- αγγλικά : tooth (en)
- αραβικά : سِنّ (ar) (sinn)
- βουλγαρικά : зъб (bg) (zəb), зъби (bg) (zəbi)
- βρετονικά : dant (br), dent (br)
- γαλλικά : dent (fr)
- γερμανικά : Zahn (de) αρσενικό
- γκουαρανί : ãi (gn)
- δανικά : tand (da), tänder (da)
- εβραϊκά : שן (he) (shén)
- εσθονικά : hammas (et)
- ιαπωνικά : 歯 (ja) は (ja) (ha)
- ινδονησιακά : gigi (id)
- ιντερλίνγκουα : dente (ia)
- ισπανικά : diente (es)
- ιταλικά : dente (it)
- κινεζικά : 牙齒 (zh) (yáchǐ)
- κορεατικά : 이 (ko) (i)(1), tr=ippal
- κουρδικά : didan (ku), diran (ku)
- κροατικά : zub (hr), zubi (hr)
- λατινικά : dens (la), dentis (la)
- νορβηγικά : tann (no)
- ολλανδικά : tand (nl)
- οτζίμπουε : -bid, -bidan
- ουγγρικά : fog (hu)
- ουκρανικά : зуб (uk) (zub), de (uk) (zúby)
- πολωνικά : ząb (pl)
- πορτογαλικά : dente (pt)
- ρουμανικά : dinte (ro)
- ρωσικά : зуб (ru) (zub), зубы (ru) (zúby)
- σερβικά : зуб (sr) (zub), зуби (sr) (zúbi)
- σλοβακικά : zub (sk), zuby (sk)
- σουαχίλι : jino (sw), meno (sw)
- σουηδικά : tand (sv)
- ταϊλανδικά : กราม (th) (graam), ฟันกราม (th) (fan graam)
- τοκ πίσιν : tis (tpi)
- τουρκικά : diş (tr), dişler (tr)
- τσεχικά : zub (cs)
- φινλανδικά : hammas (fi)
- χίντι : दांत़ (hi) (daant)
US