία της τηλέ-διαμεσολάβησης και του λαϊκισμού παραμένουν διαχωρισμένα και κυριαρχούνται από την επιρροή μιας ανολοκλήρωτης-εκκρεμούς ενώσεως. Εμείς επιλέγουμε να αναφερθούμε στο φαινόμενο με την τρίτη δυνατότητα της συνένωσης των δύο 12 λέξεων/εννοιών σε μια χειραφετημένη λέξη αυτόνομη και αυθύπαρκτη: τον «τηλελαϊκισμό» 9. 3. Λαϊκισμός και τηλελαϊκισμός Σε αυτό το σημείο της διερεύνησης μας θα εντάξουμε τη διάκριση μεταξύ της «πολιτικής» και του «πολιτικού» στην οποία αναφέρεται η Σ. Μουφ εξηγώντας πως ενώ το «πολιτικό» αφορά στην έννοια του ανταγωνισμού που κρύβεται στον πυρήνα της Δημοκρατίας, η «πολιτική» αφορά στις πρακτικές και τους θεσμούς που οργανώνουν τα υποκείμενα στο περιβάλλον του ανταγωνισμού. (Μουφ, 2008, σ. 16) (Mouffe Β', 2008, σ. 53) Κατά αντιστοιχία θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την άποψη πως ο λαϊκισμός θα μπορούσε οντολογικά να αφορά στην επίτευξη της πληρότητας με τη δόμηση ενοτήτων/κοινοτήτων/ταυτοτήτων και οντικά να αφορά στις πρακτικές (θεσμικές, ρηματικές και κοινωνικές) επίτευξης αυτών των ενοτήτων. Με βάση αυτή τη διάκριση θα μπορούσαμε να πούμε πως ο τηλελαϊκισμός στη διαθέσιμη βιβλιογραφία (που παρατίθεται παρακάτω) έχει αντιμετωπιστεί ως μέρος της οντικά οριζόμενης φύσης του λαϊκισμού, ως πρακτική. Θωρούμε μάλιστα πως στη διάκριση μεταξύ οντολογικής και οντικής φύσης του λαϊκισμού εδράζεται η λύση μεγάλου μέρους των θεωρητικών αντιπαραθέσεων για τη φύση του λαϊκισμού που οδηγεί σε διαφορετικές «σχολές» ανάγνωσης που τοποθετούν στον λαϊκισμό διαφορετικά πρόσημα. Κατά τον Λακλάου η οντική προσέγγιση του λαϊκισμού καταλήγει «σε μια αυτό-ακυρούμενη διαδικασία» η οποία είτε πνίγεται στη «χιονοστιβάδα των εξαιρέσεων» είτε προσφεύγει σε μια διαίσθηση που δεν παράγει κάποια εννοιολογική αξία. (Λακλάου, 2005) 10 Αυτός ο κίνδυνος των εξαιρέσεων στη δική μας περίπτωση επιβεβαιώνεται καθώς η (οντική) αντίληψη του Ταγκίεφ και του Ματζολένι για τον τηλελαϊκισμό, τον οποίο τον ταυτίζουν με το νεολαϊκισμό, δεν ταιριάζει με το παράδειγμα του Λαζόπουλου. Ο Λαζόπουλος δεν είναι κάποιος τηλεγενής πολιτικός ή επιχειρηματίας με πολιτικές φιλοδοξίες (τους οποίους έχουν στο μυαλό τους οι δύο θεωρητικοί όταν μιλούν για τηλελαϊκισμό) αλλά ένας καλλιτέχνης βουτηγμένος στο πάθος και τη συγκίνηση. Επιπλέον, δεν τον διακρίνει καμιά ακροδεξιά φοβική προσέγγιση των «διαφορετικών» (πολιτισμικά και κοινωνικά) άλλα μια «αριστερίστικη» (αλλά όχι αριστερή/ταξική) ρητορεία. Ακολουθώντας το σχήμα του Λακλάου (όπου ο Λαϊκισμός συνιστά οντολογική κατηγορία) θα επιχειρήσουμε να αντιμετωπίσουμε και τον τηλελαϊκισμό ως οντολογική κατηγορία και έτσι να απενεργοποιήσουμε τις εξαιρέσεις. 11 Η οντολογική πρόσληψη της έννοιας τους τηλελαϊκισμού απαιτεί (κατά τον Λακλάου) μονάδα ανάλυσης μικρότερη της ομάδας που στη δική μας περίπτωση είναι το υποκείμενο τηλεθεατής. Μετά τις έννοιες της απόστασης και της διαμεσολάβησης που ήδη περιλάβαμε στο πλαίσιο της διερεύνησης μας είναι στιγμή λοιπόν να περιλάβουμε την 9 Αυτή η επιλογή υιοθετεί την άποψη του Λακάν για την προτεραιότητα του σημαίνοντος («τηλελαϊκισμός»), έναντι του σημαινόμενου. 10 Στις πραγματικά λιγοστές βιβλιογραφικές απόπειρες διερεύνησης του τηλελαϊκισμού θα αναφερθούμε εκτεταμένα στο επόμενο κεφάλαιο όπου θα καθορίσουμε το θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς της εργασίας μας. 11 Η οντολογική ματιά τοποθετεί την εννοιολόγηση του Λαϊκισμού στη δομή του λόγου (discourse) και δίνει έμφαση στη δομική θέση των αιτημάτων που συναρθρώνει ο λόγος του λαϊκισμού και στις αξίες που παράγουν τα αιτήματα αυτά (ηγεμονία- ισοδυναμία- συγκρότηση- διχοτόμηση). 13 έννοια του ατομικού υποκειμένου. Εκλαμβάνουμε λοιπόν τον «τηλελαϊκισμό» ως οντολογική κατηγορία που μας παραδίδει ένα νέο «τρόπο» που σχετίζεται με το «λαϊκισμό του ατομικού υποκειμένου» που στοχεύει στον επανακαθορισμό της επιδιωκόμενης ενότητας τόσο των κοινωνικών δεσμών αλλά και του κατακερματισμένου εαυτού, δηλαδή σε μια διττή ενότητα έξω και μέσα στο άτομο, στην κοινωνία και τον εαυτό. Με αυτή την έννοια ο τηλελαϊκισμός είναι νοσταλγικός και μοιάζει κατεξοχήν «νεωτερικός», κάτι που θυμίζει τον εθνικισμό ή τον έθνο-λαϊκισμό όπως επιβεβαιώνει και ο Ταγκίεφ. (Ταγκίεφ, 2008) «Τηλέ-λαός» και «έθνος» παρέχουν συνθήκες πάγιου και συνεκτικού εαυτού διαθέτουν όμως πολλές σαφείς και εμφανείς διαφορές, δρουν σε διαφορετικές κοινωνικό- οικονομικές συγκυρίες και σε διαφορετικές ιστορικές εποχές και παράγουν διαφορετική «συνεκτική ύλη» που μάχεται τον κατακερματισμό. Αυτό που επιδιώκουν είναι η ποθητή συνοχή που επιτρέπει στο άτομο να διαχειριστεί την ατομικότητα του και να την εντάξει στη συλλογικότητα του λαού υπακούοντας σε μια συνταγματική συνθήκη. Αυτή η συνταγματική συνθήκη υπακούει σε ένα ηγεμονικό αίτημα και μετατρέπει τη συσσωμάτωση των υποκειμένων σε λαϊκό υποκείμενο που διαφέρει από τη μάζα, τον όχλο , το πλήθος. 12 Αυτό που είναι διαφορετικό μεταξύ των δύο διαδικασιών (του εθνικό- λαϊκισμού και του τηλελαϊκισμού) δεν είναι μόνο η μεταβολή της χωρικότητας/τοπικότητας αλλά και η μεταβολή της φύσης της ταυτότητας και της ενότητας/πληρότητας: από σταθερή και πάγια μετατρέπεται σε ρευστή, προσωρινή, στιγμιαία. Τη μεταβολή της έννοιας της πληρότητας θα ξαναδούμε παρακάτω στο κεφάλαιο που διερευνά την ταυτότητα του ατομικού υποκειμένου. Με βάση αυτές τις αρχικές παραδοχές η πολιτική αξία του τηλελαϊκισμού πιθανά να πηγάζει από το γεγονός ότι η τηλεόραση (και κατ’ επέκταση τα ΜΜΕ) απελευθερώνει το άτομο από την τοπικότητα και την χρονικότητα του και το εξοικειώνει με τη διαδικασία της αέναης παραγωγής ταυτοτικών ειδώλων. Η παραγωγή εικονικού εαυτού είναι μια δυνατότητα που παρέχει κατεξοχήν η λειτουργία της τηλεόρασης. Η εικονική πραγματικότητα (του εαυτού και του κοινωνικού) προσφέρουν στο άτομο μια ιδιότυπη ένταση και μια κατεξοχήν πλάνα συνθήκη ζωής που επιδρά στο πολιτικό. Η συνθήκη ότι αποδέχεται, αγαπά και φροντίζει έναν εαυτό ο οποίος δεν είναι απόλυτα δικός του και τον χαρίζει σε ενότητες/κοινότητες οι οποίες παρέχουν παρομοίως πλάνες συνθήκες σύνδεσης και ομοιότητας. Καθώς ενισχύεται η επίγνωση ότι η ενότητα και η κοινότητα είναι ουτοπία, η αίσθηση της ετερότητας αποκτά μεγαλύτερη ισχύ, είναι αυτή που καθορίζει τη ροή και τις διαθέσεις του βίου, γίνεται κυρίαρχη. Σε αυτό το σημείο εντάσσουμε στο πλαίσιο της διερεύνησης μας την αντιθετικότητα και την ετερότητα που αποτελούν ιδρυτική συνθήκη κάθε λαϊκισμού (και τηλελαϊκισμού) όπου ο εχθρός, ο άλλος, ο απέναντι καθορίζει την ανταγωνιστική σχέση που διακατέχει το πολιτικό: ο τηλελαϊκισμός όπως κάθε λαϊκισμός βασίζεται στη συγκρουσιακή υπόσταση της ύπαρξης του «άλλου». 13(Μουφ, 2008, σσ. 16,17) 12 Ο Φρόυντ έχει αναφερθεί στις προϋποθέσεις που δομούν μια μάζα η οποία διαθέτει ιδιότητες αντίθετες από αυτές του ατόμου του οποίου τη συνείδηση των πράξεων (και τη βούληση) απορροφά και εξαφανίζει. (Φροϋντ, 1994, σ. 16) Αντίθετα στη συλλογικότητα του λαού η συνείδηση των πράξεων και η βούληση κατέχουν θεμελιακή θέση και κινούν τη λαϊκή κινητοποίηση. 13 Στην εικονική φύση των δύο πόλων που πραγματώνουν τη συγκρουσιακότητα θα αναφερθούμε στο κεφάλαιο των συμπερασμάτων. 14 Τέλος, σημαντικό ρόλο σε αυτό το δομικό σχήμα επιτελεί ο τηλεοπτικός λόγος (discourse) με τον οποίο δομείται η τηλεπραγματικότητα, εμπεδώνεται η επίγνωση του εξωτερικού και εσωτερικού κατακερματισμού, ενδυναμώνεται η καταστατική έλλειψη πληρότητας η οποία ωθεί το ατομικό υποκείμενο να ασπαστεί το λαϊκιστικό αίτημα προκειμένου να τη «θεραπεύσει» και τέλος ματαιώνεται αυτή η προσδοκία καθώς η συγκρότηση μιας σαφούς συνεκτικής ενότητας του εαυτού και του κόσμου σβήνει όταν σβήνει και η τηλεοπτική οθόνη. Έως τώρα έχουμε ορίσει πως στο πλαίσιο της διερεύνησης μας αντιμετωπίζουμε τον τηλελαϊκισμό ως οντολογική (και όχι οντική) κατηγορία όπου τα διαφορετικά επίπεδα απεύθυνσης, η απόσταση, ο διττός κατακερματισμός (του κοινωνικού πεδίου και του εαυτού) και η ετερότητα διαμεσολαβούνται από τον τηλεοπτικό λόγο προκειμένου να συγκροτηθεί υπό την ισχύ ενός ηγεμονικού αιτήματος (που αντιπροσωπεύει αλυσίδες ισοδύναμων αιτημάτων) το τηλελαϊκό υποκείμενο ως ένας πόλος της διχοτόμησης του κοινωνικού πεδίου. Σε αυτό το σημείο θα αναφερθούμε λεπτομερώς στη μέχρι σήμερα οντική προσέγγιση του τηλελαϊκισμού από τον Ταγκίεφ και τον Ματζολένι 3.1. Ο τηλελαϊκισμός από την πλευρά της πολιτικής επιστήμης Ο Πιέρ Αντρέ Ταγκίεφ στο άρθρο « Ο λαϊκισμός και η πολιτική επιστήμη», (Ταγκίεφ, 2008) αφού αναφέρεται στις θεωρητικές αδυναμίες της διερεύνησης του λαϊκισμού αλλά και τη σύγχυση που υπάρχει στη χρήση του όρου ως υποκατάστατο της δημαγωγίας, εντάσσει τα ΜΜΕ στην ευρεία συζήτηση περί λαϊκισμού προτείνοντας να συμπληρωθεί η τυπολογία της Κόνοβαν με τη νέα κατηγορία του «τηλελαϊκισμού». 14(Ταγκίεφ, 2008, σ. 828) Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο νεολαϊκισμός ο οποίος προκύπτει ξαφνικά στη δημόσια σφαίρα, μιλά εξ ονόματος του λαού για το λαό καταγγέλλοντας με σφοδρότητα τις ελίτ, το κατεστημένο, χωρίς να διαθέτει σαφή και δεσμευτικό προγραμματικό λόγο και υπόσχεται τη μετάβαση σε μια αληθινή και αυθεντική δημοκρατία. Επιτίθεται δηλαδή στη παρούσα ποιότητα της δημοκρατίας. Στο νεολαϊκισμό δεσπόζει η μορφή του ηγέτη που τονίζει τη διαφορετικότητα του από τους υπόλοιπους πολιτικούς και διηγείται στο λαό μια νέο- πραγματικότητα ικανή να τον κάνει να ονειρεύεται, να ελπίζει αλλά και να κατανοεί εξελίξεις και γεγονότα για τα οποία δε διαθέτει ικανή εξηγητική πληροφορία. Αυτή η εξηγητική και αφηγηματική απεύθυνση γίνεται κυρίως μέσω της τηλεόρασης της οποίας τους κώδικες κατέχει ο δημαγωγός τηλεγενής πρωταγωνιστής της βιντεοπολιτικής. Ο ηγέτης όπως περιγράφεται από τον Ταγκίεφ μπορεί να μοιάζει με τον αρχηγό του ΛΑΟΣ ακόμη και με το μεταδημοκρατικό προφίλ του επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλου αλλά όχι με τη μορφή ενός καλλιτέχνη που υιοθετεί μια «αριστερή προοδευτική» ρητορεία όπως ο Λαζόπουλος. Μάλιστα ο Ταγκίεφ ορίζει πως ο τηλελαϊκισμός είναι μια «μορφή λαϊκισμού προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις των τηλεοπτικών μέσων και ικανή να συνδυάζει ταυτόχρονα όλους τους κλασικούς τύπους λαϊκισμού». Εντοπίζει ως κύριο χαρακτηριστικό Οι τέσσερεις τύποι πολιτικού λαϊκισμού που διακρίνει η Κόνοβαν είναι: 1. Η λαϊκιστική δικτατορία 14 εθνικολαϊκού τύπου που στηρίζεται στις λαϊκές μάζες των πόλεων. 2. Η λαϊκιστική δημοκρατία δημοψηφισματικού και συμμετοχικού τύπου. 3. Ο αντιδραστικός λαϊκισμός με έθνο-ρατσιστικό προσανατολισμό που ισοδυναμεί με συγκαλυμμένο ρατσισμό. 3.Ο λαϊκισμός των πολιτικών, δηλαδή η κλήση προς το λαό πέρα από ιδεολογικοπολιτικές γραμμές αλλά μόνο μέσα από το διαχωρισμό μεταξύ λαού και ελίτ. 15 του την επίκληση του λαού που καλείται να ανατρέψει τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ και το κομματικό παιχνίδι. Αποδίδει την τηλεοπτική σαγήνη που ασκούν οι τηλεγενείς δημοφιλείς ηγέτες στο ότι κατέχουν τους κώδικες των μέσων και τους χρησιμοποιούν προκειμένου να καλέσουν το λαό να συνταχθεί με το μέρος τους για να ανατρέψουν και όχι για να διαδεχτούν την όποια πολιτική τάξη. (Ταγκίεφ, 2008, σ. 830) Οι τηλέ-ηγέτες κατασκευάζονται από τα μέσα ενημέρωσης (κυρίως από την τηλεόραση) μέσω της δημοκρατικής απομάγευσης. Ο Ταγκίεφ λοιπόν αναφέρεται στον τηλελαϊκισμό ως μια έκφανση του νεολαϊκισμού που εκμεταλλεύεται τους συμβολικούς πόρους της τηλεόρασης. Μιλά για βίντεο-πολιτικό μεσσιανισμό που επιβεβαιώνει τη νέο-λαϊκιστική επιχειρηματολογία η οποία αφαιρεί κάθε περιεχόμενο από την παραδοσιακή αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τη χαρίζει στη «δημοκρατία των πληρεξούσιων». Θεωρεί μάλιστα τον τηλελαϊκισμό ως πραγματικότητα που ταυτίζεται με την ανάδυση ισχνών ή κενών δημοκρατιών και «ημιχαρισματικών τηλεοπτικά κατασκευασμένων ηγετών» που αναλαμβάνουν το ρόλο του σωτήρα. Η μαζική προσφυγή στα ΜΜΕ κατασκευάζει ψευδαισθήσεις και η υπερ-προσωποποιημένη εκτελεστική εξουσία που λαμβάνει αποφάσεις επικαθορισμένες κάνει απαραίτητους και γοητευτικούς όσους διαθέτουν την αρετή της «αυτοπαρουσίασης» τους στα ΜΜΕ. Αυτή η μεταβολή στο περιεχόμενο της δημοκρατίας μεταβάλλει την κλήση στο λαό σε κλήση στο κενό και αδειάζει από περιεχόμενο την πολιτική ή καλύτερα την καθιστά ένα απολίτικο κουφάρι του εαυτού της, μια φόρμα, ένα κενό περιεχομένου διακύβευμα που συνεχίζει όμως να παραμένει καθοριστικό μέσα στην κενότητα του. (Ταγκίεφ, 2008, σ. 845) Μάλιστα, σε πιο πρόσφατο κείμενο ο Ταγκίεφ ταυτίζει απόλυτα το νεολαϊκισμό και τον τηλελαϊκισμό (Ταγκίεφ, 2008 Β')15 συμπεραίνοντας πως «Ο νέο-λαϊκισμός, τόσο στην Ευρώπη όσο και εκτός Ευρώπης, είναι ένας τηλελαϊκισμός» και υπογραμμίζει την αμφισβήτηση από τον νεολαϊκισμό της αντιπροσωπευτικότητας των κοινοβουλευτικών δομών συμπληρώνοντας «Στο εξής, ο δημόσιος χώρος τείνει να τοποθετείται εκτός του κοινοβουλευτικού πεδίου…». Θέτει επίσης τους όρους της επιτυχούς ανάδυσης του «στην επανεπινόηση του εθνικισμού» από τους νέο-έθνο-λαϊκιστές ηγέτες που «πέτυχαν να μονοπωλήσουν την πολιτική μετάφραση των ταυτοτητικών ανησυχιών συχνά με όρους εθνοτικούς και σε μια αυταρχική προοπτική». Πρόκειται για ένα ξεχωριστό τύπο λαϊκισμού όπου «οι προνομιούχοι κύκλοι ή οι μέχρι τώρα μάλλον ευνοημένοι εκφράζουν την ισχυρή τους προσήλωση στα κεκτημένα πλεονεκτήματα ή στην κοινωνική τους θέση, που απειλούνται από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης». Με αυτή την έννοια πρόκειται για ένα «λαϊκισμό αποκλεισμού» που δεν αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη ιδεολογία, ένα πολιτικό ύφος που ταιριάζει με όλες τις ιδεολογίες και υπερασπίζεται την εθνική ταυτότητα με ένα ρατσισμό περισσότερο «διαφοριστικό- πολιτισμικό, και όχι ανισωτικό- βιολογικό». Ο νεολαϊκισμός που παράγεται στο μιντιακό πεδίο εγκαλεί το λαό «που παρέμεινε ο εαυτός» του και καλεί τα μέλη του να υπερασπιστούν την καθαρότητα της κοινωνίας και τα προνόμια που μέχρι σήμερα κατείχαν. Από αυτό το κάλεσμα προς τον αυθεντικό λαό αποκλείονται οι «άλλοι» είτε με όρους πολιτισμικούς είτε με όρους συνομωσιολογικούς, δηλαδή αυτοί που προδίδοντας την εθνικής τους ταυτότητα Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 5 Σεπτεμβρίου του 2008, απόσπασμα από το βιβλίο του Pierre- 15 Andre Taguieff (επιμ.), «Le retour du populisme. Un defi pour les democraties europeennes», Παρίσι, «Le tour du sujet/Universalis», 2004. Μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος. 16 επιχαίρουν και στηρίζουν την παγκοσμιοποίηση. Ο οντικά οριζόμενος τηλελαϊκισμός που στοχεύει στην κατασκευή ενός μεσσία ενδέχεται να αντιμετωπιστεί από ένα άλλο λαϊκισμό, τον (παλιό όπως τον ονομάζει ο Ταγκίεφ) λαϊκισμό της αριστεράς όμως και οι δύο (τηλελαϊκισμός και αριστερός λαϊκισμός) αποτελούν αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας την οποία θα φέρουμε ως παράδειγμα στο κεφάλαιο των συμπερασμάτων. Τέλος, ο λόγος αυτός καταλήγει σε αντισυστημικά επιχειρήματα και μεταφράζεται πάντα σε κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (Ταγκίεφ, 2008 Β'). Παρά τις εξαιρέσεις που προκύπτουν από την προσέγγιση του Ταγκίεφ υπάρχουν τρία κρίσιμα σημεία που αφορούν τόσο στην οντική όσο και στην οντολογική πλαισιοδότηση του τηλελαϊκισμού: 1. Κατά τον Ταγκίεφ ο τηλελαϊκισμός αποτελεί μια αντιδημοκρατική διαδικασία που εμβαθύνει και εμπεδώνει την αποδυνάμωση ή την εκκένωση από κάθε περιεχόμενο των σύγχρονων δημοκρατιών. Ο τηλελαϊκισμός ντύνει και μεταμφιέζει την ολιγαρχία ή την πλουτοκρατία με το «ένδυμα» της λαϊκής κυριαρχίας που παραμένει «πολιτική ψευδαίσθηση» τηλεοπτικά κατασκευασμένη. 2. Δεύτερο κρίσιμο σημείο η έννοια της ματαίωσης. Οι προσδοκίες που κατασκεύασαν οι κατά καιρούς τηλελαϊκιστές ηγέτες μετά την εκλογή τους ξεχάστηκαν και οι ρηματικές κατασκευές που στόχευαν στην καταγγελία του χάσματος λαού και ελίτ εγκαταλείφθηκαν. Φαίνεται να επιβεβαιώνεται το παρακάτω μοτίβο: όταν η ψήφος εξασφαλίζεται και η εξουσία κατακτιέται τότε οι εγκλήσεις αποδεικνύονται κενές περιεχομένου, επιλογές πολιτικού μάρκετινγκ και επικοινωνιακά τρικ. Αυτή η ματαίωση υπόσχεται μια οδύνη με μεγάλη πολιτική αξία που η Επιστήμη των Συγκινήσεων μπορεί να φωτίσει. Αν αυτή η ματαίωση συμβεί περισσότερες από μια φορές, δεν σπρώχνει κατά την άποψη μας στο παλιό λαϊκισμό της αριστεράς όπως εύχεται ο Ταγκίεφ αλλά εκπαιδεύει τον πολίτη στα να βιώνει τις πολιτικές του στάσεις μέσα από κύματα κινητοποιητικών υψηλών προσδοκιών και οδυνηρών ματαιώσεων/ανατροπών. Αυτό το μοτίβο των κυμάτων ελπίδας/ακύρωσης χαρίζει στον πολίτη μια ιδιαίτερη γνώση/εμπειρία ότι στην πολιτική υπάρχει διάσταση μεταξύ των όσων λέγονται και όσων πράττονται. Τον εξοικειώνει δηλαδή με το ενδεχόμενο, όσα ακούει και τον κινητοποιούν , όσα τον εντάσσουν σε ένα λαό, όσα του χαρίζουν μια ενότητα, να παραμείνουν «λόγια». Ένα ρηματικό σχήμα που πέρα από το ότι περιγράφει μια δυνατότητα αδυνατεί να παράσχει τις συνθήκες εκπλήρωσης αυτής της δυνατότητας. Αυτή η εμπειρία υποθέτουμε πως μετατρέπεται σε μια δεξιότητα που αποκτά ο πολίτης που αναγνωρίζει το γεγονός πως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δίνει έμφαση μόνο στη στιγμή της ψήφου ως έγκριση ενός προγράμματος που έχει λίγες πιθανότητες να εφαρμοστεί και ότι οι δημοκρατίες πια δεν παρέχουν κάποιες δυνατότητες ελέγχου της υλοποίησης των προγραμμάτων που εγκρίνονται. Το μόνο που ελέγχεται είναι τα πρόσωπα που έχουν την πρόθεση να τα υλοποιήσουν. Η προσωποποιημένη αυτή πολιτική που δίνει έμφαση στο παρόν χαρίζει στον πολίτη μια σειρά από διττά αισθήματα. Μεταπηδά από την πίστη στον κυνισμό, από την ελπίδα στη ματαίωση, από την πληρότητα στο κενό και μαθαίνει να σερφάρει στα πολιτικά κύματα που ξεβράζουν κάποτε ελπίδα και κάποτε απογοήτευση. Καθιστά έτσι την πολιτική μια μορφή παιχνιδίσματος. Με αυτή την έννοια πολιτική αξία έχει κάθε διαδικασία που προσομοιάζει σε αυτό το μοτίβο της «κατά κύματα» διαδοχής των περιόδων ελπίδας και ματαίωσης, κινητοποίησης και οδύνης. Το 17 μοτίβο της ματαίωσης που πηγάζει από τη οικοδόμηση μιας ενότητας η οποία ακυρώνεται άμεσα και οριστικά εντοπίζεται και αναγνωρίζεται στις ψευδαισθητικές ενότητες/κοινότητές που κατασκευάζει η τηλεόραση και όπως θα περιγράψουμε παρακάτω αποτελεί πυρηνικό χαρακτηριστικό φύσης του τηλελαϊκισμού (π.χ. η κοινότητα των τηλεθεατών του Αλ Τσαντίρι Νιούζ). 3. Το τρίτο σημείο από όσα αναφέρει ο Ταγκίεφ που είναι καθοριστικό για τη διερεύνηση μας είναι η υιοθέτηση (από τον ίδιο και από εμάς) της άποψης του Λέχνερ ότι «ο λαϊκισμός εκφράζει πριν από όλα μια υπεράσπιση της κοινότητας» με αυτή την έννοια επιδρά ανταγωνιστικά σε οτιδήποτε εμβαθύνει τον κατακερματισμό ή προκαλεί το θρυμματισμό των υποκειμένων (συλλογικών και ατομικών), αποτελεί δηλαδή αντίδραση στην δράση του κατακερματισμού που τόσο κατά την ακροδεξιά όσο και κατά την αριστερή ρητορεία πηγάζει από τις διαδικασίες του «τούρμπο καπιταλισμού» της παγκοσμιοποίησης. Σε αυτή την αιτία ανάγει η Σόνια Λίβινγκστον τον ηθικό πανικό που έχει καταλάβει όσους ανησυχούν για το ρόλο των ΜΜΕ , τη δύναμη που φαίνεται να κατέχουν και τη συνεχώς αυξανόμενη ενίσχυση τους. Πρόκειται για μια ηθικολογική απάντηση στην εξασθένιση των κοινοτικών δεσμών και της παράδοσης που κρύβει από πίσω της το φόβο του διαφορετικού που επιζητά αποδιοπομπαίο τράγο. (Λιβινγκστόν, 1996, σ. 443) Όμως εδώ κρύβεται ένα ακόμη παράδοξο καθώς ο ίδιος ηθικός πανικός καταλαμβάνει και τα ΜΜΕ χτυπώντας το συναγερμό για φαινόμενα στα οποία τα ίδια συμμετέχουν (κατακερματισμός, εκσυγχρονισμός, ομογενοποίηση κ.α.). Μοιάζει με το σχήμα των αυτοάνοσων νοσημάτων που προέρχονται από ευαισθητοποίηση του σώματος σε δικά του συστατικά (π.χ. πρωτεΐνες) που τις εκλαμβάνει ως εχθρό ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Στην περίπτωση όμως των ΜΜΕ σε αντίθεση με την ένσαρκη αυτοάνοση αντίδραση ( η οποία λειτουργεί αυτοκαταστροφικά) έχουμε την ενίσχυση και όχι την εξασθένιση των ΜΜΕ. Καθώς επιτίθενται στο κατακερματισμό και την απομάκρυνση από την παράδοση επιβεβαιώνουν το περιφρουρητικό τους ρόλο και θεαματοποιούν τις ανησυχίες που εκφράζουν. Δομούν έτσι ένα λαϊκισμό, τον τηλελαϊκισμό που είναι θέαμα (προϊόν προς κατανάλωση που γεμίζει το πρόγραμμα) και θεαματικός (ικανός να προσεγγίσει το βλέμμα του τηλεθεατή) Ο λαϊκισμός με βάση τα παραπάνω καθίσταται κατεξοχήν παρηγορητικός προσφέροντας ως υποκατάστατο μια ιδανική κοινότητα η υπεράσπιση της οποίας απαιτεί την εξιδανίκευση του παρελθόντος και τη νοσταλγία μιας ανεπανόρθωτα χαμένης αλληλεγγύης. Για να επιβεβαιώσει αυτή την άποψη ο Λέχνερ υπενθυμίζει την αμεσότητα στην απεύθυνση και στην πρόσληψη των μηνυμάτων που εκπέμπει η τηλεόραση. Αυτή η άμεση απεύθυνση υποτιμά τις εξαγγελίες και τα προγράμματα και απευθύνεται σε «συναισθηματικές μορφές συνοχής και ταυτότητας» που δεν έχουν να κάνουν με το περιεχόμενο των εξαγγελλόμενων προγραμμάτων. Με αυτή την έννοια η κατά Λέχνερ θεώρηση του λαϊκισμού αδιαφορεί για τις προοπτικές και το μέλλον (ίσως επειδή γνωρίζει ότι αυτές είναι κενές περιεχομένου) και εστιάζει στο παρόν, το εδώ και το τώρα της παλινόρθωσης μιας κοινότητας, μιας ενότητας. Η αναμνημόνευση της εξιδανικευμένης αλλά κατακερματισμένης κοινότητας/ενότητας βασίζεται στην επιλεκτική χρήση της ιστορίας προκειμένου να πετύχει τη δημιουργία μιας βεβαιότητας ότι κάποτε υπήρξε με τη μορφή που ο λαϊκισμός την επικαλείται. Ο λαϊκισμός που φέρεται ως μια αντιπαράθεση μεταξύ κοινοτισμού και οικουμενισμού όταν καθίσταται τηλελαϊκισμός θα μπορούσε να αποτελεί αντιπαράθεση μεταξύ κοινοτισμού και 18 πρωτογονισμού που το τηλεοπτικό «πλανητικό χωριό» επαναφέρει. (Εντσενσμπέργκερ, 1981, σ. 46) Αν το αναγάγουμε σε μια πολιτισμική μάχη ίσως να πρόκειται για την αντιπαράθεση μεταξύ του προφορικού κόσμου που τα μέσα επαναφέρουν προκειμένου να αντικαταστήσουν τον εγγράμματο κόσμο της νεωτερικότητας. (Chandler, 2010) Αυτός ο πρωτογονισμός που η τηλεόραση εμπεδώνει και αποκρύπτει ταυτόχρονα έχει εντοπιστεί από ερευνητές των μέσων και αποδίδεται καταρχήν στην αμεσότητα της επικοινωνίας των νοημάτων με τη χρήση των συναισθημάτων. Αυτή η άμεση επικοινωνία συναισθημάτων είναι που προσδίδει στην τηλεόραση τη δυνατότητα να αποκρύπτει τον διαμεσολαβητικό της ρόλο, να θέτει τη διαμεσολάβηση στο παρασκήνιο. Επίσης ο πρωτογονισμός της εντοπίζεται και στην τελετουργική της διάσταση καθώς υποκαθιστά συμβολικές λειτουργίες που γινόταν άλλοτε από ιεροτελεστίες ή μύθους. Η τηλεοπτική συσκευή και το περιεχόμενο της αναδεικνύει πρόσωπα, ειδήσεις, γεγονότα, ιδέες εξαιρετικές, ασυνήθιστες αντικανονικές, αυτό που στις μη εγγράμματες κοινωνίες διατάρασσε τη ησυχία και την ισορροπία. Δεν αφορά όμως μόνο τη τηλεόραση αλλά το σύνολο των ΜΜΕ που δείχνουν ενδιαφέρον για τα δυστυχήματα, τις καταστροφές, τις αναταραχές και ταυτόχρονα τη καινοτομία, το γελοίο, αναδεικνύοντας πρόσωπα και αστεϊσμούς που παλιότερα ταίριαζαν στον «τρελό του χωριού». Καθώς το μιαρό γίνεται θέαμα έχουμε τη μετάβαση σε ένα κόσμο όπου το φανταστικό διαπλέκεται με το πραγματικό με τον ίδιο τρόπο που οι ειδήσεις διαδέχονται τα σήριαλ, ο ρεαλισμός των ειδήσεων δίνει τη θέση του στη μυθοπλασία. Σε αυτή τη λειτουργία που μοιάζει με φυγή υπάρχει κάτι το μεταφυσικό, η τηλεόραση βοηθά τον τηλεθεατή να ξεφύγει από τον εαυτό του. (Καζνέβ, 1979, σ. 104) Καθώς όμως ο τηλελαϊκισμός δρα ως παράγοντας φυγής από την πραγματικότητα και τον εαυτό η τηλεόραση δεν εγκαταλείπει τον τηλεθεατή στην τύχη του να ίπταται μετέωρος χωρίς ταυτότητα στον υπερπραγματικό κόσμο της τηλεπραγματικότητας αλλά του παρέχει μια νέα ταυτότητα, ρευστή, εφήμερη, εκτονωτική διαφορετική από τη συνεκτική ταυτότητα της νεωτερικότητας που έχει απολέσει για πάντα. Αυτή την αναζήτηση κοινότητας/ενότητας/ταυτότητας, που ο Λακλάου εξισώνει με πληρότητα, έξω και μέσα από το ατομικό υποκείμενο, αποδέχεται η τελευταία απαισιόδοξη φράση στο προαναφερόμενο κείμενο του Ταγκίεφ, ο οποίος όμως τη θυσιάζει στην παγίδα του τηλελαϊκισμού: «Όταν η δημόσια σφαίρα τείνει να συρρικνωθεί στην αγορά η κοινοτιστική αναζήτηση δεν επιδιώκει τόσο να ιδρύσει την κοινότητα των πολιτών όσο αφήνεται να παγιδευτεί από τους επαγγελματίες της βιντεοπολιτικής σαγήνης». Στη φράση αυτή αναγνωρίζονται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εμφάνιση του τηλελαϊκισμού: • Η δημόσια σφαίρα συρρικνώνεται στο μέγεθος και τις λειτουργίες της αγοράς ( ή των αγορών όπως αναφέρεται στη γλώσσα των ΜΜΕ) που επιδιώκουν το κέρδος και στερούνται πλήθος αξιακών ερεισμάτων (π.χ. ελευθερία/ισότητα/ουτοπία). Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της συρρίκνωσης η «απομάγευση»/από- ιδεολογικοποίηση της δημόσιας σφαίρας. Καθώς φυσικοποιείται ο λόγος της αγοράς αυτή επιβάλλει την ιδεολογία της χωρίς αντιστάσεις. Μια ιδεολογία αντικαθιστά όλες τις άλλες. (Phillips & Jorgesen, 2009, σσ. 123-134) • Η παραπάνω μεταβολή επηρεάζει τη φύση των υποκειμένων (ατομικών και συλλογικών). Στην κλίμακα των συλλογικών υποκειμένων έχουμε τον 19 ετεροκαθορισμό τους από τη αγορά και την μετατροπή τους σε υπερασπιστές, κατακριτές και ρυθμιστές της ενώ στη κλίμακα των ατομικών υποκειμένων έχουμε τη μετατροπή τους από πολίτες σε καταναλωτές . • Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η κοινοτιστική αναζήτηση διαβρωμένη από τη συρρίκνωση της δημόσιας σφαίρας και τη διαμεσολάβηση των ΜΜΕ, παύει να επιδιώκει την (επαν)ίδρυση της κοινότητας με όρους βιωματικούς αλλά παραδίδεται σε ενότητες που δομούνται με όρους απεικονιστικούς και αφηγηματικούς δηλαδή αισθητικούς . • Αυτές οι συνθήκες μοιάζουν με παγίδα που στήνουν και διαχειρίζονται οι «επαγγελματίες της βιντεοπολιτικής σαγήνης» δηλαδή όσοι με επαγγελματισμό (είτε ως επαγγελματίες πολιτικοί, είτε ως επαγγελματίες διαμεσολαβητές, είτε ως επαγγελματίες επικοινωνιολόγοι) διεκπεραιώνουν την αλλοτρίωση και συρρίκνωση της δημόσιας σφαίρας και την εκκένωση της πολιτικής από κάθε περιεχόμενο. • Αυτοί οι «επαγγελματίες» διαθέτουν δεξιότητες και γνώσεις ικανές να κινήσουν τους μηχανισμούς της τηλεσαγήνης. Συνειδητά παράγουν συναισθηματική φόρτιση, συγκίνηση και πίστη, όλες τις πρώτες ύλες κάθε λαϊκισμού που με τη σειρά του (ως τηλελαϊκισμός) παράγει μια κοινότητα/ταυτότητα ρευστή/στιγμιαία/προσωρινή η οποία δομείται και αποδομείται από τα ΜΜΕ που την προσφέρουν. 3.2. Ο τηλελαϊκισμός από την πλευρά των σπουδών επικοινωνίας Ο Τζιανπέτρο Ματζολένι στο άρθρο του με τίτλο «Λαϊκισμός και Μέσα Ενημέρωσης» (Mazzoleni, 2006) υπογραμμίζει την εννοιολογική αμφισημία του λαϊκισμού ως δημοφιλία/δημαγωγία και του λαϊκισμού ως υπερασπιστή των συμφερόντων του λαού. Για να πετύχει τους όρους μιας κοινά αποδεκτής περιγραφής της έννοιας του λαϊκισμού των ΜΜΕ προσφεύγει σε δύο μητρικές έννοιες: 1. την πολιτική κουλτούρα και 2. τη λαϊκή κουλτούρα. Αποδέχεται επίσης τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ του νεολαϊκισμού και του λαϊκισμού των ΜΜΕ κάτι που αποδεικνύεται και από την ευρύτατη συγκριτική εθνογραφική διερεύνηση της σχέσης Μέσων και Νεολαϊκισμού με τίτλο «The media and Neo-Populism, a contemporary comparative analysis» (Mazzoleni, 2003) και παρουσιάζει παραδείγματα και μοτίβα αυτού του συσχετισμού από όλο τον κόσμο. Το καταληκτικό μάλιστα συμπέρασμα της εθνογραφικής αυτής καταγραφής των εκφάνσεων του μιντιολαϊκισμού είναι η εξίσωση της μιντιοκαθορισμένης πολιτικής με το λαϊκισμό (“all media politics are populist politics) (Mazzoleni, 2003, σσ. 214-215). Προσπαθώντας να εξηγήσει τη σύγκληση νεολαϊκισμού και μιντιολαϊκισμού αναφέρει την άποψη του Gas Mudde που αποδίδει τη συσχέτιση αυτή στο φαινόμενο του ανταγωνισμού των ΜΜΕ για αναγνώστες/θεατές/ακροατές που τα κάνει να εστιάζουν «σε ακραίες και σκανδαλώδεις πτυχές της πολιτικής». Σε αυτό το πλαίσιο οι νεολαϊκιστές πολιτικοί βρίσκουν ζωτικό χώρο για να προωθήσουν την πολιτική τους ατζέντα που διαθέτει παρομοίως «ακραία» και «σκανδαλολογικά» χαρακτηριστικά. Οι πολίτες «εκπαιδευμένοι» και εξοικειωμένοι με το λαϊκίστικο λόγο των μέσων γίνονται δεκτικοί και στο λόγο των ακραίων λαϊκιστών πολιτικών που μοιράζονται με τα ΜΜΕ ένα κοινό πλαίσιο: σκανδαλολογία, δραματοποίηση, αρνητισμός, κοινωνική κινδυνολογία, επιδίωξη με κάθε μέσο της απόσπασης του βλέμματος και της προσοχής του κοινού. Όμως σύμφωνα με την προαναφερόμενη συγκριτική μελέτη η σχέση νεολαϊκισμού και μιντιολαϊκισμού δεν είναι σταθερή διαχρονικά 20 αλλά περιλαμβάνει διαβαθμίσεις στο χρόνο και ακολουθεί ένα κύκλο που αποδεικνύει πως ο σχετισμός τους είναι υφολογικός και όχι θεσμικός. Αυτή η υφολογική σύγκληση των δύο πεδίων λαϊκισμών (νεολαϊκισμού και μιντιολαϊκισμού) καθορίζεται από τους κανόνες της τηλεοπτικής ροής και της εντυπωσιοθηρίας και αποδεικνύει την υποταγή του νεολαϊκιστικού λόγου στην γραμματική των ΜΜΕ τα οποία επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά την ηγεμονία τους. 16 (Mazzoleni, 2003, σσ. 219-224) Όλα τα μέσα δεν συμμετέχουν ισότιμα σε αυτή τη κουλτούρα των ΜΜΕ, η ιδιωτική τηλεόραση δεσπόζει και κατευθύνει την τάση του λαϊκισμού των ΜΜΕ, είναι αυτή στην οποία προστρέχουν όλοι για να ενημερωθούν και να ψυχαγωγηθούν. Η τηλεόραση που είναι πανταχού παρούσα στα σπίτια και τους δημόσιους ακόμη και εργασιακούς χώρους των σύγχρονων κοινωνιών εστιάζει κατά τον αρθρογράφο της Le Monde, Patrice De Beer (όπως αναφέρεται στο (Mazzoleni, 2006)) σε εκείνα τα στοιχεία της καθημερινότητας που είναι ικανά να αποστρέψουν τους πολίτες από τη δημόσια ζωή και να τους κάνουν επιρρεπείς στην κινδυνολογική ρητορεία των ακροδεξιών πολιτικών. Η καλή σχέση των ΜΜΕ με το νεολαϊκισμό δε συνιστά θεσμική σύγκλιση αλλά υφολογική και εξαιτίας τους γεγονότος ότι τα ΜΜΕ δεν ανήκουν πια σε ιδιοκτήτες επαγγελματίες του είδους π.χ. οι εφημερίδες σε εκδότες και τα κανάλια σε καναλάρχες αλλά σε ομίλους εταιρειών/συμφερόντων που καθώς εμπεδώνουν και επιζητούν τη συνέργεια των συμφερόντων τους χάνουν κάθε ίχνος αμεροληψίας στην επιλογή της ατζέντας και την αισθητική τους. Τα συμφέροντα αυτών των κύκλων/ελίτ που κατέχουν και μέσα είναι δύο ειδών: 1. άμεσα/βραχυπρόθεσμα δηλαδή απτά που μεταφράζονται σε οικονομικό κέρδος και 2. έμμεσα/μακροπρόθεσμα δηλαδή φαντασιακά ή συμβολικά που μεταφράζονται σε ηγεμονία/ισχύ/εξουσία. Επιπλέον η επιδίωξη της δημοφιλίας των ΜΜΕ που μετριέται από ειδικές εταιρείες φέρεται καθοριστική για την επιβίωση και την κερδοφορία τους και τα οδηγεί στην προσαρμογή κατά τον Ματζολένι του λόγου τους σε εύπεπτα προϊόντα που υπόσχονται τη μεγαλύτερη αποδοχή. Ο Σούλτζ (όπως αναφέρεται από το Ματζολένι) ονομάζει αυτήν την στροφή «στροφή στην αγορά» κατά την οποία τα μέλη του κοινού δεν αντιμετωπίζονται ως πολίτες αλλά ως καταναλωτές γεγονός που οδηγεί τα μέσα να επιλέγουν όλο και λιγότερες πληροφορίες ή εικόνες που αναφέρονται στην ουσία της διακυβέρνησης και να μεταδίδουν ειδήσεις /εικόνες /πληροφορίες που προσελκύουν. Σε αυτό το σχήμα γίνεται φανερό πως δημοφιλία/λαϊκισμός των ΜΜΕ και αγορά συγκρούονται με τις ανάγκες της δημοκρατίας οι οποίες όχι απλά αγνοούνται αλλά στρεβλώνονται ή υποτιμούνται και απλοποιούνται προκειμένου να γίνουν εύληπτες από το κοινό. Αυτή η συνθήκη άπτεται μιας τεράστιας ερευνητικής και ακαδημαϊκής συζήτησης περί ενημεροδιασκέδασης, tabloitaization κ.ο.κ. των ΜΜΕ που έχει στο πυρήνα της μια κοινή διαπίστωση για τη στρέβλωση του ρόλου που διαδραματίζουν, τη στρέβλωση της δημόσιας σφαίρας που συμμετέχουν και τη στρέβλωση της πραγματικότητας που διαμορφώνουν/περιγράφουν. Αποτέλεσμα των παραπάνω στρεβλώσεων η ανάδειξη 16 Αυτός ο κύκλος συσχετισμού περιλαμβάνει τέσσερα στάδια: Το πρώτο στάδιο προετοιμασίας του εδάφους για την αποδοχή ακραίων απόψεων που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αποκλεισμένες από το δημόσιο λόγο. Ακολουθεί το στάδιο της δημιουργίας έντονου μιντιακού ενδιαφέροντος με μεγάλο και (θετικό ή αρνητικό) φορτίο δημοσιότητας. Τρίτο είναι το στάδιο της εδραίωσης και της κατάληψης μια θέσης στο πολιτικό φάσμα που ακολουθείται από μια καταληκτική φάση μειωμένου ενδιαφέροντος που κινητοποιεί τους νεολαϊκιστές ηγέτες να προσαρμόσουν τη ρητορεία τους προς πιο ακραίες θέσεις προκειμένου να ξανακερδίσουν την προσοχή των ΜΜΕ. (Mazzoleni, 2003, σσ. 219-224) 21 ψευδογεγονότων-ψευδοηγετών-ψευδοδιαβουλεύσεων, η διαμόρφωση δηλαδή μιας πλασματικής μιντιοπραγματικότητας στην οποία η τηλεόραση κατέχει δεσπόζουσα θέση. Στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας τα ΜΜΕ παύουν να περιφρουρούν τον πολίτη ή να ελέγχουν τη νομιμότητα της διακυβέρνησης17 και προσχωρούν στην λογική της κολακείας του κοινού, στην υπερπροβολή των απόψεων των απλών πολιτών ως ισότιμων με τις απόψεις των ειδικών, στη θεαματοποίηση ακόμη και της ζωής μέσα από τα ριάλιτυ σόου, στην ύπαρξη κοινού στα πάσης φύσεως τηλεοπτικά προγράμματα που μεταφράζεται σε νομιμοποίηση των ΜΜΕ να μιλούν εκ μέρους του κοινού ή του λαού. Η δράση των ΜΜΕ από περιφρουρητική του πολίτη γίνεται εξηγητική ή καλύτερα μεταφραστική της πραγματικότητας του πολίτη. Τα ΜΜΕ επαναφηγούνται το βίωμα με όρους θεάματος. Ακόμη και σε γεγονότα με αυξημένη αντικειμενικότητα όπως είναι οι φυσικές καταστροφές υπάρχει μια αφήγηση για το τι σημαίνουν οι φυσικές καταστροφές όπου η πάλαι ποτέ εξήγηση «της οργής του θεού» έχει παραχωρήσει τη θέση της σε απόψεις που ξεκινάνε από συνωμοσίες και φτάνουν στην κυβερνητική αδράνεια. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως στη μεγάλη ποικιλία καταγγελτικών εξηγήσεων και αφηγήσεων με αφορμή ένα γεγονός σπάνια τα ιδιωτικά ΜΜΕ καταγγέλλουν τις πρακτικές των εταιρειών 18. Όταν πρέπει να καταγγελθεί η δράση των εταιρειών ή των δυτικών οικονομιών που εντείνουν τις όποιες φυσικές καταστροφές τότε για τα λαϊκά ΜΜΕ δεν φταίει ο τρόπος ανάπτυξης και παραγωγής (στον οποίο συμμετέχουν ως αναπόσπαστο μέρος) αλλά το ανθρώπινο γένος και η αυτοκαταστροφική του τάση. 19 Για τον Ματζολένι λοιπόν, ο λαϊκισμός των ΜΜΕ «προσδιορίζεται από την εμπορική αντιμετώπιση του συλλογικού φαντασιακού και των δημόσιων υποθέσεων» και συνδυάζεται με την «ακραία εκλαΐκευση» των πρακτικών και του περιεχομένου που τα ΜΜΕ προσφέρουν στο κοινό τους. Στη συζήτηση περί λαϊκισμού των ΜΜΕ δεν απουσιάζουν και οι αισιόδοξες φωνές ( Zoonen και Zaller) που αναφέρονται στο άρθρο του Ματζολένι (Mazzoleni, 2006, p. 10) και υποστηρίζουν πως αυτή η στροφή συμβάλει στην αύξηση του πολιτικού ενδιαφέροντος από τμήματα της κοινωνίας που κάτω από άλλες συνθήκες θα ήταν αποκλεισμένα από οποιαδήποτε πολιτική διεργασία. Για τους μιντιοενθουσιώδεις θεωρητικούς τα λαϊκίστικα μέσα ψυχαγωγίας κάνουν την πολιτική ελκυστική καθώς οι ειδήσεις αυτών των μέσων είναι «επουσιώδεις και μαλακές, δραματοποιημένες με στόχο τον εντυπωσιασμό, τη συναισθηματική φόρτιση, τη συγκίνηση και το θόρυβο» είναι οι καταλληλότερες για να «χτυπήσουν το συναγερμό» για θέματα που τα δημόσια μέσα είναι αδύνατο να τραβήξουν την προσοχή και να πετύχουν την κινητοποίηση του κοινού. Αυτή η αξιολογικά θετική προσέγγιση της δημαγωγίας των μέσων κατά την άποψη μας αγνοεί μια καθοριστική παράμετρο που έχει να κάνει με την ποιότητα, τη διάρκεια, τη φύση και το αποτέλεσμα της κινητοποίησης δηλαδή αποτελεί περισσότερο μια συναισθηματική διέγερση που μοιάζει με κοινωνικό ενδιαφέρον παρά με πολιτική 17 Χάνουν τα χαρακτηριστικά της τέταρτης εξουσίας που στο δυτικό κόσμο όπως και στην Ελλάδα αποτελεί άρθρο του συντάγματος. 18 Στην κάλυψη των πρόσφατων ταραχών στο Μπαγκλαντές και την καταστολή των κινητοποιήσεων των εργατών στην βιομηχανία των καταναλωτικών προϊόντων που προορίζονται για το δυτικό κόσμο ενώ δόθηκε έμφαση στο μικρό μισθό των περίπου 20 δολαρίων το μήνα που είναι η αμοιβή αυτών των εργατών δεν αναφέρθηκε από κανένα μέσο ποιές είναι οι εταιρείες που προκαλούν τις συνθήκες εξαθλίωσης με τις χαμηλές αμοιβές που δίνουν. 19 Ένα ακόμη παράδειγμα που ενισχύει αυτή τη στάση είναι η πρόσφατη κάλυψη της οικολογικής καταστροφής στην Ουγγαρία από τη τοξική λάσπη μολυσμένη με αλουμίνιο που διέρρευσε από βιομηχανία. 22 κινητοποίηση. Είναι χαρακτηριστικοί μάλιστα οι όροι αυτού του ενδιαφέροντος και της συμμετοχής που προκαλούν τα λαϊκιστικά ΜΜΕ ώστε να κάνουν την κοινωνία πολιτών «ευχάριστη», «πρόθυμη», «ενσωματωμένη» με «σεβασμό για τις δημοφιλείς πολιτικές φωνές». (Mazzoleni, 2006, σ. 10) Αυτοί οι χαρακτηρισμοί της κοινωνίας πολιτών καθώς και ο σεβασμός των δημοφιλών πολιτικών προκρίνουν τα δευτερογενή χαρακτηριστικά της κοινωνίας πολιτών και αφήνουν από έξω τη διεκδικητική της ορμή και τη διαφωτιστική της ισχύ. Επιπλέον, ο «σεβασμός στους δημοφιλείς» αποκλείει τους μη τηλεγενείς, αυτούς που δεν έχουν πρόσβαση στα ΜΜΕ και δεν κατέχουν τους κώδικες του πολιτικού θεάματος. Δηλαδή τα ΜΜΕ ενώ δομούν συμμετοχή με όρους θεάματος παγιώνουν αποκλεισμούς τόσο θεμάτων όσο και προσώπων. Αυτοί οι αποκλεισμοί «αναβαθμίζουν» τα δευτερογενή χαρακτηριστικά της πολιτικής (την ευχάριστη διάσταση της ή τους αισθητικούς όρους αξιολόγησης των πολιτικών με βάση την ομορφιά και την τηλεγένεια τους) σε πρωτογενή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πράγματι το κοινό συμμετέχει αλλά όχι πολιτικά, συμμετέχει στη διαμόρφωση του μηνύματος που παραλαμβάνει προσθέτοντας τα προϊόντα προβολής του φαντασιακού και του συμβολικού του κόσμου. Ο τηλεθεατής δεν είναι παθητικός, ενεργεί αλλά δεν πράττει, επεξεργάζεται τα μηνύματα και τα αλλεπάλληλα στρώματα τους. Πρόκειται για μηνύματα που κινητοποιούν συναισθήματα και όχι πράξεις. Το κοινό είναι εκεί, θέτει ερωτήματα, χειροκροτεί, λέει την άποψη του, είναι παρών στην τηλεπραγματικότητα και απών από το βίωμα. Ο τηλελαϊκισμός όπως θα δούμε και παρακάτω «υπονομεύει» το βίωμα και ότι μπορεί να προκύψει από αυτό. Δε μπορεί να υποτιμηθεί η συμβολή της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού στον λαϊκισμό των ΜΜΕ που οδήγησε στην κυριαρχία του μαζικού, που είναι λαϊκό και δημοφιλές. Αυτή η στροφή έχει μεταμορφώσει το ρόλο των ΜΜΕ από επιμορφωτικό και ψυχαγωγικό σε προωθητικό της εμπορευματοποιημένης μαζικής κουλτούρας. Η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής βιομηχανίας που συνδέεται με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης κατά το Ματζολένι αποτελεί την ανεξάρτητη μεταβλητή της βιομηχανίας των μέσων που επιχειρούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τον τρόπο των αγορών. Ο Ματζολένι επικαλείται και την εξαίρεση (που επιβεβαιώνει τον κανόνα) των ελίτ/δημόσιων μέσων που κατά τον Yteberg (Mazzoleni, 2006, σ. 11) δεν ακολουθούν το ανταγωνιστικό παιχνίδι των ιδιωτικών μέσων και αντιμετωπίζουν τους τηλεθεατές ως πολίτες και όχι ως καταναλωτές, ενισχύουν το περιφρουρητικό και προστατευτικό ρόλο τους παρέχοντας στο κοινό (που τα χρηματοδοτεί) «προστασία, καθοδήγηση, εκπαίδευση, συμβουλές». 20 Όμως, ο Κράουτς επισημαίνει πως καθώς οι πολιτικοί αρνούνται να ρυθμίσουν το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την περιθωριοποίηση των δημόσιων φορέων της ραδιοτηλεόρασης. (Κράουτς, 2006, σσ. 113- 114) 20 Δεν είναι άλλωστε άκαιρη η συζήτηση στη Γαλλία αλλά και σε ολόκληρη την ΕΕ περί εξαιρέσεως των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων από τη διαφημιστική αγορά. Συζήτηση που δείχνει πως η ΕΕ αντιμετωπίζει την βιομηχανία των ιδιωτικών μέσων ως ένα κλάδο οικονομικής δραστηριότητας παρόμοιο με κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα (ενέργεια, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες) και έχει θέσει ως στόχο να τον απαλλάξει από την παρουσία του κράτους. 23 Ο Ματζολένι τοποθετεί ως κατακλείδα στο άρθρο του το εξής καθησυχαστικό γεγονός/διαπίστωση: όπως η λαϊκή κουλτούρα με σύμμαχο την τηλεόραση δεν εξαφάνισε την υψηλή κουλτούρα έτσι και ο λαϊκισμός των ΜΜΕ δεν θα αφανίσει την πολιτική συμμετοχή. (Mazzoleni, 2006, σ. 11) Πράγματι στις πρώτες θεωρητικές προσεγγίσεις της τηλεόρασης εντοπιζόταν η αντιπαράθεση που χαρακτήριζε τη σχέση της με τις δημιουργικές ελίτ και τον ονομαζόμενο υψηλό πολιτισμό.(Καζνέβ, 1979, σ. 151) Αυτή η αφετηριακή διένεξη μεταξύ των ελίτ του πολιτισμού και της μαζικής κουλτούρας, που αντιπροσώπευε κάποτε η τηλεόραση, διευθετήθηκε από τη στιγμή που οι ελίτ αυτές ενσωματώθηκαν από την οικονομία της βιομηχανίας πολιτισμού μέρος της οποίας πια αποτελούν από κοινού και η μαζική κουλτούρα/τηλεόραση και η υψηλή τέχνη. Η σχέση τους έπαψε να είναι ανταγωνιστική και μετατράπηκε σε συναγωνιστική και κυρίως έπαψαν να διεκδικούν την αποκλειστικότητα του κοινού προχωρώντας σε συνέργειες (παράδειγμα το Ελληνικό Μέγαρο Μουσικής με τον ΔΟΛ και το Mega). Το παράδειγμα που επικαλείται ο Ματζολένι λοιπόν δεν μπορεί να δράσει παρηγορητικά αφού δεν έχουμε τα δύο πεδία διαχωρισμένα αλλά την οσμωτική συμπύκνωση του ενός μέσα στο άλλο. Με τον ίδιο τρόπο που όπως θα δούμε παρακάτω οσμωτικά συμπυκνώθηκε η πολιτική με την τηλεπολιτική. 3.3. Συγκριτική παρουσίαση των δύο προσεγγίσεων Στις δύο προσεγγίσεις του τηλελαϊκισμού που εκτενώς αναφέραμε παραπάνω υπάρχουν πολλές κρίσιμες κοινές παραδοχές, μια σημαντική διαφορά και τέλος δύο καθοριστικές κατά την άποψη μας απουσίες από το πλαίσιο διερεύνησης. Βασικές κοινές παραδοχές είναι: 1. Καταρχήν, η κυριαρχία και η φυσικοποίηση του λόγου των αγορών που συρρικνώνει τη δημόσια σφαίρα στο μέγεθος της αγοράς και μεταθέτει το ατομικό υποκείμενο από την ιδιότητα του πολίτη στην ιδιότητα του καταναλωτή όχι μόνο προϊόντων αλλά και πληροφοριών, εικόνων, προτύπων κ.α. Έτσι ο τρόπος με τον οποίο συνδιαλέγεται το ατομικό υποκείμενο με την πραγματικότητα είναι ο τρόπος της κατανάλωσης. Αυτή η μετάθεση από τον πολίτη στο καταναλωτή και από εκεί στον τηλεθεατή είναι καθοριστικής σημασίας για τη διερεύνηση του τηλελαϊκισμού. 2. Μια επίσης κοινή παραδοχή μεταξύ Ταγκίεφ και Ματζολένι είναι πως ο λαϊκισμός των μέσων και ο νεολαϊκισμός σχετίζονται, αλληλοτροφοδοτούνται και επιδρούν τόσο στο συλλογικό όσο και στα ατομικό υποκείμενο είτε κολακεύοντας το προκειμένου να αποσπάσουν την προσοχή του, είτε παραποιώντας την πραγματικότητα ή καλύτερα διασκευάζοντας την. Το αποτέλεσμα αυτής της διαπίστωσης είναι η αντιθετική σχέση που υπάρχει μεταξύ των αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών με τον λόγο των μέσων και του νεολαϊκισμού που αμφισβητούν επιτελεστικά και ενίοτε ρηματικά τη νομιμοποιητική βάση των κενωμένων από περιεχόμενο ισχνών πια δημοκρατιών. 3. Η σχέση που έχουν ο νεολαϊκισμός και ο μιντιολαϊκισμός είναι υφολογική και όχι θεσμική ή ιδεολογική. 4. Μια άλλη κοινή παραδοχή είναι η διάκριση μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων ΜΜΕ και η συνακόλουθη διάκριση μεταξύ του ρόλου των ιδιωτικών και του ρόλου των δημοσίων (ελίτ όπως ονομάζονται ) ΜΜΕ που διαμορφώνει το μοτίβο της 24 εξαίρεσης (που αποτελούν τα δημόσια ΜΜΕ) στον κανόνα (που αποτελούν τα ιδιωτικά). 5. Κοινή παραδοχή είναι επίσης το γεγονός πως ο λαϊκισμός των ΜΜΕ φέρεται ως υπερασπιστής της κοινότητας και των δεσμών αλληλεγγύης μέσα από τη κατασκευή του εχθρού και του άλλου. Σε αυτή τη διαπίστωση όλες οι αναγωγές καταλήγουν σε ένα κοινό εχθρό που είναι η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών πρακτικών. Αυτή η αντιπαράθεση περιλαμβάνει μια εγγενή εναντιοσημία: τα ΜΜΕ που καταργούν την τοπικότητα σμικρύνοντας τον κόσμο στο μέγεθος ενός «πλανητικού χωριού» χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την τοπικότητα που χάθηκε μια για πάντα (και) εξαιτίας τους. 6. Σε αυτή τη θρηνητική και ενίοτε καταγγελτική διαδικασία υπάρχει ένα κρίσιμο φορτίο δυσφορίας που αφορά στο πρωτογονισμό που τα ΜΜΕ επαναφέρουν στις σύγχρονες κοινωνίες τη στιγμή που η εγγραμματοσύνη (ως πυρηνικό χαρακτηριστικό του μοντέρνου κόσμου) καυχιόταν ότι είχε απελευθερώσει το ανθρώπινο γένος από τον πρωτογονισμό. Η επιστροφή στο κόσμο της πίστης, της φόρτισης και της συγκίνησης αφού έχουμε γευτεί το ταξίδι στο εξωτισμό του κόσμου της γνώσης και του λόγου υπονομεύει την ορθολογικότητα και αυξάνει την ενδεχομενικότητα του πολιτικού πεδίου που κυβερνάται πια και από αστάθμητους ή ασύμμετρους παράγοντες. Η επιστροφή της αυξημένης ενδεχομενικότητας αδυνατεί να παράσχει οποιαδήποτε βεβαιότητα και εντείνει την έλλειψη, την επιθυμία, την αναζήτηση της πληρότητας που βρίσκεται κατά τον Λακλάου στο πυρήνα του Λαϊκισμού. 7. Ο επάν-επινοημένος πρωτογονισμός των μέσων δημιουργεί μια καθοριστική ένταση στο πυρήνα της φύσης των μέσων. Αυτός ο πρωτογονισμός (προφορικότητα, μυθοπλασία, συγκίνηση κ.α.) του τηλεοπτικού λόγου τείνει να ακυρώσει την εκσυγχρονιστική ισχύ και το ιδεολογικό φορτίο της τεχνολογίας και από εργαλείο εκσυγχρονισμού να καταστεί εργαλείο αναχρονισμού. 21 Η σημαντική διαφορά που διαθέτουν οι δύο προσεγγίσεις έγκειται στο αξιολογικό πρόσημο που τοποθετούν στο λαϊκισμό των ΜΜΕ. Ενώ για τον Ταγκίεφ είναι ξεκάθαρα αρνητικό ο Ματζολένι διαθέτει και όρους μια αισιόδοξης προσέγγισης που στηρίζεται στην υποτιθέμενη διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής και την κινητοποίηση για θέματα που ήταν αποκλεισμένα από τα μη λαϊκά ΜΜΕ. Αισιοδοξία που εκφράζεται από εκείνους τους ερευνητές που έχουν αποδεχτεί τη φυσικοποίηση του λόγου των αγορών και έχουν υιοθετήσει ένα αισιόδοξο φιλελεύθερο ρεαλισμό που ανακαλύπτει θετικά σε ό,τι αφορά την αγορά. Η πρώτη από τις δύο σημαντικές απουσίες στα κείμενα αναφοράς του Ταγκίεφ και του Ματζολένι είναι η έλλειψη ικανοποιητικής αναφοράς στη φύση του λόγου των ΜΜΕ έτσι ώστε να διαπιστωθεί εάν η φύση των ΜΜΕ είναι λαϊκιστική όχι με τον τρόπο του νεολαϊκισμού αλλά με την έννοια της οντολογικής κατηγορίας. Το σχήμα που κυριαρχεί στις δύο προσεγγίσεις είναι της μετάβασης από μια κάποιας ποιότητας λόγου που ήταν μη λαϊκιστική σε μια άλλη που περιλαμβάνει λαϊκιστικά χαρακτηριστικά αφήνοντας να εννοηθεί ότι το λαϊκιστικό στοιχείο είναι επίκτητο και όχι εγγενές, και εξωγενώς http://www.mcm.aueb.gr/ment/semiotics/litoral1.html 21 25 υφιστάμενο υιοθετείται, απορροφάται, προσκολλάται στην ως πρόσφατα «απαλλαγμένη από λαϊκισμό» φύση των μέσων. Δηλαδή δεν αναδύεται ενδογενώς από τον υπαρξιακό τους πυρήνα στην επιφάνεια της λειτουργίας τους. Η αντίληψη αυτή προκύπτει από την αίσθηση της διολίσθησης σε μια προφανή λαϊκιστική δράση των ιδιωτικών ΜΜΕ σε αντίθεση με τα ΜΜΕ της νεωτερικότητας όπου ο λαϊκισμός τους ήταν συγκαλυμμένος πίσω από περιφρουρητικές των πολιτών και ελεγκτικές της εξουσίας λειτουργίες. Η διάκριση ανάμεσα στα δύο σχήματα: ο λαϊκισμός ως επίκτητο χαρακτηριστικό των ΜΜΕ και ο λαϊκισμος ως ιδιοσυγκρασιακό χαρακτηριστικό των ΜΜΕ που αποκτά συνεχώς αυξανόμενη εμφάνεια, είναι καθοριστική για τη διερεύνηση μας και θα την κάνουμε στο τελευταίο μέρος της εργασίας μας. Η δεύτερη καθοριστικής σημασίας έλλειψη που αφορά και αυτή στη φύση του λόγου των ΜΜΕ είναι η μειωμένη σημασία που δίνεται στην πολυστρωματικότητα και την πολυμορφικότητα των μηνυμάτων που εκπέμπουν. Όπως θα δούμε παρακάτω τα μέσα διαθέτουν τουλάχιστον τρία επίπεδα απεύθυνσης με το καθένα να διαθέτει μια δική του δέσμη/στρώμα μηνυμάτων. Στο πρώτο μιλά ο παρουσιαστής, στο δεύτερο μιλά η ιδιοκτησία του μέσου μέσω του παρουσιαστή (άρα η αγορά μέρος της οποίας είναι το μέσο) και στο τρίτο μιλά το ίδιο το μέσο ως αυτονομημένη λειτουργία παραγωγής μηνυμάτων και κοινωνικών σχέσεων. Εκτός από τη πολυστρωματικότητα αγνοείται και η πολυμορφικότητα καθώς οι παραπάνω προσεγγίσεις αντιλαμβάνονται την κατασκευή του λαού περισσότερο μέσα από ρηματικές αναφορές (κείμενα, γλώσσα, θεματολογία) υποτιμώντας την πολυμορφική παραγωγή του μιντιολαϊκισμού (μοντάζ, κινούμενη τυπογραφία, διακειμενικότητα, αξιοποίηση συμβολικών πόρων κ.α.). Μέχρι τώρα έγινε σαφές πως η οντική προσέγγιση του τηλελαϊκισμού είτε από τη πλευρά της πολιτικής θεωρίας είτε από τη πλευρά των σπουδών της επικοινωνίας ταύτισε τον τηλελαϊκισμό με το νεολαϊκισμό. Η υφολογική αυτή σύγκληση/ταυτότητα αποτελεί μέρος της αλήθειας για την οντολογική προσέγγιση του τηλελαϊκισμού η οποία όμως δε μένε σε αυτό το σημείο αλλά αναζητά τον τηλελαϊκισμό στη φύση των μέσων, στον οντολογικό τους πυρήνα. Προκειμένου να γίνει περισσότερο σαφής αυτή η επιδίωξη στο Β’ μέρος αναφερόμαστε σε δώδεκα συμπληρωματικά αλλά όχι δευτερεύοντα θεωρητικά σημεία συζητήσεων που είναι ικανά να δέσουν το νόημα που αποδίδουμε στο σημαίνον τηλελαϊκισμός σε ένα όσο το δυνατό περισσότερο σαφές περίγραμμα. 26 B’ Μέρος: Συμπληρωματικές έννοιες στο θεωρητικό πλαίσιο διερεύνησης 1. Το ατομικό υποκείμενο, ο διαμεσολαβημένος εαυτός και τα ΜΜΕ 1.1. Ατομικό υποκείμενο, ΜΜΕ και κόσμος Είναι πολύ ερευνητές (όπως ο Auge) που έχουν συμπεράνει πως στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας τα ΜΜΕ αντικατέστησαν τις μεγάλες αφηγήσεις. Τα ΜΜΕ σύμφωνα με την άποψη αυτή ανταγωνίζονται τις θρησκείες και τη φιλοσοφία και διαδραματίζουν ρόλο παρόμοιο με αυτό που έπαιζαν οι κοσμολογίες «τετραγωνίζουν το χώρο και το χρόνο «συμβολίζοντας». 22 Αυτή η λειτουργία προϋποθέτει την επιβολή μιας αυθαίρετης τάξης στον κόσμο, στις σχέσεις που έχουν τα όντα με τον κόσμο αλλά και στις σχέσεις των όντων μεταξύ τους. Αυτή η τάξη επιδρά ραγδαία και στη σχέση του όντος με τον εαυτό του, την ταυτότητα του. Έτσι οι ζωές των ανθρώπων εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τα ΜΜΕ και τη συμβολική τάξη που παράγουν τα ΜΜΕ. Μια τάξη που καθώς φυσικοποιείται παύει να εκλαμβάνεται ως συμβολική, εκμεταλλευόμενη τη δυσδιάκριτη γραμμή που διαχωρίζει τον κόσμο των ΜΜΕ από το πραγματικό κόσμο και μεταμορφώνεται σε πραγματική που όμως παραμένει πυρηνικά κωδικοποιημένη και εφήμερη. (Auge, 2008, σ. 45) 1.2. Το αυτοβιογραφικό αφήγημα Ο Γκίντενς υποστηρίζει πως το ατομικό υποκείμενο της ύστερης νεωτερικότητας κατασκευάζει το αφήγημα του βίου του. (Hall, 2003, σσ. 405-407) Η πηγή των συμβολικών πόρων του αφηγήματος θα μπορούσε να είναι το βίωμα, οι κοινωνικές σχέσεις, τα ΜΜΕ, η τέχνη, η μεταφυσική κ.α. Όμως η μεσοκεντρική προσέγγιση αυτής της πηγής από τον Thompson ορίζει πως ο εαυτός ως συμβολικό πρόταγμα κατασκευάζεται με τη βοήθεια του συμβολικού υλικού που του παρέχουν τα μέσα. Αυτά είναι που εντείνουν την ανακλαστική οργάνωση του εαυτού και ενσωματώνουν μεταξύ άλλων και διαμεσολαβημένα αγαθά στη αυτοδιαμόρφωση του βιογραφικού αφηγήματος. (Thompson, 1999, σσ. 360-366) Η Λίλη Χουλιαράκη παραδέχεται πως μπορούμε να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική πραγματικότητα (στην οποία εξελίσσεται το αυτοβιογραφικό αφήγημα του καθενός) ως κάτι παραπάνω από κατασκευή νοήματος μέσω των ρηματικών πόρων αφού σε αυτούς προστίθενται και οι μη ρηματικοί πόροι τους οποίους διαχειρίζονται αριστοτεχνικά τα μέσα. (Phillips & Jorgesen, 2009, σ. 166) Η αφήγηση του διαμεσολαβημένου εαυτού καθώς αντλεί περιεχόμενο από ρηματικούς και μη ρηματικούς πόρους (μεταξύ άλλων και των ΜΜΕ) αλλάζει με το χρόνο αφού νέο συμβολικό υλικό προστίθεται στο ήδη υπάρχον και μεταβάλει τη φύση του ταυτοτικού αφηγήματος, το καθιστά ρευστό και ευμετάβλητο. Η επιρροή των μέσων δεν είναι μόνη σε αυτή τη διαδικασία, δρα συμπληρωματικά με τις κοινωνικές συνθήκες αφού η πρόσβαση στο συμβολικό υλικό καθώς και οι ποιότητες αυτού 22 Η «μυθολογία των ΜΜΕ» όπως συμβαίνει με οποιαδήποτε μυθολογία για να επιτελέσει το έργο της αναπτύσσει το δικό της ιδίωμα, τις δικές της εμβληματικές εικόνες, σημαίες, μεταφορές, δραματικά σενάρια (Steiner, 2007, σ. 15) 27 του υλικού εξαρτώνται από τις υλικές συνθήκες ζωής του καθενός. Τα μέσα λοιπόν, δίνουν πλήθος νέων συμβολικών υλικών με διαφορετικές ιδιότητες και δυνατότητες από ότι στο παρελθόν και επιπλέον με την ανάπτυξη τους η τοπική γνώση συμπληρώνεται με μη- τοπική γνώση. Το άτομο απελευθερώνεται από τις δομές εξουσίας που συνεπάγεται η τοπικότητα και η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία και εμπλέκεται όπως θα δούμε παρακάτω σε άλλες μορφές εξουσίας. Η απόσταση δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο και μερικές φορές μπαίνει σε δεύτερο πλάνο δημιουργώντας μια αίσθηση ψευδο-εγγύτητας με απόμακρους σημαντικούς άλλους. 1.3. Διαμεσολάβηση και πραγματικότητα Τα ΜΜΕ κατά τον Thompson εξοικείωσαν τα ατομικά υποκείμενα με τη διαμεσολάβηση η οποία διαμορφώνει σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων μέσα από το μοτίβο της «διαμεσολαβημένης οιονεί αλληλόδρασης». 23 Πρόκειται για μια μονολογική μορφή ψεύδο- επικοινωνίας που δεν περιλαμβάνει την αμοιβαιότητα και τη σωματική παρουσία (ή έστω μια σχετικώς σαφή αναπαράσταση της σωματικής παρουσίας του άλλου). Μία δομημένη (στημένη) κατάσταση κατά την οποία κάποια άτομα ασχολούνται με το να παράγουν συμβολικές μορφές για άλλους που δεν είναι (σωματικά) παρόντες, και κάποια άλλα άτομα ασχολούνται κυρίως με την πρόσληψη συμβολικών μορφών που παρήχθησαν από άλλους με τους οποίους μπορεί να αναπτύξουν «δεσμούς» φιλίας, συμπάθειας ή αφοσίωσης. (Thompson, 1999, σσ. 154-172) Η ροή της επικοινωνίας δεν είναι διαλογική, αλλά πρωτίστως μονοκατευθυντήρια και οι δεσμοί που διαμορφώνει βασίζονται στην εξ αποστάσεως ψευδό-οικειότητα, «μια μονόδρομη σχέση οικειότητας με απόμακρους σημαντικούς άλλους», όπου ο «άλλος» έχει μετατραπεί σε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του υποκειμένου. Αυτού του τύπου η αλληλόδραση προσφέρει στον τηλεθεατή μια ασυνεχή χωροχρονική εμπειρία αφού καλείται να αποβάλλει τα χωροχρονικό πλαίσιο της καθημερινής ζωής του και να εντάξει προσωρινά τον εαυτό του σε διαφορετικό σύνολο χωροχρονικών συντεταγμένων. Αυτή η συνθήκη προικίζει τα άτομα με τη δεξιότητα/ικανότητα της ασφαλούς και αποτελεσματικής φυγής και επιστροφής στην πραγματικότητα («μια φυγή από την καθημερινότητα») και της διαπραγμάτευσης πολλαπλών χωροχρονικών πλαισίων.(Thompson, 1999, σσ. 359-360) Τα άτομα εξοικειώνονται επίσης με τη διαδικασία δημιουργίας σχέσεων οικειότητας με απόμακρους σημαντικούς άλλους που γίνονται θέμα καθημερινής ενασχόλησης και συζήτησης μεταξύ τους και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως των φανατικών οπαδών ή των φανατικών πολέμιων, μπορεί να αποκτήσουν πολύ μεγάλη σημασία στη ζωή του ατόμου ώστε να αρχίσουν να επισκιάζουν ζητήματα καθημερινής ζωής. Για κάποια άτομα η ιδιότητα του θαυμαστή ή του πολέμιου ενός τηλέ-χαρακτήρα ή καλλιτέχνη αποτελεί ένα από τα πολλά «στοιχεία του σχεδίου που οι ίδιοι κατασκευάζουν για τη ζωή τους» και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια των ορίων μεταξύ της διαμεσολαβημένης οικειότητας και της καθημερινής ζωής. (Thompson, 1999, σσ. 360-366) Αυτός ο θαυμασμός μπορεί να απευθύνεται σε ένα τηλεγενή πολιτικό και να αποτελεί στοιχείο φόρτισης, 23 Ο Thompson έχει ορίσει τρία είδη αλληλόδρασης και επικοινωνίας των υποκειμένων μεταξύ τους και με τον κόσμο: τη διαπροσωπική, τη διαμεσαλαβημένη και τη διαμεσολαβημένη οιονεί αλληλόδραση. Η πρώτη είναι διαλογική και έχει κοινό χωροχρονικό σύστημα αναφοράς και αφορά σε συγκεκριμένους άλλους, η δεύτερη είναι ετεροχρονισμένα διαλογική ή ετεροτοπική και διεξάγεται μέσω τεχνικών μέσων (καλώδια χαρτί κτλ ) και η τρίτη αφορά στα ΜΜΕ και είναι μονολογική. (Thompson, 1999, σσ. 359-360) 28 πίστης, φανατισμού και προσωποποίησης της πολιτικής μέσα από την μεσοποίηση της. Από αυτή τη διαδικασία όπου όλο και περισσότερο το άτομο καταφεύγει σε φαντασιακές σχέσεις που τις βιώνει ως συμβιωτικές προεκτάσεις του εαυτού και στις οποίες προβάλλει τις ιδιότητες που επιθυμεί πηγάζει ο εξής κίνδυνος: Από τον κόπο και το μόχθο της καθημερινής δράσης στον πραγματικό κόσμο, το άτομο να προτιμήσει όποτε το επιθυμεί, την πλασματική, άκοπη και εκ του ασφαλούς διαμεσολαβημένη πολιτική εμπειρία σε ένα δυνητικό κόσμο όπου δεν θα εκτεθεί σε κινδύνους ούτε θα κοπιάσει. (Giddens 1991) Το ατομικό υποκείμενο χάνει την αυτονομία του και καθίσταται προϊόν της αλληλεπίδρασης με τους «σημαντικούς άλλους» των ΜΜΕ που θολώνουν τα όρια μεταξύ του ιδιωτικού με το δημόσιο, του έσω κόσμου με τον έξω. (Hall, 2003, σσ. 404-406) Από αυτή την εξέλιξη πηγάζει ένας κίνδυνος που επιβεβαιώνεται στην υπό διερεύνηση εκπομπή τουλάχιστον για τον ίδιο τον παρουσιαστή που απουσιάζει από τους κοινωνικούς αγώνες, (από τους «δρόμους») αλλά νοιώθει πως αποτελεί μέρος τους με την παρουσίαση τους στην εκπομπή του. Με την ίδια έννοια και ο θεατής μπορεί να νοιώσει ότι συμμετέχει σε αυτούς τους αγώνες παρακολουθώντας τα στιγμιότυπα από το σαλόνι της σπιτιού του. Η φυγή από τη πραγματική ζωή και η αλλοτρίωση της κοινωνικής δράσης ή της συμμετοχής είναι αποτελέσματα που πηγάζουν από τη ηγεμονική θέση των ΜΜΕ στη διαμόρφωση του διαμεσολαβημένου εαυτού. 1.4. Homo medialis Όπως εξηγεί ο Thompson η «διευρυμένη μεσοποίηση» δηλαδή η μεταβολή της φυσιογνωμίας και της φύσης των ΜΜΕ που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την επίκληση μηνυμάτων που μεταδόθηκαν από τα ίδια 24 επηρεάζει την πρόσληψη και την οικειοποίηση των μηνυμάτων και οδηγεί κάποιες φορές σε ενορχηστρωμένες μορφές αντίδρασης των τηλεθεατών καθώς οι αποδέκτες αντιδρούν με παρόμοιο τρόπο π.χ. πανηγυρισμοί μετά από τη νίκη μιας ομάδας που μεταδόθηκε τηλεοπτικά. Η αντίδραση που παράγεται είναι ενορχηστρωμένη χωρίς απαραίτητα να διαθέτει κάποιο συντονισμό, κάποιο διοργανωτή. Αυτό κατά τον Τhompson είναι απόδειξη του ότι τα μέσα εμπλέκονται ενεργά στην κατασκευή όχι μόνο του εσωτερικού αλλά και του κοινωνικού κόσμου και δεν αρκούνται απλά στον να τον περιγράφουν, αλλά επηρεάζουν την πορεία των γεγονότων και δημιουργούν γεγονότα. Τα άτομα που εμπλέκονται στην παραγωγή τέτοιων γεγονότων (διαμεσολαβητές) είναι γνώστες της δυνατότητας που έχουν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο της ροής των γεγονότων. Επίσης αποδέχονται το γεγονός πως κάποια άτομα έχουν πολλές περισσότερες ευκαιρίες να χρησιμοποιήσουν τα μέσα προς όφελος τους και να επικοινωνήσουν με απομακρυσμένους άλλους επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο το ρυθμό των κοινωνικών αλλαγών και προωθώντας νέες μορφές διαδικτύωσης των υποκειμένων. (Thompson, 1999, σσ. 199-200) 25 Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε πως η διαδικασία της διαμεσολάβησης των ΜΜΕ με την οποία ο άνθρωπος της ύστερης νεωτερικότητας δομεί μέρος του εαυτού και του κόσμου του θεωρείται ότι μας 24 Η διακειμενικότητα του τηλεοπτικού λόγου αναφέρεται παρακάτω και αποτελεί πυρηνικό χαρακτηριστικό του τηλεοπτικού λόγου. 25 Η μεσοποίηση αφορά στη φύση των ΜΜΕ ενώ η διαμεσολάβηση στις λειτουργίες που επιτελεί αυτή η φύση που μπορεί να περιφρουρεί, να μεταφράζει, να εκλαϊκεύει, να ορίζει το πλαίσιο της σχέσης του υποκειμένου με την πραγματικότητα. 29 παραδίδει μια νέα ανθρωπολογική κατηγορία που επιχειρήθηκε να περιγραφεί με όρους όπως Homo medialis, Ηomo Audiovisualis κ.α. Ο Γάλλος Debray αναφέρει τον Homo Audiovisualis ως διάδοχο του Homo Typographicus επιχειρώντας να δείξει πως η διαδοχή των μέσων από τη τυπογραφία (που σφράγισε τη νεωτερικότητα) στα πολυμεσικά και πολυμορφικά ΜΜΕ (της ύστερης νεωτερικότητας) διαμορφώνει διαφορετικές κατηγορίες υποκειμένων που διαντιδρούν με τα μέσα, τα διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από αυτά. (Debray, 1997, σ. 97) Παρόμοια αίσθηση μετάβασης διαθέτουν πολλές προσεγγίσεις από τη σκοπιά του τεχνολογικού ντετερμινισμού με κύριο εκπρόσωπο του τον Μάρσαλ Μακ Λούαν που αποχαιρετά τον Γουτεμβέργιο σε πλήθος μελετών του. (Μακλούαν, 1980, σσ. 9-25) 26Αυτή η μεσοκεντρική ή τεχνοκεντρική προσέγγιση αναγάγει τα μέσα και άρα τη διαμεσολάβηση που επιτελούν σε καθοριστικό παράγοντα αντίληψης της πραγματικότητας. 1.5. Η μεταβατική φυλή και ο Lego 27 εαυτός Σύμφωνα με τα παραπάνω το ατομικό υποκείμενο γίνεται μέλος της «μεταβατικής φυλής» και «μεταναστεύει» από τη μια εποχή στην άλλη. Τα υποκείμενα της «μεταβατικής φυλής» γίνονται «πολιτισμικοί πρόσφυγες» που αιτούνται άσυλο σε μια νέα «γενναία εποχή», σε ένα κόσμο ενδεχομενικό που αδυνατεί να προσφέρει βεβαιότητες. Ο εαυτός αποκτά χαρακτηριστικά και δομή ενός μύθου όπου ούτε η φαντασιακή, ούτε η συμβολική ταύτιση, είναι ικανές να προσφέρουν πληρότητα. Η έλλειψη εμφανίζεται εκεί που η ταυτότητα θα έπρεπε να υπάρχει. Η επίγνωση αυτής της κατηγορηματικής έλλειψης επιτείνει την ένταση στο εσωτερικό κόσμο του ατομικού υποκείμενου. Η ένταση αυτή με τη σειρά της διοχετεύεται στον εξωτερικό κόσμο και επηρεάζει τη συγκρότηση της πραγματικότητας, την ουσία της και την εμπιστοσύνη που απαιτείται να δείξει το άτομο σε αυτήν. Προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη ταυτότητας δοκιμάζοντας διαφορετικές ταυτίσεις αλλά αποτυγχάνει συνεχώς δημιουργώντας μια κυκλωτική δύνη με την έλλειψη και την ταύτιση να εναλλάσσονται. (Σταυρακάκης, 2008, σσ. 80-100-102) Η ταύτιση αποτελεί προϋπόθεση στο δομικό σχήμα του Λακλάου για το σχηματισμό του λαϊκού υποκειμένου. Αυτές οι μεταβολές επιδρούν στην υπαρξιακή βάση του ατόμου που δε ζει αλλά διηγείται τη ζωή του η οποία εκτυλίσσετε για να τροφοδοτεί συνεχώς με εικόνες τον αφηγητή της. Η τελική εικόνα είναι ένα πολιτισμικό κολλάζ ταυτίσεων οι οποίες χωρίς καμιά αξιολογική ή ιεραρχική σειρά σχηματίζουν μια ταυτοτική εικόνα/είδωλο. (Zizek, 2009, σ. 54)Το υποκείμενο της ύστερης νεωτερικότητας λοιπόν δεν νοείται με ένα συνεκτικό εαυτό, αλλά με πολλούς, η ζωή κυριαρχείται από συνεχείς μεταβάσεις από το «ένα εγώ στο άλλο». Αυτές οι μεταβάσεις αποτελούν την προσαρμογή του ανθρώπου στις ανάγκες μιας 26 Παρόμοια αίσθηση μετάβασης είχαμε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν πλήθος τεχνοενθουσιαστών φιλελεύθερου προσανατολισμού «προετοίμαζαν» το μέλλον της διαδικτυακής επανάστασης. Το «Τι μέλλει γενέσθαι» του Μιχάλη Δερτούζου εξηγεί τα οφέλη που θα αποκομήσει η ανθρωπότητα από την πληροφοριακή επανάσταση.(Δερτούζος, 1998) Παρόμοιες απόψεις που ακολούθησαν την ρητορεία περί τέλους της ιστορίας εκφράστηκαν και από άλλους τεχνοενθουσιαστές μετά το 1989 όπως το Νιλ Ποστμαν, τον Νικόλα Νεγραπόντε, τον Τιμ Μπέρνες Λη κ.α. 27 Στο βιβλίο του T. H. Eriksen αναφέρεται το σύνδρομο των Lego στοιχείων (χρωματιστά τουβλάκια) για να περιγράψει με παραστατικό τρόπο τη δόμηση του εαυτού στη νεωτερική και τη μετά-νεωτερική εποχή. Στην εποχή της νεωτερικότητας το υποκείμενο παραλάμβανε ένα κουτί με τουβλάκια και οδηγίες χρήσεως προκειμένου να δομήσει άπαξ τον εαυτό του, στη μετά-νεωτερική εποχή λαμβάνει τα τουβλάκια Lego χωρίς οδηγίες χρήσεως και με την προτροπή να δομεί και να αποδομεί τον εαυτό του καθημερινά. (Eriksen, 2005, σ. 184) 30 «θεαματικής πραγματικότητας» και η επιδεξιότητα που επιδεικνύει σε αυτή τη συνεχή αλλαγή είναι μέτρο της ικανότητας προσαρμογής του στις νέες συνθήκες του βίου του. Η τελική εικόνα του «εαυτού» είναι ένα ασταθές ανολοκλήρωτο πολιτισμικό ψηφιδωτό τύπου «Lego» χωρίς αξιολογήσεις και πρόσημα όπου πάντα κάτι διαφεύγει, κάτι εκκρεμεί, κάτι αποτυχαίνει και αυτό το κάτι δεν είναι τίποτε άλλο από την αδυναμία να νοιώσει ξανά το αίσθημα της βεβαιότητας για τις ιδιωτικές ή τις δημόσιες υποθέσεις που το αφορούν και να αντλήσει ικανοποίηση από το βίο του. Αυτές τις βεβαιότητες έρχονται να προσφέρουν οι νέο-λαϊκιστές τηλεγενείς αστέρες των ΜΜΕ οι οποίοι για λόγους υφολογικής σύγκλισης αξιοποιούνν τη νοσταλγία και τη διακινδύνευση. 1.6. Διάλλειμα από τη ζωή Η ανθρωπολογική κατηγορία την οποία έχουμε στο μυαλό μας όταν αναφερόμαστε στους τηλεθεατές της εκπομπής που θα αναλύσουμε καλείται να υιοθετήσει την πραγματικότητα που κατασκευάζουν για αυτόν τα ΜΜΕ και την προσφέρουν ως εξηγητικό πλαίσιο-σκηνικό του αυτοβιογραφικού τους αφηγήματος. Οι Fiske και Hartley υποστηρίζουν πως η οριογραμμή μεταξύ της τηλεόρασης και της πραγματικότητας είναι δύσκολο να χαραχθεί και ότι η παρακολούθηση της τηλεόρασης έχει κοινό γνώρισμα με την καθημερινή ζωή το ότι είναι οικεία και περιστασιακή δραστηριότητα, με την οποία οι περισσότεροι από μας ασχολούνται, χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη για ιδιαίτερη ανάλυση . 28 (Chandler, 1997) Η τηλεόραση προτείνοντας ένα διάλλειμα από τη ζωή υποκαθιστά τη ζωή, διαμορφώνει την τηλεπραγματικότητα που αποτελείται ταυτόχρονα από το πραγματικό και το υπερπραγματικό, συνδέει το υπαρκτό και το φαντασιακό. Με πρώτη ύλη τη ζωή επιχειρεί να δημιουργήσει ζωηρό ενδιαφέρον και να εκλαϊκεύσει την πραγματικότητα, 29 να της αποδώσει αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά από όλα τα μέλη του κοινού και να δράσει ομογενοποιητικά κατά αντιστοιχία με τα έντυπα ΜΜΕ που στο παρελθόν δρούσαν εθνοποιητικά. Αν αυτό το ομοιογενές κοινό που προκύπτει είναι «λαός», είναι μάζα ή πλήθος είναι ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί. 1.7. Ψυχαγωγία και ενημέρωση Η τοποθέτηση της τηλεόρασης στο υπερ-πλαίσιο της ψυχαγωγίας επηρεάζει και το πλαίσιο της πληροφόρησης όπου ακόμη και οι ειδήσεις οφείλουν να φέρνουν τηλεθέαση και για αυτό το λόγο αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς τα υπόλοιπα είδη του τηλεοπτικού προγράμματος. 30 Κάποιοι υποστηρίζουν πως η υπερπληροφόρηση του κοινού με ελκυστικές ειδήσεις εντείνει την αποπολιτικοποίηση του. (Καζνέβ, 1979, σ. 164) Βρισκόμαστε πια σε μια φάση της εξέλιξης του τηλεοπτικού λόγου όπου οι δύο τρόποι, της 28 Όχι μόνο δεν υπάρχει ανάγκη και επιθυμία για ιδιαίτερη ανάλυση αλλά και αδυναμία σύγκρισης από το θεατή αυτού που προσφέρεται ως πραγματικότητα από τα ΜΜΕ (ψευδό- γεγονός) με τα πραγματικά γεγονότα. Αυτή η συνθήκη καθιστά αναγκαία μια καταστατική εμπιστοσύνη στα μέσα. Αυτή η καταστατική εμπιστοσύνη διαθέτει ιεραρχικούς και αξιολογικούς βαθμούς εμπιστοσύνης ανάλογα με το κάθε μέσο και την εμπειρία του κοινού από αυτό (ραδιόφωνο/ εφημερίδα / τηλεόραση ή κανάλι Α, κανάλι Β, κανάλι Γ, κ.οκ.) . (Μάγερ, 2000, σ. 113) 29 ης Στην εκπομπή της 12 Οκτωβρίου 2010 ο Λαζόπουλος εξηγεί ότι απλοποιεί τις σκέψεις και τις απόψεις του προκειμένου να εξηγήσει στον «κόσμο» τι συμβαίνει «εκεί έξω» υποθέτοντας πως αυτή η λειτουργία αποτελεί ανάγκη του κοινού. 30 Εδώ αναφερόμαστε στο νέο ΠΔ που αφορά στα ΜΜΕ στη χώρα μας που ενσωματώνουν την Ευρωπαϊκή Οδηγία «Οπτικοακουστικά μέσα χωρίς σύνορα» που μεταξύ άλλων επιτρέπει την προβολή διαφημίσεων στις ειδήσεις και τα ενημερωτικά προγράμματα. (Ελευθεροτυπία 2010, Διαφημίσεις και σε ειδήσεις) 31 ψυχαγωγίας και της πληροφόρησης που για πολλά χρόνια διέθεταν ερμητικά όρια (αισθητικής, περιεχομένου, πλαισίου, τεχνικής κ.α. ) έχουν διαχυθεί δημιουργώντας το οσμωτικό αποτέλεσμα της ενημεροδιασκέδασης τις παραμέτρους της οποίας πλήθος διεθνούς και ελληνικής βιβλιογραφίας διερευνούν χωρίς ποτέ να αμφισβητούν τη μεγάλη σημασία της σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Παρόμοιες συζητήσεις αφορούν την ταμπλοϊντοποίηση (tabloidization) των ΜΜΕ σε όλο τον κόσμο αλλά και το ρόλο που παίζουν αμιγώς ψυχαγωγικά προγράμματα όπως οι δραματικές σειρές στη πολιτική νοημοσύνη και τη δαημοσύνη των τηλεθεατών. 31 Η ψυχαγωγία που παρέχουν τα ΜΜΕ προσφέρει πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα στο κόσμο η οποία όμως είναι ανεπαρκής. Ψυχαγωγία και πολιτική συνδέονται πια τόσο στενά που για ορισμένους ερευνητές είναι ακατανόητο το ότι θεωρούνται διακριτές. «Όταν η ψυχαγωγία επισκιάζει την ανάλυση των δημόσιων υποθέσεων η δημοκρατία λιμοκτονεί και ταυτόχρονα πάσχει από ανορεξία» λέει ο Κάραν και περιγράφει μια σειρά από τους έμμεσους τρόπους που η ψυχαγωγία των ΜΜΕ επηρεάζει τη δαημοσύνη του κοινού και την πολιτική του στάση. 32 (Curran, 2005, σσ. 19-38) Στο πλαίσιο της διερεύνησης μας είναι σημαντικό να τονίσουμε πως: 1. Αυτές οι διεργασίες σε παγκόσμιο και εγχώριο επίπεδο προϋποθέτουν την ιδιωτικοποίηση του τομέα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και συνδέονται με αυτή. Η ιδιωτικοποίηση μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στην ελληνική ονομάστηκε «απελευθέρωση». 2.Η τηλεόραση αποτελεί μέρος της πολιτιστικής βιομηχανίας, άρα αντιμετωπίζεται ως προϊόν και ταυτόχρονα ως κοινωνικός πόρος/αγαθό, οφείλει δηλαδή να υπακούει σε μια αποστολή που δεν πρέπει να είναι αμιγώς προσανατολισμένη στο κέρδος. 3.Αυτή η προσδοκία-παράμετρος εμπεδώνεται με θεσμούς και μηχανισμούς ελέγχου της ποιοτικής στάθμης της τηλεόρασης που προσομοιάζουν στους παρόμοιους ελέγχους άλλων προϊόντων. Αυτοί οι έλεγχοι που επιτελούνται είτε από ειδικές αρχές είτε διεκπεραιώνονται από στελέχη των ΜΜΕ εντοπίζουν τη δράση της τηλεόρασης στο εμφανές, στο λεχθέν, σε ότι δείχνεται και λέγεται παραμελώντας τα υπόλοιπα νοηματικά στρώματα. Δεν ελέγχουν δηλαδή το εγγενές ήθος της τηλεόρασης που διολισθαίνει σε όλο και περισσότερο «θεαματικές» πρακτικές. 4. Όλα όσα επαναδιευθετούνται και εκτίθενται στα μάτια, το μυαλό και τη ψυχή του κοινού εκπέμπουν μονότονα ένα και μόνο μήνυμα: «τα ΜΜΕ είναι (ο) κόσμος». 33 31 Μια από αυτές τις έρευνες αποδεικνύει πως η πολιτική νοημοσύνη μέσα στην πολυπλοκότητα της διαμορφώνεται και από μιντιακά προϊόντα τα οποία δεν έχουν σχέση με την πολιτική όπως οι δραματικές σειρές οι οποίες επομένως δεν καταδικάζουν σε πολιτική άγνοια τους θεατές τους αλλά τους προσφέρουν έμμεσες πολιτικές πληροφορίες ικανές να αυξήσουν την κατανόηση της πολιτικής. (Καπέλου, Δεμερτζής, & Βαδράτσικας, 2008) 32 Πεδία όπου τα ψυχαγωγικά προγράμματα των ΜΜΕ ασκούν την επιρροή τους: 1. Κοινωνικά προβλήματα όπως το έγκλημα και οι σχέσεις των δύο φύλων. 2. Οι ιδεολογικές τάσεις των κοινωνιών. 3. Οι πολιτισμικές μειονότητες που συγκροτούνται μέσω της ψυχαγωγίας. 4. Ο τρόπος που παρουσιάζονται κοινωνικές ομάδες, τα φύλα, οι διανοούμενοι, οι ομοφυλόφιλοι. 5. Η κοινωνική ταυτότητα που επηρεάζει μια σειρά κρίσιμων πεδίων όπως το έθνος, το θρησκευτικό δόγμα, η κοινωνική τάξη κ.α. (Curran, 2005, σσ. 19-38) 33 Σύμφωνα με το Auge έχουμε μια μεταστροφή από το σχήμα «ο Κόσμος στα ΜΜΕ» , στο σχήμα «ο (κτητικός) Κόσμος των ΜΜΕ» που μπορεί να επαναδιατυπωθεί με το ισοδύναμο σχήμα «τα ΜΜΕ ως Κόσμος», μια μεταβολή που μπορεί να θεωρηθεί θεμελιακή από κοινωνικής, πολιτικής και ανθρωπολογικής φύσεως. (Auge, 2008) 32 Αφού ορίσαμε τον τρόπο που τα ΜΜΕ ορίζουν τον εαυτό του ατομικού υποκειμένου, τη φύση του αλλά και τη σχέση του με τον κόσμο και την πραγματικότητα θα προχωρήσουμε τον εντοπισμό των συμπληρωματικών θεωρητικών σημείων της διερεύνησης μας με το νόημα που αποδίδουμε στον τηλεοπτικό λόγο (discourse) και τη σημασία του. 2. Τηλεόραση και τηλεοπτικός λόγος Αντιμετωπίζουμε τον τηλεοπτικό λόγο (discourse) ως έναν υπέρ-κώδικα που πέρα από τη μορφή του προγράμματος επανακωδικοποιεί όλες τις επιμέρους δέσμες μυνημάτων. Η φύση του τηλεοπτικού λόγου χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα με την οποία φτάνουν τα μηνύματα στον τηλεθεατή αλλά και τη πολυστρωματικότητα των νοημάτων και των μηνυμάτων που αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοτροφοδοτούνται μέσα από διαφορετικούς βαθμούς εμφανειών και υπαινιγμών. Στόχος η δημιουργία ενός πολύμορφου νοήματος που οργανώνεται με υλικό που στοχεύει στο να συναρπάσει τους θεατές σε διαφορετικά ψυχολογικά επίπεδα το καθένα και να λάβει την μορφή «πολιτισμικής κληρονομιάς». (Αντόρνο, 1991, σ. 99) Η τηλεόραση παράγει και διανέμει ιστορίες που ενσωματώνουν ποικιλία τρόπου αφηγήσεων και όμως παρά την ποικιλία και την ετερογένεια ιδεολογικών λόγων και αφηγηματικών τρόπων παρουσιάζει ιδιαίτερα εντυπωσιακή ομοιογένεια και συνοχή που απορρέει από τη φύση της. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε πως θεωρούμαι ως δεδομένο πως η φύση της τηλεοπτικής γλώσσας είναι αντιδημοκρατική γιατί αποτελεί προνόμιο ειδικών τεχνικών, είναι τόσο πολύπλοκη και απαιτεί μια σειρά τεχνικών γνώσεων και υποδομών που δεν είναι δυνατό να τη χρησιμοποιήσει (τουλάχιστο αξιόπιστα και λειτουργικά) ο τηλεθεατής ο οποίος δεν γνωρίζει π.χ. τι είναι μοντάζ. (Ντεριντά & Στίγκλερ, 1998, σ. 77) Το μόνο που (ανα)γνωρίζει είναι το κατεξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα της που είναι η κίνηση, η ροή. (Πλειός, 2001, σ. 114) Ένα δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του τηλεοπτικού λόγου είναι η διακειμενικότητα που δε διαθέτει μόνο δύο διαστάσεις (οριζόντια και κάθετη) 34 αλλά και μια τρίτη που αφορά στα κείμενα που δομούν οι ίδιοι οι θεατές με τις αντιδράσεις τους οι οποίες διοχετεύονται στην καθημερινότητας τους, με συζητήσεις, επιστολές, δράσεις που αναφέρονται σε τηλεοπτικά κείμενα που παρακολουθήσαν. (Φισκ, 2000, σ. 189) Η φύση της τηλεοπτικής γλώσσας όμως διαθέτει ένα ακόμη κοινά αποδεκτό και καθοριστικό χαρακτηριστικό: την ασάφεια των ορίων μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας που κάνει εφικτή την «οικειοποίηση του ανοίκειου» δηλαδή ταυτόχρονα ιδιοποίηση και εξοικείωση με το ανοίκειο που καθίσταται πραγματικότητα. Οδηγεί σε μια επαναδιευθέτηση της πραγματικότητας που μεταβάλλεται σε μια νέο-πραγματικότητα που την ονομάζουμε τηλε-πραγματικότητα. (Πασχαλίδης, 1988, σ. 192) Με αυτή την έννοια η τηλεόραση επιδρά ως καθρέφτης και προκαλεί στον τηλεθεατή μια διττή αίσθηση θαυμασμού, θαυμάζει τον καθρέφτη και ταυτόχρονα θαυμάζει την απεικόνιση του εαυτού του στον καθρέφτη. (Τζαβάρας, 1988, σ. 220) Η εικόνα της τηλεόρασης όπως και του καθρέφτη είναι ταυτόχρονα και αντανακλούσα αλλά και προβολική με την έννοια της προβολής προϊόντων του φαντασιακού ικανών να επιτελέσουν τον ετερό-καθορισμό της ταυτότητας του ατομικού υποκειμένου. (Τζαβάρας, 1988, σσ. 220-221) Η προβολική φύση της τηλεοπτικής εικόνας παράγει παρόμοια φαινόμενα εξελικτικά, φυσιολογικά και 34 Η οριζόντια αφορά στο είδος, το χαρακτήρα ή το περιεχόμενο του τηλεοπτικού λόγου (π.χ. σατιρικές εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης) ενώ η κάθετη αφορά στη διακειμενικότητα στο άξονα τις ίδιας εκπομπής (άλλα επεισόδια της ίδιας εκπομπές, δημοσιεύματα που γράφτηκαν για αυτή κ.α.) (Φισκ, 2000, σ. 168) 33 παθολογικά με αυτά που παράγει η φροϋδική «συνάντηση με τον καθρέφτη». Αυτή η διαπίστωση καθορίζει τη φύση του λόγου της τηλεόρασης που εκτός από μέσο επικοινωνίας γίνεται και «προβολική επιφάνεια» όπου το ατομικό υποκείμενο προβάλλει τις επιθυμίες του. Μεταμορφώνει κάθε τηλεοπτική εικόνα σε προϊόν της φαντασίας του και της προβολής του ασυνείδητου ψυχισμού του. (Τζαβάρας, 1988, σ. 224) 3. Από τον πολίτη στον καταναλωτή Το ερώτημα που τίθεται είναι : «ποιος μιλά μέσω του τηλεοπτικού λόγου;» 35 Ποιος απευθύνεται άμεσα προς τον τηλεθεατή; Στην ερώτηση αυτή μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε να είναι πως αυτός που μιλά να είναι η ιδιοκτησία του μέσου και άρα «η αγορά», μια άλλη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι αυτός που μιλά είναι η «κυρίαρχη τάξη» με την έννοια του κοινωνικού πολιτικού συστήματος μέρος του οποίου είναι η αγορά και μια τρίτη απάντηση θα μπορούσε να είναι πως μιλά ο «καθρέφτης διαμεσολαβητής», δηλαδή το ίδιο το μέσο δικαιώνοντας τους οπαδούς του τεχνολογικού ντετερμινισμού που δια στόματος Μάρσαλ Μακ Λούαν διακήρυτταν πως «το μέσον είναι το μήνυμα». Εάν υιοθετήσουμε την άποψη ότι οι αγορές χρησιμοποιούν το μέσο για να απευθυνθούν στο κοινό τότε το μέσο παραμένει διαθέσιμο και έτοιμο να χρησιμοποιηθεί και από άλλο λόγο πέραν των αγορών. Με αυτήν την έννοια παραμένει αμόλυντο και έτοιμο προς χρήση. Εάν όμως αποδεχτούμε πως η φύση του μέσου είναι τέτοια που ταυτίζεται με τις αγορές δηλαδή είναι η αγορά μεταμφιεσμένη τότε δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε αισιοδοξία ότι τα μέσα μπορούν να αλλάξουν και αντί σε καταναλωτές να αρχίσουν να απευθύνονται σε πολίτες. Σε αυτό το δίλλημα λαμβάνουμε θέση παρακάτω προκρίνοντας την άποψη ότι τα μέσα και η αγορά ταυτίζονται. Έχουμε δει ως τώρα ότι τόσο ο Ταγκίεφ όσο και ο Ματζολένι θέτουν ως προϋπόθεση για την εμφάνιση του τηλελαϊκισμού τη μεταβολή του υποκειμένου από πολίτη σε καταναλωτή. Η παραδοχή αυτής της πραγματικότητας αποτελεί την κατάληξη μιας πορείας που διήρκεσε από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα και πέρασε από τη κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας στη φυσικοποίηση της, την αποδοχή της δηλαδή ως μια δεύτερη φύση, μοιραία, καθολικά αποδεκτή που μοιάζει αιώνια όπως το φυσικό περιβάλλον. (Phillips & Jorgesen, 2009, σ. 86). Όπως επισημαίνει ο Fairlough μετά από κάθε φυσικοποίηση ενός κυρίαρχου λόγου παύει αυτός (ο λόγος) να φέρεται ως εκπρόσωπος μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας ή συγκεκριμένων συμφερόντων και καθίσταται κοινή λογική, καθημερινή πρακτική όπου μεταμφιεσμένος επιβάλλει χωρίς αντιστάσεις την ιδεολογία του. (Phillips & Jorgesen, 2009, σ. 159) Μια τέτοια διαδικασία φυσικοποίησης των αγορών και της κατανάλωσης συνεπάγεται την αποκέντρωση του ατομικού υποκειμένου από το πλαίσιο του πολίτη, στο πλαίσιο του καταναλωτή. Ο Μπωντριγιάρ παλιότερα αναφερόμενος στην τηλεοπτική εμπειρία μιλούσε για το πρωταγωνιστικό ρόλο που παίζει ο τηλεοπτικός λόγος προς την κατεύθυνση αυτής της φυσικοποίησης μιλώντας για ενορχήστρωση μηνυμάτων σε μια «λιτανεία όπου η ιστορία του κόσμου εναλλάσσεται ρυθμικά με την παρουσίαση αντικειμένων» προς κατανάλωση. Ο σημαντικός χρόνος του τηλεοπτικού μέσου φέρεται αυτός της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας που συνδέεται 35 Το ερώτημα αυτό θέτει ο Γρ. Πασχαλίδης στο κείμενο του περί τηλεοπτικού λόγου. (Πασχαλίδης, 1988, σ. 181) 34 αριστοτεχνικά με τον λόγο της κατανάλωσης 36 των διαφημίσεων 37και γίνεται καθησυχαστικό φόντο λειτουργίας των μηνυμάτων. Έτσι εξουδετερώνεται ο βιωματικός χαρακτήρας του κόσμου και αντικαθίσταται από ένα πολλαπλό σύστημα σημείων που το ένα παραπέμπει στο άλλο στοιχειοθετώντας ένα ολοκληρωτικό μήνυμα κατανάλωσης. (Μπωντριγιάρ, 1994, σσ. 283,286) Οι καταναλωτικοί καταναγκασμοί που επιβάλλουν τα ΜΜΕ κατευθύνουν την ερμηνείας τους ως «αυθορμητισμοί» και «όροι της εσωτερικής ελευθερίας», μια νοητική διαδρομή που μοιάζει με τηλέ-κατευθυνόμενη (απ’ έξω) συνείδηση. (Τσαρδάκης, 1990, σ. 117) Ο Ταγκίεφ μπορεί να επιβεβαιώσει την εγκαθίδρυση αυτών των όρων καθώς ανατρέχει στην σύντομη ιστορία της κριτικής στην κοινωνία της κατανάλωσης από την αριστερά 38όπου διατυπώνει μια άποψη που μοιάζει δύσκολο να αμφισβητηθεί: «Οι πολίτες μεταμορφώθηκαν όλοι σε καταναλωτές. Οι μόνες συγκρούσεις που πραγματικά τούς αντιπαραθέτουν σχετίζονται με την ανισότητα της πρόσβασής τους στα καταναλωτικά αγαθά». Στο ίδιο κείμενο καθώς διαπιστώνει την «ακραία εξατομίκευση» συγκρίνει τα ριζοσπαστικά οράματα του 60 και του 70 που διεκδικούσαν «ισότητα στην κοινωνία» με τις διεκδικήσεις της αριστεράς στις δεκαετίες του 80 και του 90 που διεκδικεί «ισότητα στην κατανάλωση» και αγωνίζεται για την προάσπιση των «κεκτημένων» που παρέχουν την καταναλωτική ισότητα. (Ταγκιέφ, 2009) Εδώ υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια που πρέπει να επισημανθεί γιατί επηρεάζει το τελικό μας συμπέρασμα που τοποθετεί τον τηλελαϊκισμό στη φύση, στον πυρήνα των μέσων: ενώ ο πολίτης μετατράπηκε σε καταναλωτή (άυλων-πολιτισμικώνν και υλικών προϊόντων) με τη βοήθεια των μέσων, τα μέσα επικοινωνίας δεν είναι μόνο μέσα κατανάλωσης αλλά πρωτίστως μέσα παραγωγής. Η συνεχής παραγωγή προγράμματος που δεν επιδέχεται καμία διακοπή συνεπάγεται τη συνεχή παραγωγή μηνυμάτων από τα ΜΜΕ, αυτή η αδιάκοπη διαδικασία παραγωγής ενώ τρέφεται από την κατανάλωση δε στοχεύει πρωτίστως σε αυτήν αλλά στην αναπαραγωγή της ίδιας της ύπαρξης των μέσων και την ηγεμονία τους στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο (π.χ. ζωντανές μεταδόσεις: πολεμικών συρράξεων στο Ιράκ, απεγκλωβισμού μεταλλωρύχων στης Χιλή, διαδηλώσεων το Δεκέμβριο του 2008 κ.α.) (Εντσενσμπέργκερ, 1981, σ. 58) 4. Τηλελαϊκισμός και ιδεολογία Με αφετηρία τον ορισμό των «ιδεολογιών» από τον Ν. Δεμερτζή ως «ιδιαίτερη, προσδιορισμένη και κοινωνικά συστηματοποιημένη επεξεργασία των κοινωνικών σχέσεων που αφορούν σε θεσμούς και κοινωνικοπολιτικές πρακτικές» θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ιδεολογία των μέσων που πηγάζει από την πρακτική τους. (Δεμερτζής, 1989, σ. 143) Με αυτή την έννοια η Ιδεολογία περιγράφει τις σχέσεις (εξάρτησης, διαφοράς, εξουσίας) μεταξύ ανθρώπων. (Πλειός, 2001, σ. 153) Ο Thompson προκειμένου να προσεγγίσει το ρόλο των ΜΜΕ στην κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας επίσης 36 Η άποψη του πολύ σημαντικού θεωρητικού της διαφήμισης Έρνστ Ντίχτερ είναι ότι «αυτό για το οποίο εργάζονται οι άνθρωποι της διαφήμισης είναι η διάπλαση του πνεύματος», ενώ ο θεωρητικός του μάρκετινγκ Ζοεζ Σετόσιν χρησιμοποιώντας πολεμικό λεξιλόγιο εξηγεί πως «ο πελάτης είναι εχθρός» και για να τον πάρει κάποιος με το μέρος του πρέπει «1. Να τον αφοπλίσει, 2. Να τον αιχμαλωτίσει, 3. Να διατηρεί την πρωτοβουλία». (Ραμονέ, 2001, σ. 46) 37 (Achbar, Abbett, & Bakan, 2004) (Curtis, 2002) 38 Στην οποία προσάπτει την κατηγορία πως από τη ριζοσπαστική άρνηση της κατανάλωσης που απολιτικοποιεί τα άτομα «κάνοντάς τους πλύση εγκεφάλου, διαμέσου ενός πελώριου συστήματος γοητείας και διαφθοράς των πνευμάτων» μετακύλησε στη « φιλό-επιλεκτική ιδεολογία …των γνωστικών καταναλωτών». 35 προτείνει μια πραγματολογική (πρακτική) αντίληψη της ιδεολογίας που εστιάζει στις συμβολικές μορφές και στο τρόπο που σε συγκεκριμένες συνθήκες βοηθούν στη δόμηση σχέσεων κυριαρχίας. Σύμφωνα με το σκεπτικό του ενώ οι συμβολικές μορφές που επικοινωνούνται από τα ΜΜΕ δεν είναι πρωτίστως ιδεολογικές μετατρέπονται σε τέτοιες καθώς δρουν καταλυτικά στην εγκαθίδρυση και τη διατήρηση σχέσεων εξουσίας. (Thompson, 1999, σ. 349) Η ανάπτυξη των ΜΜΕ επιτρέπει την εισβολή ιδεολογικών μηνυμάτων στο πλαίσιο της καθημερινότητας αλλά αυτό που κρίνει αν ένα μήνυμα είναι ιδεολογικό ή όχι είναι ο τρόπος που εκλαμβάνεται από τα άτομα και ο τρόπος που το μήνυμα ενσωματώνεται στην καθημερινότητα και το αφήγημα της ζωής του καθενός. (Thompson, 1999, σ. 349) Με αυτό το σκεπτικό τα ΜΜΕ μεταβάλλουν τη φύση των ιδεολογιών. Η ιδεολογία εντοπίζεται μέσω του τρόπου που κατανοούν την ύπαρξη και τα όρια τους τα νέα υποκείμενα του ύστερου καπιταλισμού. Ο Fiske καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα ακολουθώντας διαφορετικό δρόμο. Αρχικά αποδέχεται ότι η ιδεολογία πριν από όλα αποτελεί την κοινωνική παραγωγή νοημάτων και προκρίνει τη θεωρεία των επιλεγμένων σημείων (στην παραγωγή των οποίων τα ΜΜΕ εμπλέκονται) προκειμένου τα υποκείμενα να δομήσουν την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία θα εντάξουν το βίο τους. Η ιδεολογία δεν αποτελεί μια στατική σειρά αξιών και αντιλήψεων αλλά μια πρακτική που παρέχει νοήματα στο ατομικό υποκείμενο προκειμένου αυτό να δομήσει έναν (ρευστό) εαυτό και το κοινωνικό του κόσμο. Καταλήγει στην ιδέα της (εν)σαρκωμένης ιδεολογίας μέσω σημείων της κοινωνικής πραγματικότητας που δίνουν στο μύθο και στις αξίες συγκεκριμένη μορφή. Η ενσαρκωμένη ιδεολογία ακολουθεί τη ροή του βίου γεγονός που παρέχει τη δυνατότητα στο άτομο να συσχετιστεί με την ιδεολογία με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές στιγμές του βίου του. (Fiske, 1992, σ. 177) Μέχρι τώρα έχουμε εξηγήσει πως ο φυσικοποιημένος «καταναλωτικός λόγος» που είναι φορέας της ιδεολογίας των αγορών μεταμφιέζεται σε «τηλεοπτικό λόγο» και το ατομικό υποκείμενο από πολίτης προσλαμβάνεται ως καταναλωτής (εικόνων, προϊόντων, ιδεών). Η κατασκευή ενοτήτων/κοινοτήτων/ταυτοτήτων μέσω των ΜΜΕ είναι διαποτισμένη από την ιδεολογία της αγοράς. Άρα προκύπτουν τα ερωτήματα (που μένουν να απαντηθούν στο τέλος της εργασίας): Αν ο τηλελαϊκισμός έχει τα χαρακτηριστικά ιδεολογίας ή αν έχει ιδεολογία; Αν καθίσταται κάτι διαφορετικό από τον λαϊκισμό που στις διάφορες μορφές του αποτελούσε ένα ρητορικό ύφος ή μια οντολογική κατηγορία συμβατή με όλες τις ιδεολογίες; (όπως υποστηρίζουν οι Ταγκίεφ, Κόνοβαν και Λακλάου) Τέλος, αν ταυτίζεται με μια και μόνη ιδεολογία, αυτή της αγοράς; 39 Θα επανέλθουμε στο θέμα της ιδεολογίας στο επόμενο τμήμα του θεωρητικού πλαισίου αφού θέσουμε την έννοια του κοινού αισθήματος στην Ελλάδα (αλλά και στον κόσμο) ότι «τα πράγματα ενώ πρέπει δεν πρόκειται να αλλάξουν». 39 Εδώ θα μπορούσαμε να προσφύγουμε στο παράδειγμα του τηλεοπτικού καναλιού 902 που ανήκει στο ΚΚΕ. Ο 902 καθώς υπάρχει για να μεταδίδει τα μηνύματα του κόμματος μεταδίδει και διαφημίσεις υπακούοντας στη λογική της αγοράς. Ενώ σε ρηματικό επίπεδο είναι κομουνιστικό κανάλι στην πραγματικότητα αποτελεί κομμάτι του ιδεολογικού μηχανισμού των αγορών προωθώντας προϊόντα. Ποια από τις δύο ιδεολογίες (αγορά/κομουνισμός) εξυπηρετείται (περισσότερο) τελικά από την ύπαρξη του 902; 36 5. «Τα πράγματα πρέπει αλλά δεν πρόκειται να αλλάξουν». Ο Ν. Δεμερτζής αναφερόμενος στον ελληνικό μεταπολιτευτικό λαϊκισμό επισημαίνει πως η μυθική αξία που αποκτά ο λαός ως νομιμοποιητική και ηθική αναφορά πηγάζει από τη μεταξιωμένη μνησικακία 40, την εκδικητικότητα και τον φθόνο που φανερώνονται στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 237) Για τη διερεύνηση μας σημαντικό είναι το γεγονός πως η μνησικακία μεταξύ άλλων διαθέτει και μια μόνιμη δυσπιστία για την επίτευξη των πολιτικών στόχων της κοινωνικής αλλαγής. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 241). Ο Πανταζόπουλος περιγράφει την ίδια δυσπιστία την εποχή της υπόθεσης Οτσαλάν ως μια πεποίθηση ότι τα πράγματα πρέπει αλλά δεν πρόκειται να αλλάξουν σε αντίστιξη με το κοινό αίσθημα που επικρατεί στην αρχή της μεταπολίτευσης (το 1974) ότι τα πράγματα «πρέπει και μπορεί να αλλάξουν» μια πεποίθηση που εκείνη την εποχή έδρασε απελευθερωτικά και κινητοποιητικά. (Πανταζόπουλος, 2002, σ. 111) Αυτό το αίσθημα της δυσπιστίας έναντι της αδυνατότητας οποιασδήποτε κοινωνικής αλλαγής, που (όπως θα δούμε παρακάτω) εμπεδώνεται από το σύνολο των ΜΜΕ, θα μπορούσε να καταστεί ρεαλισμός ικανός να τροφοδοτήσει ένα λόγο κυνικό που έχει τη μορφή μιας αυταπάτης που συγκαλύπτει την πραγματικότητα ή να παραμείνει ασυνείδητη ιδεολογική φαντασίωση που δομεί την κοινωνική πραγματικότητα και να αποτελεί μέρος αυτής. (Ζίζεκ, 2006, σ. 68) Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ο ορθολογικός υπολογισμός του οφέλους που η ιδεολογική στρέβλωση της πραγματικότητας προσφέρει 41 και στη δεύτερη η δόμηση της κοινωνικής πραγματικότητας μέσω της ιδεολογικής φαντασίωσης η οποία όμως δεν έχει συνείδηση της αυταπάτης που περικλείει. Πρόκειται για μια αυταπάτη που παραβλέπεται. (Ζίζεκ, 2006, σ. 72) Ο τρόπος που βιώνεται η αυταπάτη (συνειδητά ή ασυνείδητα), η τύχη της (ψέμα που βιώνεται ως αλήθεια ή πλάνη που παραβλέπεται ασυνείδητα) και η κοινωνική πραγματικότητα που παράγει είναι κρίσιμα σημεία που αφορούν στη διερεύνηση μας και στα οποία θα επανέλθουμε. Πρόκειται για σημεία ικανά να επιβεβαιώσουν αν η ιδεολογική «καταστατική αφέλεια» της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου που διακήρυττε ότι «τα πράγματα πρέπει, μπορεί και θα αλλάξουν» επιβίωσε από την «επίθεση» που δέχεται καθημερινά (και) από τα ΜΜΕ ή εάν εξατμίστηκε παραδίδοντας μας μια κοινωνία βουτηγμένη στη κυνική ιδεολογία και τη δυσπιστία πως «τα πράγματα πρέπει αλλά δε μπορεί και δεν πρόκειται να αλλάξουν». 42 40 Η μνησικακία αποτελεί ένα δυσάρεστο δευτερογενές ηθικό κοινωνικό συναίσθημα χωρίς συγκεκριμένους αποδέκτες το οποίο λειτουργεί ως χρόνια επαναβίωση καταπιεσμένης και αδιέξοδης φιλεκδικίας, εχθρότητας, ζήλιας και αγανάκτησης. Εξαιτίας της αδυναμίας που νοιώθει το υποκείμενο να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα απαρνείται ό,τι συνειδητά επιθυμεί. Ένα συναίσθημα που οδηγεί από τη λύπη στο θυμό με ενδιάμεση θέση το φόβο. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σσ. 119-120) 41 Εδώ αναφερόμαστε στη στρέβλωση της φύσης της ιδεολογίας που ο Ζιζεκ εντοπίζει στο μετά-ιδεολογικό επιχείρημα του Αντόρνο και του Σλότερνταϊκ οι οποίοι διαπιστώνουν ότι η ιδεολογία απομακρύνεται από την αξίωση της αλήθειας και καθίσταται ένα ψέμα που βιώνεται ως αλήθεια. Αυτή η στρεβλωμένη ιδεολογία μας παραδίδει ένα μετά-ιδεολογικό κόσμο όπου η ιδεολογία δεν απαιτεί να την πάρουμε στα σοβαρά, δεν αξιώνει οποιαδήποτε αλήθεια αλλά αρκείται στο να γίνει ένα εξωτερικό μέσο χειραγώγησης. (Ζίζεκ, 2006, σ. 68) 42 Εδώ είναι χρήσιμη η άποψη του Ζιζεκ για την έννοια της ιδεολογίας που ξεκινά από την μαρξική διατύπωση «Δεν το ξέρουν αυτό, μα το κάνουν» που προϋποθέτει την καταστατική αφέλεια που παραπλανά τη συνείδηση του ατομικού υποκειμένου με αποτέλεσμα να διαθέτει μια εικόνα για την κοινωνική πραγματικότητα που αποκλίνει από την πραγματική της κατάσταση. Η ιδεολογική στρέβλωση της κοινωνικής πραγματικότητας αποτελεί μέρος της ουσίας της και την προϋποθέτει. Η ιδεολογία ως παραγνώριση της κοινωνικής πραγματικότητας (ψευδής συνείδηση) μπορεί να καταστήσει το κυνισμό ιδεολογία όταν ενώ η στρέβλωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι σε γνώση του υποκειμένου αυτό συνεχίζει να αποδέχεται την πλάνη και να κάνει σα να μην υπάρχει. Αυτή η μεταβολή εξατμίζει την καταστατική αφέλεια και την αντικαθιστά με τον 37 6. Διαμεσολαβητές: οι σημαντικοί άλλοι Η ανακλαστική λειτουργία δόμησης του εαυτού μέσω των μέσων εκθέτει το υποκείμενο σε διαδικασίες παραγωγής αντανακλάσεων στις οποίες δεν διαθέτει κανένα έλεγχο και το καθιστά εξαρτημένο από κοινωνικά συστήματα που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο του και κατά αυτή την έννοια μη δημοκρατικά επισημαίνει ο Thompson. (Thompson, 1999, σσ. 360-366) Επιπλέον ο πληθωρισμός των συμβολικών συστημάτων δρα αντανακλαστικά και ταυτόχρονα αποπροσανατολιστικά. Από τη μια καλούν το ατομικό υποκείμενο να επιλέξει και από την άλλη το προτρέπουν να προσφύγει σε σημαντικούς άλλους των οποίων την άποψη αποδέχεται ως έχουσα ιδιαίτερο βάρος π.χ. στους κριτικούς κινηματογράφου για να επιλέξει ποια ταινία θα δει. Αυτή η αντίδραση έχει ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με πρόσωπα που εκφράζουν συστήματα πρακτικής τεχνογνωσίας. Με αυτή την έννοια τα μέσα τη στιγμή που συμβάλουν στην αύξηση της πολυπλοκότητας παρέχουν τους τρόπους για την αντιμετώπιση της. Ένα τέτοιο σύστημα τεχνογνωσίας που ερμηνεύει π.χ. τι σημαίνει η αύξηση της εγκληματικότητας είναι οι γνώμες των ειδικών που φιλοξενούνται από τα μέσα και κατευθύνουν τις ερμηνείες.( Thompson, 1999, σσ. 360-366) Άρα, αυτό που λέει ο Λαζόπουλος αποκτά αξία γιατί έχει καταστεί ένας «σημαντικός άλλος» τα λόγια του οποίου ο θεατής-Αλ Τσαντιριώτης/Τσαντιρώτισα λαμβάνει σοβαρά υπόψη του διαφωνώντας ή συμφωνώντας. Ο τηλεθεατής εμπιστεύεται το Αλ Τσαντίρι Νιούζ και τον Λάκη Λαζόπουλου και προσμένει να του προσφέρει ένα εξηγητικό πλαίσιο της κοινωνικής πραγματικότητας και να λύσει το πρόβλημα της πολυπλοκότητας της. 7. ΜΜΕ και δημοκρατία Καθώς διερευνούμε το πλαίσιο δράσης των ΜΜΕ έγινε αντιληπτό πως υπάρχουν εξουσίες που εκφράζονται εκτός του αντιπροσωπευτικού οικοδομήματος όπως π.χ. η οικονομική εξουσία. Αυτή η πραγματικότητα θα έπρεπε να μεταβάλλει τη δράση του περιφρουρητικού ρόλου των ΜΜΕ προκειμένου να πάψει να εποπτεύει μόνο τις δημόσιες/κρατικές πρακτικές και να προσανατολιστεί προς την εποπτεία και των πρακτικών της αγοράς (από τις οποίες όμως ζει ή στις οποίες ανήκει) προκειμένου να βοηθήσει τους πολίτες να αναγνωρίσουν τις εξουσίες που αυτή ασκεί. Πόσο εύκολο είναι αυτό να συμβεί όταν τα μέσα ανήκουν σε κύκλους συμφερόντων; Επιπλέον τα μέσα αν και απελευθερώνονται από τη δεσποτεία του κράτους (όπως συνέβη και στην Ελλάδα) για να παίξουν καλύτερα το διευρυμένο περιφρουρητικό τους ρόλο αυτός μένει στο επίπεδο της εξαγγελίας αφού προκειμένου να επιβιώσουν πρέπει να δώσουν στον κόσμο αυτό που (κρίνουν ότι) «θέλει» δηλαδή θέαμα. Είναι φανερό πως στην εποχή του ύστερου καπιταλισμού τα μέσα παύουν να αποτελούν φορέα ορθολογικότητας και πολιτικής ενδυνάμωσης του κοινού, παύουν να παρέχουν τροφή για διάλογο αλλά δίνουν έμφαση στο θέαμα και τις εικόνες, μετατρέπουν την ίδια την πολιτική σε θέαμα και προσδιορίζουν το ρόλο του κοινού στο ρόλο του παθητικού καταναλωτή. (Χαμπερμας όπως αναφέρεται στο Curran, 2005, σσ. 154-167) Η εξέλιξη αυτή συμπληρώνεται με τις εξής σημαντικές στρεβλώσεις τις οποίες πρέπει να έχουμε υπόψη μας όταν αναλύουμε το Αλ Τσαντίρι Νιούζ: ορθολογικό υπολογισμό του οφέλους που προκύπτει από τη συνέχιση της ιδεολογικής στρέβλωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. (Ζίζεκ, 2006, pp. 65-77) (Myers, 2003, pp. 63-78) 38 • Η κατάληψη της αγοράς από μιντιακά ολιγοπώλια μειώνει την ποικιλία των ΜΜΕ, τις επιλογές του κοινού και τον λαϊκό έλεγχο. • Η κεφαλαιακή υπεραξία των μέσων δημιουργεί την ολιγαρχία των ιδιοκτητών που επιζητούν τη συνέργεια των συμφερόντων τους σε μια αλυσίδα δραστηριοτήτων μεταξύ των οποίων είναι και τα ΜΜΕ. • Το κοινό των λαϊκών ΜΜΕ είναι μεγάλο και ανομοιογενές, διατρέχει όλες τις κοινωνικές τάξεις και είναι δύσκολο να εκφράσει μια συνολική κοσμοθεωρία πέρα από αυτή της κατανάλωσης. Έτσι τα ΜΜΕ επιλέγουν θεματαλογικά πεδία που είναι δημοφιλή και έχουν πιθανότητα να διατρέχουν το κοινωνικά ανομοιογενές κοινό που με αυτό τον τρόπο το ομογενοποιούν πολιτισμικά. • Οι πολιτικές θέσεις των ΜΜΕ είναι λιγότερες. Οι ιδιοκτήτες των μέσων δεν επιβάλουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις μέσα από τα ΜΜΕ που ελέγχουν αλλά μια και μόνο ιδεολογία αυτή της αγοράς 43π.χ. η οικογένεια Βαρδινογιάννη κατέχει μετοχές και στο Μega που εκφράζει ένα ιδιότυπο φιλοπασοκικό λόγο και στο Star Channel που εκφράζει αντιπασοκικό λόγο. • Τα στελέχη των ΜΜΕ ερμηνεύουν κατά βούληση τις επιθυμίες του κοινού. • Ο ρόλος της διαφήμισης είναι καίριος για τη ύπαρξη και την επιβίωση των ΜΜΕ. (Κάρραν, 2007, σσ. 154-167) 8. Μεταδημοκρατία Οι παραπάνω συνθήκες αποτελούν μέρος αυτού που περιγράφει ως μεταδημοκρατία ο Κόλιν Κράους και αναφέρεται σε ένα πολιτικό και κοινωνικό μόρφωμα που διατηρεί δομικά στοιχεία της δημοκρατικής πολιτικής (όπως εκλογές, εναλλαγή κυβερνήσεων, συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα) αλλά διολισθάνει σε προδημοκρατικές μορφές κυριαρχίας της οικονομικής εξουσίας από ηγεμονικές ομάδες που έχουν εντάξει και τα ΜΜΕ στο κύκλο των συμφερόντων τους. (Κράουτς, 2006, σ. 7) Στο πυρήνα του επιχειρήματος του Κράουτς βρίσκεται ένα τοπίο κρίσης της πολιτικής που αφορά στους όρους λειτουργίας της δημοκρατίας και στο καίριο ρόλο που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ τα οποία ασκούν επιρροή όχι μόνο στους πολιτικούς και την εικόνα τους αλλά στην ουσία της πολιτικής. Ελέγχουν την πληροφόρηση και θέτουν τη ατζέντα στέλνοντας το μήνυμα πως στέκονται πάνω από κυβερνήσεις και επιμέρους ιδεολογίες. Σε μια τέτοια πραγματικότητα δεν είναι παράδοξο να εκληφθούν ως πολίτικα φαινόμενα ορισμένα τηλεοπτικά φαινόμενα π.χ. η επιτυχία σε τηλεθέαση του Αλ Τσαντίρι Νιούζ να εξισώνεται με ψήφο και με πολιτική επιτυχία. Επιπλέον οι δημοκρατίες χάνουν το περιεχόμενο τους αφού οι περισσότερες από τις πολιτικές αποφάσεις πια μοιάζουν προκαθορισμένες ή επικαθορισμένες αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ μιας μερίδας συμφερόντων και των πολιτικών που σε μια οσμωτική σχέση ανταλλάσουν στελεχιακό δυναμικό. (Κράουτς, 2006, σ. 9) Αυτό το μεταδημοκρατικό τοπίο είναι που καταγγέλλει το Αλ Τσαντίρι Νιούζ την ίδια στιγμή που το σόου και ο πρωταγωνιστής του είναι μέρος αυτού του συστήματος. Ο Κράουτς θεωρεί πως τα μέσα είναι χρήσιμα για να επιτευχθεί η επανασίγηση της φωνής των λαϊκών στρωμάτων που αντικαθίσταται από τα γκάλοπ, τις δημοσκοπήσεις και τα ρεπορτάζ γνώμης στις λαϊκές Αυτή η πρακτική σε παγκόσμιο επίπεδο περιγράφεται με τεκμηριωμένο και όχι συνομωσιολογικό 43 τρόπο από το δημοσιογράφο του Gaurdian, Nick Davies που κάλυψε ως ανταποκριτής σημαντικές στιγμές του αμερικανικού καπιταλισμού όπως την υπόθεση Enron. (Davies, 2009) 39 αγορές. Καθώς οι θεατές αρνούνται να ψηφίσουν επιστρέφουν στη θέση που είχαν στις προ-δημοκρατικές κοινωνίες εκθειάζονται από τηλεοπτικά σόου ως το ‘κόμμα του κανένα» ή το «κόμμα της αποχής». (Κράουτς, 2006, σ. 59) Αυτό που έχει μεγάλη πολιτική σημασία είναι να αποκαλυφθούν δημόσια οι βαθύτερες διεργασίες που οδήγησαν στο μεταδημοκρατικό μόρφωμα. Αυτές όμως οι βαθύτερες διεργασίες μένουν αλώβητες καθώς εκτοξεύεται το επιχείρημα (και από το Αλ Τσαντίρι Νιούζ) πως οι δημοσιογράφοι και ορισμένα μόνο μέσα φταίνε για όλα. 9. Μιντιοδημοκρατία Ο Κράουτς ενώ εντοπίζει τον ιδιαίτερο ρόλο που κατέχουν τα ΜΜΕ και η επικοινωνία στα μεταδημοκρατικά καθεστώτα, δε θεωρεί πως τα μέσα και οι δημοσιογράφοι φέρουν την ευθύνη. Ξεκινά από την ανάγκη του πολιτικού κόσμου να εναρμονιστεί με τα μέσα και να μιμείται τεχνικές του εμπορικού θεάματος και της διαφήμισης μετατρέποντας τη μάζα των πολιτών σε χειραγωγούμενους και παθητικούς θεατές. (Κράουτς, 2006, σ. 209) Η πολιτική παραγνωρίζει το γεγονός πως η διαφήμιση είναι προορισμένη να προωθεί υλικά αγαθά προς κατανάλωση και δεν αποτελεί μορφή έλλογου διαλόγου που ταιριάζει στην πολιτική διαδικασία. (Κράουτς, 2006, σσ. 84-85) Το συμπλησίασμα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας που παράγει το infotainment δημιουργεί ανακλαστικά την πολιτικοδιασκέδαση (politainment) 44 που περιγράφει τη συνθήκη αποικισμού του πολιτικού συστήματος από το λόγο των ΜΜΕ. Έτσι η πολιτική του «πλανητικού χωριού» γίνεται «πρωτόγονη» παράγει απλοϊκές εικόνες, σύντομα συνθήματα και μιλά με παραβολές. Απουσιάζουν τα ιδεολογικά και τα πολιτικά επιχειρήματα τα οποία από τη μια απαιτούν χρόνο (που δεν είναι διαθέσιμος) και από την άλλη δεν προσφέρουν θέαμα (και για αυτό αποσιωπούνται). (Πόστμαν, 1998, σσ. 146-147) Ο M. Edelman ερμηνεύοντας το «πολιτικό θέαμα» υπογραμμίζει τον ιδιαίτερο ρόλο των ΜΜΕ στην παραγωγή των απαραίτητων εκείνων συνθηκών που είναι ικανές να επιτρέψουν στο πολιτικό θέαμα ως κατασκευή να αυτονομηθεί και εκ των υστέρων να επηρεάσει τη σκέψη και τη δράση των κατασκευαστών του (πολιτικών και διαμεσολαβητών) . (Edelman, 1999, σ. 18) Το θέαμα που προσφέρουν τα ΜΜΕ «κατασκευάζει και ανακατασκευάζει κοινωνικά προβλήματα, κρίσεις, εχθρούς και ηγέτες. Ταυτόχρονα κατασκευάζει τις λύσεις στα προβλήματα και τις νέες απειλές. Με άλλα λόγια κατασκευάζει «τον κόσμο» με πολλαπλές πραγματικότητες όπου κάποιες είναι εγκυρότερες από τις άλλες. Αυτό που θα κρίνει την εγκυρότητα τους δεν είναι το υποκείμενο (του οποίου το βίωμα υπονομεύεται) αλλά το ίδιο το πολιτικό θέαμα και οι κατασκευαστές του. (Edelman, 1999, σ. 30) Τα προβλήματα και η λύση τους γίνονται ιδεολογικές κατασκευές που παραπλανούν το ατομικό υποκείμενο, υποκρύπτουν τα πραγματικά προβλήματα και υποτιμούν το βίωμα του και την καθημερινή του ζωή. Μια διαδρομή που καταλήγει στην κατασκευή «θεατών του πολιτικού θεάματος» που είναι φορείς των κοινωνικών αντιλήψεων που το θέαμα κατασκεύασε. Πρόκειται για μια μετάγγιση ιδεών μέσα από τα μέσα και όχι μέσα από τη καθημερινή ζωή και το βίωμα. (Edelman, 1999, σσ. 39-78) 44 http://www.blackwellreference.com/public/tocnode?id=g9781405131995_yr2010_chunk_g9781405 13199521_ss47-1 40 Την ανταγωνιστική σχέση πολιτικού θεάματος και πολιτικών κομμάτων (θεσμικό πυλώνα των αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών) διαπραγματεύονται οι Meyer & Hincman μιλώντας για μετάβαση από την κομματική πολιτική στην «τηλεοπτική πολιτική». (Meyer & Hinchman, 2008, σσ. 90-94) Στελέχη των μέσων, διαμεσολαβητές και κοινό υιοθετούν την κριτική στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και υποστηρίζουν πως λιγότερη κομματική επιρροή συνεπάγεται περισσότερη δημοκρατία. Έτσι η δημοκρατία φεύγει από τα κόμματα και το κοινοβουλευτισμό και τοποθετείται στα τηλεοπτικά στούντιο και στις αίθουσες σύνταξης των ΜΜΕ. Η αντίληψη αυτή μάλιστα διασκευάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι τηλέ- γενείς πολιτικοί που δεν πέρασαν ποτέ από κόμματα να φαντάζουν περισσότερο ελεύθεροι και δημιουργικοί από τους κομματικούς. (Meyer & Hinchman, 2008, σ. 136) Επιπλέον τα μέσα ενημέρωσης υπενθυμίζουν την ηγεμονία τους καθώς αντικαθιστούν το δημοκρατικό έλεγχο απαιτώντας από τους πολιτικούς να ακολουθήσουν το μιντιακό τους χρόνο ο οποίος είναι πολύ πιο σύντομος από τον πολιτικό χρόνο. Έτσι η πολιτική καθίσταται πάντα υπόλογος. (Meyer & Hinchman, 2008) Αυτές οι εξελίξεις κάνουν ασήμαντες τις πολιτικές και πολύ σημαντικούς τους επικοινωνιολόγους– αλχημιστές. Η πολιτική γίνεται μεταπολιτική και προϋποθέτει τα ΜΜΕ ως αναγκαίο εργαλείο για την υλοποίηση του κυβερνητικού παραμυθιού όπου μια εταιρεία συμβούλων επικοινωνίας αντικαθιστά τα κόμματα και τις πολιτικές αφού όλα ανάγονται πλέον σε ζήτημα μάρκετινγκ, αισθητικής και επικοινωνίας (Salmon, 2007, σσ. 137-139 & 183-185 & 217-219 ) 45 Αυτή η αντίληψη για τη δημοκρατία αναπαράγεται και καυτηριάζεται ταυτόχρονα στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ. 10. Η «Δημοκρατία της Συγκίνησης» 46 Στο θεωρητικό πλαίσιο της διερεύνησης μας πρέπει επίσης να εντάξουμε τα πάθη και τις συγκινήσεις που καθορίζουν το λόγο που εκφράζει ο Λαζόπουλος. Είναι κοινά αποδεκτό πως το «ένσαρκο υποκείμενο» τελεί μονίμως εν συγκινήσει και επικοινωνεί ακόμη και με κατά φαντασία υποκείμενα που εμπλέκουν ολόκληρο τον εαυτό και όχι ένα μέρος του. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 36). Αυτές οι συγκινήσεις βοηθούν το ατομικό υποκείμενο να τοποθετηθεί απέναντι στον κόσμο. Η πηγή της γνώσης και της εμπειρίας που διαθέτει το ατομικό υποκείμενο σχετικά με τη σημασία των συγκινήσεων πηγάζει από τα τελετουργικά, τους μύθους και τη τέχνη (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 64)Σε αυτές τις πηγές πρέπει να προσθέσουμε και τα ΜΜΕ που όπως προαναφέραμε έχουν αντικαταστήσει μέρος του ρόλου των μεγάλων αφηγήσεων. Όλο και περισσότεροι θεωρητικοί αποδέχονται το ρόλο των παθών, των συγκινήσεων, των συναισθημάτων ως κινητήριες δυνάμεις στο πεδίο της πολιτικής και μάλιστα ορισμένοι αποδέχονται αυτόν τον αυξημένο ρόλο ως ανταγωνιστικό ή συμπληρωματικό της ορθολογικής επιλογής ή της ηθικής διαβούλευσης που επικρατούν στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας. (Μουφ, 2008, σ. 33) Στο ρόλο των συγκινήσεων στην ελληνική δημόσια σφαίρα έχει αναφερθεί ο Ανδρέας Πανταζόπουλος καθώς αναλύει τις φορτισμένες συγκινησιακά αντιδράσεις των καλλιτεχνών (που διατηρούν μια προνομιακή 45 Μάλιστα ο Τόμας Μάγερ διερευνώντας την πολιτική ως θέατρο στο πλαίσιο των ΜΜΕ προτείνει μια «συνειδητή και υπεύθυνη διαδικασία διαπαιδαγώγησης» του κοινού, στη χρήση και αφομοίωση των νέων εκδοχών θεατρικής πολιτικής ώστε «να μην καταβροχθίζουν πολιτικούς, πολιτικές και πολίτες». (Μάγερ, 2000, σ. 37) Την ίδια ανάγκη μεταφέρει στην ελληνική πραγματικότητα η Σοφία Ασλανίδου όταν μιλά για συστηματική εκπαίδευση του τηλεθεατή από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση προκειμένου να καταστεί πολίτης του αύριο, ΜΜΕ και εκπαίδευση υποστηρίζει πως πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα. (Ασλανίδου, 2000, σ. 242) 46 Τίτλος βιβλίου του Ανδρέα Πανταζόπουλου. 41 σχέση με τα συναισθήματα) στην σύλληψη του Οτσαλάν. Οι καλλιτέχνες ως «εξ αντικειμένου αναπόσπαστο στοιχείο του νέου μιντιακού πεδίου επιφυλάσσουν για τους κυματισμούς της εθνικό-λαϊκής ψυχής απευθείας μεταδόσεις της συγκίνησης τους». Μια παρόμοια μετάδοση της συγκίνησης βρίσκεται στο κέντρο των επιδιώξεων και του Αλ Τσαντίρι Νιούζ αλλά η εθνικό-λαϊκή ψυχή της μεταπολίτευσης εκτεθειμένη στη δράση των ιδιωτικών ΜΜΕ έχει μεταλλαχτεί, έχει καταστεί τηλέ-λαϊκή ψυχή. Αυτή η μετάλλαξη αφορά κυρίως στα σημεία αναφοράς που μέχρι το 1989 πηγάζουν από τη κατοχική και μετακατοχική ιστορία, το ρεμπέτικο, το λαϊκό τραγούδι, τους κοινωνικούς αγώνες, τις εξορίες, τους ήρωες της κάθε πλευράς και μετά το 1989 πηγάζουν από το lifestyle, τα media, τους τηλέ-αστέρες κ.α. Ο καλλιτέχνης σε αυτή τη διαδικασία αποτελεί το «ρυθμιστή νοήματος» που ανασυνθέτει επιλεκτικά το κατακερματισμένο νόημα. Ο μηχανισμός ανασύνθεσης του νοήματος εδράζεται στην εκμετάλλευση συγκινήσεων όπως της αγωνίας που είναι ικανή να αποδεσμεύσει ένα ισχυρό συγκινησιακό μηχανισμό. Το ίδιο μηχανισμό μοιάζει να επιστρατεύει αριστοτεχνικά ο Λαζόπουλος στην περίπτωση των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008 αλλά και στην περίπτωση του Παναγιώτη Κετίκη που του επέτρεψε να μεταβεί από τη σφαίρα της τέχνης και της διανόησης στο κύκλο της πολιτικής. Αυτός ο συγκινησιακός μηχανισμός διαθέτει την ικανότητα να φέρει ισχυρό συμβολικό φορτίο με το οποίο επενδύει το ρυθμισμένο επαν-επινοημένο νόημα. (Πανταζόπουλος, 2002, σ. 109) Η μορφή του Λαζόπουλου επικυρώνει «τον αργό θάνατο (της μορφής) του διανοούμενου – ιδεολόγου» που θα αντικατασταθεί όπως και στο παρελθόν (υπόθεση Οτσαλάν) από «φωνές που υπερασπίζονται την εθνική αυθεντικότητα». (Πανταζόπουλος, 2002, σ. 114) Ο αργός θάνατος της διανόησης έχει πια συντελεστεί και τη θέση της κατέλαβαν «οργισμένες» μιντιακές φωνές που διακηρύττουν στα ΜΜΕ την προνομιακή τους σχέση με το γνήσιο και αυθεντικό χαρακτήρα της ελληνικής ψυχής. Μια από αυτές και ο παρουσιαστής του Αλ Τσαντιρι Νιούζ. 11. Νοσταλγία και ο τόπος διαμονής της ελληνικής «τηλέ- λαϊκής ψυχής» Το κατεξοχήν ατομικό συναίσθημα της νοσταλγίας μιας ταυτότητας που πηγάζει από το παρελθόν και επαναπινοείται με όρους του παρόντος (οι οποίοι στην εποχή μας είναι θεαματικοί-τηλεοπτικοί) μετατρέπεται σε μια συλλογική μυθολογία που παύει να δρα συμβολικά και καθίσταται νέο-πραγματικότητα. Σε αυτή τη νοσταλγική διάθεση το χωριό ως τόπος καταγωγής (του Λάκη Λαζόπουλου και εκατομμυρίων αστικοποιημένων ελλήνων) κατέχει κυρίαρχη θέση. Η νοσταλγία (του χωριού και του παλιού εαυτού) προκαλεί και προκαλείται από το λαϊκισμό των νεοελλήνων. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 215) Η συνάρθρωση πολιτικού και πολιτισμικού λαϊκιστικού λόγου δημιουργεί τη συλλογική νοσταλγική επιθυμία επιστροφής σε έναν χαμένο παράδεισο που υπήρξε κάποτε ο εξιδανικευμένος τόπος όπου κατοικούσε η ελληνική λαϊκή ψυχή. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 218) Η ανάμνηση του τόπου καταγωγής και η πραγματικότητα της πόλης ως τόπος κατοικίας δεσπόζουν στην ελληνική κοινωνία (και το λόγο του Λαζόπουλου) ως δομικά συστατικά ενός πολιτισμικού και κοινωνικού δυισμού 47 που διαδραματίζει καθοριστικό 47 Ο δυϊσμός χωριό/πόλη αποτελεί συμβολοποίηση του δίπολου που ο Ν. Διαμαντούρος ορίζει ως εκσυγχρονισμός/παράδοση. (Διαμαντούρος, 2000, σ. 14). Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος διατηρεί ως αυτοπροσδιορισμένο τον πόλο των δυνάμεων που επιδιώκουν τον εκσυγχρονισμό και περιγράφει τον άλλο πόλο ως ετεροκαθοριζόμενο. Μεταβάλλει το δίπολο σε «εκσυγχρονιστικό/αντιεκσυγχρονιστικό» . (Πανταζόπουλος, 2002, σ. 149) Αυτό το σχήμα ισοδυναμεί με το δίπολο μιας επίσης καθοριστικής σύγκρουσης 42 ρόλο στην οικοδόμηση του εαυτού που οφείλει να χωρέσει την ανάμνηση του χωριού και την πραγματικότητα της πόλης. Ο Λάκης Λαζόπουλος αυτό το δυϊσμό το χειρίζεται με μαεστρία. Αντιλαμβάνεται πως μεταπολιτευτικά η πολιτισμική ομογενοποίηση, η εθνοποίηση, επισυμβαίνει μέσα από τους πόρους, τα αγαθά, την τηλεόραση και τις συμπεριφορές. 48 (Βούλγαρης, 2002, σσ. 125-126) Ο δυϊσμός χωριό/πόλη παραπέμπει στο δυϊσμό εκσυγχρονισμός/παράδοση. Το Αλ Τσαντίρι Νιούζ είναι ενταγμένο στο πλαίσιο των ιδιωτικών μέσων και τη μέχρι τώρα πορεία τους. Η διετία ιδιωτικοποίησης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στην Ελλάδα (1987-1989) θεωρείται θεμελιακή στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η μάχη για την ιδιωτικοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων εντάχθηκε επίσης στην αντιπαλότητα εκσυγχρονιστικής επιδίωξης και παραδοσιοκρατίας. 49 Τα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν είναι καθοριστικά για την επαν-επινόηση της ελληνικής ψυχής που από εθνικό-λαϊκή έγινε τηλέ-λαϊκή. Η επίκληση της γίνεται όλο και πιο συχνά μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, τις επιτυχίες των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου και μπάσκετ, τα χρυσά μετάλλια στο στίβο, την πρωτιά στη Eurovision κ.α. Αυτή η επαν- επινοημένη ελληνική ψυχή (η οποία μέσα στο μεγαλείο της βιώνει το κίνδυνο να αλλοιωθεί από τον εκσυγχρονισμό) ορίζεται πια μέσα από θεάματα (αθλητικά γεγονότα, διαγωνισμοί τραγουδιού κ.α.) και όχι μέσα από την ιστορία. Η νέα ελληνική (τηλέ-λαϊκή) ψυχή είναι παρούσα ακόμη και σε διαφημιστικά σποτ καταναλωτικών προϊόντων διατροφής που ονομάζονται π.χ. το χωριό ή εταιρειών κινητής τηλεφωνίας.50 Το μοτίβο του χωριού επιστρατεύεται στο λόγο των ιδιωτικών μέσων προκειμένου να εμπεδώσουν την ιδέα ενός «χωριού»- μεταφορά του χαμένου παράδεισου όπου κατοικούσε κάποτε η «εξαστισμένη» επαν-επινοημένη ελληνική τηλέ-λαϊκή ψυχή εντείνοντας το αίσθημα της νοσταλγίας. 12. Το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό Αυτή η «εξαστισμένη» τηλέ-λαϊκή ψυχή αποτελεί δυνητική ταυτότητα/είδωλο των μελών του τηλεοπτικού κοινού που ανταποκρίνεται θετικά στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ και μπορεί να εντάξει τα μέλη του στην κοινότητα του Αλ Τσαντιριώτη και της Αλ Τσαντιριώτισας. Μια κοινότητα που ματαιώνεται με τους τίτλους τέλους της κάθε εκπομπής. Η κοινότητα αυτή που έχει ορίσει ο Μοσχονάς ως δεξιά/αντιδεξιά ως συνέχεια του προδικτατορικού δίπολου δεξιά/αριστερά . (Μοσχονάς, 1995). Το επιχείρημα του «ανεστραμμένου συγκρητισμού» στο οποίο αναφέρεται ο Νίκος Δεμερτζής (Δεμερτζής, 1990, σσ. 70-96) σχολιάζει αυτό τον δυϊσμό για τη δεκαετία του ’80 και υποστηρίζει πως η παράδοση τρέφεται, ανανεώνεται και επιστρέφει μέσα από τον εκσυγχρονισμό. Έτσι δεν έχει σημασία πια το πραγματικό περιεχόμενο της παράδοσης αλλά το ότι μπορεί να δράσει αντιεκσυγχρονιστικά. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 217) 48 Φορέας εκσυγχρονισμού της ελληνικής υπαίθρου υπήρξε ο γενικευμένος εξηλεκτρισμό κατά 95,8% το 1974 όταν δέκα χρόνια πριν ήταν μόλις στο 19.7 % .Η εισβολή της τηλεόρασης εκείνη την εποχή είναι ραγδαία με το 26% των αγροτικών νοικοκυριών το 1974 να διαθέτει συσκευή στο σπίτι αλλά 83% των αγροτών να δηλώνουν ότι παρακολουθούν καθημερινά τη μικρή οθόνη σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια και καφενεία. (Βούλγαρης, 2002, σσ. 125-126) 49 Ήταν αυτή που για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά έδωσε τη δυνατότητα στη δεξιά να δομήσει ένα εκσυγχρονιστικό προφίλ και στους δεξιούς δημάρχους των μεγάλων πόλεων (Έβερτ, Ανδριανόπουλος, Κούβελας) να ετεροκαθορίσουν το ΠΑΣΟΚ ως πόλο της συντήρησης. 50 Αυτή η ελληνική ψυχή αποτυπώθηκε ευκρινώς σε σποτ του ΟΠΑΠ που προβλήθηκε σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια στη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης με τίτλο «Είμαστε Έλληνες» http://www.youtube.com/watch?v=sLXzI_iaz1o. 43 μένει ζωντανή ως την επόμενη εκπομπή μέσα από συζητήσεις και πηγαδάκια. Το Αλ Τσαντίρι Νιούζ (μέσω του οποίου καλούμαστε να διερευνήσουμε τον ελληνικό τηλελαϊκισμό) φέρεται ως πετυχημένο λόγω της απήχησης που έχει στο κοινό. Η απήχηση αφορά στις προαναφερόμενες συζητήσεις που προκαλεί η εκπομπή στις παρέες των τηλεθεατών. Ακολουθεί η προβολή αποσπασμάτων της εκπομπής στο πλήθος των lifestyle μεσημεριανών εκπομπών κοινωνικού σχολιασμού (τηλεκουτσουμπολιού) που σχολιάζουν και αναμεταδίδουν πολύτιμες ώρες δωρεάν απολαυστικού προγράμματος το οποίο με τη σειρά του είναι φτιαγμένο με πολύτιμες ώρες δανεισμένου τηλεοπτικού προγράμματος από άλλες εκπομπές (αυτοαναφορικότητα-διακειμενικότητα- διευρυμένη μεσοποίηση). Τέλος η απήχηση τεκμηριώνεται με τα νούμερα τηλεθέασης που είναι έτοιμα κάθε μέρα στις έξι και σαράντα πέντε το πρωί και προωθούνται στα γραφεία των στελεχών των καναλιών που είναι συνδρομητές της μοναδικής εταιρείας τηλεμετρήσεων στην Ελλάδα της AGB/Nielsen. 51 Αυτό το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό διαθέτει ακραίου τύπου συνήθειες τηλοψίας (heany tv-viewing habits) αναφορικά με τις ώρες και τον τρόπο που χρησιμοποιεί την τηλεόραση για να αντλήσει ψυχαγωγία και ενημέρωση. (Plasser & Plasser, 2002, p. 184) Η τηλεόραση τη δεκαετία του ‘70 έβαλε την ελληνική οικογένεια μέσα στο σπίτι και τη συγκέντρωσε στο σαλόνι του σπιτιού. 52 Τις δεκαετίες που ακολούθησαν η ελληνική οικογένεια παρέμεινε στο σπίτι αλλά ι έρευνες δείχνουν πως κάθε γενιά διαθέτει το δικό της δωμάτιο και τη δική της τηλεόραση επιβεβαιώνοντας την τάση για εξατομικευμένη τηλέ-θέαση που εμφανίζεται σε όλο τον κόσμο. 53 Μια από τις εκπομπές που αναλύουμε (2/3/10) αναφέρεται στην περίοδο κορύφωσης της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη η ημερήσια τηλοψία αυξήθηκε μαζί με την αύξηση του πολιτικού ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της AGB/Nielsen τον Μάρτιο του 2010 54η συνολική μέση ημερήσια τηλεθέαση έφτασε τις πέντε ώρες και τρία λεπτά ημερησίως, ανεβαίνοντας σε σχέση με πέρσι κατά δεκαεπτά λεπτά και σε σχέση με πρόπερσι κατά τριάντα εννιά λεπτά την ημέρα. 55 Στην Εθνική Έρευνα για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης του Ι.Ο.Μ. που 51 Αυτά τα νούμερα προωθούνται στους διαφημιστές και τους δημοσιογράφους που καλύπτουν το λεγόμενο τηλεοπτικό ρεπορτάζ. Οι διαφημιστές τα χρειάζονται για να μοιράσουν την διαφημιστική πίττα των 500 εκατομμυρίων ευρώ ανάλογα με την τηλεθέαση, το προφίλ των τηλεθεατών και τη συμβατότητα τους με τα προϊόντα που πρέπει να προωθηθούν. 52 Σύμφωνα με την πρώτη έρευνα του τηλεοπτικού κοινού που έκανε το ΕΚΚΕ το 1976 «ενώ ο κινηματογράφος έβγαλε του έλληνες από τα σπίτια τους κα μετέβαλε την διασκέδαση τους σε οικογενειακή υπόθεση, η τηλεόραση τους επανέφερε» (Παϊδούση, 2004, σ. 168). 53 Η τηλοψία δεν παραμένει οικογενειακή υπόθεση η ύπαρξη στο 61,8% των ελληνικών νοικοκυριών δεύτερης και στο 22,5% τρίτης τηλεόρασης στον ίδιο σπίτι δείχνει ότι επιβεβαιώνεται μια τάση για εξατομικευμένη θέαση της τηλεόρασης. (Παϊδούση, 2004, σ. 169) κάτι που προκρίνουν και οι τεχνολογικές εξελίξεις στο πεδίο της τηλεόρασης. (Παπαθανασόπουλος Σ. , 2000, σ. 176) 54 Στο μέσο της δημοσιονομικής κρίσης για την Ελλάδα και πριν την ανακοίνωση στις 25 Μαρτίου 2010 του μηχανισμού στήριξης της χώρας μας από την ΕΕ και το ΔΝΤ. 55 Οι γυναίκες 65 ετών και άνω, είδαν 8 ώρες τηλεόραση ημερησίως, μία ώρα περισσότερο απ' ότι το 2008. Πολλή τηλεόραση παρακολουθούν και οι νεότερες γυναίκες, 45- 64 χρόνων, με 7 ώρες και 10 λεπτά την ημέρα, 11 λεπτά περισσότερο από πέρσι και 38 λεπτά από το 2008.Οι άνδρες της ίδιας ηλικιακής ομάδας παρακολουθούν 20 λεπτά περισσότερο σε σχέση με πρόπερσι (5 ώρες και 13 λεπτά την ημέρα). Τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, το α' 3μηνο του έτους παρακολουθούν τηλεόραση σχεδόν 7 ώρες την ημέρα, 10 λεπτά περισσότερο από πέρυσι και 35 από περυσι. Τα υψηλά κοινωνικό-οικονομικά στρώματα, σύμφωνα με τα ίδια 44 αποτυπώνει τις συνήθειες του ελληνικού τηλεοπτικού κοινού της χώρας διαπιστώνουμε πως το κοινό προσδοκά την ενημέρωση του από την τηλεόραση, είναι στη πλειοψηφία του γυναίκες, έχει χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ανήκει σε ηλικιακές ομάδες πάνω από τα 45 έτη και ψηφίζει ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Αυτό το κοινό ενώ παρακολουθεί ειδήσεις στην τηλεόραση δεν τις εμπιστεύεται 56 και δεν είναι ικανοποιημένο από αυτές.57 «Ε.Ε.Μ.Μ.Ε. - 2007) 58 Έχει επίσης σημασία να αποτυπώσουμε τη σχέση που διαθέτει το ελληνικό κοινό με τους θεσμούς (στους οποίους τοποθετείται και η τηλεόραση) όπως εμφανίζεται σε έρευνα του Ευρωβαρόμετρου 179 του 2006 της Eurostat. Σε αυτή την έρευνα οι έλληνες εκφράζουν τη δυσπιστία τους στο μέσο της τηλεόρασης κατά 68%. Σχετικά με τους υπόλοιπους θεσμούς, το 72% τοποθετείται ενάντια στα κόμματα αν και το 57% εμπιστεύεται τη βουλή και το 53% τη κυβέρνηση. Σε αυτά τα ευρήματα έχει μεγάλο ενδιαφέρον η ηλικιακή διαστρωμάτωση αυτών που δυσπιστούν έναντι των κομμάτων όπου διακρίνεται μια διχοτόμηση του κοινού σε δύο ηλικιακές ομάδες : 15-54 και 54 και άνω. Πίνακας 1 Πίνακας 1: Ηλικιακές ομάδες και δυσπιστία στα κόμματα (Βαρόμετρο 179) 15-24 83% 25-34 82% 35-44 77% 45-54 74% 55-64 58% άνω των 65 57% Η διαφορά που υπάρχει στις ηλικιακές ομάδες 15-54 και 54 και άνω μπορεί να μας βοηθήσει στην εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το επιχείρημα της μεταδημοκρατικής στοιχεία, παρακολουθούν τηλεόραση μόλις 16 λεπτά περισσότερο από το 2008 (4 ώρες και 8 λεπτά) και τα μεσαία στρώματα 13 λεπτά περισσότερο (5 ώρες και 11 λεπτά). 56 Παρόμοια διερεύνηση εστιασμένη κυρίως στους νέους δεν διαθέτει μεγάλες διαφοροποιήσεις. (Δεμερζής & Σταυρακάκης, 2008, σσ. 93-94) 57 Η τηλεόραση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητας των ελλήνων πολιτών με 3 στους 4 ερωτώμενους (74%) να παρακολουθούν καθημερινά τηλεόραση. Σχεδόν οι μισοί ερωτώμενοι (46%) χρησιμοποιούν καθημερινά αποκλειστικά την τηλεόραση. 7 στους 10 ερωτώμενους (69%) προτιμούν την 57 τηλεόραση ως μέσο ενημέρωσης τις καθημερινές. Η πλειοψηφία του πληθυσμού (62%) έχει ανάγκη και για ενημέρωση και για ψυχαγωγία, μέσω της τηλοψίας, ενώ η ψυχαγωγία ως μοναδική ανάγκη υπερτερεί της ενημέρωσης, με ποσοστό υπερδιπλάσιο (22% έναντι 10%). Ο μέσος αριθμός συσκευών τηλεοράσεων στα νοικοκυριά ανέρχεται σε 2 τηλεοράσεις ανά νοικοκυριό. Επιπλέον, 1 στα 6 νοικοκυριά κατέχουν 3 συσκευές. Αυτό το εύρημα όπως θα δούμε παρακάτω προκύπτει από τις έντονες διαφορές στις συνήθειες τηλοψίας των φύλων και των ηλικιακών ομάδων. Οι εκπομπές που συνήθως παρακολουθούν τις καθημερινές οι έλληνες, είναι κυρίως δελτία ειδήσεων, ελληνικά σήριαλ, ξένες ταινίες και ντοκιμαντέρ. Ο μισός πληθυσμός (54%) παρακολουθεί καθημερινά ή σχεδόν καθημερινά τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Σχεδόν οι μισοί από τους τηλεθεατές δελτίων ειδήσεων (48%) κάνουν zapping όταν παρακολουθούν ειδήσεις και οι 2 στους 3 (63%) σκέφτονται μετά τη λήξη του δελτίου ότι έχουν χάσει τον χρόνο τους. Γενικότερα, αναφορικά με το σχήμα των δελτίων ειδήσεων, το 51% των ερωτώμενων επιλέγει έναν δημοσιογράφο - παρουσιαστή των ειδήσεων, ενώ μόνο το 29% θέλει έναν κεντρικό δημοσιογράφο και 3-4 σχολιαστές δημοσιογράφους σε παράθυρα, να συζητούν για τις ειδήσεις. 58 Ποσοτική έρευνα κοινής γνώμης, με συνεντεύξεις πρόσωπο με πρόσωπο, στα νοικοκυριά των ερωτώμενων και χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, σε δείγμα 2.995 ατόμων, ηλικίας 15 ετών και άνω. 05/05-13/06/2007. Πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Ινστιτούτου Οπτικοακουστικών Μέσων (Ι.Ο.Μ.) 45 διολίσθησης και της απαξίωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε πως παρόμοιο ηλικιακό χάσμα υπάρχει και στη χρήση της τηλεόρασης για ενημέρωση ή ψυχαγωγία στην προαναφερόμενη έρευνα του ΙΟΜ. Υπάρχει δηλαδή μια ηλικιακή ομαδοποίηση όσων «χρησιμοποιούν τηλεόραση για ενημέρωση και εμπιστεύονται τα κόμματα» (που είναι οι 54 και άνω) και όσων «χρησιμοποιούν την τηλεόραση για ψυχαγωγία και απαξιούν για τα κόμματα» (και είναι οι 54 και κάτω). Εδώ εντοπίζουμε ένα ακόμη μοτίβο του ελληνικού κοινού: δεν εμπιστεύεται την τηλεόραση αλλά την παρακολουθεί προκειμένου να ενημερωθεί (ακόμη και από συνήθεια) και κατά αντιστοιχία δεν εμπιστεύεται τα κόμματα και κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα (που μπαίνουν στο στόχαστρο του Λαζόπουλου) αλλά τα ψηφίζει σε ποσοστά γύρω στο 80% σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Πίνακας 2:Εμπιστοσύνη στου θεσμούς (ευρωβαρόμετρο 179) Αντιμετωπίζουμε την τηλοψία ως φορέα κοινωνικών συνθηκών, αντιλήψεων και αποκλεισμών και το ερώτημα που ξεπηδάει αυθόρμητα είναι γιατί οι δυσαρεστημένοι με τα κόμματα και την τηλεόραση έλληνες δεν κάνουν κάτι για να αλλάξουν, είτε τα κόμματα, είτε την τηλεόραση; Εδώ νομίζω πως υπάρχουν απαντήσεις στις έρευνες της πολιτικής κουλτούρας των νεοελλήνων και τη σχέση που έχουν με την πολιτική και τους όρους της. Πιο συγκεκριμένα η απάντηση πιθανά να βρίσκεται στο συμπέρασμα του Ν. Δεμερτζή που διαπιστώνει πως η ιδιώτευση των ελλήνων και η εργαλειακή-ορθολογική χρήση της πολιτικής δεν τους οδήγησε στην αποπολιτικοποίηση τους. Υπόλειμμα της πολιτικοποίησης είναι η ανάγκη για ενημέρωση, η ανάγκη έστω και για «οιονεί διαμεσολαβημένη» συμμετοχή στα τηλεκαφενεία, τους καβγάδες και την παρακολούθηση των μεροληπτικών ρεπορτάζ που σε καμιά περίπτωση δεν τους ικανοποιούν. (Δεμερτζής, 1990, σ. 84) Η θεωρία της συνήθειας μπορεί επίσης να εξηγήσει την προσκόληση στην τηλεοπτική ενημέρωση ως αποτέλεσμα της εξοικείωσης με τον τρόπο της τηλεόρασης (την προαναφέραμε ως άποψη των Fiske και Hartley «μια οικεία και περιστασιακή δραστηριότητα, με την οποία οι περισσότεροι από μας ασχολούνται, χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη για ιδιαίτερη ανάλυση»). Σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνει την ισχύ της 46 τηλεόρασης. 59 Αυτή η σχιζοειδής συνθήκη ζωής θα πρέπει να εδράζεται σε βαθύτερες αντιλήψεις που σχετίζονται με τη ιδιωτική και δημόσια σφαίρα και έχει να κάνει με τα «πάθη» του σημαίνοντος «ελληνική τηλέ-λαϊκή ψυχή» η οποία όπως προαναφέραμε έχει χάσει κάθε πίστη πως τα «πράγματα μπορούν να αλλάξουν». Η αιτία αυτής της δυσάρεστης βεβαιότητας μπορεί επίσης να πηγάζει από τη σειρά των μεταπολιτευτικών πολιτικών ματαιώσεων (της Ανδρεοπαπανδρεϊκής περιόδου, της νεοφιλελεύθερης τριετίας, της εκσυγχρονιστικής εξαετίας, της μεταρρυθμιστικής επανίδρυσης του Κ. Καραμανλή και της συμμετοχικής Γιωργοπαπανδρεϊκής) που όλες μαζί στέλνουν το ίδιο και το αυτό μήνυμα πως «τα πράγματα δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξουν». Αυτό το μοτίβο ακούγεται και εμπεδώνεται και από το Αλ Τσαντίρι Νιούζ και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας μελλοντικής διερεύνησης. Έως αυτό το σημείο στην εργασία μας έχουμε θέσει τις κομβικές έννοιες του λαϊκισμού, του νεολαϊκισμού και του τηλελαϊκισμού που πλαισιοδοτούν εξηγητικά το παράδειγμα του Αλ Τσαντίρι Νιούζ και τις εμπλουτίσαμε με συμπληρωματικές θεωρητικές προϋποθέσεις που συνθέτουν μια εικόνα για τη «πληρότητα» που προσφέρει στον θεατή το τηλεοπτικό σόου που εξετάζουμε και τη φύση του λαϊκού υποκειμένου που κατασκευάζει. Στη συνέχεια θα περάσουμε στη διαχρονική και συγχρονική παρουσίαση του παραδείγματος μας προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν το λόγο (discourse) του Αλ Τσαντίρι Νιούζ. Θα αναφερθούμε στην κρίσιμη καμπή στην πορεία της εκπομπής που μετατοπίζει το πλαίσιο πρόσληψης της από αυτό της σατιρικής ψυχαγωγικής εκπομπής σε αυτό του πολιτικού φαινομένου και στη συνέχεια θα παραθέσουμε τα αποσπάσματα των τριών εκπομπών που θα αναλύσουμε. 59 Ευρεία προσπάθεια ερμηνείας αυτού του φαινομένου για τους νέους επιχειρείται στο συλλογικό έργο «Νεολαία, ο αστάθμητος παράγοντας». (Δεμερζής & Σταυρακάκης, 2008, σσ. 98-99) 47 Γ’ Μέρος: Πραγματολογικό υλικό 1. Μια διαχρονική προσέγγιση της διαδρομής του Λάκη Λαζόπουλου Είναι απαραίτητη μια διαχρονική προσέγγιση της πορείας του Λάκη Λαζόπουλου και ο εντοπισμός των κρίσιμων στιγμών αυτής της πορείας για να κατανοήσουμε την πολιτική σημασία της εκπομπής που παρουσιάζει και να τον τοποθετήσουμε στην κατάλληλη θέση στη συνολική εικόνα της ελληνικής δημόσιας σφαίρας. Επίσης είναι χρήσιμη αυτή η πορεία γιατί θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε στοιχεία της φύσης του τηλελαϊκισμού. Ο Λάκης Λαζόπουλος δεν έχει παρακολουθήσει Δραματική σχολή. Γεννιέται στη Λάρισα και σπουδάζει νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης όπου ανεβάζει και τις πρώτες του παραστάσεις με τη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου. Κάνει μεταπτυχιακό στο Ποινικό Δίκαιο και στην Εγκληματολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκη και παράλληλα με τις σπουδές του, το 1979, γράφει τα πρώτα του κείμενα για το Θεσσαλικό Θέατρο, στην επιθεώρηση «Κάτι τρέχει στα γύφτικα» όπου «συναντάει» το χαρακτήρα του γύφτου και το Τσαντίρι του που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα. Το 1980, εκτός από τη συγγραφική του δραστηριότητα, συμμετέχει και ως ηθοποιός στο Θεσσαλικό Θέατρο στην επιθεώρηση «Χαιρέτα μου τον πλάτανο» τα κείμενα της οποίας γράφει μαζί με άλλους συγγραφείς. Γίνεται ιδιαίτερα γνωστός μετά την επιτυχία του σόου που παρουσιάζει στο Mega με τίτλο «Δέκα μικροί Μήτσοι», μια ηθογραφική και σατιρική καταγραφή των μοτίβων της νεοελληνικότητας, του νεοπλουτισμού, της ιδιώτευσης και της απολιτικοποίησης. Είναι η εποχή της καταναλωτικής στροφής της ελληνικής κοινωνίας, της υλιστικής πραγμάτωσης του εκσυγχρονισμού των ηθών αλλά και η απαρχή της δημιουργίας μιας νέας δημόσιας σφαίρας με όρους θεάματος, ορατότητας, αναγνωρισημότητας. Οι ασκήσεις θάρρους, η φυσιολογικοποίηση της ομοφυλόφιλης φιγούρας στο εσωτερικό μιας παραδοσιακής πυρηνικής ελληνικής οικογένειας, η ταξική και χωρική ερμητικότητα των κοινωνικών ομάδων της πρωτεύουσας, η απόσταση των ηθών της περιφέρειας από τα ήθη του αστικού χώρου, η αίσθηση της μετάβασης, της μεταβολής αλλά και της χαράς και της αισιοδοξίας βρίσκουν ανταπόκριση στο ελληνικό τηλεοπτικό κοινό. Την τελευταία περίοδο της συνεργασίας του με το Mega παρουσιάζει μόνο έκτακτες εκπομπές των Μήτσων με αφορμή την επικαιρότητα. Είναι η περίοδος που μοιάζει με τον «εθνικό μας σχολιαστή». Την ίδια εποχή δεν παραλείπει να θεμελιώσει μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους κωμικούς της χώρας προσκαλώντας τους στο σόου των Μήτσων: τον Χατζηχρήστο, τον Βέγγο, τον Ηλιόπουλο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Σπεράντζα Βρανά κ.α. Το 2003 αποχωρεί από το Mega και ξεκινά τη συνεργασία του με τον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA. Ως σύμβουλος προγράμματος επιχειρεί να επιμεληθεί και να προτείνει σήριαλ αλλά και εκπομπές σόου που δεν βρίσκουν ανταπόκριση από το τηλεοπτικό κοινό όπως η τηλεοπτική σειρά «504 χ.λ.μ βόρεια της Αθήνας» που γυρίζεται στη Θεσσαλονίκη με πρωταγωνιστές νεαρούς 48 φοιτητές, η καθημερινή σειρά «Παραδείσου 7» 60 που επίσης διακόπτεται λόγω χαμηλής τηλεθέασης και το τηλεγλεντζέδικο εγχείρημα «Μπουάτ Αλ Γκάιντα». 61 Μετά τις αποτυχημένες αυτές προσπάθειες το 2003 ξεκινάει το Αλ Τσαντίρι Νιούζ που παραπέμπει στο αραβόφωνο ενημερωτικό δορυφορικό δίκτυο Αλ Ζαζίρα, την έκπληξη της αραβόφωνης ενημέρωσης στη διάρκεια του πολέμου του κόλπου. Η εκπομπή και πάλι δεν καταφέρνει να πετύχει διψήφιες τηλεθεάσεις με αποτέλεσμα το 2004 στο δεύτερο χρόνο της προβολής της ο Λαζόπουλος να επιτεθεί προς την εταιρεία μετρήσεων AGB και το διευθύνοντα σύμβουλο της Γιάννη Αναστασάκο κατηγορώντας τον για χειραγώγηση του κοινού μέσω των μετρήσεων. Στην επίθεση σιγοντάρει και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος που έχει επιτεθεί στις εταιρείες δημοσκοπήσεων ήδη από το 2001. Οι καταγγελίες προκαλούν την εισαγγελική παρέμβαση, διενεργείται έρευνα που ποτέ δεν θα συνοδευτεί από κάποιο σαφές πόρισμα, αλλά μόνο από μια ανακοίνωση που αναφέρει πως βρέθηκαν κάποια στοιχεία προς την κατεύθυνση των καταγγελιών του Λαζόπουλου, αλλά κρίνονται ελλιπή. 62 Είναι η εποχή που στην σκηνή του Τσαντιριού υπάρχει μόνιμα ένα Ντάτσουν φορτωμένο με την πραμάτεια του: πλαστικές καρέκλες, καρπούζια, μπανάνες , χαλιά κ.α. Ο Λαζόπουλος είναι ντυμένος ως γύφτος, μιλά ως τέτοιος και όχι ως ο εαυτός του. Ο Γύφτος είναι παρών και στους δέκα μικρούς Μήτσους όπου ως εκφωνητής ειδήσεων σχολιάζει την πολιτική επικαιρότητα. Την επόμενη σαιζόν 2005-2006 το Αλ Τσαντίρι Νιούζ σκαρφαλώνει ανάμεσα στις δέκα πρώτες θέσεις της τηλεθέασης με μέσο όρο τηλεμεριδίου 8,45 % και μέσο όρο εφτακόσιους ογδόντα μια χιλιάδες τηλεθεατές. Η συνολική διάρκεια της εκπομπής κατά τη μισή σαιζόν είναι ημίωρη και την υπόλοιπη ωριαία. Η επόμενη σαιζόν 2006-2007 ξεκινάει με την ανταπόκριση του κοινού να παρουσιάζει μια αυξητική τάση. Ο μέσος όρος τηλεθέασης είναι 10,8% με μέσο όρο τηλεθεατών που ξεπερνάει το ένα εκατομύριο (1,010 εκ.). Ενώ η διάρκεια των εκπομπών έχει μια αυξητική τάση με εκπομπές που φτάνουν τα ενενήντα λεπτά. Το 2007-2008 είναι η χρονιά που το Αλ Τσαντίρι Νιούζ εγκαθίσταται στην κορυφή της τηλεθέασης. Η στάση που κρατά ο Λαζόπουλος στις φοιτητικές κινητοποιήσεις της Άνοιξης του 2007 και ο χειρισμός της υπόθεσης του φοιτητή που συνελήφθη επειδή φορούσε πράσινα παπούτσια και προφυλακίστηκε για περισσότερους από τρείς μήνες έχρισε το Λαζόπουλο σε εκφραστή μιας κινηματικής νεολαιίστικης λογικής που αντλεί την καταγωγή της από την αριστερά. 1.1. Το Αλ Τσαντίρι Νιούζ και η υπόθεση «πράσινα παπούτσια» Ο Λαζόπουλος νε αφορμή τη σύλληψη του φοιτητή Π. Κετίκη 63 το Μάιο του 2007 φορά πράσινα παπούτσια τύπου σταράκια σε κάθε εκπομπή του (ως και σήμερα) ως ένδειξη συμπαράστασης στον προφυλακισμένο 19χρονο. Ο Αλέκος Αλαβάνος στις 6 Ιουνίου 2007 Στην οποία πρωταγωνιστούν οι: Γιώργος Κωνσταντίνου, Ελένη Γερασιμίδου, Γιάννης 60 Μποσταντζόγλου, Κώστας Σπυρόπουλος, Καίτη Παπανίκα, Σπεράντζα Βρανά κ.α http://www.makthes.gr/news/media/8074/ 61 http://www.makthes.gr/news/media/8074/ 62 63 Ο Παναγιώτης Κετίκης συνελήφθη στις 5/5/2007 με κατηγορίες συμμετοχής σε επεισόδια που έλαβαν χώρα στην οδό Εθνικής Αμύνης της Θεσσαλονίκης. Είχε συλληφθεί στο παρελθόν (8/3/2007) μαζί με άλλους 48 φοιτητές μετά την πυρπόληση του φυλακίου του Άγνωστου Στρατιώτη στη διάρκεια του πανελλαδικού εκπαιδευτικού συλλαλητηρίου και είχε αθωωθεί. Η ένορκη κατάθεση των αστυνομικών που αναγνώρισαν τον Κετίκη ως το άτομο που σε τηλεοπτικές εικόνες εμφανίζεται να πυρπολεί σταθμευμένα οχήματα έξω από το ΑΠΘ είναι αρκετή για να κρίνει η εισαγγελέας την προφυλάκιση του. Οι αστυνομικοί ενώ αναγνώρισαν τον Κετίκη από τα πράσινα παπούτσια που φορούσε δεν αξιολόγησαν το διαφορετικό σωματότυπο του με το άτομο που εμφανίζεται στα στιγμιότυπα να πυρπολεί αυτοκίνητα. 49 αφού επισκέπτεται τον προφυλακισμένο φοιτητή δηλώνει: «Αν η κυβέρνηση συλλαμβάνει όσους φοράνε πράσινα παπούτσια, γιατί δεν συλλαμβάνει και το Λάκη Λαζόπουλο, ο οποίος εμφανίζεται μ’ αυτά και στην τηλεόραση;» για να καταλήξει: «Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται τελικά η προφυλάκιση ως μέσο καταστολής και δίωξης αθώων». Στις 13 Νοεμβρίου 2007 μάλιστα ο Λαζόπουλος κορυφώνοντας τη συμπαράσταση προς το φοιτητή, ενόψει της δίκης που είναι προγραμματισμένη για τις αρχές Δεκεμβρίου, συνδέεται τηλεφωνικά μαζί του στις φυλακές και προκαλεί συγκίνηση στο πανελλήνιο τηλεοπτικό κοινό με την τρεμάμενη φωνή του καθώς τον ρωτά «εεε… Παναγιώτη πως σε αντιμετωπίζουν οι συγκρατούμενοι σου». Το άδικο της σύλληψης του 19χρονου αθώου παιδιού γίνεται κυρίαρχο συναίσθημα στο ζωντανό και το τηλεοπτικό κοινό. Ανάμεσα στο κοινό και η τηλεπρόβλητη βουλευτής του ΚΚΕ Λιάνα Κανέλλη με την οποία διατηρεί ο Λαζόπουλος σχέση συμπάθειας και πολλές από τις παρεμβάσεις της στα πάνελ άλλων εκπομπών «αναμεταδίδονται» από το Τσαντίρι. Στη διάρκεια αυτής της συνομιλίας ο Λαζόπουλος αποκαλύπτει πως συγγενικό του πρόσωπο έχει φιλικές σχέσεις με το φοιτητή και στη συνέχεια αφού κλείνει το τηλέφωνο επιχειρεί να δώσει το μικρόφωνο στους γονείς του Κετίκη που βρίσκονται και αυτοί στο κοινό και κλαίνε σπαρακτικά. Οι πολιτικές αντιδράσεις για τον άδικα προφυλακισμένο φοιτητή προκαλούν και την παρέμβαση του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιώργου Παπανδρέου στη διάρκεια προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση που έχει προκαλέσει με ερώτηση του το ΚΚΕ για τα «Δικαιώματα της Νεολαίας στη μόρφωση και τον Πολιτισμό». 1.2. Μετά τα «πράσινα παπούτσια» Αν δούμε το διάγραμμα της πορείας των 139 εκπομπών από το 2005 ως σήμερα είναι εμφανής η μεγάλη σημασία της έναρξης της σαιζόν 2007-2008 (εκπομπές 77-80) και θα δούμε πως ανάλογη ανοδική πορεία έχει και η διάρκεια της εκπομπής που ξεκινάει ημίωρη το 2005 για να φτάσει στη δίωρη διάρκεια το 2010. Αυτή η σύμπτωση μας επιτρέπει να διατυπώσουμε την άποψη πως το «άπλωμα» των επιχειρημάτων του σε ρηματικό και οπτικοακουστικό επίπεδο φαίνεται να ευνοεί το λαϊκίστικο λόγο που διατυπώνει ο Λαζόπουλος. Η αυξημένη διάρκεια της εκπομπής του δίνει περισσότερο χρόνο προκειμένου να ξεδιπλώσει τα επιχειρήματα του αλλά και να χωρέσει όλο και περισσότερα «ρεπορτάζ κοινής γνώμης» από τα δελτία ειδήσεων των ιδιωτικών καναλιών και των πρωινών ενημεροδιασκεδαστικών εκπομπών (Αυτιάς, Παπαδάκης, Καμπουράκης κ.α.). Σε ένα δεύτερο επίπεδο θα μπορούσαμε να πούμε πως η μεγάλη διάρκεια ευνοεί και την πολυσυλλεκτικότητα των απόψεων που διατυπώνονται και αναμεταδίδονται από την εκπομπή, με την έννοια ότι χωράνε όλες οι απόψεις πια, κανείς δε μένει απέξω. 50 Πίνακας 1:Η πορεία της τηλεθέασης των 139 εκπομπών του Αλ Τσαντίρι Νιούζ από το 2005 ως το 2010. Είναι φανερή η άνοδος στη σαιζόν 2007-2008, εκπομπές 77-80. Πίνακας 2:Η διαδρομή της διάρκειας της εκπομπής από το 2005 ως το 2010 ακολουθεί την πορεία της τηλεθέασης. «Ας μιλήσει ο κόσμος» είναι η προτροπή που εκφράζει ο Λαζόπουλος όλο και πιο συχνά από εκείνη την εποχή και μετά. Ο κόσμος είναι η κοινωνία, είναι ο λαός. Ο κόσμος δεν είναι μεγάλος και κοσμοπολίτικος αλλά σμικρυμένος, ελληνοκεντρικός, ομφαλοσκοπικός, εσωστρεφής και τελματωμένος. Στην εκπομπή του Λαζόπουλου ο «κόσμος» αντιστοιχεί στις λιγοστές σκόρπιες απόψεις συνταξιούχων που περιφέρονται στις λαϊκές της Αθήνας, απόψεις που δανείζονται λεκτικά σχήματα από τα δημαγωγικά δελτία ειδήσεων των ιδιωτικών καναλιών προκειμένου να περιγράψουν και να ντύσουν τη βιωμένη πραγματικότητα. Ο «κόσμος» γίνεται ο καθημερινός άνθρωπος που αναπαράγει ατάκες 51 που έχει ακούσει την προηγούμενη το βράδυ στα τηλεπαράθυρα των ωριαίων δελτίων ειδήσεων της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης τα οποία όπως είδαμε δεν εμπιστεύεται καθόλου. Μέσος όρος τηλεθέασης αυτή τη σαιζόν 26,09%, μέσος όρος διάρκειας μία ώρα και σαράντα επτά λεπτά με εκπομπές που φτάνουν ως και τις δυόμιση ώρες και μέσος όρος τηλεθεατών περίπου δυόμιση εκατομμύρια (2.444.000). Ο Λαζόπουλος και το Τσαντίρι του προκαλούν πια τη δημόσια συζήτηση για το ρόλο του, τις προθέσεις του, τη συνέπεια του, τα μηνύματα που στέλνει στην ελληνική κοινωνία. Υποστηρικτές και πολέμιοι αποδεικνύουν ένα και μόνο πράγμα ότι τον παρακολουθούν και νοιώθουν την ανάγκη να τον σχολιάσουν και να πουν τη γνώμη τους για την περίπτωση του. Στις σαιζόν που ακολουθούν ο Λαζόπουλος επιλέγει πότε θα εμφανιστεί (κάτι που έκανε και στη τελευταία φάση των Μήτσων) λόγω των υποχρεώσεων του στο θέατρο αλλά και της εκφρασμένης επιθυμίας να σταματήσει τη τηλεοπτική του παρουσία. Το 2008-2009 παρουσιάζει μόλις εννιά εκπομπές και το 2009-2010 είκοσι έξι εκπομπές. 64 Έχει πια εμπεδώσει την πρωτοκαθεδρία του σε ποσοστά τηλεθέασης και έχει περάσει από το κύκλο της καλλιτεχνικής διανόησης στο κύκλο του της πολιτικής τηλεδιαβούλευσης. Η επιμονή του στη φόρμα της σάτιρας ( «που δεν πρέπει να γνωρίζει όρια») είναι λειτουργική για να μπορεί να απλώνει τις πολιτικές του θέσεις χωρίς περιορισμούς αλλά και πλαίσιο ελέγχου ούτε καν από την ανεξάρτητη αρχή, το ΕΣΡ. Η πρόζα είναι όλο και λιγότερη, φοράει κοστούμι με σταράκια, δεν έχει την ανάγκη να μεταμφιεστεί, είναι μόνος στο πλατό και μονολογεί , ζητάει πλάνα από τον κόσμο και μετά καπνό και μετά χειροκρότημα, ευχαριστεί το ζωντανό και το τηλεοπτικό του κοινό με κάθε ευκαιρία και μιλά στα σοβαρά, όταν δε μιλά σχολιάζει με γκριμάτσες και τη στάση του σώματος του, εκφράζει γνώμη με κάθε ευκαιρία, δεν «παίζει» (με την κυριολεκτική και την επιτελεστική έννοια του όρου). Την έλλειψη του υποκριτικού «παιξίματος» την αναπληρώνει με σκετς που υλοποιεί με γνωστούς συμπρωταγωνιστές του από το Θέατρο (Παλατζίδης, Γερασιμίδου κ.α.) και τραγούδια. Επιμένει να τραγουδά ως ένα στοιχείο εκτόνωσης, πανηγυριού, ξεφαντώματος αδιαφορώντας πλήρως για την ελλιπή τεχνική του στο τραγούδι. Άλλωστε όποτε θέλει μπορεί να έχει δίπλα του πραγματικά καλούς τραγουδιστές όπως η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη. Οι λαϊκοί αστέρες όπως η Άντζελα Δημητρίου και η Θώδη που πέρασαν στο παρελθόν από το Τσαντίρι τώρα φαντάζουν ξένοι και απόμακροι. Οι μηνύσεις (και τα εξώδικα) από τη Ντενίση, τη Σαρρή, τον Αλεξη Κούγια, την Αννίτα Πάνια και τον Καρβέλα του φαίνονται αστείες/γελοίες και δεν τις διαβάζει καν. Ασχολείται όμως με τη μήνυση ενός αρχηγού κόμματος, του Γιώργου Καρατζαφέρη, τον οποίο δεν παραλείπει με κάθε ευκαιρία να τον ονομάζει ακροδεξιό και να τον ταυτίσει με τον Χίτλερ. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης το χειμώνα του 2009 ζητά έξι εκατομμύρια ευρώ επειδή στην εκπομπή που μεταδόθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2010 παρουσιαζόταν με ένα μουστακάκι που παρέπεμπε στον Χίτλερ. Ο Λαζόπουλος οχυρώνεται πίσω από την καθολική αρχή της απόλυτης ελευθερίας στη σάτιρα και υπενθυμίζει ότι είχε παρομοιάσει τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ με τον Τσε Γκεβάρα, παρομοίωση για την οποία δεν διαμαρτυρήθηκε. 65 Ακολουθεί επίσης μια κόντρα με τον 64 Τη σαιζόν 2008-2009 ο μέσος όρος τηλεθεατών είναι 2,348 εκατομμύρια και η μέση διάρκεια των εκπομπών περίπου δύο ώρες (1:52). Στην επόμενη τηλεοπτική σαιζόν 2009-2010 ο Λαζόπουλος συνεχίζει να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία του σε επίπεδο τηλεθέασης με μέσο όρο τηλεθέασης 25,2%, μέσο όρο τηλεθεατών 2.555 εκατομμύρια και μέσο όρο διάρκειας 1:51 λεπτά. 65 http://www.iospress.gr/ios2009/ios20090215.htm 52 πρόεδρο της ΓΣΕΕ ο οποίος φέρετο μετά τις εκλογές του 2009 να δηλώνει απειλητικά προς τους έλληνες εργαζόμενους «τώρα θα δείτε τι θα γίνει». Ο Παναγόπουλος του ζητά να ανασκευάσει, τον ενημερώνει με επιστολή πως η δήλωση την οποία αναμετάδωσε ο Λαζόπουλος του αποδόθηκε από την ευρωβουλευτή του ΛΑΟΣ Ν. Τζαβέλα και ποτέ δεν έχει γίνει. Ο Λαζόπουλος κρατά έντονες επιφυλάξεις οι οποίες ακυρώνουν τη συγνώμη που ζητά. Ο Παναγόπουλος ως αρχισυνδικαλιστής αποτελεί το σύμβολο της τελματωμένης Ελλάδας που πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα τάξη κοινωνικοπολιτικών πραγμάτων. 66 Πολύ σημαντική επίσης για τη διερεύνηση μας είναι η αντιπαράθεση που ξεκινά ο Λαζόπουλος με το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης όταν τον Ιανουάριο του 2010 του επιβάλλει πρόστιμο 20.000 ευρώ για βωμολοχίες που «ξεφεύγουν από τα όρια της σάτιρας». Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του ΕΣΡ Ιωαννης Λασκαρίδης, «το θέμα έφτασε στο Συμβούλιο ύστερα από καταγγελίες ανώνυμων τηλεθεατών και το πρόστιμο επιβλήθηκε καθώς διαπιστώθηκε ότι οι βωμολοχίες ξεπέρασαν τα όρια». 67H άποψη του ΕΣΡ είναι σαφής «Είναι άλλο πράγμα η σάτιρα, άλλο η αισχρολογία και άλλο ο διασυρμός». Η απάντηση του Λαζόπουλου είναι αναμενόμενη: «Οι διορισμένοι του ΕΣΡ υποβαθμίζουν τη νοημοσύνη του Έλληνα». Στην επίθεση του έναντι του ΕΣΡ βρίσκει συμπαράσταση από το τμήμα δικαιωμάτων του Συνασπισμού που για άλλη μια φορά ταυτίζεται με τον καλλιτέχνη και σε ανακοίνωση του τομέα σημειώνει: «Φαίνεται ότι στον τόπο όπου κάποτε μεγαλούργησαν οι σατιρικές κωμωδίες του Αριστοφάνη, με χρήση καυστικότατης γλώσσας και άσκηση αμείλικτης κριτικής, το χιούμορ συνεχίζει να τελεί υπό διωγμό». 68 Ενώ σε άρθρο της Αυγής η συντάκτρια Α. Νταρζάνου σχολιάζει το έργο του ΕΣΡ και το εξισώνει με λογοκρισία τονίζοντας: «είναι καιρός πλέον να παρέμβει η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, που έχει την εποπτεία του ΕΣΡ; Μπορεί μια σύγχρονη πολιτεία να ανέχεται αποφάσεις λογοκριτικού περιεχομένου;» για να επισημάνει πως η ανεξάρτητη αρχή είναι «ανοιχτή» σε συντηρητικές, φοβικές, έως και σκοταδιστικές απόψεις». 69 Λίγους μήνες αργότερα ανοίγει ένας νέος κύκλος αντιπαράθεσης Λαζόπουλου-ΕΣΡ που αφορά στον πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Στις 13 Απριλίου 2010 το ΕΣΡ καλεί τον ALPHA σε απολογία για ενδεχόμενη παράβαση από την εκπομπή «Αλ Τσαντίρι Νιούζ» της αρχής της «προστασίας της προσωπικότητας» και του «σεβασμού του Συντάγματος και των θεσμών». Για τις δύο αυτές πολύ σοβαρές κατηγορίες το ΕΣΡ επικαλείται τον κανονισμό λειτουργίας του και όχι κάποια διάταξη στο Σύνταγμα ή στη ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. 70 Σε αυτή την 66 http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=86979 67 Όπως διαπιστώνει το ΕΣΡ στην εκπομπή της 3ης Νοεμβρίου 2009 ακούγονται οι λέξεις «μαλακίες», «κωλότσιχλα», «πουτάνα αγελάδα», «αγελάδα που κλάνει», «χέζονται» κ.ά. 68 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519710 69 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519446 70 Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΕΣΡ οι δύο επίμαχες εκπομπές του Λ. Λαζόπουλου μεταδόθηκαν στις 26 Ιανουαρίου 2010 και στις 9 Μαρτίου 2010. Η πρώτη παρέμβαση σχετίζεται με την αναφορά του Λ. Λαζόπουλου (26.1.10) στα «κωλοδάκτυλα των Ευρωπαίων» προς τον έλληνα πρωθυπουργό αλλά και οι φράσεις «χοντρός» για τον Κ. Καραμανλή, ο οποίος «το ξύνει», «τρώει σουβλάκια», «κλάνει» ενώ τον περιμένουν «να κυβερνήσει». Η δεύτερη περίπτωση (9.3.2010) αναφέρεται στον πρωθυπουργό και το επίμαχο βίντεο εμφανίζει τον Γιώργο Παπανδρέου να οδηγεί ένα αυτοκίνητο σε σχήμα ανδρικού μορίου, το μπροστινό μέρος του οποίου είναι ελαφρώς ανασηκωμένο. Στο βίντεο ο πρωθυπουργός εμφανίζεται να βλέπει δύο γυναίκες στο πεζοδρόμιο, τα κεφάλια των οποίων είχαν αντικατασταθεί από αυτά της Άνγκελα Μέρκελ και του Όλι Ρεν. Μόλις τις βλέπει το αυτοκίνητο μαρσάρει και το μπροστινό του μέρος σηκώνεται όρθιο ψηλά και τις προσπερνά. Ακόμη, στην ίδια εκπομπή μεταδόθηκαν μονταρισμένες εικόνες από υποτιθέμενες ταινίες με τον τίτλο «Άνγκελα Μέρκελ, το 53 έγκληση το ΕΣΡ δεν έχει με το μέρος του ούτε τη γνωμοδότηση της ειδικής επιστήμονος/πραγματογνώμονα που προτείνει την αθώωση του Λαζόπουλου. Κρατά αποστάσεις από την κατηγορία της προσβολής «των θεσμών και του συντάγματος» σημειώνοντας στην εισήγηση της: «Ο σατιριστής παραμορφώνει με πολλούς τρόπους: ελαχιστοποιεί τις καλές ιδιότητες κάποιου και μεγιστοποιεί τις κακές, απομονώνει μοναδικές στιγμές ή συμβάντα και τα κάνει να φαίνονται κανόνας, παραθέτει τη γνώμη μιας αυθεντίας που συμβαίνει να εξυπηρετεί την άποψή του, αφαιρεί κάτι από τα συμφραζόμενα του». 1.3. Από την πολιτική σάτιρα στην πολιτική με σάτιρα Έγινε λοιπόν φανερό πως στη διαχρονική πορεία της εκπομπής είναι πολύ σημαντική η περίοδος του φθινοπώρου του 2007 που έπεται της σύλληψης και προηγείται της δίκης του Π. Κετίκη. 71 Είναι η εποχή που τόσο ο Λαζόπουλος όσο και το Αλ Τσαντίρι Νιούζ προσλαμβάνουν τη μορφή τηλεοπτικού «φαινομένου» που καθίσταται σύντομα πολιτικό φαινόμενο καθώς αλλάζει το πλαίσιο πρόσληψης του λόγου του Λαζόπουλου από καλλιτεχνικό/σατιρικό σε πολιτικό/κινητοποιητικό/κινηματοποιητικό. Ο αρθρογράφος του Βήματος Βασίλης Μουλόπουλος (τώρα Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ) στις 5 Δεκεμβρίου του 2007 γράφει σχόλιο με τίτλο: «Ποιος φοβάται τον Λαζόπουλο;» και θέτει τους όρους πολιτικής πρόσληψης της επιτυχίας του Λαζόπουλου με πρώτο και βασικό τα νούμερα τηλεθέασης που η εκπομπή του κάνει: «Αν το 70% των τηλεθεατών βλέπει Λαζόπουλο, κάποια αιτία θα υπάρχει. Το να ερμηνεύεις το φαινόμενο, όπως κάνουν οι πολιτικά ορθοί αναλυτές, ως επικίνδυνο λαϊκισμό και να καταγγέλλεις τον Λαζόπουλο (όπως και τη Μαλβίνα πριν από χρόνια) ότι τρέφει το θεριό της αντιπολιτικής, σημαίνει να κρατάς τα μάτια σου ερμητικά κλειστά μπροστά στην κατάσταση εξαθλίωσης που έχει περιπέσει η πολιτική». για να τοποθετήσει το επιχείρημα του με σαφήνεια στη συνέχεια: «Το να καταγγέλλεις τον Λαζόπουλο για μηδενιστική, ισοπεδωτική σάτιρα ανθρώπων και θεσμών είναι σαν να υπερασπίζεσαι τη χαμένη τιμή ενός ιστορικού κτιρίου που έχει γίνει οίκος ανοχής». Ο Λαζόπουλος σύμφωνα με τον συντάκτη γίνεται πολιτικό φαινόμενο όχι μόνο γιατί τον βλέπει το 70% 72 των τηλεθεατών (αλλά όχι των πολιτών) αλλά και επειδή υπογραμμίζει την ένδεια του πολιτικού συστήματος χρησιμοποιώντας ως εργαλείο τη σάτιρα, έτσι πια δε μιλάμε για πολιτική σάτιρα αλλά για πολιτική με σάτιρα. Στη συνέχεια του σημειώματος ο Λαζόπουλος γίνεται μικρό παιδί και επιστρατεύεται από τον αρθρογράφο η δύναμη του παραμυθιού για να ολοκληρώσει την επιχειρηματολογία του: «Ο Λαζόπουλος, όπως το παιδί στο παραμύθι, φωνάζει ότι η πολιτική, η δημοκρατία είναι γυμνές».73 Η μετα- απαγορευμένο καυτό βίντεο» που σχολιάζουν τη συγχρονία της δημοσιονομικής κρίσης με την κυκλοφορία του πορνογραφικού βίντεο της Τζούλιας Αλεξανδράτου. http://www.paron.gr/v3/new.php?id=52750&colid=37&catid=28&dt=2010-04-11 71 Η δική μετά από αλλεπάλληλες αναβολές πραγματοποιείται στις 22/5/2009 όπου ο Π. Κετίκης αθωώνεται ομόφωνα. http://www.makthes.gr/news/reportage/39032/ 72 Ο Β. Μουλόπουλος προτιμά να χρησιμοποιήσει στο επιχείρημα του το τηλέ-μερίδιο όσων έχουν ανοικτή της τηλεόραση τους τη στιγμή της προβολής που κυμαίνεται εκείνη την περίοδο από 50% ως και 80% και όχι το μερίδιο των πολιτών που βλέπουν το σόου που φτάνει ως το 24% υλοποιώντας δύο αναγωγές ταυτόχρονα την αποδοχή του σόου στο 70% αλλά και την αναγωγή του σώματος των τηλεθεατών ως κρίσιμη ομάδα ικανή να εκπροσωπήσει το σύνολο του πληθυσμού. 73 Την δύναμη του ίδιου παραμυθιού χρησιμοποιεί ο Λακάν. Όπως αναφέρει ο Ζίζεκ προσπαθώντας να διαχωρίσει την έννοια του κυνισμού από την ψευδή συνείδηση της μαρξικής καταστατικής αφέλειας της κάθε ιδεολογίας αναφέρει δύο διαφορετικές αντιλήψεις περί αποκάλυψης της πλάνης που κρύβεται πίσω από την 54 δημοκρατική φυσικοποίηση ενός λόγου απαξιωτικού της πολιτικής ολοκληρώνεται καθώς επιστρατεύεται το παράδειγμα του καρκίνου που έχει σκορπιστεί στο πολιτικό σύστημα και προκειμένου να μελετήσουμε αυτό το καρκίνο αρκεί να μελετήσουμε το 70% των τηλεθεατών του Λαζόπουλου που στο σημείωμα αυτό εκλαμβάνονται ως πιστοί, σταθεροί, μόνιμοι και ομοιογενώς τοποθετημένοι υπέρ των λεγομένων του Λαζόπουλου: «Αυτό το 70% του Αλ Τσαντίρι Νιούζ θα πρέπει να το αναλύσουμε χωρίς φόβο και χωρίς φθόνο. Θα πρέπει να εντοπίσουμε τους καρκινογόνους όγκους που αναπτύσσονται και εξαπλώνονται στην πολιτική και στην κοινωνία. Θα πρέπει, όπως κάνει ένας σωστός γιατρός, να κάνουμε μια διάγνωση της ασθένειας για να προχωρήσουμε στην ενδεδειγμένη θεραπεία. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι οι γιατροί που αυτή την περίοδο διαθέτουμε πιστεύουν πως η διαιώνιση της ασθένειας είναι συμφέρουσα γι’ αυτούς…» (Βήμα, 5/12/2007) 74 Εδώ εντοπίζουμε ένα ακόμη μοτίβο που είναι κοινό μεταξύ αρθρογράφου και Λαζόπουλου τη μέθοδο της ιατρικοποίησης του παραδείγματος του προκειμένου να τεκμηριώσει την σημαντικότητα όσων λέει αλλά και να τα κάνει κατανοητά ακόμη και για τον πιο αδαή. 75 Την ίδια εποχή το δικτυακό φόρουμ που κινείται στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς «Ρεσάλτο» απαντά στον Μουλόπουλο: «Πού είδατε ότι ο Λαζόπουλος "αποδομεί" το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα κ.λπ.; Ο άνθρωπος που κατά καιρούς παίζει στις "αυλές" διαφόρων κρατούντων, διασήμων και επιφανών, έρχεται τώρα να κριτικάρει το σύστημα - το σύστημα μέσα στο οποίο ζει, το εκμεταλλεύεται και βασιλεύει κι ο ίδιος. Είναι παιδί του συστήματος που υποτίθεται ότι κριτικάρει» για να αναφερθεί και σε συγκεκριμένα παραδείγματα: «Εν παρόδω: δεν τον ακούσαμε να μιλάει ποτέ για τον κολλητό του, τον Δήμαρχο Αθηναίων Νικήτα Κακλαμάνη, που ευθύνεται για τα σκουπίδια που βρωμίζουν την Αθήνα, για τους μπράβους του - εννοώ τη Δημοτική Αστυνομία που κυνηγάνε τους δυστυχείς μετανάστες- τον κ. Νικήτα Κακλαμάνη που δεν τον αγγίζει κανένας» και τέλος να αναφερθεί στις κοινωνικές αδικίες που επιτελεί το Αλ Τσαντίρι: «.. ασχολείται ο Λαζόπουλος με άτομα που είναι αδύναμα, ανόητα, που γεμίζουν τις σελίδες των διαφόρων περιοδικών ποικίλης (και ηλιθίας) ύλης και γνωρίζει ότι οι δήθεν "σατιρικές" αναφορές του θα αποτελέσουν υλικό για τις κουτσομπολίστικες εκπομπές, πράγμα που σημαίνει ότι τον βοηθάνε επικοινωνιακά (είναι άριστος γνώστης των δημοσίων σχέσεων)». (Ρεσάλτο, 16/12/2007) 76 Η αρθρογραφία σχετικά με το «φαινόμενο Λαζόπουλος» έχει πλέον μετατοπιστεί από τα ταμπλόιντ περιοδικά τηλεκουτσουμπολιού στους κύκλους της Αριστεράς, ο Λαζόπουλος μπαίνει στο μικροσκόπιο της διανόησης. Ο Ε. Αρανίτσης στην Κυριακάτική Ελευθεροτυπία ασκεί κριτική στον Λαζόπουλο του Αλ Τσαντίρι Νιούζ και εκθειάζει τον Λαζόπουλο των κοινωνική πραγματικότητα: «ο αυτοκράτορας είναι γυμνός» και «ο αυτοκράτορας είναι γυμνός κάτω από τα ρούχα του». (Ζίζεκ, 2006, σ. 66) 74 http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=221625&dt=05/12/2007 75 Μάλιστα όπως θα δούμε παρακάτω στη συνέντευξη που δίνει ο Λαζόπουλος με αφορμή την επιλογή του από τους τηλεθεατές του ΣΚΑΪ στους 100 μεγάλους έλληνες όλων των εποχών ο Λαζόπουλος παρομοιάζει το σόου του με περιοδική ανάσα που δίνει οξυγόνο στους άρρωστους τηλεθεατές. Αυτή η επιχειρηματολογία βέβαια παραπέμπει και σε δηλώσεις του δικτάτορα Παπαδόπουλου που επίσης παρομοίαζε την Ελλάδα με ασθενή και την «επανάσταση» του με εντατική. 76 http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=1976 55 Μήτσων. «Για παράδειγμα, στους Μήτσους, ηθογραφικές αποχρώσεις όπως εκείνες της μάνας ή του γύφτου, πρόσφεραν εξαιρετική ευρυχωρία για την ανάπτυξη της σάτιρας, διότι οι ρόλοι ήταν στο βάθος τραγικοί και συγκρουσιακοί, αποτελούσαν τα ιστορικά και συναισθηματικά ορόσημα ενός κόσμου που χάνεται κάτω απ' το πελώριο κύμα των εχθρικών και συγκεχυμένων επαναπροσδιορισμών της ψυχής». Το έργο που επιτελεί ο Λαζόπουλος το αντιμετωπίζει ως νομιμοποίηση μιας τηλεπρακτικής που παρεμβαίνει στο κοινωνικό: «Σ' αυτή την καμπή, και για να κλείσει ο κύκλος, επιστρατεύεται ένα πρόσωπο υπεράνω υποψίας, ο Λάκης Λαζόπουλος, που δρα σαν μετασχηματιστής των ηθικών αντιστάσεων. Χάρη στην καλή του φήμη και στην κοινή αποδοχή της ποιότητας του κωμικού του ταλέντου, γίνεται ο ίδιος, κατά κάποιον τρόπο, ένας μηχανισμός ξεπλύματος των εικόνων της δυστυχίας, ένα απενοχοποιητικό φίλτρο για όλες τις γελοιογραφούμενες αναπηρίες». Ο Αρανίτσης ορίζει το πρόβλημα της σάτιρας του Λαζόπουλου ως επαναγελιοποίηση : «Τώρα, υποχρεωμένος να σατιρίζει αυτό που είναι αναφανδόν και από μόνο του γελοίο, πέφτει στην άβυσσο μιας παράξενης ταυτολογίας, ενός άστοχου αναδιπλασιασμού, όπου το γελοίο τίθεται με το στανιό στη σκηνή προς επαναγελοιοποίησιν». και κλείνοντας θέτει το πραγματικό πρόβλημα του λόγου που αρθρώνει το Αλ Τσαντίρι και θα το δούμε ξανά μετά την ανάλυση του πραγματολογικού μας υλικού: «Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κριτικάρει το εγγενές ήθος της τηλεόρασης, ποτέ δεν αγγίζει την ίδια την τηλεόραση σαν οργανωτική λειτουργία της κοινωνικής μας ταυτότητας, στην οποία χρωστάει εξάλλου την αίγλη του, αλλά μονίμως τα πρόσωπα. Βεβαίως, δεν απέμειναν και πολλά. Αυτό ο Λάκης το ξέρει και από κει αναβλύζει η μελαγχολία του, η κρυφή λύπη για κείνο το συγκινησιακό αίτημα της ηθοποιίας που λογοκρίνεται απ' τους βάναυσους νόμους της ακροαματικότητας». 77(Ελευθεροτυπία, 16/12/2010) Βρισκόμαστε στο μέσα του Δεκεμβρίου 2007 και έχει ανοίξει ένας κύκλος τοποθετήσεων, από αρθρογράφους του προοδευτικού χώρου, γύρω από το φαινόμενο Αλ Τσαντίρι Νιούζ, που εντάσσουν σαφώς τον Λαζόπουλο στο πεδίο των πολιτικών φαινομένων. Ανάμεσα στις αναστοχαστικές φωνές που τοποθετούνται είναι και αυτή του Ανδρέα Πανταζόπουλου με ένα κείμενο που είναι αναρτημένο στο δικτυακό τόπο του ΣΥΡΙΖΑ Βύρωνα. Στην πρώτη φράση του κειμένου εντοπίζεται η ανακλαστική λειτουργία του σόου «Ο Λαζόπουλος είμαστε εμείς. Το καθένα εγώ ξεχωριστά, ατομικιστικά, μοναχικά. Ένα εμείς υπονομευμένο, αγχωμένο, κουρασμένο, εύθραυστο, απογοητευμένο, οριακά εκθηλυσμένο», για να συνεχίσει με τους όρους μιας κοινότητας που αυτά τα μεμονωμένα «εγώ» των τηλεθεατών απαρτίζουν: «Το βερνίκι της ένωσής μας που κρύβει και συντηρεί τους καθημερινούς ανταγωνισμούς μας, που εξωραΐζει, συμβιβάζεται με τις ιδιοτέλειές μας και κυρίως τις αθωώνει. Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο. Μέσα στην τηλεοπτική κολακεία. Μέσα στην τηλεοπτική π(ε)λατεία. Και το Αλ Τσαντίρι νιούζ μια τηλεόραση μπουάτ, μια μπουάτ τηλεοπτική κοινότητα. Μια μπουάτ που τη λένε Τσαντίρι…» για να λάβει η επίκληση του τηλεγενικού λαϊκισμού σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, κεντρώα, δημοφιλή, ρηχά, προοδευτικά αλλά και αθώα που τον εξισώνουν με έναν παλιμπαιδισμό : «Πώς να αντισταθείς σε αυτήν την κεντρώα ιδιοπροσωπία; Πώς να αντιπολιτευθείς το ταλέντο της απροϋπόθετης δημοφιλίας που "λέει τα πράγματα με το όνομά τους"; Τι να αντιτάξεις στην αγωνία της κουλτούρας; Στον προοδευτικό παλιμπαιδισμό; Στο νέο μέτωπο της ρηχής 77 http://archive.enet.gr/online/online_print?id=45862496 56 πολιτικοποίησης; Στον τηλεγενικό νεο-λαϊκισμό;» για να προτείνει μια λύτρωση που όμως μοιάζει απραγματοποίητη και κυρίως ανίκανη να αμβλύνει την ένταση που η ψευδοκοινότητα της μεταπολιτευτικής μπουάτ μας έχει χαρίσει : «Πατάς τουλάχιστον το κουμπί. Με τον προφανή κίνδυνο να δυσαρεστήσεις τον/την σύντροφό σου, την τηλεοπτική σου παρέα». (Δικτυακός τόπος ΣΥΡΙΖΑ Βύρωνα, 19/12/2010) 78 Η κατακλείδα του κειμένου θα μπορούσε να θέτει ένα επιπλέον ερώτημα: «τι γίνεται όταν η τηλεοπτική σου παρέα δεν είναι κάποιο υπαρκτό ένσαρκο ον που κάθεται δίπλα σου αλλά είναι τα «άλλα σου εγώ», τα σπαράγματα του κατακερματισμένου σου εαυτού που καθώς αντικατοπτρίζονται στο καθρέφτη του Αλ Τσαντίρι βρίσκουν ένα νόημα για να υπάρξουν; Αυτό το πάτημα του κουμπιού που στο κείμενο του Α. Πανταζόπουλου μοιάζει με λύση είναι μη –λύση και βαθαίνει το πρόβλημα γιατί το πάτημα αυτού του κουμπιού από ότι φαίνεται από τα νούμερα τηλεθέασης δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αυτή η θεμελιακή ένταση της αντίρρησης σε αυτό που βλέπεις, σε αυτό που ακούς, σε αυτό που καταλαβαίνεις, με την αδυναμία να δραπετεύσεις από τη γοητεία του, η αδυναμία «να αντισταθείς», πιθανά εδράζεται στο πυρήνα του «τηλεγενικού νεολαϊκισμού» που από ότι φαίνεται ταυτόχρονα με το κοινωνικό αφορά στο ατομικό, στο υποκειμενικό, το ενδεχόμενο υποκείμενο που επιζητά να συστήσει μια νέο αντικειμενικότητα (κατά το δομικό σχήμα του Λακλάου). 1.4. Ο Λαζόπουλος μιλά για το Λαζόπουλο Είναι επίσης χρήσιμο στη διερεύνηση μας να παραθέσουμε ορισμένες από τις συνεντεύξεις που δίνει ο Λαζόπουλος από το 2007 και μετά. Από αυτές μόνο μια είναι τηλεοπτική και γίνεται στην εκπομπή Πρωταγωνιστές του Σταύρου Θεοδωράκη, μεταδίδεται στις 13 Μαΐου του 2008 και έχει τρία μέρη. 79 Στο τρίτο μέρος ο Λαζόπουλος καλείται να σχολιάσει μια σειρά από δημοσιεύματα που τον αφορούν. Ένα από αυτά είναι του εκδότη της free press εφημερίδας LIFO Στάθη Τσαγκαρουσιάνου το οποίο αναφέρει πως ο Λαζόπουλος «χαϊδεύει εκείνους που τον ταΐζουν και κρίνει όσους δεν το ταΐζουν, κρίνει την υποκουλτούρα και τα βράδια τρώει με εξέχοντα μέλη της». Η απάντηση του Λαζόπουλου είναι σχεδόν οργισμένη, αφού ξεκαθαρίζει πως εκτιμάει τον Τσαγκαρουσιάνο ως δημοσιογράφο λέει πως αυτού του τύπου οι μομφές είναι ανοησίες και τονίζει πως θεωρεί φυσικό να μιλά με «οικονομικούς παράγοντες» όπως έκανε και ο ίδιος ο Τσαγκαρουσιάνος προκειμένου να εκδώσει το περιοδικό του. Το επόμενο δημοσίευμα προέρχεται από τον Στάθη της Ελευθεροτυπίας που εκθειάζει τον καταγγελτικό λόγο του Λαζόπουλου αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Σε κάθε εκπομπή του κάνει σαράντα επερωτήσεις και πενήντα γελοιογραφίες..κάνει δουλειά μιας μεραρχίες οπλισμένης με δηλητηριώδη αθωότητα, ένα τρελός της δημοκρατίας». 80 Το σχόλιο του Λαζόπουλου λιτό γεμάτο ευχαρίστηση και ικανοποίηση «είναι ωραία γραμμένο». Οι γκριμάτσες είναι ενδεικτικές του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιεί το πρόσωπο του για να σχολιάσει όσα λέγονται ή προβάλλονται και αποτελούν από τους πιο σημαντικούς μη ρηματικούς πόρους που αξιοποιεί στη δουλειά του κατά τη διάρκεια των εκπομπών του. Έχει σημασία επίσης πως 78 Ανάκτηση από http://syriza-vyrona.pblogs.gr/tags/lazopoylos-gr.html 79 Στο πρώτο ο Λαζόπουλος μονολογεί εξομολογητικά στο αυτοκίνητο του καθώς φεύγει νύχτα από το θέατρο. Πρόκειται για μια μελαγχολική περιπλάνηση στους νυκτερινούς δρόμους της πόλης που συνοδεύεται από μια εξομολόγηση σε προσωπικό τόνο όπου παρομοιάζει τον εαυτό του με σχιζοφρενή που απογοητεύει τους πάντες καθώς δε μπορεί να κρατήσει ποτέ το λόγο του και καταλήγει τραγουδώντας υψηλόφωνα «Φοβάμαι φοβάμαι τη νύκτα, φοβάμαι μην έρθει η αυγή». Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης αξιοποιείται το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης είναι γεννημένος ίδια μέρα, ώρα και μήνα με τον Φρόυντ και για αυτό ξαπλώνει σε ένα ντιβάνι ψυχανάλυσης και μιλά για τη σχέση του με τη μάνα του και το πώς ασχολήθηκε με το θέατρο. http://www.protagon.gr/Default.aspx?tabid=243 80 57 στους τηλεοπτικούς «Πρωταγωνιστές» καλείται να μιλήσει σχεδόν για τα πάντα ακόμη και για την προσωπική του ζωή αλλά όχι για την τηλεόραση, την ισχύ της, τη σχέση που έχει μαζί της και την εμπειρία που έχει αποκομίσει. Αυτό είναι φυσικό να συμβαίνει σε μια τηλεοπτική εκπομπή όπου δεν μπορεί να αποκαλυφθεί ο πυρήνας των μηχανισμών της γοητείας της τηλεοπτικής εμπειρίας οι οποίοι αποτελούν τα μυστικά του επαγγέλματος τόσο για το Σταύρο Θεοδωράκη (που παίρνει τη συνέντευξη) όσο και για το Λαζόπουλο. Όμως, όπως θα δούμε παρακάτω αυτοί οι μηχανισμοί δεν αποκαλύπτονται ούτε στις έντυπες συνεντεύξεις. Το «εγγενές ήθος της τηλεόρασης» όπως το ονομάζει ο Αρανίτσης μένει ανέπαφο καθώς ο Λαζόπουλος καλείται από τους δημοσιογράφους να μιλήσει κυρίως για πολιτική, να μιλήσει για τα πάντα εκτός από την τηλεόραση. 1.5. Το «τηλεοπτικό φαινόμενο Λαζόπουλος» (δεν) γίνεται «Κόμμα Λαζόπουλος» Δύο χρόνια μετά το Δεκέμβριο του 2007 αρθρογράφοι και δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν τον Λάκη Λαζόπουλο ως παράγοντα της πολιτικής. Τον Ιούνιο του 2009 ο Κώστας Λεονταρίδης στην Καθημερινή μιλάει για «Το Κόμμα του κ. Λάκη Λαζόπουλο» εξηγώντας πως: «Στο «Αλ Τσαντίρι Νιούζ, η αποχή νικήθηκε κατά κράτος, εκεί συστεγάζεται ο κυρίαρχος λαός, στέλνοντας μήνυμα μέσω τηλεθέασης, απολαμβάνοντας τον νέο Αριστοφάνη να αποδομεί τους πάντες με τη βοήθεια και τεχνικών μέσων (εκεί σίγουρα υπερτερεί του προγόνου του)». Η αποχή, ο λαός, η τηλεθέαση ως ψήφος εμπιστοσύνης, η αποδόμηση του πολιτικού συστήματος και βέβαια η βοήθεια των τεχνικών μέσων δηλαδή των τεχνικών της τηλεόρασης περιγράφουν το πεδίο πραγμάτωσης του «κόμματος των τηλεθεατών». Για να ακολουθήσει η κατακλείδα που είναι ενδεικτική της οπτικής του κειμενογράφου : «Η καλλιτεχνική δημαγωγία πετυχαίνει διάνα. Με όχημα το γάργαρο γέλιο των θεατών, η γελοιοποίηση δημόσιων προσώπων γίνεται πανεύκολα και θα γινόταν ακόμα πιο ερεθιστική πράξη αν το ρεπερτόριο δεν συμπεριλάμβανε και κάποιους εμφανώς ολιγαρκείς στο πνεύμα, ανυπεράσπιστους. Αλλά όταν ακουμπήσεις την παλάμη στο ευαγγέλιο της σάτιρας, δεν ξεκολλάει με τίποτα. Σε αυτό ορκίζονται και οι ανώνυμοι θαυμαστές του νέου Αριστοφάνη και επώνυμοι καναλάρχες που επιθυμούν -όπως γράφεται- να εντάξουν τη σάτιρά του στη δύναμή τους. Ο κ. Λαζόπουλος είναι εκών-άκων, «παράγοντας» της πολιτικής ζωής». Δημαγωγία και μάλιστα εύκολη με όχημα τη τέχνη της σάτιρας που μοιάζει με ευαγγέλιο, σάτιρα που (όπως και ο θεός) δεν γνωρίζει όρια και περιορισμούς. Ανώνυμοι θεατές και επώνυμοι καναλάρχες που πολιορκούν τον Λαζόπουλο που εκτός από σατιρικός καλλιτέχνης έχει καταστεί πια παράγοντας της πολιτικής ζωής του τόπου. (Καθημερινή, 13/6/2009) 81 Στο μοτίβο του νέου Αριστοφάνη που αποδομεί το σύστημα αντλώντας δύναμη από την υψηλή τηλεθέαση που εκλαμβάνεται ως ψήφος εμπιστοσύνης κινούνται και δύο συνεντεύξεις που έδωσε ο Λαζόπουλος σε δύο εφημερίδες της Θεσσαλονίκης το 2009 και το 2010 όπου αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτικούς όρους αφού τόσο οι τίτλοι όσο και οι ερωτήσεις αναζητούν μια λύση στα προβλήματα του πολιτικού συστήματος. Το Μάιο του 2009 ο τίτλος της συνέντευξης που δίνει στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής είναι «Η ακροδεξιά έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία» και συμπληρώνεται από τη λεζάντα: «Ο «σύγχρονος Αριστοφάνης» όπως τον αποκαλούν πολλοί βρέθηκε για λίγο στη Θεσσαλονίκη και μίλησε αποκλειστικά στον ΑτΚ για τη χαμένη Ελλάδα, τις Ευρωεκλογές, τα στερεότυπα, την ανυπάκοη νεολαία και την κυρίαρχη ακροδεξιά ιδεολογία». Ανάμεσα στις ερωτήσεις που ακολουθούν καμιά δεν αναφέρεται στην ισχύ της τηλεόρασης και τον τρόπο που επηρεάζει το λόγο του. (Αγγελιοφόρος, 24/5/2009) 82 Το ίδιο μοτίβο υπηρετεί και η δημοσιογράφος 81 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_13/06/2009_318485 Ανάκτηση από http://marionbarfs3.blogspot.com/2009/05/blog-post_25.html 82 58 της Μακεδονίας που τον αντιμετωπίζει ως πολιτικό και όχι ως καλλιτέχνη. Η πλειοψηφία των ερωτήσεων αφορούν την πολιτική εν γένει, κάποιες προσωπικά ζητήματα, λίγες το θέατρο και μόνο μία από αυτές τη λειτουργία της τηλεόρασης. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 28 Μαρτίου του 2010 στην κορύφωση της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης και έγινε πρωτοσέλιδο καθώς προαναγγέλλει το τέλος των κομμάτων. Ο τίτλος της συνέντευξης «Τελειώνουν τα κόμματα» και η εισαγωγή της: «Μήνυμα αισιοδοξίας για την Ελλάδα εκπέμπει μέσω της “ΜτΚ” ο Λάκης Λαζόπουλος. “Δεν είμαστε αποχαυνωμένοι”, επισημαίνει. “Μας αποχαύνωσαν”, λέει με έμφαση, “αλλά τελειώνει αυτή η περίοδος. Διαμορφώνεται μια προοπτική ενός κόμματος που λέει σε ποσοστό 48% «κανένας». Υπογραμμίζει ότι ζούμε το τέλος της γκρίνιας, καθώς τώρα υπάρχει μόνο η ωμή αλήθεια. Για τα κόμματα τονίζει ότι ως σήμερα κρατιόνταν από ψηφοφόρους-μισθοφόρους». Και σε αυτή τη συνέντευξη η μορφή του Αριστοφάνη είναι παρούσα: «Πολλοί τον θεωρούν τον σύγχρονο Αριστοφάνη, κάποιοι τον βάπτισαν “θεό του λαού”, ενώ κάποιοι άλλοι τον θεωρούν απλώς λαϊκιστή. Όπως και να έχει, ο Λάκης Λαζόπουλος είναι το συνώνυμο της σάτιρας στην Ελλάδα». Ενώ τίθεται και το μοναδικό τηλεκεντρικό ερώτημα για να αντιμετωπιστεί ασαφώς και απρόθυμα: «-Ερ. Η τηλεόραση είναι ένα ισχυρό βήμα. Αισθάνθηκες ποτέ ότι έχεις αποκτήσει δύναμη και μπορείς να επηρεάζεις ανθρώπους; Στο Παρίσι μάλιστα μια κυρία σε αποκάλεσε “θεό του λαού”. Έχεις αισθανθεί θεός του λαού; - Απ. Όχι, καθόλου. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι που έχουν σκέψη και την εκφράζουν δημόσια επηρεάζουν, άλλος λίγο, άλλος πολύ. Επηρεάζουν τη συζήτηση που μπορεί να γίνει στο μυαλό ενός ανθρώπου. Οι δημοσιογράφοι επηρεάζουν πάρα πολλούς. (Μακεδονία , 28/3/2010)83 Σε αυτό το σημείο θα υπογραμμίσουμε ξανά τη μετατόπιση του πλαισίου πρόσληψης του Λαζόπουλου από το πεδίο της τέχνης, της σάτιρας και του θεάματος στο πεδίο της πολιτικής και της διανόησης. Η μετατόπιση αυτή όπως αναφέραμε έχει ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 2007 και όπως φανερώνεται από τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων των δύο τοπικών εφημερίδων έχει εμπεδωθεί τις επόμενες χρονιές. Η σάτιρα παραμένει παρούσα κυρίως ως ασπίδα έναντι οποιουδήποτε ελέγχου που μπορεί να ασκηθεί στο περιεχόμενο των λόγων του. Ομιλεί ως πολιτικός ή με όρους πολιτικούς. Αυτή η μετατόπιση έχει παγιώσει την αντίληψη ότι ο Λαζόπουλος με τον ένα ή με το άλλο τρόπο αναμοχλεύει το πολιτικό σύστημα αναδεικνύοντας τα προβλήματα του. Αυτή η πεποίθηση γεννά στο κοινό και τους δημοσιογράφους μια άλλη πεποίθηση: ότι έχει να προτείνει και κάποιες συγκεκριμένες λύσεις στα προβλήματα που επισημαίνει. Αυτές οι λύσεις δεν αρθρώνονται ποτέ με σαφήνεια και προγραμματική ακρίβεια παρά μόνο από γενικόλογες εγκλήσεις της «αποχής», του «κανένα», της «απροσδιόριστης ψήφου» και «των εκλογών γενεών». Τρία χρόνια μετά το 2007 ο Λαζόπουλος αδυνατεί να διευθέτηση το πολιτικό κεφάλαιο που έχει δημιουργήσει προς μια συγκεκριμένη και σαφή κατεύθυνση. Αυτό το κεφάλαιο εδράζεται σε ένα ηγεμονικό αίτημα ανατροπής του πολιτικού συστήματος το οποίο είναι κενό σημαίνον. Σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει ένα ακόμη πρόβλημα που αναδείχθηκε με αφορμή τη φιλοξενία των φορτηγατζήδων στο πλατό της εκπομπής του (στις 28/0/10). 84 Δημοσιογράφοι που στο παρελθόν (όταν στη κυβέρνηση βρισκόταν η ΝΔ) έβρισκαν τέτοιες ενέργειες ηρωικές, όσοι δηλαδή αντιλαμβανόταν το λόγο του Λαζόπουλου αντιπολιτευτικό προς τη ΝΔ και όχι ως μεταδημοκρατικό, όσοι θεωρούσαν πως αμφισβητούσε τη http://www.makthes.gr/news/politics/53052/ 83 84 Η κίνηση αυτή εντάσσεται στη συνήθεια του Λαζόπουλου να παραχωρεί το πλατό του σε ομάδες αδικημένων, όπως οι απολυμένοι της Ολυμπιακής ακόμη και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA. 59 διακυβέρνηση της ΝΔ και όχι την αντιπροσωπευτική δημοκρατία εν γένει τώρα αντιδρούν. Χαρακτηριστικό είναι πως στη φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Τα Νέα» δύο αρθρογράφοι τοποθετούνται με σκληρότητα στην αλληλεγγύη του Λαζόπουλου προς τους φορτηγατζήδες. Ο Γ. Παπαχρήστος σημειώνει: «Δικαιούται να είναι και υπερφίαλος, και επηρμένος, και εγωιστής, και αλαζόνας. Ένα δεν δικαιούται: να νοµίζει ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που η φύση τον προίκισε! Εκείνη τον «έχρισε» γελωτοποιό. Εκείνος νομίζει ότι είναι πολιτικός ή ότι μπορεί να διαμορφώνει πολιτική, να ασκεί πολιτική, να ηγείται κοινωνικών αγώνων, να υποδύεται τον προστάτη των πτωχών και των κατατρεγμένων». Στην ίδια σελίδα και η πένα του Ηλία Κανέλλη: «είναι ο καλλιτεχνικός ηγέτης του κάθε πικραµένου. Αρκεί ο πικραµένος να είναι «λαός»… Προχθές, μετέτρεψε την εκπομπή του σε βήµα αντίστασης των φορτηγατζήδων. Έχουν άραγε δίκιο που επιµένουν να διατηρήσουν το επάγγελµα τους κλειστό, είναι κακό πράγµα να ανοίξει ο ανταγωνισµός στις μεταφορές; Τι τον νοιάζει τον Λαζόπουλο; Το µόνο που τον νοιάζει είναι να συνεχίσει να παριστάνει τη φωνή του πικραμένου. Είναι µια φωνή βουτηγμένη στη συγκίνηση. Η δημοκρατία που προωθεί είναι µια δημοκρατία της συγκίνησης, η λογική δεν έχει δουλειά σε ένα πετυχημένο σόου. Η λογική είναι εξόριστη από το σόου, το προϊόν του Λαζόπουλου. Η κλάψα πουλάει». (Νέα, 30/9/2010) 85 Ο Κανέλλης εντοπίζει τη συγκίνηση την οποία προκαλεί και αξιοποιεί αριστοτεχνικά με κάθε ευκαιρία ο Λαζόπουλος, από το κλάμα της μάνας του Π. Κετίκη ως το κλάμα του φορτηγατζή που θα μείνει χωρίς δουλειά, ακόμη και το κλάμα του μαθητή εσπερινού λυκείου που θα αποβληθεί επειδή προτίμησε να πάει στο σόου του Λαζόπουλου και όχι στο μάθημα. Η συγκίνηση όπως θα δούμε και στην ανάλυση των τριών εκπομπών υπάρχει πάντα σε ικανή ποσότητα ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον ζωντανό, η ανεργία, οι πυρκαγιές του 2007, ο Μιχ. Καλτεζάς, τα ανώνυμα γράμματα από φυλακισμένους κ.α. επιστρατεύονται για να κάνουν τα μάτια του Λαζόπουλου υγρά από ένα δάκρυ που λογοκρίνεται και ποτέ δε ρέει, να κάνουν το κοινό στο στούντιο να σιωπήσει και το τηλεοπτικό κοινό να γαντζωθεί στην εικόνα της τηλεόρασης προκειμένου να νοιώσει κάτι, να νοιώσει οτιδήποτε. Σε μια εποχή που το συναίσθημα μοιάζει εξορισμένο ο τηλεθεατής μέσω του Λαζόπουλου νοιώθει και όσο πιο πειστικά είναι τα συναισθήματα τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβράβευση που αποδίδεται στον καλλιτέχνη με χειροκρότημα και τηλεθέαση. 1.6. Ο Λάκης Λαζόπουλος ανάμεσα στους εκατό μεγάλους έλληνες Ιδιαίτερη στιγμή στη δημόσια παρουσία του Λάκη Λαζόπουλου αποτελεί η επιλογή του ανάμεσα στους εκατό μεγάλους Έλληνες όλων των εποχών από το κοινό του ΣΚΑΪ.86 Οι 85 Ανάκτηση από http://www.tanea.gr/default.asp?pid=12&ct=8&artID=4596671 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=12&ct=8&artID=4596670 86 Πρόκειται για ένα τηλεοπτικό φορμάτ εκπομπής αγορασμένο από το BBC το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία και σε 16 ακόμη χώρες που μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και sms επέλεξαν τους 100 σημαντικότερους ανθρώπους της ιστορίας τους. Η παραγωγή των εκπομπών χρειάστηκε μία πολύμηνη εργασία. Η ομάδα των ερευνητών εντόπισε και συνέλεξε αρχεία και υλικά που αφορούσαν στους 100 Μεγάλους Έλληνες και επέλεξε προσωπικότητες που θα ήθελαν να μιλήσουν για αυτούς. Ενώ ο σκηνοθέτης της σειράς Γιάννης Κασπίρης έκανε μια δήλωση ενδεικτική του στόχου των εκπομπών αυτών: «οι εκπομπές αυτές απαιτούν ένα λεπτό χειρισμό και μία γνώση, χρειάζεται ένα κέντημα στο μοντάζ για να αποκτήσουν ρυθμό και να γίνουν μοντέρνες. Θα πρέπει μέσα σε δύο λεπτά να δώσεις το στίγμα, το ίχνος μίας μεγάλης προσωπικότητας». Σε αυτό το διαγωνισμό συμμετείχαν 40.000 άνθρωποι και τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν το χειμώνα του 2009 με αποκορύφωμα τη βραδιά ανάδειξης του κορυφαίου έλληνα της ελληνικής ιστορίας ανάμεσα σε 10 προσωπικότητες που έγινε με τη μορφή ζωντανού σόου με κοινό στο στούντιο. Οι δέκα υποψήφιοι διέθεταν ανάμεσα στο κοινό οπαδούς ακαδημαϊκούς, διανοητές και τηλεοπτικές περσόνες που με τη μορφή τηλεπαιχνιδιού και επιχειρημάτων 60 Μεγάλοι Έλληνες εντάσσονται στο είδος των εκπομπών που επαναπροσδιορίζουν την ιστορία με όρους θεάματος. 87 Το ΣΚΑΪ επιχειρεί τη θεαματικοποίηση της ιστορίας, προκειμένου (όπως λέει ο σκηνοθέτης της σειράς) να την κάνει «μοντέρνα» δηλαδή συμβατή με τις αισθητικές και τις τηλεοπτικές συνήθειες των τηλεθεατών. Ανάμεσα στους 100 μεγάλους έλληνες που προέκυψαν από αυτή τη διαδικασία υπήρχαν ελάχιστοι εν ζωή, οι οποίοι είναι οι εξής: Βαγγέλης Παπαθανασίου, Κώστας Σημίτης, Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Θανάσης Βέγγος, Πύρος Δήμας, Μανώλης Γλέζος, Ελένη Αρβελέρ και ο Λάκης Λαζόπουλος. 88 Σε αυτή τη ψηφοφορία ο Λαζόπουλος καταλαμβάνει την 83η θέση ανάμεσα στον Ηρόδοτο και τον Ιουστινιανό τον Α’ και μπροστά από τον Θανάση Βέγγο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Μάρκο Βαμβακάρη, την Κατίνα Παξινού. Η παρουσίαση των 50 πρώτων ονομάτων από τη θέση 100 ως 51 προβλήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2009 σε μια δίωρη εκπομπή την οποία παρουσίασε ο Αλέξης Παπαχελάς, κεντρικός παρουσιαστής όλης της σειράς, με φόντο τους εκθεσιακούς χώρους της Εθνικής Πινακοθήκης όπου υπάρχουν πίνακες με πολλά από τα πρόσωπα που συγκαταλέγονται στον κατάλογο των «Μεγάλων». (Καθημερινή, 18/2/09) 89 Ο Λαζόπουλος εμφανίζεται στο ΣΚΑΪ λίγες μέρες πριν, στις 6 Φεβρουαρίου του 2009 στην εκπομπή «Χρηματιστήριο των MEDIA» όπου για άλλη μια φορά υπερασπίζεται τη σάτιρα (που δεν επιδέχεται ορίων) : «η σάτιρα είναι σκέψη δεν είναι πληροφορία» άρα δεν πρέπει να έχει όρια και αναφέρεται στη «δια των αγωγών λογοκρισία» όπως ονομάζει την προσπάθεια ελέγχου των όσων λέει ορίζοντας πως πρόκειται για «καινούργιο φαινόμενο που δεν είναι της δημοκρατίας και καθόλου τυχαίο» για να αναφερθεί στο κεντρικό πολιτικό του αίτημα «από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν υπάρχει ελπίδα..πρέπει να γίνουν εκλογές γενεών πλέον, η γενιά 18 με 30 πρέπει να επιβάλλει του δικούς της όρους στο πολιτικό σύστημα..είχαμε κρίση πολύ πριν τη κρίση …οι νέοι νοιώθουν ότι βουλιάζουμε, ότι δε παράγεται τίποτα στη χώρα αυτή, δε δημιουργείται κάτι, έχουν μια φωνή που δεν φτάνει πουθενά». Ακολουθεί η ερώτηση για το πώς νοιώθει που είναι ανάμεσα στους εκατό μεγάλους έλληνες όλων των εποχών για να απαντήσει με επιτηδευμένη αμηχανία αφού πρόκειται για μια ερώτηση που ήταν σίγουρο ότι θα δεχτεί: «εεε..εε..δε θέλω να πω λόγια, γιατί είναι πολύ μεγάλη η τιμή αυτή» και επαναφέρει το κεντρικό του αίτημα «χρειάζεται να ακούσουμε τη νέα γενιά, αυτούς που δεν έχουν μολυνθεί ακόμη, αυτούς που έχουν καινούργιο σκεπτικό, καινούργια ηλεκτρονική αλφάβητο, έχουν καινούργιο όραμα, δεν τους ακούει κανείς. Έχουν κλείσει την πόρτα και δεν ακούνε το μέλλον». Εδώ επισημαίνουμε πως μιλά σε τρίτο πληθυντικό, «έχουν κλείσει την πόρτα» ενώ πριν μιλούσε σε πρώτο πληθυντικό «πρέπει να ακούσουμε» η μετάβαση από το πρώτο στο τρίτο πληθυντικό αποτελεί μια ξεκάθαρη υπόδειξη του εχθρού, αυτή που φταίνε για το τέλμα δεν είμαστε εμείς αλλά όσοι «δεν ακούν του νέους», προφανώς οι υποστήριζαν τη μια ή την άλλη προσωπικότητα. Τα ονόματα που έμειναν στην τελική δεκάδα ήταν: Μέγας Αλέξανδρος, Αριστοτέλης, Ελ. Βενιζέλος, Καποδίστριας, Κ. Καραμανλής, Θ. Κολοκοτρώνης, Γ. Παπανικολάου, Περικλής, Πλάτων, Σωκράτης. 87 Ανάλογη προσπάθεια την ίδια εποχή επιχειρεί η δημόσια τηλεόραση με τη σειρά «Η Μεγάλη Αλλαγή» η οποία καθώς παρουσιάζει την πορεία της χώρας από την κατοχή στην ένταξη της στην Ευρώπη εξωραΐζει το ρόλο του Κ. Καραμανλή στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Ενώ η ΝΕΤ έχει σαφής προσανατολισμούς προς το ερευνητικό ιστορικό ντοκιμαντέρ που επιδιώκει την αντικειμενική κινηματογράφηση το ΣΚΑΪ επιλέγει ένα «τηλεοπτικότερο» τρόπο, δημιουργεί ένα ζωντανό σόου που με τις ψηφοφορίες και τα σύντομα βίντεο κάνουν την ιστορία ριάλιτι σόου 88 Ενδιαφέρον είναι πως στη λίστα των ονομάτων υπάρχει και ο Άγνωστος Στρατιώτης στη 50η θέση καθώς και ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος στην 62η θέση. 89 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_18/02/2009_303846 61 πολιτικοί. Το πρώτο πληθυντικό έτσι καθίσταται παρότρυνση που συσσωματώνει όλους όσοι έχουν τη διάθεση και επιθυμούν ακούγοντας του νέους να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα, άρα όλους εμάς. Αυτή η μετάβαση από το πρώτο στο τρίτο πληθυντικό είναι παρούσα και στις εκπομπές του Αλ Τσαντίρι Νιούζ . Στην παρουσίαση του προγράμματος το δίλεπτο που είναι αφιερωμένο στον Λαζόπουλο ξεκινά με τον καρδιτσιώτη Μήτσο. Ακολουθεί σε πρώτο πλάνο ο Λαζόπουλος να επαναλαμβάνει πως: «είναι μεγάλη τιμή για έναν άνθρωπο να τον επιλέγουν ως μεγάλο έλληνα» και νοιώθει την ανάγκη να σχολιάσει την επιλογή του «αυτό δε σημαίνει ούτε έπαρση ούτε τίποτα, σημαίνει ότι νοιώθεις ότι είσαι ένα κομμάτι αυτής της χώρας ή αυτής της σκέψης της χώρας». Ακολουθεί η φωνή του Αλ. Παπαχελά που αναφέρει πως ο Λαζόπουλος είναι «ο ηθοποιός που κάνει πολλούς να αναρωτιούνται μέχρι που μπορεί να φτάσει η σάτιρα». Στη συνέχεια ο συνταγματάρχης αστυνομικός Μήτσος αναφέρεται στο «μπουρδέλο» υπονοώντας τη χώρα για να ακουστεί και πάλι η φωνή του ηθοποιού που εξηγεί: «νομίζω πως με είχαν τα βράδια στα σπίτια τους και μπορούσαν κάποια στιγμή να ανασάνουνε με γέλιο, τακτικά. Αυτή η τακτική ανάσα σα να δημιούργησε μια εξάρτηση ασθενούς με οξυγόνο κάπως έτσι δικαιολογώ πως με επιλέξανε να μπω στη λίστα των εκατό». Εδώ γίνεται φανερό πως αντιλαμβάνεται ότι η επιλογή του δεν αφορά στο σύνολο του έργου του στο θέατρο αλλά κυρίως την περίοδο της επιτυχίας του Αλ Τσαντίρι Νιούζ ενώ το μοτίβο της ιατρικοποίησης της σχέσης (οξυγόνου με ασθενούς) εξηγεί τα πράγματα για άλλη μια φορά. Στη συνέχεια ο Παπαχελάς αφηγείται πως ο Λάκης Λαζόπουλος αν και δεν παρακολούθησε δραματική σχολή έκανε εμάς να παρακολουθούμε τους Δέκα Μικρούς Μήτσους καταλήγοντας: «σήμερα προκαλεί το έντονο θαυμασμό κάποιων και την έντονη κριτική κάποιων άλλων». Με άλλα λόγια προκαλεί ενδιαφέρον με θετικό ή αρνητικό πρόσημο ως αποτέλεσμα του έργου του το οποίο ακόμη δεν έχει σχολιαστεί ή μάλλον σπάνια σχολιάζεται. Αυτό που το διακρίνει είναι το «μυαλό» του, η «σκέψη» του και όχι η αρτιότητα στο παίξιμο, οι καινοτομίες που εισήγαγε στο θέατρο, το δημιουργικό τμήμα του έργου του, σκηνοθετικές ή σκηνογραφικές επιλογές που έχει κάνει. Είναι ενταγμένος στη δημόσια σφαίρα ως νοητική πρακτική, αντιπροσωπεύει κάτι πολύ περισσότερο από τον εαυτό του, μια τάση, μια οπτική γωνία, ένα αίτημα που ηγεμονεύει σε μια ακολουθία αιτημάτων αλλαγής της κοινωνικής πραγματικότητας. Στη συνέχεια του βίντεο ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης τον εντάσσει στο καλλιτεχνικό πλαίσιο, τον επαναπατρίζει στο είδος της επιθεώρησης: «είναι ταλαντούχος, δημοφιλής, ορμητικός ο οποίος χαρακτήρισε τα τελευταία 30 χρόνια, χρειάζονται αλλά 10-15 χρόνια για να εκτιμήσουμε ακριβώς το τι προσέφερε και τι όχι» για να ακολουθήσει μια ακόμη σειρά στιγμιότυπων από τους Μήτσους μεταξύ των οποίων και ο παρουσιαστής του Mega που με αυστηρό ύφος εξηγεί την αντίληψη που έχει ο Λαζόπουλος για την τηλεόραση «Εγώ είμαι έγκυρος, ότι πω εγώ έχει αξία ενώ ότι πείτε εσείς χρειάζεται μάρτυρες». Ακολουθεί μια τελευταία ατάκα του Λαζόπουλου: «..αισθάνομαι άβολα όπως ένας μικρός που μπαίνει σε ένα χώρο με πολύ σημαντικούς ανθρώπους αλλά ξέρω ότι μου έχουν ανοίξει την πόρτα, αυτό ένοιωσα, ότι μου ανοίξανε την πόρτα και τους ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτό». Εδώ έχουμε για άλλη μια φορά το μοτίβο του παλιμπαιδισμού και αναφορά στο λαό-κοινό που ανοίγει την πόρτα προς τους μεγάλους και τους σημαντικούς. Το «εγώ» μεταμφιέζεται σε ένα ακαθόριστο εμείς. Ο Λαζόπουλος γίνεται μικρό παιδί «θαύμα» που οφείλει τα πάντα στο κοινό του, αυτό που έχει την κρίση να κρίνει και να επιβραβεύει, ένα κοινό δεμένο με τον ηθοποιό με 62 το δεσμό του οξυγόνου, ένας δεσμός που κρύβει από πίσω του τη διαμεσολάβηση και την εκπροσώπευση. Μετά τη διαχρονική προσέγγιση της πορείας του Λάκη Λαζόπουλου και του Αλ Τσαντίρι Νιούζ όπου είδαμε τους λόγους για τους οποίους από τηλεοπτικό φαινόμενο καθίσταται πολιτικό φαινόμενο θα περάσουμε στην παρουσίαση του πραγματολογικού υλικού που θα υποβάλουμε στην κριτική ανάλυση λόγου προκειμένου να εντοπίσουμε τα μοτίβα που αφορούν στη φύση του τηλελαϊκισμού. Αρχικά περιγράφουμε τα πολυμορφικά χαρακτηριστικά του συνόλου των εκπομπών και στη συνέχεια παραθέτουμε τους ρηματικούς πόρους της κάθε εκπομπής χωριστά. 2. Τα πολυμορφικά χαρακτηριστικά της εκπομπής Αλ Τσαντίρι Νιούζ Το Αλ Τσαντίρι Νιούζ ανήκει στο είδος των ζωντανών σόου και συνδυάζει στοιχεία της επιθεώρησης, του stand up comedy, των εκπομπών τηλέ-διασκέδασης (που έχουν κατά καιρούς πάρει διάφορες μορφές από τη Σεμίνα Διγενή και τον Σπύρο Παπαδόπουλο μέχρι τον Άκη Παυλόπουλο). Το σόου είναι στημένο γύρω από το κεντρικό πρόσωπο του παρουσιαστή-εμπνευστή (Λάκη Λαζόπουλο) και φιλοξενεί συχνά καλεσμένους γνωστούς τραγουδιστές. Επίσης κατά καιρούς εμφανίζονται συνεργάτες του Λ. Λαζόπουλου από το θέατρο και παρουσιάζουν θεατρικά σκετς με χαρακτήρες που παραπέμπουν σε παλιότερες τηλεοπτικές ή θεατρικές επιτυχίες του όπως οι Δέκα Μικροί Μήτσοι . Πολύ συχνά ανάμεσα στο κοινό υπάρχουν γνωστοί τηλεχαρακτήρες ακόμη και πολιτικοί (Κανέλλη, Παπαθεμελής, Τατούλης κ.α.) οι οποίοι δεν παίρνουν ποτέ το λόγο και βρίσκονται εκεί ως «επώνυμο» κοινό. Η παρουσία τους αν και διακοσμητική μοιάζει να εκπέμπει το μήνυμα ότι κοινό (ζωντανό και τηλεοπτικό) δεν αποτελείται μόνο από ανώνυμους πολίτες. Το κοινό βρίσκεται πολύ κοντά στη σκηνή την οποία μοιάζει να αγκαλιάζει με την παρουσία του παραπέμποντας σε συνθήκες μπουάτ ή live νεανικής σκηνής. Η πραγματικά μικρή σκηνή δεν διαθέτει εντυπωσιακά εφέ και παραπέμπει σε θεατρική σκηνή εναλλακτικού θεάτρου. Σε αυτή τη σκηνή το Ντάτσουν ημιφορτηγό με τις πλαστικές καρέκλες και τα καφάσια μαναβικής της πρώτης περιόδου της εκπομπής έχει αντικατασταθεί και τα τελευταία δύο χρόνια στήνεται διαφορετικό σκηνικό σε κάθε εκπομπή προκειμένου να σχολιάζει συμβολικά την επικαιρότητα. Σε αυτή τη χωρική διευθέτηση του πλατό δεν αποκρύπτονται στοιχεία των παρασκηνίων και της τηλεοπτικής παραγωγής: autocue, μασκάρισμα καμερών κ.α. Η μουσική μπάντα που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της σκηνής εμφανίζεται όταν υπάρχει καλεσμένος τραγουδιστής ή κάθε φορά που ο Λαζόπουλος θέλει να τραγουδήσει. Οι νέοι και οι μαθητές σχολείων συνήθως καταλαμβάνουν τη «γαλαρία» των θέσεων στο βάθος της αίθουσας. Ενώ οι επώνυμοι θεατές παίρνουν σπάνια το λόγο οι ανώνυμοι θεατές τον παίρνουν συχνότερα είτε μέσα από αναμετάδοση ρεπορτάζ αποτύπωσης γνώμης των πολιτών στα δελτία ειδήσεων είτε μετά από παρότρυνση του ίδιου του Λαζόπουλου. Ανάμεσα στο κοινό υπάρχει η σταθερή μορφή της Ανθούλας η οποία όπως αναφέρεται στους τίτλους της εκπομπής «εμψυχώνει» τον Λάκη Λαζόπουλο καθώς εκρήγνυται με σπαρακτικό γέλιο κάθε τόσο. Πρόκειται για μια ζωντανή μασκότ στην οποία απευθύνεται συχνά αλλά ποτέ δε της έχει δοθεί ο λόγος. Η Ανθούλα στο concept της εκπομπής αποτελεί ζωντανό ντεκόρ που συμβολίζει το πλήθος των θαυμαστών που ακολουθούν πιστά το Λαζόπουλο. Και ενώ η φιγούρα της Ανθούλας είναι υπαρκτή χωρίς φωνή υπάρχει και η ανύπαρκτη φιγούρα της «κυρίας» στην οποία απευθύνεται ο Λαζόπουλος δίνοντας ψευδο- 63 διαλογική μορφή στους μονολόγους του. 90 Η «κυρία» είναι εκεί κάθε φορά που ο Λαζόπουλος θέλει να σχολιάσει τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα της χώρας. Απευθύνεται σε αυτήν για «να πει τον πόνο του» σε μια κυρία που μοιάζει να είναι γηραιότερη του Λαζόπουλου και πιθανά να αποτελεί εκδοχή μια άλλης φιγούρας που επικαλείται συχνά για να καυτηριάσει παραδοσιακά στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας τη φιγούρα της μάνας. Η μητέρα αντιπροσωπεύει το παλιό, το παραδοσιακό, αυτό που πρέπει να υπερβούμε, συνήθειες και μοτίβα συμπεριφοράς της παραδοσιακής Ελλάδας που κάποτε εκθειάζεται και άλλες φορές καυτηριάζεται. Τόσο η «κυρία μου» όσο και η μορφή της «μάνας» είναι σημαντικοί μοχλοί που βοηθούν στην εξέλιξη της διήγησης. Όλοι μαζί τα μέλη του κοινού, Αλ Τσαντιριώτες και Αλ Τσαντιριώτισες αποτελούν την τηλέ- κοινότητα του Αλ Τσαντίρι όπου θα γίνει της «Τρίτης». Μια εικονική κοινότητα που όπως προαναφέραμε νανουρίζεται από τα τραγούδια που ακούγονται στο τελευταίο κομμάτι της εκπομπής και «σβήνει»/κοιμάταιι μαζί με τους τίτλους τέλους της εκπομπής για να ξυπνήσει και πάλι την επόμενη Τρίτη. Ο Λαζόπουλος τιμά την υπόθεση που σήμανε τη σταδιακή αύξηση της τηλεθέασης και τον κατέστησε βασική βαλβίδα πολιτικής και κοινωνικής εκτόνωσης. Στο σήμα που δίνει «πάσα» στα διαφημιστικά διαλλείματα πρωταγωνιστούν τα «πράσινα σταράκια» που συνδυάζονται με το καρπούζι του γύφτου. Ένα πράσινο σταράκι έρχεται από το πουθενά, αιωρείται σα σε τροχιά γύρω από την υδρόγειο, χτυπάει πάνω της για να ξεχειλίσει η οθόνη από ζουμερά σπόρια καρπουζιού. 91Η πάσα προς τις διαφημίσεις γίνεται χωρίς πολλές αναφορές στην αξία και την σημασία των διαφημίσεων 92. Ο Λαζόπουλος αντιμετωπίζει τις διαφημίσεις ως διάλλειμα στην έντονη ροή εικόνων και λόγου ώστε το κοινό να ξεκουραστεί, να πιει τσίπουρο του Συνεταιρισμού Τιρνάβου και να ακούσει μουσική από τον Dj που υπάρχει στο βάθος του πλατό. Στη διάρκεια των διαφημίσεων (όπως θα δούμε στις επιμέρους εκπομπές) το τηλεοπτικό κοινό ξεκουράζεται κάνοντας ζάπινγκ και επιστρέφει στο Τσαντίρι συνήθως στα πρώτα πέντε λεπτά μετά το διάλλειμα. Στην επίτευξη της αμεσότητας εντάσσεται και η συχνή επικοινωνία του παρουσιαστή με το κοντρόλ που γίνεται ορισμένες φορές άκομψα. Αυτή η επιλογή σπάει τη σύμβαση της άψογης τηλεοπτικής ροής και αποκαλύπτει ότι πίσω από τις κάμερες μεσολαβούν πλήθος συντελεστών. Οι συνομιλίες με το κοντρόλ δίνουν την αίσθηση μιας ψευδο-αμεσότητας καθώς ο παρουσιαστής κατσαδιάζει ή δίνει εντολές στο κοντρόλ μπροστά στα μάτια και τα αυτιά του κοινού ενώ στο τέλος ευχαριστεί τους συνεργάτες του για την υπομονή με την οποία υποστηρίζουν τη συλλογική προσπάθεια και τις πολλές απαιτήσεις του ίδιου. Τα πλάνα είναι στατικά όταν μιλά ο Λαζόπουλος και κινούμενα όταν διατρέχουν το κοινό και την αίθουσα. Τα στατικά πλάνα είναι τεσσάρων ειδών: 90 Η «κυρία» στην οποία απευθύνεται σχεδόν σε κάθε αναφορά ο παρουσιαστής έχει να κάνει και με το γεγονός της υπερίσχυσης των γυναικών στο τηλεοπτικό κοινό. 91 Αυτή η αλλαγή διαθέτει μια διττή αναφορά που παραπέμπει και σε ένα κατεξοχήν θεαματικό τρόπο διαμαρτυρίας που έγινε γνωστός από την εκτόξευση παπουτσιών ενάντια στο Τζορτζ Μπους και επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί και ενάντια στον έλληνα πρωθυπουργό στη διάρκεια της ΔΕΘ του 2010. 92 Σε αντίθεση με ότι συνηθίζεται σε άλλα σόου που θυμίζουν πως οι διαφημίσεις χρηματοδοτούν τα κανάλια. 64 1. Μεσαίο, ουδέτερο ενεργειακά πλάνο του Λαζόπουλου συχνά με πλαισίωση από κεφάλια θεατών στο κάτω μέρος της οθόνης και εμφανές το σκηνικό στο φόντο. Σε αυτά τα πλάνα ο παρουσιαστής κάνει κυρίως γενικές αναφορές, διαδικαστικά σχόλια και «πάσες» στα θέματα και τις διαφημίσεις. 2. Κοντινό close up στο πρόσωπο του Λαζόπουλου με μικρό βάθος πεδίου έτσι ώστε το σκηνικό να είναι φλου. Το κάδρο αυτό είναι ιδιαίτερα ενεργειακά φορτισμένο και δίνει έμφαση στις εκφράσεις του προσώπου που εναρμονίζονται με τα λόγια του Λαζόπουλου. Αυτό το πλάνο συνήθως συνοδεύεται από καταγγελτικό ή οργισμένο λόγο όπου ο παρουσιαστής χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη μαεστρία την ισχύ των εκφράσεων του προσώπου του. 3. Γενικό πλάνο με το κάδρο χωρισμένο σε δύο παράθυρα όπου στο ένα είναι ο Λαζόπουλος αριστερά ή δεξιά και στο άλλο προβάλλεται κάποιο πρόσωπο της επικαιρότητας που σχολιάζεται. 4. Γενικό πλάνο χωρισμένο σε τρία παράθυρα όπου στο ένα είναι ο Λαζόπουλος, στο άλλο κάποιο τηλεοπτικό στιγμιότυπο συνήθως από το πεδίο της σκουπιδό- τηλεόρασης (junk tv) και στο τρίτο ένα πλάνο του κοινού. Σε αυτά τα στατικά πλάνα με φυσιογνωμίες επιλεγμένες από το κοινό, διακρίνεται ένα κεντρικό πρόσωπο που πλαισιώνεται από 2-3 άλλα. Στα κινούμενα πλάνα η κάμερα-γερανός «πετάει» πάνω από το κοινό από το βάθος της αίθουσας ως τη σκηνή ή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Υπάρχουν κινούμενα πλάνα με κάμερα σε τρίποδα με ρόδες που κινείται οριζόντια ανάμεσα στο κοινό. Τέλος υπάρχουν ορισμένα βιαστικά «κουνημένα» πλάνα στιγμιότυπων κυρίως από τη «γαλαρία» της αίθουσας. Κανένα από τα κινούμενα πλάνα δεν είναι άψογο τεχνικά όλα μοιάζουν επιτηδευμένα βιαστικά. Ο τίτλος της εκπομπής παραπέμπει στην εποχή του πολέμου στο Ιρακ τότε που το Αλ Ζαζίρα ενημέρωνε το αραβόφωνο κόσμο για τις εξελίξεις χωρίς το φιλτράρισμα των υπηρεσιών των ΗΠΑ και των ενσωματωμένων ανταποκριτών των παγκόσμιων ΜΜΕ. Το σήμα της εκπομπής είναι αυτοναφορικό και παραπέμπει στο γνωστό χαρακτήρα του γύφτου που ακολουθεί το Λαζόπουλο από την εποχή του Θεσσαλικού Θεάτρου. Ο ίδιος γύφτος λέει τις ειδήσεις στους Μήτσους του Mega. Η μουσική που ακούγεται στο σήμα ακολουθεί το μοτίβο της μίξης πολιτιστικών στοιχείων της ανατολής και των ρομά. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η παρομοίωση της υδρογείου με ένα καρπούζι που εκρήγνυται και γεμίζει με σπόρους την οθόνη της τηλεόρασης. Στις πρώτες εκπομπές όταν το ντάτσουν του γύφτου ήταν στο κέντρο της σκηνής ο Λαζόπουλος υποδυόταν το χαρακτήρα αυτόν και απευθυνόταν στο κοινό όχι ως ο εαυτός του αλλά ως γύφτος σχολιαστής. Από το 2007 έχει παύσει την έμμεση απεύθυνση μέσω του γύφτου και μιλά ως ο εαυτός του που εκπροσωπεί το κοινό. Έπαψε να υποδύεται και άρχισε όχι μόνο να εκπροσωπεί τον «κόσμο» αλλά και να ερμηνεύει τις διαθέσεις του. Όταν βέβαια αναφέρεται στον «κόσμο» τόσο ο Λαζόπουλος όσο και οι πληροφορητές των ειδήσεων αλλά και οι πολιτικοί αναφέρονται στον απλό κόσμο, δηλαδή στο «λαό» που κάποτε ταυτίζεται με την κοινωνία (κατά το «τι θα πει ο κόσμος») και άλλοτε ταυτίζεται με το «λαό» ( κατά το «ο κόσμος δεν αντέχει άλλο») ποτέ όμως με αυτό που κυριολεκτικά σημαίνει. Μετονομάζει το «λαό» σε «κόσμο» για να αποφύγει την παραπομπή σε πολιτικές χρήσεις του «λαού» στην ελληνική 65 δημόσια σφαίρα. Ο «κόσμος» είναι αταξικός και δεν διαθέτει σημασιολογικό φορτίο του παρελθόντος, ένας κόσμος συρρικνωμένος, οικείος, αυταναφορικός. Πριν ολοκληρώσουμε την περιγραφή του πολυμορφικού λόγου της εκπομπής Αλ Τσαντίρι Νιούζ θα υπογραμμίσουμε τη χρήση των λεκτικών μεταφορών ως εξηγητικό εργαλείο. Ένα χαρακτηριστικό μεταφορικό μοτίβο που επιστρατεύει για να περιγράψει την πραγματικότητα είναι το «λεωφορείο της ζωής» που γέμισε με «όλους εμάς» και «αφήσαμε έξω μια στρατιά ανθρώπων και κυρίως αφήσαμε έξω τη νέα γενιά», «Καθίσαμε όλοι οι υπόλοιποι και κάθονται οι νέοι όλοι όρθιοι και περιμένουνε πότε θα κουραστεί ο γέρος» «Απλά ο Καραμανλής βαρέθηκε να ακούει συνέχεια από τον Γιώργο αυτό το μπίρι, μπίρι, μπίρι, δωσ’ μου το τιμόνι να δεις πόσο καλά θα πάω, δώσ’ μου το τιμόνι, ε παρ’ το τιμόνι, αϊ στο διάολο, να τελειώνουμε. Τώρα βέβαια μέσα στο πούλμαν είμαστε κι εμείς, αλλά ποιος μας χέζει εμάς;». Η καρέκλα ως μεταφορά της διοικητικής θέσης χρησιμοποιείται τόσο στο σκηνικό της προεκλογικής εκπομπής όσο και στην περιγραφή της εναλλαγής των θέσεων διοίκησης στις αλλαγές κυβερνήσεων «Είναι από τα γραφεία έξω οι καινούργιοι με τις καρέκλες και περιμένουν. Διότι στη χώρα αυτή οι καρέκλες τελείωσαν». Επίσης συχνή είναι η επίκληση ιατρικών μοτίβων του γιατρού, του ασθενούς, του φαρμάκου, του αγροτικού γιατρού, του οξυγόνου, της νοσοκόμας που μας κάνει την ένεση αλλά και μεταφορικών μοτίβων με σεξουαλικό περιεχόμενο ή παλιμπαιδιστικές αναφορές. Παρομοιάζει το ελληνικό κράτος με σαράβαλο με το οποίο οι πολιτικοί μας προτείνουν να πάμε βόλτα. Σε άλλη εκπομπή παρομοιάζει τον προεκλογικό λόγο του Καραμανλή και του Παπανδρέου με υπόσχεση για βόλτα που όλοι οι έλληνες θέλουν να πάνε εδώ και τώρα και όχι σε δύο χρόνια. Προστρέχει στη συμβολική δύναμη των μύθων του Αισώπου ονομάζοντας λαγό τον Καραμανλή και χελωνάκι τον Παπανδρέου που νικά. Αναφέρεται στις προεκλογικές εξαγγελίες σα να είναι σεξουαλική πράξη όπου ο ένας έχει μικρό μόριο και ο άλλος καθόλου οπότε ο ψηφοφόρος επιλέγει αυτόν με το μικρό προκειμένου να μη μείνει χωρίς σεξ. Τα ανέκδοτα που λέει ως επι το πλείστων αναφέρονται στον έγγαμο βίο και τα προβλήματα (σεξουαλικά ή επικοινωνίας) που έχουν τα ζευγάρια ενώ δε λείπουν και οι αναφορές με σεξουαλικό περιεχόμενο στην Τρίτη ηλικία π.χ. βιάγκρα. Μετά την παρουσίαση των πολυμορφικών χαρακτηριστικών της εκπομπής Αλ Τσαντίρι Νιούζ, τα οποία μαζί με τους ρηματικούς πόρους συνιστούν στον λόγο του, θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε τις τρεις εκπομπές κατά χρονική σειρά. 2.1. Στοιχεία τηλεθέασης και ρηματικοί πόροι της πρώτης εκπομπής (16/12/08) Η εκπομπή της 16ης Δεκεμβρίου του 2008 μεταδίδεται στη διάρκεια της κορύφωσης των γεγονότων που έχουν πυροδοτηθεί με αφορμή τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου από το ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα. Το σκηνικό παραπέμπει στους δρόμους και περιλαμβάνει στοιχεία οδικής σήμανσης καθώς και ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που θυμίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου Αθηναίων που έκαψαν οι διαδηλωτές τις προηγούμενες μέρες. Ο Λαζόπουλος μένοντας πιστός στο ακροατήριο που έχει δομήσει με αφορμή τη στάση του στην υπόθεση των «πράσινων παπουτσιών» πραγματοποιεί μια εκπομπή που παρακολούθησαν κατά μέσο όρο 2.666.000 66 ελλήνων. 93 Στην εκπομπή αυτή υπάρχουν καλεσμένοι μαθητές και εκπρόσωποι σχολείων από την Αττική και εκτός Αττικής ενώ ανάμεσα στο κοινό βρίσκεται ο πρώην πρύτανης του Πολυτεχνείου Μαρκάτος που κάποια στιγμή θα πάρει το λόγο. Καλεσμένο μουσικό συγκρότημα είναι τα Κίτρινα Ποδήλατα που θεωρούνται ανακάλυψη του Λαζόπουλου (όπως στο παρελθόν την εποχή των Μήτσων και ο λαϊκός τραγουδιστής Γ. Τσαλίκης ) και έχουν ξαναεμφανιστεί στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ. Ανάμεσα στα τραγούδια με τα οποία ολοκληρώνεται η εκπομπή υπάρχει και ένα το οποίο ακούγεται από τα μεγάφωνα των καταλήψεων των σχολείων εκείνες τις ημέρες που έχει το τίτλο «Θα πάρω φόρα» 94 το οποίο θεωρείται ο ύμνος των κινητοποιήσεων. Σε αυτή την εκπομπή που ξεκινά στο πρώτο πεντάλεπτο με 1,4 εκ. τηλεθεατές για να φτάσει ως και τους 3,5 εκ τηλεθεατές στο μέσον της εκπομπής (με βάση τις μετρήσεις πεντάλεπτου που φαίνονται στην εικόνα 3 ) ο Λαζόπουλος στοιχειοθετεί μια επιχειρηματολογία που είναι ικανή να καταστήσει τις κινητοποιήσεις «εξέγερση» αλλά και να δώσει απαντήσεις δικονομικές και πολιτικές στα διλλήματα που εκκρεμούν εκείνες τις μέρες τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό αλλά και συναισθηματικό επίπεδο. Η τηλεδίκη που εξελίσσεται σχετικά με τις αιτιάσεις του συνηγόρου του ειδικού φρουρού δεν αφήνει απ’ έξω ούτε ζητήματα των φυσικών χαρακτηριστικών του συνηγόρου Αλ. Κούγια ούτε τις αναφορές στην προσωπική του ζωή που έτσι και αλλιώς υπήρξε εκτεθειμένη στα ταμπλόιντ ΜΜΕ. Η επίθεση στο Αλ. Κούγια φτάνει ως το σημείο να ακουστεί η άποψη μαθήτριας μέλους του ζωντανού κοινού πως η «σφαίρα κτύπησε λάθος Αλέξη». Στην ίδια εκπομπή παρουσιάζεται ένα πεντάλεπτο βίντεο ντοκουμέντο που αφορά στους «γνωστούς άγνωστους» που σύμφωνα με το βίντεο σχετίζονται με την αστυνομία και το σκοτεινό πρόσωπο του παρακράτους. Το βίντεο που προβάλλεται έχει στείλει ανώνυμος τηλεθεατής στην εκπομπή και παρουσιάζει χωρίς ερευνητική αλλά καταγραφική διάσταση φιγούρες αστυνομικών με πολιτικά που παρομοιάζουν στους «γνωστούς άγνωστους» και κρατάνε ανάλογα «εργαλεία» με αυτά που κρατάνε όσοι σπάνε και καίνε τα καταστήματα στους δρόμους των πόλεων της χώρας. Η εκπομπή κάνει τρεις βουτιές στη τηλεθέαση οι οποίες αφορούν στα διαφημιστικά διαλλείματα όπου χάνει τους μισούς τηλεθεατές της αλλά τους επανακτά μετά το περάς ενός πεντάλεπτου. Χαρακτηριστική ένδειξη της 93 http://www.agb.gr/gr/data/default.htm 94 Στίχοι του τραγουδιού: « Γίναμε σκλάβοι δέκα τυπάκων, που τον πλανήτη τον κρεμάνε σαν μπρελόκ, θερίζουν πλούτη και σπέρνουν πείνα, θέλουν να δουν να φτύνουμε αίμα στη ρουτίνα, νοιάζονται τόσο για τα παιδιά σου, τους ψηφοφόρους που ’χεις μέσα στην κοιλιά σου, θα τους σπουδάσουν, δουλειά να πιάσουν, και με ρουσφέτια υποκλίσεις να χορτάσουν. Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα, θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ν’ ανταμώνω, θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω. Κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα, θα σας ρημάξω στις κλοτσιές στην ανηφόρα, άμα τα πάρω, δε θα μπορέσουν, δυο διμοιρίες από Μ.Α.Τ. να με βολέψουν, κι έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι κρύβομαι μέσα μου και κάνω πανικό. έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι. τη φαντασία μου χορεύω στο κενό. Αξιοπρέπεια κι αρχές λείπουν ταξίδι, και την καρδιά μας που διψά ποτίζουν ξίδι, ματαιόδοξοι μασόνοι κυβερνάνε ρε, μα οι μεγάλοι χορηγοί που πολύ μας αγαπάνε, θα μας γλιτώσουν, είναι σπουδαίοι θα μας αφήσουν να ρημάξουμε στα βράχια τελευταίοι, δημοκρατία κι αξιοκρατία, πλέον πωλούνται σε πανέρια σ’ ευκαιρία, μα εμείς πονάμε αυτό τον τόπο, σφίγγουμε δόντια και λουριά για την Ελλάδα, ρε γαμώ το, νομίζουνε ποτέ δε θα μιλάμε,, όμως τα πρόβατα τους λύκους θα τους φάνε. Γι’ αυτό θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα, θέλω τον ήλιο και οξυγόνο, κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ν’ ανταμώνω, αχ Ελλάδα, σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, που με έμαθες ποτέ να μην κωλώνω». 67 «δανεικής» πολυσυλλεκτικότητας που διακατέχει την εκπομπή είναι ότι ενώ η στάση του παρουσιαστή είναι σαφώς υπέρ των κινητοποιήσεων φιλοξενείτε εκτεταμένη αναφορά ενός πεντάλεπτου με πλήθος ρεπορτάζ δελτίων ειδήσεων με απόψεις πολιτών που στέκονται κριτικά στις κινητοποιήσεις και εκφράζουν τις θέσεις των «νοικοκυραίων» και «καταστηματαρχών» του κέντρου της Αθήνας. Μια κίνηση που σύμφωνα με τον παρουσιαστή γίνεται για να ενωθούν τα «παιδιά που οι γονείς τους έχουν μαγαζιά» με τα «παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν μαγαζιά» ορολογία ενδεικτική της τάσης που έχει ο παρουσιαστής να αποφεύγει να μιλά ταξικά. Εικόνα 3:Γράφημα της τηλεθέασης της εκπομπής ανά πεντάλεπτο όπου φαίνεται η πτώση της τηλεθέασης στη διάρκεια των διαφημιστικών διαλλειμάτων καθώς και στο μουσικό της τμήμα στο τέλος της εκπομπής. Ας δούμε τη ροή της εκπομπής από την αρχή: Η εκπομπή ξεκινά με ξεκαθάρισμα της στάσης που έχει ο Λαζόπουλος έναντι των γεγονότων. Αφού καλωσορίσει τα Λύκεια που έχουν στείλει εκπροσώπους τους στο κοινό της εκπομπής ξεκαθαρίζει πως πρόκειται για μια «εξέγερση» στους «φιμωμένους μας καιρούς» και επιτίθεται στους «δημοσιογράφους» που αποφεύγουν τη χρήση του όρου «εξέγερση». Ορίζει επίσης την κινητοποιητική ουσία αυτής της εξέγερσης που είναι ο «μεγάλος θυμός» έναντι της προσπάθειας της κυβέρνησης (την οποία συγκρίνει με τη δικτατορία) να ονομάσει το περιστατικό ως μεμονωμένο για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «το άδικο εξοργίζει». Για να παραλληλίσει στη συνέχεια την «οργή χωρίς όρια» που έχει βγάλει τους νέους στους δρόμους με τη «χωρίς όρια κλοπή» του δημοσίου χρήματος από τους πολιτικούς στους οποίους απευθύνεται άμεσα: «Ποιός μπορεί να βάλει μεζούρα στο θυμό; Έχετε βάλει εσείς όριο στην κλοπή του δημοσίου χρήματος, που σας παρακαλάει ένας λαός τόσα χρόνια να σταματήσετε…» για να κλιμακώσει την επίθεση στο σάπιο πολιτικό σύστημα της χώρας με την ειρωνική φράση: «Φτάνει πια τόση αθωότητα! Σε μία χώρα κυρία μου που έγιναν ένοχοι οι 15χρονοι, είναι ακόμα αθώοι οι πολιτικοί». Ως εκπρόσωπο των βολεμένων πολιτικών βλέπει και τη Μαρία Δαμανάκη στην οποία απευθύνεται με αφορμή μια φράση με την οποία ζητά ένα όριο στις διεκδικήσεις λέγοντας 68 της «Άνθρωποι είμαστε, βολευόμαστε, χανόμαστε στα χρόνια μέσα. Ο θυμωμένος θα βρει τον τρόπο του κυρία μου, μα θα είναι μολότοφ…». Στη συνέχεια αφού σατιρίζει τη ρίψη παπουτσιού στον Μπούς στη Βαγδάτη αγγίζοντας τα αντιαμερικανικά αισθήματα της πλειοψηφίας των ελλήνων επιστρέφει στο δίλλημα των ημερών «μαγαζιά ή δικαιοσύνη» για να ορίσει πως «..σ’ αυτήν την εκπομπή, σ’ αυτό το τσαντίρι, θα ενώσουμε τα παιδιά που δεν έχουν μαγαζιά με τα παιδιά που έχουν οι γονείς τους μαγαζιά» για να συμπεράνει πως «σε μια χώρα πρέπει να χωρέσουμε όλοι» και για αυτό η εκπομπή είναι «μια κατάδυση σε βαθιά νερά». Στη συνέχεια μετατίθεται η πηγή της οργής και του θυμού από το άδικο της αστυνομικής αυθαιρεσίας και την κλοπή των πολιτικών στην «ανεργία, τη φτώχεια και την ακρίβεια» από την οποία υποφέρει ο μέσος έλληνας. Τεκμηριώνει την άποψη του προβάλλοντας ένα πολίτη που διαμαρτύρεται για τη δεινή οικονομική του κατάσταση που τον έχει κάνει να ντρέπεται «για τον εαυτό του» για να «μεταφράσει» στη συνέχεια την πηγή του μεγάλου θυμού με το εύρημα του Λεωφορείου: «Μπήκαμε εμείς όλοι σ’ ένα λεωφορείο, οι γενιές οι δικές μας, στριμωχτήκαμε, βάλαμε αυτούς, βολευτήκαμε από δω κι αφήσαμε έξω μια στρατιά ανθρώπων και κυρίως αφήσαμε έξω τη νέα γενιά, που χτυπάνε τα τζάμια, καιρό τώρα, και βαράνε, να μπούνε μέσα στο λεωφορείο». Η λύση που προτείνει είναι ή να ανοίξουμε το «λεωφορείο της ζωής» για να μπουν όσοι έμειναν έξω ή να βάλουμε ένα ακόμη λεωφορείο. Στη συνέχεια προσομοιάζει τους τριακόσιους της Βουλής με τους τριακόσιους κουκουλοφόρους που δεν γερνάνε και είναι πάντα ίδιοι όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Επιστρέφει στην αφορμή της εκπομπής, την δολοφονία του 15χρονου αφού πρώτα φιλοξενεί τρία βίντεο: στο ένα ο Κύρτσος δεν θεωρεί τη δολοφονία ικανό λόγο για να καεί η Αθήνα, στο δεύτερο ένας πολίτης λέει ότι «δεν έχουμε κράτος, δεν έχουμε πολιτική» και στο τρίτο ο Πρετεντέρης (ο οποίος μαζί με το Mega όπου εργάζεται είναι συχνός στόχος της σάτιρας του Λαζόπουλου που το κατηγορεί ως εκφραστή συγκεκριμένων συμφερόντων και αντιδραστικής καθεστωτικής άποψης) εξισώνει τη δολοφονία του 15χρονου με τις καταστροφικές συνέπειες στις περιουσίες των πολιτών. Αυτή η κριτική ουσιαστικά αποτελεί συνέπεια του συνθήματος εκείνων των ημερών που έλεγε: «εσείς μιλάτε για βιτρίνες και εμείς για ανθρώπινες ζωές». Για να παραδεχτεί παρακάτω πως το άδικο φέρνει άδικο και πως ορισμένοι δημοσιογράφοι κλαίνε για τις περιουσίες που καίγονται σαν να έχουν ποσοστά σε αυτές. «Είστε εγγράμματοι αλλά ηθικά αγράμματοι κύριε Πρετεντέρη» λέει για να ανεβάσει την ένταση και τη συγκίνηση αναφερόμενος στο θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου: «Σε ποιο συντακτικό, σε ποια γραμματική, σε ποια κωλοβιβλία, σε ποια πανεπιστήμια διδάσκονται ότι η ζωή και η περιουσία μπαίνουν με κόμμα;». Η συγκίνηση και η οργή θα κορυφωθεί με την έκρηξη επίθεσης προς τα γραβατωμένα αποβράσματα τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς: «Για ισορροπίες παρακολουθείστε τα δελτία ειδήσεων. Μ’ αυτούς που μιλούν με διακόσιους υπουργούς, να βγουν να μιλήσουν. Εγώ με γραβατωμένα αποβράσματα κουβέντα δεν πρόκειται να ανοίξω, τέλος». Η έκρηξη του παρουσιαστή συνεχίζεται με τη φράση «μιλάμε διαφορετικές γλώσσες για αυτό δεν συναντιόμαστε» ορίζοντας πως μιλά μια γλώσσα αντικαθεστωτική και αντισυστημική ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται στο κέντρο του συστήματος κοινωνικού και μιντιακού. Παραπονιέται για τον τηλεπρόβληπτο πολιτικό της ακροδεξιάς Άδωνη Γεωργιάδη εξισώνοντας την ολοήμερη παρουσία του στα τηλεοπτικά κανάλια με την κυριαρχία του λόγου που εκφράζει: «Έγινε ο Γεωργιάδης κυρίαρχη φωνή του τόπου αυτού. 69 Σε όλα τα δελτία, σε όλα τα κανάλια πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Τι τιμωρία είναι αυτή;». Στη συνέχεια ονομάζει ήρωα τον Αλέξη Γρηγορόπουλο: «Συνήθως ήρωες γίνονται αυτοί που πεθαίνουν, δε γίνονται αυτοί που σκοτώνουν. Δεν το ήξερα, το μάθαμε κι αυτό στη χώρα αυτή» και προχωρά να εξετάσει ένα-ένα τα γεγονότα της δολοφονίας επιχειρηματολογώντας επικαλούμενος τις νομικές του σπουδές ενάντια στις αιτιάσεις των ειδικών φρουρών και του συνηγόρου τους. Εξετάζει αν έγινε η πράξη εν ψυχρώ ή εν θερμώ και εάν η σφαίρα εξοστρακίστηκε ή όχι, για να περάσει ξανά στην υπεράσπιση των επιλογών των διαδηλωτών με βασική αιτιολογία το νεαρό της ηλικίας τους: «Να παίξω το βάλιουμ της νεολαίας εγώ; Να γίνω υπνοστεντόν; Κύριέ μου να σε ρωτήσω μεταξύ μας, τώρα που δεν ακούνε τα παιδιά. Είστε σίγουροι ότι εσείς που ηρεμήσατε, είναι πιο ωραία η ζωή σας; Είστε ευτυχισμένοι; Μπαίνουν στο σπίτι τα παιδιά και τα βλέπουν όλα καλά; Ή σας βλέπουν αγανακτισμένους από την κατάσταση, χρεωμένους από τα δάνεια, απελπισμένους πώς θα πληρώσουν τα φροντιστήρια, μ’ ένα μέλλον που δεν βλέπετε ούτε εσείς ούτε τα παιδιά σας; Κι έχουν γίνει τα σπίτια φυλακές απελπισίας, δεν το νιώθετε;». Η ανάλυση των γεγονότων μεταπηδά από το τεχνοκρατισμό των νομικών του γνώσεων στην ανάδειξη της οργής και του θυμού σε κυρίαρχο κινητοποιητικό στοιχείο των διαδηλώσεων. Χαρίζει τις κινητοποιήσεις στο συναίσθημα και όχι σε οποιαδήποτε ιδεολογία. Στη συνέχεια εκθειάζει τη στάση του προέδρου της Δημοκρατίας. Με αυτό το τρόπο τηρεί το «σαβουάρ βιβρ» των τηλεοπτικών ηθών» αφού οι δημοσιογράφοι επιτίθενται σε όλο το πολιτικό σύστημα εκτός από τον εγγυητή της σταθερότητας του τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αναγάγει ειρωνικά σε θεσμούς όλη την παθολογία του σύγχρονου πολιτικού συστήματος απαριθμώντας μια σειρά σκανδάλων που αναδείχτηκαν μέσω των τηλεοπτικών παραθύρων: «κύριε πρόεδρε της δημοκρατίας, για ποιους θεσμούς μιλάτε; Να σας μετρήσουμε λίγο τους καινούργιους θεσμούς που έχουμε; Για το θεσμό της δολοφονίας; Για το θεσμό τω μεμονωμένων περιστατικών; Για το θεσμό της ζαρτινιέρας; Για το θεσμό της ατιμωρησίας; Για το θεσμό της διαπλοκής; Για το θεσμό της διαφθοράς; Για το θεσμό των εγκάθετων δημοσιογράφων; Για το θεσμό των ομολόγων; Για το θεσμό των κουμπάρων; Για το θεσμό του χρηματιστηρίου; Για το θεσμό του Βατοπεδίου; Για το θεσμό της εξεταστικής που αθωώνει; Για το θεσμό της Siemens; Για το θεσμό της δωρεάν παιδείας; Για το θεσμό της δωρεάν υγείας; Για το θεσμό της δικαιοσύνης;» για να συμπεράνει « Δεν λειτουργεί τίποτα, ένα κράτος μπουρδέλο, ένα κράτος σαράβαλο κι εσείς μας προτείνετε να πάμε εκδρομή μ’ αυτό!». Στη συνέχεια δίνει το λόγο σε μια σειρά απόψεων νέων ανθρώπων όπως καταγράφηκαν σε ρεπορτάζ κεντρικών δελτίων ειδήσεων για να καταλήξει σε μια άλλη τηλεοπτική αναγωγή που φυσικοποιεί τον τηλεοπτικό λόγο: «Τους τα έχουμε πρήξει κυρία μου. Έχουν βγει τα παιδιά μας στους δρόμους κι εμείς παρακολουθούμε τι κάνουνε από τις τηλεοράσεις, λες κι είναι reality. Η γενιά μας βλέπει κι η γενιά τους αγωνίζεται. Γίναμε μπανιστιρτζήδες των διεκδικήσεων των νέων, τους τα ’χουμε πρήξει». Στο ίδιο μοτίβο υπακούει και ο σχολιασμός του επόμενου βίντεο από στιγμιότυπο εκπομπής του ΑΝΤ1 όπου με μια νεαρή κοπέλα μιλά από τηλεφώνου στον Υπουργό Εσωτερικών Π. Παυλόπουλο «Τόσα χρόνια δεν έχετε κάνει τίποτα, ντροπή σας. Να ντρέπεστε που βγαίνετε στην τηλεόραση και δείχνετε τέτοια παραδείγματα» για να συμπεράνει : «Εδώ κυρία μου είμαστε στη χώρα του κανένα, που κανένας δεν φταίει, κανένας δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Ποιος είναι αυτός ο κανένας που προηγείται; 70 Τον ξέρει κανένας; Ο κανένας λοιπόν, ο οποίος αρχίζει σιγά-σιγά κυρία μου να φωτίζεται από τους προβολείς των καιρών». και να βάλει έτσι στο πλάνο την τιμωρητική διάσταση της ψήφου και την αναγωγή των δημοσκοπικών ευρημάτων σε πολιτική βεβαιότητα. Σε αυτό το κλίμα ξεκινά η κριτική που ασκεί στο δικομματισμό προκρίνοντας τη ψήφο στο ΠΑΣΟΚ ως μια κίνηση ανάγκης: «Κανένας σημαίνει, ότι το ΠΑΣΟΚ κι η ΝΔ πάνε μπροστά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος αλλά δεν πρόκειται να δώσετε λύσεις. Απλά θα πάμε στον Γιώργο, γιατί, ας όψεται η ανάγκη που λένε». Επανέρχεται στην υπόθεση Γρηγορόπουλου προβάλλοντας τον παραλληλισμό που έκαναν εκείνες τις ημέρες όλες οι δημοσιογραφικές ενημερωτικές εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης με την υπόθεση δολοφονίας του Μιχάλη Καλτεζά και την αθώωση του αστυφύλακα Μελίστα επί ημερών ΠΑΣΟΚ και απευθύνεται στον Γιώργο Παπανδρέου: «Δε θυμάμαι κύριε Παπανδρέου, τότε που αθωώθηκε ο Μελίστας, υπήρχε κάποια αντίδραση δική σας;» για να τοποθετηθεί υπέρ των διαδηλωτών σχολιάζοντας αναφορά του Παπανδρέου «Ενάντια στη βία γενικά; Συμψηφίζετε τη βία των αστυνομικών με τη βία των κουκουλοφόρων; Είναι δύο διαφορετικές βίες». Η κριτική στο Γιώργο Παπανδρέου συνεχίζεται με την αναφορά του υποκοριστικού του ονόματος «Γιωργάκης» σατιρίζοντας τη συνήθεια του να κρατά σημειώσεις κατά τις συναντήσεις και τις συσκέψεις του. Συνεχίζοντας την απονομιμοποίηση και την σκανδαλολογική αναφορά στο πολιτικό σύστημα «Το πλιάτσικο που έχουν κάνει οι υπουργοί στο δημόσιο χρήμα δεν περιγράφεται» για να καταλήξει πως οι απλοί άνθρωποι είναι μετεωρολόγοι των καιρών στηριζόμενος σε ένα μικρό βίντεο όπου ένας πολίτης προφητεύει πως σε λίγο ο ένας θα κλέβει τον άλλο «Κυρία μου δεν ακούμε, και δεν ακούνε οι πολιτικοί τους μετεωρολόγους των καιρών, διότι ο μετεωρολόγος των καιρών είναι ο απλός άνθρωπος». Αυτοί οι απλοί πολίτες που αφουγκράζονται το κλίμα των ημερών στα καφενεία όπως λέει ο παρουσιαστής μπορεί να μπουν στον πειρασμό να κάνουν πλιάτσικο σε μια βιτρίνα με ακριβές τσάντες για να εξισώσει αυτό το πλιάτσικο με το πλιάτσικο των πολιτικών: «Αν θέλετε να τους πιάσετε, πιάστε τους. Τους πολιτικούς πάντως δεν πρόκειται να τους πιάσετε με τίποτα» και αφού εκθειάζει το χιούμορ των απλών πολιτών αναδεικνύει μια ακόμη αδυναμία των πολιτικών: «Δεν βλέπουν κυρία μου οι πολιτικοί, δεν βλέπουν ότι ξεσηκώνεται ο κόσμος, ότι είμαστε ακόμη στην αρχή… θα γίνει ποτάμι, θα φουσκώσει και θα τους πάρει. Ανοίξτε τα αφτιά, ανοίξτε τα μάτια». Στο σημείο αυτό της εκπομπής προβάλετε μια φράση του έλληνα πρωθυπουργού που κατεξοχήν υπογραμμίζει την τηλεοπτικοποίηση της ελληνικής πολιτικής ζωής: «Παρακολούθησα πάρα πολύ τηλεόραση αυτές τις μέρες» για να του απαντήσει ο Λαζόπουλος «Όχι ότι τις άλλες μέρες δεν έβλεπες, απλώς έβλεπες dvd και τώρα έπεσες στα live αυτό είναι το θέμα. Συγνώμη που σε διακόπτουμε κιόλας απ’ το λήθαργο, σε λήθαργο έχει πέσει όλη η κυβέρνηση, σε λήθαργο βαθύ με μηδενικά αντανακλαστικά» για να συνεχίσει την άμεση απεύθυνση στον πρωθυπουργό βάζοντας στο πλάνο τον ηγούμενο Εφραίμ που υποτιμά τον ελληνικό λαό: «Δεν μιλάς στους βουλευτές, στον ελληνικό λαό μιλάς, σε μας χρωστάς». για να προβλέψει μια ακόμη εξέγερση : «Κι όταν μπει ο κόσμος μέσα στο Άγιο Όρος εξοργισμένος, θα είναι πάρα πολύ αργά». Αφού λοιπόν έως το μέσο της εκπομπής του ο Λαζόπουλος έχει αναφερθεί σε όλους τους παράγοντες του πολιτικού συστήματος (Παπούλια, Παπανδρέου, Καραμανλή κ.α.) συνεχίζει με μια αναφορά στα σκάνδαλα και στο τρόπο λειτουργίας του θεσμού των εξεταστικών επιτροπών της ελληνικής βουλής: «Εμείς ένα πόρισμα θέλαμε, αλλά είναι 71 αυτοί χουβαρντάδες, πάρτε πέντε. Να, μια μούντζα μας δώσανε» για να συνεχίσει με « το φενγκ σούι της βουλής….. Ο λαός όμως έχει το φενγκ ξούι, το ξέρεις το φενγκ ξούι;» και να επανέλθει στο ζήτημα των ημερών που το ονομάζει «κοντοζήτημα» σατιρίζοντας το ύψος του συνηγόρου των ειδικών φρουρών και τη επιχειρηματολογία του για την αποκλίνουσα συμπεριφορά του νεκρού μαθητή: «Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ο νεκρός ήταν τέτοιος, που μάλλον άργησαν να τον σκοτώσουν» όμως και εδώ θα έρθει ο λαός να επιβάλει την τάξη και να αποκαταστήσει την αδικία: «Ο λαός κύριε Κούγια δεν είναι Βατίδου» για να κάνει ένα ακόμη παραλληλισμό (το τρίτο) με τα γεγονότα του πολυτεχνείου : «Σε ρώτησαν πώς έγινε η δολοφονία κι είπες ήταν θέλημα Θεού, δηλαδή τα τανκς που πυροβόλησαν στη δικτατορία ήταν θέλημα Θεού; Ήταν θέλημα Θεού, απάντησε. Όλοι αυτοί που σκοτώθηκαν, ο Παναγούλης, ήταν θέλημα Θεού; Ο Καλτεζάς ήταν θέλημα Θεού» για να απλοποιήσει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα των ημερών και να το προσωποποιήσει: «Και οι καταστηματάρχες που έχουν πάθει τόσο μεγάλες ζημιές, αν τους έλεγες ποιό κακό νέο θα διάλεγαν να μάθουν, σου έκαψαν το μαγαζί ή σου σκότωσαν το παιδί; Πιστεύω θα διάλεγαν το πρώτο. Ο Έλληνας έχει σεβασμό απέναντι στο νεκρό, και ιδιαίτερα απέναντι σ’ ένα νεκρό παιδί. Μόνο εσύ δε δείχνεις». Στη συνέχεια αφού κάνει μια αναφορά στη Ντενίση με την οποία αντιδικούν μέσω δηλώσεων πολλά χρόνια επανέρχεται στο σχολιασμό του πολιτικού συστήματος με την αριστερά να παίρνει τη σειρά της στο σχολιασμό και την ανάλυση του Λαζόπουλου: «..μην παραλείψουμε να πούμε βεβαίως ότι και η Αριστερά είναι στα χαρακώματα, μεταξύ τους πλακώνονται πάλι». Ακολουθεί δήλωση της Παραρήγα που υπονοεί πως ο ΣΥΡΙΖΑ υποθάλπει κάποιους από τους ταραξίες και η απάντηση του Τσίπρα για να σταθεί ανάμεσα στις δύο απόψεις με την αναφορά: «Μπορεί να στεναχωριέται κάποιος που σπάει μια τράπεζα, αλλά οι περισσότεροι δεν τραβάνε καμιά μεγάλη στεναχώρια. Αχ η τράπεζά μου, ας πούμε δεν το λένε». Η αναφορά στους κουκουλοφόρους ολοκληρώνεται με την μετάδοση μιας είδησης σχετικά με έρανο των αναρχικών προκειμένου να αποκαταστήσουν τις ζημιές σε περίπτερο που κάηκε έξω από το ΑΠΘ. Ακολουθεί η εκτεταμένη αναφορά στην κατάληψη της δημόσιας τηλεόρασης από ομάδα ακτιβιστών. Αρχικά καταδικάζει την ερμηνεία που δίνει στη κίνηση αυτή ο πρόεδρος της ΕΡΤ και αναπαράγει την κριτική που γίνεται στα δημόσια μέσα από τα ιδιωτικά όσο αφορά στο τέλος που εισπράττει μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ : «Εσύ που πληρώνεσαι από αυτούς; Γιατί αυτοί σε πληρώνουν, που μπήκαν μέσα. Δεν δίνεις λόγο στα αφεντικά σου λοιπόν;». Στη συνέχεια διαβάζει βιαστικά και με γκριμάτσες επιδοκιμασίας τη δήλωση της συλλογικότητας που έκανε την κατάληψη. Ακόμη και σε αυτή τη κίνηση υπάρχει το μοτίβο κυριαρχίας της τηλεοπτικής πραγματικότητας μέσα από την κριτική της: «Να μην φοβηθούμε, να κλείσουμε τις τηλεοράσεις, να βγούμε από τα σπίτια μας, να συνεχίσουμε να διεκδικούμε, να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας». Η εκπομπή αφού έχει διατρέξει το σύνολο του πολιτικού συστήματος επιστρέφει στο πλατό και το κοινό που βρίσκεται εκεί παρών να δώσει νομιμοποιητική βάση στην κριτική που ασκεί ο παρουσιαστής: «Εδώ είμαστε με μια νεολαία που βράζει, μια κοινωνία που βράζει κι όποιος βάζει το καπάκι στην κατσαρόλα που βράζει, του έρχεται στο κεφάλι». για να προεξοφλήσει αργά ή γρήγορα την επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία «Είτε είναι η ΝΔ σήμερα είτε είναι το ΠΑΣΟΚ αύριο, που φαίνεται ότι θα είναι». Η ανάλυση της κατάστασης υπογραμμίζει και πάλι την οργή και την οριακότητα αλλά και μεταβατικότητα των 72 φαινομένων που λαμβάνουν χώρα : «Απέναντι στην οργή το πρώτο πράγμα που πρέπει να υπάρξει, είναι η κατανόηση κι αμέσως μετά λήθη, ο χρόνος τελείωσε». Το τι σημαίνει τέλος του χρόνου το εξηγεί αμέσως στην επόμενη φράση του «Τέλος χρόνου, τέλος εποχής, τέλος μεταπολίτευσης. Οι νέοι, οι 15άρηδες γύρισαν σελίδα στην ιστορία κι οφείλουμε να διαβάσουμε την καινούργια σελίδα». Στη συνέχεια αφού παρουσιάζει τον εξοπλισμό των ανδρών των ΜΑΤ αφήνει ασχολίαστα να παίξουν για δεύτερη φορά απόψεις απλών πολιτών από ρεπορτάζ τύπου γκάλοπ που κάνουν τα κεντρικά δελτία ειδήσεων. Τέτοιου τύπου ρεπορτάζ στο πλαίσιο του τηλεοπτικού λόγου αποτελούν τη «φωνή των πολιτών» και αυτή η νέα δέσμη απόψεων είναι κριτική έναντι των όσων διαδραματίζονται στους δρόμους των ελληνικών πόλεων. Παίζουν ασχολίαστες οι δώδεκα διαφορετικές φωνές των νοικοκυραίων που θρηνούν για τις περιουσίες τους και την κάμψη του τζίρου τους λόγω των επεισοδίων. Μετά την προβολή τους ο παρουσιαστής αναφέρεται σε ηλεκτρονική επιστολή που έχει λάβει από αστυνομικό για να δείξει πως αφουγκράζεται τις αγωνίες όλων των πολιτών. Αυτή η επιστολή τον αντιμετωπίζει ως εκπρόσωπο των νεαρών διαδηλωτών και ο παρουσιαστής με χαρά εκλαμβάνει αυτή την άποψη ως κομπλιμέντο και υπακούει στην προτροπή : «… μάλιστα μου λέει, αν μπορείτε να παρακαλέσετε τα παιδιά να σταματήσουν δυο μέρες τις πορείες, για να κοιμηθούμε». Ακολουθεί η αποκάλυψη-αποκλειστικότητα που είχε προαναγγείλει στην αρχή της εκπομπής. Πρόκειται για πλάνα αστυνομικών με πολιτικά που κρατούν λοστούς και φοράνε κουκούλες. Αυτή την αποκάλυψη ακολουθεί ένα ακόμη σερί απόψεων πολιτών από ανάλογα ρεπορτάζ τηλεοπτικών πρωινών εκπομπών ενημέρωσης ή δελτίων ειδήσεων που υλοποιούνται στις λαϊκές αγορές που καταλήγουν στο σχόλιο του Λ. Λαζόπουλου : «Χρειάζονται θεμελιώδεις αλλαγές, ξήλωμα εκ βάθρων του πολιτικού συστήματος κυρία μου… Η οργή κυρία μου έχει ξεχειλίσει σε όλους, έχουν θυμώσει όλοι, όλοι είναι θυμωμένοι. Σφίγγουν τις γροθιές τους». Το επόμενο θέμα στη ροή της εκπομπής είναι το δράμα ενός εργαζόμενου στην καθαριότητα κάποιου δήμου που καλείται από την υπηρεσία του να πάρει απολυτήριο γυμνασίου προκειμένου να παραμείνει στην υπηρεσία. Σε αυτό το θέμα που είναι δανεισμένο από πρωινή εκπομπή ενημέρωσης ο Λαζόπουλος απαντά προτρέποντας τους αρμόδιους να βρουν μια τρύπα στο νόμο για να παραμείνει ο εργαζόμενος χωρίς να χρειαστεί να πάει στο γυμνάσιο : «Τόσους νόμους βρίσκετε να χώσετε τους δικούς σας στις υπηρεσίες, βρείτε κι έναν για τον έρημο τον άνθρωπο». Το επόμενο θέμα πηγάζει από την καθημερινότητα και αφορά στην έρευνα αγοράς για τη φθηνότερη βενζίνη: «Κι αν τελικά την καλύτερη τιμή την είχε το πρώτο, θα ξαναγυρίσω πίσω;» για να ακολουθήσει η πολιτική τοποθέτηση: «Και γιατί σε ψήφισα ρε παπάρα; Εγώ θα ψάξω να βρω το φθηνό, αφού εσύ βγήκες γι’ αυτόν το λόγο. Αποτύχατε πλήρως, αποτύχατε παταγωδώς….» και επανέρχεται η κριτική στο πολιτικό σύστημα όπου : «Σε μια νύχτα πέρασε από τη ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ ο κόσμος. Γιατί το είπαμε, δεν υπάρχει καμία ιδεολογική διαφορά» αλλά και « η αριστερά δεν παίζει πια κανέναν σημαντικό ρόλο. Μπράβο ΚΚΕ, ωραία διαφυλάς τις πορείες σου, μπράβο ωραία τα λέει ο ΣΥΡΙΖΑ για τους νέους. Αλλά ένα συντεταγμένο σχέδιο, μια ολοκληρωμένη πρόταση του πολιτικού σκηνικού από την αριστερά, δεν υπάρχει». 73 Στην επόμενη φάση της εκπομπής ο Λαζόπουλος δίνει το μικρόφωνο στους παρόντες μαθητές όπου τους υποκινεί να πουν τι νοιώθουν. Ουσιαστικά επιζητά την επιβεβαίωση όσων έχει αναφέρει προηγουμένως. Οι νέοι ομιλητές υπακούουν στην άρρητη αυτή προτροπή επιβεβαιώνουν πως: «αυτή η εξέγερση που γίνεται πηγάζει από μέσα μας» είναι δηλαδή πηγαία και συναισθηματικά φορτισμένη και «δεν έχει καμιά σχέση με κόμματα ή σκοπιμότητες ή κάτι άλλο». Αφού ξεκαθαρίζουν πως δεν είναι υποκινούμενοι λένε πως η «εξέγερση» «δεν είναι μόνο για το θάνατο ενός παιδιού, είναι γενικά για όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας τόσα χρόνια. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και που τώρα αρχίζει». Οι λέξεις και οι έννοιες που χρησιμοποιούν τα παιδιά που μιλάνε είναι δάνεια από παρόμοιες λέξεις και έννοιες που άκουσαν ως κοινό στη διάρκεια της εκπομπής: «δυστυχώς στην Ελλάδα όπως μου είπαν, όπως λέω κι όπως πιστεύω ότι είναι, έχουμε χάσει τα πρότυπά μας», «εγώ θέλω απλά να πω ότι όλοι, μάλλον οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι, όλα είναι γύρω μας στημένα», «διαδηλώνουμε για όλα αυτά που μας έχουν κάνει». «Εγώ αυτό που θέλω να πω, είναι ότι γυρίζουμε επιδεικτικά τις πλάτες στο μέλλον που φτιάχνουνε οι ίδιοι αλλά χωρίς εμάς. Σκέφτονται οι πολιτικοί χωρίς εμάς παρόντες. Αυτό μόνο», «από μικροί είμαστε σαν ένα δοχείο μου μας βάζουν συνέχεια οργή και θέλουμε να τη βγάλουμε έξω», «Αυτό που έχει γίνει δεν είναι μόνο για τον θάνατο του παιδιού, αυτό ήταν μόνο η αφορμή. Είναι για το Βατοπέδι, για τα λεφτά που κλέβουν, για όλα», «Ζητάμε να είμαστε σίγουροι για το αύριο», «Σ’ αυτή τη χώρα ήταν καιρός να ξεσηκωθούμε, ήταν καιρός, είχαμε κουραστεί. Παρακοιμηθήκαμε, ας βγούμε όλοι στον δρόμο» για να κλείσει το σερί των απόψεων που επιβεβαίωσαν τα όσα είχε αναφέρει ο παρουσιαστής με την αναφορά μια νεαρής μαθήτριας προς τον Αλέξη Κούγια «η σφαίρα πιστεύω πως χτύπησε λάθος Αλέξη» η οποία προκάλεσε μια αμυδρή αντίδραση από το Λαζόπουλο που έχει επιδοθεί ως εκείνη τη στιγμή σε ανάλογης έντασης χαρακτηρισμούς έναντι του συνηγόρου των δύο ειδικών φρουρών.Οι απόψεις του ζωντανού κοινού ολοκληρώνονται με την τοποθέτηση του πρώην πρύτανη του Μετσόβιου Πολυτεχνείου που κινείται στο ίδιο πλαίσιο της κριτικής του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης και των ηθών της ελληνικής κοινωνίας: «Εγώ ως δάσκαλος ζητώ συγνώμη από τη νεολαία για το κράτος που έφτιαξα μαζί με όλους τους άλλους, για το κράτος που εξαπατά τους πολίτες με ανίσχυρα και χρεοκοπημένα κόμματα, ένα κράτος στο οποίο ο ισχυρός μπορεί και παραβαίνει τους νόμους που ο ίδιος νομοθετεί, ενώ ο αδύναμος ταλαιπωρείται στη γραφειοκρατία και στο να βγάλει ένα μεροκάματο» και επαναλαμβάνει την ήδη διατυπωμένη άποψη από τον Λαζόπουλο: «Θεωρώ λοιπόν ότι χρειάζεται ένα κίνημα, ένα κόμμα. Ένα κόμμα του κανενός που να είναι για τους νέους ανθρώπους». Ακολουθούν για 25 λεπτά με τραγούδια από τα Κίτρινα Ποδήλατα στην διάρκεια των οποίων ο Λαζόπουλος ζητά από το κοντρόλ να ρίξουν καπνό στο πλατό. Ακούγονται τραγούδια των Φατμέ, του Σαββόπουλου, του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το οργισμένο «Θα πάρω φόρα» για να ολοκληρωθεί η εκπομπή με το «Να με αγαπάς» του Παύλου Σιδηρόπουλου και την προτροπή του Λαζόπουλου: «Πάμε όλοι μαζί, αποχαιρετήστε τον κόσμο που θα σας δει αύριο στους δρόμους». Σε αυτό το σημείο τονίζουμε την αυτό- εξαίρεση του Λαζόπουλου από την «εξέγερση» και το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: Θα «σας» δει στους δρόμους και όχι θα «μας» δει στους δρόμους. 74 2.2. Στοιχεία τηλεθέασης και ρηματικοί πόροι της δεύτερης εκπομπής (28/09/09) Εικόνα 4: Γράφημα της τηλεθέασης της εκπομπής ανά πεντάλεπτο όπου φαίνεται η πτώση της τηλεθέασης στη διάρκεια των διαφημιστικών διαλλειμάτων καθώς και στο μουσικό κομμάτι της εκπομπής Πρόκειται για την έκτακτη προεκλογική εκπομπή που μεταδόθηκε από τον Alpha, τη Δεύτερα 28/9/09 τέσσερεις μέρες πριν τις εκλογές και την πρώτη της περιόδου 2009-2010. Ο έκτακτος χαρακτήρας της εκπομπής ομολογείται από τον παρουσιαστή που μόλις έχει επιστρέψει από τη Νέα Υόρκη. Το σκηνικό είναι φτιαγμένο από καρέκλες και φωριαμούς που θυμίζουν δημόσια υπηρεσία καθώς και φακέλους που παραπέμπουν σε γραφειοκρατία. Το πλατό προφανώς έχει ανανεωθεί και διαπλατυνθεί και ο παρουσιαστής ζητά την άποψη του κοινού για τις αλλαγές. Ο μέσος όρος των τηλεθεατών ξεπέρασε τα 2,8 εκατομμύρια ενώ η ροή των πεντάλεπτων παρά το έκτακτο χαρακτήρα της εκπομπής παρουσιάζει παρόμοια μορφή με αυτή της 16ης Δεκεμβρίου του 2008 με χαμηλά ποσοστά στο πρώτο και τελευταίο πεντάλεπτο καθώς και στα πεντάλεπτα που ακολουθούν μετά τα διαφημιστικά διαλλείματα. Οι τηλεθεατές σε ορισμένα σημεία της εκπομπής ξεπερνούν τα τρεισήμισι εκατομμύρια. Ανάμεσα στο κοινό βρίσκεται και ο Στέλλιος Παπαθεμελής ο οποίος δεν παίρνει ποτέ το λόγο. Ας δούμε τη ροή της εκπομπής συνολικά: Από την αρχή της εκπομπής ο Λαζόπουλος νοιώθει την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τη σημασία των εκλογών για τον έλληνα πολίτη στην φανταστική συνομιλήτρια του «Εδώ είμαστε κυρία μου, να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, όποιος και να βγει εμείς χαμένοι είμαστε». Προεξοφλεί τη νίκη του ΠΑΣΟΚ και καθώς τη θεωρεί δεδομένη σχολιάζει και διασκεδάζει με την αγωνία των στελεχών και οπαδών του ΠΑΣΟΚ: «είμαστε όλοι τσιτωμένοι, τα νεύρα μας. Θα την πάρει ο Γιώργος την αυτοδυναμία δεν θα την πάρει; Τι λες εσύ;» για να απαλείψει κάθε σημασία από τη διαδικασία των εκλογών με τη σχεδόν συνωμοσιολογική αναφορά που δαιμονοποιεί την ΕΕ και μέσω αυτής και άλλους υπερεθνικούς οργανισμούς: «Κυρία 75 μου όποιον δρόμο και να πάρεις, στον Αλμούνια καταλήγεις. Δεν υπάρχει σταυροδρόμι, ένας είναι ο δρόμος. Τελείωσε. Στο τέλος περιμένει ένα σχέδιο. Ό,τι σχέδιο και να είναι ένα σχέδιο θα ισχύσει στο τέλος, το κεντρικό, αυτό». Αφού διασκεδάζει με το λάθος μιας ρεπόρτερ δελτίου ειδήσεων στη διατύπωση κεντρικής οδού της Αθήνας (αντί Καραγιώργη Σερβίας την ονομάζει Καραγιώργο Σερβίας) καυτηριάζει την ημιμάθεια των τηλεοπτικών ρεπόρτερ για να περάσει ξανά στα όσα ακούγονται στην προεκλογική περίοδο και να συμπεράνει: «Ο έλληνας σήμερα κυρία μου είναι στα πρόθυρα της τρέλας» και αμέσως μετά διασκεδάζει με την αγωνία ενός γνωστού μόδιστρου που εν μέσω εκλογών ανυπομονεί να έρθει το φθινόπωρο για να βρέξει και να βάλει την ωραία καμπαρντίνα της Burberry. Επιστρέφει στα «σοβαρά» και διηγείται στο κοινό το διακύβευμα των ημερών στο οποίο και πάλι βρίσκονται στο κέντρο του οι νέοι άνθρωποι: «Λοιπόν, ποιοι είμαστε κυρία μου; Τι θέλουμε; Που πάμε; Έχουμε αφήσει πίσω μας τους νέους ανθρώπους χωρίς κανένα μέλλον και τρέχουμε να βολευτούμε στα καινούργια πράσινα υπόστεγα». Το επόμενο βήμα της ανάλυσης του αφορά στα όσα παρατηρεί με αφορμή το ντιμπέιτ και τη συμπεριφορά των υπαλλήλων της ΕΡΤ στην παρουσία του Γιώργου Παπανδρέου: «τρέχουν όλοι γύρω του, ότι πάντα τον ήθελαν, πάντα τον εκτιμούσαν, πάντα θαύμαζαν το μυαλό του, το λέγειν του ξέρεις» για να συμπεράνει «Είμαστε ένας κωλολαός, τέτοιος γλυφτρολαός δεν υπάρχει». Παρακάτω χρησιμοποιεί ένα από τα πιο διαδεδομένα συνθήματα στο χώρο του αντιδεξιού πολιτικού πόλου «ο ψηφοφόρος το ξέρει: ξηλώνεται το κράτος της δεξιάς». Τι σημαίνει αυτό κατά τον παρουσιαστή: «Είναι από τα γραφεία έξω οι καινούργιοι με τις καρέκλες και περιμένουν. Διότι στη χώρα αυτή οι καρέκλες τελείωσαν» θυμίζοντας την αθρόα αλλαγή διοικήσεων στον ευρύτερο κρατικό τομέα κάθε φορά που έχουμε αλλαγή κυβέρνησης για να ορίσει ως χαμένους αυτού του πολιτικού φαινομένου και πάλι τους νέους και να επιστρατεύσει ένα μοτίβο παρόμοιο με αυτό του λεωφορείου: «Αφήσαμε μόνο όρθια τη νέα γενιά χωρίς καμία προοπτική, χωρίς κανένα μέλλον. Αυτό κάναμε δεν κάναμε τίποτα άλλο. Καθίσαμε όλοι οι υπόλοιποι και κάθονται οι νέοι όλοι όρθιοι και περιμένουνε πότε θα κουραστεί ο γέρος». Η πλήρης απαξίωση της εκλογικής διαδικασίας αποτυπώνεται στην επόμενη εκτίμηση σύμφωνα με την οποία ο Καραμανλής «αποφάσισε να δώσει» την εξουσία στον Γιώργο Παπανδρέου. Επισημαίνει την αδυναμία του Καραμανλή να κυβερνά «με όλους αυτούς τους λιμοκοντόρους με τα φουλάρια, που τρώγονται όλη μέρα, φαγώνονται στα κανάλια» αγγίζοντας την τηλε-πολιτική μεταμόρφωση της ελληνικής δημόσιας σφαίρας για να επισημάνει αυτή τη φορά την σοφία του «λαού» που πριν από λίγο απαξίωνε «τον πήρε ο λαός και τον σήκωσε. Δεν υπάρχουν περιθώρια ανοχής για κανέναν». Στη συνέχεια της εκπομπής ασχολείται με τη στάση και τις δηλώσεις του Τσιτουρίδη που μετά τον αποκλεισμό του από το ψηφοδέλτιο της ΝΔ στο νομό Κιλκίς καταγγέλει πόλεμο λάσπης που δέχθηκε από κέντρα που βρίσκονται στο Μαξίμου και επικαλείται το χρέος του, προς την οικογένεια του και τους ψηφοφόρους του, να μη σωπήσει: «Ο πολιτικός που περιμένει να μιλήσει αν δεν τον βολέψουν, εμένα δεν μου κάνει. Εγώ θέλω να μιλήσει και χωρίς να τον βολέψουν» για να τον συσχετίσει με άλλον πρώην υπουργό της ΝΔ τον Βουλγαράκη και να αγγίξει τα συντηρητικά αντανακλαστικά των ψηφοφόρων της ΝΔ αλλά και της ελληνικής κοινωνίας που θεωρεί την οικογένεια ιερή «όταν είσαι δημόσιος λειτουργός τα παιδιά του κόσμου είναι πάνω από τα δικά σου ή εν πάση περιπτώσει, απολογείσαι και στα παιδιά του κόσμου, δεν απολογείσαι μόνο στα παιδιά σου». Ελαττώνει το καταγγελτικό κλίμα της 76 εκπομπής επιστρατεύοντας τον γνωστό αθυρόστομο γιατρό που πουλά οζονοσυσκευές μέσω τηλεμάρκετινγκ και αμέσως μετά επανέρχεται για να συμπεράνει: «Ο κόσμος αλλάζει κι εμείς ακόμη δεν έχουμε καταλάβει, είμαστε εγκλωβισμένοι στο τίποτε» και προβάλει ένα βίντεο με ενεργούς πολίτες που διεκδικούν την άρση των περιορισμών στην πρόσβαση για τις παραλίες της Αττικής. Αμέσως μετά επανέρχεται στην εκλογολογία παρομοιάζοντας τα όσα υπόσχονται οι πολιτικοί με βόλτα: «Ξέρεις κανέναν έλληνα, δε σου λέω σουηδό, δε σου λέω βέλγο, ξέρεις κανέναν έλληνα να του πεις εγώ θα σε πάω βόλτα μετά από δύο χρόνια κι ο άλλος θα του πει, θα σε πάω βόλτα αύριο, και να πας με τον πρώτο;». Αυτή η μεταφραστική της πραγματικότητας προσέγγιση συνεχίζεται με την αποδόμηση του λόγου και του προγράμματος της ΝΔ που υπόσχεται πάγωμα των μισθών για να καταλήξει σε ένα κατεξοχήν δημαγωγικό επιχείρημα: «Κι εν πάση περιπτώσει όταν δώσατε κύριε Καραμανλή έναν σκασμό δισεκατομμύρια στις τράπεζες, ας κράταγες δύο δις και για τον κόσμο, να μην παγώσουν οι μισθοί» για να ολοκληρώσει την επίθεση στις τράπεζες παίζοντας ένα βίντεο του δημοσιογράφου του Ριζοσπάστη και στελέχους του ΚΚΕ Μπογιόπουλου που αναφέρεται στα κέρδη των τραπεζών και να καταλήξει στο ρητορικό ερώτημα: «Διότι τι να γίνει κυρία μου ο έλληνας; Τράπεζα Πειραιώς για να επιβιώσει;». Επανέρχεται στην κριτική προς τον Καραμανλή που τον παρομοιάζει με Βούδα και το Μαξίμου με κέντρο διαλογισμού: «Και πώς να πιστέψει κανείς μετά κυρία μου τον Καραμανλή, όταν βλέπει αυτή την απραξία όλων των χρόνων; Εδώ κι 1,5 χρόνο παρακολουθούμε την ζωή του βούδα στο Μαξίμου. Έχει γίνει κέντρο διαλογισμού εκεί μέσα» και αναφερόμενος στο σκάνδαλο βατοπεδίου και την «παλικαρίσια» ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό σχολιάζει: «Παλικάρι είναι μετά από ένα λεπτό, μετά από έναν χρόνο είναι καθυστερημένος. Παλάβωσες; Αυτά τα αντανακλαστικά μετά συγχωρήσεως δεν είναι πρωθυπουργού, είναι αγελάδας» και να επανέλθει στην εκτίμηση: «Κυρία μου ο Καραμανλής αποφάσισε να παραδώσει την εξουσία, γιατί αυτή τη στιγμή το καλύτερο που έχει να κάνει είναι αντιπολίτευση». Στη συνέχεια σχολιάζει την αίσθηση μετάβασης που υπάρχει την εποχή των εκλογών και επισημαίνει την ελλιπή πληροφόρηση προς το τόπο της μετάβασης: «αυτή τη στιγμή πηγαίνει ο κόσμος προς μία μετάβαση μαγκωμένος. Και ξέρεις, όταν μεταβαίνεις κάπου πρέπει να γνωρίζεις τους λόγους μετάβασης» για να ελαφρύνει και πάλι το κλίμα με την παρουσίαση ρεπορτάζ για τα ρούχα ενός γνωστού τηλέ-μόδιστρου. Επανέρχεται στην εκλογολογία επιτιθέμενος στο τηλεοπτικό κανάλι Mega και το ρόλο που παίζει στις πολιτικές εξελίξεις εμπεδώνοντας για άλλη μια φορά την αίσθηση της τηλέ-πολιτικής: «Τι είπε η κυρία; Θα κερδίσει ο Καραμανλής. Κυρία μου με όλο τον σεβασμό να σας ρωτήσω κάτι, δεν πιάνετε Mega στην περιοχή σας; Δεν παρακολουθείτε κανάλια; Έχεις ακούσει το Mega να λέει Καραμανλής;» και να συνεχίσει την αποδόμηση του Καραμανλή που θέλει άλλη μια ευκαιρία «για να μας αποκάνει» : «Τον τελευταίο καιρό έχει πολύ θυμό, ότι εμείς του φταίμε που έπεσε έξω ο προϋπολογισμός, ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι» και να μιλήσει με βεβαιότητα για τη νίκη του ΠΑΣΟΚ: «Πέρα από τα γκάλοπ όμως και από τις δημοσκοπήσεις, ο κόσμος είναι αμήχανος. Δεν υπάρχει ενθουσιασμός πέρα από τις συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ». Στη συνέχεια σειρά για να σχολιαστεί έχει το ΛΑΟΣ και η συζήτηση περί υποψηφιότητας του Ψινάκη. Υπενθυμίζει την τηλε-κόντρα που είχε στο παρελθόν με άλλη παρόμοια υποψηφιότητα του ΛΑΟΣ τη λαϊκή τραγουδίστρια Ε. Σαρρή: «Το μεγάλο δράμα είναι ότι δεν 77 θα είναι ο Ψινάκης. Αυτό είναι ένα μεγάλο δράμα. Και φάγαμε ένα χτύπημα την προηγούμενη φορά που δεν βγήκε η Σαρρή, που μου έχουν αποδοθεί και ιστορικά προσωπικές ευθύνες. Αύριο θα μου ζητήσει εμένα το λόγο η ιστορία, που άφησα την Σαρρή απέξω» κα αφού αναφέρεται τις μηνύσεις που συνεχίζει να του στέλνει η τραγουδίστρια αποφαίνεται: «ο Καρατζαφέρης έχει τρελαθεί» και δίνει μια περισσότερο πολιτική εξήγηση των επιλογών του αρχηγού του ΛΑΟΣ : «Ο έρημος ο Καρατζαφέρης που θα έπαιρνε μερικούς ψήφους από δω κι από κει μαζεύει, αυτό είναι τηλεκόμμα, το έχω πει εγώ. Διαλέγει ποιος είναι γνωστός στην τηλεόραση, δωσ’ του τον μαζεύει, μαζεύει… Ο Καρατζαφέρης νομίζει ότι έχει πρακτορείο μοντέλων. Παλάβωσες; Και θα προωθούσες τον Ψινάκη; Τι είναι η δουλειά ενός κόμματος, να αλλάζει το προφίλ του Ψινάκη;». Ακολουθούν υπονοούμενα για τον γενετικό προσανατολισμό τόσο του Ψινάκη όσο και του βουλευτή του ΛΑΟΣ Βαΐτση : «Ε! βέβαια, ναι, ναι, ναι για να έχει ο Βαΐτσης να συζητήσει με μια αδελφή ψυχή, που λέει ο λόγος» γίνεται περισσότερο αναλυτικός θυμίζοντας μια ατάκα του Γιώργου Μαρίνου από ένα παλαιότερο σόου : «Μαθηματικός ή πούστης; που λένε» και επιστρέφει στις κοινωνικοπολιτικές τους θεωρήσεις που αποδίδονται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Είμαστε ένας λαός χωρίς σκέψη. Πορευόμαστε χωρίς σκέψη. Δεν ξέρουμε ποιον ψηφίζουμε, γιατί τον ψηφίζουμε, τι μπορεί να κάνει, αν μπορεί να το κάνει». Αυτή η εκτίμηση οπτικοποιείται στη συνέχεια : «Είμαστε κότες που αλλάζουμε κοτέτσια» και προσφεύγει στα κείμενα του Γιάννη Ξανθούλη από την Ελευθεροτυπία: «Πρέπει να ξαναβρούμε τον δίκαιο θυμό μας, όπως ανέφερε σε ένα εξαιρετικό κείμενο ο Γιάννης Ξανθούλης. Επιτέλους να βρούμε έναν καινούργιο τρόπο να προσδιορίσουμε τις αξίες μας. Να θυμηθούμε τον παλιό μας εαυτό, πως ζούσαμε, να προσδιορίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες. Να απλουστεύσουμε λίγο τη ζωή μας». Αυτή η προτροπή διαθέτει όμως και πολιτική σημασία που ακολουθεί στην ανάλυση του παρουσιαστή: «Δεν μπορεί ένας να ανοίγει μόνος του μαγαζί πατριδοκαπηλίας, να αντιπροσωπεύει μόνος του την αγάπη προς την πατρίδα και να βρισκόμαστε όλοι εκτεθειμένοι, δεν αγαπάμε τη χώρα αυτή; Ποιος είναι αυτός που βάζει το μέτρο της αγάπης; Δε μπορεί να είμαστε τόσο ευκολόπιστοι. Δεν μπορεί να πηγαίνουμε άντε να ψηφίζουμε ότι βρούμε μπροστά μας κυρία μου». Ο επανακαθορισμός λοιπόν της αγάπης προς την πατρίδα περνά μέσα από τις πολιτικές ή καλύτερα τις εκλογικές επιλογές του καθενός από τα μέλη του κοινού. Αυτή η άποψη έχει σαφή στόχο τον Καρατζαφέρη και τα μέλη του κόμματος του που φέρονται ως οι γνήσιοι εκφραστές της αγάπης προς την πατρίδα. Ακολουθεί ένα βίντεο της συζύγου του βουλευτή του ΛΑΟΣ Άδωνη Γεωργιάδη της γνωστής τηλέ-περσόνας Ευγενίας Μανωλίδου που λέει ειρωνικά πως λιώνει σόλες στο πεζοδρόμιο για να προωθήσει την υποψηφιότητα του άνδρα της μοιράζοντας ένα αρωματικό μαντηλάκι με το όνομα του στα καταστήματα και τις καφετέριες της Αθήνας. Αυτή η εικόνα δεν μένει ασχολίαστη: «Σαχλαμάρες, χαζαμάρες που λένε και στο χωριό μου, χαζαμάρες… Όποιος έχει σκέψη δεν χρειάζεται ούτε να ουρλιάζει ούτε τίποτα. Ξέρει να μιλάει, να συζητάει» στη συνέχεια αναφέρεται για τρίτη φορά σε αυτή την εκπομπή «κι επαναλαμβάνω μέχρι να τελειώσει η εκπομπή: χωρίς νέους ανθρώπους δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή στη χώρα αυτή». Στη συνέχεια υπενθυμίζει πως αυτή η εκπομπή είναι έκτακτη και προεκλογική και ότι από την επόμενη εβδομάδα το Αλ Τσαντίρι θα μεταδίδεται κάθε Τρίτη: «Εδώ λοιπόν στο Αλ Τσαντίρι του φθινοπώρου θα βάλουμε σκέψη. Ξέρω ότι είναι δύσκολο αλλά θα βάλουμε σκέψη». Θυμίζει πως έχει τζετ λαγκ από την επιστροφή του από τη Νέα Υόρκη και περνάει 78 σε ελαφριά κουτσομπολίστικα θέματα όπως η επανασύνδεση της Άντζελας Δημητρίου με τον Τρούπη και το διαζύγιο της Ντενίση με το σύζυγο της. Αμέσως μετά τη Δημητρίου και τη Ντενίση επανέρχεται στο debate των πολιτικών αρχηγών τους οποίους τους σατιρίζει, τον Καραμανλή προσφέροντας του μια μακαρονάδα και τον Παπανδρέου αφήνοντας υπονοούμενα για την ευφυΐα του. Προβάλει κάποιες εικόνες από τις ομιλίες τους και τα νούμερα που επικαλούνται για το χρέος της χώρας και διαβεβαιώνει το κοινό: «Παιδιά δώστε μου το λόγο, θα μιλήσω κι εγώ. Εδώ δεν είναι mega channel εδώ είναι alpha channel, θα μιλήσω κι εγώ». Επισημαίνει τον πανικό που έχει διακρίνει τα στελέχη της ΝΔ σε αντίθεση με την πολύ καλή παρουσία του Παπανδρέου στη ΔΕΘ: «Ο Παπανδρέου ήταν πάρα πολύ καλός στην έκθεση Θεσσαλονίκης, διαβασμένος» για να τον αποδομήσει αμέσως: «Το βλέπεις, τα έχει μάθει παπαγαλία» και να καταλήξει «Βέβαια αν έρθει ο Γιώργος, σας το λέω η σάτιρα θα ανοίξει σαμπάνιες». Αν και σατιρίζει τον Παπανδρέου τον αντιμετωπίζει εμφανώς θετικά όταν τον συγκρίνει με το χελωνάκι του μύθου του Αισώπου στην προσπάθεια που κάνει να οπτικοποιήσει τον εκλογικό ανταγωνισμό: «Κι έτσι λοιπόν ο Παπανδρέου, το χελωνάκι της ιστορίας φαίνεται ότι την Κυριακή θα νικήσει τον λαγό, επιβεβαιώνοντας τον μύθο του Αισώπου γιατί ο λαγός είχε τη σιγουριά της ταχύτητας». Αφήνει όμως την αθωότητα των μύθων του Αισώπου και μεταφράζει το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα των εκλογών με ένα περισσότερο ενήλικο και σεξιστικό τρόπο: «αλλά είναι σα να σου λέει ο ένας, δεν θα σε πηδήξω και σου λέει ο άλλος, σε πηδάω. Όταν πάει να σε πηδήξει βέβαια την έχει έναν πόντο οπότε τι να πεις, περίμενε να μεγαλώσει και ξαναέλα; Λες βαλ’ τον πόντο τώρα να βολευτούμε κι αργότερα βλέπουμε. Κατάλαβες;». Επανέρχεται στο γνωστό επιχείρημα πως τα δύο μεγάλα κόμματα λένε τα ίδια πράγματα: «Το ίδιο πράγμα λένε και οι δύο, δεν θα δώσει κανένας αυξήσεις» και χρησιμοποιεί τη φράση μιας κυρίας που κατά την άποψη του θα καθορίσει το αποτέλεσμα των εκλογών: «Όποιος και να είναι, φαντάζομαι ότι τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει σ’ αυτή τη χώρα, έτσι όπως είναι» για να συμπληρώσει: «Αυτή είναι η σκέψη του μέσου έλληνα. Ξέρει ο κόσμος τι γίνεται. Ξέρει τι συμβαίνει. Αλλά είναι αυτό που λέει ο έλληνας μέσα του, ας όψεται η ανάγκη. Υπάρχουν πολλοί που είναι αναγκασμένοι να ελπίζουν στον Γιώργο και υπάρχουν πολλοί που είναι αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τον Καραμανλή, γιατί βλέπουν ότι η κατάσταση δεν πάει πουθενά». Αφού μεσολαβεί ένα διάλλειμα επανέρχεται στο προσκήνιο η βεβαιότητα της νίκης του ΠΑΣΟΚ: « Έρχεται κυρία μου, έρχεται ο σωτήρας μας. Έρχεται ο άνθρωπος που θα μας βγάλει από την κρίση. Ποιος να μου το έλεγε εμένα την ώρα που ξεκίναγε η κρίση, ότι θα ’τανε σωτήρας μου ο Γιωργάκης». Ο Παπανδρέου γίνεται ταυτόχρονα και «σωτήρας» και «Γιωργάκης» ο οποίος παραλαμβάνει την εξουσία από τον Καραμανλή και ο ελληνικός λαός βρίσκεται και πάλι μέσα σε ένα λεωφορείο: «Απλά ο Καραμανλής βαρέθηκε να ακούει συνέχεια από τον Γιώργο αυτό το μπίρι, μπίρι, μπίρι, δωσ’ μου το τιμόνι να δεις πόσο καλά θα πάω, δώσ’ μου το τιμόνι, ε παρ’ το τιμόνι, αϊ στο διάολο, να τελειώνουμε. Τώρα βέβαια μέσα στο πούλμαν είμαστε κι εμείς, αλλά ποιος μας χέζει εμάς;». Ο «Γιωργάκης» γίνεται Ομάμα στη συνέχεια της εκπομπής: «Γιατί ο Ομπάμα ξεκίνησε μαύρος μέχρι να γίνει λευκός …οίκος, από μόνος του, ενώ ο δικός μας είναι της μαμάς παιδί, είναι Ομάμα». Συνεχίζει την ανάλυση της πολιτικού στίγματος του Παπανδρέου τονίζοντας την κυριαρχία του έναντι των κομματικών μηχανισμών του ΠΑΣΟΚ: «Από το Γιώργο θα κυβερνηθούμε όχι από το ΠΑΣΟΚ, γιατί το ΠΑΣΟΚ τελείωσε» και θυμίζει την επίδειξη πυγμής που είχε κάνει ο Παπανδρέου με 79 τη διαγραφή του πρώην πρωθυπουργού: «με τον Σημίτη που έδιωξε, που χίλια μπράβο έχω να του πω, που ξεμπέρδεψε μ’ αυτή τη μαϊμού της ιστορίας και ησύχασε ο τόπος, δηλαδή τι να σου πω, το ευχαριστήθηκα….τώρα κατάλαβε ο Παπανδρέου γιατί δεν ήθελε ο πατέρας του τον Σημίτη. Εκτός από τον Σημίτη λοιπόν αυτός, ο Παπανδρέου, έχει εξορίσει όλους τους βενιζελικούς» ο Βενιζέλος σχολιάζεται γιατί δεν έχει κάποια καλή κουβέντα να πει για τον Παπανδρέου και την εμφάνιση του στο ντιμπέϊτ: «Δεν λέει, ήταν πολύ καλός, ήταν πολύ έξυπνος, ήταν ο εαυτός του» για να αναφερθεί και σε άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που είναι άφαντοι : «έχουν δοθεί εντολές και τους βλέπεις σε κανένα Extra» κάτι που είναι αρκετό για να οδηγήσει στο συμπέρασμα: «Ο Γιώργος στήνει ένα αυστηρά παπανδρεϊκό κράτος κι όποιος δεν προσκυνήσει το νέο αυτοκράτορα δεν έχει μέλλον κανένα». Το νέο σχήμα που επιστρατεύεται για να θυμίσει τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και για να εκλαϊκεύσει τον τρόπο που πολιτεύεται ο Γιώργος Παπανδρέου είναι το εύρημα του συμβολαίου με το λαό: «Κυρία μου ο Παπανδρέου κάλεσε τον λαό να υπογράψουν μαζί ένα συμβόλαιο. Δεν θα βάλουμε μέσα ποσά στο συμβόλαιο; Έτσι, θα τ’ αφήσουμε;» και αφού αναφέρεται σε διάφορα νούμερα που ακούγονται προεκλογικά καθώς και στην περίπτωση της περιουσίας του υπουργού της ΝΔ Βουλγαράκη καλεί τον Παπανδρέου : «Μαζί με τον Σημίτη που έδιωξες, διώξε και πολλούς από τους νόμους τους αντιλαϊκούς, τους δεξιούς που είχε επιβάλει» κατηγορώντας το Σημίτη και την πολιτική του ως δεξιά. Στη συνέχεια αναφέρεται στην προσωπική του κόντρα με το Γιώργο Αυτιά που οδήγησε τον δεύτερο στο Άλτερ. Παρουσιάζει κάποιες εικόνες από τα χλιδάτα βαφτίσια του γόνου ενός γνωστού τηλέ-ζευγαριού για να δείξει ένα ρεπορτάζ όπου φαίνεται ο Καρατζαφέρης να επισκέπτεται έναν αιωνόβιο οπαδό του που όμως δεν τον αναγνωρίζει. Με αφορμή αυτό το ρεπορτάζ αναφέρεται αυτοσαρκαστικά επί μακρόν σε παρόμοιο περιστατικό που του έχει συμβεί του ίδιου με κάποια θαυμάστρια του. Επανέρχεται στην αιχμής της αντιπαράθεσης των εκλογών του Οκτωβρίου που αφορά στη δημοσιονομική κατάσταση του ελληνικού κράτους: «αλλά ειλικρινά το λέω, δεν μπορεί ένας να κοιτάει το ταμείο και να βλέπει ότι δεν έχει λεφτά κι ο άλλος να βλέπει ότι υπάρχουν. Είναι σα να σπάει ένας κουμπαράς μπροστά σου και λέει ο ένας, αμάν άδειο το ταμείο! και λέει ο άλλος, τι λεφτά!» και τονίζει το πιο φιλολαϊκό μέτρο από όσα εξαγγέλλει ο Γιώργος Παπανδρέου: «Το πιο σωστό μέτρο που εξήγγειλε είναι αυτό με τις τράπεζες, δεν γίνεται να είναι ανεξέλεγκτες οι τράπεζες, να φορτώνουν τόκους και να βρίσκεσαι εσύ χρεωμένος με τεράστια ποσά». Ακολουθεί το κορυφαίο προεκλογικά θέμα των stage όπου προτρέπει το ΠΑΣΟΚ να κρατήσει όσους απασχολήθηκαν στα stage και να τους μονιμοποιήσει: «Τι θα γίνει με όλους αυτούς τους ανθρώπους που δουλεύσουν στα stage; Αυτά τα προγράμματα είναι για μαθητεία και μένουν όμηροι μέσα εκεί τα παιδιά για πέντε χρόνια για έξι χρόνια» και εξάρει για άλλη μια φορά τη στάση του ΚΚΕ: «Μόνο το ΚΚΕ ξεκαθάρισε από την αρχή, ότι η κατάσταση με τα stage είναι εργασιακός μεσαίωνας». Είναι ευκαιρία να αναφερθεί για τέταρτη φορά στου νέους της χώρας: «Δεν μπορεί σήμερα ένας νέος άνθρωπος να αντέξει αυτήν την κατάσταση, δεν μπορεί να ζητάς από τη νεολαία να εξευτελιστεί για να υπάρξει» και απαιτεί από όλους να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους σχετικά με τα stage: «Πρέπει όλοι οι νέοι άνθρωποι να βγουν από το καθεστώς ομηρίας. Και να πουν από τώρα πριν από τις εκλογές, τι θα γίνει με αυτό το θέμα, όχι σούξου 80 μούξου, συγκεκριμένα πράγματα. Όχι απλώς ότι θα τελειώσει το καθεστώς ομηρίας, αλλά τι θα γίνει ο όμηρος συγκεκριμένα». Ακολουθεί αναφορά στα ψηφοδέλτια επικρατείας των δυο μεγάλων κομμάτων ονομάζοντας ιατρικό ανακοινωθέν αυτό της ΝΔ ενώ: «το ΠΑΣΟΚ βάζει τον Ραγκούση επικεφαλής, έναν άνθρωπο που σηματοδότησε το νέο πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ δίνει ένα αίσθημα, ότι κατάλαβαν το αίτημα για ανανέωση» και επιστρέφει ξανά στις διαθέσεις του έλληνα: «Κρατιέται ο έλληνας, λέει κάτσε, δώσε τόπο στην οργή, να δώσω μια ευκαιρία να δω τι στο διάολο θα γίνει. Το σκέφτεται, το μετρά όλη μέρα στο μυαλό του, δεν ξέρει τι να κάνει». Αμέσως μετά έρχεται σχολιάζεται ο Συνασπισμός όπου η εκτίμηση του Λαζόπουλου μοιάζει όμοια με το editorial της Αυγής της προηγούμενης μέρας που προαναγγέλλει την επανάκαμψη του ΣΥΝ με αφορμή την καλή εμφάνιση του Τσίπρα στο debate: «Ο μεγάλος νικητής κυρία μου στο debate, με τους έξω όχι με τους άλλους δύο, ήταν ο Τσίπρας», «Παρότι μετά την εμφάνισή του έτρεξαν τα κανάλια να υποβαθμίσουν το γεγονός αμέσως» και ερμηνεύει την κόντρα του Αλαβάνου με τον Τσίπρα αναφερόμενος σε άρθρο του Αλαβάνου που έθετε τις προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ: «Ο Αλαβάνος κυρία μου ήθελε τον ΣΥΡΙΖΑ θερμοκήπιο του ΠΑΣΟΚ, ο Τσίπρας αρνήθηκε». Σειρά για να σχολιασθεί παίρνει το μιντιακό τοπίο της χώρας: «Όμως κυρία μου αυτό που έχει συμβεί τον τελευταίο καιρό με τα κανάλια και τις εφημερίδες, είναι πρωτοφανές… ένα άτυπο κίνημα εκδοτών και δημοσιογράφων, να επιβάλουν αυτό που θέλουν»..και αντί να μιλήσει για τους ιδιοκτήτες εφημερίδων και καναλιών μιλά για τους εργαζόμενους σε αυτά: «Εν πάση περιπτώσει κάντε εκλογές στην ΕΣΗΕΑ, βγάλτε όποιον πρωθυπουργό θέλετε κι επιβάλετέ τον να τελειώνουμε. Μην πηγαίνουμε κι εμείς στις εκλογές και σερνόμαστε. Αφού τον ξέρετε εσείς, βγάλτε τον να τελειώνουμε». Με αφορμή μια φράση του Παπανδρέου σχετικά με το μιντιακό κατεστημένο του λέει : «Οι εκδότες σε θέλουν, οι δημοσιογράφοι σε θέλουν, οι επιχειρηματίες σε θέλουν, τα συμφέροντα σε θέλουν. Και να θες να συγκρουστείς, δεν υπάρχει άνθρωπος να συγκρουστείς. Σε θέλουν όλοι». Εξειδικεύει την επίθεση ως συνήθως στο Mega και την Τρέμη η οποία είναι «η ιέρεια του αυταρχισμού» και τον Πρετεντέρη που: «έχει νευριάσει κι αυτός με την κατάσταση, γιατί αυτός είναι σημιτικός. Έχει άλλον νταλκά αυτός, δεν θέλει τον Γιώργο». Κάνει επίσης μια εκτίμηση που αναιρεί όσα έλεγε μέχρι τώρα για το ρόλο των ΜΜΕ: «ο Καραμανλής έχασε το προβάδισμα, γιατί έχασε τον κόσμο. Δεν του φταίνε οι άλλοι ο κόσμος έφυγε. Γιατί μόνο ο κόσμος μπορεί να σε στηρίξει, μόνο ο κόσμος μπορεί να σε στηρίξει ότι και να έχεις και εχθρούς και φίλους. Μόνο ο κόσμος μπορεί να σε στηρίξει, αλλιώς έρχεται η ώρα της μπανάνας». Μετά το διάλλειμα ξεκαθαρίζει πως «Έρχονται εκλογές, πρέπει να σκεφτούμε, να δούμε τι θα κάνουμε» για να επανέλθει στο ρόλο των δημοσιογράφων: «Είχαμε μείνει στους δημοσιογράφους, που αν συνεχίσουν αυτό το μπίρι, μπίρι θα φέρουν τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που επιδιώκουν», «Με συγχωρείτε κύριε Οικονομέα με όλο το συμπάθιο, εσείς ποιοι είστε που θα κάνετε τις καρδιές των ανθρώπων να χτυπάνε ντάκα, ντούκα αν θα χάσουν την δουλειά τους». 81 Στη συνέχεια καυτηριάζει ξανά το πελατειασμό που χαρακτηρίζει το ελληνικό πολιτικό σύστημα αλλά θεωρεί ότι πρόκειται για μεταπολιτευτικό φαινόμενο: «μέχρι τώρα, αφού έχει καταργηθεί η αξιοκρατία σ’ αυτόν τον τόπο εδώ και χρόνια. 35 χρόνια που κυβερνάνε το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έχουν καταργήσει την αξιοπρέπεια. Την έχουν καταργήσει, έχουν ξεφτιλίσει όλο τον κόσμο. Τον υποχρεώνουν να σέρνεται και να παρακαλάει μία από δω και μία από κει. Που θα πάει αυτή η καταραμένη ξεφτίλα;» και με αφορμή τις εικόνες από το ντιμπέιτ ενημερώνει το κοινό του : «Αυτή τη στιγμή παντού επικρατεί ένα πανδαιμόνιο, στην ΕΡΤ λέει έχουν έρθει οι καινούργιοι με τις καρέκλες κι είναι απέξω από τα γραφεία. Όχι μόνο στην ΕΡΤ, παντού». Ακολουθεί η σειρά της Παπαρήγα και του ΚΚΕ: «Έχει δίκιο η Παπαρήγα, η οποία ομολογουμένως κρατάει μια συνεπή γραμμή. Σου λέει δυναμώστε με, να πάρω μια βιταμίνη, δε λέει φέρτε με στην εξουσία. Διότι το ΚΚΕ δεν διεκδικεί εξουσία. Εξουσία δεν διεκδικεί, συνεργασίες δεν κάνετε, τι θα γίνει; Όλοι οι λαοί έχουν μάθει να συνεργάζονται τα κόμματα. Μόνο εδώ οι δικοί μας θέλει ο καθένας να την παίζει από μόνος του. Πώς θα γίνει αυτό το πράγμα; Αυτό είναι πολιτικός αυνανισμός» για να ακολουθήσει το επιχείρημα πως κανένας πολιτικός δεν είναι στη φυλακή: «μας είπαν όλοι θα χτυπήσουν τη διαφθορά κι εγώ ξέρω ότι ούτε ένας δεν είναι στην φυλακή απ’ όσους έχουν φταίξει» και η αναφορά σε μια φράση του Παπανδρέου για την κάθαρση στα κόμματα: « γιατί να ματώσεις Γιώργο με τον χοντρό τον άνθρωπο μαζί; Είχες τον Σημίτη να ματώσετε. Οκτώ χρόνια δεν έβλεπες που πήγαινε η χώρα, να τον βάλεις κάτω να τον ματώσεις;…Γιατί να ματώσεις τον χοντρό τον άνθρωπο; Γιατί τι σου φταίει ο χοντρός; Πιάσε τον κοντό που τον είχες κοντά». Στη συνέχεια αναφέρεται στη μήνυση που κατέθεσε ο Βγενόπουλος (Ολυμπιακή-Μαρφίν) ενάντια στην Ντόρα Μπακογιάννη σχετικά με την αεροπορική γραμμή Αθήνα- Κωνσταντινούπολη που δόθηκε στην Aegean και ενημερώνει το θεατή «Κι άλλωστε ο Βασιλάκης της Aegean και ο κάθε Βασιλάκης έχει προσβάσεις παντού. Γιατί δεν ήταν ο Βασιλάκης στο γεύμα που έκανε στην Κηφισιά ο Παπανδρέου με όλους τους επιχειρηματίες; Εκεί ήταν ο Βασιλάκης». Ακολουθεί το αβίαστο συμπέρασμα : «Ο τόπος έχει βρωμίσει, χρειάζεται γερή μπουγάδα αλλά ακόμα ο λαός δεν είναι έτοιμος για τη μπουγάδα. Ο έλληνας θέλει να παίξει μια τελευταία ζαριά, όπως στο καζίνο» και δεν αφήνει ασχολίαστη μια ακόμη από τις φήμες για το πόλεμο που δέχεται ο Καραμανλής: «Ξέρει ο κόσμος, ξέρει ποιοι στηρίζουν τον Καραμανλή, ξέρει για τον Μπουργκάς Αλεξανδρούπολη ξέρει τι γίνεται από πίσω». Για Πέμπτη φορά ο παρουσιαστής θα αναφερθεί στους νέους και το ρόλο που τους επιφυλάσσει η μεταπολιτευτική Ελλάδα: «Είναι γιατί δεν ακούσαμε ποτέ και δεν ακούμε ποτέ τους νέους ανθρώπους. Λαός χωρίς παιδεία δεν μπορεί να πάει πουθενά. Λαός που δεν καταλαβαίνει τα νέα παιδιά, δεν πάει πουθενά. Λαός που βρίζει όλους γιατί αντιδρούνε, δεν πάει μπροστά. Λαός δεν είναι υγιής να λέει γιατί αντιδράει ο άλλος. Είναι γιατί δεν μπορούμε να παράγουμε σα χώρα. Είναι γιατί δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε σαν χώρα. Είναι γιατί είμαστε μίζεροι, όλη μέρα μιζέρια, αρρωσταίνουμε, έχουμε αρρωστήσει τους νέους ανθρώπους, που έχουν κάτι να δώσουν και είτε τους στέλνουμε στο εξωτερικό είτε τους απαξιώνουμε, είτε τους δένουμε χειροπόδαρα. Δεν μπορούν να αναπνεύσουν». 82 Στο ίδιο πεδίο παραμένει σχολιάζοντας τις συλλήψεις των υπόπτων για συμμετοχή στην οργάνωση Πυρήνες της Φωτιάς: «Αυτά είναι που δεν βλέπετε, τα παιδιά έχουν δική τους προσωπικότητα. Και μπορεί ο μπαμπάς να έχει κλέψει στο χρηματιστήριο κι ο γιός να θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα» για να σχολιάσει τη φράση κάποιου δημοσιογράφου σύμφωνα με το οποίο ένας από τους συλληφθέντες έφτυσε την κάμερα: «Με συγχωρείς που το λες, αλλά είναι σοβαρό τώρα αυτό; δεν είναι ελληνική σημαία, η κάμερα είναι. Έφτυσε το τζάμι της τηλεόρασης, δεν είναι εθνικό σύμβολο η κάμερα, ούτε ιερά τα κανάλια, ούτε οι δημοσιογράφοι ιεροί. Έχετε σαλέψει τελείως;». Μια ακόμη λαϊκή έγκληση που ακούγεται στο καφενεία της χώρας αφορά στην ασυλία των πολιτικών την οποία και υιοθετεί ο Λαζόπουλος : «Είναι πολίτες, που κανονίζουν τις υποθέσεις τους στα δικαστήρια και είναι πολιτικοί, που κανονίζουν τις υποθέσεις αναμεταξύ τους. Δύο μέτρα δύο σταθμά» και συμπεραίνει ακόμη μια φορά θυμίζοντας συγκινητικές εικόνες από τις φωτιές του 2007: «Σημασία έχει ότι η χώρα αυτή καταστρέφεται. Είναι νωπές οι εικόνες αυτές, που ζητούν νωπή εντολή». Στους οικολόγους επιφυλάσσει τη μικρότερη αναφορά μόνο δέκα λέξεων: «Παρεμπιπτόντως ήταν καλή κι η εμφάνιση των οικολόγων στο debate» τίποτα περισσότερο τίποτε λιγότερο. Κλείνει την άμεση απεύθυνση συνοψίζοντας το «μάθημα» της σημερινής εκπομπής: «Να συνοψίσουμε λοιπόν κυρία μου, στις 4 Οκτωβρίου ο κάθε έλληνας, θα βάλει το μυαλό του και την ψυχή του και θα δει, τι πρέπει να κάνει για τη χώρα του την επόμενη μέρα» προτρέπει να κλείσουνε οι θεατές τις τηλεοράσεις « Άμα κλείσετε και τις τηλεοράσεις θα αποφασίσετε πιο ήρεμα» και επιστρατεύει μια τελευταία παρομοίωση αυτή του ασθενούς : «Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται να αλλάξουμε πάθηση. Αν είναι να αλλάξουμε, θα αλλάξουμε νοσοκόμα. Η πάθηση παραμένει. Αλλά κι αυτό είναι ανθρώπινο κυρία μου, δε θες να σου βαράει την ένεση η χοντρή. Θες μια άλλη. Δεν είναι φυσιολογικό; Δεν την θες την χοντρή, θέλω την άλλη. Ανθρώπινο είναι κι αυτό κυρία μου, δεν είναι ανωμαλία» για να καθορίσει ένα ακόμη χαρακτηριστικό του νεοέλληνα: « Γιατί ο έλληνας είναι αυτή η φύση του, άμα του πει ένας χημειοθεραπεία κι άμα του πει άλλος βοτανοθεραπεία, το θες το βότανο». Η προτροπή είναι σαφής, αφού δεν μπορείς να αποφύγεις τα δύο μεγάλα κόμματα τουλάχιστο : «Όσο λιγότερη σαχλαμάρα ψηφίσεις, όσο λιγότερη βλακεία ψηφίσεις, όσο λιγότερο ψέμα ψηφίσεις, τόσο πιο καλά για τον τόπο. Άμα βάλεις τον άχρηστο στη Βουλή θα τον βρεις μπροστά σου. Άμα θες να τακτοποιήσεις τον κάθε άχρηστο θα τον βρεις μπροστά σου. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Μην βάζετε άχρηστους, σκέψη, είναι η ώρα να αποφασίσουμε με σκέψη, σκέψη απόλυτη». Αυτή η προτροπή ταιριάζει με την υπόσχεση που έδωσε στην αρχή της εκπομπής σύμφωνα με την οποία θα «βάλουμε σκέψη» στην εκπομπή. Καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος συγκινημένος αναφέρεται σε μια κοπέλα που τον επισκέφτηκε στα παρασκήνια: «Ήρθε μια κοπέλα πριν ξεκινήσουμε τώρα και μου είπε, «σε παρακαλώ, ήμουνα 2 χρόνια μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού και σ’ έβλεπα από μέσα. Τώρα σε βλέπω από κοντά. Θέλω να δώσεις ένα γεια σε όλα τα κορίτσια εκεί στις φυλακές, που ξέρω πως σε βλέπουν και περνάν καλά». 83 Πριν ολοκληρωθεί η εκπομπή καλεί τον Τάσο Παλαντζίδη στη σκηνή για να παίξουν ένα σχεδόν αυτοσχεδιαστικό σκετς όπου ο Παλαντζίδης υποδύεται τον πασοκτζή και ο Λαζόπουλος το νεοδημοκράτη. Σε αυτό το σκετς οι πολιτικοί γίνονται μαθητευόμενοι γιατροί που κάνουν το αγροτικό τους στις πλάτες του λαού: «κάνουν αγροτικό χωρίς να πρόκειται να ακολουθήσουν την ιατρική επιστήμη μετά. Έτσι μαθαίνουνε απάνω μας, σκέτο αγροτικό» για να αποφανθεί: «Είμαστε λαός που αντέχουμε». Για τον Παπανδρέου χρησιμοποιεί την παρομοίωση του οδηγού νταλίκας «Είχε οδηγό παππού, είχε οδηγό πατέρα, ξέρει να την πάει την νταλίκα» ενώ ο Καραμανλής « κάθε 10 λεπτά να σκάει το λάστιχο και να μου ζητάει καινούργια νταλίκα. Σκύψε κι άλλαξε το λάστιχο χοντρέ. Κάθε τόσο να σου αλλάζω εγώ νταλίκα; Θέλω νωπή νταλίκα, θέλω νωπή νταλίκα, τι έκανε πεντέμισι χρόνια τη νταλίκα μου μέσα;» για να απαντήσει ο νεοδημοκράτης: «Τον Γιώργο θα τον φέρει στην εξουσία ο Καρατζαφέρης, από μόνος του δεν ερχόταν με τίποτα». Τελικά όμως στο σκετς όλες οι προσδοκίες για κάποια αλλαγή ματαιώνονται και ο πασοκτζής ομολογεί: «Εάν δω τα σκούρα, θα κάνω την καρδιά μου πέτρα και θα τα κρατήσω» για να του πει ο νεοδημοκράτης Λαζόπουλος: «Θες να σου πω κάτι, μεταξύ μας; Τα σκούρα θα βρεις. Κι όπως είναι η εποχή πολύ σκούρα θα τα βρεις. Κατάσκουρα θα τα βρεις» για να λάβει την απάντηση: «Εάν το φέρει η ανάγκη να κλέψω κι αυτή την τετραετία, ε! τι να πω, με λυπάμαι». Το σκετς τελειώνει με ένα στίχο γνωστού τραγουδιού «Γι’ αυτό σου λέω, πάμε, πάμε να φύγουμε από δω και να δεις που πάμε». Λίγο πριν ολοκληρωθεί η εκπομπή ο Λαζόπουλος θυμίζει την επέτειο για τα τριάντα οκτώ χρόνια από το θάνατο του Σεφέρη και αφού αφήνεται στη συγκίνηση και τη μουσική έρχεται η ώρα να αποχαιρετήσει το κοινό του με μια υπόσχεση: «Το μόνο που μπορώ να υποσχεθώ, γιατί δεν είμαι πολιτικός, είναι μόνο να δουλεύω σκληρά όπως δουλεύω σκληρά τόσον καιρό, γιατί το μόνο που μ’ αρέσει είναι να βλέπω τον κόσμο να γελάει ελπίζω να είμαι καλός και φέτος, θα προσπαθήσω τουλάχιστον». 2.3. Στοιχεία τηλεθέασης και ρηματικοί πόροι της τρίτης εκπομπής (02/03/10) Εικόνα 5: Γράφημα της τηλεθέασης της εκπομπής ανά πεντάλεπτο όπου φαίνεται η πτώση της τηλεθέασης στη διάρκεια των διαφημιστικών διαλλειμάτων καθώς και προς το τέλος στο μουσικό κομμάτι της εκπομπής 84 Η εκπομπή της 2ας Μαρτίου του 2010 μεταδίδεται καθώς η κρίση δανεισμού της χώρας μας κορυφώνεται. Σε αυτή την περίοδο έχει επιστρέψει μια ξεχασμένη αντιπαράθεση μεταξύ ελληνικού και γερμανικού λαού με εργαλείο δημοσιεύματα του ταμπλόιντ τύπου και ακραίες δημαγωγικές δηλώσεις πολιτικών και από τις δύο πλευρές. Η έλλειψη θεσμικών μηχανισμών πρόληψης δημοσιονομικών προβλημάτων των ενοποιημένων νομισματικά οικονομιών της Ε.Ε. δημιούργησε προβλήματα σαν αυτό που η Ελλάδα βίωνε με αφορμή τις «επιθέσεις» που δεχόταν από τα κερδοσκοπικά κεφάλαια τα οποία λειτούργησαν και στην «ελληνική περίπτωση» με ένα γνώριμο τρόπο, την επιδίωξη του κέρδους. Με αφορμή αυτή την κρίση η συζήτηση περί ευρωπαϊκής αλληλεγγύης σκαρφάλωσε στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Αυτή η συζήτηση μεταφράστηκε σε ένταση μεταξύ Ελληνικού και Γερμανικού λαού που στην Ελλάδα έφτασε ως τις αποζημιώσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις ακρότητες που διέπραξαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Είναι η εποχή που θύματα και μαρτυρίες εκείνων των εποχών προβάλλονται στην ελληνική τηλεόραση (Αφιερώματα εκπομπών όπως: Πύλη του Ανεξήγητου, Μηχανή του Χρόνου κτλ). Σε αυτό το κλίμα η εκπομπή ξεκινά με εικόνες παρελάσεων ναζιστικών στρατευμάτων και με ένα σκετς όπου ο Λαζόπουλος καθισμένος πάνω σε μια στρατιωτική μοτοσυκλέτα από αυτές που άφησαν πίσω τους οι Γερμανοί ως αποζημίωση κατά την αποχώρηση τους από την Ελλάδα συνομιλεί με την Ελένη Γερασιμίδου που υποδύεται τη σύζυγο του και κάθεται στο καλάθι της μηχανής. Σε αυτό το σκετς αναπαράγονται όλες οι απόψεις των ταμπλόιντ μέσων αλλά και των καφενείων με αγοραία γλώσσα που καταλήγει σε υποτιμητικές αναφορές για τη γερμανική: «Τους φταίει τάχατες μόνο η δικιά μας η γλώσσα που τη μιλάμε μόνο εμείς. Λες κι όλος ο κόσμος μιλάει γερμανικά. Ξυπνάει το πρωί και λέει αμάν να μιλήσω αυτά τα γερμανικά. Πω, πω τι γλώσσα… Παιδί μου αυτή η γλώσσα είναι σα να τρίζουν ντουλάπες. Σα να ξηλώνουν προφυλακτήρες. Σα να ξεβουλώνουν νεροχύτες. Αυτή είναι σαν τουμποφλό ένα πράγμα». Αυτές οι κρίσεις οδηγούν στο συμπέρασμα περί δεύτερης κατοχής που συνεχίζει να ακούγεται ακόμη και σήμερα στο δημόσιο διάλογο: «Φεύγουμε Ελενίτσα μου, εγώ δεύτερη φορά με γερμανούς δεν θα ζήσω. Εγώ σ’ αυτή την κατοχή δεν θα συμμετάσχω» αλλά και υπενθύμιση των συνθηκών του ολοκαυτώματος ως ενδεικτικού του τρόπου σκέψης και της ιδιοσυγκρασίας ενός ολόκληρου λαού: «Ναι, ναι, ναι, είναι φίλοι μας οι γερμανοί. Τα ξέρω εγώ αυτά. Αυτά έλεγαν και στους εβραίους παλιά. Έλα να σου δείξω ένα φούρνο από κοντά, και πήγαινε μετά ο φίλος και τον έσπρωχναν μέσα στο φούρνο». Αναπαράγεται το στερεότυπο της ένδοξης ελληνικής ιστορίας την οποία ζηλεύουν οι γερμανοί: «Ναι, γιατί οι γερμανοί κοιτάνε μπροστά. Τα διάβασα εγώ. Που μας κατηγοράνε ότι όλη μέρα εμείς τρώμε ιστορία. Και τι κάναμε στο παρελθόν, και τι κάναμε στο παρελθόν. Και να ο Περικλής, και να ο Περικλής κι ο Λεωνίδας, και να ο Αριστοτέλης. Ενώ αυτοί κοιτάνε μπροστά.-Ε βέβαια κοιτάνε μπροστά Ελενίτσα μου γιατί δεν τους συμφέρει να κοιτάξουν πίσω. Κι εγώ άμα είχα την ιστορία του γερμανού θα κοίταγα πίσω; Μπροστά θα κοίταγα. Ούτε έτσι θα έκανα. Αχ! νάτος εκεί. Θα ’ρθει εμένα ο γερμανός να με κάνει στη χώρα μου ότι θέλει ο γερμανός;». Επίσης σχολιάζεται και το στερεότυπο της ζήλειας που τρέφουν οι γερμανοί έναντι της καλοπέρασης του ελληνικού τρόπου ζωής: «Βέβαια. Και σου λέει ο γερμανός, θα κάθομαι εγώ να δουλεύω για να κάνεις εσύ παραπάνω μπάνιο; Ό,τι ώρα γυρνάω εγώ στη δουλειά 85 μου θα γυρνάς κι εσύ. Ράους» σχόλιο που καταλήγει τόσο σε μια αντιευρωπαϊκή αναφορά όσο και σε υπενθύμιση της ελληνικής φυσικής ομορφιάς έναντι της γερμανικής: «Ναι. Γιατί όμως να κάνω εγώ αυτά που κάνει ο γερμανός και να μην κάνει ο γερμανός αυτά που κάνω εγώ; Αφού είμαι κι εγώ ευρωπαίος, ας με μιμηθεί αυτός. Ας πάει κι ο γερμανός να κάνει μπάνια.-Που να πάει Μήτσο μου αυτός; Έχει η Γερμανία θάλασσα;-Και του φταίω εγώ που δεν έχει η Γερμανία θάλασσα;» για να περάσει στις ψυχολογικές ερμηνείες των κλιματικών , φυσικών και κοινωνικών διαφορών των δύο χωρών: «-Εγώ να μπω στη ψυχολογία του γερμανού; Από ποια πόρτα, δεν ξέρω. -Έρχεται παιδί μου αυτός στην δική μας την παραλία, στη βδομάδα πάνω ξαναγυρνάει πάλι πίσω στη μουνταμάρα. Καθώς φεύγει, μας βλέπει εμάς αραγμένους στην αμμουδιά να πίνουμε τα ουζάκια μας και να τον χαιρετάμε, έτσι…- Ναι, ναι. Εγώ συγκεκριμένα τον χαιρετάω κι έτσι … του λέω δηλαδή, τι σε περιμένει καημένε που θα γυρίσεις στη χώρα αυτή την ωραία. Ό,τι το κάνω αυτό, το κάνω από την παραλία όταν φεύγει ο γερμανός. Λέω, στο καλό…» «Νευριάζουνε. Σου λέει, και χρωστάτε και καλοπερνάτε; Εμείς και δεν χρωστάμε και σκατά περνάμε». «Δεν μπορεί να βγει ο γερμανός έξω από το γραφείο του, να πάει να πιει έναν καφέ, οπότε αναγκαστικά κάθεται μέσα και οργανώνεται. Εγώ πώς να οργανωθώ; Αφού έχω τη λιακάδα απέξω και μου λέει, έλα Μήτσο να πιεις καφέ». Μαζί με τους γερμανούς σχολιάζει και τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας και της δημόσιας ζωής όπως τα φακελάκια στους γιατρούς: «-Ε βέβαια ξοδεύουμε παραπάνω Ελενίτσα μου. Αφού πληρώνω και το ΙΚΑ πληρώνω και τον γιατρό ξεχωριστά. Του δίνω και φακελάκι, του δίνω και πουρμπουάρ». Ακολουθεί μια ανάλυση της πορείας της ελληνικής οικονομίας προς τη κρίσης: «-Ναι αλλά ο Γιώργος είπε ότι όλοι πρέπει να βάλουμε πλάτη. - Μπα; Πες του, να βάλω εγώ πλάτη γιατί βουτούσαν οι δικοί του είκοσι χρόνια; Να πάει να βρει τις πλάτες αυτών που κλέψανε πρώτες. Τις δικές τους τις πλάτες να βρει, που κλέψανε, τους δικούς του κλέφτες, τις δικές τους τις πλάτες. -Μόνο η ΝΔ Μήτσο μου λέει ο Γιώργος ότι έκλεψε. - Ναι, ναι, ναι, ήταν το ΠΑΣΟΚ είκοσι χρόνια και γέμισε τα ταμεία κι ήρθε ο Καραμανλής σε μια νύχτα και τα άδειασε. Άμα δεν βρει τους δικούς του κλέφτες, δώσε του χαιρετίσματα, πλάτη δεν έχει». Μετά τα δύο μεγάλα κόμματα που φταίνε εξίσου για την κρίση και διαθέτουν κλέφτες έρχεται η ώρα για να σχολιαστεί ο Πρωθυπουργός και οι χειρισμοί του: « Μην μου το παίζει εμένα ο Γιώργος αμέριμνος. Τα ’ξερε. Δεν ήξερε Ελενίτσα μου; Άσε με τώρα εσύ.-Γιατί είναι καλό παιδί ο Γιώργος, είναι αγαθιάρης και πίστεψε ότι λέει ψέματα ο χοντρός και είπε αυτός. Εγώ με την καλή μου την καρδιά θα βρω τα λεφτά, να τους τα δώσω.-Άμα είναι τόσο καλός και τόσο αθώος ο Γιώργος, ας πάει να περνάει γριές από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Είναι ανάγκη να γίνει πρωθυπουργός της χώρας;» Ακολουθεί ο σχολιασμός της σχέσης της χώρας μας με τη διεθνή κοινότητα (οι ξένες δυνάμεις όπως ονομαζόταν στο πρώτο-μεταπολιτευτικό πολιτικό λεξικό τώρα ονομάζονται απλά «ξένοι»): «- Ότι τρέχει, τρέχει. Συγκεκριμένα τρέχει, πάει έξω του λένε οι ξένοι τι μέτρα θέλουν και ξανατρέχει πάλι πίσω και μας τα λέει. Όλη μέρα τρέχει. Κι έρχεται εδώ λαχανιασμένος αχ… μου ’παν, μου ’παν …αχ, αχ… μου ’παν να κόψουμε αυτό το μισθό, και πίσω πάλι. Αχ, αχ … μου ’παν κι άλλα, κόψε κι αυτό…». Για να καταλήξει στο γνωστό μοτίβο της ματαίωσης της όλης προσπάθειας: «Αφού το κράτος είναι τρύπιο, θα τα ξανά κλέψουνε. Τι νομίζεις, ότι αλλάξανε; Επειδή δεν πιάστηκε ακόμη ο κλέφτης δε σημαίνει ότι 86 δεν κλέβει. Κι αυτά που κάνουν αυτοί τώρα, θα τα μάθουμε με την επόμενη κυβέρνηση.- Πολλά ήθελε αλλά στο τέλος θα κριθεί γι’ αυτά που μπόρεσε, όχι γι’ αυτά που ήθελε. Αυτό έχω να σου πω. Πολλά ήθελε… Ελενίτσα μου,» και να μεταφέρει τη γνωστή ατάκα από τις συζητήσεις τύπου καφενείου για την ανοχή της κοινωνίας έναντι του ΠΑΣΟΚ: «Να την πούμε την μαύρη την αλήθεια τώρα; Αν τα έκανε αυτά ο Καραμανλής, θα χαν μπουκάρει στη βουλή, θα τον είχαν σουβλίσει τον χοντρό κι είναι για σούβλα αυτός ένα κι ένα. Περισσεύει και για κοκορέτσι που λέει ο λόγος.-Το κατάλαβες Μήτσο μου; Οπότε εσύ πριν στον κόψει ο Γιώργος τον μισθό, του λες, παρ’ τον, παρ’ τον». Στη συνέχεια ο διάλογος επανέρχεται στο μοτίβο «όλοι είναι ίδιοι»: «Ο σοσιαλιστής έχει τρόπο Μήτσο μου. Είναι κακός δεξιός αλλά με τρόπο» για να καταλήξει το σκετς στην αναπαραγωγή άποψης περί δεύτερης κατοχής: « -Ε βέβαια Ελενίτσα μου στη Γερμανία θα πάμε. Εγώ στην Ελλάδα τον ξένο δεν τον αντέχω, γιατί μια ζωή κατακτητές είχα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δεν τον αντέχω τον ξένο, δεν τον αντέχω εγώ τον γερμανό στην Ελλάδα». Μετά την ολοκλήρωση του σκετς εξηγεί το κεντρικό νόημα των ημερών: «Μας σέρνουν κυρία μου οι δανειστάδες μας σε εθνικό εξευτελισμό, ώστε να παραδοθούμε μια ώρα αρχύτερα. Αν το βλέπαμε σαν ταινία αυτό που ζούμε, θα βλέπαμε μια σκηνή από το ’40 όπου σπάνε μία πόρτα οι γερμανοί, μπούκαραν μέσα και πυροβολούσαν όλα τα γυναικόπαιδα. Και μετά θα πηγαίναμε στο 2010 όπου αντί να μπουκάρουν αυτοί, τους ανοίγουμε εμείς τις πόρτες» και στρέφει τα βέλη του και πάλι προς τους πολιτικούς που κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό: «Για ποιον λόγο; Γιατί οι πολιτικοί μας, οι υπεύθυνες κυβερνήσεις μας έδιναν ψεύτικα στοιχεία στην Ευρώπη. Όχι για να κοροϊδέψουν την Ευρώπη μόνο αλλά για να κοροϊδέψουν κι εμάς προκειμένου να πάρουν την εξουσία, προκειμένου να βάλουν στο χέρι τα ταμεία… Κι αυτή τη στιγμή κρατάμε τα νεύρα μας, να μην τους αρπάξουμε από το γιακά, για να μην ξευτιλιστούμε μπροστά στους ξένους». Στη συνέχεια αθωώνει το ελληνικό λαό λόγω άγνοιας και επικαλείται τα στοιχεία δημοσιογράφων για να μιλήσει για το χρέος: «Ξέρουμε εμείς σαν λαός; Ήξερες εσύ ότι έχουμε χρέος 12,5 – 13%, εννιακόσια δισεκατομμύρια άκουσα να λέει ο Τέλογλου ότι χρωστάμε, 1 τρις έλεγε ο Τριανταφυλλόπουλος» και στρέφεται προς τους πολιτικούς τους οποίους οφείλουν να ανακρίνουν οι δημοσιογράφοι: «Από Κυριακή εκλογών Οκτώβρη βρεθήκαμε Δευτέρα έρμαια της ιστορίας. Έχει υποχρέωση ο Καραμανλής να σηκωθεί από το τελευταίο έδρανο που κάθεται εκεί και να μας πει, τι παρέδωσε τώρα. Τι παρέλαβε ο Γιώργος τώρα. Τι ήξερε, τι συμφώνησαν, ζουν κι ο Σημίτης, κι ο Καραμανλής, κι ο Παπανδρέου κι οι υπουργοί οικονομικών. Να τους βάλουν κάτω οι δημοσιογράφοι τώρα». Ακολουθεί μια σειρά από χιουμοριστικά βίντεο και ένα ανέκδοτο που αναφέρεται στις διαφορές μεταξύ ελληνικού και ευρωπαϊκού ταμπεραμέντου. Τα ανέκδοτο μάλιστα αφορά στη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία που όταν ζητά από τον άντρα της να κάνει κάποιες οικιακές δουλειές βρίσκεται με το μάτι βουλωμένο. Αμέσως μετά το διάλλειμα αναφέρεται σε ένα ακόμη ανέκδοτο πριν ασχοληθεί με την «αλλαγή του έλληνα» που επέρχεται με τη δημοσιονομική κρίση για να δείξει ένα σεξιστικό βίντεο με την Μέρκελ να «καρφώνεται» στην κυριολεξία σε κάποιον σάτυρο. Στη συνέχεια επανέρχεται στο τρόπο που οι έλληνες αντιδρούν στην κρίση: «Θα μου πεις σε λίγο άμα συνεχίσει αυτή η οικονομική κρίση, θα δούμε και συνταξιούχους να βγαίνουν έξω με στριγκάκια, γιατί τα βρακιά θα τα κόψουν, δεν θα φτάνουν. Θα παίρνεις ένα βρακί θα το 87 κάνεις δεκαπέντε. Παρτάλια. Έχουμε λαλήσει κυρία μου, έχει κάτσει ο έλληνας μέσα στο σπίτι του και κλαίει» για να ακολουθήσει ένα ακόμη πεντάλεπτο χιουμοριστικό και ένα ακόμη σεξιστικό ανέκδοτο για τα παντρεμένα ζευγάρια. Αμέσως μετά εξηγεί: «Και μας είπε λοιπόν το Focus απατεώνες. Κυρία μου μισό λεπτό, θα τα πούμε με τους γερμανούς αυτά που έχουμε να τους πούμε αλλά πριν πάμε πάλι στους ξένους, πριν πάμε πάλι στους εχθρούς, θα έρθουμε πρώτα σε μας» και περνάει στις διαχρονικές ευθύνες όλων των κυβερνήσεων από την εποχή Σημίτη και μετά: «Δεν πήγε κυρία μου ο Παπανδρέου και τους είπε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση του έδωσε ψεύτικα στοιχεία; Και τους έδωσε μέσα σε δεκαπέντε μέρες διπλάσιο έλλειμμα; Δεν ήταν ο Καραμανλής που πήγε και είπε ότι ήταν ψεύτικα τα στοιχεία του Σημίτη; Κι έκανε απογραφή και άλλαξε; Δεν ήταν ο Σημίτης που έκανε έναν σκασμό λογιστικά τερτίπια, έβαλε την Goldman πως λέγεται την εταιρία να αγοράσει το χρέος μας τότε, με πουρμπουάρ τρακόσια εκατομμύρια δολάρια; Κι αυτή τη στιγμή ξεκινάει έρευνα στην Αμερική, παρακαλώ…» Αυτή η ευθύνη των πολιτικών είναι που τους καθιστά λαμόγια: «Μέχρι να αλλάξει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, ψηφίστε άμεσα διάταξη, ότι αν κάποιος πολιτικός, αν, για λόγους ευθιξίας βρεθεί αναμεμειγμένος σε σκάνδαλα κλοπής δημοσίου χρήματος, να μπορεί να ζητήσει ο ίδιος να δικαστεί παρότι το αδίκημά του έχει παραγραφεί. Πρέπει να υπάρξει διάταξη αποκατάστασης του δημόσιου ήθους. Αλλά συμπεριφέρεστε σα να είστε όλοι λαμόγια, και κανείς δε θέλει να καθαριστεί απέναντι στον ελληνικό λαό. Το θεωρείτε δεδομένο ότι κανένας πολιτικός δεν θα θελήσει ποτέ να δικαστεί από μόνος του» και να καταλήξει και πάλι σε ένα σχόλιο για το ρόλο των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων: «Αλλά αφού φάει λίγη λάσπη από την εξεταστική, θα αναλάβουν οι δημοσιογράφοι φίλοι του να τον ξεπλύνουν στα δελτία ειδήσεων και στις εκπομπές τους. Έγιναν τα δελτία ειδήσεων οι κολυμβήθρες του Σιλουάμ για να ξεπλένεται ο κάθε μολυσμένος. Γιατί αν δεν είναι απ’ αυτούς που μιλάνε κάθε μέρα στα κανάλια, οι πολιτικοί που κλέψανε τα λεφτά, τότε ποιοι είναι γαμώ το κέρατό μου;» Αφού κάνει κάποιο διάλειμμα με χιουμοριστικά βίντεο επανέρχεται στον πολιτικό σχολιασμό με αναφορά στα εσωκομματικά της ΝΔ: «Η ΝΔ θα αργήσει να βρει το δρόμο της. Κι αυτή τη στιγμή το θέμα δεν είναι γιατί δεν υπάρχει αντιπολίτευση, το θέμα είναι ότι όποιος κι αν είναι κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνήσει». Ακολουθεί η προβολή ενός βίντεο όπου ο Όλι Ρεν εύχεται στα ελληνικά «καλό κουράγιο» : «Έμαθε και το κουράγιο. Αλλά προσέξτε, έμαθε τη σωστή λέξη, γιατί το κουράγιο τι σημαίνει; Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου. Δε λέει καλή δύναμη, λέει καλό κουράγιο, γιατί … χρόνια … κουράγιο …κουράγιο …κουράγιο. Γιατί μέχρι να μπει το μαύρο όλο μέσα, κουράγιο». Με αφορμή μια είδηση που αφορά σε σύλληψη εμπόρου χασίς τοποθετείται για άλλη μια φορά υπέρ των ελαφριών ναρκωτικών αλλά με διπλωματική γλώσσα: «Καπνίζει η μισή Ελλάδα, ντουμανιάζει κι ακόμα το χασίς είναι παράνομο; Πιο εύκολα βρίσκεις χασίς παρά ταξί… Πλάκα κάνω κυρία μου, εντάξει. Δεν προωθώ τα ναρκωτικά, λέω τι συμβαίνει, την αλήθεια λέω. Άλλωστε το είπα και το ξαναλέω, η καλύτερη ουσία είναι η φαιά ουσία. Αυτή είναι η άποψή μου». Επανέρχεται στο θέμα που έχει προκύψει με το εξώφυλλο του περιοδικού Focus και διαβάζει την επιστολή ενός νέου έλληνα που μετανάστευσε στην Ολλανδία για να νοιώσει ότι ζει σε μια αξιοπρεπή χώρα: «« Οι λαοί της κεντρικής Ευρώπης έχουν ιδιαίτερα ισχυρό το 88 αίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και πίστεψέ με και της δικαιοσύνης. Όταν το έπαιξαν τα νέα για την Ελλάδα, για την επικείμενη πτώχευσή της, η συντριπτική πλειοψηφία 70% εμφανιζόταν σε όλα τα γκάλοπ υπέρ της βοήθειας. Σύντομα εδώ οι δημοσιογράφοι τους ενημέρωσαν για το μαγείρεμα των βιβλίων και τότε η κοινή γνώμη είπε, πως ήταν υποχρέωση των Βρυξελών να ελέγξουν αυτά τα νούμερα». Η επιστολή με ψυχραιμία σχολιάζει τα γεγονότα ιδωμένα από την πλευρά των κεντροευρωπαίων, μια ματιά που είναι άκρως αντίθετη με ότι έχει προηγηθεί στα σκετς και τα σχόλια του Λαζόπουλου ο οποίος δικαιολογεί τις αντιδράσεις των ελλήνων επιστρατεύοντας το μοτίβο της μάνας: «Έλληνας είσαι κι εσύ και ξέρεις ότι έχουμε κουσούρια σα λαός. Τη μάνα μας θέλουμε αν είναι να τη βρίσουμε εμείς, αλλά, δεν αντέχουμε να μας τη βρίσει άλλος» και περνάει στην αναμετάδοση εικόνων από τη γερμανική κατοχή και μαρτυρίες δακρυσμένων αυτόπτων μαρτύρων που διηγούνται τη σκληρότητα των γερμανών γιατί όπως υποστηρίζει μετά από 65 χρόνια οι μνήμες είναι νωπές (!): « -Στέκει στην πόρτα και μόλις μπαίνουμε κι εμείς μέσα, φρουτ, αυτό ήταν. Έγινε η εκτέλεση του παιδιού και κλώτσαγε ό,τι έβρισκε με το πόδι του» και θέτει το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων: «Εμείς παρακολουθούμε αμέριμνοι τη χώρα μας, μας παράτησαν στους πολιτικούς και κάνουμε τους αμέριμνους. Σ’ όλα αυτά έχουμε δίκιο αλλά δεν μπορείς ποτέ να ζητάς το δίκιο σου επ’ ευκαιρία. Δε μπορείς να σιωπάς χρόνια και ξαφνικά μόλις σε πειράξουν να πεις, α! θυμάσαι τι μου έκανες εμένα; Θα συμφωνήσω εδώ με τον Παπανδρέου και με τη δήλωση αυτή που έκανε, τώρα να την ακούσω…» Στη συνέχεια θα περάσει στο θέμα των εξοπλιστικών προγραμμάτων: «Αλλά αυτοί που ήρθαν με τον Όλι Ρεν δεν είδαν ότι η χώρα αυτή πληρώνει τα περισσότερα χρήματα από όλη την Ευρώπη σε εξοπλισμούς; Αυτή είναι η πολιτική στήριξη; Κάντε τα σύνορα της Ελλάδας σύνορα της Ευρώπης, να σταματήσουμε στους εξοπλισμούς. Τελείωσε το χρέος, δεν έχουμε χρέος. Αυτοί που μας χρεώνουν με τα όπλα, που μας δίνουν, έρχονται τώρα να μου κάνουν παρατηρήσεις γιατί τους ξεχρέωσα τα όπλα, που με το ζόρι μου δίνουνε. Πώς θα γίνει γαμώ το κέρατό μου; Αυτό είναι που μου τη βαράει». Στη συνέχεια επισημαίνει για άλλη μια φορά την πνευματική ένδεια των νεοελλήνων: «Και βεβαίως ποντάρουν στο γεγονός ότι ο έλληνας σήμερα έχει χαλάσει, έχει αδυνατήσει, έχει διαφθαρεί, έχει χάσει την αξία του. Πτωχεύσαμε πνευματικά και μετά ήρθε η οικονομική κατάρρευση» και σχολιάζει το διαφαινόμενο μέτωπο ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ: « Όμως το ΠΑΣΟΚ, θα το πω, μετατρέπεται σε ακραία συντηρητικό κόμμα, γι’ αυτό έχει και την αμέριστη στήριξη του Καρατζαφέρη» και με εξομολογητική διάθεση παραδέχεται πως (αυτό) λογοκρίνεται: « Δουλεύω και σε γερμανικό κανάλι και δε μπορώ να πω γαμώ το κέρατό μου πολλά πράγματα». Επανέρχεται στο θέμα του Focus : «γι’ αυτό που έκανε το Focus, που χρησιμοποίησε την Αφροδίτη της Μήλου, ένας λαός που υποχρεώνεται να χρησιμοποιήσει ένα ελληνικό άγαλμα απαράμιλλης αξίας μέσα στον χρόνο, τον λυπάμαι τον γερμανό. Αφού ο ίδιος ο γερμανός δεν έχει ένα δικό του σύμβολο, ένα δικό του έργο τέχνης που να μπορεί να το βάλει εξώφυλλο και να μιλάει σε όλο τον κόσμο… Οι γερμανοί ξέχασαν κάτι, η Αφροδίτη της Μήλου είναι ελληνίδα και ποτέ μια ελληνίδα δε θα έκανε το δάκτυλο έτσι στους συμπατριώτες της. Η Αφροδίτη της Μήλου με το χέρι του Χίτλερ που της κόλλησαν απάνω απευθύνεται στους γερμανούς» για να καταλήξει στα αγάλματα που βρίσκονται σε όλα τα 89 μεγάλα μουσεία του κόσμου: «Η ιστορία μας βρίσκεται στο Λούβρο, η ιστορία μας βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, η ιστορία μας βρίσκεται στο Βερολίνο. Έχουν έσοδα αυτοί όλοι πολλά από τις ελληνικές αρχαιότητες. Ας σεβαστούν τουλάχιστον τα λεφτά που βγάζουνε στις πλάτες της ιστορίας μας. Τουλάχιστον αυτό». Ακολουθεί μια ακόμη επίθεση στους πολιτικούς και του πολίτες για την κατάσταση της χώρας : «Αλλά και οι έλληνες κυρία μου έχουν μια επιλογή, να ξαναγράψουν ιστορία. Να ξαναγράψουν ιστορία οι έλληνες, αλλά χωρίς παιδεία, χωρίς πολιτισμό, χωρίς ελεύθερη σκέψη με τη βλακεία σημαιοφόρο τόσα χρόνια, δε μου φταίει ο γερμανός. Γραμμένο τον έχω τον γερμανό. Μου φταίει ο έλληνας. Μου φταίω εγώ, που επέτρεψα σε όλους αυτούς τους ανίκανους να κατασπαταλήσουν το δημόσιο χρέος, που με διέφθειραν τόσο ώστε να παρακολουθώ καθισμένος στον καναπέ μου με τον διαυλοεπιλογέα μου την ατιμωρησία τους από δελτίο σε δελτίο». Ακολουθούν προβολές βίντεο που από τη μια ενημερώνουν για τις διαστάσεις του ελληνικού δημόσιου χρέους και από την άλλη για τη φύση των μέτρων που καλείται η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με δηλώσεις όπως αυτή του Καστανίδη: «Δεν μπορεί να ακυρωθεί η φυσιογνωμία ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος με την κατάργηση μισθών» και ακολουθεί αναφορά στις δημοσκοπήσεις που φέρουν το ΠΑΣΟΚ μπροστά όπου επισημαίνεται η αδιευκρίνιστη ψήφος: «Να προσέξετε όμως την αδιευκρίνιστη ψήφο, είναι 24% η αδιευκρίνιστη ψήφος. Η αδιευκρίνιστη ψήφος σημαίνει αδιευκρίνιστο κόμμα, αδιευκρίνιστες αντιδράσεις, αδιευκρίνιστο μέλλον». Στη συνέχεια επανέρχεται στις επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου και τη συμβατότητα τους με την ιδεολογία του κόμματος που ηγείται: «Ο Παπανδρέου μετατρέπεται σε εντεταλμένο υπάλληλο της ευρωπαϊκής ένωσης και γρήγορα το ίδιο του το κόμμα θα αντιδράσει. Το ΠΑΣΟΚ σε λίγο θα έχει αντίπαλο το ΠΑΣΟΚ». Αμβλύνει τη σημασία των ταμπλόιντ δημοσιευμάτων στην Γερμανία, αναφέρεται στον Αριστοφάνη και τη μεγάλη σατιρική παράδοση των ελλήνων και παρουσιάζει ένα σεξιστικό βίντεο και πάλι με την Μέρκελ ως αντιστάθμισμα στα γερμανικά δημοσιεύματα: «Μη στεναχωριέσαι, μη στεναχωριέσαι κυρία μου γι’ αυτά τα σχόλια που δημοσιεύονται στη Γερμανία. Ο κάθε λαός έχει δικό του τρόπο να σατιρίζει. Άλλωστε τη σάτιρα οι γερμανοί από μας τη διδαχτήκανε. Ο Αριστοφάνης είναι αυτός που δίδαξε σάτιρα σε όλο τον κόσμο». Έχουμε φτάσει στο σημείο της μεγαλύτερης τηλεθέασης και ο Λαζόπουλος απευθύνεται στους γερμανούς: «Οι γερμανοί πρέπει να ξέρουν ένα πράγμα, ότι οι έλληνες, αν συμβεί κάτι σ’ αυτούς, οι έλληνες θα είναι δίπλα τους. Γιατί στη νεότερη ιστορία μας έχουμε εμφύλιο ναι, φαγωθήκαμε μεταξύ μας ναι, όμως εμείς στα ξένα σπίτια δε μπήκαμε και δεν σκοτώσαμε ποτέ μανάδες και παιδιά. Τέτοια ιστορία εμείς δεν έχουμε». Αμέσως μετά το διάλλειμα παρομοιάζει την κατάσταση που περνά η χώρα μας με ωκεανό και αναφέρεται στην προσωπική του κόντρα με τον Γιώργο Αυτιά με αφορμή τη συνέντευξη του στο περιοδικό Νέμεσις: «Ο κακούργος. Σιγά ρε. Εσύ νομίζεις ότι επειδή έφυγες από τον Alpha θα γεράσουμε εμείς εδώ απότομα; Ίσα-ίσα εγώ με τους γερμανούς τη συνήθισα και την κατάσταση. Μου ήρθαν οι γερμανοί τώρα μια χαρά. Εσύ θα σκατογεράσεις εκεί στον Alter, λέμε τώρα …» και παρομοιάζει το ελληνικό κράτος με μπουρδέλο όπως ακριβώς έκαναν εκείνες τις μέρες οι διαδηλωτές που θέλανε να εισέλθουν στην ελληνική Βουλή: «Είναι τόσο εύθραυστα τα πράγματα κυρία μου, που τραβάς ένα χαρτί και πέφτει όλη η τράπουλα κάτω. Έχει πολύ ιδιαίτερη δόμηση το ελληνικό κράτος. Μπουρδέλο. Να μην ακούνε οι ξένοι. Έχει δόμηση το κράτος, μπουρδέλο, αλλά μεταξύ μας». 90 Σχολιάζει τη συναίνεση του Καρατζαφέρη στην προσπάθεια του Παπανδρέου και καταλήγει: «Νομίζεις δεν θα καταλάβουν το παιχνίδι, το οποίο παίζετε; Γιατί δεν τους λέτε πόσο θα κρατήσει αυτό;» και «απευθυνόμενος» τηλεοπτικά στον Παπανδρέου του υπογραμμίζει: «Όχι κύριε Παπανδρέου, η Ευρώπη ζητάει τα λεφτά. Τον 14ο μισθό θα τον περικόψεις εσύ ως πρωθυπουργός της χώρας και θα το χρεωθείς αυτό». Στη συνέχεια δίνει το λόγο στο δημοσιογράφο του Ριζοσπάστη Μπογιόπουλο που αναφέρεται στα κέρδη των τραπεζών και επιστρέφει στον Γ. Παπανδρέου: «Πώς γίνεται συνέχεια εσένα άνθρωποι του μόχθου να βρίσκονται στον ώμο σου κι ούτε ένας τραπεζίτης, να μην σου ακουμπάει τον ώμο σου, να βοηθήσει;». Ακολουθεί αναφορά της βουλευτού του ΚΚΕ Λ. Κανέλλη που αναφέρεται στην ανάγνωση των δηλώσεων και των ομιλιών του Γ. Παπανδρέου από το χαρτί: «Δε μπορεί μία χώρα να έχει έναν πρωθυπουργό που δεν μπορεί να την κοιτάξει πέντε ολόκληρα λεπτά στα μάτια, χωρίς να κοιτάξει μέσα το βιβλίο. Δεν μπορεί να καίγεται ο κώλος μου και να μου διαβάζεις την έκθεση. Κοίτα με στα μάτια και πες μου τι συμβαίνει. Δεν ξέρεις;» για να τον «αθωώσει αμέσως: «Όχι. Οπότε διάβασ’ τα. Έτσι κι αλλιώς εμείς είτε από έξω τα πούνε είτε από μέσα, μία τύχη έχουμε» και αφού δίνει το λόγο στον «κόσμο» μέσω των ρεπορτάζ γνώμης των τηλεοπτικών ειδήσεων καταλήγει: «Ο 14ος μισθός κυρία μου δεν πρέπει να κοπεί σε καμία περίπτωση. Τελεία και παύλα. Αυτό που λέω κυρία μου είναι, ότι δεν πρέπει να χαθεί το δικαίωμα του 14ου μισθού. Το δικαίωμα το κρατάμε κι αν είναι, το προσφέρουμε στη χώρα μας. Εμείς θα αποφασίσουμε πώς θα διαχειριστούμε τα του οίκου μας. Εμείς τα κάναμε μαντάρα εμείς θα συνέλθουμε». Αμέσως μετά «δίνει το λόγο» στον Βγενόπουλο που πρόσφατα έχει δώσει εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον Νίκο Χατζηνικολάου και μεταξύ άλλων προτείνει έναν εθελοντικό φόρο ευπόρων για να επιτεθεί και πάλι στους πολιτικούς: «Αφού οι πολιτικοί δεν έχουν πιάσει έναν κλέφτη δικό τους κι αφού δεν έχουν επιστρέψει ένα ευρώ από τα κλεμμένα, τουλάχιστον ας κάνουν τον κόπο να σκεφτούν μια άλλη λύση, πριν τα ξανά αρπάξουν πάλι από τον κόσμο με νόμιμο τρόπο. Φάγατε τα αποθεματικά των ταμείων, διαλύσατε τους έλληνες στο χρηματιστήριο, τους διαφθείρατε όλους» «Αφού τους διορίζετε όλους αυτούς στο δημόσιο, για να μπορείτε να παίρνετε ψήφους. Εσείς υπερφορτώσατε το δημόσιο, τώρα ζητάτε τα ρέστα;» και ενώ λέει όλα τα παραπάνω πλέκει για άλλη μια φορά το εγκώμιο του Ανδρέα Παπανδρέου θυμίζοντας τις παροχές που έδωσε στους εργαζόμενους: «Αλλά δικαιώματα που σ’ αυτή τη χώρα στήριξε, έφερε κι επέβαλε ο Ανδρέας Παπανδρέου, δεν επιτρέπεται να τα καταργήσει ο Γιώργος Παπανδρέου». Επανέρχεται στην περίπτωση του Focus και με αφορμή το εξώφυλλου του αναφέρεται στο ρόλο των δημοσιογράφων που εργάζονται σε διεθνή ΜΜΕ: «Κι αυτά του Focus είναι στημένα όλα. Να είστε σίγουροι. Να ξέρετε ότι πολλές τράπεζες, όταν υπάρχουν συντάκτες οικονομικής εφημερίδας, οι τράπεζες πληρώνουν για να βγάλουν τα νέα, για να τα λένε. Τι δουλειά κάνουν οι δημοσιογράφοι; Μεταφέρουν την πληροφορία, πας αγοράζεις, πας παίρνεις σαν τούβλο κι αυτοί χτίζουν από πάνω. Τα περιοδικά αυτά από πίσω χτίζουν πάνω στο χρέος μας» και περνά σε μια οικονομική ανάλυση της κρίσης και της σημασίας που έχει για τη Γερμανία : «Το ό,τι το ευρώ κλονίζεται βοηθάει τη Γερμανία να κάνει εξαγωγές. Όσο μας κρατούν σε αβεβαιότητα λοιπόν βγαίνουν κερδισμένοι αυτοί, εμείς βγαίνουμε χαμένοι. Αλλά κι εμείς δε μπορούμε συνέχεια να έχουμε νεύρα με τους ξένους. Μια μας φταίνε οι αλβανοί, μια μας φταίνε οι πακιστανοί, μια μας φταίνε οι Αφγανοί, μια μας φταίνε οι γερμανοί, τι να κάνουμε;» για να αυτοσαρκαστεί και να μιλήσει προσωπικά για το 91 Γερμανικής ιδιοκτησίας κανάλι όπου εργάζεται: «Να ανέβω πάνω στον Alpha να αρπάξω τους γερμανούς να τους δαγκώσω το αφτί; Δε γίνεται αυτό το πράγμα. Όσο και να θέλω δηλαδή δε …». Ακολουθεί ένα πεντάλεπτο με αναφορές και σχολιασμό ειδήσεων από το χώρο της ταμπλόιντ δημοσιογραφίας αλλά και αναφορά στις υπερβολικά πολλές μηνύσεις που υποβάλλουν οι έλληνες, κάποιες από τις οποίες αφορούν προσωπικά τον Λαζόπουλο και καταλήγει στην προτροπή του Παπανδρέου για ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και αναφορές στο παραδικαστικό κύκλωμα. Αμέσως μετά περνά στην Τζούλια Αλεξανδράτου και τις επιδόσεις της στο τραγούδι, τις ενδυματολογικές της επιλογές και μια δήλωση της σχετικά με την τηλεόραση. Η Τ. Αλεξανδράτου σχολιάζει και τον ίδιο το Λαζόπουλο: «Θεωρώ ότι ο κύριος Λαζόπουλος απ’ τα μπουλούκια που κατέβηκε από τη Λάρισα, πρωτοστάθηκε τότε στη μεγάλη Αλίκη Βουγιουκλάκη. Τότε ήταν νομίζω το απόλυτα τίποτα». Με αφορμή αυτό το σχόλιο της Αλεξανδράτου βρίσκει ευκαιρία ο Λαζόπουλος να αναφέρει τη θεατρική του διαδρομή αλλά και την πρόσφατη ειδική βράβευση των πρωτεργατών του Θεσσαλικού Θεάτρου. Επανέρχεται στον πολιτικό σχολιασμό με μια αναφορά στο πανεπιστημιακό άσυλο: «Άρχισε η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, θα μου πεις… Αυτό που θέλω να σου πω κυρία μου, με τέτοια πλύση εγκεφάλου που σου έχουν κάνει, δεν πρόκειται να παρέμβω στο κεφάλι σου. Ένα μόνο θα σου πω, η βουλευτική ασυλία και η υπουργική ασυλία, που είναι οι πρώτες που θα έπρεπε να έχουν καταργηθεί, δεν έχουν καταργηθεί ακόμα». Στη συνέχεια προφητεύει για άλλη μια φορά γενικευμένη κοινωνική αναταραχή: «Όλα αυτά κυρία μου γίνονται, γιατί σε λίγο θα γίνει ξεσηκωμός μεγάλος στη χώρα αυτή. Και πρέπει η αστυνομία να μπορεί να μπαίνει παντού. Γιατί τα μέτρα δεν τελειώνουν εδώ, έρχονται και θα έρχονται καινούργια. Μέχρι τον Μάιο μήνα θα ζήσουμε το πρώτο μέρος του μεγάλου εφιάλτη. Να βοηθήσουμε, να μην σκύψουμε και να απαιτήσουμε –όπως λέει στο e-mail ο φίλος από την Ολλανδία– τιμωρία. Φυλακή σ’ αυτούς που μας έφεραν εδώ. Σ’ αυτούς που αλλάξανε τον έλληνα». Ακολουθούν αποσπάσματα εκπομπών ερευνητικής δημοσιογραφίας που επιχειρούν να σκιαγραφήσουν το προφίλ του νεοέλληνα όπου επισημαίνονται μια σειρά από παραδοξότητες στην συμπεριφορά των ελλήνων πολιτών: «Αυτή είναι η αλήθεια, μας ξέρουνε. Επειδή ο έλληνας πραγματικά μόνος του κάνει, με τον εγωισμό του, ας πιαστεί από τον εγωισμό του. Αν κι ο εγωισμός είναι για τους μικρούς ανθρώπους, που πρέπει να καλύψουν το μπόι που τους λείπει με τον εγωισμό. Μόνος του ο καθένας μας θα αλλάξει την κίνηση. Θα αλλάξει την πορεία του. Κι όλοι μαζί θα ξαναβρεθούμε ξανά σε πορεία. Έτσι μόνο θα αλλάξουμε θέση στην ιστορία κυρία μου. Κατεβήκαμε στα υπόγεια της ιστορίας» για να ενθαρρύνει και να προτρέψει το κοινό του για μια διαφορετική πορεία και να αναφερθεί για άλλη μια φορά στους νέους και τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία: «Φτιάξαν μια χώρα που δεν έχει δουλειά για τους νέους ανθρώπους, που δεν έχει θέσεις για τους νέους ανθρώπους, που δεν έχει μέλλον για τους νέους ανθρώπους. Τους έχουμε οδηγήσει στην απελπισία. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί νωρίτερα ξεσηκωθήκαν τα πιτσιρίκια; Καταλαβαίνετε τώρα τι είδαν οι μαθητές στην εξέγερση του Δεκεμβρίου; Γιατί το παιδί πάντα βλέπει μπροστά. Γιατί το παιδί όσο και να το μολύνουμε, έχει καθαρή ψυχή και βλέπει το μέλλον και τα χάλια μας. Τώρα να σκεφτείτε τι έβλεπαν αυτά τα πιτσιρίκια να ’ρχεται». Με αφορμή αυτή τη αναφορά εξηγεί τη στάση του απέναντι στου νέους: «..και το πρόβλημα είναι, ότι χαϊδεύω τους νέους και χαϊδεύω τους νέους και λέω, ρε παιδιά με 92 συγχωρείτε, εγώ με το παιδί μου, εγώ με την κόρη μου δεν έχω πλακωθεί ποτέ. Μιλάω. Αφού λοιπόν συνεννοούμαι με το παιδί μου γιατί πρέπει με τα άλλα παιδιά να πλακωθώ του κόσμου. Συνεννοούμαι με το παιδί μου συνεννοούμαι και με τους άλλους, κακό είναι αυτό;» και περνάει στο πραγματικό πρόβλημα που κατά την άποψη του έχει η ελληνική κοινωνία: «Κυρία μου να πούμε την αλήθεια βαθιά, γίναμε περιφερόμενοι πλουτομαλάκες. Νεογκλαμουράτοι, και οι γνώσεις μας είναι επιπέδου hello και ok. Γνωρίζουμε κοσμικά και μεσημεριανά και περιμένουμε χωρίς παιδεία και μυαλό, να πάμε μπροστά. Γίναμε μαλάκες χοντροί. Κι αυτό που με ανησυχεί είναι ένα. Ότι μπορεί οι έλληνες να είδαν το άγαλμα της Αφροδίτης κάποιοι της Μήλου και να είπαν, ποια είναι αυτή, που μας κάνει το δάκτυλο έτσι;». Ακολουθεί μια αναφορά στον Βάρναλη με αφορμή δήλωση της Παπαρήγα και η μόνιμη προτροπή του προς τη Γραμματέα του ΚΚΕ για συμπόρευση της Αριστεράς: «Ακούς Αλέκα μου; Σαν αλλάξουμε όλοι μονομιάς. Όλοι. Όλοι μαζί. Όχι χώρια ο ένας στην πορεία χώρια ο άλλος στην πορεία. Πρέπει να υπάρξει μεγάλο ποτάμι οργής. Οι παραπόταμοι εμποδίζουν τον σχηματισμό μεγάλου ποταμού. Γιατί σε λίγο όπως πάμε, θα μας αλλάξουνε μέχρι και τη γλώσσα μες στη βουλή». Το επόμενο θέμα αφορά τη ρατσιστική επίθεση που δέχτηκε δασκάλα που δίδασκε ελληνικά σε μετανάστες στα Χανιά της Κρήτης για να συνδέσει τα γεγονότα αυτά με τη ξενοφοβική ρητορεία του ΛΑΟΣ: «Κύριε Καρατζαφέρη μου, δεν ευθύνεσαι απλώς επειδή ασχολείσαι με … τους νέους ανθρώπους, τα παιδιά αυτά κάποιοι τα υποδαυλίζουν με τα λόγια τους. Υπάρχουν κάποιοι στην Ελλάδα που νοσταλγούν αγκυλωτούς σταυρούς. Όμως τι χειρότερο σε μία χώρα, που στεναχωριέται γιατί οι γερμανοί μας βρίζουν για τον πολιτισμό μας, οι γερμανοί να μην τολμάν να βάλουν τον Χίτλερ εξώφυλλο κι εμείς να χαράσσουμε τον δικό τους αγκυλωτό σταυρό τους δασκάλους μας, που μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά του κόσμου. Στεναχωριέμαι γι’ αυτά τα παιδιά». Στο τελευταίο μέρος της εκπομπής αναφέρεται στην ολοκλήρωση των παραστάσεων στο θέατρο: «Τώρα που τελείωσε μπορώ να πω, ότι θεωρώ ότι είναι η καλύτερη παράσταση που έχω κάνει». Στη συνέχεια προωθεί την παράσταση της Χάρης Αλεξίου στο Παλλάς της οποίας μεταδίδει και το διαφημιστικό τρέιλερ και αναφέρεται για τρίτη φορά στους μαθητές του Εσπερινού Λυκείου Παλλήνης που βρίσκονται στο στούντιο και απουσιάζουν από τα μαθήματα. Ο Λαζόπουλος αναφέρεται στη λυκειάρχη του σχολίου που δεν επέτρεπε τα παιδιά να πάνε στο σόου και την παρακαλεί να μη τα αποβάλλει : «Τα παιδιά δεν πήγαν μάθημα, αλλά αν θεωρείστε ότι κάτι πήραν κι από δω, μην τους αποβάλετε. Και δεν το ζητάω σαν παράκληση, θεωρώ ότι δεν είναι σωστό. Αλήθεια. Δηλαδή αυτές οι απειλές κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσουν. Αφήστε τα παιδιά να έχουν τη σκέψη και κάποια στιγμή ξέρουν, αν θέλουν να πούνε κάτι. Είναι σε εσπερινό λύκειο, πότε να ’ρθουν; Βράδυ γίνεται η εκπομπή, να την κάνω πρωί να ’ρθουνε;» Έχει ενδιαφέρον σε αυτό το σχόλιο το πώς ταυτίζει τη διαδικασία της παρακολούθησης ενός σόου με τη διαδικασία μάθησης. Το σόου τελειώνει με δύο τραγούδια το πρώτο είναι παραγγελιά του Παπανδρέου : «Για να μπορέσει, μου λέει, ο κόσμος να μπαίνει στη συνήθεια ότι θα ζήσει το χάος» και το άλλο της Άλκηστις Πρωτοψάλτη: «Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη μου ζήτησε να τελειώσω έτσι. Και νομίζω ότι σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές…θα καθόμαστε εκεί στη μεγάλη στιγμή» και να καληνυχτίσει τους μαθητές του Λυκείου Παλλήνης: «Καληνύχτα και στο εσπερινό λύκειο Παλλήνης γεια σας. Κι αν πάρετε αποβολή θα έρθω να σας κάνω μάθημα εγώ έξι ώρες». 93 Δ’ Μέρος Συμπεράσματα 1. Κρίσιμα μοτίβα στο λόγο του Λαζόπουλου Στις εκπομπές που παραθέσαμε παραπάνω η εικόνα που διαγράφεται για το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα, τις εκλογές, τους πολιτικούς είναι απαισιόδοξη και οριακή («τέλος εποχής»), ικανή να προκρίνει το ηγεμονικό αίτημα για «αλλαγή» εκ βάθρων, για μια «νέα μεταπολίτευση» η οποία αγγίζει και το πολιτικό σύστημα και το λαό και τον εαυτό του καθενός και προαπαιτεί έναν αξιακό επαναπροσδιορισμό: «να βρούμε έναν καινούργιο τρόπο να προσδιορίσουμε τις αξίες μας». Ο επαναπροσδιορισμός είναι νοσταλγικός « Να θυμηθούμε τον παλιό μας εαυτό, πως ζούσαμε, να προσδιορίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες. Να απλουστεύσουμε λίγο τη ζωή μας». Ο Λαζόπουλος αποφεύγει τη λέξη λαός, συχνά την αντικαθιστά με τον όρο «κόσμος» που υπονοεί τον «λαό», έναν λαό αγνό, ταλαιπωρημένο, που όμως διαθέτει κρίση και χιούμορ, υποφέρει, νοιώθει οργή και έχει φτάσει στα όρια του. Η «φωνή του λαού» αντικαθίσταται από τα ρεπορτάζ δρόμου των καναλιών στις λαϊκές αγορές της Αθήνας: «δώστε το λόγο στον κόσμο». Ο λαός στο λόγο του Αλ Τσαντίρι Νιούζ είναι πάντα χαμένος: «όποιος και να βγει εμείς (ο λαός) χαμένοι είμαστε…» αλλά είναι και ο μοναδικός κριτής «μόνο ο κόσμος μπορεί να σε στηρίξει..», «τον πήρε ο λαός και τον σήκωσε», «Ο λαός όμως έχει το φενγκ ξούι, το ξέρεις το φενγκ ξούι», «Ο λαός κύριε Κούγια δεν είναι Βατίδου». Σε αυτόν το λαό ανήκει ο «απλός άνθρωπος» που αφουγκράζεται τα σημάδια της κρίσης καθώς είναι «ο μετεωρολόγος των καιρών». Ο Λάκης Λαζόπουλος φροντίζει και στις τρείς εκπομπές να επαναπροσδιορίσει τους όρους της αγάπης προς την πατρίδα την οποία μονοπωλεί το ΛΑΟΣ: «Δεν μπορεί ένας να ανοίγει μόνος του μαγαζί πατριδοκαπηλίας, να αντιπροσωπεύει μόνος του την αγάπη προς την πατρίδα και να βρισκόμαστε όλοι εκτεθειμένοι, δεν αγαπάμε τη χώρα αυτή;» και έτσι ανοίγει το δρόμο για τον επαναπροσδιορισμό αυτής της αγάπης. Έχει στο μυαλό του μια εκδοχή της ελληνικότητας που παρά τα προβλήματα της αντλεί μεγαλοσύνη και πολιτισμό από το ένδοξο παρελθόν. Ζωντανεύει την Αφροδίτη της Μήλου η οποία «είναι ελληνίδα και ποτέ μια ελληνίδα δε θα έκανε το δάκτυλο έτσι στους συμπατριώτες της» και θυμίζει το πλήθος των αρχαίων μνημείων που βρίσκονται στα μουσεία του εξωτερικού: «Η ιστορία μας βρίσκεται στο Λούβρο, η ιστορία μας βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, η ιστορία μας βρίσκεται στο Βερολίνο». Θεωρεί πως οι έλληνες είναι ικανοί «Να ξαναγράψουν ιστορία, αλλά χωρίς παιδεία, χωρίς πολιτισμό, χωρίς ελεύθερη σκέψη με τη βλακεία σημαιοφόρο τόσα χρόνια, δε μου φταίει ο γερμανός». Ορμώμενος από την ελληνογερμανική διαμάχη της άνοιξης του 2010 αντλεί στοιχεία παράδοσης και πολιτισμού από την πρόσφατη ιστορία «Γιατί στη νεότερη ιστορία μας έχουμε εμφύλιο ναι, φαγωθήκαμε μεταξύ μας ναι, όμως εμείς στα ξένα σπίτια δε μπήκαμε και δεν σκοτώσαμε ποτέ μανάδες και παιδιά. Τέτοια ιστορία εμείς δεν έχουμε». Κεντρικό αίτημα στους όρους της επαναεπινοημένης φιλοπατρίας διακρίνεται η «σκέψη», ένα αίτημα που καθίσταται κενό σημαίνον αρκετά γενικόλογο και δραστικό ώστε με την «ισοδυναμία» του να διχοτομήσει το κοινωνικό πεδίο ανάμεσα σε όσους επιδιώκουν τη «σκέψη» και σε όσους τη διέφθειραν, την πολέμησαν κα την πολεμούν. Αυτό το ηγεμονικής φύσεως αίτημα μπορεί να συναρθρώσει πλήθος άλλων 94 ισοδύναμων αιτημάτων που αναγνωρίζονται ως τμήμα, ως προϋπόθεση ή ως αποτέλεσμα της «σκέψης». Η «σκέψη» ως σημαίνον με πολιτισμικούς όρους δανείζεται παραστάσεις από το Σεφέρη, το Βάρναλη, το Θεσσαλικό Θέατρο, το Μίκη Θεοδωράκη που ανακαλούνται ως μέρος της . Η «σκέψη» είναι αυτή που έχει χαθεί από το νεοέλληνα και θα μπορούσε να είναι στο κέντρο του αξιακού επαναπροσδιορισμού που διακηρύττει. «Όποιος έχει σκέψη δεν χρειάζεται ούτε να ουρλιάζει ούτε τίποτα. Ξέρει να μιλάει, να συζητάει», «Είμαστε ένας λαός χωρίς σκέψη. Πορευόμαστε χωρίς σκέψη. Δεν ξέρουμε ποιον ψηφίζουμε, γιατί τον ψηφίζουμε, τι μπορεί να κάνει, αν μπορεί να το κάνει» και υπόσχεται πως «στο Αλ Τσαντίρι θα βάλουμε σκέψη. Ξέρω ότι είναι δύσκολο αλλά θα βάλουμε σκέψη» , «Λαός χωρίς παιδεία δεν μπορεί να πάει πουθενά. Λαός που δεν καταλαβαίνει τα νέα παιδιά, δεν πάει πουθενά» , «μη βάζετε άχρηστους, σκέψη, είναι η ώρα να αποφασίσουμε με σκέψη, σκέψη απόλυτη». Η σκέψη είναι αυτή που θα θεραπεύσει τις παθογένειες του συλλογικού φαντασιακού σώματος «Είναι γιατί είμαστε μίζεροι, όλη μέρα μιζέρια, αρρωσταίνουμε, έχουμε αρρωστήσει τους νέους ανθρώπους, που έχουν κάτι να δώσουν και είτε τους στέλνουμε στο εξωτερικό είτε τους απαξιώνουμε, είτε τους δένουμε χειροπόδαρα» και συνεχίζει να παραθέτει δυσάρεστες αλήθειες «ο έλληνας σήμερα κυρία μου είναι στα πρόθυρα της τρέλας», είναι «ένας κωλολαός, τέτοιος γλυφτρολαός δεν υπάρχει», «κότες που αλλάζουμε κοτέτσια». Αυτό το υπερβατολογικό υποκείμενο που είναι ο έλληνας και προσωποποιεί τον αλλοτριωμένο ελληνικό λαό δεν λαμβάνει τα σημάδια των καιρών «ο κόσμος αλλάζει κι εμείς ακόμη δεν έχουμε καταλάβει, είμαστε εγκλωβισμένοι στο τίποτε» και «γίναμε περιφερόμενοι πλουτομαλάκες. Νεογκλαμουράτοι, και οι γνώσεις μας είναι επιπέδου hello και ok» . Στο ερώτημα ποιος ευθύνεται για αυτή την κατάσταση; Ο «λαός» αθωώνεται δεν φταίει ο έλληνας αλλά αυτοί «που αλλάξανε τον έλληνα». Με τις παραπάνω αναφορές ήδη βλέπουμε πως πληρείται μια από τις βασικές συνθήκες του νεολαϊκισμού που είναι η επίκληση του απλού και αμόλυντου λαού που είναι πάνω απ όλα και απ’ όλους. Ένας λαός όμως που διαθέτει δύο τουλάχιστο εκδοχές την εξιδανικευμένη που έχει χαθεί και δια της «σκέψης» πρέπει να επανακτηθεί και τη διαβρωμένη/αλλοτριωμένη η οποία κυριαρχεί και πρέπει να απορριφτεί μαζί με όσους την δημιούργησαν. Οι ένοχοι ονομάζονται με κάθε ευκαιρία και είναι κατά κύριο λόγο οι πολιτικοί και κατά δεύτερο οι ξένες δυνάμεις (που τώρα πια ονομάζονται απλά «ξένοι») στις οποίες οι πολιτικοί επέτρεψαν να αλλοιώσουν τον «έλληνα», να τον αλλάξουν. Όλοι οι πολιτικοί μηδενός εξαιρουμένου, οι πολιτικοί των δύο μεγάλων κομμάτων για τον τρόπο που κυβέρνησαν και οι πολιτικοί της αριστεράς επειδή δε διαθέτουν έναν ενιαίο σχέδιο. Επιτιθέμενος σε αυτούς απο-νομιμοποιεί το σύνολο του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης αλλά και τις δυνατότητες που έχει η δημοκρατία να εκπροσωπήσει πια το «λαό». Οι πολιτικοί έχουν επιδοθεί σε πλιάτσικο «Το πλιάτσικο που έχουν κάνει οι υπουργοί στο δημόσιο χρήμα δεν περιγράφεται» και παραμένουν ατιμώρητοι «Τους πολιτικούς πάντως δεν πρόκειται να τους πιάσετε με τίποτα» και όπως «ακούγεται» στους δρόμους και τα καφενεία «εγώ ξέρω ότι ούτε ένας δεν είναι στη φυλακή απ’ όσους έχουν φταίξει» ζητάει τα «κλεμμένα» πίσω συμπαραταγμένος με τις πρωινές ενημεροδιασκεδαστικές εκπομπές «οι πολιτικοί δεν έχουν πιάσει έναν κλέφτη δικό τους κι 95 αφού δεν έχουν επιστρέψει ένα ευρώ από τα κλεμμένα… κανονίζουν τις υποθέσεις αναμεταξύ τους». Η επίθεση προς τους πολιτικούς περιλαμβάνει και την αδυναμία τους να αντιληφθούν τι γίνεται στην κοινωνία υπονοώντας ότι είναι αποκομμένοι από τους ψηφοφόρους τους «Δεν βλέπουν κυρία μου οι πολιτικοί, δεν βλέπουν ότι ξεσηκώνεται ο κόσμος». Μέσα από αυτές τις αναφορές αθωώνεται ο πολίτης από κάθε ευθύνη (υποτιμάτε η συμβολή του στη δημόσια σφαίρα και έτσι υποτιμάται ο θεσμικός ρόλος του εν γένει) οι πολιτικοί γίνονται αυτοί που «με διέφθειραν τόσο ώστε να παρακολουθώ καθισμένος στον καναπέ μου με τον διαυλοεπιλογέα μου την ατιμωρησία τους από δελτίο σε δελτίο». Δεν παραλείπει να ασκήσει κριτική στο δικομματισμό εμπεδώνοντας την αντίληψη ότι «όλοι είναι ίδιοι» και απο-νομιμοποιώντας τις εκλογές από το νόημα τους «όποιος και να βγει εμείς χαμένοι θα είμαστε», «σε μια νύχτα πέρασε από τη ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ ο κόσμος γιατί το είπαμε, δεν υπάρχει καμία ιδεολογική διαφορά», «Ο σοσιαλιστής έχει τρόπο ... Είναι κακός δεξιός αλλά με τρόπο». Η απαξίωση των εκλογών εμπεδώνεται με την αντίληψη πως «ο Καραμανλής αποφάσισε να δώσει την εξουσία στον Γιώργο Παπανδρέου», «Κυρία μου ο Καραμανλής αποφάσισε να παραδώσει την εξουσία, γιατί αυτή τη στιγμή το καλύτερο που έχει να κάνει είναι αντιπολίτευση». Με αφορμή αυτή τη βεβαιότητα οδηγείται στην πυρηνική κοινωνική αντίληψη που κατά την άποψη μας καθορίζει μεγάλο μέρος των πολιτικών φαινομένων στην ελληνική δημόσια σφαίρα «Όποιος και να είναι, φαντάζομαι ότι τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει σ’ αυτή τη χώρα, έτσι όπως είναι», «το θέμα είναι ότι όποιος κι αν είναι κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνήσει» «Έχει πολύ ιδιαίτερη δόμηση το ελληνικό κράτος. Μπουρδέλο». Ένα κράτος «μπουρδέλο» (όπως και η Βουλή που τείνει να καεί) όπου όποιος και να έρθει δεν μπορεί να κυβερνήσει και εξ αυτού «τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει». Αυτή η βεβαιότητα που εμπεδώνεται στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ ματαιώνει το ηγεμονικό αίτημα της «αλλαγής» «με σκέψη», αυτή η ματαίωση αποτελεί πυρηνικό δομικό στοιχείο του τηλελαϊκισμού της εκπομπής που αναλύουμε και είναι ικανή να τεκμηριώσει ένα νεοελληνικό ιδεολογικό κυνισμό που διακρίνεται στη φράση «Ξέρει ο κόσμος τι γίνεται. Ξέρει τι συμβαίνει. Αλλά είναι αυτό που λέει ο έλληνας μέσα του, ας όψεται η ανάγκη». Σε αυτή τη φράση του Λαζόπουλου φαίνεται πως ο έλληνας έχει γνώση της στρεβλωμένης κοινωνικής πραγματικότητας, «ξέρει τι γίνεται» αλλά υπολογίζοντας ορθολογικά τα οφέλη και τις ανάγκες του «ας όψεται η ανάγκη» κάνει σα να μη ξέρει. Αυτή η κυνική αντίληψη που ισοδυναμεί με ιδεολογία κυνισμού κατά το Ζίζεκ (Ζίζεκ, 2006, σ. 72) αναγνωρίζεται και σε άλλα σημεία του λόγου του Λαζόπουλου όπου π.χ. παρομοιάζει τον έλληνα με τζογαδόρο που ενώ ξέρει τι γίνεται «θέλει να παίξει μια τελευταία ζαριά, όπως στο καζίνο». Το ίδιο μοτίβο κυνικής αντίληψης που διαθέτει κατά το Λαζόπουλο ο έλληνας διατυπώνεται με σαφήνεια και στην εξής φράση: «Κρατιέται ο έλληνας, λέει κάτσε, δώσε τόπο στην οργή, να δώσω μια ευκαιρία να δω τι στο διάολο θα γίνει. Το σκέφτεται, το μετρά όλη μέρα στο μυαλό του, δεν ξέρει τι να κάνει». Εδώ σημειώνουμε πως η συμπεριφορά του μέσου έλληνα μεταφράζεται μέσα από το κυνικό ορθολογικό υπολογισμό της ανάγκης και του οφέλους από τον Λαζόπουλο ενώ τα ίδια φαινόμενα, οι «ευκαιρίες» που δίνει ο έλληνας, οι «ζαριές» που ρίχνει, το ότι «το μετρά όλη μέρα στο μυαλό του» θα μπορούσαν ως συμπτώματα να μεταφραστούν μέσα από μια ιδεολογική ψευδαίσθηση της ασυνείδητης αυταπάτης (Ζίζεκ, 2006, σ. 72) ή ακόμη και της εξαπάτησης του έλληνα (από τους πολιτικούς) που εκμεταλλεύονται την καταστατική ιδεολογική αφέλεια του. Αν ο Λαζόπουλος πρόκρινε τη δεύτερη επιλογή τότε ο 96 κυνισμός ως ιδεολογία αφορά μόνο τους πολιτικούς και όχι τους έλληνες που όπως προαναφέραμε στο θεωρητικό κεφάλαιο παραδίδονται σε κύματα ιδεολογικής φόρτισης που τους δίνει ελπίδα και μετά βιώνουν κύματα ματαίωσης των προσδοκιών τους. Σε αυτή την περίπτωση ο λαός θα έμενε αθώος και αμόλυντος. Η επιλογή του Λαζόπουλου να μεταφράσει την κοινωνική πραγματικότητα με τη γλώσσα του κυνισμού συμβάλει στην εξομοιώσει πολιτικών και πολιτών ως προς το κυνισμό και διαμοιράζει την ευθύνη. Ευθύνη έχουν και οι δύο όμως σε διαφορετικό βαθμό και ποιότητα. Όπως διακρίνει ποιότητες στη βία ( «άλλη των αστυνομικών και άλλη των διαδηλωτών, όλες οι βίες δεν είναι ίδιες») έτσι διακρίνει ποιότητες και βαθμούς αλήθειας στην ευθύνη και εμπεδώνει το ηγεμονικό αίτημα για ριζική «αλλαγή» με «σκέψη». Αυτός ο επιτελεστικός επιμερισμός ευθυνών μέσω του κυνισμού δε φανερώνεται μόνο ρηματικά όπου ο λαός είναι αθώος, θύμα, σοφός, μετεωρολόγος των καιρών. Εδώ θα μπορούσαμε να έχουμε μια σαφή ένδειξη αυτού που λέει ο Adam Curtis «η τηλεόραση πια σου λέει τι να νοιώθεις» , έπαψε να σου λέει τι να σκέφτεσαι. (Fisher, 2009, p. 74) Με αυτό το παράδειγμα θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε το εξής δυϊσμό. Οι πολίτες ( ή μεγάλο μέρος αυτών) να μην είναι κυνικοί και να συνεχίζουν να φορτίζονται ιδεολογικά με τα πολιτικά κόμματα και τις εξαγγελίες τους. Ενώ όμως δεν αισθάνονται κυνικοί και δεν είναι, ακούνε στην τηλεόραση τη «μετάφραση» της συμπεριφοράς τους ως «κυνισμό», η επήρεια της ιδεολογικής ψευδαίσθησης νικιέται από την επήρεια του τηλεοπτικού λόγου που έχει το στάτους βεβαιότητας αφού αυτόν τον λόγο τον εκφέρει ένας «σημαντικός άλλος» και τους βεβαιώνει πως αυτό που κάνουν (ανησυχούν, το μετράν όλη μέρα, δίνουν τόπο στην οργή κτλ) αποτελεί ορθολογική επιλογή και εξισώνεται με κυνισμό ο οποίος με τη σειρά του καθίσταται ιδεολογία (μια ιδεολογία στην πράξη, ενσωματωμένη δηλαδή στο αυτοβιογραφικό σχέδιο του καθενός). Η μετάφραση που κάνει ο Λαζόπουλος (και την κάνει με παρόμοιο τρόπο το σύνολο του λόγου των ΜΜΕ) ισοδυναμεί με την αποκάλυψη μιας ψυχικής διαταραχής στον ασθενή που έχει άγνοια της ασθένειας του. Εάν αυτή η αποκάλυψη γίνει από κάποιον ειδικό γιατρό που νομιμοποιείται να κάνει διάγνωση τότε ο ασθενής συνειδητοποιεί τη διαταραχή του και αποφασίζει πως θα δράσει. Εάν όμως η αποκάλυψη γίνει από ένα παιδί στο δρόμο που τον περιγελά το πιο πιθανό είναι να μη θεωρήσει την άποψη του παιδιού (μη ειδικού) ορθή και να συνεχίσει να ζει με τη ψευδαίσθηση της ψυχικής του υγείας. Αν αυτό το σχήμα το μεταφέρουμε στη διάγνωση που κάνει ο Λαζόπουλος σχετικά με τον «έλληνα» θα λέγαμε πως ενώ είναι ένα «παιδί» στο δρόμο που αποκαλύπτει περιγελώντας στον έλληνα την ιδεολογική του ψευδαίσθηση εντούτοις μιλά ως «ειδικός» που δικαιούται να κάνει διάγνωση με αποτέλεσμα ο θεατής «έλληνας» ενώ διασκεδάζει μαζί του ταυτόχρονα προβληματίζεται. Όποια και αν είναι η επόμενη επιλογή του (να ασπαστεί ή να παραγνωρίσει τη διάγνωση) το σίγουρο είναι πως τις συζητήσεις και τις ανησυχίες του τις έχει επισκεφθεί η «ιδέα» της κυνικής διαταραχής. Πρόκειται για μια «ιδέα» η οποία ήρθε για να μείνει και με αυτό το τόπο υπαγορεύει μέσω της τηλεόρασης το πώς αισθάνεται ο τηλεθεατής. Μια περισσότερο ακραία εκδοχή αυτής της υπόθεσης είναι να έχουμε ένα υγιές υποκείμενο στο οποίο κάποιος σημαντικός άλλος να διαγνώσεις μια παρέκκλιση και να την αποκαλύψει. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε ένα ασθενή που συνειδητοποιεί την διαταραχή του αλλά ένα υγιές υποκείμενο που υπό το κύρος του σημαντικού άλλου ασπάζεται την βεβαιότητα της ασθένειας του. Αν μεταφέρουμε το σχήμα αυτό στην κοινωνία που ενώ είναι ιδεολογικά φορτισμένη τα μέσα της υποδεικνύουν το αντίθετο (ότι είναι κυνική) και αυτή νοιώθει και φέρεται ως κυνική. 97 Ο τηλελαϊκισμός του Αλ Τσαντίρι Νιούζ αν και δανείζεται κάποια υφολογικά στοιχεία(κλήση στον αμόλυντο λαό) δεν είναι τυπικός νεολαϊκισμός και δεν μοιάζει με τις άλλες εκδοχές του τηλελαϊκισμού στην Ευρώπη. Επειδή οι παραστάσεις και ο λόγος του αντλούν την καταγωγή τους από την αριστερά θα λέγαμε πως είναι εμφανέστερα μεταδημοκρατικός λαϊκισμός. Αποτελεί κλήση στο κενό της δημοκρατίας την οποία καθώς της στερεί κάθε νόημα που μέχρι σήμερα είχε της παρέχει ένα νέο διεκπεραιωτικό όπου ο πολίτης είναι σχετικά λιγότερο ένοχος από τον πολιτικό μα και ανίκανος να διαδραματίσει κάποιο ρόλο, ο πολιτικός είναι περισσότερο ένοχος από τον πολίτη μα και ανίκανος να εκπροσωπήσει το λαό τον οποίο δεν κατανοεί. Τόσο ο πολίτης όσο και ο πολιτικός είναι αδύνατο να αποτελέσουν «λαό» με την έννοια του αμόλυντου και γνήσιου κριτή της πολιτικής και κοινωνικής σφαίρας. Εδώ τίθενται οι πρώτοι όροι για αυτό που στο επόμενο κεφάλαιο ονομάζουμε ψευδοδίπολο που κατασκευάζει ο τηλελαϊκισμός όπου το έναν πόλο καταλαμβάνουν οι ένσαρκοι δρώντες που μέσα από το λόγο τους είναι όλοι αθώοι και τον άλλο τα υπερβατολογικά υποκείμενα του διεφθαρμένου πολιτικού και του επίσης διεφθαρμένου πολίτη-μισθοφόρου που υποδεικνύονται από τα ένσαρκα υποκείμενα ως ένοχοι τα οποία όμως απουσιάζουν από το κοινωνικό πεδίο και απατώνται μόνο στο ρηματικό, το φαντασιακό. Ο μεταδημοκρατικός προσανατολισμός του τηλελαϊκισμού του Λαζόπουλου υπογραμμίζει το ρόλο και τις προνομιακές σχέσεις των επιχειρηματιών με τα δύο μεγάλα κόμματα: «Κι άλλωστε ο Βασιλάκης της Aegean και ο κάθε Βασιλάκης έχει προσβάσεις παντού. Γιατί δεν ήταν ο Βασιλάκης στο γεύμα που έκανε στην Κηφισιά ο Παπανδρέου με όλους τους επιχειρηματίες; Εκεί ήταν ο Βασιλάκης» και προβάλλει τις απόψεις του επιχειρηματία Βγενόπουλου και τις δημόσιες τοποθετήσεις του όπως την πρόταση του «εθελοντικού φόρου ευπόρων». Τεκμηριώνεται όμως πολύ περισσότερο από το δυϊσμό που υπάρχει στον ίδιο τον Λαζόπουλο: Από τη μια η φυσική υπόσταση του Λαζόπουλου και από την άλλη ο ρόλος που ενσαρκώνει ως στέλεχος ενός συστήματος (σύμβουλος προγράμματος ΑLPHA) το οποίο και καταγγέλλει επιβεβαιώνοντας το σχήμα του ψευδοδιπόλου όπου η ένσαρκη υπόσταση του ως προσώπου και καλλιτέχνη της σάτιρας καταγγέλλει τη θεσμική του υπόσταση που παραμένει άρρητη. Αυτό το ψευδοδίπολο αναγνωρίζεται και στα λόγια των πολιτικών που καταγγέλλουν το πολιτικό σύστημα στο οποίο συμμετέχουν. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό όπως και κάθε φορά που ο Λαζόπουλος καταγγέλλει το σύστημα που υπηρετεί στα μάτια του τηλεθεατή/ατομικού υποκειμένου αποκαλύπτεται μια σχιζοειδής κατάσταση που οδηγεί στη βεβαιότητα «πως τα πράγματα αν και πρέπει δεν πρόκειται να αλλάξουν» και καταλήγει τελικά στη ματαίωση οποιασδήποτε ελπίδας. Το μοτίβο της ματαίωσης είναι το επόμενο πυρηνικό στοιχείο του τηλελαϊκισμού όπως τον έχουμε αντιληφθεί στο παράδειγμα μας. Η πεποίθηση πια ότι «τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν» επαυξάνεται από τις ήπιες συνομωσιολογικές αναφορές που περιέχουν οι εκπομπές του Αλ Τσαντίρι: «Ό,τι σχέδιο και να είναι ένα σχέδιο θα ισχύσει στο τέλος, το κεντρικό, αυτό του Αλμούνια» που υπαινίσσεται τον επικαθορισμό των κυβερνητικών επιλογών από την ΕΕ και τις ξένες δυνάμεις «ξέρει ο κόσμος, ξέρει ποιοι στηρίζουν τον Καραμανλή, ξέρει για τον Μπουργκάς Αλεξανδρούπολη ξέρει τι γίνεται από πίσω», « Ο Παπανδρέου μετατρέπεται σε εντεταλμένο υπάλληλο της ευρωπαϊκής ένωσης». Σε αυτό το κύκλο προστίθενται και τα ΜΜΕ « Κι αυτά του Focus είναι στημένα όλα. Να είστε σίγουροι». 98 Είναι εμφανές πως μιλά με όρους εκπροσώπησης των νέων, του λαού, του κόσμου, «της σκέψης». Ορισμένες στιγμές υιοθετεί ένα λόγο δημαγωγικό υιοθετώντας αιτήματα όπως τη παραμονή των εργαζομένων στα stage καθώς και τις κατακτήσεις που χάρισε ο Ανδρέας Παπανδρέου στον ελληνικό λαό όπως ο 14ός μισθός. «Ο 14ος μισθός κυρία μου δεν πρέπει να κοπεί σε καμία περίπτωση. Τελεία και παύλα». Βωμολοχεί παραπέμποντας στον Αριστοφάνη και την επιθεώρηση ακόμη και όταν αυτό δεν είναι απαραίτητο καθώς τελειώνει τις φράσεις του με το «γαμώ το κέρατο μου». Υιοθετεί μια γλώσσα αγοραία που αυξάνει την αμεσότητα, την οποία ενισχύει καθώς κάνει πως δεν είναι σίγουρος για τον εαυτό του, έχει άγχος και ζητά συμπαράσταση από το κοινό. Χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη συγκίνηση προκειμένου να κρατήσει το ενδιαφέρον αλλά και να προσφέρει φόρτιση. Ενώ δεν αναφέρεται στο εγγενές ήθος της τηλεόρασης αγγίζει ορισμένες πτυχές της τηλοψίας : «Έχουν βγει τα παιδιά μας στους δρόμους κι εμείς παρακολουθούμε τι κάνουνε από τις τηλεοράσεις, λες κι είναι reality» και προτρέπει τους τηλεθεατές να κλείσουν την τηλεόραση γνωρίζοντας ότι αυτό είναι δύσκολο να συμβεί «Άμα κλείσετε και τις τηλεοράσεις θα αποφασίσετε πιο ήρεμα». Αποδέχεται το μεταδημοκρατικό ρόλο των debate και των δημοσκοπικών ευρημάτων που βγάζουν το πολιτικό έξω από το πεδίο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Καυτηριάζει το ΛΑΟΣ για τα τηλεοπτικά κριτήρια στην επιλογή υποψηφίων: «αυτό είναι τηλέ-κόμμα, το έχω πει εγώ. Διαλέγει ποιος είναι γνωστός στην τηλεόραση, τον μαζεύει». Υποστηρίζει το κόμμα του «κανένα» επικροτώντας την αποχή και την απροσδιόριστη ψήφο στα δημοσκοπικά ευρήματα : «Ο κανένας λοιπόν, ο οποίος αρχίζει σιγά-σιγά κυρία μου να φωτίζεται από τους προβολείς των καιρών», «Να προσέξετε όμως την αδιευκρίνιστη ψήφο, είναι 24% η αδιευκρίνιστη ψήφος. Η αδιευκρίνιστη ψήφος σημαίνει αδιευκρίνιστο κόμμα, αδιευκρίνιστες αντιδράσεις, αδιευκρίνιστο μέλλον». Μένει επίσης πιστός στο ακροατήριο που έχει δομήσει μετά την υπόθεση με τα πράσινα παπούτσια το οποίο διαθέτει μια αντι-εξουσιαστική λογική και του κλείνει το μάτι με κάθε ευκαιρία. Στο πλαίσιο αυτό μεταδίδει τη «λογοκριμένη» είδηση για έρανο των αναρχικών ως αποζημίωση για το καμένο περίπτερο έξω από το ΑΠΘ, κάνει εκτεταμένη αναφορά στην κατάληψη της δημόσιας τηλεόρασης από ομάδα ακτιβιστών, υπενθυμίζει την υπόθεση δολοφονίας του Μιχάλη Καλτεζά και την αθώωση του αστυφύλακα Μελίστα επί ημερών ΠΑΣΟΚ, διαφοροποιεί τη βία των αναρχικών από τη βία των αστυνομικών: «Συμψηφίζετε τη βία των αστυνομικών με τη βία των κουκουλοφόρων; Είναι δύο διαφορετικές βίες» και ενδιαφέρεται για την κατάργηση του ασύλου : «Άρχισε η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, θα μου πεις… Αυτό που θέλω να σου πω κυρία μου, με τέτοια πλύση εγκεφάλου που σου έχουν κάνει, δεν πρόκειται να παρέμβω στο κεφάλι σου. Ένα μόνο θα σου πω, η βουλευτική ασυλία και η υπουργική ασυλία, που είναι οι πρώτες που θα έπρεπε να έχουν καταργηθεί, δεν έχουν καταργηθεί ακόμα». Απευθυνόμενος προς το σύνολο της αριστεράς τη μέμφεται για την έλλειψη συντονισμού της δράσης της: «και η Αριστερά είναι στα χαρακώματα, μεταξύ τους πλακώνονται πάλι», «ένα συντεταγμένο σχέδιο, μια ολοκληρωμένη πρόταση του πολιτικού σκηνικού από την αριστερά, δεν υπάρχει» , «Ακούς Αλέκα μου; Σαν αλλάξουμε όλοι μονομιάς. Όλοι. Όλοι μαζί. Όχι χώρια». «Δίνει το λόγο» συχνά μέσα από τα βίντεο στο δημοσιογράφο του Ριζοσπάστη Μπογιόπουλο, στην Λιάνα Κανέλλη αλλά και στην Παραρήγα και στον Τσίπρα. 99 Επιβραβεύει την πολιτική εντιμότητα του ΚΚΕ «Μόνο το ΚΚΕ ξεκαθάρισε από την αρχή, ότι η κατάσταση με τα stage είναι εργασιακός μεσαίωνας» , «Έχει δίκιο η Παπαρήγα, η οποία ομολογουμένως κρατάει μια συνεπή γραμμή. Σου λέει δυναμώστε με, να πάρω μια βιταμίνη, δε λέει φέρτε με στην εξουσία». Επιθυμεί μια αριστερά που δε θα συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ «Ο Αλαβάνος κυρία μου ήθελε τον ΣΥΡΙΖΑ θερμοκήπιο του ΠΑΣΟΚ, ο Τσίπρας αρνήθηκε» και θαυμάζει τον Τσίπρα «Ο μεγάλος νικητής κυρία μου στο debate, με τους έξω όχι με τους άλλους δύο, ήταν ο Τσίπρας». Από τα δύο μεγάλα κόμματα συμπαθεί περισσότερο το ΠΑΣΟΚ δείχνει ανοχή στον Γιώργο Παπανδρέου ενώ τον Σημίτη τον αποκαλεί «μαϊμού» της ιστορίας και δεξιό «Μαζί με τον Σημίτη που έδιωξες, διώξε και πολλούς από τους νόμους τους αντιλαϊκούς, τους δεξιούς που είχε επιβάλει». Θαυμάζει τον Ανδρέα Παπανδρέου (κατάλοιπο των σχέσεων που είχε μαζί του και με τη Δήμητρα Λιάνη η οποία συχνά βρίσκεται ανάμεσα στο κοινό) για τα όσα έχει προσφέρει στον έλληνα εργαζόμενο. Θεωρεί πως «υπάρχουν πολλοί που είναι αναγκασμένοι να ελπίζουν στον Γιώργο» αλλά «το ΠΑΣΟΚ τελείωσε». Τη ΝΔ όσο κυβερνούσε τη συγκρίνει με τη χούντα και όταν γίνεται αντιπολίτευση την ονομάζει ανύπαρκτη και εκτιμά ότι θα αργήσει να βρει το δρόμο της. Επιτίθεται με κάθε ευκαιρία στο Κ Μητσοτάκη ως αποστάτη και στη Ντόρα Μπακογιάννη ως εκπρόσωπο του φιλελευθερισμού . Μια κριτική που κατατάσσει το λόγο του στη λεγόμενη δημοκρατική παράδοση και το λαϊκισμό της δεκαετίας του ’80. Τέλος τους οικολόγους τους αναφέρει πολύ σπάνια. Ονειρεύεται την αλλαγή και το τέλος της μεταπολίτευσης: «Τέλος χρόνου, τέλος εποχής, τέλος μεταπολίτευσης. Οι νέοι, οι 15άρηδες γύρισαν σελίδα στην ιστορία κι οφείλουμε να διαβάσουμε την καινούργια σελίδα» η οποία αδίκησε πάνω από όλους τους νέους «Έχουμε αφήσει πίσω μας τους νέους ανθρώπους χωρίς κανένα μέλλον και τρέχουμε να βολευτούμε στα καινούργια πράσινα υπόστεγα» «35 χρόνια που κυβερνάνε το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έχουν καταργήσει την αξιοπρέπεια. Την έχουν καταργήσει, έχουν ξεφτιλίσει όλο τον κόσμο. Τον υποχρεώνουν να σέρνεται και να παρακαλάει μία από δω και μία από κει. Που θα πάει αυτή η καταραμένη ξεφτίλα ;», «Κατεβήκαμε στα υπόγεια της ιστορίας». Την αλλαγή αυτή θα τη φέρει ο «λαός» όταν νοιώσει έτοιμος και συντονίσει τα βήματα του σε μια κοινή «πορεία»: «Ο τόπος έχει βρωμίσει, χρειάζεται γερή μπουγάδα αλλά ακόμα ο λαός δεν είναι έτοιμος για την μπουγάδα. Ο έλληνας θέλει να παίξει μια τελευταία ζαριά, όπως στο καζίνο», «θα βάλει το μυαλό του και την ψυχή του και θα δει, τι πρέπει να κάνει για τη χώρα του την επόμενη μέρα», «Μόνος του ο καθένας μας θα αλλάξει την κίνηση. Θα αλλάξει την πορεία του. Κι όλοι μαζί θα ξαναβρεθούμε ξανά σε πορεία». Οριακό σημείο αυτής της κατάστασης φέρεται να είναι η ιδέα της εισβολής του «λαού» στη Βουλή (με την οποία όπως προαναφέραμε ξεκίνησε τη φετινή του σαιζόν). Η ιδέα αυτή υπάρχει στο λόγο του Λαζόπουλου ως οριακή στιγμή που θα σημάνει το τέλος της μεταπολίτευσης: «θα χαν μπουκάρει στη βουλή», «σε λίγο θα γίνει ξεσηκωμός μεγάλος στη χώρα αυτή» αλλά το ζήτημα είναι πως δεν υπάρχει σαφής πρόταση για το τι θα ακολουθήσει μετά από μια τέτοια εξέλιξη και σε ποιές βάσεις θα μπορούσε να χτιστεί ένα ανθεκτικό και σταθερό πολιτικό σύστημα αν όχι στις κοινοβουλευτικές. 100 Από τα ζητήματα κοινωνικού φιλελευθερισμού ασχολείται με τους ομοφυλόφιλους και τη νομιμοποίηση των ελαφριών ναρκωτικών. Τους ομοφυλόφιλους τους ειρωνεύεται συνεχίζοντας την παράδοση των Μήτσων (όπου τους είχε νομιμοποιήσει και ως φυσιολογικές φιγούρες στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής οικογένειας αλλά και ως θηλυπρεπή πλάσματα που προκαλούν το γέλιο). Η ειρωνεία είναι ευδιάκριτη σε αναφορές στον Ψινάκη, στον Γαλάνη, στον Βαϊτση: «Ε! βέβαια, ναι, ναι, ναι για να έχει ο Βαΐτσης να συζητήσει με μια αδελφή ψυχή, που λέει ο λόγος». Τίθεται ανοικτά υπέρ των ελαφριών ναρκωτικών, μια στάση που είχε γίνει σαφής από τις εκπομπές που είχε κάνει την εποχή των γεγονότων στα Ζωγιανά «Καπνίζει η μισή Ελλάδα, ντουμανιάζει κι ακόμα το χασίς είναι παράνομο;». Έχοντας υπόψη τα παραπάνω θα σταθούμε σε τρία σημαντικά σημεία για τη διερεύνηση μας: τη θέση που επιφυλάσσει το Αλ Τσαντίρι Νιούζ στους δημοσιογράφους, τη μεταδημοκρατική αμφισβήτηση του κοινοβουλευτισμού από τα αριστερά και την αντίληψη του για τη νεολαία και τους νέους 1.1. Αλ Τσαντίρι και ΜΜΕ Η στάση του Λαζόπουλου έναντι των δημοσιογράφων είναι αρνητική και θα μπορούσε να αποτελεί πραγμάτωση του συνθήματος «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» που αντικατέστησε το «Μπάτσοι, γουρούνια δολοφόνοι». Ο λόγος του είναι αφοριστικός, ισοπεδωτικός και κυρίως αταξικός, ενώ έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες δεν προσλαμβάνει τους δημοσιογράφους ως εργαζόμενους σε μια βιομηχανία παραγωγής ειδήσεων και εικόνων. Δε διαχωρίζει τις ποιότητες και τις βαθμίδες των δημοσιογράφων 95 αλλά επιτίθεται σε όλους μαζί. Ξεχωρίζει βέβαια ορισμένους τηλεοπτικούς (μεγάλο) δημοσιογράφους οι οποίοι δεν είναι εργαζόμενοι αλλά υψηλά αμειβόμενα στελέχη ή και εκδότες (Τριανταφυλλόπουλος, Τράγκας, Ρίζος, Χατζηνικολάου, Αναστασιάδης, Πρετεντέρης, Τρέμη, Καψής). Στο λόγο του Αλ Τσαντίρι Νιούζ ο ρόλος που επιτελούν τα ΜΜΕ και οι εργαζόμενοι σε αυτά είναι καθοριστικός για τη στήριξη των κυβερνητικών πολιτικών, του σάπιου πολιτικού συστήματος ακόμη και για το αποτέλεσμα των εκλογών. Με αυτόν τον τρόπο οι εκλογές μετατρέπονται σε διαδικασία χωρίς νόημα, σε διακύβευμα χωρίς περιεχόμενο και λόγω των ΜΜΕ. Η μεταδημοκρατική πεποίθηση πως ο θεσμός των εκλογών είναι αδύνατο να επηρεάσει την ροή των πραγμάτων σε αντίθεση με τη δυνατότητα που έχουν τα μέσα να καθορίζουν το αποτέλεσμα τους είναι βαθιά εμπεδωμένη σε αναφορές όπως: «…ένα άτυπο κίνημα εκδοτών και δημοσιογράφων, επιβάλουν αυτό που θέλουν» και «Οι εκδότες σε θέλουν, οι δημοσιογράφοι σε θέλουν, οι επιχειρηματίες σε θέλουν, τα συμφέροντα σε θέλουν. Και να θες να συγκρουστείς, δεν υπάρχει άνθρωπος να συγκρουστείς. Σε θέλουν όλοι»(αναφερόμενος στον Γ. Παπανδρέου). Ξεχωρίζει το Mega που φέρεται ως το κανάλι των εκδοτών και του κατεστημένου: «…δεν 95 Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες δημοσιογράφοι σύμφωνα με έρευνα της VPRC εκτιμώνται σε 18.960 με μέσο όρο συνολικού χρόνου εργασίας την εβδομάδα: 55,5 ώρες. Βρίσκονται σε μεγάλη έως ριζική αντίθεση με το προϊόν της εργασίας τους ενώ παρουσιάζουν χαμηλή αυτό-εκτίμηση για τον κλάδο τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι εστιάζονται στις χαμηλές αμοιβές (39%), και στην εργασιακή αταξία που επικρατεί στο χώρο, όπως αυτή εκφράζεται με τα εξοντωτικά ωράρια, την εργοδοτική αυθαιρεσία, την ανασφάλιστη εργασία σε ποσοστό 35%. Παρατηρείται μεγάλο ποσοστό πολυαπασχόλησης, καθόσον από τα στοιχεία προκύπτει ότι το 40% των δημοσιογράφων εργάζεται σε δυο δουλειές, το 5% σε τρεις δουλειές, ενώ παρατηρείται και ποσοστό 2% όπου εργάζεται σε τέσσερις δουλείες. (p. http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=32409) 101 πιάνετε Mega στην περιοχή σας; Δεν παρακολουθείτε κανάλια; Έχεις ακούσει το Mega να λέει Καραμανλής;» και ξεχωρίζει το Alpha ως κανάλι πολυφωνίας το οποίο από κοινού ανήκει στο RTL και τον Κοντομηνά: «Παιδιά δώστε μου το λόγο, θα μιλήσω κι εγώ. Εδώ δεν είναι mega channel εδώ είναι alpha channel, θα μιλήσω κι εγώ». Επικαλείται τον περιφρουρητικό ρόλο των δημοσιογράφων παραπέμποντας σε αντιλήψεις παρόμοιες με του Τριανταφυλλόπουλου: «..τι συμφώνησαν, να πουν ο Σημίτης, κι ο Καραμανλής, κι ο Παπανδρέου κι οι υπουργοί οικονομικών. Να τους βάλουν κάτω οι δημοσιογράφοι τώρα..» και αναφέρεται στο αποκαλυπτικό τους έργο «Σύντομα εδώ οι δημοσιογράφοι τους ενημέρωσαν για το μαγείρεμα των βιβλίων». Ταυτόχρονα τους καθιστά μέρος των συμφερόντων για τα οποία εργάζονται: «Τι δουλειά κάνουν οι δημοσιογράφοι; Μεταφέρουν την πληροφορία, πας αγοράζεις, πας παίρνεις σαν τούβλο κι αυτοί χτίζουν από πάνω» και σε άλλο σημείο απαξιώνει τα δελτία ειδήσεων και αντιμετωπίζει τους δημοσιογράφους ως τιμητές του «σάπιου» συστήματος: «..θα αναλάβουν οι δημοσιογράφοι φίλοι του να τον ξεπλύνουν στα δελτία ειδήσεων και στις εκπομπές τους. Έγιναν τα δελτία ειδήσεων οι κολυμβήθρες του Σιλουάμ για να ξεπλένεται ο κάθε μολυσμένος.», φτάνει μάλιστα στο σημείο να τους αποκαλέσει αποβράσματα «Για ισορροπίες παρακολουθείστε τα δελτία ειδήσεων. Μ’ αυτούς που μιλούν με διακόσιους υπουργούς, να βγουν να μιλήσουν. Εγώ με γραβατωμένα αποβράσματα κουβέντα δεν πρόκειται να ανοίξω, τέλος». Το ότι αναφέρεται στο σύνολο των δημοσιογράφων και όχι μόνο σε ορισμένους από αυτούς διακρίνεται και στο τρόπο που αντιμετωπίζει το συνδικαλιστικό τους όργανο: «Εν πάση περιπτώσει κάντε εκλογές στην ΕΣΗΕΑ, βγάλτε όποιον πρωθυπουργό θέλετε κι επιβάλετέ τον να τελειώνουμε. Μην πηγαίνουμε κι εμείς στις εκλογές και σερνόμαστε». Υιοθετεί την κριτική στο ρόλο της τηλεόρασης και των δημοσιογράφων που ασκείται από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά όταν καθώς ένας από του συλληφθέντες ύποπτους για συμμετοχή στους Πυρήνες της Φωτιάς φτύνει την κάμερα αυτός σχολιάζει: «Έφτυσε το τζάμι της τηλεόρασης, δεν είναι εθνικό σύμβολο η κάμερα, ούτε ιερά τα κανάλια, ούτε οι δημοσιογράφοι ιεροί». Η αναφορά του στους δημοσιογράφους και μέσω αυτών στο ρόλο των ΜΜΕ μετακινείται μεταξύ των δύο άκρων: από την επίκληση του περιφρουρητικού ρόλου που θα έπρεπε να διαδραματίζουν τα μέσα ανακρίνοντας τους πολιτικούς αρχηγούς στον αντιδημοκρατικό τους ρόλο που αλλοιώνει τη λαϊκή βούληση και τους όρους της δημοκρατίας. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις μοιάζει να εμπιστεύεται ένα αποκαλυπτικό και καταγγελτικό λόγο ορισμένων δημοσιογράφων όπως του Μπογιόπουλου (του Ριζοσπάστη) τις απόψεις του οποίου αναμεταδίδει πολύ συχνά στο πλαίσιο της εμφανούς συμπάθειας και κατανόησης που διαθέτει για τις απόψεις και το ρόλο του ΚΚΕ. Επίσης σέβεται τη δουλειά των σοβαρών ερευνητικών εκπομπών όπως οι Φάκελοι, οι Πρωταγωνιστές και η Έρευνα του Παύλου Τσίμα. Σε όλες τις αναφορές υποτιμά το γεγονός ότι ο ίδιος είναι μέρος του συστήματος καναλιών που καταγγέλλει. Επιτίθεται ανοικτά στο Mega (Ιδιοκτησίας ΔΟΛ, Μπόμπολα, Βαρδινογιάννη, Τεγόπουλου) το οποίο μαζί με τους κεντρικούς σχολιαστές του (Πρετεντέρη , Τρέμη, Καψή) καταγγέλλει με κάθε ευκαιρία υποτιμώντας το γεγονός πως συνεργάστηκε μαζί του για δέκα χρόνια. Η εκπομπή Αλ Τσαντίρι Νιούζ προβάλλεται από τον ALPHA ιδιοκτησίας (Κοντομηνά και RTL) όπου ο Λαζόπουλος δεν είναι απλά συνεργάτης αλλά σύμβουλος προγράμματος, κατέχει δηλαδή στελεχιακή διοικητική θέση γεγονός που τον απομακρύνει από την καλλιτεχνική και σατιρική του ιδιότητα και τον καθιστά μέρος του 102 προβλήματος που καταγγέλλει. Ενώ επιτίθεται στο Mega, σιωπά για το ΑΝΤ1 και το ΑLTER και σέβεται το πρόγραμμα και τις απόψεις που ακούγονται στον ΣΚΑΪ (ιδιοκτησίας Αλαφούζου) τις οποίες συνήθως αναμεταδίδει. Συνολικά είναι απόλυτα εξοικειωμένος με το ρόλο των ΜΜΕ τον οποίο αν και τον καταγγέλλει φαίνεται να τον έχει αποδεχτεί πλήρως άρα και τον επιτελεί συνειδητά. Η εναντιοσημία ανάμεσα σε όσα σχολιάζει και σε όσα πράττει ενισχύεται όταν μιλά για «φιμωμένους καιρούς» τη στιγμή που θα μπορούσε να αποτελεί απτή απόδειξη της ελευθερίας της έκφρασης (η οποία υποστηρίζει πως στο πλαίσιο της σάτιρας δεν πρέπει να έχει όρια). Αν οι καιροί είναι φιμωμένοι θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί ο ίδιος δεν είναι φιμωμένος . Πίσω από αυτήν την αναφορά αναγνωρίζεται εύκολα η πεποίθηση πως όλα όσα λέγονται στα μέσα (άρα και όσα λέει ο ίδιος) είναι «λογοκριμένα» ( ή αυτολογοκριμένα) όχι με τον τρόπο των ολοκληρωτικών καθεστώτων αλλά με τον τρόπο του επικαθορισμού από αυτό που ονομάζεται «γραμμή» του μέσου. Η αναφορά στους φιμωμένους καιρούς δεν αποτελεί συνομωσιολογικό φόβο αλλά εκδήλωση αυτής της βαθιάς πίστης που καθορίζει την ελληνική πολιτική κουλτούρα και καταλήγει στο μοτίβο «τα πράγματα (αν και πρέπει) δεν πρόκειται να αλλάξουν» γιατί υπάρχει κάποιος, κάτι, κάπου που τα επικαθορίζει. Αυτό το καθηλωτικό και ακινητοποιητικό αντιδημοκρατικό αίσθημα της εξαφάνισης κάθε δυνατότητας του πολιτικού δρώντος να επηρεάσει τα πράγματα γεννά «μεγάλο θυμό» «οργή χωρίς όρια». «άδικο που εξοργίζει» και άλλα παρόμοια συναισθήματα που αποτελούν αποχρώσεις της μνησικακίας που κινείται μεταξύ της λύπης και της οργής. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σσ. 118-120) 1.2. Η μεταδημοκρατική απαξίωση των θεσμών από τα αριστερά Στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ εμφανίζεται συχνά η ταύτιση της πολιτικής της ΝΔ με τη χούντα η οποία συνδυάζεται με αναφορές στο Πολυτεχνείο, τον Παναγούλη, το Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο ο Λαζόπουλος διατηρεί εξαιρετική σχέση. Ο Λάκης Λαζόπουλος γνωρίζει την εμβληματικότητα του Μ. Θεοδωράκη για τον κόσμο της αριστεράς. Τον έχει φιλοξενήσει στην εκπομπή του, αναφέρεται στη συνεργασία τους και την περιοδεία που έχει κάνει με την ορχήστρα του και πάντα επιφυλάσσει ξεχωριστή θετική αποδοχή στις δημόσιες παρεμβάσεις του διαβάζοντας ολόκληρες τις επιστολές που κατά καιρούς στέλνει ο Μίκης Θεοδωράκης. 96 Η χρήση των παραπάνω αναφορών θα μπορούσε να αποτελεί εργαλειακό χειρισμό συμβολικών μορφών και σχημάτων που καθόρισαν τη θέσπιση του λεγόμενου προοδευτικού χώρου στη χώρα (και ως ένα βαθμό την αξιοποίησε αριστοτεχνικά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου). Αυτόν το συμβολικό καθορισμό του χώρου της προοδευτικότητας ο Λαζόπουλος τον εμπλουτίζει με γεγονότα αποκαλυπτικά της κρατικής καταστολής και έγιναν τόσο επι κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ π.χ. δολοφονία Μιχάλη Καλτεζά όσο και επί ΝΔ π.χ. υπόθεση ζαρτινιέρα και πράσινα παπούτσια. Εμπεδώνει με αυτόν τον τρόπο την πεποίθηση πως κυβέρνηση (είτε ΠΑΣΟΚ-είτε ΝΔ), κράτος και παρακράτος ταυτίζονται και λόγω της κατασταλτικής τους μανίας χάνουν κάθε νομιμοποίηση και δε 96 Μάλιστα όπως αναφέρεται στο δικτυακό τόπο που διατηρεί ο μουσικοσυνθέτης (http://mikistheodorakisorchestra.gr/index.php?p=1_183) ανάμεσα στου συλληφθέντες μετά τα επεισόδια στην πορεία του Πολυτεχνείου στις 17/11/ 2009 ήταν και ο εγγονός του Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος δήλωσε πως δε συμμετείχε στην πορεία αλλά ετοιμαζόταν να πάει να παρακολουθήσει στο στούντιο το Αλ Τσαντίρι Νιούζ. Ήταν ουσιαστικά μια απόπειρα συμβολικής υπενθύμισης του ρόλου που είχε παίξει το Αλ Τσαντίρι Νιούζ στην υπόθεση με τα πράσινα παπούτσια και προειδοποίηση για ενδεχόμενη επιστράτευση των αντανακλαστικών αλληλεγγύης της εκπομπής σε τέτοιου τύπου συλλήψεις. 103 δικαιούνται να καθορίζουν τις τύχες των πολιτών τους οποίους ξυλοκοπούν, αδικούν, δολοφονούν. Αυτή η μεταδημοκρατική εκένωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από τα αριστερά αποτελεί μια από τις πολιτικές συνέπειες του λόγου του Αλ Τσαντίρι Νιούζ που μέσα από τη δημοφιλία του καταφέρνει να εμπεδώσει το μεταδημοκρατικό αίσθημα απαξίωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και στο λεγόμενο προοδευτικό χώρο που θα έπρεπε να παραμείνει δημοκρατικός. Ταυτόχρονα με την υπόδειξη του τέλματος ανοίγει το δρόμο για την όποια λύση η οποία δεν μπορεί να προέλθει από το απαξιωμένο κύκλο της αντιπροσώπευσης. Τοποθετεί με τον τρόπο αυτό την πολιτική έξω από το κοινοβούλιο. Μια τέτοια συνθήκη δεν συμβαδίζει με μια πολιτική κοινωνία και αφαιρεί τη δυνατότητα να προκύψει ένα πολιτικά δραστήριο λαϊκό υποκείμενο αφού αυτό μπορεί να προέλθει μόνο στο πεδίο της αντιπροσώπευσης. (Λακλάου, 2005, σ. 14) Ο τηλελαϊκισμός στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ κατασκευάζει ένα λαϊκό υποκείμενο το οποίο αναζητά λύση πέρα από την αντιπροσώπευση, στο κόμμα του «κανένα», στην αποχή, την απαξίωση της πολιτικής την οποία υπενθυμίζει με κάθε ευκαιρία, σε κάθε εκπομπή και σε κάθε συνέντευξη. Αυτή η στροφή πέρα και μακριά από το πεδίο της αντιπροσώπευσης μας παραπέμπει στη συζήτηση που έχει ανοίξει η Μουφ «Περί πολιτικού» όπου εντοπίζει πως απόψεις που ζητούν την επανεξέταση της φύσης και των σκοπών της πολιτικής είναι ευρέως διαδεδομένες στα ΜΜΕ και καθίστανται «κοινός νους» της εποχής μας. (Μουφ, 2008, σ. 45) 97 Ο βασικός στόχος αυτών των αντιλήψεων που συνιστούν την «μεταπολιτική» είναι η εξάλειψη του πραγματικού «εχθρού» που αποτελεί θεμελιακή έννοια τη δημοκρατικής πολιτικής και όπως θα δούμε στην περίπτωση μας η αντικατάσταση του με ένα υπερβατολογικό υποκείμενο που κατέχει τη θέση του εχθρού. Σε αυτό το σημείο παραπέμπουμε στο τελικό συμπέρασμα μας όπου περιγράφεται με ποιο τρόπο ο τηλελαϊκισμός (του Αλ Τσαντίρι Νιούζ αλλά και κάθε τηλελαϊκισμός) καταφέρνει να δράσει συναινετικά, να εξαφανίσει τον εχθρό αϋλοποιώντας τον, ο εχθρός καθίσταται υπερβατολογικό υποκείμενο και χάνει κάθε ένσαρκη υπόσταση (π.χ. ακόμη και στην περίπτωση που ο εχθρός είναι η αγορά, άρα ο καπιταλισμός αυτός δε διαθέτει ένσαρκη εκπροσώπηση αλλά μόνο υπερβατολογική π.χ. κεφάλαιο, καταναλωτισμός κ.α. ακόμη περισσότερο ενώ ξέρουμε ότι κάποιοι κρύβονται πίσω από την αγορά δε ξέρουμε το πρόσωπο τους). Επιπλέον ο Λαζόπουλος ενώ επικαλείται τη σάτιρα (προκειμένου να μη ελέγχεται) δεν την επιστρατεύει στις παρεμβάσεις του οι οποίες μοιάζουν με διαγγέλματα που ξεχειλίζουν από οργή. Δεν συνιστά σάτιρα η παρομοίωση του μεγάλου «χωρίς όρια» θυμού που βγάζει τους ανθρώπους στους δρόμους το Δεκέμβρη του 2008 με τη μεγάλη κλοπή του δημόσιου 97 Αυτή η φυσικοποιημένη και εμπεδωμένη αντίληψη οδηγεί στην εμφάνιση απόψεων περί «υποπολιτικής» σαν του Μπεκ που έχει κεντρική ιδέα ότι η κοινωνία της διακινδύνευσης αναζητά την πολιτική πέρα από το κοινοβούλιο, τα κόμματα και τα συνδικάτα. Σύμφωνα με αυτή την άποψη ότι ήταν πολιτικό στην βιομηχανική κοινωνία τώρα καθίσταται απολίτικο και ότι ήταν απολιτικό γίνεται πολιτικό προκειμένου να εκφράσει αιτήματα που τα παραδοσιακά κόμματα αδυνατούν να αντιληφθούν. (Μουφ, 2008, σσ. 49-50) Επίσης ο Γκίντενς μιλά για μια «πολιτική της ζωής» που πηγάζει από τις μεταβολές που η παγκοσμιοποίηση επιφέρει στο αναστοχαστικό προσωπικό σχέδιο της ζωής και της αυτοπραγμάτωσης που ο καθένας έχει θέσει ως υπαρξιακό σκοπό π.χ οικολογία, νέα αντίληψη απασχόλησης, ταυτότητα κ.α. 104 χρήματος από τους πολιτικούς αλλά πολιτική θέση. («Ποιος μπορεί να βάλει μεζούρα στο θυμό; Έχετε βάλει εσείς όριο στην κλοπή του δημοσίου χρήματος, που σας παρακαλάει ένας λαός τόσα χρόνια να σταματήσετε…») Σε αυτή και σε άλλες πολλές αναφορές και αναγωγές επιτίθενται στο σύνολο του πολιτικού κόσμου χωρίς να υπάρχει ούτε ένα στοιχείο σάτιρας, διακωμώδησης, υπαινιγμού, συμβολικού σχολιασμού. Ο λόγος είναι κυριολεκτικός, καταγγελτικός, φορτισμένος και καταδικαστικός, περιέχει την κατηγορία, την ετυμηγορία και την ποινή. Το κράτος γίνεται «μπουρδέλο», οι τριακόσιοι της βουλής γίνονται τριακόσιοι κουκουλοφόροι, οι θεσμοί απονοηματοδοτούνται και ο μόνος θεσμός που μένει ανέπαφος είναι αυτός του προέδρου της δημοκρατίας ο οποίος μεταπολιτευτικά σπάνια χτυπιέται από τα μίντια με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση του Σαρτζετάκη και την εμπλοκή του Κωστή Στεφανόπουλου στην υπόθεση με τα φρουτάκια στην Πάτρα. 1.3. Η απονευρωμένη νεολαία Το Αλ Τσαντίρι Νιούζ επιφυλάσσει ξεχωριστή θέση στους νέους. Ο Λ. Λαζόπουλος θεωρεί πως έχει κατανοήσει όσα αισθάνονται και είναι έτοιμος να τους υπερασπιστεί σε κάθε τους επιλογή. Όπως η σάτιρα έτσι και οι νέοι έχουν πάντα δίκαιο. Όμως η πατερναλιστική έγκληση του Αλ Τσαντίρι αντιμετωπίζει τους νέους με γονικό υπερπροστατευτισμό: «Γιατί το παιδί όσο και να το μολύνουμε, έχει καθαρή ψυχή και βλέπει το μέλλον και τα χάλια μας». Στο λόγο του Λαζόπουλου η νεολαία είναι σημαντική αλλά όχι ισχυρή. Ακόμη και τους πρωταγωνιστές της «εξέγερσης» του Δεκεμβρίου 2008 τους ονομάζει «πιτσιρίκια» : «Καταλαβαίνετε τώρα γιατί νωρίτερα ξεσηκωθήκαν τα πιτσιρίκια;». Επιχειρεί να την εκπροσωπήσει και να ερμηνεύσει τα συναισθήματα της. Ορίζει τους όρους της διαγενεακής διένεξης επιστρατεύοντας το μοτίβο του «λεωφορείου της ζωής», όπου οι παλιές γενιές έχουν καταλάβει τις θέσεις και δεν αφήνουν τους νέους να δείξουν τη δημιουργικότητα τους. Απευθύνεται στη δική του γενιά και περιγράφει την οπτική του: «Κύριε μου να σε ρωτήσω μεταξύ μας, τώρα που δεν ακούνε τα παιδιά. Είστε σίγουροι ότι εσείς που ηρεμήσατε, είναι πιο ωραία η ζωή σας; Είστε ευτυχισμένοι; Μπαίνουν στο σπίτι τα παιδιά και τα βλέπουν όλα καλά; Ή σας βλέπουν αγανακτισμένους από την κατάσταση, χρεωμένοι από τα δάνεια, απελπισμένοι πώς θα πληρώσουν τα φροντιστήρια, μ’ ένα μέλλον που δεν βλέπετε ούτε εσείς ούτε τα παιδιά σας;» για να φτάσει στην οδυνηρή και ακραία μετωνυμία «Κι έχουν γίνει τα σπίτια φυλακές απελπισίας, δεν το νιώθετε;». Εδώ είναι φανερό το μοτίβο της γενιάς που έχασε τον προορισμό της, που αφαίρεσε τη δυνατότητα για ένα καλύτερο παρόν και μέλλον στους νέους, η γενιά της μεταπολίτευσης που καθώς διαμόρφωσε τις νεοελληνικές συνθήκες απογοήτευσε και απογοητεύτηκε, διέψευσε τις ελπίδες και τώρα με τις επιλογές της αδικεί κατάφορα τα παιδιά της. Τα δύο γενεακά υποκείμενα είναι οι γονείς και τα παιδιά που δεν έρχονται όμως αντιμέτωπα αφού η τύχη των παιδιών είναι στα χέρια των γονιών. Οι νέοι στο λόγο του Λαζόπουλου δεν είναι χειραφετημένοι (όπως άλλωστε και ο ίδιος που συνεχίζει να επικαλείται τη μορφή της μητέρας του) αλλά παιδιά των γονιών τους οι οποίοι φέρουν την ευθύνη για τα δεινά των γόνων τους. Αυτή η αντίληψη πηγάζει από την προσωπική του θέση ως πατέρα της κόρης του την οποία επικαλείται για να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την έμφαση που δίνει στους νέους: «Συνεννοούμαι με το παιδί μου συνεννοούμαι και με τους άλλους, κακό είναι αυτό;». Ενώ εκθειάζει τις ακυρωμένες δυνατότητες και προσδοκίες των νέων ταυτόχρονα τους απονευρώνει και τους αντιμετωπίζει ως συλλογικό υποκείμενο η δράση του οποίου ετεροκαθορίζεται από τη δράση των γονιών τους. Με αυτή την έννοια στη περίπτωση του 105 Αλ Τσαντίρι δεν υπάρχει ο «νεολαιολαϊκισμός» όπως ονομάζει ο Γιώργος Κατσαμπέκης την υποκατάσταση του λαού από το συλλογικό υποκείμενο νεολαία στο λόγο του ΣΥΝ την περίοδο 2004-2009. 98 Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ήδη είχε απολαύσει την εφήμερη και ευρεία δημοσκοπική αποδοχή μετά την αλλαγή ηγεσίας και την ανανέωση που συμβόλισε το νεαρό της ηλικίας του Αλ. Τσίπρα και επιχείρησε να μετουσιώσει εκείνη την αποδοχή τοποθετώντας τη νεολαία στο κέντρο της πολιτικής του επιχειρηματολογίας και πρακτικής. 99 Όσοι συντέλεσαν σε εκείνη την επιλογή άσχετα από την έκβαση της διέθεταν βαθιά πίστη στις δυνατότητες που είχε η νεολαία να αλλάξει το πολιτικό τοπίο. Αντίθετα ο Λαζόπουλος επικαλείται μια νεολαία που ετεροκαθορίζεται από το αποτέλεσμα της δράσης των γονιών της. Ενώ διακηρύττει τη δημιουργική της δυνατότητα υπαινίσσεται πως η θέση που της αρμόζει πρέπει να της αποδοθεί από αυτούς που της τη στέρησαν. 100Ο Λαζόπουλος λοιπόν θαυμάζει τη νεολαία και τους νέους αλλά δεν πιστεύει στη δυνατότητα που έχουν να καθορίσουν την τύχη τη δική τους και τη τύχη της χώρας. Η νεολαία αποτελεί συμβολοποίηση της χαμένης ευκαιρίας της μεταπολίτευσης. Όσοι αποτελούν τον εχθρό , «οι βολεμένοι» (πολιτικοί, πολίτες, δημοσιογράφοι) υπήρξαν κάποτε οι πολλά υποσχόμενοι νέοι της γενιάς του πολυτεχνείου και της γενιάς της μεταπολίτευσης που δεν στάθηκαν στο ύψος των προσδοκιών που είχαν δομήσει. Θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε πως η νεολαία ιδεοτυπικά γοητευτική, χαρούμενη αποτελεί μια νοσταλγική συνθήκη για τον παρουσιαστή. Η νεολαία και οι νέοι χρησιμοποιούνται κυρίως ως υποκατάστατα της νεότητας, αυτήν εκθειάζει ο Λαζόπουλος και όχι τα υποκείμενα που την ενσαρκώνουν. Πίσω από το θαυμασμό του προς τους νέους υπάρχει ο θαυμασμός προς τη νεότητα ως σύμβολο του κάλους, της ορμής και της αθωότητας. 101 2. Διερευνώντας τον ελληνικό τηλελαϊκισμό Μέχρι τώρα στην εργασία μας θέσαμε το θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας, εντοπίσαμε τα κομβικά και συμπληρωματικά σημεία της συζήτησης περί τηλελαϊκισμού και την εντάξαμε στην ευρεία συζήτηση περί της πολιτικής και του πολιτικού. Επίσης φροντίσαμε να καταγράψουμε σημαντικές πτυχές του παραδείγματος μας τόσο σε μια διαχρονική προσέγγιση όσο και σε μια συγχρονική ματιά. Φροντίσαμε στη διάρκεια της παράθεσης των θεωρητικών σημείων (κομβικών και συμπληρωματικών) να είναι παρών το παράδειγμα μας και η πρώτη μορφή των συμπερασμάτων να τίθενται κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής. Την ίδια στάση κρατήσαμε και έναντι του πραγματολογικού μας υλικού όπου η πρώτη εκδοχή των μοτίβων που χαρακτηρίζουν το λόγο του Λαζόπουλου εντοπίζεται άμεσα. Στη συνέχεια θα προχωρήσουμε στη συνάρθρωση των ευρημάτων μας σε ένα 98 http://invenio.lib.auth.gr/record/113303/files/Diplomatiki%20-%20Populism%20%26%20Post- democrasy%20(Katsampekis%20Giorgos).pdf (σελ. 95) 99 Αυτή η υποκατάσταση επιχειρήθηκε να πραγματωθεί από το ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να συγκροτηθεί το δρων λαϊκό υποκείμενο που θα πρωταγωνιστούσε στην κινηματική και ριζοσπαστική του στροφή. 100 Στην πραγματικότητα μπορεί να μην έχει άδικο αφού στην ελληνική κοινωνία οι νέοι παραμένουν προσδεμένοι στην οικογένεια τους. Σύμφωνα με πρόσφατο ευρωβαρόμετρο μεταξύ άλλων διαπιστώνεται ότι το 84% των νέων ελλήνων 18-24 ζει στη γονεακή στέγη και εξαρτάται από αυτή. http://s.enet.gr/resources/article- files/patriko.pdf 101 Σύμφωνα με τον Τ. Έρικσεν ζώντας σε ένα κόσμο που κυβερνάται από τη στιγμή, η λατρεία της νεότητας ξεπηδά ως νοσταλγία παρελθοντικών στιγμών αλλά και ενός κόσμου όπου ο χρόνος ήταν αργός. (Eriksen, 2005, σσ. 199-200) Ενώ για τον L. Svendsen νεότητα και παιδική ηλικία αποτελούν εξιδανικευμένες κατηγορίες υποκειμένων/ιδιότητες στις οποίες τα μέσα και η διαφήμιση κατεξοχήν απευθύνονται. (Svedsen, 2006, σ. 227) 106 συνολικό κύκλο συμπερασμάτων αφού πρώτα ξεκαθαρίσουμε ορισμένες πτυχές της ελληνικής δημόσιας σφαίρας που αφορούν στη συζήτηση μας για τον τηλελαϊκισμό. 2.1. Ελληνική Τηλεοπτική Δημοκρατία Τα πολιτικά μοτίβα της μεταπολίτευσης, η αέναη μάχη μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού, ο υψηλός και καθημερινός πολιτισμός, η νεοελληνική πολιτική κουλτούρα, η πολιτική επικοινωνία, η θέση της τηλεόρασης στην ελληνική κοινωνία αυτά και άλλα πολλά στοιχεία θα μπορούσαν να συναρθρώνονται γύρω από μια κεντρική ιδέα που έχει τον τίτλο «Ελληνική Τηλεοπτική Δημοκρατία» και αφορά στην ελληνική εκδοχή του τηλελαϊκισμού. Αυτός ο όρος λαμβάνει αφορμή από τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει η τηλεόραση, τον τρόπο που επεμβαίνει με το τηλεοπτικό της λόγο (discourse) στην ελληνική δημόσια σφαίρα, 102 την εθνοποιητική της ισχύ, την πολιτική της σημασία και τον τρόπο με το οποίο δομεί το υπερβατολογικό υποκείμενο που ονομάσαμε «τηλέ- λαϊκή ελληνική ψυχή» ή «νεοελληνική ψυχή». Πριν προχωρήσουμε οφείλουμε να σχολιάσουμε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της χρήσης του όρου λαϊκισμός στην καθημερινή πρακτική και της χρήσης του όρου στην πολιτική θεωρία. Η λέξη «λαϊκισμός» στην ελληνική δημόσια σφαίρα (όπως συνέβη και αλλού) απέκτησε συγκεκριμένο νοηματικό και αξιολογικό φορτίο ώστε να χρησιμοποιείται καταγγελτικά ή πολεμικά. (Ταγκίεφ 2008, σ. 796) Αυτή η εκλαΐκευση του όρου και η μετάθεση του σε μια αγοραία αρνητικά φορτισμένη χρήση εμπεδώθηκε μέσω των τηλεπαραθύρων, των δημοσιογράφων και των πολιτικών που εμφανίζονται σε αυτά και προσέδωσε παρόμοια χρήση με τη μειωτική έκφραση «φασίστας». (Ταγκίεφ,2008, σ. 797) Η μειωτική εκδοχή του λαϊκισμού χρησιμοποιείται ως κατηγορία που περιγράφει την πλάνη, την περιρρέουσα υπαινικτική ατμόσφαιρα, την υπερ-απλούστευση, την απολυτοσύνη, τις καιροσκοπικές εγκλήσεις. Στην τηλεόραση όπου η παράθεση επιχειρημάτων, ο συναινετικός λόγος και η ουδετερότητα δεν αποφέρουν τηλεθέαση ο λαϊκισμός αντικατέστησε τον όρο δημαγωγία και απέκτησε χαρακτηριστικά θεάματος. 103 Μετά την ιδιωτικοποίηση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ ο όρος μεταναστεύει από τον τύπο στα τηλεοπτικά πάνελ. Στην τηλεοπτική διάλεκτο κανείς από τους θαμώνες των τηλεοπτικών στούντιο δεν αποδέχεται ότι είναι λαϊκιστής, χαρακτηριστικό που εκλαμβάνεται ως μομφή και κατά επέκταση κανένας από τους τηλεθεατές δεν αποδέχεται ότι γοητεύεται από κάποιο λαϊκιστή ή από ένα λαϊκίστικο λόγο. Η διάκριση μεταξύ λαϊκού και λαϊκίστικου είναι σαφής, κανείς δεν είναι λαϊκιστής αλλά όλοι θέλουν να είναι εκφραστές και μέλος του λαού, γοητεύονται από την λαϊκή κουλτούρα, τα λαϊκά αιτήματα, τον λαϊκό πολιτισμό, το γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν πως το σημαίνον λαϊκισμός που ευδοκιμεί στην τηλεόραση δεν έχει καμία σχέση με τον τηλελαϊκισμό που διερευνούμε και πολύ περισσότερο με την οντολογική κατηγορία λαϊκισμός (κατά Λακλάου) που υπάρχει στο θεωρητικό μας πλαίσιο. Μια λύση στο πρόβλημα της συνωνυμίας προκειμένου να συνεχίσουμε το συλλογισμό μας είναι να μετονομάσουμε τον λαϊκισμό των τηλεοπτικών παραθύρων σε «αγοραίο-δημαγωγικό λαϊκισμό» που προσιδιάζει με τη δημαγωγία. 102 Μια δημόσια σφαίρα που αναδύεται μέσα από τη «σύγκρουση», την αντιθετικότητα δηλαδή αυτό που ονομάζει η Μουφ «ανταγωνισμό» . (Marchart, 2008, σ. 254) 103 Στην ελληνική της εκδοχή αυτή η σύγκλιση αποτελεί κατάλοιπο την «πρωτοπασοκικής» περιόδου διακυβέρνησης 1981-1989 και εμφανίστηκε στον τύπο με κύριο εκπρόσωπο την εφημερίδα Αυριανή. 107 Όμως ο αγοραίος-δημαγωγικός λαϊκισμός όπως εμφανίζεται στον ελληνικό δημόσιο λόγο είναι κάτι παραπάνω από δημαγωγία. Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτό το « κάτι παραπάνω» θα προσφύγουμε στο μοτίβο που ονομάζει ο Ν. Μουζέλης «το ένα μέσα στο άλλο». Σύμφωνα με το σχήμα αυτό οι έλληνες έχουν διαχωρίσει τις πολλές εκδοχές της αλήθειας σε αυτές που μπορούν να λεχθούν και σε όσες δεν δικαιούνται να λέγονται και μένουν άρρητες. Οι έλληνες δηλαδή έχουν δώσει βάρος όχι στο ότι οι μη επιτρεπτές αλήθειες «όσες δε θέλουμε να ακούσουμε» ανταποκρίνονται σε μια πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπίσουν αλλά στο ότι εάν δεν λεχθούν δεν θα υπάρξουν, όχι απλά θα συγκαλυφτούν αλλά θα μείνουν ανύπαρκτες, καθώς γίνονται μη ορατές μετατρέπονται σε μη πραγματικές, ξορκίζονται. (Μουζέλης, 1994, σ. 67) Με αυτό το μοτίβο ο αγοραίος- δημαγωγικός λαϊκισμός των παραθύρων και των πολιτικών γίνεται «επιλογέας αληθειών», αποκρύπτει ξορκίζοντας όψεις της πραγματικότητας και προβάλει όσες φαντάζουν ευχάριστες ή χρήσιμες. Ο ελληνικός τηλεοπτικός λόγος καθίσταται αγοραία λαϊκίστικος με την έννοια αυτή (π.χ. ο τρόπος που αντιμετωπίζονται τηλεοπτικά τα μειονοτικά ζητήματα είναι ενδεικτικός του μοτίβου αυτού). Ενώ σε πρώτο επίπεδο θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως το Αλ Τσαντίρι Νιούζ σπάει αυτό το μοτίβο και αποκαλύπτει και δυσάρεστες αλήθειες 104, «λέει τα πράγματα με το όνομα τους», εμείς υποστηρίζουμε ότι συντελεί στο αντίθετο γιατί επιλέγει αλήθειες οι οποίες είναι κοινότυπες και χωρίζονται σε δύο δέσμες: 1. Τις θεαματικές τις οποίες μέσα στην κοινοτυπία τους, τις εξωραΐζει και τις επανανοηματοδοτεί π.χ. η παρουσίαση απόψεων περιθωριακών τηλεχαρακτήρων που ενώ τους γελοιοποιεί ταυτόχρονα τους νομιμοποιεί και τους εισάγει στη δημόσια σφαίρα. 2. Τις δυσάρεστες (προκαλώντας την ενθουσιώδη αντίδραση «πες τα χρυσόστομε!») που όμως είναι επανάληψη του αυτονόητου και του ήδη λεχθέντος π.χ. οι πολιτικοί είναι λαμόγια, οι δημοσιογράφοι είναι γραβατωμένα αποβράσματα. Οι κοινότυπες αυτές αλήθειες συναρθρωμένες συγκροτούν μια νέο-αλήθεια που μοιάζει αποκαλυπτική και πρωτάκουστη ( π.χ. η φράση «Θα πούμε τα πράγματα με το όνομα τους» που υπαινίσσεται ότι ως τώρα δεν λεγόταν με το όνομα τους). Χαρίζει με αυτό τον τρόπο στους τηλεθεατές τη ψευδαίσθηση ενός ανεστραμμένου dejavoo 105 όπου νομίζουμε ότι ακούμε για πρώτη φορά κάτι που έχουμε ξανακούσει και ξανασκεφτεί πολλές φορές. Αυτή η ψευδαίσθηση του «μη- ήδη λεχθέντος» αναπληρώνει το κενό που αφήνουν όσα δεν λέγονται. Σαν τα μικρά παιδιά που ακούνε το ίδιο παραμύθι κάθε βράδυ με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον το τηλεοπτικό κοινό ενθουσιάζεται με «μηρυκασμένες τηλεοπτικές αλήθειες» 106. Όσα ποτέ δε θα ειπωθούν καταδικάζονται στην ανυπαρξία δίνοντας μας τη δυνατότητα να συνεχίσουμε να ζούμε συλλογικά σε μια κοινωνικοπολιτική νεοελληνική αφασία. Επιπλέον η αγοραία χρήση των όρων λαϊκισμός-λαϊκιστής με την έννοια της υπεραπλούστευσης που παραπλανά, αποκρύπτει, παρασύρει και πληροφορεί αποσπασματικά αποτελεί μια ακόμη έκφανση του μοτίβου της ματαίωσης 107 που έχουμε προαναφέρει όπου ο λαϊκισμός της 104 Φτάνοντας σε ορισμένα σημεία να επιτίθεται ενάντια στον λαό εξ ονόματος του οποίου μιλά σε φράσεις όπως «είμαστε ένας κωλολαός». 105 «Ήδη ειδωθέν», η ψυχολογική εκείνη κατάσταση όπου θεωρούμε πως έχουμε ξαναδεί κάτι που αντικρίζουμε για πρώτη φορά. 106 Το όρο «μηρυκασμός» το δανειζόμαστε από το (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 241) 107 Κύματα κινητοποιητικής ελπίδας που ακολουθούνται από μελαγχολική ματαίωση και μας εκπαιδεύουν (με την έννοια του mind setting) να βλέπουμε ειδήσεις και να ψηφίζουμε κόμματα που δεν εμπιστευόμαστε. Να συμμετέχουμε δηλαδή σε διαδικασίες έχοντας επίγνωση ότι στερούνται ουσιαστικού νοήματος. 108 λαϊκής κυριαρχίας της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου καθώς ματαιώνεται καθίσταται λαϊκισμός της πλάνης, της δημαγωγίας και της απόκρυψης της αλήθειας. Η πολιτική σημασία της ελληνικής εκδοχής του αγοραίου δημαγωγικού λαϊκισμού είναι ότι συνδέει τον τηλελαϊκισμό (ως οντολογική κατηγορία) με τον εκφυλισμένο αγοραίο λαϊκισμό της δημαγωγίας. Πως τα καταφέρνει; Ο τηλελαϊκισμός (κατά Ταγκίεφ/Ματζολένι) προϋποθέτει τον αγοραίο δημαγωγικό λαϊκισμό ως συνδετική ύλη που (κατά το σχήμα του Λακλάου) συναρθρώνει σε μια αλυσίδα ισοδυναμίας τα επιμέρους αιτήματα. Το μήνυμα που αναδύεται ως μόνο, καθοριστικό και ηγεμονικό αίτημα στον ελληνικό τηλεοπτικό λόγο είναι η «αλλαγή», αίτημα που αποτελείται από τα εξής αιτήματα: αλλαγή του πολιτικού συστήματος, αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας και αλλαγή του εαυτού μας, του καθενός χωριστά. Πρόκειται για γενικόλογες, ακαθόριστες και νοηματικά ευρείες εγκλείσεις που μπορούν να προσληφθούν κατά το δοκούν αλλά όλες μαζί παγιώνονται ως το καθολικό αίτημα της «αλλαγής». Αποτέλεσμα όλοι να μιλάνε πια για το τέλος εποχής, το τέλος της μεταπολίτευσης, για μια νέα μεταπολίτευση, για εξάντληση των ορίων αντοχής του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. 108 Η αλλαγή αποτελεί το ηγεμονικό αίτημα που είναι ικανό να διχοτομήσει το κοινωνικό πεδίο στα δύο μόνο που παρατηρούμαι πως δεν υπάρχουν πρόθυμοι να ενταχθούν στη μια από τις δύο πλευρές, δεν υπάρχει κανείς πρόθυμος να ενταχθεί στην όχθη που θα υποστηρίξει τη μη-αλλαγή, τη συντήρηση ή καλύτερα τη διατήρηση των όρων της μεταπολίτευσης. 109Δεν υπάρχει μια πρόθυμη φωνή να ορίσει πως η προσχώρηση σε μια νέα μεταπολίτευση είναι αδύνατο να επισυμβεί από τη στιγμή που έχει εμπεδωθεί η πεποίθηση πως τα πράγματα «αν και πρέπει δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να αλλάξουν». Όταν οι αρχηγοί των κομμάτων που συνέθεσαν ένα από τα μακροβιότερα και σταθερότερα πολιτικά συστήματα μεταπολεμικά, το οποίο άντεξε για 35 χρόνια δεν είναι διατεθειμένοι να το υποστηρίξουν (ο καθένας για δικούς του λόγους) τότε ο λαϊκισμός εμφανίζει την εξής παραδοξότητα: όλοι οι ένσαρκοι δρώντες (πολιτικοί, ψηφοφόροι, πληροφορητές) είναι ενταγμένοι στο λαϊκό υποκείμενο που απαιτεί την αλλαγή και αποτελεί τον ένα πόλο του δίπολου ενώ στον άλλο πόλο συντάσσονται οι άυλοι και οι υπερβατολογικοί δρώντες: οι μισθοφόροι ψηφοφόροι και οι πολιτικοί, γενικώς, κανένας από αυτούς δεν διαθέτει συγκεκριμένο πρόσωπο και όνομα, κανένα από τα υποκείμενα του πόλου που καταγγέλλεται δεν διαθέτει ένσαρκη εκδοχή που να γίνεται καθολικά αποδεκτή από το λαϊκό υποκείμενο. Στο σχήμα που περιγράφουμε προκύπτει ένα ψευδο-δίπολο, μια ψευδο-διχοτόμηση όπου το λαϊκό υποκείμενο αποσπά όλους όσοι συμμετέχουν στη διαμόρφωση μιας βιωμένης πραγματικότητας την οποία ενώ συνδιαμορφώνουν λένε ότι επιδιώκουν να την αλλάξουν χωρίς όμως να κάνουν κάτι προς αυτή την κατεύθυνση. Απέναντι από το λαό ο εχθρός που αϋλοποιείται, μένει 108 Είναι χαρακτηριστικό αφιέρωμα με τίτλο «Πως θα βγούμε από την κρίση;» που κάνει η Ελευθεροτυπία την Κυριακή 19 Μαΐου 2010, στο οποίο απαντούν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί των κοινοβουλευτικών κομμάτων καθώς και ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ και της Ακαδημίας Αθηνών. Όλοι συμφωνούν στην ανάγκη αλλαγής αποδεχόμενοι τους όρους της κρίσης. Οι απαντήσεις τους (που είναι έως 200 λέξεις) δίνουν την ίδια λύση, στο ίδιο ερώτημα έχοντας όμως ο καθένας κατά νου διαφορετικές αιτίες της κρίσης τις οποίες δεν μπορεί να αναπτύξει στις 200 λέξεις που διαθέτει. Αυτή η σύγκλιση των απαντήσεων σε μια και μόνη λύση, την «αλλαγή» είναι πανταχού παρούσα, στην τηλεόραση, το καφενείο, τις συζητήσεις και στις παρέες. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 19/5/2010 http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=160161 109 Αυτή η σύμπτωση στην εκτίμηση του αποτελέσματος αποτελεί μια ένδειξη τηλεπραγματικότητας που έχει καταστεί αδιαμφισβήτητη νέο-πραγματικότητα και υιοθετείται μέσω της οδού των ΜΜΕ από όλους τους αρχηγούς κομμάτων. 109 ακαθόριστος και άρα ανύπαρκτος. Ο φανταστικός εχθρός που ποτέ δεν ονομάζεται, τα ειδικά δικαστήρια που αθωώνουν, οι προανακριτικές που απαλλάσσουν, τα «στοιχεία που ποτέ δεν καταλήγουν στον εισαγγελέα», η έλλειψη αυτοκριτικής όπου πάντα φταίει κάποιος άλλος, η αδυναμία ανάληψης οποιασδήποτε ευθύνης έστω και πολιτικής, είναι το μοτίβο των φανταστικών μύλων που μάχεται ο Δον Κιχώτης/η φανταστική «νεοελληνική τηλε-λαϊκή ψυχή». Ο Λάκης Λαζόπουλος γίνεται η φωνή της ψυχής που ασφυκτιά, η φωνή του Δον Κιχώτη που έχει το ακαταλόγιστο, καυτηριάζει όλα όσα αποτελούν αποτέλεσμα και της δικής του δράσης σαν να μη τον αφορούν. 110 Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να αξιολογήσουμε είναι ότι ο Λαζόπουλος δεν επιδιώκει να γίνει πολιτικός, ούτε μιλά ως πολιτικός αλλά αρκείται στο να ενσαρκώνει τη φωνή του Δον Κιχώτη. Άρα ο τηλελαϊκισμός του Αλ Τσαντίρι Νιούζ δε στοχεύει στην κατασκευή ενός ηγέτη όπως συνέβη στην Ιταλία ή στην Αμερική ή στην Λατινική Αμερική. Οριοθετεί αυστηρά τη δράση του στην τηλεοπτική οθόνη και δεν επιβεβαιώνει τον Ταγκίεφ που όταν μιλά για τηλελαϊκισμό έχει στο μυαλό του έναν τηλεγενή ηγέτη ο οποίος θα μπορούσε να ήταν ο Βγενόπουλος (τα χαρακτηριστικά του οποίου ταιριάζουν καλύτερα στον ιδεότυπο του τηλέ- ηγέτη του Ταγκίεφ). Στο Αλ Τσαντίρι Νιούζ δεν έχουμε ηγέτη αλλά έχουμε ένα τηλέ- χαρακτήρα που απευθύνεται σε μια φανταστική «κυρία» και εκφράζει τους Αλ Τσαντιριώτες και τις Αλ Τσαντιριώτισες, προσλαμβάνει τη δράση του με όρους τηλεοπτικούς, αναπαραστατικούς και απομακρύνεται από τη «πραγματικότητα» την οποία όμως σχολιάζει με λόγο καταγγελτικό και κυριολεκτικό. Όταν ο Λαζόπουλος αναφέρεται στο πολιτικό σύστημα δε «παίζει» αλλά κυριολεκτεί. Καθώς ο Λαζόπουλος αρνείται να γίνει πραγματικός ηγέτης (παραμένει τηλε-ηγέτης) στερεί από το κοινό του τη δυνατότητα να γίνει «λαός» (παραμένει τηλε-λαός) πέρα και έξω από τη διαδικασία της εκπομπής. Έτσι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα ανολοκλήρωτο τηλελαϊκισμό που αυτό-τοποθετείται στο πλαίσιο της τηλεπραγματικότητας. Αυτός ο τηλελαϊκισμός καθώς εκτονώνει βαθιά αισθήματα και πάθη του κοινού ματαιώνει κάθε ελπίδα που ο ίδιος γεννά, ενώ οργίζεται υποχωρεί και κλείνεται στο καβούκι του, κάνει την αδυναμία του συστολή και αναχωρητισμό. Όπως επισημαίνει ο Ν. Δεμερτζής (μιλώντας για τη μνησικακία) δεν μετατρέπει τα αρνητικά συναισθήματα, την οργή, το μίσος, την εκδικητικότητα σε ορμή αλλά σε θετικά συναισθήματα του εαυτού όπως η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η συγκατάβαση. (Δεμερτζής & Λίποβατς, 2006, σ. 120) Καθώς εκτονώνει λεκτικά τα αρνητικά συναισθήματα η οργή και ο θυμός μεταλλάσσονται σε συμβιβασμό και ματαίωση. 111 Αυτή η ματαίωση μπορεί να οδηγήσει το ψηφοφόρο σε υιοθέτηση όλο και περισσότερο 110 Για αυτό και μια φράση όπως αυτή του Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε» δεν βρίσκει πρόθυμους να την αποδεχτούν και να συμφωνήσουν μαζί της. Ο πολιτικός ζητά συνενόχους και ο πολίτης δεν αναλαμβάνει τις όποιες ευθύνες του αναλογούν. 111 Αυτό το σχήμα θα μπορούσε να μας παραπέμπει στην έλξη που ασκεί η μετριοπάθεια στους έλληνες ψηφοφόρους. Σύμφωνα με έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε. η ιδέα της μετριοπάθειας σε όλα τα κόμματα κατέχει ποσοστά πάνω από το 50%: ΠΑΣΟΚ 66,6%. ΝΔ 56,6%, ΚΚΕ 61,5%, ΣΥΝ 56,1% και ΛΑΟΣ 62,3%. (Βερναρδάκης, 2005, σσ. 57-81)Μια από τις προοπτικές της έρευνας μας θα μπορούσε να είναι η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της ιδιωτικοποίησης των ηλεκτρονικών ΜΜΕ με τη μεταβολή της πολιτικής αυτοπεποίθησης και των στάσεων των ελλήνων ψηφοφόρων που οδήγησε σε περισσότερο μετριοπαθείς τοποθετήσεις. 110 ορθολογικών αντιλήψεων και επιλογών, επιβεβαιώνοντας θεωρίες όπως αυτή της «ορθολογικής επιλογής». 112 Όπως ο Λαζόπουλος έτσι και οι άλλοι τηλέ-σατιριστές 113 (Ράδιο Αρβύλα, Ελληνοφρένεια, Όλα) καθώς μεταδίδουν βιντεάκια παρόμοια με αυτά που μεταδίδει και το Αλ Τσαντίρι σχολιάζουν την τηλεπραγματικότητα και την καθιστούν πραγματικότητα. Εκτείνουν την κριτική τους σε όλο το πολιτικό φάσμα. Δεν ενδιαφέρονται να κατασκευάσουν κάποιο μεσσία, αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να υπενθυμίσουν την ισχύ της τηλεόρασης που ως μέσο (ενώ αποκρύπτει ότι είναι το μήνυμα) ζητά να αλλάξει το πολιτικό σύστημα. Από την άλλη το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποδέχεται τη δεσποτεία της τηλεόρασης και προσφεύγει σε αυτή αντιμετωπίζοντας τη ως κριτή-εγγυητή της διαφάνειας, μέτρο της ορθολογικότητας και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Πολιτικά κόμματα, επιχειρηματικός κόσμος, πολίτες και πολιτικοί επιτρέπουν στον τηλεοπτικό λόγο να ηγεμονεύσει στη δημόσια σφαίρα και να τη καθορίζει με debate, δημοσκοπήσεις, δελτία ειδήσεων αλλά και σόου. Σταχυολογώ μερικά πρόσφατα παραδείγματα για να γίνει κατανοητή αυτή η αντίληψη: Η Αυγή στις 27 Σεπτεμβρίου 2009, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, στο εκδοτικό της σημείωμα θεωρεί πως η ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται από την καλή εμφάνιση του Τσίπρα στο debate 114. Λίγο μετά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που προκύπτει, από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου «υλοποιεί» τις προεκλογικές της δεσμεύσεις για διαφάνεια και μεταδίδει ζωντανά τα Υπουργικά συμβούλια για να προχωρήσει την τηλεοπτικοποίηση της διακυβέρνησης της ένα χρόνο μετά με τη διακαναλική συνέντευξη/διάγγελμα του πρωθυπουργού. Το ΚΚΕ στις 24 Νοεμβρίου του 2009 ζητά τη ζωντανή μετάδοση του διάλογου για το ασφαλιστικό για να μάθει ο λαός τις απόψεις του κάθε κοινωνικού εταίρου 115. Την ίδια εποχή η ΝΔ προχωρά σε εκλογή νέου αρχηγού από το λαό-τη βάση-τον τηλεθεατή που συμμετέχει στη ζύμωση μέσα από ζωντανές μεταδόσεις των διαδικασιών. Χαρακτηριστική είναι επίσης η στάση των σατιρικών εκπομπών έναντι της Ντ. Μπακογιάννη αυτή την περίοδο που κρίνει μέρος του αποτελέσματος. Το ΛΑΟΣ αξιοποιεί καθημερινά την 112 Τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής οι πολιτικοί επιστήμονες τη δανείστηκαν από τους οικονομολόγους υποστηρίζοντας πως ο ψηφοφόρος αποφασίζει ορθολογικά να ψηφίσει εκείνο το κόμμα που φαίνεται πιθανότερο ότι θα προωθήσει τους σκοπούς που ο ίδιος προτάσσει. Το κόμμα γίνεται προϊόν και επιλέγεται με παρόμοιους όρους οφέλους όπως τα προϊόντα. Άλλες παράμετροι όπως η κοινωνική (ταξική), η επαγγελματική, η ιδεολογική θέση του ψηφοφόρου θωρούνται μικρότερης σημασίας. (Λαβδάς, 2004) Αυτή η προσέγγιση παραπέμπει στον κυνισμό ως ιδεολογία όπως τον ορίζει ο Ζίζεκ. (Ζίζεκ, 2006) 113 Και οι άλλες εκπομπές που ανήκουν στο είδος της τηλεοπτικής σάτιρας εκφέρουν το ίδιο ηγεμονικό αίτημα της αλλαγής του πολιτικού συστήματος που εκφέρει το Αλ Τσαντίρι Νιούζ. Το Ράδιο Αρβύλα απευθύνεται στο νεανικό κοινό. Μοιάζει με τηλεοπτικό ΚΨΜ όπου τα αγόρια σχολιάζουν τα πάντα με σεξιστική διάθεση, καλούν το κοινό να συμμετέχει στέλνοντας βίντεο (και όχι ζωντανά στο στούντιο) τα οποία προβάλουν. Κάθε φορά που σοβαρεύουν μιλάνε ως νέοι εκ μέρους των νέων και με λόγο ανάλογο με αυτό του Λαζόπουλου τοποθετούν τα αίτια της κοινωνικό-πολιτικής κρίσης μακριά και έξω από τους ίδιους εμβαθύνοντας την απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Στην «Ελληνοφρένεια» του ΣΚΑΪ ήδη από το τίτλο έχουμε την αποδόμηση της νέο- ελληνικότητας. Κεντρική φιγούρα ένας Τσολιάς ο οποίος ως μετωνυμία του «λαού» βγάζει μόνο άναρθρες κραυγές και φωνάζει συνθήματα. Εμφανώς επηρεασμένοι από τους Μόντι Παίθονς οι αφανείς συντελεστές της εκπομπής αυτής δηλώνουν με κάθε τρόπο πως η πολιτική πραγματικότητα είναι τόσο αστεία από μόνη της που δεν χρειάζεται περεταίρω σχολιασμού. Αντιστρέφουν μάλιστα την ελληνική σημαία στο σήμα της εκπομπής τους και στέλνουν το μήνυμα της πλήρους απαξίωσης της νεοελληνικής δημοκρατίας. Στην περίπτωση του Όλα με τον Θέμο Αναστασιάδη που αποτελεί την πιο ακραία εκδοχή των σατιρικών αυτών εκπομπών η πολιτική έχει καταστεί ανέκδοτο και σχολιάζεται με συνθήματα τυπωμένα στα μπλουζάκια που φορά ο παρουσιαστής. 114 Αυγή, 27/9/09, σελ.2 «Η νίκη του αριστερού πολίτη» 115 http://www.nostyle.gr/?p=6808 111 υφολογική του σύγκλιση με την ιδιωτική τηλεόραση καθώς διαθέτει αρχηγό και βουλευτές που έχουν παρουσιάσει ή συνεχίζουν να παρουσιάζουν εκπομπές. Τέλος το ΕΣΡ καλεί σε απολογία τηλεοπτικούς σταθμούς που στα δελτία ειδήσεων τους προβάλλουν τα κόμματα της Αριστεράς σε ποσοστό μικρότερο από τη κοινοβουλευτική τους αντιπροσώπευση, υλοποιώντας το νόμο που αντιστοιχεί την κοινοβουλευτική παρουσία σε τηλεοπτική παρουσία και δημιουργεί συνθήκες για τη σύγχυση των δύο πεδίων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ακούγεται λογική η πρόσληψη της τηλεθέασης του Αλ Τσαντίρι Νιούζ με όρους πολιτικής εκπροσώπησης. Πολιτικό και τηλεοπτικό πεδίο στο δημόσιο λόγο της χώρας μας μοιάζουν να διαθέτουν ασαφή όρια μεταξύ τους και οδηγούν στην «Ελληνική Τηλεοπτική Δημοκρατία» 3. Μια πρώτη προσπάθεια ενός ορισμού για τον τηλελαϊκισμό Σε αυτό το σημείο της εργασίας μας είμαστε σε θέση να επιχειρήσουμε έναν ορισμό του τηλελαϊκισμού. Πρόκειται για το λαϊκισμό των ΜΜΕ (με προεξάρχουσα την τηλεόραση) όπου το πρώτο συνθετικό «τηλέ» δεν αφορά μόνο στην τηλεόραση αλλά στην «εξ αποστάσεως» οικοδόμηση του λαϊκού υποκειμένου και την υπόδειξη του αντίπαλου πόλου. Ο «τηλελαϊκισμός» προϋποθέτει τη παραποίηση της φύσης της λειτουργίας της διαμεσολάβησης που τα μέσα επιτελούν και τη μεταμόρφωση της σε τηλέ-εγγύτητα και τηλέ-οικειότητα. Πρόκειται για μια προσομοίωση της αμεσότητας όπου όμως η τοπικότητα, η επαφή και το αδιαμεσολάβητο βίωμα, η γεγονική εμπειρία απουσιάζουν. Άρα, ο όρος τηλελαϊκισμός αποτελεί «μεταφορά» ικανή να μας κάνει να κατανοήσουμε το ανοίκειο νέο παράδειγμα διχοτόμησης του κοινωνικού πεδίου όπου ο ένας πόλος συγκροτείται από ένσαρκα υποκείμενα και ο άλλος από υπερβατολογικά. Τόσο όμως τα ένσαρκα δρώντα υποκείμενα που αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή έμβια υπόσταση της ζωής 116 όσο και τα υπερβατολογικά υποκείμενα έχουν υποστεί μέσω του τηλελαϊκισμού τη διαδικασία της «εικονικοποίησης». 117 Πρόκειται για την κατεξοχήν καταστατική λειτουργία του τηλελαϊκισμού που στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού μετατρέπει τις κοινωνικές σχέσεις και τα άτομα σε εικόνες/είδωλα. 118 Η πολιτική σημασία του τηλελαϊκισμού έγκειται στο ότι θέτει το αίτημα όχι μόνο για επιστροφή της συγκρουσιακότητας στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο (όπως η Μουφ επιθυμεί) αλλά και επιστροφή της ένσαρκης πραγμάτωσης του διπόλου που πρωταγωνιστεί στη συγκρουσιακότητα αυτή. 116 Μια από τις μελλοντικές προοπτικές της έρευνας μας είναι η διερεύνηση του ένσαρκου υποκειμένου στο πλαίσιο της βιοπολιτικής και της σχέσης του με το «έμβιο ον» φορέα της «γυμνής ζωής» που κατά τον Τ. Αγκάμπεν «με τη γέννηση της νεωτερικής δημοκρατίας…. παρουσιάζεται όχι πλέον ως αντικείμενο, αλλά ως υποκείμενο της πολιτικής εξουσίας». (Σταυρακάκης, 2009) 117 Εδώ θα μπορούσαμε να θυμηθούμε την έννοια της δυνητικότητας που αναφέρεται στην «Αυτοκρατορία» η οποία καθώς επιδιώκει να γίνει πραγματική καθίσταται κενό κέλυφος ή παράσιτο. (Hardt & Negri, 2002, pp. 473-477) 118 Κατά το σχήμα της μαρξικής «πραγμοποίησης» που στις συνθήκες του καπιταλισμού μετέτρεψε τις κοινωνικές σχέσεις σε πράγματα. (Τερζάκης, 2009) 112 Εδώ είναι χρήσιμη η αποσαφήνιση της χρήσης των εννοιών του υπερβατολογικού, του εικονικού, του πραγματικού και του ένσαρκου. Το εικονικό με το πραγματικό δεν αποτελούν αντιθετικό ζεύγος γιατί όπως περίφημα εξηγεί ο Ζίζεκ το εικονικό καθίσταται πραγματικό μέσα από τις λειτουργίες που επιτελεί και τα αποτελέσματα των λειτουργιών αυτών. (Wright, 2004) άρα το εικονικό αποτελεί μια ποιότητα του πραγματικού που μεταξύ άλλων και τα μέσα της ενημέρωσης μπορούν να παράγουν Π.χ. η λεγόμενη εικονική οικονομία των χρηματαγορών είναι πραγματική τόσο μέσα από τη κρίση που επέφερε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και από τα κέρδη που παρήγαγε στο παρελθόν. Εμείς στο αντίποδα του εικονικού που μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετική μορφή 119 δεν θέτουμε το πραγματικό αλλά το ένσαρκο ως εκείνη την οντολογική κατηγορία που είναι ικανή να αντιπροσωπεύσει το χειροπιαστό, το έμβιο, το πραγματικά πραγματικό. Πίσω από αυτή την ιδέα κρύβεται η αναρώτηση για τη πολιτική σημασία του σώματος (ζωντανή σάρκα) που είναι ικανό να παράγει μέσα από τη ισχύ του μεγάλη πολιτική αξία. Π.χ. τι νόημα θα είχαν οι επιθέσεις της 11η Σεπτεμβρίου χωρίς τους νεκρούς, τις ιστορίες τους, τα σώματα που έπεφταν στο κενό. Χρειάστηκαν τα σώματα για να παραχθούν συμβολικά, φαντασιακά και πραγματολογικά υλικά που προσδιόρισαν τις έννοιες της τρομοκρατίας, του εχθρού, του πολέμου, της αποστολής, του πολιτισμικού χάσματος κ.οκ. Το εικονικό παρήγαγε το υπερβατολογικό υποκείμενο π.χ. «τα θύματα των επιθέσεων», «οι τρομοκράτες ισλαμιστές» κ.α. Φαίνεται λοιπόν πως τα σώματα (των τρομοκρατών και των θυμάτων) έδωσαν εικόνες που κίνησαν τα νήματα του εικονικού, του υπερβατολογικού και του πραγματικού. Κανένα από αυτά δε διαθέτει κάποια αξιολογική ή ιεραρχική ανωτερότητα απλά αποτελούν διαφορετικές ποιότητες του ένσαρκου βιώματος. Με αυτή την έννοια το ένσαρκο είναι το πρωτογενές υλικό που είναι ικανό να παράγει το πραγματικό, το εικονικό και το υπερβατολογικό που αποτελούν δευτερογενή προϊόντα. Επιστρέφουμε όμως στο τηλελαϊκισμό όπου για να γίνει περισσότερο κατανοητό το τελικό μας επιχείρημα θα πρέπει να ορίσουμε σε τι διαφέρει αυτό το ανοίκειο νέο παράδειγμα από τον κλασσικό εθνικολαϊκισμό ή κοινωνιολαϊκισμό: 1. Αποδέχεται τη ιδέα της διαμεσολάβησης ως πυρηνικό χαρακτηριστικό του, δεν την αποκρύπτει αλλά με τη χρήση τεχνικών μέσων την εξισώνει με αμεσότητα. Ο τηλελαϊκισμός πηγάζει από τεχνολογία που δημιουργεί ψευδο-οικειότητα, ψευδο- αμεσότητα, ψευδο-εγγύτητα. Χρησιμοποιεί μέσα και τεχνικές που χωρίς να απαρνιούνται την απόσταση (μεταξύ μηνυμάτων και κοινού και μεταξύ των μελών του κοινού ) τη θέτουν σε δεύτερο πλάνο. 2. Διαθέτει ιδεολογία η οποία δεν εκφράζεται με λεκτικά σχήματα αλλά με τον τρόπο ζωής. Τα υποκείμενα που επηρεάζονται από τον τηλελαϊκισμό ενσαρκώνουν αυτή τη ιδεολογία που σε πρώτο επίπεδο μοιάζει να είναι η ιδεολογία της αγοράς και της κατανάλωσης (αφού οι πολίτες έχουν καταστεί καταναλωτές). Μαζί όμως με την ιδεολογία της αγοράς που αναπαράγεται συνειδητά ή ασυνείδητα από τους καταναλωτές/τηλεθεατές υπάρχει η ιδεολογία των μέσων. Μέσα από την αδιάκοπη, συνεχή, αέναη παραγωγή μηνυμάτων ουσιαστικά αναπαράγουν την ύπαρξη τους και εμπεδώνουν την ισχύ τους. Το μέσο μιλά μέσα από τα μέσα. Σε αντίθεση με άλλες αναπαραστατικές τεχνολογίες (όπως η φωτογραφία ή το σινεμά) 119 Ο Ζίζεκ διακρίνει τρείς τύπους εικονικού, το συμβολικό, το φαντασιακό και το πραγματικό εικονικό. 113 που υπήρξαν ανοικτές σε πλήθος ετερόκλητων ιδεολογικών χρήσεων (από το φασισμό ως τον κομουνισμό), τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης-ψυχαγωγίας 120 δεν παρέχουν όρους αισιοδοξίας ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διαφορετικό λόγο, με διαφορετική ιδεολογία από αυτή των αγορών. Κάθε ιδεολογικός λόγος που προσφεύγει στα μέσα μολύνεται από την ιδεολογία του τηλελαϊκισμού. 3. Η ιδεολογία των μέσων είναι αντιδημοκρατική και μεταδημοκρατική. Αντιδημοκρατική γιατί οι επιδιώξεις τους συγκρούονται με αυτές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας την οποία εκκενώνουν από κάθε περιεχόμενο. Καθιστούν τη δημοκρατία ανίκανη να ανταποκριθεί στο ρόλο της αντιπροσώπευσης. Μεταφέρουν την αντιπροσώπευση εκτός του πεδίου της δημοκρατίας π.χ. στα τηλεοπτικά στούντιο και τις εταιρείες δημοσκοπήσεων. Απομακρύνουν τα ατομικά υποκείμενα από την πολιτική. 4. Η ιδεολογία των μέσων είναι εκσυγχρονιστική. Όταν πλησιάζουν την παράδοση καταφέρνουν να την μεταλλάξουν και να την εκσυγχρονίσουν. Η παράδοση που περνά από την επεξεργασία των μέσων μοιάζει να επιβιώνει αλλά αυτό που επιβιώνει είναι η διασκευασμένη και φιλτραρισμένη εκδοχή της. Εικονικοποιώντας την παράδοση την αδειάζουν από το φορτίο της. Σε αυτό το σημείο θα λέγαμε πως ο ανεστραμμένος συγκρητισμός που διακρίνει στην ελληνική πολιτική κουλτούρα ο Ν. Δεμερτζής τη δεκαετία του ‘80(τον οποίο τον προαναφέραμε στο θεωρητικό μας κεφάλαιο) μετά την επικράτηση των ιδιωτικών μέσων έχει αμβλυνθεί και δεν αποτελεί πια νίκη/επιμονή/επιβίωση της παράδοσης μέσα από τον εκσυγχρονισμό (π.χ. η ιδέα του χωριού στις διαφημίσεις, στα σήριαλ και στο λόγο του Λαζόπουλου). 5. Καθώς ο τηλελαϊκισμός καθίσταται ιδεολογία συγκροτεί ένα νέο έθνος/τηλεοπτικό κοινό δηλαδή ένα τηλε-έθνος με εθνοποιημένο χαρακτηριστικό τον κατακερματισμό. Αυτόν τον κατακερματισμό τον εμβαθύνει, τον κατευθύνει και τον ανασυγκροτεί adhoc δημιουργώντας την αίσθηση μιας πληρότητας που επιτυγχάνεται με διαρκώς ανακυκλούμενο αλλά πάντα ρέον συμβολικό και φαντασιακό υλικό. 6. Έτσι ο τηλελαϊκισμός αποτελεί πραγμάτωση της ροής που χαρακτηρίζει τα μέσα. Αυτή η ρευστότητα διαχέεται στην οικοδόμηση των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων που ανακλαστικά μετατρέπουν την ταυτότητα σε είδωλο (που πιθανά να μη αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο πρωτότυπο). 7. Αυτά τα είδωλα καλούνται να ζήσουν σε μια επικαθορισμένη επιλεκτική πραγματικότητα, την τηλέ-πραγματικότητα. Αφού τα σύνορα μεταξύ βίου και τηλεπραγματικότητας δεν είναι σαφή και ορατά. Ο τηλελαϊκισμός με βάση τον παραπάνω συλλογισμό καθίσταται πυρηνικό στοιχείο της φύσης των μέσων ή καλύτερα είναι η φύση των μέσων. Ο Ματζολένι όταν εξισώνει τη μεσοκαθορισμένη πολιτική (media politics) με τον λαϊκισμό (populist politics) παράγει τους όρους για την εξίσωση της φύσης των μέσων με το τηλελαϊκισμό. Με αυτήν την έννοια ο τηλελαϊκισμός δεν αντιπροσωπεύει κάποια ποιότητα που έχει εγκατασταθεί στα ΜΜΕ ως 120 Εδώ διευκρινίζουμε πως όταν μιλάμε για μέσα αναφερόμαστε στα ιδιωτικά μέσα της αγοράς που ηγεμονεύουν στις εθνικές δημόσιες σφαίρες αλλά και στα παγκόσμια δορυφορικά μέσα που τροφοδοτούν λόγω της ηγεμονικής τους θέσης τα τοπικά μέσα με μηνύματα, ιδέες, αντιλήψεις, πληροφορίες. 114 παρέκκλιση αλλά αποτελεί πάγιο χαρακτηριστικό τους που τώρα αποκαλύπτεται. Δεν υπάρχει αμόλυντο από τον τηλελαϊκισμό ιδιωτικό μέσο, ή καλύτερη δεν υπάρχει μέσο χωρίς τηλελαϊκισμό. Όταν μιλά ο Λαζόπουλος εμφανίζεται ο αγοραίος-δημαγωγικός λαϊκισμός σε πρώτο επίπεδο, ενώ ο (οντολογικά οριζόμενος) τηλελαϊκισμός επιτελεί τις λειτουργίες του σε δεύτερο επίπεδο. Δεν αποτελεί χαρακτηριστικό ιδίωμα ενός λόγου που σχετίζεται μόνο με τον Λαζόπουλο, αν βουτήξουμε στα εσωτερικά στρώματα των (πολλαπλών) μηνυμάτων τότε αποκαλύπτεται ότι μιλά το μέσο της τηλεόρασης μέσω του Λαζόπουλου και σε τελική ανάλυση μιλά η ίδια η αγορά και η ιδεολογία της. Στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού και των (λαϊκών) ιδιωτικών ΜΜΕ ο πυρηνικός τηλελαϊκισμός των μέσων αυτό-αποκαλύπτεται (γίνεται εμφανής), τα μέσα φανερώνουν τη φύση τους, ξεγυμνώνονται από τις περιφρουρητικές, ενημερωτικές, ψυχαγωγικές κ.α. λειτουργίες τους. Δεν αδυνατούν να κρύψουν τον τηλελαϊκισμό τους αλλά αδιαφορούν για τη συγκάλυψη του. Η εμφάνεια του τηλελαϊκισμού είναι το μήνυμα, ένα μήνυμα κυριαρχίας. Ενώ ο τηλελαϊκισμός μπορεί να παράγει ένα ηγέτη, ένα τηλεγενή μεσσία δεν είναι αυτή η επιδίωξη του. Η υφολογική σύγκληση του νεολαϊκισμού και του μιντιολαϊκισμού επέτρεψε να παραχθούν τηλεγενείς ηγέτες οι οποίοι όμως στη συνέχεια έχασαν τη γοητεία και την ισχύ τους αφού ήταν αδύνατο να ανταποκριθούν στις προσδοκίες που εξέθρεψαν μέσω (και εξαιτίας) των ΜΜΕ. Η αίσθηση της διάψευσης είναι καθημερινή και συνεχής (αφού ο τηλεθεατής δεν καταφέρνει να εμπεδώσει την κοινότητα/ταυτότητα/ενότητα/πληρότητα που το μέσο του υπόσχεται) και παράγει το κυρίαρχο ηγεμονικό συναίσθημα της ματαίωσης. Εν κατακλείδι ο τηλελαϊκισμός αποτελεί τον λαϊκισμό της ματαίωσης και είναι ικανός να εμπεδώσει τη δεσπόζουσα πια πεποίθηση ότι «τα πράγματα αν και πρέπει δεν μπορούν και δεν πρόκειται να αλλάξουν». Επιπλέον ο τηλελαϊκισμός δεν υπακούει σε καμία τοπικότητα αφού η υπαρξιακή του συνθήκη είναι η εκμηδένιση των αποστάσεων χωρικών, ψυχικών και συναισθηματικών και τοποθετεί το σύνολο του κοινωνικού πεδίου σε ένα επανεπινοημένο τόπο που προσιδιάζει στο παγκόσμιο χωριό. Ο κοινοτισμός που παράγει (παρέχοντας την αίσθηση πληρότητας στο τηλε-εθνοποιημένο τηλεοπτικό κοινό) είναι πρωτόγονος, προφορικός, χωρίς ορθολογικότητα προσιδιάζοντος σε προ-δημοκρατικές μορφές πρωτογονισμού. 3.1. Το πολιτικό παράδειγμα των υπερεθνικών εταιρειών Όταν ο Μακ Λούαν τη δεκαετία του ’60 μιλούσε για αυτό το πρωτόγονο «πλανητικό χωρικό» και για τα μίντια που αποτελούν προεκτάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης (Μακλούαν, 1980) δεν γνώριζε αυτό που αντιλήφθηκε ο Μπωντριγιάρ δύο δεκαετίες αργότερα, ότι στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού τα καταναλωτικά αγαθά δεν χρησιμοποιούν απλά τα μέσα για να διαφημιστούν αλλά αποτελούν τα ίδια μαζικό μέσο επικοινωνίας και άρα η κατανάλωση τους αποτελεί αφηρημένη κοινωνική σχέση. (Μπωντριγιάρ, 1970, σ. 24). Μετά το 1989 αυτά τα αγαθά (μαζί με μια σειρά γεωπολιτικών αλλαγών) εντάχθηκαν σε ένα συνολικό σχέδιο υπερεθνικής οικονομικής ομογενοποίησης η οποία ονομάστηκε στη γλώσσα της πολιτικής παγκοσμιοποίηση. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση μπήκε στο στόχαστρο ετερόκλητων φωνών, συντηρητικών νεολαϊκιστικών κομμάτων, συνομωσιολογικών κατασκευών και αριστερών ισχυρών κοινωνικών κινημάτων που επιχείρησαν να συντονίσουν τη δράση τους σε παγκόσμιο 115 επίπεδο. Σε αυτές τις αντιπαγκοσμιοποιητικές μάχες υπήρχε πάντα το ανοικτό ερώτημα ποιός ενσαρκώνει τον εχθρό; Ποιοι είναι αυτοί που κατέχουν ρόλο ευθύνης ώστε να μπορούν να αλλάξουν και να μεταβάλλουν την πορεία της; Γνωρίζουμε ποιοι την επιτελούν (οι εταιρείες και κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών) αλλά δε γνωρίζουμε ποιοί την καθορίζουν, ποιοί την ελέγχουν, δεν εκπροσωπείται από κανένα ένσαρκο εκλεγμένο ή διορισμένο υποκείμενο. Κυρίως γνωρίζουμε ότι δε διαθέτει κάποιο κεντρικό συντονισμό. Εδώ θυμίζουμε πως το αντί-παγκοσμιοποιητικό κίνημα φούντωσε το 1999 στο Σηάτλ γιατί είχε απέναντι μια ένσαρκη εκπροσώπηση του άλλου πόλου στο θεσμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, (Tilly, 2004, σ. 274) που τότε έμοιαζε να διαθέτει το συντονισμό της διαδικασίας αυτής. Αν φύγουμε από το επίπεδο των θεσμών 121 και έρθουμε στο επίπεδο των εταιρειών που την επιτελούν τότε έχουμε την εξής διαδρομή: Αγορά/καταναλωτισμός και τηλεπραγματικότητα καθώς συναρθρώνονται στενά παράγουν προϊόντα και σύμβολα (logo) επενδυμένα με ιδεολογική και κοινωνική υπεραξία 122 που παραπέμπει στην παγκοσμιοποίηση. Καλλιτέχνες συλλογικότητες, συγγραφείς και ακτιβιστές δημιουργούν ένα κοινωνικό αντιεταιρικό κίνημα (βλέπε https://www.adbusters.org/), που μάχεται τις εταιρείες αποδομώντας το λόγο τους. Το κίνημα αυτό επιτίθεται στα σύμβολα των εταιρειών που αντιμετωπίζονται ως φορείς της κουλτούρας της αγοράς και της κατανάλωσης (βλέπε No Logo Naomi Klein http://www.naomiklein.org/no-logo).123 Παρόμοιο σχήμα ακολουθούν και τα κινήματα μποϋκοτάζ συγκεκριμένων καταναλωτικών προϊόντων ως «τιμωρία» των εταιρειών. 124 Αυτή η αντίληψη συγκροτεί ευρείες ομάδες με αιτήματα που υπακούουν στην λογική της ισοδυναμίας και επιβεβαιώνουν την ανταγωνιστική φύση του πολιτικού. Παράγεται όμως μια συγκρουσιακότητα που εκτονώνεται σε logo ή προϊόντα ενώ τα ένσαρκα υποκείμενα που υπάρχουν πίσω από τις εταιρείες και τα προϊόντα τους δεν εμφανίζονται ποτέ. Ακόμη και αν λάβουμε υπόψη μας πως οι εταιρείες ανήκουν σε πλήθος μετόχων και άρα οι ιδιοκτήτες δεν είναι συγκεκριμένα πρόσωπα δεν αλλάζει το γεγονός της οικοδόμησης ενός δίπολου όπου στη μια πλευρά έχουμε ένσαρκα υποκείμενα, μέλη κινημάτων /ακτιβιστές και στην άλλη υπερβατολογικά υποκείμενα, η ιδέα/εικόνα των προϊόντων, εταιρικά σύμβολα και μη προσωποποιημένες εταιρείες. Ο τρόπος που διεξάγεται αυτή η σύγκρουση δημιουργεί γεγονότα/εικόνες που προορίζονται για τα ΜΜΕ (ακόμη και τα εναλλακτικά). 125 Τα μέσα δεν μπορούν να τοποθετήσουν την αγορά στην πλευρά των 121 Την έλλειψη ένσαρκης εκπροσώπησης υπερεθνικών θεσμών καθώς και μεγάλων εταιρειών και τη δυνητικότητα τους εκμεταλλεύονται οι media ακτιβιστές με το όνομα The Yes Man (Bichlbaum & Bonanno, 2003) (Bichlbaum & Bonnano, 2010). 122 Μάλιστα ο Πόστμαν έχει εξισώσει τη χρήση των εταιρικών συμβόλων με τη χρήση ιερών ή σοβαρών συμβόλων μιλώντας για υγιή ασέβεια. (Πόστμαν, 1997, σ. 172) 123 Αυτές είναι λίγες μόνο ενδεικτικές αναφορές από ένα πολύ μεγάλο αριθμό media ακτιβιστών που χρησιμοποιούν τεχνικές της διαφήμισης (παρωδία, σάτιρα, παραποίηση τις εικόνας των προϊόντων) προκειμένου να επιτεθούν στον καταναλωτισμό. Πρόκειται για ένα μιντιακό κίνημα που ονομάστηκε media jamming. (Harold, 2004) 124 Π.χ. το μποϋκοτάζ της Nike λόγω της χρήσης παιδικής εργασίας στην αλυσίδα παραγωγής ή τo Μποϋκοτάζ της Bacardi από αριστερούς πολίτες λόγω της υποστήριξης που παρέχει σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και ΜΚΟ του Μαϊάμι που επιτίθενται στο καθεστώς της Κούβας. Με ανάλογο τρόπο έχουν υπάρξει μποϋκοτάζ των ολλανδικών προϊόντων από έλληνες καταναλωτές λόγω της αναγνώρισης της FYROM με το συνταγματικό της όνομα. 125 Σε αυτή την ανταγωνιστική συνθήκη η αγορά που χειρίζεται (ταυτίζεται με) τα ΜΜΕ προσαρμόζεται γρήγορα. Απαντά με συναινετικές υποχωρήσεις, υιοθέτηση πρακτικών fair trade, δράσεις και επιλογές κοινωνικής 116 εχθρών γιατί όπως είναι γνωστό υπάρχουν λόγω της αγοράς και αποτελούν τμήμα της. Επειδή όμως η τηλεπραγματικότητα πρέπει να είναι κατεξοχήν αντιπαραθετική ο πόλος του εχθρού παραμένει ορφανός. Η πιο συνηθισμένη λύση για το πρόβλημα είναι η κατάληψη αυτού του αναγκαίου πόλου από υπερβατολογικά υποκείμενα όπως π.χ. «το διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό», η «προβληματική δημοκρατία», οι «διεφθαρμένοι πολίτες» , το «κράτος μπουρδέλο», «οι μισθοφόροι των κομμάτων», οι «αργόσχολοι συνδικαλιστές», οι «παγκοσμιοποιητές», οι «μετανάστες» που έρχονται εξαιτίας των παγκοσμιοποιητών, οι «αλλόχρονοι» πολιτισμοί όπως το Ισλάμ που εξισώνεται με τη τρομοκρατία αλλά και η έννοια του «ανίκανου κράτους» που είναι εκεί για να απορροφά τους κραδασμούς που προκαλεί η αλόγιστη πολιτική της αγοράς. Η αγορά μένει στο απυρόβλητο των μέσων και όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω καθίσταται μέσω των μέσων η μόνη εφικτή μορφή του κόσμου. 3.2. Αντί επιλόγου- Οι όροι μιας λύσης στο πρόβλημα του πολιτικού Σε αυτό το σημεία θα επιχειρήσουμε να συνδέσουμε την επικράτηση της ιδεολογίας των αγορών στα ΜΜΕ με τη μετα-ιδεολογική ακύρωση της αφελούς ιδεολογικής ψευδαίσθησης που έχει ως αποτέλεσμα την πεποίθση για την αδυνατότητα οποιασδήποτε αλλαγής. Τα ΜΜΕ (η φύση των οποίων κυριαρχείται από τον τηλελαϊκισμό) σε παγκόσμιο επίπεδο συνεισφέρουν με πολλούς τρόπους στην εμπέδωση αυτού που ο Mark Fisher ονομάζει κεφαλαιοκρατικό ρεαλισμό (capitalist realism). Πρόκεται για τον πραγματισμό που συνοδεύει μετά το 1989 την επικράτηση του φιλελευθερισμού και της αγοράς όχι μόνο ως νικηφόρας ιδεολογίας αλλά και ως της μοναδικής πραγματικής δυνατότητας για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας. Μια πεποίθηση που κωδικοποιείται στη φράση “no alternative” και περιγράφεται με την εμπεδωση της βεβαιότητας ότι δεν υπάρχει άλλος εφικτός κόσμος παρά μόνο αυτός όπου κυριαρχεί η αγορά. Ο κεφαλαιοκρατικός πραγματισμός απομάκρυνε το σκοπό των άλλων ιδεολογιών (κυρίως της αριστεράς) από την αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο θα επιτευχθεί η οικοδόμηση ενός άλλου κόσμου και το μετέφερε πίσω στο αφετηριακό ερώτημα κατά πόσο ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. 126 Πλήθος πολτισμικών προϊόντων, κινηματογραφικών ταινιών, καλλιτεχνικών κινημάτων και βέβαια τα ΜΜΕ έχοντας ενσωματωμένη την αγορά στο λόγο τους απαντούν σε αυτό το ερώτημα καθημερινά με τη συνεχή ροή μυνημάτων αλλά και την ίδια τους την ύπαρξη που αναπαράγει το σλόγκαν «είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού». (Fisher, 2009, σσ. 1-11). Όπως έχουμε εξηγήσει με το σχήμα της «εικονικοποίησης» το εικονικό και το πραγματικό δεν αποτελούν αντιθετικά ζεύγη αλλά το ένα εκδοχή του άλλου. Τόσο τα ένσαρκα ατομικά υποκείμενα όσο και τα υπερβατολογικά καθίσταται εικονικά και μέσα από τη δράση και τα αποτελέσματα της δράσης τους πραγματικά. Η κατάσταση που περιγράψαμε αφορά σε ευθύνης, φιλο-περιβαλλοντικές καμπάνιες που όλες μαζί επιχειρούν να αποδείξουν ότι οι εταιρείες δεν είναι ο εχθρός. 126 Το παράδοξο είναι πως αν ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά το σύνθημα που ακούγεται συχνά ως «ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός» τότε θα δούμε πως το «καλύτερος» δε σημαίνει «άλλος». Με αυτή την έννοια κάθε φορά που η αριστερά ξεχνά να φωνάξει πως ένας «άλλος» κόσμος είναι εφικτός και αρκείται στο ένας «καλύτερος» κόσμος είναι εφικτός είναι σαν να έχει αποδεχτεί τον κεφαλαιοκρατικό πραγματισμό και να επιδιώκει μόνο τη βελτίωση του κόσμου όπου κυριαρχεί η αγορά και όχι το τέλος του και την οικοδόμηση ενός «άλλου» κόσμου. 117 γεγονότα και πράξεις που ενώ θα έπρεπε να κατευθύνονται προς το μέλλον αυτά κατευθύνονται προς την εικόνα, 127 προς τα μέσα π.χ. μια πολιτική διαδήλωση γίνεται για να καλυφτεί από τα μέσα και όχι για να αλλάξει τον κόσμο έτσι και μια εκπομπή σαν το Αλ Τσαντίρι Νιούζ δεν γίνεται για να αλλάξει την ελληνική κοινωνία αλλά για να ειδωθεί. (Flusser, 2008, σ. 78) Αυτή η συνθήκη προϋποθέτει ανθρώπους που ζουν για να τροφοδοτούν τις εικόνες και να επικοινωνούν με αυτές π.χ. ένας γάμος γίνεται μεταξύ άλλων και για να φωτογραφηθεί το ζεύγος και όπως δεν νοείται γάμος χωρίς φωτογραφία έτσι δεν νοείται και πολιτικό γεγονός χωρίς την παρουσία των μέσων. 128 Έγινε φανερό από τη διερεύνηση μας πως η πολιτική πράξη δεν απευθύνεται πια προς τον κόσμο αλλά προς τα μέσα. Καθώς η ιστορία και η πολιτική καθίστανται θέαμα, η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπου και εικόνας οδηγεί στην εντροπία και το υπαρξιακό θάνατο του υποκειμένου. 129 (Flusser, 2008, σ. 82) Αυτός ο μάταιος κύκλος μπορεί να σπάσει αν επαναπατριστεί ο ρόλος της εικόνας μόνο στη διαμεσολάβηση και αλλάξει το νόημα της ανθρώπινης δράσης. Πρώτο βήμα να πάψουν οι άνθρωποι να ζουν ως είδωλα του εαυτού τους που καθρεφτίζεται στα μέσα, να πάψουν να ζουν επικοινωνώντας με τις εικόνες (των μέσων, των προϊόντων, του εαυτού τους). Δεύτερο βήμα να αρχίσουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, άνθρωπος προς άνθρωπο. Να πάψουν οι εικόνες να απορροφούν την ανθρώπινη δράση αλλά αυτή να μεταβιβάζεται μέσω των μέσων από το ένα ένσαρκο υποκείμενο στον πραγματικό «άλλο». (Flusser, 2008, σ. 83) Πόσο εύκολο είναι να συμβεί αυτό; Επειδή τα ιδιωτικά παραδοσιακά μέσα ανήκουν στις οικονομικές ελίτ, που δεν έχουν λόγους να απολέσουν την κυριαρχία τους, αλλά και επειδή τα ατομικά υποκείμενα είναι βουτηγμένα στην επικράτεια της εικόνας (που διατυμπανίζει πως δεν υπάρχει άλλος κόσμος εφικτός), οποιαδήποτε αισιόδοξη ματιά που αναζητά μια λύση στο πρόβλημα θα έπρεπε να στραφεί προς τα νέα μέσα και τη νέα αντίληψη για την ηθική που κατασκευάζουν. (Himanen, 2001) Στα κοινωνικά δίκτυα, στις συνεργατικές λογικές 130 127 Το ντοκιμαντέρ της Ολλανδικής σειράς Backlight που είναι αφιερωμένο στον Ζίζεκ ξεκινά με τον Σλοβένο ακαδημαϊκό περιτριγυρισμένο από εικόνες να τονίζει «οι εικόνες είναι η αληθινή πραγματικότητα σήμερα και αν τις αφαιρέσεις τίποτα δε μένει…» (Backlight, 2009). 128 Εδώ οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως προκειμένου να τεκμηριώσουμε την άποψη του Flusser ανοίγεται μια ερευνητική προοπτική που να στοχεύει στη διερεύνηση της εμπειρίας του ατομικού υποκειμένου. Αυτήν την ανάγκη εντοπίζει η Μίρκα Μαδιανού διευκρινίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα προσεγγίσεις της δυνατότητας της τηλεόρασης να δομεί ταυτότητες μπορεί να μη συλλαμβάνουν τις ταυτότητες στην πολλαπλότητα τους καθώς βασίζονται στα κείμενα ή την τεχνολογία και δεν προσφεύγουν στα υποκείμενα και την εμπειρία τους. (Μαδιανού, 2008, σ. 50) Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης είναι ο κίνδυνος που διαβλέπει ο Δ. Λεβεντάκος από την «προβολή των προκατανοήσεων» του ερευνητή και την έλλειψη ηθικής και λογικής νομιμοποίησης όσων εντοπίζει. (Λεβεντάκος, 2004, σ. 27) 129 Η εντροπία αυτής της κυκλωτικής σχέσης του βίου όπου ο άνθρωπος ζει μέσα από εικόνες και για εικόνες οφείλεται στην έλλειψη οποιασδήποτε αμοιβαιότητας μεταξύ εικόνων (των μέσων) και των ατόμων που τα τροφοδοτούν με εικόνες. Τα μέσα απαγορεύουν κάθε απόκριση και κάνουν αδύνατη οποιαδήποτε ανταλλαγή ενέργειας. (Μπωντριγιάρ, 1970, σ. 22) 130 Για παράδειγμα το βιβλίο «We think» γράφτηκε με πρωτοβουλία του Charles Leadbeater από 258 άτομα. Από τον Οκτώβριο του 2006, που ο συγγραφέας ανέβασε στο Διαδίκτυο το αρχικό κείμενο προκειμένου να διαβουλευτεί τις ιδέες του με τους συνοδοιπόρους του, έως και τη στιγμή της κυκλοφορίας του, επιχείρησε να ορίσει τα βασικά χαρακτηριστικά της sharing culture. Της πρακτικής που επέτρεψε στο Διαδίκτυο και σε όσους σκέφτονται, ζουν και ανησυχούν, «για» ή «από» αυτό, να επιφέρουν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. (Leadbeater, 2009) 118 (τύπου wiki και creative comments), στην πολιτική σημασία της χρήσης των sms κ.α. 131 Παντού όπου επικοινωνούν άνθρωποι μεταξύ τους, ένσαρκα υποκείμενα που μπορούν να θέσουν τους όρους της αποδόμησης της κυριαρχίας των παραδοσιακών μέσων. 132 Αυτή η μεταβολή μπορεί να αποτελέσει μια προοπτική στην έρευνα μας αλλά και πολιτικό στόχο 133 ικανό να δώσει μια λύση στο πρόβλημα του πολιτικού, να αποκτήσει (εκτός από συγκρουσιακότητα) σάρκα και οστά. 131 Η ευρεία χρήση των sms για συντονισμό κινητοποιήσεων συζητήθηκε τον Ιούλιο του 2007 μετά τις πυρκαγιές στην Πάρνηθα και στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008. (Ελευθεροτυπία, 2007). Σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU), το 90% των πολιτών του κόσμου διαθέτει σύνδεση με δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και αποστέλλει 6,1 τρισεκατομμύρια sms (200.000 ανά δευτερόλεπτο). (Καθημερινή, 2010) 132 Μάλιστα ο συντάκτης του Wired, Jeff Howe αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η αγορά καταφέρνει να εκμεταλλευτεί το «πλήθος» των ένσαρκων υποκειμένων που η δράση των νέων τεχνολογιών κατασκευάζει και διαθέτει την αισιοδοξία ότι το ψηφιακό πλήθος δεν μοιάζει με το πλήθος του παρελθόντος. (Howe, 2008, σσ. 261-263) Εάν το πλήθος μεταβληθεί σε «λαό» χωρίς τα υποκείμενα να χάσουν την ένσαρκη υπόσταση τους και χωρίς να απορροφηθεί ο εαυτός τους από τα νέα μέσα ή χωρίς τα υποκείμενα να δραπετεύσουν από τον εαυτό τους τότε «τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν. Ο Ζίζεκ επισημαίνει πως τα νέα μέσα διαφέρουν από τα παλιά στο ότι τους παθητικούς θεατές των παραδοσιακών ΜΜΕ τους μετατρέπουν σε υπέρ-ενεργητικούς χρήστες (mindless frenetic activity) (Zizek, 2003) 133 Η διεκδίκηση μιας νέας αντίληψης περί πνευματικών δικαιωμάτων και πατεντών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ δημιούργησε ένα κίνημα νέων κομμάτων γνωστών ως Pirate Parties. Μάλιστα μια ιδιαίτερα διαδεδομένη λίστα- μανιφέστο των οπαδών της sharing culture θεωρεί ως πηγή της απαίτησης για έλεγχο του διαδικτύου όχι τους πολιτικούς αλλά την πολιτισμική βιομηχανία μέρος της οποίας είναι τα παραδοσιακά media που τους αναδεικνύουν. Σε αυτή τη λίστα που διανέμεται με torrent σε εκατομμύρια οπαδούς της κουλτούρας των η ανοικτών πηγών και περιλαμβάνει 100 προτροπές προς τα μέλη του κινήματος η 61 ειρωνική προτροπή αφορά στη δημιουργία σε κάθε χώρα ενός site ώστε ο καθένας να αγοράζει και να πουλά ψήφους. (Οpencloudmanifesto, 2010) http://www.opencloudmanifesto.org/ 119 Αναλυτικός κατάλογος Πηγών Βιβλιογραφία Achbar, M. (1997). Κατασκευάζοντας συναίνεση, ο Νόαμ Τσόμσκυ και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Auge, M. (2008). Που χάθηκε το μέλλον;. Αθήνα: Πολύτροπον. Bauman, Z. (1997). Η μετανεωτερικότητα και τα δεινάς της. Αθήνα: Ψυχογιός. Benedetti, P., & DeHart, N. (Επιμ.). (1996). On McLuhan, forward through the rearview mirror. Massachusetts: The MIT press. Benjamin, W. (1978). Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του. Αθήνα: Κάλβος. Braudel, F. ( 1987). Μελέτες για την Ιστορία . Αθήνα: Μνήμων. Cohen, J. (2005). Φροϋντ. Αθήνα: Πατάκη. Curran, J. (2005). Δημοκρατία και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Ζητήματα Επικοινωνίας (3), σσ. 19-38. Daly, S., & Wice, N. (1995). Alt.culture, an a-z guide to 90s America. London: Guardian Book. Davies, N. (2009). Flat Earth News. Reading: Vintage. Debord, G. (1986). Η κοινωνία του Θεάματος. Θεσσαλονίκη: Εκδοτική. Debray, R. (1997). H επιστήμη της επικοινωνίας, Ιδέες γενικής μεσολογίας. Αθήνα: Νέα Σύνορα-Λιβάνη. Edelman, M. (1999). Η κατασκευή του πολιτικού θεάματος. Αθήνα: Παπαζήσης. Eriksen, T. H. (2005). Η τυραννία της στιγμής, γρήγορος και αργός χρόνος στην εποχή της πληροφορίας. Αθήνα : Σαββάλας. Fairlough, N. (1988). Language & Power. London: Pearson. Fisher, M. (2009). Capitalist Realism, is there no alternative? Hants: Zero Books. Fiske, J. (1992). Εισαγωγή στην επικοινωνία. Αθήνα: Επικοινωνία και Κουλτούρα. Flusser, V. (2008). Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων. Αθήνα: Σμίλη. Foucault, M. (1977). Nietzhe, Genealogy, History” . Στο D. Bouchard, Language, Counter- Memory. Νέα Υόρκη: Cornell University Press. 120 Frank, T. (2002). One Market under god. London: Vintage. Futura. (1999, Χειμώνας). Σημειωλογικός Ανταρτοπόλεμος. Futura (6), σσ. 150-200. Gellner, E. (1983). Nations and Nationalism. New York: Cornell University Press. Giddens, A. (1991). Modernity and Self Identity. Cornwall: Polity Press. Grossberg, Nelson, & Treichler. (1992). Καλειδοσκόπιο, μελέτες για τον πολιτισμό. Θεσσαλονίκη: Μάγια. Guibernau, M., & Rex, J. (1997). The ethinicity reader, Nationalism, Multiculturism,and Migration. Cambridge: Polity Press. Habermas, J. (2003). Ο μεταεθνικός αστερισμός. Αθήνα: Πόλις. Hall, S. (2003). Το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας. Στο S. Hall, & D. Held, Η νεωτερικότητα σήμερα (σσ. 401-402). Αθήνα: Σαββάλας. Hardt, M., & Negri, A. (2002). Αυτοκρατορία. Αθήνα: Scripta. Harvey, D. (2007). Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας, Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής. Αθήνα: Μεταίχμιο. Herman, E., & McChesnet, R. (1997). The global media. Whashigton: Cassel. Heywood, A. (2002). Πολιτικές Ιδεολογίες. Μια εισαγωγή. Πάτρα: ΕΑΠ. Himanen, P. (2001). The hacker ethic and the spirit of the information society. London: Vintage. Hodge, R., & Kress, G. (1988). Social Semiotics. Cambridge: Polity. Howe, J. (2008). Crowdsourcing. Croydon: Random House. Hutchinson, J., & Smith, A. D. (1996). Ethnicity. Oxford: Oxford Readers. Jameson, F. (1999). Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Αθήνα: Νεφέλη. Kavanagh, D. (1991). Πολιτική Κουλτούρα. Αθήνα: Παπαζήσης. Klein, L. (2002). Fences and windows. London: Flamingo. Klein, N. (2001). No logo. London: Flamingo. Klein, N. (2007). The shock doctrine. London: Penguin. Kosko, B. (1993). Fuzzy Logic, Η νέα επιστήμη. Αθήνα: Λέξημα. Laclau, E. (2005). On Populist Reason. London-N.Y.: Verso. Laclau, E. (1997). Για την επανάσταση στην εποχή μας. Αθήνα: Νήσος. 121 Leadbeater, C. (2009). We Think. London: Profile Books. Leary, T. (1994). Chaos and cyber culture. Berkeley: Ronin. Lyotard, J.-F. (1988). Η μεταμοντέρνα κατάσταση. Αθήνα: Γνώση. Maalouf, A. (1996). In the name of Identity. New York: Penguin. Marchart, O. (2008). Η επιμελητική λειτουργία. Στο Το πολιτικό στη σύγχρονη τέχνη (σσ. 253-266). Αθήνα: Εκκρεμές. Matheson, D. (2005). Media discourses, analysing media texts. Berkshire: Open University Press. Mazzoleni, G. (2003). The media and the groth of Neo-Populism in contemporary Democraies. Στο The media and Neo-Populism, a contemporary, comparative analysis (σσ. 1- 20). London: Praeger. Mazzoleni, G. (2006). Λαϊκισμός και Μέσα Ενημέρωσης. Ζητήματα Επικοινωνίας (4), σσ. 7- 12. Mc Nair, B. (2002). Η κουλτούρα του στριπτιζ, σεξ, μέσα ενημέρωσης και ο εκδημοκρατισμός της επιθυμίας. Αθήνα: Σαββάλας. McDonald, G. (2008). O Χρόνος και ο Ιθαγενής άλλος: η πολιτική της παράδοσης στην οικοδόμηση του έθνους,. Ανάκτηση από www.repuplic.gr: www.repuplic.gr Meyer, T., & Hinchman, L. (2008). Από τη δημοκρατία των κομμάτων στη δημοκρατία των ΜΜΕ. Αθήνα: Πολύτροπον. Morley, D., & Robins, ,. K. (1995). Spaces of Identity, Global media, electronic landscapes and cultural boundaries,,. New York: Routledge. Mouffe , C. (2008). Το δημοκρατικό Παράδοξο. Στο Γ. Σταυρακάκης, & Κ. Σταφυλάκης (Επιμ.), Το πολιτικό στη σύγχρονη τέχνη (σσ. 51-57). Αθήνα: Εκκρεμές. Myers, T. (2003). Slavoj Zizek. London: Routledge. Orbach, S. (2009). Bodies. London: Profile Books. Phillips, L., & Jorgesen, M. (2009). Ανάλυση Λόγου, θεωρία και μέθοδος. Αθήνα: Παπαζήσης. Plasser, F., & Plasser, G. (2002). Global political campaigning: a worldwide analysis of campaign professionals and their practices. Westport USA: Greenwood Publishing Group. Poulet, B. (2009). Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της ενημέρωσης. Αθήνα: Πόλις. Price, V. (1996). Κοινή Γνώμη. Αθήνα: Οδυσσέας. Robins, K., & Morley, D. (1995). Spaces of Identity, Global media, electronic landscapes and cultural boundaries. New York : Routledge. 122 Rucker, R., Sirius, R., & Queen, M. (1993). Mondo 2000,a users guide to the new edge. London: Thames & Hudson. Rushkoff, D. ( 2009). Life Inc. London: The bodley Head. Salmon, C. (2007). Storrytelling. Αθήνα: Πολύτροπο. Steiner, G. (2007). Νοσταλγία του απόλυτου. Αθήνα: Άγρας. Stuart, H., & McGrew, A. (2003). Η Νεωτερικότητα Σήμερα, ,. Στο H. Stuart, & H. David, Το Ζήτημα της Πολιτιστικής Ταυτότητας. Αθήνα: Σαββάλας. Svedsen, L. (2006). Η φιλοσοφία της Βαρεμάρας. Αθήνα: Σαββάλας. Taguieff, P.-A. (2008, Σεπτεμβρίου 5). Le retour du populisme. Un defi pour les democraties europeennes». (Α. Πανταζόπουλος, Επιμ.) Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας . Terzis, G. (Επιμ.). (2007). European Media Covernance. Maasticht: EJC. Thompson, J. (1999). Νεωτερικότητα και Μέσα Επικοινωνίας. Αθήνα: Παπαζήσης. Tilly, C. (2004). Κοινωνικά κινήματα 1768-2004. Αθήνα: Σαββάλας. Weber, M. (2000). Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού. Αθήνα: Gutenberg. Winkin, Y. (Επιμ.). (1993). Επικοινωνία. Θεσσαλονίκη: Μάγια. Wurster, C. (2002). Computers an illustrated history. Paris: Taschen. Zaharopoulos, T., & Paraschos, M. (1993). Mass Media in Greece. Power, Politics and Privatization. Westport: Greenwood. Zizek, S. (2003, 7 18). Will You Laugh for Me, Please? Ανάκτηση 10 9, 2010, από http://www.inthesetimes.com/comments.php?id=290_0_4_0_C Zizek, S. (2009). Λακάν. Αθήνα: Πατάκης. Αντερσόν, Μ. (1997). Φαντασιακές κοινότητες. Αθήνα: Νεφέλη. Αντόρνο, Θ. (1991). Η τηλεόραση και η διαμόρφωση της μαζικής κουλτούρας. Στο Η κουλτούρα των μέσων (σσ. 89-116). Αθήνα: Αλεξάνδρεια. Ασλανίδου, Σ. (2000). Ο μύθος του παθητικού τηλεθεατή. Αθήνα: Δρομέας. Βέμπερ, Μ. (2000). Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού. Αθήνα : Gutenberg. Βενιζέλος, Ε. (1989). Η Ραδιοτηλεοπτική Έκρηξη, συνταγματικά πλαίσια κα νομοθετικές επιλογές. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. 123 Βερναρδάκης, Χ. (2005). VPRC, Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα 2004. Στο Χ. Βερναρδάκης (Επιμ.). Αθήνα ,: Σαββάλας. Βούλγαρης, Γ. (2002). Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης 1974-1990: σταθερή δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική ιστορία. Αθήνα: Θεμέλιο. Γκρήν, Χ. (1980). Ο άνθρωπος του BBC. Αθήνα: Κάκτος. Δαγτόγλου, Π. (1976). Ραδιοτηλεόραση και σύνταγμα. Αθήνα: Σάκουλα. Δεμερζής, Ν., & Σταυρακάκης, Γ. (Επιμ.). (2008). Νεολαία, ο αστάθμητος παράγοντας. Αθήνα: Πολύτροπον. Δεμερτζής, Ν. (2002). Εισαγωγή σε ένα νέο ερευνητικο πεδίο: Η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα. Στο Ν. Δεμερτζής (Επιμ.), Η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα (σσ. 15-36). Αθήνα: Παπαζήσης. Δεμερτζής, Ν. (1990). Η ελληνική πολιτική κουλτούρα της δεκαετία του 80. Στο Η ελληνική πολιτική κουλτούρα της δεκαετίας του 80 (σσ. 70-96). Αθήνα: Θεμέλιο. Δεμερτζής, Ν. (Επιμ.). (2002). Η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα. Αθήνα: Παπαζήση. Δεμερτζής, Ν. (1989). Κουλτούρα, Νεωτερικότητα, Πολιτική Κουλτούρα. Αθήνα: Παπαζήσης. Δεμερτζής, Ν. (2006). Λαϊκισμός:ένα φορτισμένο από μνησικακία πολιτικό φαινόμενο. Στο Ν. Δεμερτζής, & Θ. Λιποβάτς, Φθόνος και Μνησικακία, τα πάθη της ψυχής και η κλειστή κοινωνία (σσ. 187-244). Αθήνα: Πόλις. Δεμερτζής, Ν., & Λίποβατς, Θ. (2006). Φθόνος και μνησικακία, τα πάθη της ψυχής και η κλειστή κοινωνία. Αθήνα: Πόλις. Δερτούζος, Μ. (1998). Τι μέλλει γενέσθαι. Αθήνα: Νέα Σύνορα. Διαμαντόπουλος, Θ. (1997). Η ελληνική Πολιτική ζωή: εικοστός αιώνας. Αθήνα : Παπαζήσης. Διαμαντούρος, Ν. (2000). Πολιτισμικός Δυϊσμός και πολιτική Αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. Δοξιάδης, Κ. (1995). Εθνικισμός, Ιδεολογία, Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Αθήνα: Πλέθρον. Δουλκέρη, Τ. (1979). Ραδιοφωνία-Τηλεόραση. Αθήνα: Παπαζήση. Έκο, Ο. (1988). Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή. Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης. Εντσενσμπέργκερ, Χ. Μ. (1981). Για μια Θωρία των μέσων επικοινωνίας. Αθήνα: Επίκουρος. Ζίζεκ, Σ. (2006). Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας. Αθήνα: Scripta. Θεοδωρίδης, Π. (2000). Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος. Θεσσαλονίκη: Αντιγόνη. Καζνέβ, Ζ. (1979). Ο άνθρωπος τηλεθεατής. Αθήνα: Πύλη. 124 Καπέλου, Τ., Δεμερτζής, Ν., & Βαδράτσικας, Κ. (2008). Πολιτική Νοημοσύνη και ενημέρωση. Η σημασία των δραματικών τηλεοπτικών σειρών. Ζητήματα Επικοινωνίας (8), σσ. 77-101. Κάρραν, Τ. (2007). Μαζικά Μέσα και Δημοκρατία. Στο Τ. Κάραν, & Μ. Γκουρεβιτς, ΜΜΕ και Κοινωνία (σσ. 123-175). Αθήνα: Πατάκης. Κάρτερ, Γ. (2004). Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση. Αθήνα: Καστανιώτη. Κάστορας, Σ. (1990). ΟπτικοΑκουστικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Αθήνα : Παπαζήσης. Κοιλάκος, Ν. Ο Λαϊκισμός ως Κατασκευαστικό Στοιχείο της Δημοκρατίας. Κοντοχρήστου, Μ. (Επιμ.). (2007). Ταυτότητα και ΜΜΕ στην Ελλάδα. Αθήνα: Παπζήση. Κράουτς, Κ. (2006). Μεταδημοκρατία. Αθήνα: Εκκρεμές. Λαβδάς, Κ. (2004). Συμφέροντα και Πολιτική», Εκδόσεις . Αθήνα: Παπαζήση. Λαϊς, Ο., Κλαϊν, Σ., Τζάλυ, Σ., & Μποτερίλ, Ζ. (2008). Δαφήμιση και Επικοινωνία. Η κατανάλωση στην εποχή των μέσων επικοινωνίας. Αθήνα: Καστανιώτης. Λακάν, Ζ. (2005). Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση. Αθήνα: Εκκρεμές. Λακλάου, Ε. (2005). Λαϊκισμός με τ' όνομα. Στο Φ. Πανίτζα, Populism and the mirror of democracy (Γ. Κατσαμπέκης, Μεταφρ., σσ. 32-49). Λονδίνο: Verso. Λεβαντίδης, Β. (1993). Ραδιοηχογραφήματα. Θεσσαλονίκη : Μπίμπης. Λεβεντάκος, Δ. (Επιμ.). (2004). Τηλεόραση και Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα: Εικών. Λεοντίδου, Λ. (2005). Αγεωγράφητος Χώρα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Λεοντίδου, Λ., & Σκλιάς, Π. ( 2001). Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης, Εγχειρίδιο Μελέτης. Πάτρα: ΕΑΠ. Λιβινγκστόν, Σ. (1996). Για το ανεπίλυτο πρόβλημα των επιδράσεων των μέσων. Στο J. Curran, & M. Gurevitch, ΜΜΕ και κοινωνία (σσ. 427-454). Αθήνα: Πατάκης. Μάγερ, Τ. (2000). Η πολιτική ως θέατρο. Αθήνα: Καστανιώτης. Μαδιανού, Μ. (2008). Έθνος, ταυτότητες και τηλεόραση στη σύγχρονη Ελλάδα. Αθήνα: Πατάκης. Μακλούαν, Μ. (1980). Media, οι προεκτάσεις του ανθρώπου. Αθήνα: Κάλβος. Μανθούλης, Ρ. (1981). Το κράτος της τηλεόρασης. Αθήνα: Θεμέλιο. Μαρκέτος, Σ. (2002). Εισαγωγή στη μελέτη των Πολιτικών Ιδεολογιών-Εγχειρίδιο Μελέτης. Πάτρα: ΕΑΠ. 125 Μοσχονάς, Γ. (1995). Η διαιρετική τομή Δεξιά-Αντιδεξιάς στη Μεταπολίτευση. Στο Ν. Δεμερτζής, Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα (σσ. 159-215). Αθήνα: Οδυσσέας. Μουζέλης, Ν. (1994). Ο Εθνικισμός στην ύστερη ανάπτυξη. Αθήνα: Θεμέλιο. Μουφ, Σ. (2008). Επί του Πολιτικού. Αθήνα: Εκκρεμές. Μπάροουζ, Ο. (1982). Ηλεκτρονική Επανάσταση. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος. Μπενιέ, Ζ.-Μ. (1996). Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας. Αθήνα: Καστανιώτη. Μπωντριγιάρ, Ζ. (1994). Η Κουλτούρα των μαζικών μέσων. Στο Η κουλτούρα των μέσων (σσ. 263-301). Αθήνα: Αλεξάνδρεια. Μπωντριγιάρ, Ζ. (1970). Ρέκβιεμ για τα μέσα επικοινωνίας. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος. Ντάβου, Μ. (2005). Από το Νόημα της Γνώσης στο Συναπάντημα του Εαυτού. Στο Κ. Ναυρίδης, & Ν. Χρηστάκης, Κοινωνίες σε Κρίση και Αναζήτηση Νοήματος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Ντανιέλ, Ζ. (1996). Ταξίδι στα όρια του έθνους. Αθήνα: Πόλις. Ντεμπόρ, Γ. (1986). Η κοινωνία του Θεάματος. Θεσσαλονίκη: Εκδοτική. Ντεριντά, Ζ., & Στίγκλερ, Μ. (1998). Υπερηχογραφήματα της τηλεόρασης, μαγνητοσκοπημένες συνομιλίες. Αθήνα: Εκκρεμές. Ντερμπόρ, Γ. (1988). Σχόλια πάνω στην κοινωνία του θεάματος. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος. Παϊδούση, Χ. (2004). Τηλερόραση και Οικογένεια. Στο Δ. Λεβεντάκος, Τηλεόραση και Ελληνική Κοινωνία (σσ. 159-176). Αθήνα: Εικών. Πανταζόπουλος, Α. (2001). Για το Λαό και το Έθνος. Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου. Αθήνα: Πόλις. Πανταζόπουλος, Α. (2002). Η δημοκρατία της Συγκίνησης. Αθήνα: Πόλις. Παπαθανασόπουλος, Σ. (1993). Απελευθερώνοντας την Τηλεόραση, . Αθήνα : Καστανιώτης. Παπαθανασόπουλος, Σ. (2000). Η τηλεόραση και το κοινό της. Αθήνα : Καστανιώτης. Παπαθανασόπουλος, Σ. (2005). Η τηλεόραση στον 21ο Αιώνα. Αθήνα: Καστανιώτης. Πασχαλίδης, Γ. (1988). Τηλεοπτικός λόγος και αφηγηματικός χώρος. Στο Κ. Ναυρίδης, Γ. Δημητρακόπουλος, & Γ. Πασχαλίδης, Τηλεόραση και επι-κοινωνία (σσ. 175-193). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Παυλόπουλος, Π. (1996). Η Θεσμική Περιπέτεια της Ραδιοτηλεόρασης, Έκφραση- Πληροφορία- Δίκαιο. Περιοδική Έκδοση για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης , Τόμος 1ος. Πλειός, Γ. (2001). Ο Λόγος της εικόνας, Ιδεολογία και Πολιτική. Αθήνα: Παπαζήση. 126 Πόστμαν, Ν. (1998). Διασκέδαση μέχρι θανάτου, ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος. Αθήνα: Δρομέας. Πόστμαν, Ν. (1997). Τεχνοπωλείο. Αθήνα: Καστανιώτης. Ραμονέ, Ι. (2001). Σιωπηρή Προπαγάνδα. Αθήνα: Πόλις. Ρουμελιώτης, Α. ( 1991). Είμαστε στον Αέρα, . Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Σεβαστάκης, Ν. (2000). Η αλχημεία της ευτυχίας. Αθήνα: Πόλις. Σορόγκας, Ε. (2004). Το φαινόμενο των "ρηάλιτι". Αθήνα: Καστανιώτης. Σοφός, Σ. (1995). Λαϊκη ταυτότητα και πολιτική κουλτούρα στη μεταδικτατορική Ελλάδα: προς μια πολιτισμική προσεγγίση του λαϊκιστικού φαινομένου. Στο Ν. Δεμετζής (Επιμ.), Η ελληνική Πολιτική Κουλτούρα (σσ. 133-157). Αθήνα: Οδυσσέας. Σπιτερί, Ζ. (2009). Ο δημοσιογράφος και οι εξουσίες του. Αθήνα: Καστανιώτης. Σταυρακάκης, Γ. (2002). Religious Populism and Political Culture:The Greek Case. South European Society & Politics , 3 (7), σσ. 29-52. Σταυρακάκης, Γ. (2008). Ο Λακάν και το Πολιτικό. Αθήνα: Ψυχογιός. Σωμερίτης, Ρ. (1990). Ο "ξενόφερτος", το χρονικό μιας ελεύθερης τηλεόρασης. Αθήνα: Εστία. Ταγκίεφ, Π. Α. (2008 Β', Σεπτέμβριος). Λαϊκισμός. Βιβλιοθήκη . Ταγκίεφ, Π. Α. (2008). Ο λαϊκισμός και η πολιτική επιστήμη. (Γ. Μπαλαμπανιδης, Επιμ.) Νέα Εστία , σσ. 795-848. Ταγκιέφ, Π.-Α. (2009, Οκτώβριος 17). Μπορούμε να ασκούμε ακόμα κριτική στην καταναλωτική κοινωνία;. (Α. Πανταζόπουλος, Επιμ.) Ελευθεροτυπία . Τζαβάρας, Θ. (1988). Η τηλεόραση ως καθρέφτης. Στο Κ. Ναυρίδης, Γ. Δημητρακόπουλος, & Γ. Πασχαλίδης, Τηλεόραση και επι-κοινωνία (σσ. 219-225). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Τσαρδάκης, Δ. (1990). Μαζική Επικοινωνία και πραγματικότητα. Αθήνα: Παπαζήσης. Τσόμσκυ, Ν. (1997). Τα ΜΜΕ ως όργανο κοινωνικού ελέγχου και επιβολής. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος. Φισκ, Τ. (2000). Η ανατομία του τηλεοπτικού λόγου. Αθήνα: Δρομέας. Φροϋντ, Σ. (1994). Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ. Αθήνα: Επίκουρος. 127 Δημοσιεύματα Αυγή. (2010, Ιανουάριος 24). Ανάκτηση από Καθωσπρεπισμός και σοβαροφάνεια στο ΕΣΡ: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519446 Βράσε Ρύζι. (2007, Δεκέμβριος 4). Ανάκτηση από Λάκης Λαζόπουλος Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα: http://vraseryzi.com/the-men-with-thousend-faces/ Ελευθεροτυπία. (2007, Ιούλιος 8). Ανάκτηση από «Αφήστε τα PC, πάμε στη Βουλή»: http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=08.07.2007,id=22150932 Ελευθεροτυπία. (2009, Δεκέμβριος 15). Ανάκτηση από Ιος: Το μουστάκι του προέδρου: http://www.iospress.gr/ios2009/ios20090215.htm Ελευθεροτυπία. (2010, Αύγουστος 9). Ανάκτηση από Διαφημίσεις και σε ειδήσεις. Ελευθεροτυπία. (2010, 12 16). Ανάκτηση από Λαζόπουλος: http://archive.enet.gr/online/online_print?id=45862496 Έρευνα για την Τηλεοπτική Ενημέρωση. (2010, Αύγουστος 10). Ανάκτηση από Public Issue: http://www.publicissue.gr/452/media-survey/ Καθημερινή. (2009, Φεβρουάριος 18). Ανάκτηση από Οι πρώτοι 50 «Μεγάλοι Ελληνες»: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_18/02/2009_303846 Καθημερινή. (2009, Ιούνιος 13). Ανάκτηση από Το «κόμμα» του κ. Λάκη Λαζόπουλου: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_13/06/2009_318485 Καθημερινή. (2010, Οκτώβριος 19). Ανάκτηση από Ο «κόσμος» στέλνει 200.000 SMS το δευτερόλεπτο: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_19/10/2010_360490 Μακεδονία. (2007, Οκτώβριος 27). Ανάκτηση από Λάκης Λαζόπουλος Το φαινόμενο της ελληνικής TV: http://www.makthes.gr/news/media/8074/ Σημειωτική για αρχάριους. (2010). Ανάκτηση από http://www.mcm.aueb.gr/ment/semiotics/semiotic.html: Τα Νέα. (2010, Σεπτέμβριος 30). Ανάκτηση από Περί Λαζόπουλου Ι και ΙΙ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=8&artid=4596670 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=12&ct=8&artID=4596671 Το Βήμα. (2007, 12 5). Ανάκτηση από Ποιος φοβάται τον Λαζόπουλο: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=221625&dt=05/12/2007 Το Παρόν. (2010, Απρίλιος 11). Ανάκτηση από Ο Λαζόπουλος... απειλεί το Σύνταγμα και τους θεσμούς!: http://www.paron.gr/v3/new.php?id=52750&colid=37&catid=28&dt=2010- 04-11 128 Συνεντεύξεις Λαζόπουλος, Λ. (2008, Μαΐου 13). Mega. Πρωταγωνιστές :Ο Λάκης απέναντι στους εχθρούς του. (Σ. Θεοδωράκης, Συνέντευξη στον/στην) Λαζόπουλος, Λ. (2009, Μαΐου 24). Αγγελιοφόρος. Η ακροδεξιά έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία. (Π. Εξαδακτύλου, Συνέντευξη στον/στην) Λαζόπουλος, Λ. (2010, Μαρτίου 28). Μακεδονία. Τελειώνουν τα κόμματα. (Μ. Ζερβοχωρίτου, Συνέντευξη στον/στην) Δικτυακοί τόποι Adbusters. (2010). Ανάκτηση από Adbusters: https://www.adbusters.org/ Blackwellreference. (2010, 10 10). Ανάκτηση από http://www.blackwellreference.com InBussinessnews. (2010). Ανάκτηση από Ελλάδα: Αλλαγές στα μερίδια της διαφημιστικής πίτας: http://www.sigmalive.com/inbusiness/news/greek/268720 Indymedia. (2010). Ανάκτηση από www.indymedia.org: http://www.freelancers.gr/portal/index.php?option=com_content&view=article&id=95:arxe io&catid=36:epikairothta&Itemid=56 KKE. (2010, 5 11). Ανάκτηση από Αποσπάσματα από την ομιλία της ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλ. Παπαρήγα σε σπουδαστές του ΤΕΙ Αθήνας: http://www.kke.gr/anakoinoseis_grafeioy_typoy/apospasmata_apo_thn_omilia_ths_gg_ths _ke_toy_kke_al_paparhga_se_spoydastes_toy_tei_athhnas?morf=0 Marshall McLuhan on the TODAY Show. (2010). Ανάκτηση από Youtube: http://www.youtube.com/watch?v=ZF8jej3j5vA&playnext=1&videos=L5DfsO1J028 No Logo. (2010). Ανάκτηση από http://www.naomiklein.org/no-logo: http://www.naomiklein.org/no-logo Δραγώνα, Θ. (n.d.). Κλειδιά και Αντικλείδια. Ανάκτηση από Ταυτότητα στην Εκπαίδευση : www.kleidiakaiantikleidia.net Οpencloudmanifesto. (2010). Ανάκτηση από Οpencloudmanifesto: http://www.opencloudmanifesto.org/ ΟΠΑΠ. (2010). Ανάκτηση από http://www.youtube.com/watch?v=sLXzI_iaz1o: http://www.youtube.com/watch?v=sLXzI_iaz1o Ρεσάλτο. (2007, 12 16). Ανάκτηση από http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=1976 129 Σημειωτική για αρχάριους. (2010). Ανάκτηση από http://www.mcm.aueb.gr/ment/semiotics/semiotic.html: http://www.mcm.aueb.gr/ment/semiotics/semiotic.html Σμυρναίος, Ν. (2010). Συγκέντρωση στα ΜΜΕ και οικονομική ολιγαρχία. Ανάκτηση από http://smyrnaios.net/: http://smyrnaios.net/archives/118 ΣΥΡΙΖΑ Βύρωνα. (2010, 12 19). Ανάκτηση από Το τσαντήρι της νέας μεταπολίτευσης: http://syriza-vyrona.pblogs.gr/tags/lazopoylos-gr.html Πρακτικά Συνεδρίων Η Συμβολή της ΤΑ στην ίδρυση και λειτουργία τοπικών Ραδιοφωνικών Σταθμών. (1988.). Ραδιόφωνο και Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αθήνα : ΕΕΤΑΑ. B' Πανελλήνιο Συνέδριο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. (1993). ΜΜΕ και Παιδεία. Αθήνα: Διασωματειακή Επιτροπή Τηλεόρασης Ραδιοφωνίας. ΙΣΤΑΜΕ. (2009). Οι εξελίξεις στο χώρο των μέσων επικοινωνίας. Νέα φαινόμενα και κοινωνική δυναμική. Ημερίδα για τα ΜΜΕ. ΑΘήνα: Λιβάνης. ΚΚΕ, Γ. Τ. (1986). Για μια δημοκρατική Ραδιοτηλεόραση. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. Ντοκιμαντέρ Achbar, M., & Wintonick, P. (1997). Κατασκευάζοντας συναίνεση, ο Νόαμ Τσόμσκυ και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Achbar, M., Abbett, J., & Bakan, J. (Σκηνοθέτες). (2004). The Corporation [Ταινία]. Backlight (Σκηνοθέτης). (2009). ZIzek Slavoj :Welcome to the real world [Ταινία]. Bichlbaum, A., & Bonanno, M. (Σκηνοθέτες). (2003). The Yes Men [Ταινία]. Curtis, A. (Σκηνοθέτης). (2002). The Century of the Self [Ταινία]. Gandini, E. (Σκηνοθέτης). (2009). Videocracy [Ταινία]. Hudson, M. (Σκηνοθέτης). (2003). Independent Media In A Time Of War [Ταινία]. Moore, M. (Σκηνοθέτης). (2009). Capitalism: A Love Story [Ταινία]. Wright, B. (Σκηνοθέτης). (2004). Slavoj Zizek: The Reality of the Virtual [Ταινία]. 130 Παράρτημα 1: Φωτογραφίες Εικόνα 1: Επώνυμοι προσκεκλημένοι που σπάνια παίρνουν το λόγο βρίσκονται κάθε Τρίτη ανάμεσα στο κοινό Εικόνα 2: Το γραφιστικό σύμβολο (logo) της εκπομπής είναι το καρπούζι, το έμβιο σύβολο είναι η Ανθούλα που όπως αναφέρεται στους τίτλους "εμψυχώνει" τον Λ. Λαζόπουλο Εικόνα 3:Στατικό πλάνο της εκπομπής με πλαισίωση από το κοινό χρησιμοποιείται για ουδέτερες ενεργειακά στιγμές του σόου Εικόνα 4:Κοντινό στατικό πλάνο στο πρόσωπο του Λαζόπουλου που χρησιμοποιείται στους μονολόγους και το σχολιασμό της επικαιρότητας. Οι γκριμάτσες του προσώπου επιτελούν σημαντικό ρόλο και συνιστούν πολύ συχνά δευτερογενές κείμενο με αυτόνομο μήνυμα. Εικόνα 5: Στατικό πλάνο του Λαζόπουλου με το προς σχολιασμό βίντεο της τηλέ-πραγματικότητας (οριζόντια διακειμενικότητα) 131 Εικόνα 6: Πλάνο με τριχοτομημένη την οθόνη με το Λαζόπουλο, το βίντεο σχολιασμού και τις αντιδράσεις του κοινού Εικόνα 7: Κινούμενα "επιμελώς ατημέλητα" πλάνα με υψηλή ενέργεια που διατρέχουν το παλλόμενο κοινό Εικόνα 8:Ο Λαζόπουλος τιμά φέτος την υπόθεση που τον ανέβασε στις πρώτες θέσης της τηλεθέασης, τα πράσινα σταράκια (κάθετη διακειμενικότητα) 132 Εικόνα 9: Μάρτιος 2007-Ο Λαζόπουλος κατακρίνει τον καθωσπρεπισμό των εκφραστών του "τηλε- καθεστώτος" που εκφράζουν οι Ν. Ευαγγελάτος, Μ. Τριανταφυλλόπουλος, Γ. Παπαδάκης, Θ. Αναστασιάδης και ο Βουλευτής της ΝΔ Π. Καμμένος και παίρνει το μέρος των φοιτητών και της νεότητας. Εικόνα 10: Στιγμιότυπα από την εκπομπή της 30/9/10 που ξεκίνησε με την προσπάθεια κατάληψης της Βουλής από τους φορτηγατζήδες. 133 Εικόνα 11 :Έως το 2007 ο Λαζόπουλος απευθυνόταν στο κοινό του ως "γύφτος" Εικόνα 12 : Ο Λαζόπουλος και οι μεγάλοι της ελληνικής επιθεώρησης 134 Εικόνα 13 :Ο Λάκης Λαζόπουλος στην πρώτη φάση του Αλ Τσαντίρι Νιουζ απευθύνεται στους θεατές ως γύφτος και όχι ως ο εαυτός του Εικόνα 14 :Ο Λαζόπουλος από το Μάιο του 2007 έως και σήμερα φοράει πράσινα σταράκια στη διάρκεια του Αλ Τσαντήρι Νιουζ 135 Εικόνα 15 :Η ανακοίνωση του ΣΥΝ στις 6/6/07 Εικόνα 16 :Ο Π. Κετίκης στη διάρκεια της προφυλάκισης του αποτέλεσε το σύμβολο του αγώνα ενάντια στη κρατική καταστολή, μετά την αποφυλάκιση του φωτογραφήθηκε πολλές φορές με τα επίμαχα πράσινα παπούτσι. 136 Εικόνα 17 :Ο Λαζόπουλος μιλά με τον Παναγιώτη Κετίκη κάτω από βλέμμα της τηλέ-γενούς βουλευτίνας του ΚΚΕ Λιάνας Κανέλλη Εικόνα18 :Η μάνα του Π. Κετίκη ξεσπά στα κλάματα, η κορύφωση του δράματος και ο Λαζόπουλος σχολιάζει: "Από εσάς περιμένει να του δώσετε κουράγιο ο Παναγιώτης" 137 Εικόνα 19 : Η νεολαία καθίσταται ειδική πολιτική κατηγορία και τα δικαιώματα της συζητούνται στη Βουλή. Ευκαιρία για τον Γ. Παπανδρέου να σχολιάσει τη προφυλάκιση του Κετίκη Εικόνα 20: Η ηλεκτρονική έκδοση της Ελευθεροτυπίας αναγγέλλει την αντιπαράθεση Λαζόπουλου με τον εκλεγμένο πρόεδρο της ΓΣΕΕ, ο ένας αντλεί νομιμοποίηση από την τηλεθέαση και ο άλλος από τους συνδικαλιστές 138 Εικόνα 11:Η αντιπαράθεση του Λαζόπουλου με το ΕΣΡ αποκτά ιδεολογικά χαρακτηριστικά καθώς βρίσκει συμπαράσταση από το τομέα Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και το χώρο της Αριστεράς. Εδώ το δημοσιεύμα του TVXS Εικόνα 22 :Ο Λαζόπουλος μελαγχολεί και μονολογεί στους Πρωταγωνιστές (Mega, Πρωταγωνιστές, 13/5/08) 139 Εικόνα 23 : Ο Λαζόπουλος ψυχαναλύεται από το Σταύρο Θεοδωράκη (Mega, Πρωταγωνιστές, 13/5/08) Εικόνα 24 : Ο Λαζόπουλος οργίζεται από τη μομφή του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου σχετικά με τις επαφές που έχει με οικονομικούς παράγοντες χαρακτηρίζοντας την "ανοησίες"(Mega, Πρωταγωνιστές, 13/5/08) 140 Εικόνα 25 :Η ικανοποίηση του Λαζόπουλου από τον σαφή εκθειασμό της σάτιρας του από το Στάθη της Ελευθεροτυπίας (Mega, Πρωταγωνιστές, 13/5/08) 141 Εικόνα 26 :Ο Λαζόπουλος ως πολιτικός παράγοντας προαναγγέλλει το τέλος των παραδοσιακών κομμάτων και τη σύσταση του κόμματος του "κανένα" στο πρωτοσέλιδο της Μακεδονίας 28/3/10 Εικόνα 27 : Η σάτιρα δεν έχει όρια επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία ο εκπρόσωπος της Λάκης Λαζόπουλος (ΣΚΑΪ, Χρηματιστήριο των media , 6/2/09) 142 Εικόνα 28 : Η αγωγή του αρχηγού του κόμματος τους ΛΑΟΣ προς το Λαζόπουλο επειδή τον παρομοίωσε με το Χίτλερ αποτελεί το φαινόμενο "δια των αγωγών λογοκρισία" (ΣΚΑΪ, Χρηματιστήριο των media , 6/2/09) Εικόνα 29 : Δεν είναι έπαρση να είσαι ανάμεσα στους μεγάλους έλληνες λέει ο Λαζόπουλος εάν σου έχουν ανοίξει την πόρτα οι τηλεθεατές σου (ΣΚΑΪ, Χρηματιστήριο των media , 6/2/09) 143 Εικόνα 30 :Ο Λαζόπουλος ανάμεσα στους 100 μεγάλους Έλληνες (ΣΚΑΪ, Οι 100 μεγάλοι έλληνες Α’ μέρος, 16/2/09) Εικόνα 31 : Ο ηθοποιός νοιώθει ευγνώμων, είναι μικρό παιδί που το κοινό του άνοιξε την πόρτα προς τους σημαντικούς, το ευχαριστεί και αυτό φαίνεται στα μάτια του. (ΣΚΑΪ, Οι 100 μεγάλοι έλληνες Α’ μέρος, 16/2/09) Εικόνα 32 :«Εγώ είμαι έγκυρος, ότι πω εγώ έχει αξία ενώ ότι πείτε εσείς χρειάζεται μάρτυρες» (ΣΚΑΪ, Οι 100 μεγάλοι έλληνες Α’ μέρος, 16/2/09) 144 Εικόνα 33 : Στιγμιότυπα από την εκπομπή που μεταδόθηκε στις 16/12/08 145 Εικόνα 34 : Στιγμιότυπα από την εκπομπή που μεταδόθηκε στις 28/9/09 146 147 Εικόνα 5: Στιγμιότυπα από την εκπομπή που προβλήθηκε στις 2/3/10 148 Παράρτημα 2: Πίνακες Περιεχόμενα του παραρτήματος Πίνακας 1: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2005-2006 .............................................. 150 Πίνακας 2:Η πορεία της εκπομπής στη σαιζόν 2006-2007................................................... 151 Πίνακας 3: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2007-2008. Οι επιδόσεις της αυτή τη σαιζόν ανεβαίνουν αισθητά ............................................................................................................ 153 Πίνακας 4: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2008-2009 .............................................. 154 Πίνακας 5:Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2009-2010 ............................................... 154 Πίνακας 8: Το τοπ 10 της τηλεθέασης όλων των εκπομπών στις 16/12/08 .............................. Πίνακας 9: Η τηλεθέαση ανά πεντάλεπτο της εμπομπής που μεταδόθηκε 16/12/08. ........ 155 Πίνακας 10:Το τοπ 10 της τηλεθέασης όλων των εκπομπών στις 28/09/09 ....................... 156 Πίνακας 11: Η τηλεθέαση ανά πεντάλεπτο της εμπομπής που μεταδόθηκε 28/9/10 ......... 157 Πίνακας 12:Το τοπ 10 της τηλεθέασης όλων των εκπομπών στις 02/03/10 ....................... 158 Πίνακας 13:Η τηλεθέαση ανά πεντάλεπτο της εμπομπής που μεταδόθηκε 2/3/10 ........... 158 149 Πίνακας 3: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2005-2006 Χιλ. Ημέρα τηλεθ. Τηλεθέαση Διάρκεια 27/09/2005 568 6,1 00:34 04/10/2005 683 7,4 00:32 18/10/2005 764 8,3 00:37 25/10/2005 689 7,4 00:33 01/11/2005 726 7,9 00:35 08/11/2005 765 8,3 00:37 15/11/2005 673 7,3 00:36 22/11/2005 840 9,1 00:35 29/11/2005 758 8,2 00:34 06/12/2005 754 8,2 00:35 13/12/2005 868 9,4 00:36 20/12/2005 854 9,2 00:35 10/01/2006 834 9,0 00:56 17/1/2006 808 8,7 00:36 24/01/2006 955 10,3 00:33 31/01/2006 759 8,2 00:35 07/02/2006 933 10,1 00:44 14/02/2006 1073 11,6 00:36 21/02/2006 849 9,2 00:36 28/02/2006 1121 12,1 00:51 07/03/2006 991 10,7 00:56 14/03/2006 964 10,4 00:50 21/03/2006 917 9,9 00:43 28/03/2006 739 8,0 00:46 150 04/04/2006 862 9,3 00:49 11/04/2006 803 8,9 00:46 02/05/2006 678 7,3 00:51 09/05/2006 729 7,9 00:50 23/05/2006 820 8,9 00:50 30/05/2006 601 6,5 00:51 06/06/2006 725 7,8 00:51 13/06/2006 724 7,8 00:50 20/06/2006 564 6,1 00:53 27/06/2006 449 4,9 00:54 04/07/2006 514 5,6 00:54 Πίνακας 4: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2006-2007 Χιλ. Ημερομηνία τηλεθ. Τηλεθέαση Διάρκεια 03/10/2006 713 7,6 00:49 10/10/2006 1019 10,9 00:49 17/10/2006 863 9,2 00:43 24/10/2006 920 9,8 00:46 31/10/2006 1007 10,8 00:53 7/11/2006 1028 11 00:57 14/11/2006 1092 11,7 00:59 21/11/2006 1061 11,3 00:50 28/11/2006 1056 11,3 00:55 05/12/2006 979 10,5 00:51 12/12/2006 1129 12,1 00:52 19/12/2006 1031 11 00:49 151 26/12/2006 1012 10,8 00:50 09/01/2007 931 9,9 00:55 16/01/2007 979 10,5 00:50 23/01/2007 1084 11,6 00:51 30/01/2007 1006 10,8 00:55 06/02/2007 1016 10,9 00:48 13/02/2007 907 9,7 00:48 20/02/2007 986 10,5 00:56 27/02/2007 1179 12,6 00:53 06/03/2007 1399 15,0 00:59 13/03/2007 1166 12,5 00:59 20/03/2007 1194 12,8 00:55 27/03/2007 1364 14,6 00:52 Πάσχα 03/04/2007 780 8,3 00:50 Εόρτ. 10/04/2007 627 6,7 01:02 17/04/2007 1121 12,0 00:52 24/04/2007 1031 11,0 00:57 01/05/2007 1065 11,4 01:00 08/05/2007 1076 11,5 01:03 15/05/2007 979 10,5 01:18 22/05/2007 1172 12,5 01:07 29/05/2007 1154 12,3 00:48 05/06/2007 1345 14,4 01:13 12/06/2007 1116 11,9 01:04 19/6/2007 839 9,0 01:08 26/06/2007 699 7,5 01:29 152 03/07/2007 731 7,8 01:09 10/07/2007 563 6,0 01:30 Πίνακας 5: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2007-2008. Οι επιδόσεις της ανεβαίνουν αισθητά Χιλ. Ημερομηνία τηλεθ. Τηλεθέαση Διάρκεια 02/10/2007 1393 14,9 01:09 09/10/2007 1840 19,7 01:11 16/10/2007 2019 21,6 01:09 23/10/2007 2219 23,7 01:19 30/10/2007 2385 25,5 01:28 06/11/2007 2220 23,7 01:31 13/11/2007 2692 28,8 01:32 20/11/2007 2747 29,4 01:49 27/11/2007 2540 27,1 02:20 04/12/2007 2678 28,6 01:50 11/12/2007 2065 22,1 02:31 18/12/2007 2926 31,3 02:36 22/01/2008 2977 31,8 01:33 05/02/2008 2860 30,6 01:37 12/02/2008 3111 33,2 01:38 19/02/2008 2629 28,1 01:37 26/02/2008 2639 28,2 02:23 04/03/2008 2809 30,0 01:42 11/03/2008 2472 26,4 01:37 25/03/2008 2560 27,4 02:06 01/04/2008 2571 27,5 01:53 153 08/04/2008 2657 28,4 01:47 15/04/2008 2250 24,0 02:28 06/05/2008 2565 27,4 01:55 13/05/2008 2578 27,6 01:42 eurov. 20/05/2008 1689 18,0 01:38 27/5/2008 2101 22,5 01:47 03/06/2008 2167 23,2 02:34 Πίνακας 6: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2008-2009 Χιλ. Ημερομηνία Τηλεθ. Τηλεθεάση Διάρκεια 30/09/2008 2924 28,9 02:01 14/10/2008 2734 27 01:35 16/12/2008 2666 26,3 01:46 03/03/2009 2685 26,5 01:55 07/04/2009 2311 22,8 01:49 28/04/2009 2242 22,2 01:50 02/06/2009 2058 20,3 01:53 09/06/2009 2067 20,4 01:49 16/06/2009 1718 17,0 02:13 Πίνακας 7: Η πορεία της τηλεθέασης στη σαιζόν 2009-2010 Χιλ. Ημερομηνία Τηλεθ. Τηλεθεάση Διάρκεια 28/09/2009 2814 27,8 01:46 06/10/2009 2572 25,4 01:51 13/10/2009 2679 26,5 01:47 20/10/2009 2302 22,8 01:45 27/10/2009 2402 23,7 01:59 03/11/2009 2716 26,8 01:46 10/11/2009 2421 23,9 02:13 17/11/2009 2641 26,1 01:50 24/11/2009 2463 24,3 02:09 01/12/2009 3029 29,9 01:54 26/01/2010 2701 26,7 01:40 16/02/2010 2859 28,3 01:43 02/03/2010 2708 26,8 01:45 09/03/2010 2896 28,6 01:47 154 16/03/2010 2626 26,0 01:45 23/03/2010 2696 26,6 01:45 13/04/2010 2706 26,7 01:47 20/04/2010 2531 25,0 01:52 27/04/2010 2625 25,9 01:43 04/05/2010 2584 25,5 01:49 11/05/2010 2688 26,6 01:54 18/05/2010 2588 25,6 02:07 25/5/2010 2424 24,0 01:51 01/06/2010 2760 27,3 01:53 08/06/2010 2332 23,1 01:56 15/06/2010 1243 12,3 02:01 28/09/2010 1988 19,5 01:46 Πίνακας 8: Το τοπ 10 της τηλεθέασης όλων των εκπομπών στις 16/12/08 ΤΟΡ-10 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΗΜΕΡΑΣ 16/12/2008 # ΤΙΤΛΟΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΕΝΑΡΞ ΛΗΞΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΜΛ (000) ΤΜΛ% ΜΡΔ% 1 ΑΛ ΤΣΑΝΤΙΡΙ ΝΙΟΥΖ ALPHA 21:07 23:15 1:46 2666 26,3 52,1 2 ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ MEGA 19:03 19:58 0:43 1341 13,3 35,6 3 ΛΑΚΗΣ Ο ΓΛΥΚΟΥΛΗΣ MEGA 21:03 21:57 0:44 1331 13,2 26,8 4 ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ 2 ΖΩΕΣ MEGA 18:17 18:57 0:35 1019 10,1 31,4 5 MEGA ΓΕΓΟΝΟΤΑ MEGA 19:59 20:52 0:48 857 8,5 22,2 6 GREY'S ANATOMY ANTENNA 23:03 23:57 0:41 793 7,8 18,7 7 ΛΟΛΑ ANTENNA 18:57 19:57 0:44 734 7,3 19,7 8 ALTER ΕΙΔΗΣΕΙΣ ALTER 19:56 20:52 0:51 686 6,8 17,8 9 MEGA ΓΕΓΟΝΟΤΑ MEGA 13:58 14:46 0:44 650 6,4 27,8 10 ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΑΝΤ-1 ANTENNA 19:58 20:49 0:49 636 6,3 16,5 Πίνακας 9:Η ροή της τηλεθέασης ανά πεντάλεπτο της εκπομπές που μεταδόθηκε 16/12/08 Πεντάλεπτο Τηλεθεατές Τηλεθέαση % Μερίδιο % 21:07:00 - 21:11:59 1.407.961 13,9 30,8 21:12:00 - 21:16:59 1.849.744 18,3 39,5 21:17:00 - 21:21:59 2.158.755 21,3 44,4 21:22:00 - 21:26:59 2.537.148 25,1 50,8 155 21:27:00 - 21:31:59 2.794.378 27,6 55,6 21:32:00 - 21:36:59 2.318.642 22,9 45,0 21:37:00 - 21:41:59 1.314.029 13,0 25,3 21:42:00 - 21:46:59 1.886.248 18,6 35,9 21:47:00 - 21:51:59 2.813.383 27,8 53,0 21:52:00 - 21:56:59 2.935.501 29,0 54,5 21:57:00 - 22:01:59 3.441.193 34,0 64,0 22:02:00 - 22:06:59 3.508.424 34,7 65,1 22:07:00 - 22:11:59 3.494.775 34,5 64,5 22:12:00 - 22:16:59 2.174.644 21,5 40,6 22:17:00 - 22:21:59 2.393.685 23,7 45,5 22:22:00 - 22:26:59 3.281.997 32,4 62,6 22:27:00 - 22:31:59 3.370.686 33,3 64,2 22:32:00 - 22:36:59 3.265.486 32,3 61,9 22:37:00 - 22:41:59 3.117.793 30,8 59,2 22:42:00 - 22:46:59 2.582.510 25,5 49,5 22:47:00 - 22:51:59 1.700.597 16,8 33,2 22:52:00 - 22:56:59 2.331.144 23,0 45,9 22:57:00 - 23:01:59 2.201.385 21,8 43,6 23:02:00 - 23:06:59 2.115.965 20,9 42,6 23:07:00 - 23:11:59 1.996.459 19,7 41,2 23:12:00 - 23:15:59 1.381.884 13,7 29,4 Συνολική τηλεθέαση 2665747 26,3 52,1 Πίνακας 10:Το τοπ 10 της τηλεθέασης όλων των εκπομπών στις 28/09/09 ΤΟΡ-10 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ 28/9/2009 # ΤΙΤΛΟΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΕΝΑΡΞ ΛΗΞΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΜΛ (000) ΤΜΛ% ΜΡΔ% 1 ΑΛ ΤΣΑΝΤΙΡΙ ΝΙΟΥΖ ALPHA 21:04 23:10 1:46 2814 27,8 59,5 2 ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ MEGA 18:57 19:58 0:48 1241 12,3 44,1 3 Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ MEGA 18:07 18:49 0:36 1103 10,9 45,2 156 4 MEGA ΓΕΓΟΝΟΤΑ MEGA 19:59 21:13 1:10 1008 10,0 29,3 5 ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙΣ ANTENNA 16:14 17:33 1:01 717 7,1 31,7 6 Η ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ MEGA 22:37 23:32 0:45 680 6,7 15,3 7 ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΤΑΙΡΙ ΜΟΥ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ MEGA 16:56 18:02 0:55 618 6,1 27,4 8 ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑΞΗ:EIΔΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ALPHA 23:14 24:08 0:40 615 6,1 17,7 9 MEGA ΓΕΓΟΝΟΤΑ MEGA 13:58 14:44 0:43 611 6,0 26,1 10 ΛΑΚΗΣ Ο ΓΛΥΚΟΥΛΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ MEGA 21:29 22:32 0:56 577 5,7 11,8 Πίνακας 11:Η ροή της τηλεθέασης ανά πεντάλεπτο της εκπομπής που μεταδόθηκε 28/9/09 Πεντάλεπτο Τηλεθεατές Τηλεθέαση % Μερίδιο % 21:04:00 - 21:08:59 1.245.714 12,3 31,0 21:09:00 - 21:13:59 1.842.264 18,2 44,4 21:14:00 - 21:18:59 2.236.872 22,1 51,7 21:19:00 - 21:23:59 2.437.549 24,1 55,0 21:24:00 - 21:28:59 2.645.958 26,2 58,2 21:29:00 - 21:33:59 2.788.474 27,6 60,2 21:34:00 - 21:38:59 2.940.515 29,1 62,9 21:39:00 - 21:43:59 3.029.277 29,9 63,8 21:44:00 - 21:48:59 2.579.878 25,5 54,1 21:49:00 - 21:53:59 1.823.477 18,0 37,9 21:54:00 - 21:58:59 2.585.054 25,6 53,4 21:59:00 - 22:03:59 3.069.794 30,3 61,9 22:04:00 - 22:08:59 3.181.408 31,4 63,3 22:09:00 - 22:13:59 3.332.158 32,9 65,7 22:14:00 - 22:18:59 3.382.407 33,4 66,4 22:19:00 - 22:23:59 3.415.989 33,8 67,2 22:24:00 - 22:28:59 3.491.148 34,5 69,3 22:29:00 - 22:33:59 2.324.193 23,0 47,0 22:34:00 - 22:38:59 2.432.845 24,0 50,1 157 22:39:00 - 22:43:59 3.022.269 29,9 62,2 22:44:00 - 22:48:59 3.213.610 31,8 66,4 22:49:00 - 22:53:59 3.261.897 32,2 68,2 22:54:00 - 22:58:59 1.953.107 19,3 41,6 22:59:00 - 23:03:59 2.254.325 22,3 48,6 23:04:00 - 23:08:59 2.613.323 25,8 56,3 23:09:00 - 23:10:59 1.529.044 15,1 34,1 Συνολική τηλεθέαση 2.814.000 27,8 59,5 Πίνακας 12:Το τοπ 10 της τηλεθέασης όλων των εκπομπών στις 02/03/10 ΤΟΡ-10 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΗΜΕΡΑΣ 2/3/2010 # ΤΙΤΛΟΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΕΝΑΡΞ ΛΗΞΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΜΛ (000) ΤΜΛ% ΜΡΔ% 1 ΑΛ ΤΣΑΝΤΙΡΙ ΝΙΟΥΖ ALPHA 21:00 23:02 1:45 2708 26,8 53,1 2 Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ MEGA 18:11 18:53 0:36 1776 17,6 56,4 3 ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ MEGA 18:59 19:58 0:48 1739 17,2 48,0 4 MEGA ΓΕΓΟΝΟΤΑ MEGA 19:59 20:59 0:56 1200 11,9 29,9 5 ΡΑΔΙΟ ΑΡΒΥΛΑ ANTENNA 22:59 24:13 0:58 1143 11,3 28,3 6 ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ MEGA 21:14 22:45 1:18 858 8,5 16,5 7 ΚΑΤΙ ΨΗΝΕΤΑΙ ALPHA 19:57 20:58 0:48 848 8,4 21,1 8 ΣΠΙΤΙ ΑΠ'ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ALPHA 23:03 24:01 0:48 700 6,9 16,9 9 ALTER ΕΙΔΗΣΕΙΣ ALTER 19:57 20:53 0:50 686 6,8 17,3 10 L.A.P.D. 2 MEGA 22:52 23:50 0:47 655 6,5 14,9 Πίνακας 13:Η ροή της τηλεθέασης ανά πεντάλεπτο της εκπομπής που μεταδόθηκε 2/3/10 Πεντάλεπτο Τηλεθεατές Τηλεθέαση % Μερίδιο % 21:00:00 - 21:04:59 1.512.903 15,0 34,3 21:05:00 - 21:09:59 1.987.800 19,6 43,0 21:10:00 - 21:14:59 2.423.919 24,0 51,0 21:15:00 - 21:19:59 2.691.900 26,6 55,5 158 21:20:00 - 21:24:59 2.750.334 27,2 55,3 21:25:00 - 21:29:59 2.887.391 28,5 56,5 21:30:00 - 21:34:59 2.214.818 21,9 43,3 21:35:00 - 21:39:59 1.964.004 19,4 38,0 21:40:00 - 21:44:59 2.699.195 26,7 51,4 21:45:00 - 21:49:59 2.867.077 28,3 54,0 21:50:00 - 21:54:59 3.053.307 30,2 56,5 21:55:00 - 21:59:59 3.199.312 31,6 59,6 22:00:00 - 22:04:59 3.287.978 32,5 62,1 22:05:00 - 22:09:59 2.562.981 25,3 48,7 22:10:00 - 22:14:59 2.006.138 19,8 38,2 22:15:00 - 22:19:59 2.674.174 26,4 50,7 22:20:00 - 22:24:59 3.075.042 30,4 58,3 22:25:00 - 22:29:59 3.153.727 31,2 59,6 22:30:00 - 22:34:59 3.108.935 30,7 58,5 22:35:00 - 22:39:59 3.030.567 30,0 57,3 22:40:00 - 22:44:59 2.811.143 27,8 54,0 22:45:00 - 22:49:59 1.967.592 19,4 38,5 22:50:00 - 22:54:59 2.465.181 24,4 49,7 22:55:00 - 22:59:59 2.240.255 22,1 46,2 23:00:00 - 23:02:59 1.602.911 15,8 33,9 Συνολική τηλεθέαση 2.708.000 26,8 53,1 159
US