@@@ @@@ @ @ Z@ @ @ @ @ N@RPL@RPPX @@ @@ @ @ @ Z@ @ @ @ @ @ @ [ @ @ @ @ QPNQRVXQOウ。ウNURQ @ @@@ @ @@cッーケイゥァィエ@ᄅ@RPPX@ @@@ @@ @@ @@tッ@」ゥエ・@エィゥウ@。イエゥ」ャ・Z @HRPPXIN@ @ @ @ Z@ @ @ @ @ @ @ @ [N@ @ @ Z@ @ @ @ @ L@RPL@XSMQQUN@@ @ http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία: εργαλείο ιμπεριαλιστικής επέμβασης ή πλαίσιο προάσπισης της ανθρώπινης ασφάλειας; Νικόλαος Τζιφάκης’ Το άρθρο διερευνά το περιεχόμενο της ευθύνης για προστασία δίνοντας προσοχή εξίσου στην επιστημονική και στην πολιτική της διαπραγμάτευση. Η μελέτη δια πιστώνει ότι η έννοια αυτή έχει εδραιωθεί ως κεντρικό αντικείμενο επιστημονικής διερεΰνησης στα πλαίσια της εξέτασης της σχέσης της εθνικής κυριαρχίας με την ανθρώπινη ασφάλεια ενώ, ταυτόχρονα, έχει επιτυχώς εισαχθεί ως εννοιολογικό σχήμα στη ρητορική των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, δεν έχει αναχθεί σε κοινά αποδεκτό διεθνή κανόνα. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η ευθΰνη για προστασία δεν είναι ως τέτοια οΰτε εργαλείο ιμπεριαλιστικής πολιτικής αλλά οΰτε και πολιτικά ουδέτερο πλαίσιο προάσπισης της ανθρώπινης ασφάλειας. Από μόνη της, η υπό εξέταση έννοια πιθανότατα δεν θα νομιμοποιήσει περισσότερες αμφιλεγόμενες επεμβάσεις. Οΰτε ίσως δώσει νέα οόθηση στην ανθρωπιστική δράση των κρατών. Υπό τις παρούσες συνθήκες φαίνεται ότι η διεθνής κοινότητα θα συνεχίσει κατά περίπτωση και ενίοτε συγκυριακά να αποφασίζει την παρέμβασή της (ή μη) σε τρίτες χώρες επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ή μεταβάλλοντας το περιεχόμενο που προσδίδει στην ευθύνη για προστασία. Επομένως, το άρθρο υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη έννοια θα σημάνει για τα κράτη ό,τι εκείνα τελικά επιλέξουν στην πράξη να προσδιορίσουν. Εισαγωγή Ο τρομακτικός κύκλο)νας Nargis που χτύπησε τη Μιανμάρ στις 2 Μαΐου 2008 προκάλεσε άλλη μία ανθρωπιστική καταστροφή με δεκάδες χιλιάδες θύματα. Η διεθνής κοινότητα εκδήλωσε αμε'σως την πρόθεσή της να απο- στείλει ανθρωπιστική βοήθεια, το στρατιωτικό καθεστώς όμως της εν λόγω χώρας εξέφρασε την άρνησή του να δεχθεί την εξωτερική αυτή συνδρομή. Κέντρο Πολιτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ), Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ο συγ γραφέας θα ήθελε να ευχαριστήσει για σχόλια και υποδείξεις που έκαναν σε προγενέστερη μορφή του κειμένου, τους Ανδρέα Στεργίου, Ευστάθιο Τ. Φακιολά και Αστέρη Χουλιάρα. Επιστήμη και Κοινωνία Τεύχος 20/2008 http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 84 Νικόλαος Τζιφάκης Ο γάλλος υπουργός εξωτερικών, Bernard Kouchner, στράφηκε τότε στα Ηνωμένα Έθνη και τα προέτρεψε να επικαλεστούν την ευθύνη για προ στασία προκειμένου να προχωρήσουν στη διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας χωρίς να λάβουν την έγκριση της χούντας της Μιανμάρ (Mydans 2008). Η στρατιωτική ηγεσία της πληγείσας χώρας ενέδωσε τελικά, με τρεις εβδομάδες καθυστέρηση, στις διεθνείς πιέσεις για την αποδοχή εξωτερικής βοήθειας. Ωστόσο, το εύλογο ερώτημα το οποίο ανακύπτει, είναι σε τι α κριβώς αναφέρεται η ευθύνη για προστασία που μνημόνευσε ο Kouchner. Υπάρχει διεθνής κανόνας ο οποίος επιτρέπει στη διεθνή κοινότητα να πα- ρακάμψει την κυριαρχία ενός κράτους και να επέμβει για ανθρωπιστικούς λόγους; Σε τι διακρίνεται η ευθύνη για προστασία από την ευρέως πιο γνωστή έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης; Το άρθρο αυτό επιχειρεί να πραγματοποιήσει μια διεξοδική διαπραγ μάτευση της ευθύνης για προστασία, παρουσιάζοντας παράλληλα τόσο την επιστημονική όσο και την πολιτική συζήτηση που διεξάγεται γύρω απ’ αυ τή. Διαπιστώνουμε ότι η έννοια έχει εδραιωθεί ως κεντρικό αντικείμενο ε πιστημονικής διερεύνησης στα πλαίσια της εξέτασης της σχέσης της εθνικής κυριαρχίας με την ανθριυπινη ασφάλεια, ενώ, ταυτόχρονα, έχει επιτυχώς εισαχθεί ως εννοιολογικό σχήμα στη ρητορική των Ηνωμένων Εθνών. Ω στόσο, η ευθύνη για προστασία δεν έχει αναχθεί σε κοινά αποδεκτό διεθνή κανόνα. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με την απουσία συναίνεσης για την ωφελιμότητα και τις δυνητικές επιπτώσεις της επιχειρησιακής ενεργοποίη σής της. Είναι άξιο αναφοράς ότι, ενο) κράτη του Τρίτου Κόσμου ανησυ χούν ότι η ευθύνη για προστασία θα επιφέρει περισσότερο παρεμβατισμό των μεγάλων δυνάμεων, αρκετές από τις τελευταίες προβληματίζονται ότι η έννοια αυτή μπορεί να τους οδηγήσει στην ανάληψη ευθυνών τις οποίες δεν επιθυμούν. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η ευθύνη για προστασία δεν είναι ως τέτοια ούτε εργαλείο ιμπεριαλιστικής πολιτικής αλλά ούτε και πολιτικά ουδέτερο πλαίσιο προάσπισης της ανθρώπινης ασφάλειας.1 Από μόνη της, πιθανότα τα δεν θα νομιμοποιήσει περισσότερες αμφιλεγόμενες επεμβάσεις. Ούτε ί σως δώσει νέα ώθηση στην ανθριυπιστική δράση των κρατών. Υπό τις πα ρούσες συνθήκες φαίνεται ότι η διεθνής κοινότητα θα συνεχίσει κατά πε ρίπτωση και ενίοτε συγκυριακά να αποφασίζει την παρέμβασή της (ή μη) σε τρίτες χώρες επιβεβακυνοντας ταυτόχρονα ή μεταβάλλοντας το περιεχό http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | II ευθύνη για προστασία 85 μενο που προσδίδει στην ευθυνη για προστασία. Όπως το έθεσε ο Alex Bellamy (2006: 169), η ρητορική της έννοιας αυτής μπορεί να χρησιμοποιη θεί τόσο από τους υπέρμαχους όσο και από τους πολέμιους μιας εξωτερικής επέμβασης προκειμένου να τεκμηριώσουν τη θέση τους. Επομένως, το άρ θρο υποστηρίζει ότι η ευθύνη για προστασία θα σημάνει για τα κράτη ό,τι εκείνα τελικά επιλέξουν στην πράξη να προσδιορίσουν. Το προ'ηο μέρος αναζητά και εντοπίζει το ιστορικό και αναλυτικό υπό βαθρο της υπό εξέταση έννοιας η οποία συνθέτει την ανθρώπινη ασφάλεια με την ανθρωπιστική επέμβαση. Το δεύτερο παρουσιάζει το περιεχόμενο της ευθύνης για προστασία όπως αυτό έγινε αρχικά αντιληπτό από τη Διε θνή Επιτροπή για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία. Στη συνέχει α, το τρίτο μέρος αναπτύσσει τη θεωρητική συζήτηση που διεξάχθηκε στα πλαίσια των διεθνών σχέσεων η οποία τροφοδοτήθηκε από τη δημοσίευση της μελέτης της παραπάνω Διεθνούς Επιτροπής. Τέλος, στο τέταρτο μέρος του άρθρου περιγράφεται η προσπάθεια εισαγωγής και υιοθέτησης της ευ θύνης για προστασία από τα Ηνωμένα Έθνη. 1. Το αναλυτικό-ιστορικό πλαίσιο Η ευθύνη για προστασία, ως αναλυτική κατασκευή, αποτελεί το σημείο τομής δύο διαφορετικών συζητήσεων. Η πρώτη σχετίζεται με τη διαρκώς αυξανόμενη κριτική που ασκείται στην παραδοσιακή θεώρηση της εθνικής ασφάλειας, η οποία περιοριστικά εστιάζει μόνο στην αντιμετώπιση εξωτε- ρικών στρατιωτικών απειλών. Στη συζήτηση αυτή κεντρική θέση κατέχει η θεώρηση της ανθρώπινη; ασφάλειας. Η δεύτερη συζήτηση αφορά την αμ φισβήτηση της απόλυτης βεστφαλιανής ερμηνείας της κυριαρχίας και προ τάσσει το δόγμα της ανθρωπιστικής επέμβασης ως θεμιτό μέσο προάσπισης της ανθριόπινης ασφάλειας. Το ιστορικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο της ανθρώπινης ασφάλειας α ποδίδεται στον Διαφωτισμό, στο ανθρωπιστικό δίκαιο και στις νέες αντι λήψεις περί προστασίας των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων,2 ενώ το επιστημονικό πεδίο της έννοιας εντοπίζεται στο σημείο τομής και σύζευ ξης των σπουδιυν της ανάπτυξης (King & Murray 2001/2002: 586-587, Bajpai 2000: 4-8, Suhrke 1999: 270), των σπουδών της ειρήνης (Galtung 1969: 167-191), της κριτικής σκέψης (Booth 1991: 313-326, Krause & http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 86 Νικόλαος Τζιφάχης Williams 1997, Booth 2005) και της ερευνάς του κοινωνικού φύλου (Tickner 1992, Boyd 2005: 115-121, Hoogensen & Stuvoy 2006: 207-228).3 Ο όρος ανθρώπινη ασφάλεια είναι ωστόσο σχετικά πρόσφατο επινόη μα. Η έννοια εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1994 -στην ετήσια Έκθεση για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη του Αναπτυξιακού Προγράμματος του OHE- και ορίστηκε ως ‘ασφάλεια από χρόνιες απειλές όπως η πείνα, οι ασθένειες και η καταπίεση και ως προστασία από ξαφνικές και επιζήμιες αλλαγές στα πρότυπα της καθημερινής ζωής’ (United Nations Development Program 1994: 23). Η ανθρώπινη aoq άλεια έχει ως συνιστώσες την ελευθερία από τον φόβο και την ελευθερία από τη στέρηση (στο ίδιο: 22-24). Συνδέεται με την ικα νοποίηση βασικών υλικών αναγκιυν -όπως η διατροφή, η στέγη, η εκπαί δευση και η υγειονομική περίθαλψη- και τη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας από κάθε μορφής καταπίεση (Thomas 2001: 161-162). Αποτελεί έκφραση μιας πολυδιάστατης και ολιστικής προσέγγισης της ασφάλειας που βασίζεται στην πεποίθηση ότι υπάρχει διασύνδεση ανάμε σα σε προβλήματα όπως η υπανάπτυξη, η παραβίαση των ανθρωπίνων δι καιωμάτων και οι επιπτώσεις των ένοπλων συγκρούσεων (Mack 2004: 48). Η έννοια επιπροσθέτως χαρακτηρίζεται για τον οικουμενισμό και τον αν θρωποκεντρισμό της, αφού τοποθετεί την προστασία των ατόμων, ανεξαρ τήτως τόπου διαμονής, υπεράνω της διασφάλισης των συλλογικών ταυτο τήτων (Soherwordi 2004: 104). Το αντικείμενο αναφοράς είναι το μεμονω μένο άτομο, όχι ως πολίτης του κράτους στο οποίο διαμένει, αλλά ως μέλος της παγκόσμιας κοινότητας (Hayden 2004: 40, Dunne & Wheeler 2004: 10). Η ανθρώπινη ασφάλεια, επομένως, αποτελεί εκδήλωση του νεο-καντιανού διεθνισμού και κοσμοπολιτισμού που εναντιώνεται στην παραδοσιακή κρατοκεντρική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής (Bajpai 2000: 52). Η επιστημονική ‘κατασκευή’ της ανθρώπινης ασφάλειας στηρίχθηκε σε μια έντονα κριτική στάση απέναντι στον ρόλο του κράτους και τις πολιτι κές του (Τζιφάκης 2004: 97-104, Fakiolas 2001: 43-46, Φακιολάς 1999: 79- 113). Όπως υποστηρίζεται, σε περιπτώσεις αδύναμων κρατών, αυταρχικών καθεστώτων και κρατών που πάσχουν από εκτεταμένη διαφθορά, το κρά τος και οι λειτουργοί του είναι οι κατεξοχήν φορείς απειλών και ανασφά λειας για τους πολίτες (Krause 2004: 45). Σε άλλες περιπτώσεις, η προτε ραιότητα που οι κυβερνήσεις αποδίδουν σε στρατιωτικά ζητήματα θεωρεί http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 87 ται συχνά υπεύθυνη για την αδυναμία των κρατών να αντιμετωπίσουν α ποτελεσματικά αναπτυξιακά ζητήματα όπως είναι ο υποσιτισμός και η μειωμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση (McDonald 2002: 277, Waisovâ 2003: 69). Συνεπώς, οι μελέτες περί ανθρώπινης ασφάλειας έχουν ως κοινό τόπο τη διερεύνηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας με απώτερο στόχο να κα ταδείξουν ότι η ασφάλεια του κράτους δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για την ασφάλεια των πολιτών του (Bajpai 2000: 37).4 Στις περιπτώσεις όπου το κράτος αδυνατεί να προστατεύσει τους πολίτες του ή είναι το ίδιο υπεύθυνο για την ανασφάλειά τους, αρκετοί υποστηρίζουν ότι η διεθνής κοινότητα έχει την υποχρέωση να αναλάβει συλλογική δράση, υπό την αι γίδα διεθνών οργανισμών, ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος (στο ίδιο: 47). Στο σημείο αυτό η συζήτηση για την προαγωγή της ανθρώ πινης ασφάλειας συναντά την προβληματική [problématique] για την αν θρωπιστική επέμβαση. Η ιστορική και φιλοσοφική γενεαλογία του δόγματος της ανθρωπιστι κής επέμβασης συνδέεται με τη θεωρία περί δίκαιου πολέμου που αναπτύ χθηκε από στοχαστές όπως ο Κικέρωνας, ο Αγιος Αυγουστίνος, ο Θωμάς Ακινάτης, ο Grotius και ο Pufendorf.1 Πρόκειται για μια θεωρία η οποία διαπνέεται από την πεποίθηση ότι η πολιτική θα πρέπει να είναι αλληλέν- δετη με την ηθική. Οι πόλεμοι θα πρέπει να διεξάγονται με δίκαια μέσα και να έχουν ως αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση δίκαιων σκοπιών. Ένας τέτοιος σκοπός είναι και η προστασία αθώων και ανίσχυρων πληθυσμών που διατρέχουν άμεσο κίνδυνο. Ωστόσο, στη φιλοσοφική παράδοση του Grotius η διεξαγωγή πολέμου υπέρ των αδυνάμων αποτελεί δικαίωμα, αλ λά όχι υποχρέωση των κρατών. Πρωταρχική ευθύνη κάθε κράτους είναι η προστασία και η διασφάλιση των δικών του πολιτιόν. Για τον λόγο αυτόν, οι πολιτικές ηγεσίες θα πρέπει να αποφεύγουν ενέργειες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ευημερία και τα συμφέροντα του λαού τους. Συ νεπώς, όπως σημειιόνει ο Terry Nardin (2002), η προσέγγιση της ανθρωπι στικής επέμβασης ως αναπόδραστης υποχρέωσης (και όχι ως απλού δι καιώματος) των κρατών δεν εντάσσεται στη θεωρία περί δίκαιου πολέμου αλλά αποτελεί έκφανση του καντιανού κοσμοπολιτισμού. Ορισμένοι μελετητές εντοπίζουν ιστορικά την απαρχή της αμφισβήτη σης της βεστφαλιανής εκδοχής της κυριαρχίας στην Ιερή Συμμαχία του Metternich καθιύς και στο δόγμα του Roosevelt για την υπό όρους κυριαρ http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 88 Νικόλαος Τζιφάκης χία [qualified sovereignty] (Barkin 1998: 238-241, Welsh, Thielking & MacFarlane 2002: 494). Άλλοι πάλι υπενθυμίζουν ότι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι δύο υπερδυνάμεις παραμέρισαν σε αρκετές περιπτώ σεις τον σεβασμό στην κυριαρχία τρίτων κρατών στο όνομα της υποτιθέμε νης υπεράσπισης δίκαιων στόχων στο Βιετνάμ, τη Δομινικανή Δημοκρατία, το Κονγκό, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία (Franck & Rodley 1973: 285-289). Ωστόσο, στην περίπτωση της ανθρωπιστικής συμφοράς που προ- κάλεσε ο πόλεμος στη Μπιάφρα (1967-1970), το διακρατικό σύστημα επέ- δειξε αδυναμία/απροθυμία να αντιδράσει εξαιτίας της αρχής της μη επέμ βασης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλης χώρας. Αυτή η αδράνεια των κρα τών συνέβαλλε στην ίδρυση πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων [ΜΚΟ] -όπως, για παράδειγμα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα- οι οποίες υπο στήριξαν στη συνέχεια ότι ο θεσμός της κυριαρχίας δεν θα πρέπει να απο τελεί εμπόδιο στην προσπάθεια τους να προσφέρουν βοήθεια σε περιοχές όπου συντελείται ανθρωπιστική καταστροφή. Σε κάθε περίπτωση, η ουσιαστική εννοιολογική επεξεργασία της αν θρωπιστικής επέμβασης ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1980. Πιο συγκε κριμένα, ο γάλλος φιλόσοφος Jean-François Revel, αναφερόμενος το 1979 σε άρθρο του στο περιοδικό L’Express στις δικτατορίες της Κεντρικής Α φρικής και της Ουγκάντας, υποστήριξε την ύπαρξη μιας διεθνούς υποχρέ ωσης επέμβασης [devoir d’ingérence], Ο όρος αυτός επαναλήφθηκε τον επό μενο χρόνο από τον φιλόσοφο Bernard-Henri Lévy σε σχέση με την περί πτωση της Καμπότζης,6 ενώ επαναδιατυπώθηκε ως δικαίωμα στην επέμβα ση [droit d'ingérence] το 1987 στα πλαίσια συνεδρίου που συνδιοργάνωσαν ο Bernard Kouchner και ο Mario Bettati.7 Το δικαίωμα στην επέμβαση αμ φισβητεί την παραδοσιακή εννοιολογική θεώρηση της κυριαρχίας και προ τάσσει ότι η ισχύς του κράτους θα πρέπει να υποχωρεί σε εξαιρετικά επεί γουσες περιπτώσεις κατά τις οποίες διακυβεύεται η υποτυπώδης προστα σία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενός πληθυσμού. Η παροχή ανθρωπι στικής βοήθειας θα πρέπει να μην εμποδίζεται από κρατικά σύνορα και νομικές προϋποθέσεις διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε, σύμφωνα με τον Kouchner, ότι αποδεχόμαστε ως επιτρεπτές, μολονότι επαίσχυντες, τις πο λιτικές φυσικής εξόντωσης πληθυσμών (αναφέρεται στο Corten 1999: 58). Επομένως, το δικαίωμα στην επέμβαση συσχετίστηκε αρχικά με την παρο χή ανθρωπιστικής βοήθειας αντί για τη χρήση βίας. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 89 Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η ανθρωπιστική επέμβαση πέρασε από το επίπεδο της ρητορικής στο πεδίο της έμπρακτης πολιτικής. Το 1988 και το 1990 η Γενική Συνέλευση του OHE υιοθέτησε δύο σημαντικές αποφά σεις με θέμα τη διευκόλυνση της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας σε θύ ματα φυσικών καταστροφών και παρόμοιων καταστάσεων (Tanguy 2003: 142-143). Επίσης, όπως παρατήρησε ο Thomas G. Weiss (2004: 136), το Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE έλαβε διπλάσιο αριθμό αποφάσεων σε σχέση με ανθρωπιστικές κρίσεις κατά την περίοδο 1990-1994 απ’ όσες συ νολικά είχε υιοθετήσει τα προηγούμενα 45 χρόνια. Σε επίπεδο νομιμοποίη σης, το Συμβούλιο Ασφάλειας τεκμηρίωνε το αυξημένο ενδιαφέρον του για τέτοιες καταστάσεις ερμηνεύοντας πιο διασταλτικά την ευθύνη του για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας (Καταστατικός Χάρτης Ηνωμένων Εθνών, κεφάλαιο VII). Όπως διατυπώθηκε σε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας τον Ιανουάριο του 1992, ‘η απουσία πολέμου και στρατιωτικών συγκρούσεων ανάμεσα σε κράτη δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια’ (αναφέρεται στο Newman 2001: 244). Εξάλλου, την ίδια στιγμή, ο τότε Γενικός Γραμματέας του OHE, Boutros Boutros-Ghali, τόνιζε ότι ‘η εποχή της απόλυτης και αποκλειστικής κυριαρχίας έχει παρέλθει: η θεωρία της δεν ταίριαζε ποτέ με την πραγματι κότητα’ (αναφέρεται στο Menkhaus 2004: 431). Επομένως, το Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE ενέκρινε ανθρωπιστικές επεμβάσεις στη Σομαλία, τη Λιβερία και την Αϊτή και αυτή η όψιμη στροφή στις πρακτικές του χαρα κτηρίστηκε από ορισμε'νους αναλυτές ως ενσωματωμένος ανθρωπισμός [embedded humanitarianism] (Thomas & Tow 2001:180). To 1995, η Επιτροπή για την Παγκόσμια Διακυβέρνηση [Commission on Global Governance]8 πρότεινε μεταξύ άλλων την αναθεώρηση του Κατα στατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να επιτρέπεται η αν θρωπιστική επέμβαση σε περιπτώσεις κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα κα τάφωρη και ακραία παραβίαση της ασφάλειας των ανθρώπων (κεφ. 3). Παράλληλα, οι Deng et al. (1996) εισήγαγαν σε μελέτη τους την έννοια της κυριαρχίας ως υπευθυνότητα για να τονίσουν ότι οι εθνικές κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να διασφαλίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των πο λιτών τους και για την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους αυτής είναι υπό- λογες τόσο στο εσωτερικό όσο και απέναντι στη διεθνή κοινότητα. Την προσέγγιση αυτή αποδέχθηκε ο Kofi Annan (1998), ο οποίος σημείωσε ότι: http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | yo Νικόλαο; Τζιφάκης Ο Χάρτης [των Ηνωμένων Εθνών] γράφτηκε στο όνομα των λαών, όχι των κυβερνήσεων των Ηνωμένων Εθνών... Ο Χάρτης προστατεύει την κυριαρχία των λαών. Δεν σήμαινε ποτέ μια άδεια των κυβερνήσεων να ποδοπατήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η κυριαρχία συ νεπάγεται υπευθυνότητα, όχι μόνο ισχύ. Η έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας ανθρωπιστικών επιχειρήσεων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και οι δηλώσεις διαδοχικών Γενικών Γραμματέων του OHE υπέρ μιας πιο ελαστικής ερμηνείας της έννοιας της κυριαρχίας σε καμία περίπτωση δεν υποδηλώνουν την ανάδειξη της αν θρωπιστικής επέμβασης σε καθολικά αποδεκτό διεθνές κανόνα. Αυτό άλ λωστε φάνηκε περίτρανα στην περίπτιυση του Κοσσόβου όπου τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας διχάστηκαν σε σχέση με το ενδεχόμενο της στρατιωτικής επέμβασης. Μολονότι τελικά η διεξαγωγή επιχειρήσεων ενάντια στη Σερβία αποφασίστηκε από τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, η συ ντριπτική πλειοψηφία των τελευταίων απόφυγε να παραπέμψει σε κανόνα ανθρωπιστικής επέμβασης και αναφέρθηκε στην ύπαρξη ηθικής ευθύνης ή αναγκαιότητας ανάληψης δράσης (Brunnée & Toope 2006: 3). Ουσιαστικά, ο πόλεμος στο Κόσσοβο ήταν η αφορμή για τη διεθνή κοι νότητα να συζητήσει πιο συστηματικά την ανθρωπιστική επέμβαση ως πο λιτική πρακτική. Για παράδειγμα, ο Tony Blair παρουσίασε σε ομιλία του στις 22 Απριλίου 1999 -κατά τη διάρκεια των νατοϊκών επιχειρήσεων στο Κόσσοβο- το δόγμα της διεθνούς κοινότητας (γνωστό και ως δόγμα Blair) το οποίο, στηριζόμενο στην παράδοση του δίκαιου πολέμου, διατύπωνε προϋποθέσεις από τις οποίες ευθέως συναρτούσε την παραβίαση ή μη της αρχής της μη επέμβασης. Το δόγμα Blair δεν περιλάβανε προληπτικά μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να αποτρέψουν την εμφάνιση/επιδείνυιση μιας αν θρωπιστικής κρίσης και έδινε έμφαση στη χρήση καταναγκαστικής ισχύος ως μέθοδο εξωτερικής επέμβασης (Abbott 2005: 2-3). Παράλληλα, ο Κανα δάς, δημοσίευσε μια βδομάδα αργότερα κείμενο πολιτικής [Concept Paper] στο οποίο ανέπτυξε τις θέσεις του για την επίτευξη της ανθρώπινης ασφά λειας και μεταξύ άλλων τάχθηκε υπέρ της δυνατότητας χρήσης στρατιωτι κής ισχύος ως έσχατο μέσο και υπό την αιγίδα διεθνιυν οργανισμών (DFAIT 1999). Η εννοιολογική σύζευξη της ανθρώπινης ασφάλειας με την ανθρωπιστι κή επέμβαση δεν ήταν ούτε αυτονόητη αλλά ούτε και καθολικά αποδεκτή. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η εΐ'θννη για προστασία 91 Αυτό συνέβη, αφενός, διότι για ορισμένα κράτη (π.χ. για την Ιαπωνία) η προοίθηση της ανθρο'ιπινης ασφάλειας θα έπρεπε να επιδιωχθεί μόνο με ει ρηνικά μέσα δίνοντας έμφαση στην παροχή αναπτυξιακής βοήθειας και την κατασκευή διεθνών νορμών.'1 Αφετέρου, η ανθρώπινη ασφάλεια είχε περιορισμένη απήχηση -είχε εισέλθει στην πολιτική ρητορική πολύ λίγων κρατών- με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αποτελέσει το πλαίσιο ή το υπό βαθρο για τη διεξαγωγή της συζήτησης υπέρ ή ενάντια στην ανθρωπιστική επέμβαση. Πιο απλά, η συζήτηση για την ανθρωπιστική επέμβαση μέχρι τό τε δεν γινόταν με όρους ή στο όνομα της ανθρώπινης ασφάλειας. 2. Η Διεθνής Επιτροπή για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία Στην Έκθεση για τη Σύνοδο της Χιλιετίας, ο Annan (2000: 48) διατύ πωσε το ερώτημα ότι αν η ανθρωπιστική επέμβαση αποτελεί πράγματι μια απαράδεκτη επίθεση στην κυριαρχία, πιός θα πρέπει τότε να αντιδράσουμε σε μια (νέα) Ρουάντα ή Σρεμπρένιτσα; Αναζητώντας απάντηση στο εριυτη- μα αυτό, ο Jean Chrétien, πρωθυπουργός του Καναδά, ανακοίνωσε κατά τη διάρκεια της εν λόγω Συνόδου την υποστήριξή του για τη δημιουργία μιας Διεθνούς Επιτροπής που θα είχε ως εντολή να συνεισφέρει στη ‘συμφιλίω ση’ του δικαιώματος στην ανθρωπιστική επέμβαση, από τη μία μεριά, με τον σεβασμό στην κρατική κυριαρχία, από την άλλη. Στόχος της Διεθνούς Επιτροπής για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία [International Commission on Intervention and State Sovereignty, ICISS] ήταν η υπέρβαση των ατέρμονων αντιπαραθέσεων και διαφωνιών μεταξύ των υποστηρικτών των δύο αρχών μέσα από την επεξεργασία μιας εναλλακτικής πλατφόρμας η οποία θα αποτελούσε αντικείμενο ευρείας πολιτικής συναίνεσης (1CISS 2001: 2). Άξια αναφοράς είναι η πρόνοια η οποία επιδείχθηκε προκειμένου η σύνθεση των μελών της Επιτροπής να αντανακλά τις ανησυχίες τόσο των αναπτυγμένων όσο και των αναπτυσσόμενων κρατών. Σε σχέση με την έννοια της κυριαρχίας, η μελέτη της Επιτροπής σημειώ νει ότι ο σεβασμός της παρέχει τάξη και σταθερότητα στο διεθνές σύστημα και συντελεί στο να καθίστανται προβλέψιμες οι διεθνείς σχέσεις. Η κυρι αρχία υποδηλώνει την αναγνώριση στο διεθνές δίκαιο της αποκλειστικής και πλήρους δικαιοδοσίας των κρατών στα όρια της εδαφικής τους επι κράτειας. Συμβολίζει για πολλά κράτη την καλύτερη δυνατή προστασία τους σε έναν κόσμο ο οποίος χαρακτηρίζεται από έντονη ανισοκατανομή http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 92 Νικόλαος Τζιφάκης ισχύος και πόρων. Αποτελεί αναγνώριση της ίσης αξίας και της αξιοπρέ πειας τους- είναι πολύτιμο μέσο για την προστασία των εθνικών ταυτοτή των τους· και συνιστά επιβεβαίωση του δικαιώματος τους να διαμορφώ νουν και να καθορίζουν τις τύχες τους. Η μελέτη, επομένως, αποδέχεται ότι η κυριαρχία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (στο ίδιο: 7). Από τη μία μεριά, συνεπάγεται την υπο χρέωση κάθε κράτους να μην επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών. Από την άλλη, θεμελιώνει το δικαίωμα κάθε κράτους να υπεραμύ νεται της εδαφικής ακεραιότητάς του. Ωστόσο, η μελέτη παρατηρεί ότι η κυριαρχία δεν αποδίδει δικαιώματα μόνο στα κράτη αλλά και στους πολίτες τους.10 Ενώ κάθε κράτος οφείλει να σέβεται την κυριαρχία των υπολοίπων κρατών, τα τελευταία, με την σειρά τους, οφείλουν να προασπίζονται την αξιοπρέπεια και τα βασικά δικαιώματα όλων των πολιτών τους. Η αναδεικνυόμενη ‘εσωτερική’ διά σταση της κυριαρχίας δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως πρόκληση ή αμφισβήτηση της παραδοσιακής θεοίρησης της κρατικής κυριαρχίας. Αντι- θέτως, υποδηλώνει το γεγονός ότι η κρατική κυριαρχία θα πρέπει να απο τελεί το πλαίσιο για την ενίσχυση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των πολιτών (στο ίδιο: 13). Η Διεθνής Επιτροπή υιοθέτησε πλήρως τη θεώρηση της κυριαρχίας ως υπευθυνότητα (θέση των Deng et al. 1996) και υποστήριξε ότι τα κράτη εί ναι διεθνώς υπόλογα σε σχέση με τον σεβασμό των βασικών δικαιωμάτων των πολιτών τους. Πρόκειται, όπως αναφέρεται, για ιστορικά εδραιωμένη κατάκτηση η οποία έχει τις ρίζες της σε βασικές διατάξεις του Καταστατι κού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (αρ. 1.3), την Παγκόσμια Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Διεθνή Συνθήκη για τα Οικονομικά, Κοι νωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Διεθνή Συνθήκη για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και, πιο πρόσφατα, τη Σύμβαση της Ρώμης για την εγκαθίδρυση του Διεθνούς Ποινικού' Δικαστηρίου (ICISS 2001:14). Η τοποθέτηση της Διεθνούς Επιτροπής υπέρ της διεθνούς λογοδοσίας των κρατών και της θεώρησης της κυριαρχίας ως υπευθυνότητας δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί ως στήριξη του δικαιώματος στην ανθρωπιστική ε πέμβαση. Σε επίπεδο σημασιολογίας, το δικαίωμα αυτό απορρίπτεται ολο- σχερώς από τη Διεθνή Επιτροπή. Η τελευταία σημειώνει ότι η ανθρωπιστι κή επέμβαση, ως λεκτικό σχήμα, στρέφει την προσοχή και τη συζήτηση στις http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 93 αιτιάσεις και τα δικαιώματα αυτών που επιζητούν να επέμβουν αντί για αυτούς που υποτίθεται ότι θα ωφεληθούν από την επέμβαση. Η ρητορική υπέρ της ανθρωπιστικής επέμβασης παράλληλα εστιάζει περιοριστικά στην επέμβαση καθαυτή εις βάρος των απαραίτητων προληπτικών μέτρων που θα πρέπει να έχουν προηγηθεί καθώς και των πολιτικιών ανασυγκρότησης οι οποίες οφείλουν να ακολουθήσουν. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της ε πέμβασης ως ανθρωπιστικής δρα κανονιστικά και τείνει να απονομιμοποιεί όσους αντιτίθενται στη διεξαγωγή της επέμβασης αφού θα κινδυνεύσουν να χαρακτηριστούν ως μη ευαίσθητοι σε ανθρωπιστικά ζητήματα. Συνε πώς, η Διεθνής Επιτροπή αντιπροτείνει ως λεκτικό και εννοιολογικό σχήμα την ευθύνη για προστασία (ό.π.: 16-17). Η ευθύνη για προστασία καταρχήν γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην κυριαρχία και την επέμβαση διότι στηρίζεται στην πεποίθηση ότι την πρω ταρχική ευθύνη για την προάσπιση της ανθρώπινης ασφάλειας έχουν τα ί δια τα κράτη στα οποία οι πολίτες διατρέχουν κίνδυνο. Η ευθύνη για προ στασία αναλύεται σε τρεις επιμέρους συνιστώσες: την πρόληψη, την αντί δραση και την ανοικοδόμηση. Συνεπώς, το εννοιολογικό αυτό σχήμα συν δέει κανονιστικά και επιχειρησιακά την παροχή βοήθειας, την επέμβαση και την ανασυγκρότηση. Το διευρυμένο περιεχόμενο της ευθύνης για προστασία σε σχέση με την ανθρωπιστική επέμβαση δεν έχει ως στόχο να συγκαλύψει ή να ωραιο ποιήσει την τελευταία. Αφενός, τόσο η ευθύνη για πρόληψη, όσο και η ευ θύνη για ανοικοδόμηση παρουσιάζονται εκτενέστατα και στοιχειοθετού- νται επιμελώς στη μελέτη μέσα από τη συζήτηση μηχανισμών και πολιτι κών που μπορούν να συνεισφέρουν είτε στην έγκαιρη πρόληψη της κλιμά κωσης μιας διένεξης είτε στην παγίωση της ειρήνης, της χρηστής διακυβέρ νησης και της βιώσιμης ανάπτυξης. Μάλιστα, η μελέτη προκρίνει ως προτι μότερη και πιο αποτελεσματική την έγκαιρη πρόληψη από τη μετέπειτα αντίδραση της διεθνούς κοινότητας. Αφετέρου, η ευθύνη για αντίδραση δεν είναι ταυτόσημη με την έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης. Η ευθύνη για αντίδραση περιλαμβάνει κυρίως πολιτικά, οικονομικά και δικαστικά μέτρα, ενώ συσχετίζει τη χρήση στρατιωτικής ισχύος μόνο με ακραίες και εξαιρετικές περιπτιόσεις. Η μελέτη επιβεβαιώνει ότι η αρχή της μη επέμβα σης θα πρέπει να είναι το σημείο εκκίνησης των διεθνών πολιτικών. Η Διε θνής Επιτροπή παρομοιάζει τον κανόνα της μη-επέμβασης με την ιπποκρά- http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 94 Νικόλαος Τζιφάχης τεια αρχή της μη πρόκλησης ζημιάς (στο ίδιο: 31). Επομένως, η στρατιωτική επέμβαση για ανθρωπιστικούς λόγους εξαρτάται άρρηκτα από την εκπλή ρωση έξι κριτηρίων τα οποία αναλυτικά αντλούνται από τη θεωρία περί δίκαιου πολέμου. Το πρώτο κριτήριο είναι η διεθνής νομιμοποίηση και αποδοχή της εξω τερικής επέμβασης. Η μελέτη υποστηρίζει ότι το πιο κατάλληλο διεθνές πλαίσιο για τη λήψη σχετικής απόφασης είναι το Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE. Η Διεθνής Επιτροπή προτρέπει μάλιστα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να αποφεύγουν να κάνουν χρήση του δικαιώματος στην αρνησικυρία σε περιπτώσεις στις οποίες δεν διακυβεύεται ζωτικό ε θνικό συμφέρον τους ώστε να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων (ό.π.: 75). Ωστόσο, όταν το διεθνές αυτό όργανο αδυνατεί να αποφανθεί για την α νάληψη συλλογικής δράσης, η μελέτη προτάσσει ότι η ευθύνη της απόφα σης μεταφέρεται καταρχάς στη Γενική Συνέλευση του OHE -στην οποία χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων- και, δευτερευόντως, στους περιφερειακούς οργανισμούς εντός της περιοχής της δικαιοδοσίας τους. Το δεύτερο κριτήριο αφορά την κρισιμότητα των συνθηκών οι οποίες θα πρέπει επικρατούν προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο της εξωτε ρικής επέμβασης. Η μελέτη θεωρεί ότι η αρχή της μη επέμβασης θα πρέπει να υποχωρεί μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα (ή επίκει- ται) μεγάλης κλίμακας απώλεια ανθρώπινων ζωών ή τίθενται σε εφαρμογή συστηματικές πολιτικές εθνοκάθαρσης. Μια ανθρωπιστική καταστροφή μπορεί να είναι το αποτέλεσμα είτε συνειδητών κρατικών πολιτικών είτε της αδιαφορίας ή της αδυναμίας των κρατικών αρχών να αντιδράσουν α ποτελεσματικά. Η ευθύνη για αντίδραση, επομένως, αναφέρεται στην α ντιμετώπιση καταστάσεων όπως: η γενοκτονία, η εθνοκάθαρση, τα εγκλή ματα ενάντια στην ανθρωπότητα, οι θανατηφόρες φυσικές και περιβαλλο ντικές καταστροφές και η μαζική ένδεια του πληθυσμού μιας περιοχής (στο ίδιο: 33). Το τρίτο κριτήριο σχετίζεται με το ζήτημα των αποδεκτών επιδιιόξεων μιας στρατιωτικής επέμβασης. Η ευθύνη για αντίδραση θα πρέπει να ενερ γοποιείται μόνο για την αντιμετώπιση ανθρωπιστικών συμφορών. Η μελέ τη κατηγορηματικά υποστηρίζει ότι η αλλαγή των συνόρων ή η εξυπηρέ τηση αιτημάτων αυτοδιάθεσης δεν μπορούν ως στόχοι να δικαιολογήσουν την υποχώρηση της διεθνούς αρχής της μη επέμβασης (ό.π.: 35-36). http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 95 Οι προϋποθέσεις επιλογής της χρήσης στρατιωτικής ισχύος σε σχέση με άλλα ειρηνικά μέσα αντίδρασης είναι το αντικείμενο του τέταρτου κριτή ριου. Η Διεθνής Επιτροπή προτάσσει ότι η ευθϋνη για αντίδραση, στην πιο ακραία έκφανσή της, θα πρέπει να αποτελεί το ύστατο μέσο το οποίο θα προκρίνεται αφού θα έχουν πρώτα διεξοδικά εξεταστεί όλα τα υπόλοιπα προληπτικά και ειρηνικά μέσα αντίδρασης. Τέλος, το πέμπτο και το έκτο κριτήριο αναφέρονται στις πιθανές επι πτώσεις μιας στρατιωτικής επέμβασης. Η έκταση, η διάρκεια και η ένταση της τελευταίας θα πρέπει να είναι οι ελάχιστες δυνατές για την επίτευξη του ανθρωπιστικού τους στόχου. Παράλληλα, η ανάληψη στρατιωτικής δράσης θα πρέπει να επιχειρείται μόνον εφόσον υπάρχουν εϋλογες πιθανό τητες επιτυχούς πρόληψης ή παύσης της ανθρωπιστικής καταστροφής (στο ίδιο: 37). Μετά τη συνοπτική παρουσίαση των βασικών σημείων της μελέτης, εξε τάζεται στη συνέχεια η θεωρητική συζήτηση με θέμα την ευθύνη για προ στασία στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων. 3. Η συζήτηση στη θεωρία των Διεθνοίν Σχέσεων Η μελέτη της Διεθνούς Επιτροπής είχε σημαντικό αντίκτυπο στην επι στημονική διερεύνηση της σχέσης της ανθροπιστικής επέμβασης με την κρατική κυριαρχία. Για αναλυτικούς λόγους, επιχειρείται εδώ η συστημα- τοποίηση και η παρουσίαση της συζήτησης αυτής μέσα από την ομαδοποί ησή της σε τέσσερις διακριτές κατηγορίες τοποθετήσεων. Η πρώτη αφορά τοποθετήσεις που επιδοκιμάζουν και υπερασπίζονται την ευθύνη για προ στασία. Η δεύτερη περιλαμβάνει θέσεις που αποτελούν εκδήλωση δυσπι στίας και εναντίωσης στο έργο της Διεθνούς Επιτροπής. Η τρίτη κατηγορία αναφέρεται σε τοποθετήσεις που υπερασπίζονται σε επίπεδο αρχής την ευ θύνη για προστασία διατυπώνοντας, ωστόσο, επιφυλάξεις (όσον αφορά την εφαρμογή της στην πράξη). Τέλος, η τέταρτη κατηγορία τοποθετήσεων απορρίπτει την όλη συζήτηση για την ευθύνη για προστασία επειδή δεν θεωρείται ότι πρόκειται να αποτελέσει φορέα ουσιαστικών αλλαγοίν. Με βάση αυτή τη διάκριση, θα μπορούσαμε αναλυτικά, για τις ανάγκες της έ ρευνας, να χωρίσουμε τις τοποθετήσεις σε σχέση με την ευθύνη για προ στασία σε επιστημονικές στάσεις ‘επιδοκιμασίας’, ‘απόρριψης’, ‘μη ικανο ποίησης’ και ‘αδιαφορίας/υποβάθμισης’. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 96 Νικόλαος Τζιφάκης Οι θιασώτες της ευθύνης για προστασία τονίζουν την καινοτομία και τη δυνητική συνεισφορά της στην παγίωση της διεθνούς σταθερότητας και ασφάλειας. Η Slaughter (2005: 627) παρατηρεί ότι η ευθύνη για προστασία πραγματοποιεί μια ‘τεκτονική μεταβολή’ στον καθεαυτό ορισμό της κυρι αρχίας. Ο Newman (2002: 105) εκθειάζει τη μελέτη, την καινούργια ορολο γία της και τις ξεκάθαρες ιδέες για τη συμφιλίωση αντιτιθέμενων αρχών. Άλλοι πάλι σημειώνουν την οξυδέρκεια της μελέτης η οποία, αποτιμάται ως ένα ρεαλιστικό και ουσιαστικό βήμα για το μέλλον (Macfarlane, Thielking & Weiss 2004: 981). Οι Brunnée & Toope (2006: 7) υποστηρίζουν ότι η συνάρτηση της κυριαρχίας από τον σεβασμό των κανόνων ανθρωπί νων δικαιωμάτων εδράζεται σε διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που δεν εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Παράλληλα, ορισμένοι τονίζουν την σημασία που έχει το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες στη λήψη αποφάσεων εφοδιάζονται με μεγάλο φάσμα επιλογών μεταξύ της αδράνειας και της στρατιωτικής επέμβασης (Welsh, Thielking & MacFarlane, 2002: 495). Εξάλλου, ο Belloni (2006: 330) σημειώ νει ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (μέσα από την ευθύνη για προστασία) θα συνεισφέρει στην ενίσχυση της διεθνούς σταθερότητας σε αντιδιαστολή με έναν άδικο κόσμο ο οποίος πιθανώς θα χαρακτηρίζεται από την απουσία τάξης και μαζικές μετατοπίσεις καταδιωγμένων πληθυ σμών. Όσοι απορρίπτουν την ευθύνη για προστασία, αμφισβητούν τις προθέ σεις των εμπνευστών και των υποστηρικτών της. Αρκετοί διαβλέπουν μια αναβίωση των ‘στάνταρ πολιτισμού’ και του ‘βάρους του λευκού ανθρώ που’ που θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση του κόσμου σε πολιτισμένες και απολίτιστες ζώνες. Εκφράζονται φόβοι για την επιστροφή σε ημι- αποικιακές πρακτικές αφού τα ισχυρά κράτη (δηλαδή, τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας) είναι αυτά τα οποία θα αποφασίζουν πότε οι πα ραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα δικαιολογούν τον παραμερισμό της αρχής της μη επέμβασης. Έτσι η ευθύνη για προστασία προσλαμβάνε ται ως ο δούρειος ίππος της Δύσης ο οποίος, ενδυόμενος τον μανδύα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του ανθρωπισμού, θα νομιμοποιεί περισσό τερο παρεμβατισμό των μεγάλων δυνάμεων (Menkhaus 2004: 430, Evans 2004: 274). Κάτι τέτοιο θα έχει σύμφωνα με τον Chandler (2004: 68) επι πτώσεις στις σχέσεις του μη Δυτικού κόσμου με τους διεθνείς θεσμούς οι http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 97 οποίοι θα αποφασίζουν την εφαρμογή της ευθύνης για προστασία. Ο Busumtwi-Sam (2002: 260) παρατηρεί ότι η εστίαση της συζήτησης στις α πειλές οι οποίες προέρχονται από τον Νότο προς τον Βορρά έχει ως αποτέ λεσμα να συγκαλύπτονται πτυχές των σχέσεων Βορρά-Νότου οι οποίες μπορεί να είναι υπεύθυνες για τις αδυναμίες και την ανασφάλεια στον Νό το. Η ανθρώπινη ασφάλεια (η οποία αποτελεί το υπόβαθρο για την ευθύνη για προστασία), συνεχίζει ο Busumtwi-Sam, δεν αποσκοπεί στον περιορι σμό κινδύνων και προβλημάτων αλλά στην προστασία του status-quo. Ό ποιες αλλαγές και αν λάβουν χώρα θα είναι προσαρμοστικές των υπαρ- χουσών δομών και πρακτικών (αντί να οδηγούν στην ανατροπή και αντι κατάστασή τους). Η Pupa vac (2005: 178-179) διαβλέπει έναν ηθικό διαχω ρισμό του κόσμου ανάμεσα σε υπεύθυνα κράτη τα οποία συμμετέχουν στην εφαρμογή της ευθύνης για προστασία και, από την άλλη, τα αποτυχημένα κράτη των οποίων ο πληθυσμός πρέπει να προστατευτεί. Συνεπώς, η αν- θρώπινη ασφάλεια αποδέχεται έναν κόσμο στον οποίο η υπανάπτυξη και η ανισότητα των κρατών καθίστανται εκ νέου φυσιολογικές με την έννοια ότι δεν είναι αυτές πλέον το βασικό πρόβλημα που χρήζει αντιμετώπισης. Ο Chandler (2004: 76) εντοπίζει πίσω από τη συζήτηση για την ευθύνη για προστασία την ανάδειξη ενός χάσματος μεταξύ δράσεων οι οποίες είναι ‘η θικά νομιμοποιημένες’ και δράσεις οι οποίες είναι επιτρεπτές από το διε θνές δίκαιο. Το χάσμα νομιμοποίησης-νομιμότητας ουσιαστικά αντανακλά την διάσταση που έχει σταδιακά ανακύψει ανάμεσα στον σύγχρονο κατα μερισμό ισχύος στο διεθνές σύστημα και τον αντίστοιχο καταμερισμό ο οποίος ίσχυε το 1945 όταν καταρτίστηκε ο Καταστατικός Χάρτης των Η νωμένων Εθνών. Η υπόθεση εργασίας ότι οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες ε πιφορτίζονται το καθήκον εφαρμογής της ευθύνης για προστασία, έχουν ανώτερη ηθική νομιμοποίηση από τις δυνάμεις οι οποίες στερούνται στρα τιωτικών και οικονομικών πόρων υποδηλώνει, σύμφωνα με τον Chandler, την εξίσωση της ηθικής με την ισχύ (στο ίδιο). Εξάλλου, στα πλαίσια της φιλοσοφικής παράδοσης του Foucault, η Bell (2006: 154-155) ερμηνεύει την ευθύνη για προστασία ως τίποτε περισσότερο από μια απόπειρα σύστασης ενός επικίνδυνου ‘Αλλου’ (που χρήζει κατανόησης/διαχείρισης) ο οποίος είναι απαραίτητος για την κατασκευή και τη διαιώνιση της ταυτότητας του Εμείς’ που επιφορτίζεται με την εφαρμογή της ευθύνης. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 98 Νικόλαος Τζιφάκης Ορισμένες τοποθετήσεις απορρίπτουν επιπροσθέτως την αλλαγή ρητο ρικής από την ανθρωπιστική επέμβαση στην ευθύνη για προστασία. Ο Downes (2004: 483-484) υποστηρίζει ότι η έννοια της ευθύνης επιχειρεί να αποκρέψει την εξουσία αυτού που χρήζει προστασίας. Ο όρος ευθύνη έχει ως στόχο να προστατεύσει ηγεμονικούς λόγους περί των ανθρώπινων δι καιωμάτων από το να συσχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της πολιτικής ε ξουσίας και της κυριαρχίας. Οι Welsh, Thielking & MacFarlane (2002: 500) συμπληρώνουν ότι η ευθύνη για προστασία δεν διαφέρει από την ανθρω πιστική επέμβαση ως προς τις κανονιστικές της συνέπειες αφού και οι δύο έννοιες έχουν θετικό αξιολογικό περιεχόμενο υπέρ της ανάληψης δράσης. Συνάμα, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η προσθήκη της ευθύνης για την πρό ληψη και της ευθύνης για την ανοικοδόμηση έχουν απλά ως στόχο να κα ταστήσουν την εξωτερική επέμβαση περισσότερο νομιμοποιημένη (Chandler 2004: 66-67). Τέλος, οι απορριπτικοί της ανθρώπινης ασφάλειας (και κατά συνέπεια της ευθύνης για προστασία) αναδεικνύουν τις ανθρωπιστικές και υλικές επιπτώσεις της ανάληψης στρατιωτικής δράσης. Η χρήση καταναγκαστικής ισχύος δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τους οικουμενικούς σκοπούς της αν θρώπινης ασφάλειας αφού, όπως έδειξε η επέμβαση στο Κόσσοβο, η προ στασία των Αλβανών είχε ως τίμημα την ανασφάλεια των Σέρβων (Bain 2001: 292, Khong 2001). Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η στρατιωτική ε πέμβαση μπορεί επιπρόσθετα να υπονομεύσει τις αξίες, τους κανόνες και τους θεσμούς μιας κοινωνίας οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας (Belloni 2006: 330). Οι εκδηλώσεις μη ικανοποίησης με τη μελέτη της Διεθνούς Επιτροπής υποδεικνύουν την ύπαρξη εγγενών αδυναμιών και περιορισμάίν που θα δυσχεράνουν την πρακτική εφαρμογή της ευθύνης για προστασία. Ο πριό- τος περιορισμός αφορά το ζήτημα των ικανών συνθηκών κατά τις οποίες θα πρέπει να εξετάζεται η επίκληση αυτής της ευθύνης. Αρκετοί αξιώνουν ότι, πέρα από περιπτώσεις γενοκτονίας, εθνοκάθαρσης και μεγάλης κλίμα κας απώλειας ζωών, η ευθύνη για προστασία θα πρέπει επιπρόσθετα να ενεργοποιείται όταν λαμβάνουν χώρα μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συστηματικές φυλετικές διακρίσεις ή απόπειρες ανατροπής δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων. Ο Levitt (2003: 166-168) παρατη ρεί ότι οι συνθήκες εφαρμογής της ευθύνης που διατύπωσε η Διεθνής Επι http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 99 τροπή είναι πιο συντηρητικές από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που έχουν προσδιοριστεί από περιφερειακούς οργανισμούς όπως η Αφρικανική Έ νωση [African Union, AU], η Οικονομική Κοινότητα των Δυτικών Αφρι κανικών Κρατοόν [Economic Community of West African States, ECOWAS] και η Νοτιοαιρρικανική Αναπτυξιακή Κοινότητα [Southern African Development Community, SADC], Εξάλλου, από τελείως διαφορετική ο πτική, οι Feinstein & Slaughter (2004) προτείνουν τη διεύρυνση της ευθύνης για προστασία ώστε να συμπεριλάβει και την υποχρέωση αποτροπής της διασποράς όπλων μαζικής καταστροφής με τη χρήση προληπτικοί μέσων. Μια επιπλέον αδυναμία η οποία διακρίνεται στη μελέτη της Διεθνούς Επιτροπής αφορά τον καθεαυτό προσδιορισμό μιας κατάστασης ο)ς εθνο κάθαρση ή μεγάλης κλίμακας απώλεια ζωών. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η μελέτη δεν επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει τη ‘μεγάλης κλίμακας απώλεια ζωιόν’ επιτρέποντας στα κράτη να ερμηνεύσουν κάθε κατάσταση σύμφωνα με τα συμφέροντα τους. Οι Welsh, Thielking & MacFarlane (2002: 498) ση μειώνουν ότι κανένα κράτος δεν υποστηρίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέ σεις ενεργοποίησης της ευθύνης για προστασία στην Τσετσενία όπου συ- ντελούνται σοβαρότερες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ό,τι στο Κόσσοβο. Επίσης, στην περίπτωση της Ρουάντας, ορισμένα κράτη του Συμβουλίου Ασφαλείας του OHE απέφυγαν το 1994 να χρησιμοποιήσουν τον όρο γενοκτονία για να μην επωμιστούν υποχρεώσεις τις οποίες δεν επι θυμούσαν (ό.π.: 499). Η Διεθνής Επιτροπή προτρέπει τη διεθνή κοινότητα να εξετάζει αντικειμενικά δεδομένα για την αποτίμηση κάθε κατάστασης. Ωστόσο, τόσο η συλλογή πληροφοριών όσο και η αξιολόγησή τους είναι βαθιά πολιτικές πράξεις (Welsh, Thielking & MacFarlane 2002: 502). Ταυ τόχρονα, είναι πιθανόν οι ηγεσίες μη κρατικών συλλογικοτήτων να επιλέ- ξουν να δραματοποιήσουν, να επιδεινώσουν ή ακόμη και να προκαλέσουν μια ανθρωπιστική συμφορά εις βάρος των κοινοτήτων τους προκειμένου να διεθνοποιήσουν τον αγώνα τους και να τεθεί σε κίνηση η διαδικασία εφαρμογής της ευθύνης για προστασία (Kuperman 2005). Ο Stahn (2007: 116-117) θεωρεί ως επιπρόσθετη αδυναμία της ευθύνης για προστασία την αξιωματική θέση ότι τα ίδια τα κράτη έχουν την πρω ταρχική υποχρέωση προάσπισης της ανθρώπινης ασφάλειας των πολιτιόν τους. Ο Stahn εκφράζει την ανησυχία ότι η υποτιθέμενη ικανότητα ενός κράτους να αντιμετωπίσει μια ανθρωπιστική κρίση μπορεί να χρησιμοποι http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 100 Νικόλαος Τζιφάκης ηθεί προσχηματικά από μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για να αποφευ χθεί η ανάληψη συλλογικής δράσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μη επιβολή κυρώσεων στην κυβέρνηση του Σουδάν σε σχέση με την κρίση στο Νταρφοΰρ (Bellamy 2005). Πάνω απ’ όλα, πολλοί από αυτοΰς οι οποίοι δεν είναι ικανοποιημένοι με τη μελέτη της Διεθνούς Επιτροπής επικεντρώνουν την κριτική τους στον ρόλο που αποδίδεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE για την ανάλη ψη δράσης. Εκφράζεται ο φόβος ότι τα κράτη-μέλη του διεθνούς αυτού θε σμού θα τοποθετούνται με γνώμονα τα συμφέροντα και τις προτεραιότητές τους. Ο Levitt (2003: 170) υπενθυμίζει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει στο παρελθόν αποδεχθεί την κατάρρευση αρκετών κρατών και έχει αφήσει εκατομμύρια ανθρώπους να πεθάνουν αβοήθητοι χωρίς να κάνει τίποτε. Αλλοι διατυπώνουν το ερώτημα πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας η ευθύνη για προστασία σε περιπτώσεις όπως η Τσετσενία και το Θιβέτ (Tanguy 2003: 145). Οι Welsh, Thielking & MacFarlane (2002: 504) προσθέτουν την αδυναμία του Συμβουλίου Ασφα λείας να αντιδράσει άμεσα σε μια επείγουσα κρίση, ενώ σημειώνουν τη ση μαντική υποεκπροσώπηση ορισμένων περιοχών στο όργανο αυτό. Επομέ νως, όπως υποστηρίζει -από διαφορετική ωστόσο θεωρητική αφετηρία- ο Pattison (2007: 315), εν τελεί έχει περιορισμένη ηθική σημασία αν μια αν θρωπιστική επέμβαση τυγχάνει της έγκρισης (ή όχι) του Συμβουλίου Α σφαλείας του OHE. Οι τοποθετήσεις αδιαφορίας/υποβάθμισης της ευθύνης για προστασία συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η έννοια αυτή δεν θα επιφέρει αλλαγές στις υπάρχουσες πρακτικές σε σχέση με τη χρήση καταναγκαστικής ισχύος και την κρατική κυριαρχία (Hamilton 2006: 292). Ουσιαστικά, η απόφαση α νάληψης συλλογικής δράσης θα συνεχίζει να συναρτάται άμεσα από την ύπαρξη πολιτικής βούλησης. Η διεθνής κοινότητα θα παρεμβαίνει επιλε κτικά σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ σε άλλες θα εξακολουθεί να παραμέ νει αδρανής. Έτσι, ο Weiss (2004: 147) παρατηρεί την ανάδειξη μιας ‘αν θρωπιστικής ώθησης’ σε αντιδιαστολή με μια ‘ανθρωπιστική προσταγή’ η οποία θα μεταφραζόταν σε μια διεθνή υποχρέωση πανομοιότυπης αντιμε τώπισης κάθε κρίσης. Οι Hataley & Nossal (2004) χρησιμοποιούν την περί πτωση του Τιμόρ για να δείξουν πως ο ίδιος ο Καναδάς, ο εμπνευστής της ευθύνης για προστασία, συνεχίζει να επιλέγει αν και πόσο θα συνεισφέρει http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 101 στην αντιμετώπιση μιας κρίσης. Ο Levitt (2003: 176-177) προσθέτει ότι μό νο 20 από τους 3.745 καναδούς στρατιώτες που συμμετείχαν (τη στιγμή της συγγραφής του άρθρου του) σε ειρηνευτικές αποστολές στο εξωτερικό βρί σκονταν στην Αφρική, στην ήπειρο δηλαδή στην οποία λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες διενέξεις και ανθρωπιστικές κρίσεις. Ομοίως, οι Liotta & Owen (2006: 72-73) αναφέρουν ότι το 2003, ενώ στο Ιράκ αναπτύχθηκαν 150.000 αμερικανοί στρατιώτες, στη Λιβερία στάλθηκαν μόνο 6 αμερικανοί αξιωματούχοι ειδικοί στις επικοινωνίες για να βοηθήσουν τους νιγηρια- νοΰς στρατιώτες στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν τη σταθερότητα και την ασφάλεια. Ο Bowes (2001: 650) διακρίνει την ύπαρξη ενός χάσμα τος μεταξύ ηθικής και αποτελεσματικότητας στις δυτικές στρατιωτικές α ποστολές στο εξωτερικό το οποίο υποδηλώνει την πρόνοια διενέργειας ε πεμβάσεων χωρίς σημαντικό ρίσκο και απώλειες ζωών. Επομένως, ο Weiss (2004: 149) οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η ανάληψη συλλογικής στρατι ωτικής δράσης θα εξακολουθήσει σπάνια να αποφασίζεται για τους σω στούς λόγους. Έχοντας παρουσιάσει τις βασικές πτυχές της επιστημονικής αποτίμησης του περιεχομένου της μελέτης της Διεθνούς Επιτροπής, στρεφόμαστε στη συνέχεια στην πολιτική αντιμετώπιση της ευθύνης για προστασία από τον OHE και τα κράτη-μέλη του. 4. Η ευθύνη για προστασία στον OHE Για τη μετάβαση της ευθύνης για προστασία από το επίπεδο της εννοιο- λόγησης στο πεδίο της άσκησης πολιτικής, η Διεθνής Επιτροπή είχε προτεί νει να γίνουν τα ακόλουθα: 1) η Γενική Συνέλευση του OHE να εκδώσει απόφαση στην οποία να ενσωματώνεται το αναλυτικό πλαίσιο της ευθύνης για προστασία- 2) το Συμβούλιο Ασφαλείας να υιοθετήσει τις κατευθυντή ριες γραμμές για τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με ανθρωπιστικές κρίσεις, ενώ τα μόνιμα μέλη του να καταλήξουν σε συμφωνία για την αποφυγή της χρήσης του βέτο σε τέτοιες καταστάσεις- και τέλος 3) ο Γενικός Γραμματέας να ηγηθεί μιας προσπάθειας προώθησης των πορισμάτων της μελέτης. Ο Annan υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τη μελέτη λέγοντας ότι η Διεθνής Επιτροπή απάλειψε ‘τις τελευταίες δικαιολογίες που η διεθνής κοινότητα είχε για να μένει άπραγη, όταν κάνοντας κάτι μπορεί να σώσει ζωές’.11 http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 102 Νικόλαος Τζιφάχι\ς Το Συμβούλιο Ασφαλείας συζήτησε τη μελε'τη στην ετήσια ανεπίσημη σύνοδο του Μαΐου 2002. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέρριπταν τον προσδιο ρισμό κριτηρίων ενεργοποίησης της ευθύνης για προστασία τα οποία ενδε χομένως θα τους ανάγκαζαν να αναλάβουν δεσμεύσεις σε περιπτώσεις στις οποίες δεν διακυβεύεται κάποιο εθνικό τους συμφέρον (Macfarlane, Thielking & Weiss 2004: 983). Η Ρωσία και η Κίνα ήταν αντίθετες στην πι θανότητα να νομιμοποιηθεί η λήψη αποφάσεων για τη χρήση καταναγκα- στικής ισχύος έξω από τα πλαίσια του Συμβουλίου Ασφαλείας (Bellamy 2006: 151). Οι αντιδράσεις των δύο αυτών κρατών σχετίζονταν ασφαλώς και με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η ευθύνη για προστασία στις πολιτικές που ακολουθούσαν στην Τσετσενία η πρώτη και στο Θιβέτ και τη Ξινγιάνγκ [Xinjiang] η δεύτερη (Evans 2004: 275, Macfarlane, Thielking & Weiss 2004: 982). Τέλος, μολονότι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο τοποθετήθηκαν υπέρ της μελέτης της Διεθνούς Επιτροπής, σημεί ωσαν ότι η υιοθέτησή της δεν θα επέλυε τα προβλήματα τα οποία συχνά σχετίζονταν με την απουσία πολιτικής βούλησης και συναίνεσης για την ανάληψη δράσης σε σχέση με την αντιμετώπιση μιας ανθρωπιστικής κρίσης (Welsh, Thielking & MacFarlane 2002: 511, Bellamy 2006:152). Η μελέτη κατατέθηκε στη συνέχεια στην ατζέντα της Γενικής Συνέλευ σης του OHE. Ωστόσο, εξαιτίας της αντίθεσης της Κούβας, της Λιβύης και του Πακιστάν το κείμενο δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης αλλά απλά διανεμήθηκε στα κράτη-μέλη (Fukushima 2004: 34-35). Σε γενικές γραμμές, η ευθύνη για προστασία έτυχε θετικής υποδοχής από τη Γερμανία, το Ηνω μένο Βασίλειο και τον Καναδά (που διερευνούσαν μετά τον πόλεμο στο Κόσσοβο τη δυνατότητα προσδιορισμού κριτηρίων για την ανθρωπιστική επέμβαση), ενώ τη μελέτη στήριξαν επίσης η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Κολομβία, η Κροατία, η Ιρλανδία, η Νέα Ζηλανδία, η Νορβηγία, η Νότια Κορέα, το Περού, η Ρουάντα, η Σουηδία και η Τανζανία (Bellamy 2006: 151). Γεωγραφικά, η απήχηση της ευθύνης για προστασία εντοπίζεται στον δυτικό κόσμο και σε κράτη της δυτικής και υποσαχάριας Αφρικής. Από την άλλη μεριά, πέρα από τα τρία μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, η ευθύνη για προστασία αντιμετώπισε τις ενστάσεις ασιατικών κρατών και κρατών-μελιυν του Κινήματος των Αδεσμεύτων και της Ομά δας των 77 (μεταξύ άλλων της Αίγυπτου, της Αλγερίας, της Βενεζουέλας, της Βόρειας Κορέας, της Ιαπωνίας, της Ινδίας, της Μαλαισίας και της Μι http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη yia προστασία 103 ανμάρ). Η αντίθεση των ασιατικών χωρών σχετίζεται με την προσήλωσή τους στην παραδοσιακή εκδοχή της κυριαρχίας η οποία ερμηνεύεται από τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους και την προτεραιότητα την οποία αποδίδουν στην κοινωνία ως σύνολο σε σχέση με τα δικαιώματα των μεμονωμένων ατόμων. Αφορά, με άλλα λόγια, τον γενικότερο ασιατι κό σκεπτικισμό (ο οποίος όμως δεν χαρακτηρίζει τη Νότια Κορέα) για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως αυτή νοείται στη Δΰση (Acharya 2001: 449-459 και 2002: 377-379). Εξάλλου, η εναντίωση κρατών του λεγάμενου Νότου στο περιεχόμενο της μελέτης της Διεθνούς Επιτροπής οφείλεται στον φόβο τους ότι η ευθΰνη για προστασία αποτελεί συγκα λυμμένη εκδοχή της ανθρωπιστικής επέμβασης η οποία θα επιφέρει μεγα λύτερο παρεμβατισμό των μεγάλων δυνάμεων στις εσωτερικές τους υποθέ σεις (Chandler 2004: 60, Bellamy 2006: 151, Evans 2004: 272-273). Όπως το έθεσε ο Πρόεδρος της Αλγερίας, δεν αρνούμαστε ότι τα Ηνωμένα Έθνη έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να βοηθήσουν ανθρώπους που υποφέρουν, όμως είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε κάθε υπονόμευση της κυριαρχίας μας, [...] επειδή δεν συμμετέχουμε στη δι αδικασία λήψης αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας (αναφέρεται στο Weiss 2004: 145). Παράλληλα, πολλά κράτη του Τρίτου Κόσμου αναρωτήθηκαν γιατί το ενδιαφέρον των δυτικών δυνάμεων για την προστασία των ανθρώπων (το οποίο φτάνει στο σημείο διεξαγωγής πολέμου) δεν πραγματώνεται εξίσου στην αναπτυξιακή βοήθεια που τα κράτη αυτά διαθέτουν για την αντιμε τώπιση τα>ν κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων τα οποία αποτελούν βα σική αιτία των περισσότερων ανθρωπιστικών καταστροφών (Chandler 2004: 66). Η εκ των υστέρων απόπειρα των Bush και Blair να παρουσιάσουν την εισβολή στο Ιράκ ως ανθρωπιστική επέμβαση επιβεβαίωσε τους φόβους ε κείνων που μιλούσαν για τους κίνδυνους εκμετάλλευσης της ανθρωπιστι κής ρητορικής. Ταυτόχρονα, δυσχέρανε την προσπάθεια διεύρυνσης της δι εθνούς αποδοχής της ευθύνης για προστασία (Hamilton 2006: 293, Abbott 2005: 7).l Ο πόλεμος στο Ιράκ ουσιαστικά ανάγκασε τους υποστηρικτές της μελέτης να μεταβάλουν τη ρητορική τους. Αντί πλέον να τονίζουν την ανάγκη παροχής συνδρομής σε όσους κινδυνεύουν, οι οπαδοί της έννοιας άρχισαν να αναδεικνύουν τους περιορισμούς, τα κριτήρια και τις προϋπο http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 104 Νικόλαος Τζιφάκης θέσεις που η ευθύνη για προστασία έθετε στην αυθαίρετη επίκληση αν θρωπιστικών στόχων (Bellamy 2006: 153-155). Συνάμα, η αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να υιοθετήσει κοινή στάση στο ζήτημα του πολέ μου στο Ιράκ έπληξε την αξιοπιστία του διεθνούς αυτοΰ οργάνου και δη μιούργησε ερωτηματικά για τη δυνατότητά του να διεκπεραιώσει τον ρόλο που του απέδιδε η Διεθνής Επιτροπή. Τον Σεπτέμβριο του 2003 ο Annan ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας ει δικής ομάδας η οποία θα διερευνοΰσε τις προϋποθέσεις ενίσχυσης του ρό λου του OHE για τη διασφάλιση της συλλογικής ασφάλειας.13 Η Υψηλού' Επιπέδου Ομάδα για τις Απειλές, τις Προκλήσεις και την Αλλαγή [High Level Panel on Threats, Challenges and Change, HLP] -της οποίας την προε δρία ανέλαβε ο Anand Panyarachun, πρώην πρωθυπουργός της Ταϊλάνδης- παρουσίασε την έκθεση με τα πορίσματά της τον Δεκέμβριο 2004. Στην έκ θεση αυτή, εκφράζεται υποστήριξη στην ‘αναδυόμενη νόρμα ότι υπάρχει μια συλλογική ευθύνη για προστασία’ (HLP 2004: 66). Η ευθύνη αυτή, α ναφέρει η έκθεση, ασκείται από το Συμβούλιο Ασφαλείας το οποίο μπορεί να εγκρίνει στρατιωτική επέμβαση ως έσχατο μέσο σε περίπτωση γενοκτο νίας και άλλων μεγάλης κλίμακας δολοφονιών, σε περίπτωση εθνοκάθαρ σης ή όταν λαμβάνουν χώρα σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπι στικού δικαίου (στο ίδιο). Η Υψηλού Επιπέδου Ομάδα σημειώνει ότι το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε εναλλακτικούς θεσμούς ή όργανα τα οποία 0α μπορούσαν να υποκαταστήσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά να δούμε πώς το τελευταίο θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά (ό.π.: 65). Συνεπώς, η έκθεση κάνει προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας και, μεταξύ άλλων, καλεί τα μόνιμα μέλη του να δεσμευτούν ότι θα αποφεύγουν να κάνουν χρήση του δικαιώματος τους στην αρνησικυρία σε περιπτώσεις γενοκτονίας και μεγάλης κλίμακας πα ραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ό.π.: 82). Τέλος, η Υψηλού Επι πέδου Ομάδα συναρτά την λήψη απόφασης για τη χρήση καταναγκαστι- κής ισχύος από την εκπλήρωση πέντε κριτήριων τα οποία, στην ουσία, α ποτελούν επαναδιατύπωση των αντίστοιχων κριτηρίων που νωρίτερα είχε παρουσιάσει η Διεθνής Επιτροπή για την Επέμβαση και την Κρατική Κυ ριαρχία. Η Υψηλού Επιπέδου Ομάδα για τις Απειλές, τις Προκλήσεις και την Αλλαγή αναμφισβήτητα συνεισέφερε στο να παραμείνει στο προσκήνιο η http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη yicr προστασία 105 συζήτηση για την ευθύνη για προστασία. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφερθεί η σαφής μεταβολή ύφους και περιεχομένου σε σχέση με την προγενέστερη μελέτη αφού η ευθύνη για προστασία αναλύεται στο κεφάλαιο της έκθεσης με τίτλο ‘Συλλογική ασφάλεια και η χρήση ισχύος’, ενώ απουσιάζει οποια δήποτε αναφορά στην ευθύνη για πρόληψη και την ευθύνη για ανοικοδό μηση. Με άλλα λόγια, η Υψηλού Επιπέδου Ομάδα αντιμετωπίζει την ευθύ νη για προστασία περίπου ως συνώνυμη της ανθρωπιστικής επέμβασης. Τον Μάρτιο του 2005, ο Annan δημοσίευσε την έκθεση με τις προτάσεις του ενόψει της Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης για την αποτίμηση της προόδου υλοποίησης των στόχων της Διακήρυξης της Χιλιετίας. Στην έκ θεση αυτή, ο Γενικός Γραμματέας κάλεσε όλους να ενστερνιστούν την ευ θύνη για προστασία και, όταν είναι απαραίτητο, να αναλαμβάνουν δράση στο όνομα της εφαρμογής της. Ο Annan (2005: 35) υιοθέτησε την θέση της Υψηλού Επιπέδου Ομάδας ότι, όταν τα κράτη αδυνατούν ή είναι τα ίδια υπεύθυνα για την ανασφάλεια των πληθυσμών τους, η ευθύνη για προστα σία μεταβιβάζεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Μάλιστα, τα κράτη-μέλη καλούνται να εφοδιάσουν το διεθνές αυτό όργανο με τα κατάλληλα μέσα για να διαδραματίσει τον ρόλο που του αποδίδεται.14 Ωστόσο, η ευθύνη για προστασία παύει να συσχετίζεται τόσο στενά με τη χρήση στρατιιυτι- κής ισχύος. Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα σημειώνει ότι η διεθνής κοι νότητα θα πρέπει να κάνει χρήση διπλωματικοίν, ανθρωπιστικών και άλ λων μεθόδων προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της ευημερίας των πληθυσμών, ενώ η χρήση καταναγκαστικών μέσων να εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι παραπάνω μέθοδοι μοιάζουν ανεπαρ κείς (στο ίδιο).15 Η επαναλαμβανόμενη αναφορά της ευθύνης για προστασία σε εκθέσεις και μελέτες που εκπονήθηκαν στα πλαίσια ή με εντολή του OHE συνεισέ- φερε στην συμπερίληψη της έννοιας στις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης της Παγκόσμιας Συνόδου του 2005. Ωστόσο, όπως συνέβη και στο παρελ θόν, τα κράτη της Γενικής Συνέλευσης χωρίστηκαν σε αυτά τα οποία υπο στήριζαν (Αργεντινή, Αυστραλία, Ιαπωνία, Καναδάς, Μεξικό, Νέα Ζη λανδία, Νότια Αφρική, Περού, Ρουάντα, Σιγκαπούρη, Τανζανία, Χιλή και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και σε εκείνα τα οποία εναντιώ νονταν (Αίγυπτος, Αλγερία, Βενεζουέλα, Βραζιλία, ΗΠΑ, Ινδία, Ιράν, Κούβα, Λευκορωσία, Μαλαισία, Πακιστάν, Ρωσία και Συρία) στην υιοθέ http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 106 Νικόλαος Τζιφάκης τηση της ευθύνης για προστασία (Stahn 2007: 108). Η εν λόγω έννοια τελι κά προστέθηκε σε δυο παραγράφους στο κείμενο των συμπερασμάτων (United Nations General Assembly 2005). Η ανάγκη επίτευξης συμβιβασμού ανάμεσα σε διαμετρικά αντίθετες απόψεις είχε εντούτοις ως τίμημα τη ση μαντική εξασθένιση της ευθύνης για προστασία σε σχέση με την αρχική πρόσληψή της από τη Διεθνή Επιτροπή για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία. Πιο συγκεκριμένα, το τελικό κείμενο παραλείπει τον προσδιο ρισμό κριτηρίων εφαρμογής της ευθύνης αυτής και ταυτόχρονα αποφεύγει να απευθύνει προτροπή προς τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να περιορίσουν τη χρήση του βέτο. Παράλληλα, αναφέρεται η 'ετοιμότητα’ των κρατών να αναλάβουν ‘κατά περίπτωση’ συλλογική δράση αντί να αποτυπώνεται η δέσμευσή τους να συνδράμουν στην αντιμετώπιση κάθε ανθρωπιστικής κρίσης (στο ίδιο: 30). Η εισαγωγή των λέξεων ‘ετοιμότητα’ και ‘κατά περίπτωση’ στο τελικό κείμενο μαρτυρεί τη βούληση ορισμένων κρατών να επιλέγουν τα ίδια, σε εθελοντική βάση, πότε επιθυμούν να επω μιστούν τέτοιες υποχρεώσεις (Bellamy 2006: 166). Πάνω απ’ όλα, η Παγκό σμια Σύνοδος προέτρεψε τη Γενική Συνέλευση του OHE να συνεχίσει να συζητά την ευθύνη για προστασία λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου (United Nations General Assembly 2005). Η φράση αυτή ερμηνεύεται όχι μόνο ως έκφραση αμφιβολίας του τελικού κειμένου σε σχέση με τη νομιμότητα της ευθύνης για προστασία (Stalin 2007: 110), αλλά επιπρόσθετα ως αποφυγή μεταφοράς της συζήτησης στο αρμόδιο όρ γανο (το Συμβούλιο Ασφαλείας) το οποίο θα κληθεί τελικά να εφαρμόσει την ευθύνη αυτή (Brunnée και Toope U)06: 15). Σε κάθε περίπτωση, το γε γονός ότι τόσο η Γενική Συνέλευση, όσο και το Συμβούλιο Ασφαλείας πε ριέλαβαν σε μεταγενέστερες αποφάσεις τους την ευθύνη για προστασία αποτελεί απόδειξη της επιτυχούς πλέον εισαγωγής της έννοιας ως ρητορι κού σχήματος στα Ηνωμένα Έθνη. Συμπεράσματα Το άρθρο προσπάθησε να παρουσιάσει την πολυδιάστατη συζήτηση αναφορικά με την ευθύνη για προστασία δίνοντας προσοχή τόσο στις επι στημονικές προσεγγίσεις όσο και στην πολιτική της διαπραγμάτευση. Η παρουσίαση της θεωρητικής ανάλυσης της έννοιας ανέδειξε τη διατύπωση μιας πληθώρας ετερογενών προσεγγίσεων και απόψεων. Είναι άξιο ανα http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 107 φοράς ότι, ενώ ορισμένοι διαβλέπουν στην ευθύνη για προστασία τον κίν δυνο πολλαπλασιασμού των αυθαίρετων παρεμβάσεων των μεγάλων δυ νάμεων σε τρίτες χώρες, άλλοι υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο, την ύ παρξη δηλαδή εγγενών αδυναμιών στο αναλυτικό πλαίσιο της έννοιας οι οποίες θα δυσχεράνουν την επιχειρησιακή χρηστικότητά της. Η μεγάλη διάσταση ανάμεσα στις εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της εφαρμογής της ευθΰνης για προστασία καθώς και η απουσία ενός πυρήνα κοινών παρα δοχών αποδεικνύουν ότι η έννοια καθεαυτή δεν θα οδηγήσει αυταπόδει κτα ούτε σε περισσότερο αλλά ούτε και λιγότερο παρεμβατισμό. Η ανάλυση της πορείας της ευθύνης για προστασία στα Ηνωμένα Έθνη έδειξε τη σταδιακή αποδοχή της ως ρητορικό σχήμα. Ωστόσο, η έννοια δεν έχει σε καμία περίπτωση αναχθεί σε κοινά αποδεκτό διεθνές κανόνα. Ο Stahn (2007: 101) παρατηρεί ότι κανένα από τα παραπάνω τέσσερα κείμε να τα οποία περικλείουν την ευθύνη για προστασία δεν εμπίπτει σε μία από τις κλασικές πηγές του διεθνούς δικαίου όπυ)ς αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Δικαιοσύ νης. Επίσης, η εν λόγο) έννοια δεν συνεπάγεται θετικές υποχρεώσεις για τα κράτη στον βαθμό που δεν περιλαμβάνονται κυροίσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (δηλαδή μη συμμετοχής σε συλλογική δράση). Οι Brunnée & Toope (2006: 13) προσθέτουν ότι η ευθύνη για προστασία είναι, στην κα λύτερη περίπτωση, ένας 'υποψήφιος διεθνής κανόνας’. Η διερεύνηση της τοποθέτησης ορισμένων κρατών στο πλαίσιο των Ηνωμένιυν Εθνιόν έδειξε ότι η υποτιθέμενη διαίρεση των υποστηρικτών και των πολέμιων της έννοιας κατά μήκος της αντιπαράθεσης Βορρά-Νότου εί ναι απλουστευτική και ανακριβής. Για παράδειγμα, ανάμεσα στους οπα δούς της ευθύνης για προστασία συγκαταλέγονται αρκετά αφρικανικά κράτη. Από την άλλη μεριά, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν έντονα αντιτα- χθεί στην αναβάθμιση της έννοιας σε διεθνή κανόνα, αντιπροτείνοντας την αποδοχή της ως απλής ‘ηθικής αρχής’ (Stahn 2007: 108). Οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρήσουν ανέπαφο το δικαίωμά τους να αποφασίζουν οι ίδιες πότε να επέμβουν στρατιωτικά (π.χ., Ιράκ) και πότε να μην συμμετέχουν στην ανά ληψη κοινής δράσης (π.χ., Ρουάντα). Ωστόσο, είναι τέτοια -σε σχέση με τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις- η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολι τειών που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη η χρήση καταναγκαστικής ισχύος ενάντια σε τρίτη χώρα χωρίς τη συμμετοχή τους. Συνεπώς, η έκταση και η http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 108 Νικόλαος Τζιφάκης ένταση της εφαρμογής της ευθύνης για προστασία θα προσδιορίζεται συ γκυριακά σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις εκάστοτε προθέσεις των ΗΠΑ. Τα κράτη είναι τελικά εκείνα τα οποία στην πράξη θα κατασκευάζουν και θα επαναδιατυπώνουν κάθε φορά το περιεχόμενο της υπό εξέταση έννοιας προσλαμβάνοντάς την κατά περίπτωση είτε ως εργαλείο ιμπεριαλιστικής πολιτικής είτε ως οικουμενικά αποδεκτό πλαίσιο προάσπισης της ανθρώπι νης ασφάλειας. Σημειώσεις 1. Για το εννοιολογικό περιεχόμενο της ανθρώπινης ασφάλειας, βλ. τη συζήτηση που α κολουθεί στην επόμενη υποενότητα του άρθρου. 2. Για μια εξαιρετική απόπειρα σύνδεσης της σύγχρονης αντίληψης για την ασφάλεια με τη σκέψη και τον στοχασμό του Διαφωτισμού, βλ. Rothschild 1995: 60-65. Επίσης, για τη σχέ ση της ιστορικής ανάπτυξης του ανθρωπιστικού δικαίου με την εννοιολόγηση της ανθρώπι νης ασφάλειας, βλ. Suhrke 1999:269, Axworthy 2001, Dunne & Wheeler 2004:10. 3. Για μια πιο εκτεταμένη συζήτηση της επιστημονικής διερεύνησης της έννοιας, βλ. Τζι φάκης 2008. 4. Για μια απόπειρα εννοιολογικής σΰνθεσης/συ'ζευξης της εθνικής με την ανθρώπινη α σφάλεια, βλ. Τζιφάκης & Φακιολάς 2007. 5. Για τη σύνδεση από σύγχρονους αναλυτές του δόγματος της ανθρωπιστικής επέμβασης με τη θεωρία περί δικαίου πολέμου, βλ. Arya 2007, Fixdal & Smith 1998, Nardin 2002, Χειλά & Αθανασόπουλος 2006. 6. ‘Devoir et droit d’ingérence’, Opérations de paix, Université de Montréal, http://www.operationspaix.net/-Devoir-et-droit-d-ingerence- (πρόσβαση: 04/06/2008). 7. O Bernard Kouchner, πέρα από πολιτικός, υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος των Γιατρών Χω ρίς Σύνορα και πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου. Ο Mario Bettati είναι καθηγητής του δι εθνούς δικαίου, γνωστός για την ερευνά του σχετικά με το δικαίωμα στην ανθρωπιστική ε πέμβαση. 8. Η Επιτροπή αυτή συστάθηκε το 1992 με την υποστήριξη του Boutros-Ghali και απαρ τιζόταν από 28 ανεξάρτητα μέλη. Η εντολή της ήταν να διερευνήσει ζητήματα και πτυχές σε σχέση με την παγκόσμια τάξη, τις προϋποθέσεις της παγκόσμιας διακυβέρνησης και τις δια- γραφόμενες προοπτικές για τις μελλοντικές γενιές. Την προεδρία της ανέλαβαν από κοινού ο Ingvar Carisson, τέως και μετέπειτα πρωθυπουργός της Σουηδίας, και ο Shridath Ramphal, τέως υπουργός Εξωτερικών της Γουιάνας. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 109 9. Για τις προσπάθειες εφαρμογής της ανθρώπινης ασφάλειας ως πολιτική πρακτική και για τις διαφορές ανάμεσα στην εκδοχή της Ιαπωνίας και του Καναδά, βλ. Huliaras & Tzifakis 2007, Τζιφάκης & Χουλιάρας 2007. 10. Ο Annan (1999: 5) είχε στο παρελθόν εισαγάγει την έννοια της ατομικής κυριαρχίας για να περιγράφει την ατομική ελευθερία και τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου. 11. Ο Γενικός Γραμματέας πρόσθεσε επίσης ότι θαυμάζει τη διπλωματική ικανότητα της Διεθνούς Επιτροπής να μεταβάλλει την κατεύθυνση της συζήτησης και ότι ευχόταν να ήταν εκείνος αυτός που επινόησε την ευθύνη για προστασία. Βλ. ‘Secretary-General addresses International Peace Academy Seminar on “The Responsibility to Protect’”, UN Press Release SG/SM/8125, 15.02.02, http://www.un.org/News/Press/docs/2002/sgsm8125.doc.htm (πρόσβαση: 01/06/08). 12. Για τους λόγους για τους οποίους η περίπτωση του Ιράκ δεν ανταποκρίνεται στα κρι τήρια που έθεσε η Διεθνής Επιτροπή, βλ. Thakur 2004: 7-16, Weiss 2004: 149. Για μια αντίθετη οπτική, βλ. Heinze 2006:20-34. 13. ‘The Secretary-General Address to the General Assembly’, 23.09.2003, http:// www.un.org/webcast/ga/58/statements/sg2eng030923.htm (πρόσβαση: 08/06/2008). 14. Ουσιαστικά πρόκειται για τις προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του OHE που νωρίτερα διατυπώθηκαν από την Υψηλού Επιπέδου Ομάδα (Esposito 2005: 7). 15. Είναι άξιο αναφοράς ότι, επιπροσθέτως, η συζήτηση για την ευθΰνη για προστασία μεταφέρεται στο κεφάλαιο με τίτλο Ελευθερία να ζεις με αξιοπρέπεια’. Βιβλιογραφικές αναφορές Abbott, C. (2005). 'Rights and Responsibilities: Resolving the Dilemma of Humani tarian Intervention’, Global Dialogue, 7(1-2): 1-10. Acharya, A. (2001). ‘Human Security: East versus West’, International Journal, 56(3): 442-460. Acharya, A. (2002). ‘Redefining the Dilemmas of Humanitarian Intervention’, Aus tralian Journal of International Affairs, 56(3): 373-381. Annan, K. (1998). ‘Intervention’, Ditchley Foundation Lecture XXXV, 26 June, στο http://www.ditchley.co.uk/page/173/lecture-xxxv.htm (ημερομηνία πρόσβα σης: 04.06.2008). Annan, K. (1999). ‘Human Security and Intervention: Individual Sovereignty’, Vital Speeches of the Day, 66(1): 5-7. Annan, K. (2000). ‘We the Peoples’: The Role of the United Nations in the 2Τ' Century, New York: UN, Department of Public Information. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 110 Νικόλαος Τζιφάχης Annan, K. (2005). In Larger Freedom: Towards Development, Security and Human Rights for All. United Nations General Assembly A/59/2005, 21 March. Arya, N. (2007). 'Is Military Action Ever Justified? A Physician Defends the “Re sponsibility to Protect’”, Medicine, Conflict and Survival, 23(3): 172-188. Axworthy, L. (2001). ‘Human Security and Global Governance: Putting People First’, Global Governance, 7:19-23. Bain, W. (2001). 'The Tyranny of Benevolence: National Security, Human Security, and the Practice of Statecraft’, Global Society, 15(3): 277-294. Bajpai, K. (2000). Human Security: Concept and Measurement. Kroc Institute Oc casional Paper 19. Barkin, S. J. (1998). ‘The Evolution of the Constitution of Sovereignty and the Emergence of Human Rights Norms’, Millennium, 27(2): 229-252. Bell, C. (2006). ‘Surveillance Strategies and Populations at Risk: Biopolitical Go vernance in Canada’s National Security Policy’, Security Dialogue, 37(2): 147- 165. Bellamy, A. J. (2005). ‘Responsibility to Protect or Trojan Horse? The Crisis in Dar fur and Humanitarian Intervention after Iraq’, Ethics and International Af fairs, 19(2): 31-53. Bellamy, A. J. (2006). ‘Whither the Responsibility to Protect? Humanitarian Inter vention and the 2005 World Summit’, Ethics and International Affairs, 20(2): 143-169. Belloni, R. (2006). ‘The Tragedy of Darfur and the Limits of the “Responsibility to Protect”’, Ethnopolitics, 5(4): 327-346. Bettati, M. & Kouchner, B. επιμ., (1987). Le Devoir d’ingerence: Peut-on les Laisser Mourir?, Paris: Denoël. Booth, K. (1991). ‘Security and Emancipation’, Review of International Studies, 17(4): 313-326. Booth, K. επιμ. (2005). Critical Security Studies and World Politics, London: Lynne Rienner. Bowes, R. L. (2001). ‘Sacrifice and the Categorical Imperative of Human Security’, International Journal, 56(4): 649-664. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 111 Boyd, R. (2005). ‘Gender and human security issues: building a programme of ac tion-research’, Development in Practice, 15(1): 115-121. Brunnée, J. & Toope, S. J. (2006). ‘Norms, Institutions and UN Reform: The Re sponsibility to Protect’, Behind the Headlines, 63(3): 1-20. Busumtwi-Sam, J. (2002). ‘Development and human security: Whose security, and from what?’, International Journal, 57(2): 253-272. Chandler, D. (2004). ‘The Responsibility to Protect? Imposing the “Liberal Peace’”, International Peacekeeping, 11(1): 59-81. Commission on Global Governance, (1995). Our Global Neighborhood. Oxford: Ox ford University Press. Corten, O. (1999). ‘Humanitarian Intervention: A Controversial Right’, UNESCO Courrier, 52(7): 57-59. Deng, F. M. et al. (1996). Sovereignty as Responsibility: Conflict Management in Africa. Washington, D.C.: The Brookings Institution. DFAIT, (1999). Human Security: Safety for People in a Changing World. Ottawa: Canadian Ministry of Foreign Affairs and International Trade (DFAIT). Downes, P. (2004). ‘Melville’s Benito Cereno and the Politics of Humanitarian In tervention’, The South Atlantic Quarterly, 103(2-3): 465-488. Dunne, T. & Wheeler, N. J. (2004) “‘We the Peoples”: Contending Discourses of Se curity in Human Rights Theory and Practice’, International Relations, 18(1): 9- 23. Esposito, C. (2005). The Use of Force and the Responsibility to Protect: The Debate on the Reform of the UN. Madrid: Fundación para las Relaciones Internacion- ales y el Diàlogo Exterior (FRIDE), Policy Paper 3. Evans, P. M. (2004). ‘Human Security and East Asia: In the Beginning’, Journal of East Asian Studies, 4(2): 263-284. Fakiolas, E. T. (2001). ‘Reflecting on the Relationship Between Security and Mili tary Strategy’, Peace and Security, XXXII: 43-46. Feinstein, L. & Slaughter, A. M. (2004). ‘A Duty to Prevent’, Foreign Affairs, 83(1). Fixdal, M. & Smith, D. (1998). ‘Humanitarian Intervention and Just War’, Mershon International Studies Review, 42(2): 283-312. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 112 Νικόλαος Τζιφάκης Franck, T. Μ. & Rodley, N. S. (1973). ‘After Bangladesh: The Law of Humanitarian Intervention by Military Force’, The American Journal of International Law, 67(2): 275-305. Fukushima, A. (2004). Human Security: Comparing Japanese and Canadian Gov ernmental Thinking and Practice, Vancouver: University of British Columbia, Center of International Relations, Canadian Consortium on Human Security (CCHS), Visiting Fellow Paper. Φακιολάς, E. T. (1999). ‘Ασφάλεια, Στρατηγική και Διαλεκτικός Ρεαλισμός: Οντολογικά και Επιστημολογικά Ζητήματα στη Συγκρότηση μιας Διαφο ρετικής Προσέγγισης της Διεθνούς Πολιτικής’, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 100(3): 79-113. Galtung, J. (1969). ‘Violence, Peace and Peace Research’, Journal of Peace Research, 6(3): 167-191. Hamilton, R. J. (2006). ‘The Responsibility to Protect: From Document to Doctrine -But What of Implementation?’, Harvard Human Rights Journal, 19: 289-297. Hataley, T. S. & Nossal, K. R. (2004). ‘The Limits of the Human Security Agenda: The Case of Canada’s Response to the Timor Crisis’, Global Change, Peace & Security, 16(1): 5-17. Hayden, P. (2004). ‘Constraining War: Human Security and the Human Right to Peace', Human Rights Review, 6(1): 35-55. Heinze, E. A. (2006). ‘Humanitarian Intervention and the War in Iraq: Norms, Dis course, and State Practice’, Parameters, 36(1): 20-34. HLP, (2004). A More Secure World: Our Shared Responsibility. United Nations, Department of Public Information. Hoogensen G. & Stuvoy, K. (2006). ‘Gender, Resistance and Human Security’, Secu rity Dialogue, 37(2): 207-228. Huliaras, A. & Tzifakis, N. (2007). ‘Contextual Approaches to Human Security: Canada and Japan in the Balkans’, International Journal, LXI1(3): 559-575. ICISS, (2001). The Responsibility to Protect, Ottawa: International Development Research Centre. Khong, Y. F. (2001). ‘Human Security: A shotgun approach to Alleviating Human Misery?’, Global Governance, 7(3): 231-236. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 113 King G. & Murray, C. J. L. (2001/2002). ‘Rethinking Human Security’, Political Sci ence Quarterly, 116(4): 585-610. Krause, K. (2004). ‘Is Human Security More than Just a Good Idea?’, στο Promoting Security: But How and For Whom? Contributions to BICC’s Ten-year Anniver sary Conference. Bonn: Bonn International Center for Conversion, BICC Brief 30: 43-46. Krause, K. & Williams, M. C. επιμ. (1997). Critical Security Studies: Concepts and Cases. London: UCL Press. Kuperman, A. J. (2005). ‘Suicidal Rebellions and the Moral Hazard of Humanitar ian Intervention’, Ethnopolitics, 4(2): 149-173. Levitt, J. I. (2003). ‘The Responsibility to Protect: A Beaver Without a Dam?’, Michigan Journal of International Law, 25(1): 153-177. Liotta, P. H. & Owen, T. (2006). ‘Europe Takes On Human Security’ στο T. Debiel και S. Werthes, (επιμ.), Human Security on Foreign Policy Agendas: Changes, Concepts and Cases. Duisburg: University of Duisburg-Essen, Institute for De velopment and Peace, INEF Report 80: 71-80. Macfarlane, S. N., Thielking, C. J. & Weiss, T. G. (2004). ‘The Responsibility to Pro tect: Is Anyone Interested in Humanitarian Intervention?’, Third World Quar terly, 25(4): 977-992. Mack, A. (2004). ‘The Concept of Human Security’, στο Promoting Security: But How and For Whom? Contributions to BICC’s Ten-year Anniversary Confer ence. Bonn: Bonn International Center for Conversion, BICC Brief 30: 47-50. McDonald, M. (2002). ‘Human Security and the Construction of Security’, Global Society, 16(3): 277-295. Menkhaus, K. (2004). ‘Conflict Prevention and Human Security: Issues and Chal lenges’, Conflict, Security & Development, 4(3): 419-463. Mydans, S. (2008). ‘Myanmar Faces Pressure to Allow Major Aid Effort’, The New York Times. 8 May, http://www.nytimes.com/2008/05/08/ world/asia/08myan- mar.html? r=l & hp &oref=slogin (πρόσβαση: 10/05/2008). Nardin, T. (2002). ‘The Mora! Basis of Humanitarian Intervention’, Ethics & Inter national Affairs, 16(2): 57-70. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | 114 Νικόλαος Τζιφάκης Newman, E. (2001). ‘Human Security and Constructivism’, International Studies Perspectives, 2(3): 239-251. Newman, E. (2002). ‘Humanitarian Intervention Legality and Legitimacy’, The In ternational Journal of Human Rights, 6(4): 102-120. Pattison, J. (2007). ‘Humanitarian Intervention and International Law: The Moral Importance of an Intervener’s Legal Status’, Critical Review of International Social and Political Philosophy, 10(3): 301-319. Pupavac, V. (2005). ‘Human Security and the Rise of Global Therapeutic Govern ance’, Conflict, Security & Development, 5(2): 161-181. Rothschild, E. (1995). ‘What is security?’, Dædalus, 124(3): 53-98. Slaughter, A. M. (2005). ‘Security, Solidarity, and Sovereignty: The Grand Themes of UN Reform’, The American Journal of International Law, 99(3): 619-631. Soherwordi, S. H. S. (2004). ‘Human Security in South Asian Paradigm’, Managerial Law, 46(6): 103-115. Stahn, C. (2007). ‘Responsibility to Protect: Political Rhetoric or Emerging Legal Norm?', The American Journal of International Law, 101(1): 99-120. Suhrke, A. (1999). ‘Human Security and the Interests of States’, Security Dialogue, 30(3): 265-276. Tanguy, J. (2003). ‘Redefining Sovereignty and Intervention’, Ethics & Interna tional Affairs, 17(1): 141-148. Thakur, R. (2004). ‘Iraq and the Responsibility to Protect’, Behind the Headlines, 62(1): 1-16. Thomas, C. (2001). ‘Global governance, development and human security: exploring the links’, Third World Quarterly. 22(2): 159-175. Thomas, N. & Tow, W. T. (2001). ‘The Utility of Human Security: Sovereignty and Humanitarian Intervention’, Security Dialogue. 33(2): 177-192. Tickner, J. A. (1992). Gender in International Relations: Feminist Perspectives on Achieving Global Security, New York: Columbia University Press. Τζιφάκης, N. (2004). ‘Η Κατασκευή της Ασφάλεια στις Διεθνείς Σχεσεις’, Αγορά Χωρίς Σύνορα, 10(2): 91-104. Τζιφάκης, Ν. (2008). Ή Ανθρώπινη Ασφάλεια ως Λόγος, Θεωρία και Πολιτική Πρακτική’, Τετράδια Πολιτικής Επιστήμης, 5, υπό δημοσίευση. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Η ευθύνη για προστασία 115 Τζιφάκης, Ν. & Φακιολάς, Ε. (2007). ‘Αναζητώντας μια Διαφορετική Εννοιολό- γηση της Ανθρώπινης και της Εθνικής Ασφαλείας: Μια Προσπάθεια Σύνθεσης’, 8ο Πανελλήνιο Γεωγραφικά Συνέδριο της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, Αθήνα: Εθνικά & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 6 Οκτωβρίου. Τζιφάκης, Ν. & Χουλιάρας, Α. (2007). Η Ανθροίπινη Ασφάλεια στην Πράξη: Οι Πολίτικες της Ιαπωνίας και τον Καναδά στα Βαλκάνια, Αθήνα: Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών, Κείμενο Εργασίας 8. United Nations General Assembly (2005). 2005 World Summit Outcome. A/RES/60/L.1, United Nations, 24 October. United Nations Development Program (1994). Human Development Report 1994. New York: Oxford University Press. Waisovâ, S. (2003). ‘Human Security-the Contemporary Paradigm?’, Perspectives, 20: 58-72. Weiss, T. G. (2004). ‘The Sunset of Humanitarian Intervention? The Responsibility to Protect in a Unipolar Era’, Security Dialogue, 35(2): 135-153. Welsh, J., Thielking, C. & MacFarlane, S. N. (2002). ‘The Responsibility to Protect: Assessing the Report of the International Commission on Intervention and State Sovereignty’, International Journal. 57(4): 489-512. Χειλά, E. & Αθανασόπουλος, A. (2006). Έθνοτική Σύγκρουση και Ανθρωπιστική Επέμβαση: Η Περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου’, στο Κουβερτάρης, Γ. Α. κ.α. (επιμ.), Τα Νέα Βαλκάνια: Από την Κρατική Αποσύνθεση στην Προοπτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Ζητήματα Γεωπολιτικής και Γεωστρατη- γικής, Αθήνα: Ηρόδοτος. http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 12/04/2016 15:26:41 | Powered by TCPDF (www.tcpdf.org)
US